← Κύπρος

Gordian Holdings Ltd ν. Α.Γ.Χ. ΗΧΗΤΙΚΗ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1865/12, 23/4/2021

Gordian Holdings Ltd ν. Α.Γ.Χ. ΗΧΗΤΙΚΗ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1865/12, 23/4/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A183 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1865/12 Μεταξύ: Marfin Popular Bank Public Co Ltd Ενάγουσας -και-

  1. Α.Γ.Χ. ΗΧΗΤΙΚΗ ΛΤΔ
  2. . Δημητριάδη
  3. . Δημητριάδη
  4. . Δημητριάδου
  5. . Χαρή Εναγομένων Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει Ειδοποίησης ημ. 11.4.12 Μεταξύ: Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Ενάγουσας -και-
  6. Α.Γ.Χ. ΗΧΗΤΙΚΗ ΛΤΔ
  7. . Δημητριάδη
  8. . Δημητριάδη
  9. . Δημητριάδου
  10. . Χαρή Εναγομένων Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει Ειδοποίησης ημ. 9.10.13 Μεταξύ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Ενάγουσας -και-
  11. Α.Γ.Χ. ΗΧΗΤΙΚΗ ΛΤΔ
  12. . Δημητριάδη
  13. . Δημητριάδη
  14. . Δημητριάδου
  15. . Χαρή Εναγομένων Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει Ειδοποίησης ημ. 14.6.19 Μεταξύ: Gordian Holdings Ltd Ενάγουσας -και-
  16. Α.Γ.Χ. ΗΧΗΤΙΚΗ ΛΤΔ
  17. . Δημητριάδη
  18. . Δημητριάδη
  19. . Δημητριάδου
  20. . Χαρή Εναγομένων Ημερομηνία: 23 Απριλίου 2021 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κ. Χ. Γεωργίου για Ιωαννίδης Δημητρίου ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους 1-5: κ. Ε. Ευσταθίου για Ευστάθιος Κ. Ευσταθίου Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αγωγή η Ενάγουσα αξιώνει εναντίον των Εναγομένων 1-5 τα ποσά των €154.349,10, €442.999,45, €5.044,70 και €10.030,41, πλέον τόκο προς 14% επί των εν λόγω ποσών από τις 25.2.12 μέχρι εξοφλήσεως και κεφαλαιοποίηση την 1η Ιουλίου και την 1η Ιανουαρίου εκάστου έτους, ως οφειλόμενα υπόλοιπα δυνάμει δανείου και ή τρεχούμενου λογαριασμού, αναγνωριστική απόφαση εναντίον της Εναγομένης 1 σε σχέση με τα ομόλογα επιβάρυνσης ημ. 15.9.00, 18.1.07, 7.9.07 και 28.4.10 καθώς επίσης και διατάγματα εκποίησης εναντίον των Εναγομένων 2-5 για πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων. Στην Έκθεση Απαίτησης, γίνεται αναφορά σε συνολικά πέντε συμφωνίες παροχής τραπεζικών διευκολύνσεων προς την Εναγομένη 1 ημ. 15.9.00, 4.4.07, 7.9.07, 12.12.08 και 28.4.10, με εξασφάλιση τη σύσταση από την Εναγομένη 1 κυμαινόμενης επιβάρυνσης προς όφελος της Ενάγουσας στις 15.9.00, 18.1.07, 7.9.07 και 28.4.10, τις προσωπικές εγγυήσεις του Εναγομένου 2 ημ. 28.4.10, του Εναγομένου 3 ημ. 4.4.07, της Εναγομένης 4 ημ. 4.4.07 και 7.9.07 και της Εναγομένης 5 ημ. 4.4.07, 7.9.07 και 12.12.08 και την παραχώρηση υποθηκών, και συγκεκριμένα της Υ.32/07 και της Υ.23/09 από τους Εναγόμενους 2 και 5, της Υ..81/06 από τον Εναγόμενο 3, της Υ..07/07 από την Εναγομένη 4 και των Υ.87/07, Υ..10/07, Υ..11/07, Υ..08/09 και Υ..06/10 από την Εναγομένη 5, καθώς επίσης και την εκχώρηση των δικαιωμάτων του Εναγομένου 2 που απορρέουν από τις ασφάλειες ζωής ημ. 5.10.00 και 31.01.
  21. Όπως αναφέρεται στην Έκθεση Απαίτησης, η Ενάγουσα απέστειλε επιστολή ημ. 24.2.11 προς την Εναγομένη 1 με την οποία την καλούσε να πληρώσει όλες τις καθυστερημένες δόσεις και ή υπερβάσεις και ή χρεωστικά υπόλοιπα των επίδικων λογαριασμών και με επιστολή της ημ. 17.3.11 τερμάτισε τη λειτουργία τους και την κάλεσε να εξοφλήσει όλα τα οφειλόμενα ποσά. Οι Εναγόμενοι 2-5 ειδοποιήθηκαν γραπτώς από την Ενάγουσα για τις εν λόγω επιστολές. Οι Εναγόμενοι παρέλειψαν να εξοφλήσουν τα οφειλόμενα ποσά, εξ ου και η Ενάγουσα προβάλλει τις προαναφερόμενες αξιώσεις. Στην Υπεράσπιση τους, οι Εναγόμενοι παραδέχονται τη σύναψη των επίδικων συμφωνιών παραχώρησης τραπεζικών διευκολύνσεων στην Εναγομένη 1 και ισχυρίζονται ότι αυτές περιέχουν καταχρηστικές και άδικες ρήτρες οι οποίες δεν νομιμοποιούν την Ενάγουσα στην αξίωση της. Ισχυρίζονται επίσης ότι τα επίδικα δάνεια παραχωρούνταν κατόπιν απαίτησης της Ενάγουσας για κάλυψη των προγενέστερων οφειλών τους και ότι στα ποσά περιλαμβάνονται υπερχρεώσεις ως αποτέλεσμα παράνομου τοκισμού και ή ανατοκισμού και ή κεφαλαιοποίησης. Οι Εναγόμενοι δεν παραδέχονται την παραχώρηση των κυμαινόμενων επιβαρύνσεων. Παραδέχονται την παροχή των προσωπικών εγγυήσεων και των υποθηκών πλην όμως ισχυρίζονται ότι αυτές δόθηκαν προς εξασφάλιση παράνομων συμφωνιών και ή στη βάση καταχρηστικών και ή άδικων ρητρών και επομένως δεν δύνανται να έχουν έννομες συνέπειες. Απορρίπτουν επίσης τους υπόλοιπους ισχυρισμούς της Ενάγουσας. Επί τη βάσει των ανωτέρω, οι Εναγόμενοι εγείρουν Ανταπαίτηση με την οποία αξιώνουν δήλωση ότι όλες οι επίδικες συμφωνίες δανείου και οι υποθήκες είναι άκυρες και ή παράνομες και ή περιέχουν καταχρηστικές και ή παράνομες ρήτρες και δεν νομιμοποιούν την Ενάγουσα στην αξίωση της εναντίον των Εναγομένων και στην πώληση της ενυπόθηκης περιουσίας και ότι τα ισχυριζόμενα οφειλόμενα ποσά περιέχουν παράνομες χρεώσεις και ή ανατοκισμούς. Στην Απάντηση και Υπεράσπιση της, η Ενάγουσα απορρίπτει τους ισχυρισμούς των Εναγομένων και ισχυρίζεται ότι οι όροι των επίδικων συμφωνιών είναι καθόλα νόμιμοι και έγκυροι και επομένως η Ενάγουσα νομιμοποιείται στην αξίωση της. Περαιτέρω η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι οι επίδικες συμφωνίες έγιναν κατόπιν αιτήματος και με την ελεύθερη βούληση των Εναγομένων και δεν περιέχουν παράνομες χρεώσεις και ή ανατοκισμούς. Στη βάση των πιο πάνω ισχυρισμών της η Ενάγουσα ζητά την απόρριψη της Ανταπαίτησης. Στα πλαίσια της ακρόασης της παρούσας Αγωγής κατέθεσε ένας μάρτυρας για την Ενάγουσα ενώ για τους Εναγόμενους δεν κλήθηκε μάρτυρας. Ο μοναδικός μάρτυρας της Ενάγουσας ήταν ο κ. ΠΔ (ΜΕ1), ο οποίος εργαζόταν στην Τράπεζα Κύπρου ως λειτουργός στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών και από τις 18.1.20 στη Gordian Holdings Ltd παραμένοντας στα ίδια καθήκοντα. O ME1 αναφέρθηκε στην αλλαγή του ονόματος της αρχικής Ενάγουσας, στη διαδοχή της Λαϊκής Τράπεζας από την Τράπεζα Κύπρου δυνάμει της ΚΔΠ 104/13 και στην έκδοση δικαστικού διατάγματος ημ. 23.5.19 με το οποίο επικυρώθηκε η μεταβίβαση αριθμού πιστωτικών διευκολύνσεων της Τράπεζας Κύπρου προς τη Gordian, συμπεριλαμβανομένων και των επίδικων. Κατέθεσε το διάταγμα και τις σχετικές ενημερωτικές επιστολές προς τους Εναγόμενους, καθώς επίσης και όλα τα έγγραφα που αφορούν τις συμφωνίες παραχώρησης τραπεζικών διευκολύνσεων και τις εξασφαλίσεις, επιστολές και καταστάσεις λογαριασμού. Ο ΜΕ1 κατέθεσε επίσης τις αρχικές και ανακατασκευασμένες καταστάσεις λογαριασμού περιορίζοντας την απαίτηση της Ενάγουσας στα αναγραφόμενα στις τελευταίες οφειλόμενα υπόλοιπα εναντίον της πρωτοφειλέτιδας και στα περιορισμένα ποσά των εγγυήσεων εναντίον των Εναγομένων 2-5, ζητώντας την απόρριψη της Ανταπαίτησης. Η αντεξέταση του ΜΕ1 περιορίστηκε στους όρους των επίδικων συμφωνιών δανείου αναφορικά με τον τρόπο χρέωσης, μεταβολής και κεφαλαιοποίησης του τόκου και αναφορικά με το ύψος του τόκου τόσο πριν όσο και μετά τον τερματισμό των επίδικων λογαριασμών. Στην αγόρευση του ο δικηγόρος της Ενάγουσας αναφέρθηκε και σχολίασε τη μαρτυρία του ΜΕ1, δηλώνοντας ότι αυτή ουσιαστικά παρέμεινε αδιαμφισβήτητη και είναι πλήρως αξιόπιστη. Ο κ. Γεωργίου επισήμανε επίσης ότι όλα τα Τεκμήρια κατατέθηκαν χωρίς οποιαδήποτε ένσταση από την άλλη πλευρά η οποία δεν προσκόμισε μαρτυρία προς αντίκρουση των θέσεων της Ενάγουσας, αφήνοντας έτσι τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των Εναγομένων παντελώς ατεκμηρίωτους. Εξέφρασε τη θέση ότι η αγόρευση του δικηγόρου των Εναγομένων βασίζεται σε μη δικογραφημένους ισχυρισμούς και ότι η Ενάγουσα κατάφερε να αποδείξει την απαίτηση της στον απαιτούμενο βαθμό. Ο δικηγόρος των Εναγομένων στη δική του αγόρευση ασχολήθηκε με τρία ζητήματα, τη νομιμοποίηση της Ενάγουσας στην προώθηση της Αγωγής, τη χρέωση τόκου στον τρεχούμενο λογαριασμό ο οποίος δεν προνοείτο στη σχετική συμφωνία και την ασάφεια των όρων των επίδικων συμφωνιών αναφορικά με τη χρέωση και την κεφαλαιοποίηση του τόκου. Εισηγήθηκε ότι η Ενάγουσα προέβη σε κεφαλαιοποίηση κάθε τρεις μήνες ως η χρέωση του τόκου, αντί δύο φορές ετησίως και ότι απέτυχε να αποδείξει το ορθώς οφειλόμενο ποσό. Στα πλαίσια αξιολόγησης της μαρτυρίας, θα πρέπει να λεχθεί εξαρχής πως ουσιαστικά η μαρτυρία του ΜΕ1 παρέμεινε αδιαμφισβήτητη ως προς τα γεγονότα. Ειδικότερα, δεν έχει αμφισβητηθεί η σύναψη των επίδικων συμφωνιών παραχώρησης τραπεζικών διευκολύνσεων και η παραχώρηση των σχετικών εξασφαλίσεων, ομολόγων κυμαινόμενης επιβάρυνσης, εγγυήσεων και υποθηκών ως επίσης και η αποστολή όλων των επιστολών. Ούτε προωθήθηκαν με οποιονδήποτε τρόπο οι ισχυρισμοί στην Υπεράσπιση των Εναγομένων αναφορικά με τις συνθήκες σύναψης των επίδικων συμφωνιών δανείου οι οποίες και πάλι παρέμειναν αναντίλεκτες. Ουσιαστικά αποτέλεσαν αντικείμενο αμφισβήτησης μόνο οι όροι στην πρώτη συμφωνία αναφορικά με τη χρέωση του τόκου, το πότε γινόταν κεφαλαιοποίηση και το ύψος του τόκου με τον οποίον χρεώνονταν οι επίδικοι λογαριασμοί μετά τον τερματισμό τους. Πέραν του ότι η μαρτυρία του ΜΕ1 ως προς τα γεγονότα παρέμεινε αδιαμφισβήτητη, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι γενικά ο ΜΕ1 άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο ως ειλικρινής και αντικειμενικός μάρτυρας. Ο ΜΕ1 έδωσε μια ολοκληρωμένη περιγραφή του όλου ιστορικού των γεγονότων από τη σύναψη των επίδικων συμφωνιών μέχρι και την αποστολή των επιστολών τερματισμού καθώς επίσης και της διαδικασίας αλλαγής του ονόματος της αρχικής Ενάγουσας μέχρι και την αντικατάσταση της από τη Gordian και τη σχετική ενημέρωση των Εναγομένων. Το σύνολο της μαρτυρίας του επιβεβαιώνεται και από τα έγγραφα τα οποία κατέθεσε. Εδώ είναι κατάλληλο να λεχθεί ότι αναντίλεκτη παρέμεινε επίσης η αναφορά του μάρτυρος πως παρά τη χρονοβόρα και επίπονη προσπάθεια εξεύρεσης όλων των πρωτοτύπων εγγράφων των συμφωνιών παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων και εγγύησης, αυτό δεν έγινε κατορθωτό και φαίνεται ότι αυτά έχουν απωλεσθεί, εξ ου και κατέθεσε αντίγραφα. Εκτός του ότι αυτή η αναφορά παρέμεινε αναντίλεκτη και του ότι δεν τέθηκε οποιοδήποτε ζήτημα ως προς τη δεκτότητα των εγγράφων αυτών, ουδέποτε υποβλήθηκε στον μάρτυρα ή αμφισβητήθηκε η γνησιότητα, η ετοιμασία, η αποστολή και ή η υπογραφή αυτών όπως και όλων των υπόλοιπων εγγράφων αναλόγως της περίπτωσης, με αποτέλεσμα όλα τα έγγραφα να γίνονται δεκτά. Οι απαντήσεις του ΜΕ1 κατά την αντεξέταση του ως προς το θέμα του τόκου πηγάζουν από τις συμφωνίες και τις καταστάσεις λογαριασμού. Συγκεκριμένα ο ΜΕ1 βασίστηκε και παρέπεμψε στις συμφωνίες για να υποδείξει τους συμφωνημένους μεταξύ των συμβαλλομένων μερών όρους για τον τόκο, επεξηγώντας τη φύση των εγγράφων, την τροποποίηση της σχετικής νομοθεσίας για τη φιλελευθεροποίηση του τόκου και τελικώς τον τρόπο χρέωσης του τόκου στις ανακατασκευασμένες καταστάσεις λογαριασμού, δίδοντας ολοκληρωμένες και πειστικές απαντήσεις. Επομένως η μαρτυρία του κρίνεται πλήρως αξιόπιστη και γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της, με την επισήμανση βέβαια ότι πλείστα από τα ζητήματα αυτά άπτονται της ερμηνείας εγγράφων και νομοθετημάτων, έργο το οποίο ανήκει στο Δικαστήριο. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο, υιοθετώντας πλήρως τη μαρτυρία του ΜΕ1, προβαίνει στα ακόλουθα ευρήματα:
  22. Στις 11.4.12 καταχωρίστηκε ειδοποίηση από την Ενάγουσα για την αλλαγή του ονόματος της Marfin Popular Bank Public Co Ltd σε Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, δυνάμει Πιστοποιητικού Αλλαγής Ονόματος του Εφόρου Εταιρειών ημ. 5.4.12, Τεκμήριο
  23. Αυτά είναι ήδη καταχωρημένα στον φάκελο του Δικαστηρίου.
  24. Στις 9.10.13 καταχωρίστηκε ειδοποίηση από την Ενάγουσα για τη υποκατάσταση-αντικατάσταση της Cyprus Popular Bank από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ δυνάμει του Ν.17(Ι)/13, Τεκμήριο
  25. Και αυτή η ειδοποίηση βρίσκεται στον φάκελο του Δικαστηρίου.
  26. Δυνάμει συμφωνίας ημ. 3.2.14 η Τράπεζα Κύπρου ανέλαβε τη διατήρηση κα διαχείριση των αρχείων και πληροφοριών που είχε στην κατοχή της η Λαϊκή.
  27. Στις 23.5.19 στα πλαίσια της Αίτησης 372/19 εκδόθηκε δικαστικό διάταγμα επικύρωσης του Σχεδίου Διακανονισμού της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και της Gordian Holdings Ltd για τη μεταβίβαση αριθμού πιστωτικών διευκολύνσεων της Τράπεζας Κύπρου προς τη Gordian, συμπεριλαμβανομένων και των επίδικων χρεών και εξασφαλίσεων, η οποία μεταβίβαση έγινε κατ΄ εφαρμογή των προνοιών του άρθρου 18 του Περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και Συναφή Θέματα Ν.169(Ι)/
  28. Το διάταγμα κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  29. Η Τράπεζα Κύπρου απέστειλε ενημερωτικές επιστολές ημ. 30.10.18 προς τους Εναγόμενους 1 και 3-5 για την πρόθεση πώλησης και μεταφοράς των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων και εξασφαλίσεων στη Gordian, Τεκμήριο
  30. Με βάση όσα αναφέρονται ανωτέρω για την προσπάθεια εξεύρεσης όλων των εγγράφων, γίνεται δεκτή η αναντίλεκτη αναφορά του ΜΕ1 πως κατέστη αδύνατος ο εντοπισμός της σχετικής επιστολής προς τον Εναγόμενο 2, ο οποίος εν πάση περιπτώσει έλαβε γνώση αυτής καθότι είναι ο μοναδικός διευθυντής της Εναγομένης 1, σύμφωνα με τα αποτελέσματα της ηλεκτρονικής έρευνας στα αρχεία του Εφόρου Εταιρειών, Τεκμήριο
  31. Τόσο η Τράπεζα Κύπρου όσο και η Gordian απέστειλαν ενημερωτικές επιστολές ημ. 31.5.19 προς τους Εναγόμενους 1-5 για την ως άνω μεταφορά των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων, Τεκμήρια 6 και
  32. Στις 14.6.19 καταχωρίστηκε εκ μέρους της Ενάγουσας ειδοποίηση αντικατάστασης-υποκατάστασης της Τράπεζας Κύπρου με τη Gordian, Τεκμήριο
  33. Αυτή επίσης βρίσκεται καταχωρημένη στον φάκελο του Δικαστηρίου.
  34. Κατόπιν αιτήματος της Εναγομένης 1, στις 15.9.00 η Λαϊκή Τράπεζα συνήψε γραπτή συμφωνία με την Εναγομένη 1 για την παραχώρηση ορίου σε τρεχούμενο λογαριασμό, Τεκμήριο
  35. Δυνάμει της εν λόγω συμφωνίας η Λαϊκή άνοιξε τον τρεχούμενο λογαριασμό .11 στο όνομα της Εναγομένης
  36. Κατόπιν αιτήματος της Εναγομένης 1, στις 4.4.07 η Λαϊκή Τράπεζα συνήψε γραπτή συμφωνία με την Εναγομένη 1 για την παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων στον προαναφερόμενο τρεχούμενο λογαριασμό .
  37. Η επιστολή ημ. 4.4.07 κοινοποίησης των όρων της συμφωνίας η οποία φέρει την υπογραφή της Ενάγουσας κάτω από τη φράση αποδοχής της, κατατέθηκε ως Τεκμήριο 10, η συμφωνία ως Τεκμήριο 11 και έντυπο συγκατάθεσης αποκάλυψης πληροφοριών της οικονομικής κατάστασης της Εναγομένης 1 προς τους εγγυητές ως Τεκμήριο
  38. Κατόπιν αιτήματος της Εναγομένης 1, η Λαϊκή Τράπεζα συνήψε γραπτή συμφωνία ημ. 7.9.07 παραχώρησης δανείου ύψους ΛΚ245.000 (€418.607,35), δυνάμει της οποίας η Λαϊκή άνοιξε στο όνομα της Εναγομένης 1 τον λογαριασμό δανείου υπ΄ αρ. .
  39. Η επιστολή ημ. 6.9.07 κοινοποίησης των όρων της συμφωνίας δανείου η οποία φέρει την υπογραφή της Ενάγουσας κάτω από τη φράση αποδοχής της, κατατέθηκε ως Τεκμήριο 13, η συμφωνία ως Τεκμήριο 14 και έντυπο συγκατάθεσης αποκάλυψης πληροφοριών της οικονομικής κατάστασης της Εναγομένης 1 προς τους εγγυητές ως Τεκμήριο
  40. Κατόπιν αιτήματος της Εναγομένης 1, η Λαϊκή Τράπεζα συνήψε γραπτή συμφωνία ημ. 12.12.08 παραχώρησης δανείου ύψους €10.000, δυνάμει της οποίας η Λαϊκή άνοιξε στο όνομα της Εναγομένης 1 τον λογαριασμό δανείου υπ΄ αρ. .
  41. Η επιστολή ημ. 10.12.08 κοινοποίησης των όρων της συμφωνίας δανείου η οποία φέρει την υπογραφή της Ενάγουσας κάτω από τη φράση αποδοχής της, κατατέθηκε ως Τεκμήριο 16, η συμφωνία ως Τεκμήριο 17 και έντυπο ανοίγματος λογαριασμού ως Τεκμήριο
  42. Κατόπιν αιτήματος της Εναγομένης 1, η Λαϊκή Τράπεζα συνήψε γραπτή συμφωνία ημ. 28.4.10 παραχώρησης δανείου ύψους €30.000, δυνάμει της οποίας η Λαϊκή άνοιξε στο όνομα της Εναγομένης 1 τον λογαριασμό δανείου υπ΄ αρ. .
  43. Η επιστολή ημ. 28.4.10 κοινοποίησης των όρων της συμφωνίας δανείου η οποία φέρει την υπογραφή της Ενάγουσας κάτω από τη φράση αποδοχής της, κατατέθηκε ως Τεκμήριο 19, η συμφωνία ως Τεκμήριο 20 και έντυπο ανοίγματος λογαριασμού ως Τεκμήριο
  44. Ως εξασφάλιση των υποχρεώσεων της Εναγομένης 1, στις 15.9.00 η Εναγομένη 1 συνέστησε ομόλογο κυμαινόμενης επιβάρυνσης προς όφελος της Λαϊκής επί της επιχείρησης και περιουσίας της μέχρι ποσού ΛΚ15.000 (€25.629,02) πλέον τόκους και έξοδα, Τεκμήριο
  45. Ως εξασφάλιση των υποχρεώσεων της Εναγομένης 1, στις 18.1.07 η Εναγομένη 1 συνέστησε ομόλογο κυμαινόμενης επιβάρυνσης προς όφελος της Λαϊκής επί της επιχείρησης και περιουσίας της μέχρι ποσού ΛΚ10.000 (€17.086,01) πλέον τόκους και έξοδα, Τεκμήριο
  46. Ως εξασφάλιση των υποχρεώσεων της Εναγομένης 1, στις 7.9.07 η Εναγομένη 1 συνέστησε ομόλογο κυμαινόμενης επιβάρυνσης προς όφελος της Λαϊκής επί της επιχείρησης και περιουσίας της μέχρι ποσού ΛΚ75.000 (€128.145,10) πλέον τόκους και έξοδα, Τεκμήριο
  47. Ως εξασφάλιση των υποχρεώσεων της Εναγομένης 1, στις 28.4.10 η Εναγομένη 1 συνέστησε ομόλογο κυμαινόμενης επιβάρυνσης προς όφελος της Λαϊκής επί της επιχείρησης και περιουσίας της μέχρι ποσού €30.000 πλέον τόκους και έξοδα, Τεκμήριο
  48. Στις 28.4.10 ο Εναγόμενος 2 υπέγραψε συμφωνία εγγύησης προς όφελος της Λαϊκής Τράπεζας για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της Εναγομένης 1 μέχρι του ποσού των €535.000 πλέον τόκους και έξοδα, Τεκμήριο
  49. Στις 4.4.07 ο Εναγόμενος 3 υπέγραψε συμφωνία εγγύησης προς όφελος της Λαϊκής Τράπεζας για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της Εναγομένης 1 μέχρι του ποσού των ΛΚ30.000 (€51.258,04) πλέον τόκους και έξοδα. Αντίγραφο της επιστολής κοινοποίησης των όρων της συμφωνίας ημ. 4.4.07 υπογεγραμμένη από τον Εναγόμενο 3 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 27, αντίγραφο της συμφωνίας εγγύησης ως Τεκμήριο 28 και αντίγραφο βεβαίωσης του Εναγομένου 3 ότι δεν επιθυμεί τη λήψη ανεξάρτητης νομικής συμβουλής ούτε την επεξήγηση των όρων και των πρακτικών συνεπειών της συμφωνίας εγγύησης ως Τεκμήριο
  50. Στις 4.4.07 η Εναγομένη 4 υπέγραψε συμφωνία εγγύησης προς όφελος της Λαϊκής Τράπεζας για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της Εναγομένης 1 μέχρι του ποσού των ΛΚ30.000 (€51.258,04) πλέον τόκους και έξοδα. Αντίγραφο της επιστολής κοινοποίησης των όρων της συμφωνίας ημ. 4.4.07 υπογεγραμμένη από την Εναγομένη 4 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 30, αντίγραφο της συμφωνίας εγγύησης ως Τεκμήριο 31 και αντίγραφο βεβαίωσης της Εναγομένης 4 ότι δεν επιθυμεί τη λήψη ανεξάρτητης νομικής συμβουλής ούτε την επεξήγηση των όρων και των πρακτικών συνεπειών της συμφωνίας εγγύησης ως Τεκμήριο
  51. Επίσης, στις 7.9.07 η Εναγομένη 4 υπέγραψε συμφωνία εγγύησης προς όφελος της Λαϊκής Τράπεζας για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της Εναγομένης 1 μέχρι του ποσού των ΛΚ245.000 (€418.607,35) πλέον τόκους και έξοδα. Αντίγραφο της επιστολής κοινοποίησης των όρων της συμφωνίας ημ. 7.9.07 υπογεγραμμένη από την Εναγομένη 4 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 33, αντίγραφο της συμφωνίας εγγύησης ως Τεκμήριο 34 και αντίγραφο βεβαίωσης της Εναγομένης 4 ότι δεν επιθυμεί τη λήψη ανεξάρτητης νομικής συμβουλής ούτε την επεξήγηση των όρων και των πρακτικών συνεπειών της συμφωνίας εγγύησης ως Τεκμήριο
  52. Στις 4.4.07 η Εναγομένη 5 υπέγραψε συμφωνία εγγύησης προς όφελος της Λαϊκής Τράπεζας για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της Εναγομένης 1 μέχρι του ποσού των ΛΚ30.000 (€51.258,04) πλέον τόκους και έξοδα. Αντίγραφο της επιστολής κοινοποίησης των όρων της συμφωνίας ημ.4.4.07 υπογεγραμμένη από την Εναγομένη 5 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 36, αντίγραφο της συμφωνίας εγγύησης ως Τεκμήριο 37 και αντίγραφο βεβαίωσης της Εναγομένης 5 ότι δεν επιθυμεί τη λήψη ανεξάρτητης νομικής συμβουλής ούτε την επεξήγηση των όρων και των πρακτικών συνεπειών της συμφωνίας εγγύησης ως Τεκμήριο
  53. Επίσης, στις 7.9.07 η Εναγομένη 5 υπέγραψε συμφωνία εγγύησης προς όφελος της Λαϊκής Τράπεζας για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της Εναγομένης 1 μέχρι του ποσού των ΛΚ245.000 (€418.607,35) πλέον τόκους και έξοδα. Αντίγραφο της επιστολής κοινοποίησης των όρων της συμφωνίας ημ. 7.9.07 υπογεγραμμένη από την Εναγομένη 5 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 39, αντίγραφο της συμφωνίας εγγύησης ως Τεκμήριο 40 και αντίγραφο βεβαίωσης της Εναγομένης 5 ότι δεν επιθυμεί τη λήψη ανεξάρτητης νομικής συμβουλής ούτε την επεξήγηση των όρων και των πρακτικών συνεπειών της συμφωνίας εγγύησης ως Τεκμήριο
  54. Επίσης, στις 7.9.07 η Εναγομένη 5 υπέγραψε συμφωνία εγγύησης προς όφελος της Λαϊκής Τράπεζας για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της Εναγομένης 1 μέχρι του ποσού των ΛΚ5.000 (€8.543) πλέον τόκους και έξοδα. Αντίγραφο της συμφωνίας εγγύησης κατατέθηκε ως Τεκμήριο 42 και αντίγραφο βεβαίωσης της Εναγομένης 5 ότι δεν επιθυμεί τη λήψη ανεξάρτητης νομικής συμβουλής ούτε την επεξήγηση των όρων και των πρακτικών συνεπειών της συμφωνίας εγγύησης ως Τεκμήριο
  55. Επίσης, στις 12.12.08 η Εναγομένη 5 υπέγραψε συμφωνία εγγύησης προς όφελος της Λαϊκής Τράπεζας για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της Εναγομένης 1 μέχρι του ποσού των €10.000 πλέον τόκους και έξοδα. Αντίγραφο της επιστολής κοινοποίησης των όρων της συμφωνίας ημ. 12.12.08 υπογεγραμμένη από την Εναγομένη 5 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 44, αντίγραφο της συμφωνίας εγγύησης ως Τεκμήριο 45 και αντίγραφο βεβαίωσης της Εναγομένης 5 ότι δεν επιθυμεί τη λήψη ανεξάρτητης νομικής συμβουλής ούτε την επεξήγηση των όρων και των πρακτικών συνεπειών της συμφωνίας εγγύησης ως Τεκμήριο
  56. Ως εξασφάλιση των επίδικων διευκολύνσεων, οι Εναγόμενοι 2 και 5 παραχώρησαν τις Υποθήκες Υ.32/07 για το ποσό των ΛΚ18.000 (€30.754,82) και Υ.23/09 για το ποσό των €30.000, Τεκμήρια 47 και 48 αντίστοιχα.
  57. Ως εξασφάλιση των επίδικων διευκολύνσεων, ο Εναγόμενος 3 παραχώρησε την Υποθήκη Υ..81/06 για το ποσό των ΛΚ7.000 (€11.960,21), Τεκμήριο
  58. Ως εξασφάλιση των επίδικων διευκολύνσεων, η Εναγομένη 4 παραχώρησε την Υποθήκη Υ..07/07 για το ποσό των ΛΚ72.000 (€123.019,30), Τεκμήριο
  59. Ως εξασφάλιση των επίδικων διευκολύνσεων, η Εναγομένη 5 παραχώρησε τις Υποθήκες Υ.87/07 για το ποσό των ΛΚ17.000 (€29.046,22), Υ..10/07 για το ποσό των ΛΚ74.000 (€126.436,50), Υ..11/07 για το ποσό των ΛΚ190.000 (€324.634,27), Υ..08/09 για το ποσό των €10.000 και Υ..06/10 για το ποσό των €30.000, Τεκμήρια 51-55 αντίστοιχα.
  60. Λόγω του ότι η Εναγομένη 1 καθυστέρησε στην πληρωμή των οφειλόμενων δυνάμει των επίδικων λογαριασμών, η Λαϊκή Τράπεζα με επιστολή της ημ. 24.2.11 ζήτησε την πληρωμή όλων των καθυστερημένων δόσεων και υπερβάσεων καθώς επίσης και των χρεωστικών υπολοίπων των λογαριασμών, αλλιώς θα προέβαινε σε τερματισμό της λειτουργίας όλων των λογαριασμών, Τεκμήριο
  61. Λόγω παράλειψης συμμόρφωσης της Εναγομένης 1, η Ενάγουσα με επιστολή της ημ. 17.3.11 προς την Εναγομένη 1 τερμάτισε τη λειτουργία των λογαριασμών, Τεκμήριο
  62. Οι Εναγόμενοι 2-5 ενημερώθηκαν για τις ως άνω επιστολές προς την Εναγομένη 1, μέσω επιστολών της ίδιας ημερομηνίας, Τεκμήριο
  63. Οι Εναγόμενοι δεν έχουν προβεί σε οποιαδήποτε πληρωμή μέχρι και σήμερα. Γίνεται επίσης δεκτή και υιοθετείται ως εύρημα του Δικαστηρίου η αναντίλεκτη αναφορά του ΜΕ1 ότι η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ παρέδωσε στη Gordian βάσει του σχεδίου διακανονισμού ημ. 23.5.19 όλα τα έγγραφα που αφορούν στις επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις και εξασφαλίσεις και ότι ο ίδιος συγκέντρωσε όλα τα έγγραφα που αφορούν την παρούσα υπόθεση ενόσω εργαζόταν στην Τράπεζα και τα μετέφερε στη Gordian. Γίνεται επίσης δεκτή η αναντίλεκτη του θέση ότι υπό την εν λόγω ιδιότητα του παρέδωσε και παρέλαβε τα έγγραφα τα οποία κατέθεσε και ότι ενόσω εργοδοτείτο στην Τράπεζα αυτός εργαζόταν στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών, χειριζόταν και ήταν ένας εκ των υπευθύνων για την εποπτεία και τον έλεγχο της κίνησης των επίδικων λογαριασμών και είχε στην κατοχή και φύλαξη του τα σχετικά έγγραφα και την ευθύνη παρακολούθησης των λογαριασμών. Ο ΜΕ1 κατέθεσε καταστάσεις των τεσσάρων λογαριασμών με υπολογισμό τόκου προς 14%, συνοδευόμενες από Πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 35 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, Τεκμήρια 59-
  64. Στο Πιστοποιητικό ο ΜΕ1 αναφέρει την ιδιότητα του, ήτοι πως είναι ένας εκ των αρμοδίων λειτουργών για την τήρηση και λειτουργία του αρχείου της Ενάγουσας αναφορικά με τους λογαριασμούς της Εναγομένης 1, και βεβαιώνει ότι τα όσα αναφέρει ακολούθως είναι ορθά και αληθή. Το Δικαστήριο δέχεται τη βεβαίωση, καθώς επίσης και την πιστοποίηση ότι οι συνημμένες καταστάσεις λογαριασμών της Ενάγουσας αφορούν την Εναγομένη 1 και αποτελούν μέρος του αρχείου της Ενάγουσας. Όπως και το ότι η Ενάγουσα ως το αποκτών πρόσωπο έχει υποκαταστήσει και αντικαταστήσει αυτόματα την Τράπεζα Κύπρου στα δικαιώματα της αναφορικά με τις επίδικες διευκολύνσεις, και ότι η Τράπεζα καθ΄ όλον τον ουσιώδη χρόνο διατηρούσε συστηματικά και αδιάλειπτα αρχείο σε ηλεκτρονική μορφή από το άνοιγμα των επίδικων λογαριασμών μέχρι και τις 30.5.19, ημερομηνία μεταφοράς των λογαριασμών και του αρχείου στην Ενάγουσα. Δεν αμφισβητείται η θέση του πως στα πλαίσια συμφωνίας μεταξύ της Τράπεζας και της Ενάγουσας, η Τράπεζα παρέχει υπηρεσίες διαχείρισης του ηλεκτρονικού αρχείου της Ενάγουσας ούτε και ότι οι επίδικοι λογαριασμοί εμπίπτουν στο πλαίσιο της συμφωνίας. Δέχομαι ότι οι καταστάσεις παρήχθησαν από το αρχείο και αποτελούν μέρος αυτού και περιέχουν αναλυτική καταγραφή όλων των συναλλαγών που αφορούν τους λογαριασμούς της Εναγομένης 1, καθώς και ότι η Ενάγουσα από τη σύσταση της, στις 19.12.17, ασκεί εργασίες συστηματικά και αδιάλειπτα με σκοπό το κέρδος. Γίνεται επίσης δεκτή η αναντίλεκτη μαρτυρία του ΜΕ1 ότι το τραπεζικό βιβλίο που τηρείτο στην Τράπεζα Κύπρου σε ηλεκτρονική μορφή ήταν καθ΄ όλον τον ουσιώδη χρόνο από το άνοιγμα των επίδικων λογαριασμών μέχρι και τη μεταφορά τους στη Gordian ένα από τα συνήθη τραπεζικά βιβλία της Λαϊκής Τράπεζας και κατ΄ επέκταση της Τράπεζας Κύπρου, βρισκόταν φυλαγμένο στις κτιριακές εγκαταστάσεις της Τράπεζας Κύπρου, υπό τον έλεγχο της και σε αυτό είχαν πρόσβαση οι τραπεζικοί λειτουργοί, μεταξύ των οποίων και ο ΜΕ
  65. Οι καταστάσεις λογαριασμού, μετά από εντολή του, παρήχθησαν και εκτυπώθηκαν από τον ηλεκτρονικό του υπολογιστή αυτόματα και αφού συγκρίθηκαν από τον ίδιο με την αρχική καταχώριση του ηλεκτρονικού υπολογιστή, διαπίστωσε ότι είναι ορθές. Τέλος, δέχομαι την αναφορά του ότι όταν παρέλαβαν τις καταστάσεις λογαριασμού από την Τράπεζα Κύπρου, τις μετέφεραν αυτούσιες στο αρχείο της Gordian και αποτελούν πλέον μέρος του αρχείου της επιχείρησης της τελευταίας. Έχει ήδη λεχθεί ότι αυτή η μαρτυρία κρίνεται καθόλα αξιόπιστη και δεν έτυχε οποιασδήποτε αμφισβήτησης από την άλλη πλευρά. Επίσης πληροί τα όσα περιέχονται στα άρθρα 22 και 35 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, καθιστώντας έτσι τις καταστάσεις λογαριασμού ως αποδεκτή μαρτυρία. Γίνεται επίσης δεκτή και η αδιαμφισβήτητη η μαρτυρία του ΜΕ1 πως η Εναγομένη 1 λάμβανε ανελλιπώς τις καταστάσεις λογαριασμού στη δοθείσα από την ίδια διεύθυνση. Οι ίδιες διαπιστώσεις ισχύουν και για τις αναδομημένες καταστάσεις τις οποίες ετοίμασε ο ΜΕ1, Τεκμήρια 64-67, στις οποίες υπολογίζεται από την ημερομηνία τερματισμού, ήτοι τις 17.3.11, τόκος προς 5% ως ίσχυε κατά την εν λόγω ημερομηνία συν το προβλεπόμενο στην κάθε συμφωνία περιθώριο και δεν υπολογίζεται τόκος υπερημερίας ούτε και υπάρχουν οποιεσδήποτε άλλες χρεώσεις, περιορίζοντας αναλόγως και την απαίτηση της Ενάγουσας. Σημειώνεται ότι και αυτό το σκέλος της μαρτυρίας του ΜΕ1 παρέμεινε αναντίλεκτο. Έτσι γίνεται επίσης δεκτό το αντίγραφο αποκόμματος εφημερίδας καθημερινής κυκλοφορίας ημ. 14.11.08 στην οποία δημοσιεύτηκε η μεταβολή του βασικού επιτοκίου της Τράπεζας στο 5%, ως ίσχυε κατά την ημερομηνία τερματισμού, Τεκμήριο
  66. Από τη στιγμή που οι αναδομημένες καταστάσεις ετοιμάστηκαν στη βάση των δεδομένων που παρήχθησαν από το ηλεκτρονικό αρχείο της Ενάγουσας το οποίο αποτελούσε το τραπεζικό βιβλίο της Τράπεζας Κύπρου και μάλιστα αφορούσαν χαμηλότερο ποσό, και αυτές γίνονται αποδεκτές δυνάμει των άρθρων 22 και 35 του Κεφ.
  67. Σχετική επί τούτου είναι η υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης ως Εκκαθαριστής της εταιρείας Apak Agro Industries Ltd κ.ά. v. Marfin Popular Bank Public Co Ltd κ.ά., Πολ. Έφ. 274/09, ημ. 27.4.
  68. Στο ίδιο πλαίσιο γίνονται δεκτές και οι αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού αναφορικά με τις εγγυήσεις των Εναγομένων 3-5, Τεκμήρια 68-74, καθότι πράγματι τα αξιούμενα στην έκθεση απαίτησης ποσά ξεπερνούν τα ποσά των εγγυήσεων, εκ παραδρομής ως ανέφερε ο ΜΕ1, εξ ου και έχουν περιοριστεί. Στα πλαίσια εξέτασης της νομικής πτυχής της Αγωγής, θα πρέπει πρώτα να λεχθεί πως δεν κρίνεται βάσιμη η θέση του δικηγόρου των Εναγομένων ότι δεν ακολουθήθηκε η ορθή διαδικασία αλλαγής της Ενάγουσας από Marfin σε Λαϊκή και ότι αυτό σφραγίζει και την τύχη της Αγωγής. Κατ΄ αρχάς αυτό το ζήτημα δεν ηγέρθη στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση των Εναγομένων η οποία καταχωρίστηκε μεταγενέστερα της σχετικής ειδοποίησης αλλαγής ονόματος και στην οποία αναφέρεται ότι έχει κοινοποιηθεί και στους δικηγόρους των Εναγομένων, και επομένως αυτό θα μπορούσε και έπρεπε να είχε περιληφθεί στο δικόγραφο, υπό μορφή μάλιστα προδικαστικής ένστασης. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο θεωρεί ότι δεν έχει εξουσία να ασχοληθεί με αυτό το ζήτημα. Ανεξαρτήτως της πιο πάνω διαπίστωσης, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι στην προκειμένη περίπτωση έγινε απλή αλλαγή ονόματος του ίδιου διαδίκου και επομένως δεν πρόκειται για αλλαγή διαδίκου είτε λόγω του ότι δεν ήταν ήδη διάδικος είτε λόγω αλλαγής της ιδιότητας, του ενδιαφέροντος και της ευθύνης αυτού. Γι΄ αυτό, παρόλο που η σχετική ειδοποίηση αναφέρει ότι στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στη Δ.12 θ. 4 και 5 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, αυτή δεν τυγχάνει εφαρμογής ούτως ώστε να ήταν αναγκαία η εξασφάλιση σχετικού διατάγματος συνέχισης της διαδικασίας. Σχετική ως προς την εμβέλεια εφαρμογής της εν λόγω δικονομικής πρόνοιας είναι η υπόθεση Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ v. Επίσημου Παραλήπτη ως Εκκαθαριστή της Περιουσίας της D. K. Intercity Buses Larnacas Ltd κ.ά., Πολ. Έφ. 388/11, ημ. 7.7.
  69. Άλλωστε, σύμφωνα με το άρθρο 19

(4)του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, απλή αλλαγή του ονόματος εταιρείας «δεν επηρεάζει οποιαδήποτε δικαιώματα ή υποχρεώσεις της εταιρείας ή καθιστά ελαττωματική οποιαδήποτε νομική διαδικασία από ή εναντίον της και οποιαδήποτε νομική διαδικασία που δυνατό να συνεχίζεται ή άρχισε εναντίον της με το προηγούμενό της όνομα, δύναται να συνεχίζεται ή αρχίζει εναντίον της με το νέο της όνομα». Ως εκ τούτου το Δικαστήριο θεωρεί ότι αφενός το ζήτημα της αλλαγής από τη Marfin στη Λαϊκή δεν μπορεί να εξεταστεί επειδή δεν δικογραφείται και εν πάση περιπτώσει κρίνεται αβάσιμο. Ακολούθησε η καταχώριση της ειδοποίησης ημ. 9.10.13, για την οποία δεν έγινε οποιαδήποτε αναφορά από τον δικηγόρο των Εναγομένων. Εν πάση περιπτώσει αυτή είναι σύμφωνη με τις πρόνοιες του άρθρου 13(β) της ΚΔΠ 104/13 ως προς την υποκατάσταση της Λαϊκής από το αποκτών πρόσωπο σε οποιαδήποτε νομική διαδικασία. Η εισήγηση του δικηγόρου των Εναγομένων για παράλειψη καταχώρισης ειδοποίησης για την υποκατάσταση της Τράπεζας Κύπρου από τη Gordian σαφώς δεν ανταποκρίνεται στα υπό κρίση δεδομένα εφόσον τέτοια ειδοποίηση καταχωρίστηκε στις 14.6.19 και μάλιστα σε αυτή αναφέρεται ότι έχει κοινοποιηθεί και στους δικηγόρους των Εναγομένων. Ο δικηγόρος εισηγείται και παράλειψη προσκόμισης της σχετικής προς τούτο μαρτυρίας από τον ΜΕ1, είτε με κατάθεση της ειδοποίησης ως τεκμηρίου είτε με προφορική αναφορά σε αυτό το θέμα. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι από τη στιγμή που η σχετική ειδοποίηση βρίσκεται καταχωρημένη στον φάκελο του Δικαστηρίου, τότε το Δικαστήριο δύναται να λάβει γνώση αυτής (βλ. Γεωργίου v. Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου Λτδ (Αρ. 2)
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1938) και δεν ήταν αναγκαία είτε η εκ νέου κατάθεση της είτε η οποιαδήποτε αναφορά του μάρτυρος σε αυτή. Επαναλαμβάνεται ότι παρέμεινε αναντίλεκτη η αναφορά του ΜΕ1 στο Σχέδιο Διακανονισμού μεταξύ της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και της Ενάγουσας, της Gordian Holdings Ltd, το οποίο περιλαμβάνει τις επίδικες συμφωνίες παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων και επικυρώθηκε με δικαστικό διάταγμα, Τεκμήριο 3. Επομένως, η Ενάγουσα έχει πλέον υποκαταστήσει και αντικαταστήσει την Τράπεζα Κύπρου έχοντας τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις δυνάμει των επίδικων συμφωνιών παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων και των εξασφαλίσεων αυτών, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 18
(3)(α) του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Ν.169(Ι)/15. Περαιτέρω, το άρθρο 18
(4)του Ν.169(Ι)/15 προβλέπει πως οποιαδήποτε νομική διαδικασία η οποία, όπως η παρούσα, εκκρεμούσε κατά τον χρόνο μεταβίβασης συνεχίζεται κανονικά με την αυτόματη αντικατάσταση του εκχωρητή από τον αγοραστή των διευκολύνσεων και η εν λόγω αντικατάσταση πραγματοποιείται με την καταχώριση σχετικής ειδοποίησης αντικατάστασης στο Πρωτοκολλητείο, η οποία τέτοια ειδοποίηση όντως βρίσκεται στον φάκελο του Δικαστηρίου. Από τη στιγμή που η μεταβίβαση των εν λόγω διευκολύνσεων και εξασφαλίσεων έχει εγκριθεί και επικυρωθεί με διάταγμα Δικαστηρίου, τότε δεν παρέχεται εξουσία στο παρόν Δικαστήριο να υπεισέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στη νομιμότητα αυτού και συνακόλουθα στη νομιμοποίηση της Ενάγουσας στην προώθηση της Αγωγής. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι τυχόν ενασχόληση με αυτό το ζήτημα απολήγει σε έλεγχο και αναθεώρηση από το παρόν Δικαστήριο του εν λόγω δικαστικού διατάγματος. Σαφώς τέτοια εξουσία παρέχεται μόνο στο Εφετείο καθότι είναι νομολογιακά αναγνωρισμένο ότι η ανατροπή και διαφοροποίηση της όποιας απόφασης ή διατάγματος Δικαστηρίου δεν είναι επιτρεπτή από ομοβάθμιο Δικαστήριο. Σχετική επί τούτου είναι η υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση των Λοϊζίδη κ.ά. v. Περατικού, Πολ. Αίτηση 32/19, ημ. 17.4.19. Σε αυτό το πλαίσιο θεωρώ ότι το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να ασχοληθεί ούτε και με την αποστολή των επιστολών της Τράπεζας και της Gordian προς τους Εναγόμενους 1-5 αναφορικά με τη μεταβίβαση, Τεκμήρια 4, 6 και 7, όπως προνοείται στα άρθρα 18 και 19 του Νόμου, καθότι αυτές αποτελούν μέρος της διαδικασίας μεταβίβασης. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι η Ενάγουσα νομιμοποιείται και δύναται να προωθεί την παρούσα Αγωγή. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. Χαραλάμπους κ.ά.
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 829, σε υποθέσεις οι οποίες αφορούν σε κατ΄ ισχυρισμό τραπεζικό χρέος, τα βασικά γεγονότα που χρήζουν απόδειξης, έτσι ώστε να επιτύχει η αξίωση είναι τα ακόλουθα: (
  1. i)Η σύναψη της σύμβασης δανείου ή χρηματοδότησης ή παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων κ.λπ., μαζί με τους όρους της. (
  2. ii)Η παράβαση όρου της σύμβασης. (iii) Ο τερματισμός της σύμβασης και το οφειλόμενο υπόλοιπο. Έχει ήδη λεχθεί ότι η μαρτυρία του ΜΕ1 αναφορικά τόσο με την υπογραφή όσο και με τις συνθήκες σύναψης των επίδικων συμφωνιών παραχώρησης πιστωτικών διευκολύνσεων παρέμεινε αναντίλεκτη. Οι ισχυρισμοί στην Υπεράσπιση περί σύναψης όλων των συμφωνιών δανείων κατόπιν απαίτησης της Ενάγουσας για κάλυψη των οφειλών που προέρχονταν από τα αμέσως προγενέστερα δάνεια ουδόλως προωθήθηκαν κατά την ακρόαση της Αγωγής. Αποτελεί ήδη εύρημα του Δικαστηρίου ότι οι συμφωνίες συνήφθησαν κατόπιν αιτήματος της Εναγομένης 1 η οποία και αποδέχθηκε πλήρως το περιεχόμενο τους εφόσον υπέγραψε όλες τις επιστολές κοινοποίησης των όρων των συμφωνιών με ρητή δήλωση αποδοχής του περιεχομένου τους και τις ίδιες τις συμφωνίες, Τεκμήρια 9-11, 13, 14, 16, 17, 19 και 20. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι οι επίδικες συμφωνίες παραχώρησης πιστωτικών διευκολύνσεων συνήφθησαν κατόπιν αιτήματος της Εναγομένης 1 η οποία και τις αποδέχθηκε οικειοθελώς και ουδέποτε εξέφρασε οποιαδήποτε αντίρρηση ή διαμαρτυρήθηκε όσον αφορά την εγκυρότητα και ή τον τρόπο λειτουργίας τους. Πρόκειται για συνολικά τέσσερις συμφωνίες, η πρώτη ημ. 15.9.00 για το άνοιγμα τρεχούμενου λογαριασμού υπ΄ αρ. .11 με όριο, η οποία τροποποιήθηκε με δεύτερη συμφωνία ημ. 4.4.07 για αύξηση του ορίου από ΛΚ15.000 σε ΛΚ30.000, Τεκμήρια 9 και 11 αντίστοιχα, και οι υπόλοιπες τρεις ημ. 7.9.07, 12.12.08 και 28.4.10 για την παροχή δανείων στους λογαριασμούς υπ΄ αρ. .13 ύψους ΛΚ245.000 (€418.607,35), υπ΄ αρ. .19 ύψους €10.000 και υπ΄ αρ. .05 ύψους €30.000 αντίστοιχα, Τεκμήρια 14, 17 και 20 αντίστοιχα. Δεν έχει επίσης αμφισβητηθεί πως οι επιστολές κοινοποίησης των όρων και των τεσσάρων συμφωνιών περιλαμβάνουν τους όρους αυτών και τις εξασφαλίσεις, τους οποίους επαναλαμβάνεται πως η Εναγομένη 1 αποδέχθηκε με την υπογραφή αυτών, Τεκμήρια 10, 13, 16 και 19 αντίστοιχα. Σε αυτές υπάρχει ο όρος πως οι επιστολές δεν δημιουργούν οποιαδήποτε νομική υποχρέωση παροχής ή συνέχισης των διευκολύνσεων και πως οι σχέσεις μεταξύ των μερών υπόκεινται στους όρους των συμφωνιών που υπεγράφησαν ή θα υπογραφούν. Ως εκ τούτου, προκύπτει ότι με την υπογραφή των επιστολών η Εναγομένη 1 αποδέχθηκε τη λήψη των εκεί αναφερομένων πιστωτικών διευκολύνσεων με την παροχή των εκεί αναφερομένων εξασφαλίσεων και ότι οι συμφωνίες περιέχουν τους όρους που διέπουν τη συμβατική σχέση μεταξύ των δύο μερών. Παρέμεινε επίσης αναντίλεκτη και η θέση του ΜΕ1 πως οι προαναφερόμενες εξασφαλίσεις δόθηκαν ως εγγύηση για όλες τις υποχρεώσεις της Εναγομένης 1, ήτοι τα ομόλογα κυμαινόμενης επιβάρυνσης, οι προσωπικές εγγυήσεις και οι Υποθήκες, για τα αντίστοιχα ποσά όπως αναφέρονται στα σχετικά έγγραφα, Τεκμήρια 22-26, 28, 31, 34, 37, 40, 42, 45, και 47-55. Όπως άλλωστε αναφέρεται σε αυτές, πρόκειται για συνεχείς εγγυήσεις αναφορικά με τις υφιστάμενες και μελλοντικές διευκολύνσεις τις οποίες η πρωτοφειλέτιδα εταιρεία, Εναγομένη 1, θα λάμβανε από την Τράπεζα. Περαιτέρω είναι αδιαμφισβήτητο πως πριν την παροχή των εγγυήσεων οι Εναγόμενοι 3-5 ενημερώθηκαν για τους όρους και τις συνέπειες αυτών μέσω των σχετικών επιστολών κοινοποίησης των όρων, Τεκμήρια 27, 30, 33, 36 και 39, εξ ου και τις υπέγραψαν κάτω από τη δήλωση πως παρέλαβαν, μελέτησαν και κατανόησαν τις επιστολές πριν την υπογραφή των συμφωνιών εγγύησης. Προκύπτει ακόμα και ότι κατά την παροχή των προσωπικών εγγυήσεων οι Εναγόμενοι 3-5 γνώριζαν, αντιλήφθηκαν και κατανόησαν πλήρως τη φύση και τις συνέπειες των εγγράφων που υπέγραφαν, εξ ου και υπέγραψαν βεβαίωση πως δεν επιθυμούσαν τη λήψη ανεξάρτητης νομικής συμβουλής ούτε και την επεξήγηση των όρων και των πρακτικών συνεπειών της συμφωνίας εγγύησης, Τεκμήρια 29, 32, 35, 38, 41, 43 και 46. Επομένως, όλες αυτές οι εξασφαλίσεις έχουν και αυτές μεταβιβαστεί στη Gordian σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 18
(3)(α) του Ν.169(Ι)/15. Η κάθε συμφωνία παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων περιγράφει την πιστωτική διευκόλυνση που θα δοθεί στην Εναγομένη 1, το ύψος αυτής και τους όρους αποπληρωμής. Περιλαμβάνει επίσης τους όρους για τη χρέωση του τόκου και άλλων εξόδων και δικαιωμάτων. Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί ότι στην Υπεράσπιση οι Εναγόμενοι προβάλλουν τον γενικό ισχυρισμό περί συμπερίληψης καταχρηστικών και παράνομων όρων στις επίδικες συμφωνίες παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων. Το μόνο ερώτημα που υποβλήθηκε στον ΜΕ1 κατά την αντεξέταση του και θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι αφορούσε τον ισχυρισμό περί ύπαρξης καταχρηστικού όρου είναι το κατά πόσο, ενώ υπήρχε όρος για τη χρέωση του τόκου ως η τακτική της Τράπεζας και για τη μεταβολή αυτού, η Τράπεζα ενημέρωνε την πρωτοφειλέτιδα για αυτή την τακτική χρέωσης του τόκου ή τη μεταβολή αυτού η οποία σύμφωνα με τον ΜΕ1 επήλθε με τη φιλελευθεροποίηση του. Επί τούτου ο ΜΕ1 παρέπεμψε στους σχετικούς όρους στις συμφωνίες για τη δυνατότητα μεταβολής του επιτοκίου δηλώνοντας ότι δεν ήταν σε θέση να αναφέρει κατά πόσο η Εναγομένη 1 έτυχε της σχετικής ενημέρωσης από την Τράπεζα. Τελικώς όμως, αυτό το ζήτημα φαίνεται να έχει εγκαταλειφθεί εφόσον δεν εγείρεται στην αγόρευση του δικηγόρου των Εναγομένων ο οποίος, όπως έχει ήδη αναφερθεί, περιορίστηκε σε τρία άλλα σημεία. Το Δικαστήριο έχει ήδη ασχοληθεί με το πρώτο ζήτημα που ήγειρε ο δικηγόρος των Εναγομένων στην αγόρευση του, ήτοι τη νομιμοποίηση της Ενάγουσας στην προώθηση της Αγωγής. Το δεύτερο ζήτημα είναι η χρέωση τόκου ο οποίος δεν προνοείτο στην πρώτη συμφωνία ημ. 15.9.00 και το τρίτο είναι η ασάφεια των όρων των συμφωνιών ως προς τη χρέωση του τόκου και της κεφαλαιοποίησης αυτού. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι η συμφωνία του ορίου σε τρεχούμενο λογαριασμό δεν προνοούσε για τη χρέωση του τόκου ανά τριμηνία και ακολούθως επισημαίνει ότι η Ενάγουσα ισχυρίζεται πως ενώ ο τόκος θα χρεώνετο κάθε τριμηνία, η κεφαλαιοποίηση θα γινόταν δύο φορές ετησίως. Σύμφωνα με τον κ. Ευσταθίου, αυτή η θέση της Ενάγουσας απολήγει τελικώς στο ότι σε περίπτωση μη πληρωμής του τόκου, αυτός θα χρεωνόταν στον λογαριασμό και θα γινόταν ανατοκισμός και συνεπώς κεφαλαιοποίηση κάθε τρεις μήνες. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι αυτοί οι ισχυρισμοί δεν καλύπτονται από τα δικόγραφα και συνεπώς δεν δύνανται να τύχουν εξέτασης. Οι γενικοί ισχυρισμοί περί καταχρηστικότητας και παρανομίας των όρων των συμφωνιών δεν ισοδυναμούν με ισχυρισμό είτε για τη χρέωση μη προβλεπόμενου στις συμφωνίες τόκου είτε για ασάφεια των όρων των συμφωνιών. Αυτοί οι ισχυρισμοί θα έπρεπε να προβάλλονταν συγκεκριμένα και με σαφήνεια στην Υπεράσπιση ούτως ώστε οι θέσεις της άλλης πλευράς να ήταν γνωστές τόσο προς την αντίδικη πλευρά όσο και προς το Δικαστήριο. Το γεγονός πως αυτή η μαρτυρία επιτράπηκε στη ροή των ερωτήσεων κατά την αντεξέταση δεν διαφοροποιεί τις πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου ούτε την καθιστά επιτρεπτή. Χρήσιμη καθοδήγηση επί του θέματος προσφέρουν οι υποθέσεις Παπαγεωργίου ν. Λούη Κλάππα (Investments Services Ltd)
(1991)1 Α.Α.Δ. 24 και Έλληνας κ.ά. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, Πολ. Έφ. 87/13, ημ. 3.12.
  1. Εν πάση περιπτώσει, οι εισηγήσεις του δικηγόρου των Εναγομένων δεν βρίσκουν έρεισμα στα υπό κρίση έγγραφα των συμφωνιών και δεδομένα. Όσον αφορά την εισήγηση ότι η πρώτη συμφωνία παροχής ορίου σε τρεχούμενο λογαριασμό, Τεκμήριο 9, δεν περιέχει όρο για τη χρέωση του τόκου ανά τριμηνία, το Δικαστήριο διαπιστώνει πως η αρχική συμφωνία ημ. 15.9.00, Τεκμήριο 9, ήταν μια γενική συμφωνία για το άνοιγμα λογαριασμού και, όπως επισήμανε και ο Μ.Ε.1, περιείχε τον όρο 2(α) σύμφωνα με τον οποίο η Τράπεζα είχε το δικαίωμα να χρεώνει τον τόκο σύμφωνα με την τακτική που ακολουθούσε κατά καιρούς, η οποία (τακτική) και διαφοροποιήθηκε μετά τη νομοθεσία για τη φιλελευθεροποίηση των επιτοκίων, αναφερόμενος προφανώς στον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Ν.160(Ι)/99ο οποίος τέθηκε σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου του
  2. Ο ΜΕ1 παρέπεμψε ακολούθως στη δεύτερη τροποποιητική συμφωνία ημ. 4.4.07, Τεκμήριο 11, στην οποία περιλαμβάνεται όρος πως «ο τόκος υπολογίζεται και είναι πληρωτέος κάθε τριμηνία». Με δεδομένη την οικειοθελή και πλήρη αποδοχή και κατανόηση των όρων των δύο αυτών συμφωνιών από την Εναγομένη 1, υπό τις συνθήκες που περιγράφονται ανωτέρω, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι η χρέωση του τόκου ανά τριμηνία προνοείτο και ήταν καθόλα επιτρεπτή τόσο από τις γενικές πρόνοιες της πρώτης συμφωνίας όσο και τη ρητή πρόνοια της δεύτερης τροποποιητικής συμφωνίας, ούτως ώστε η Τράπεζα να ενήργησε σύμφωνα με τους όρους των μεταξύ των μερών συμφωνιών ως προς τον τρόπο χρέωσης και υπολογισμού του τόκου ανά τριμηνία. Και οι υπόλοιπες συμφωνίες δανείων, Τεκμήρια 14, 17 και 20, περιέχουν τον ίδιο ρητό όρο περί χρέωσης του τόκου ανά τριμηνία. Αντίστοιχες είναι και οι διαπιστώσεις του Δικαστηρίου αναφορικά με το θέμα της κεφαλαιοποίησης. Και πάλι στη συμφωνία, Τεκμήριο 9, περιέχεται ο όρος πως η κεφαλαιοποίηση θα γίνεται την 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους ή σύμφωνα με την τακτική που ακολουθείται κατά καιρούς από την Τράπεζα, ενώ στη συμφωνία, Τεκμήριο 11, όπως και στις τρεις συμφωνίες δανείων, περιέχεται ο όρος πως σε περίπτωση μη πληρωμής, ο τόκος θα χρεώνεται στο υπόλοιπο του λογαριασμού και η Τράπεζα δεν θα ανατοκίζει περισσότερο από δύο φορές τον χρόνο. Κατ΄ αρχάς έχει καταδειχθεί ότι η Εναγομένη 1 κατανόησε και αποδέχθηκε ανεπιφύλακτα τους όρους των συμφωνιών, χωρίς οποτεδήποτε να διαμαρτυρηθεί για τον τρόπο χρέωσης του τόκου, αφού λάμβανε και καταστάσεις λογαριασμού, και επιπλέον, οι δύο αυτοί όροι δεν παρουσιάζουν οποιαδήποτε αντίφαση, όπως άλλωστε επεξήγησε και αναγνώρισε ο ΜΕ1 ότι δηλαδή η κεφαλαιοποίηση γίνεται μόνο δύο φορές ετησίως στις συγκεκριμένες ημερομηνίες στη βάση του υπολοίπου, το οποίο περιλαμβάνει τον τόκο κατά τις εν λόγω ημερομηνίες. Επομένως, το Δικαστήριο θεωρεί ότι οι συναφείς όροι στις συμφωνίες δεν παρουσιάζουν οποιαδήποτε αοριστία, ασάφεια ή αντιφατικότητα. Η παροχή και αύξηση του ορίου στον τρεχούμενο λογαριασμό και η εκταμίευση των ποσών των δανείων στους αντίστοιχους λογαριασμούς της Εναγομένης 1, όπως άλλωστε φαίνεται στις καταστάσεις λογαριασμού, Τεκμήρια 59-62 (και κατ΄ επέκταση 64-67), οι οποίες αποτελούν αποδεκτή μαρτυρία δεν αποτέλεσαν αντικείμενο αμφισβήτησης. Σύμφωνα με την αναντίλεκτη μαρτυρία του ΜΕ1 και όπως παρουσιάζεται στις καταστάσεις λογαριασμού, Τεκμήρια 59-62 (και κατ΄ επέκταση 64-67), η Εναγομένη 1 δεν συμμορφώθηκε με τις υποχρεώσεις της για αποπληρωμή των οφειλόμενων ποσών με βάση τους όρους των συμφωνιών, με αποτέλεσμα στις 24.2.11 η Τράπεζα να απέστειλε προειδοποιητική επιστολή προς την Εναγομένη 1 και ενημερωτική αυτής στους Εναγόμενους 2-5 ζητώντας άμεση εξόφληση, Τεκμήρια 56 και
  3. Λόγω μη συμμόρφωσης με αυτές, η Τράπεζα απέστειλε στην Εναγομένη 1 επιστολή τερματισμού ημ. 17.3.11 και ενημερωτικές αυτής στους Εναγόμενους 2-5, Τεκμήρια 57 και
  4. Στην Υπεράσπιση γίνεται γενική άρνηση του ισχυρισμού για την αποστολή και την παραλαβή των εν λόγω επιστολών ενώ η μαρτυρία του ΜΕ1 επί τούτου δεν αποτέλεσε αντικείμενο αμφισβήτησης. Από τη στιγμή που το Δικαστήριο δέχθηκε την αναντίλεκτη μαρτυρία του ΜΕ1 ότι οι προειδοποιητικές επιστολές και οι επιστολές τερματισμού ταχυδρομήθηκαν κανονικά στη διεύθυνση των Εναγομένων 1-5 και δεν έχουν επιστραφεί από το Ταχυδρομείο, τότε τεκμαίρεται η παραλαβή τους. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Theodorou v. Abbot of Kykko Monastery
(1965)1 C.L.R. 9 και Πιττάκα v. Γ&Β Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1895 στις οποίες αναγνωρίστηκε το τεκμήριο της παραλαβής επιστολής από τη στιγμή που έχει ταχυδρομηθεί και δεν έχει επιστραφεί από το Ταχυδρομείο. Χρήσιμη καθοδήγηση επί τούτου προσφέρει η πιο πρόσφατη υπόθεση Έλληνας κ.ά. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, Πολ. Έφ. 87/13, ημ. 3.12.19, στην οποία λέχθηκαν περαιτέρω τα εξής: «Περαιτέρω, να λεχθεί ότι προκειμένου να αμφισβητηθεί ο ισχυρισμός περί νομότυπης αποστολής και παραλαβής των επιστολών προειδοποίησης και τερματισμού, το δικόγραφο της υπεράσπισης θα έπρεπε να ήταν πλέον επεξηγηματικό και να θέτει τους αναγκαίους ισχυρισμούς. Η γενική άρνηση ισχυρισμών δεν εξυπακούει και την προβολή θετικών ισχυρισμών (Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ. 24), ενώ, όπως λέχθηκε και στη Latifundia Properties Ltd v. Ψακή
(2003)1 Α.Α.Δ 670, ισχυρισμός περί μη έγκαιρης παραλαβής επιστολής θεωρείται ουσιωδέστατος και θα αναμενόταν να περιεχόταν σαφής ισχυρισμός στην έκθεση υπεράσπισης ώστε να καθίστατο επίδικο θέμα. Στην υπόθεση εκείνη ο γενικός ισχυρισμός στην υπεράσπιση ότι οι ενάγοντες δεν δικαιούντο να τερματίσουν τη συμφωνία διά της επιστολής ημερ 27.2.1995 και/ή καθόλου, δεν κάλυπτε το ζήτημα της καθυστερημένης λήψης της επιστολής το οποίο δεν ήταν απλώς νομικό, αλλά ήταν θέμα γεγονότων.» Με βάση τα ανωτέρω, έχει καταδειχθεί η σύναψη των επίδικων συμφωνιών και η παραχώρηση των εξασφαλίσεων, ομολόγων κυμαινόμενης επιβάρυνσης, εγγυήσεων και υποθηκών, η παράβαση των όρων των συμφωνιών από την Εναγομένη 1 και η απαίτηση εξόφλησης. Στο σημείο αυτό κρίνεται σκόπιμο να λεχθεί πως αναφορικά με τα δάνεια, η νομολογία έχει καταστήσει σαφές ότι δεν χρειάζεται απαίτηση πληρωμής. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Μακεδόνας v. Λαζάρου
(2005)1(B) Α.Α.Δ. 1322, στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Με την έφεση αμφισβητείται η πρωτόδικη άποψη ότι χρειαζόταν οποιαδήποτε απαίτηση πληρωμής προτού κινηθεί η αγωγή για το χρέος. Η επί του θέματος συζήτηση κάλυψε διάφορα είδη νομικών σχέσεων όπου είχε απασχολήσει το κατά πόσο τέτοια απαίτηση ήταν ή όχι αναγκαία και είχαν, συναφώς, επισημανθεί διακρίσεις μεταξύ περιπτώσεων. Έγινε εκτενής αναφορά σε νομολογία, αγγλική και κυπριακή. Νομίζουμε πως αρκούν, για να φωτίσουν το πεδίο, οι αποφάσεις στις υποθέσεις In re J. Brown's Estate [1893] 2 Ch. 300, Bradford Old Bank v. Sutcliffe [1918] 2 K.B. 833, MS Fashions Ltd and Others v. Bank of Credit and Commerce International SA and Others (No. 2) [1993] 3 All E.R. 769, Ioannou v. Hassan 3 C.L.R. 30 και Lombard Natwest Ltd v. Παναγιώτη Λαζαρίδη
(1999)1 Α.Α.Δ. 1465 στις οποίες μας παρέπεμψε ο συνήγορος του εφεσείοντος και, σε μερικές από αυτές, ο συνήγορος των εφεσιβλήτων. Θεωρούμε πως δεν χρειάζεται να επεκταθούμε. Μπορούμε εν προκειμένω να περιοριστούμε στην πτυχή της απαίτησης που αφορούσε σε απλό δάνειο. Με βάση τη νομολογία, σε ό,τι αφορά τον πρωτοφειλέτη δεν χρειάζεται απαίτηση πληρωμής. Αυτό ισχύει ακόμα και αν θεωρηθεί ότι εδώ η πρόνοια στο γραμμάτιο περί απαίτησης αντανακλούσε και στο ίδιο το δάνειο. Στην re J. Brown's Estate (ανωτέρω) το ζήτημα τέθηκε ως εξής: «.. Where there is a present debt and a promise to pay on demand, the demand is not considered to be a condition precedent to the bringing of the action. But it is otherwise on a promise to pay a collateral sum on request, for then the request ought to be made before action brought.» Το ίδιο και για τη 2η εφεσίβλητη, η οποία δεσμεύτηκε με όρο ότι θα ευθυνόταν για το χρέος ως πρωτοφειλέτιδα και επομένως η ευθύνη της δεν ήταν μόνο δευτερεύουσα - «collateral» - που αλλιώς θα αντικριζόταν. Παράδειγμα προσφέρει η MS Fashions Ltd and Others (ανωτέρω). Εξάλλου, όπως επισημάνθηκε στη Lombard Natwest Ltd (ανωτέρω), ακόμα και αναγκαία να είναι η απαίτηση πληρωμής, αυτή: «δεν αποτελεί προϋπόθεση για τη γένεση του δικαιώματος αλλά δευτερεύοντα όρο για την εκτελεστότητα του χρέους δηλαδή της ευχέρειας ανάκτησής του.» Τέλος υπενθυμίζουμε την Ioannou v. Hasan (ανωτέρω) όπου, με δεδομένο ότι χρειαζόταν απαίτηση πληρωμής, κρίθηκε ότι η ίδια η αγωγή αποτελούσε επαρκή απαίτηση και ότι το θέμα των εξόδων ρυθμιζόταν εν συνεχεία ανάλογα με την περίπτωση.» Σύμφωνα με την υπόθεση Έλληνας κ.ά. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ (ανωτέρω), ακόμα και η ίδια η καταχώριση της Αγωγής αποτελεί απαίτηση της Τράπεζας για πληρωμή και τερματισμό της συμφωνίας. Ειδικότερα λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Εν πάση περιπτώσει, η ίδια η καταχώρηση της αγωγής τερμάτιζε τη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων ακόμη και εάν μπορούσε να θεωρηθεί ότι οι επιστολές δεν είχαν περιέλθει στη γνώση των εφεσειόντων, θέμα που προκύπτει ως απόρροια της εισήγησης ότι οι εφεσείοντες δεν παρέλαβαν τις επιστολές. Η καταχώρηση της αγωγής από μόνη της δηλώνει επιλογή από πλευράς της εφεσίβλητης τράπεζας τερματισμού της συμφωνίας και ενεργοποίηση των αναγκαίων διαδικασιών προς είσπραξη των οφειλομένων ποσών, (Μακεδόνας ν. Λαζάρου
(2005)1 Α.Α.Δ. 1322 και Κυριάκου ν. Χρυσοστόμου
(2004)1 Α.Α.Δ. 2029). Το ότι η αγωγή τερμάτιζε τη μεταξύ των διαδίκων συμφωνία το αποδέχονται και οι ίδιοι οι εφεσείοντες στο περίγραμμα τους με μόνη διαφορά ότι ο τερματισμός ενεργοποιείτο από 5.7.2006, αντί από 11.1.2006, που ήταν η ημερομηνία επιστολής του τερματισμού.» Παραμένει να εξεταστεί το ύψος των οφειλόμενων ποσών δυνάμει της κάθε συμφωνίας. Κρίνεται σκόπιμο να λεχθεί εξαρχής ότι όλες οι παραχωρηθείσες εγγυήσεις είναι συνεχείς και για συγκεκριμένο ποσό. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ. ν. T.G. & Sons Importing Ltd. κ.ά.
(2004)1(A) A.A.Δ. 180, «συνεχής εγγύηση είναι εκείνη που καλύπτει υποχρεώσεις ή πράξεις αποπληρωμής δόσεων οι οποίες συνεχίζουν να λαμβάνουν χώραν μεταξύ του πρωτοφειλέτη και του πιστωτή, όπως τα δάνεια τα οποία είναι πληρωτέα από καιρού εις καιρόν επί τρεχούμενου λογαριασμού μεταξύ προμηθευτή αγαθών και συνήθους αγοραστού ή μεταξύ τραπεζίτη και πελάτη». Οι υποθήκες αποτελούν περαιτέρω εξασφάλιση για τις επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις και για τα συγκεκριμένα ποσά που αναγράφονται στις συμβάσεις υποθήκης. Εξασφάλιση για το επίδικο δάνειο αποτελούν επίσης τα ομόλογα κυμαινόμενης επιβάρυνσης. Αναφορικά με το ύψος της οφειλής, η κάθε συμφωνία περιέχει τον τρόπο χρέωσης του τόκου στον επίδικο λογαριασμό. Ενώ για κάθε λογαριασμό γίνεται η χρέωση του προβλεπόμενου τόκου, με κεφαλαιοποίηση δύο φορές τον χρόνο, ήτοι την 1η Ιουλίου και την 1η Ιανουαρίου, και τόσο στις προειδοποιητικές επιστολές όσο και στις επιστολές τερματισμού αναφέρεται χρέωση τόκου προς 14%, εντούτοις η Ενάγουσα περιόρισε την απαίτηση της με χρέωση του συμβατικού επιτοκίου το οποίο περιλαμβάνει το βασικό επιτόκιο κατά την ημερομηνία τερματισμού προς 5% συν το προβλεπόμενο στην κάθε συμφωνία περιθώριο χωρίς χρέωση τόκου υπερημερίας και άλλων εξόδων. Επομένως, ανεξαρτήτως της ρύθμισης του ύψους του τόκου υπερημερίας με τον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Ν.160(Ι)/99ο οποίος τέθηκε σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου του 2001, όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.141(Ι)/14 και τον Ν.66(Ι)/15, δεν τίθεται ζήτημα ενασχόλησης με αυτόν από τη στιγμή που δεν απαιτείται τέτοιος τόκος. Από τη στιγμή που το Δικαστήριο δέχθηκε ως αξιόπιστη τη μαρτυρία του ΜΕ1 και τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού ότι συνάδουν με τα άρθρα 22 και 35 του Κεφ. 9, και ο οποίος ουσιαστικά δεν υπέστη οποιαδήποτε αντεξέταση επί αυτών, οι καταστάσεις παραμένουν ως αποδεκτή και αξιόπιστη μαρτυρία. Σχετική επί τούτου είναι η υπόθεση Ιωαννίδης κ.ά. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2014)1(Β) Α.Α.Δ. 1491. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι διαφωτιστικό: «Το βασικό παράπονο των Εφεσειόντων είναι ότι το πρωτόδικο δικαστήριο λανθασμένα αποδέχθηκε τις καταστάσεις λογαριασμού ως μαρτυρία του υπολοίπου του δανείου. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι οι συγκεκριμένες καταστάσεις λογαριασμών δεν ανταποκρίνονται στις προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 22 του περί Αποδείξεως Νόμου και ούτε συνιστούσαν τραπεζικό βιβλίο σύμφωνα με το Νόμο. Έχουμε εξετάσει το παράπονο των Εφεσειόντων και κατά την κρίση μας αυτό δεν ευσταθεί. Το πρωτόδικο δικαστήριο ορθά αποδέχθηκε τις καταστάσεις λογαριασμού, αφού οι Εφεσείοντες όχι μόνο δεν έφεραν ένσταση, αλλά ούτε και διατύπωσαν οποιαδήποτε επιφύλαξη στην κατάθεσή τους. Όμως ανεξαρτήτως τούτου, στη συνέχεια δεν κατάφεραν να αμφισβητήσουν το περιεχόμενο τους και ιδιαίτερα το υπόλοιπο που παρουσίαζαν. . οι προϋποθέσεις του Άρθρου 22 ικανοποιούνται αφού η Φωτεινή Βασιλείου, Μ.Ε.1, υπάλληλος της τράπεζας, στη μαρτυρία της έκανε ειδική αναφορά σ' αυτή την πτυχή της υπόθεσης, με αποτέλεσμα να πείσει την ευπαίδευτη Πρόεδρο του Δικαστηρίου για την ορθή τήρηση του Τραπεζικού Βιβλίου και την ορθότητα των καταστάσεων λογαριασμού, οι οποίες αποτελούσαν μέρος του Τραπεζικού Βιβλίου. Σύμφωνα με το Νόμο, αντίγραφα των καταχωρίσεων σε Τραπεζικά Βιβλία γίνονται δεκτά δυνάμει του Άρθρου 22 ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη τέτοιων καταχωρίσεων και τέτοιων θεμάτων και δοσοληψιών που είναι καταχωρισμένες σ' αυτά (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.ά.
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 479). Στην προκειμένη περίπτωση υπήρξε μαρτυρία από τη Μ.Ε.1 ότι οι Εφεσείοντες διατηρούσαν και φύλαγαν Τραπεζικό Βιβλίο, ότι αυτό ήταν ένα από τα συνήθη Βιβλία της τράπεζας και ότι οι καταχωρίσεις στο Βιβλίο γίνονταν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της τράπεζας. Περαιτέρω, η Μ.Ε.1 διαβεβαίωσε ότι οι καταστάσεις λογαριασμών που παρουσίασε συγκρίθηκαν από την ίδια με τις αρχικές καταχωρίσεις στα Τραπεζικά Βιβλία και βρέθηκαν ορθές. Παρά τη σαφή μαρτυρία της Μ.Ε.1 ως προς την τήρηση των προϋποθέσεων του Άρθρου 22, δεν έγινε καμία αντεξέταση επί του θέματος και ούτε κλήθηκε οποιοσδήποτε άλλος μάρτυρας για να αποδείξει το εσφαλμένο του υπόλοιπου του λογαριασμού. Ως αποτέλεσμα, οι Εφεσείοντες απέτυχαν να ανατρέψουν το μαχητό τεκμήριο που δημιουργήθηκε δυνάμει του Άρθρου 22 του Κεφ. 9 ως προς την εκ πρώτης όψεως αποδοχή και ορθότητα των λογαριασμών. Όπως ορθά επεσήμανε η ευπαίδευτη συνήγορος των Εφεσιβλήτων, ο εντοπισμός από την Τράπεζα ενός λάθους και η μετέπειτα διόρθωσή του δεν ανατρέπει το μαχητό τεκμήριο, αλλά αντίθετα ενισχύει την αξιοπιστία των λογαριασμών και επιβεβαιώνει την ορθότητα των στοιχείων που περιέχονται στο Τραπεζικό Βιβλίο.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Επομένως, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι οι αναδομημένες καταστάσεις, Τεκμήρια 64-67, περιέχουν τον ορθό υπολογισμό των ποσών μέχρι τις 29.5.19 καθότι από την ημερομηνία τερματισμού υπολογίζεται το βασικό επιτόκιο προς 5%, ως ίσχυε κατά την εν λόγω ημερομηνία, συν το προβλεπόμενο στην κάθε συμφωνία περιθώριο. Ειδικότερα, στη συμφωνία τρεχούμενου λογαριασμού με όριο, Τεκμήοιο 11, το περιθώριο καθορίζεται προς 3,75%, στην πρώτη συμφωνία δανείου, Τεκμήριο 14, το περιθώριο καθορίζεται προς 2,25%, στη δεύτερη συμφωνία δανείου, Τεκμήριο 17, το περιθώριο καθορίζεται προς 4,5% και στην τρίτη συμφωνία δανείου, Τεκμήριο 20, το περιθώριο καθορίζεται προς 5,5%. Από τις 30.5.19 μέχρι και τις 11.1.21, στις τρεις αναδομημένες καταστάσεις, Τεκμήρια 64, 66 και 67, υπάρχει μεταβαλλόμενη χρέωση τόκου, η οποία παρουσιάζει διακυμάνσεις. Συγκεκριμένα, στην κατάσταση, Τεκμήριο 64, παρουσιάζεται μια αύξηση της χρέωσης του συνολικού επιτοκίου και ακολούθως μείωση, επομένως ελλείψει μαρτυρίας και επεξήγησης του τρόπου καθορισμού του εκάστοτε ποσοστού επιτοκίου και προς αποφυγή χρέωσης μεγαλύτερου επιτοκίου εις βάρος της πρωτοφειλέτιδας, το Δικαστήριο θεωρεί ορθό να επιδικάσει μόνο το βασικό επιτόκιο προς 5% χωρίς το περιθώριο, από τις 30.5.19 μέχρι εξοφλήσεως. Στις καταστάσεις, Τεκμήρια 66 και 67, παρατηρείται μόνο μείωση της χρέωσης του επιτοκίου από τις 30.5.19 μέχρι και τις 11.1.21, και από τη στιγμή που η Ενάγουσα περιορίζει την απαίτηση της προς όφελος της πρωτοφειλέτιδας, τότε αυτή η χρέωση θα επιδικαστεί από το Δικαστήριο ως έχει, ενώ, ελλείψει και πάλι της σχετικής μαρτυρίας, από τις 12.1.21 μέχρι εξοφλήσεως θα επιδικαστεί μόνο το βασικό επιτόκιο προς 5% καθότι αν το Δικαστήριο επιδίκαζε το κατά τον τερματισμό ισχύον επιτόκιο, τότε προφανώς αυτό θα ήταν μεγαλύτερο του επιτοκίου το οποίο η Ενάγουσα απαιτεί από τις 30.5.19 και μετέπειτα. Όλες οι εγγυήσεις έχουν δοθεί για περιορισμένα ποσά πλέον τόκους και έξοδα, και ως εκ τούτου οι εγγυητές και οι ενυπόθηκοι δανειστές είναι υπεύθυνοι για τα εν λόγω ποσά όπως προνοείται στις σχετικές συμφωνίες. Σημειώνεται ότι σε κάποιες από τις αναδομημένες καταστάσεις για τους εγγυητές, Τεκμήρια 68-74, και πάλι παρατηρείται χρέωση μειωμένου επιτοκίου για τη χρονική περίοδο μεταξύ 30.5.19-11.1.21 η οποία και θα επιδικαστεί ως έχει από το Δικαστήριο ενώ από τις 12.1.21 μέχρι εξοφλήσεως το Δικαστήριο θα επιδικάσει μόνο το βασικό επιτόκιο προς 5%. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι η Ενάγουσα κατάφερε να αποδείξει την απαίτηση της εναντίον των Εναγομένων 1-5 στον απαιτούμενο βαθμό, ενώ οι Εναγόμενοι 1-5 δεν κατάφεραν να αποδείξουν την Ανταπαίτηση τους. Ως εκ τούτου εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως για το ποσό των €243.539,14 πλέον τόκο προς 5% ετησίως από τις 30.5.19, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης δύο φορές ετησίως, την 1η Ιουλίου και την 1η Ιανουαρίου εκάστου έτους, μέχρι εξοφλήσεως. Περαιτέρω εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως για το ποσό των €801.041,41 πλέον τόκο προς 7,25% ετησίως από τις 12.1.21, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης δύο φορές ετησίως, την 1η Ιουλίου και την 1η Ιανουαρίου εκάστου έτους, μέχρι εξοφλήσεως. Περαιτέρω εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως για το ποσό των €10.015,04 πλέον τόκο προς 5% ετησίως από τις 12.1.21, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης δύο φορές ετησίως, την 1η Ιουλίου και την 1η Ιανουαρίου εκάστου έτους, μέχρι εξοφλήσεως. Περαιτέρω εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως για το ποσό των €22.470,89 πλέον τόκο προς 5% ετησίως από τις 12.1.21, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης δύο φορές ετησίως, την 1η Ιουλίου και την 1η Ιανουαρίου εκάστου έτους, μέχρι εξοφλήσεως. Περαιτέρω εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγομένου 3 αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως με τους υπόλοιπους Εναγόμενους για το ποσό των €165.276,14 πλέον τόκο προς 5% ετησίως από τις 12.1.21, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης δύο φορές ετησίως, την 1η Ιουλίου και την 1η Ιανουαρίου εκάστου έτους, μέχρι εξοφλήσεως. Περαιτέρω εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγομένης 4 αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως με τους υπόλοιπους Εναγόμενους για τα ποσά των €165.276,14 και €1.086.091,28 πλέον τόκο προς 5% ετησίως από τις 12.1.21, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης δύο φορές ετησίως, την 1η Ιουλίου και την 1η Ιανουαρίου εκάστου έτους, μέχρι εξοφλήσεως. Περαιτέρω εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγομένης 5 αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως με τους υπόλοιπους Εναγόμενους για τα ποσά των €165.276,14, €1.086.091,28, €22.165,14 και €30.216,50 πλέον τόκο προς 5% ετησίως από τις 12.1.21, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης δύο φορές ετησίως, την 1η Ιουλίου και την 1η Ιανουαρίου εκάστου έτους, μέχρι εξοφλήσεως. Περαιτέρω εκδίδεται αναγνωριστική απόφαση ότι με το ομόλογο κυμαινόμενης επιβάρυνσης ημ. 15.9.00 ολόκληρη η επιχείρηση και όλη η περιουσία της Εναγομένης 1 πάσης μορφής και οπουδήποτε ευρισκόμενη, παρούσα ή μέλλουσα, συμπεριλαμβανομένου και του μη κληθέντος κεφαλαίου και φήμης και πελατείας της Εναγομένης 1 καθώς και όλων των εισπρακτέων και άλλων χρεών που οφείλονται σε αυτή και είναι πληρωτέα προς αυτή τώρα και από καιρό εις καιρό έχουν επιβαρυνθεί υπό τη μορφή κυμαινόμενης επιβάρυνσης για την πληρωμή και εξόφληση όλων των υποχρεώσεων της Εναγομένης 1 προς την Ενάγουσα μέχρι του ποσού των ΛΚ15.000 (€25.629,02) πλέον τόκους, δικηγορικά και δικαστικά έξοδα και άλλα έξοδα και δαπάνες. Περαιτέρω εκδίδεται αναγνωριστική απόφαση ότι με το ομόλογο κυμαινόμενης επιβάρυνσης ημ. 18.1.07 ολόκληρη η επιχείρηση και όλη η περιουσία της Εναγομένης 1 πάσης μορφής και οπουδήποτε ευρισκόμενη, παρούσα ή μέλλουσα, συμπεριλαμβανομένου και του μη κληθέντος κεφαλαίου και φήμης και πελατείας της Εναγομένης 1 καθώς και όλων των εισπρακτέων και άλλων χρεών που οφείλονται σε αυτή και είναι πληρωτέα προς αυτή τώρα και από καιρό εις καιρό έχουν επιβαρυνθεί υπό τη μορφή κυμαινόμενης επιβάρυνσης για την πληρωμή και εξόφληση όλων των υποχρεώσεων της Εναγομένης 1 προς την Ενάγουσα μέχρι του ποσού των ΛΚ10.000 (€17.086,01) πλέον τόκους, δικηγορικά και δικαστικά έξοδα και άλλα έξοδα και δαπάνες. Περαιτέρω εκδίδεται αναγνωριστική απόφαση ότι με το ομόλογο κυμαινόμενης επιβάρυνσης ημ. 7.9.07 ολόκληρη η επιχείρηση και όλη η περιουσία της Εναγομένης 1 πάσης μορφής και οπουδήποτε ευρισκόμενη, παρούσα ή μέλλουσα, συμπεριλαμβανομένου και του μη κληθέντος κεφαλαίου και φήμης και πελατείας της Εναγομένης 1 καθώς και όλων των εισπρακτέων και άλλων χρεών που οφείλονται σε αυτή και είναι πληρωτέα προς αυτή τώρα και από καιρό εις καιρό έχουν επιβαρυνθεί υπό τη μορφή κυμαινόμενης επιβάρυνσης για την πληρωμή και εξόφληση όλων των υποχρεώσεων της Εναγομένης 1 προς την Ενάγουσα μέχρι του ποσού των ΛΚ75.000 (€128.145,10) πλέον τόκους, δικηγορικά και δικαστικά έξοδα και άλλα έξοδα και δαπάνες. Περαιτέρω εκδίδεται αναγνωριστική απόφαση ότι με το ομόλογο κυμαινόμενης επιβάρυνσης ημ. 28.4.10 ολόκληρη η επιχείρηση και όλη η περιουσία της Εναγομένης 1 πάσης μορφής και οπουδήποτε ευρισκόμενη, παρούσα ή μέλλουσα, συμπεριλαμβανομένου και του μη κληθέντος κεφαλαίου και φήμης και πελατείας της Εναγομένης 1 καθώς και όλων των εισπρακτέων και άλλων χρεών που οφείλονται σε αυτή και είναι πληρωτέα προς αυτή τώρα και από καιρό εις καιρό έχουν επιβαρυνθεί υπό τη μορφή κυμαινόμενης επιβάρυνσης για την πληρωμή και εξόφληση όλων των υποχρεώσεων της Εναγομένης 1 προς την Ενάγουσα μέχρι του ποσού των €30.000 πλέον τόκους, δικηγορικά και δικαστικά έξοδα και άλλα έξοδα και δαπάνες. Νοείται ότι η Ενάγουσα εξακολουθεί να διατηρεί τα δικαιώματα της στη βάση των πιο πάνω ομολόγων. Περαιτέρω εκδίδεται διάταγμα εναντίον των Εναγομένων 2 και 5 για την πώληση του ενυπόθηκου κτήματος τους, όπως αυτό περιγράφεται στην Υποθήκη Υ.32/07 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας, για το ποσό των ΛΚ18.000 (€30.754,82) πλέον τόκο και έξοδα και όπως το προϊόν τέτοιας πώλησης καταλογιστεί προς εξόφληση και ή έναντι των απαιτήσεων της Ενάγουσας, τυχόν δε οποιοδήποτε παραμένον υπόλοιπο θα διατεθεί προς όφελος των Εναγομένων 2 και 5. Περαιτέρω εκδίδεται διάταγμα εναντίον των Εναγομένων 2 και 5 για την πώληση του ενυπόθηκου κτήματος τους, όπως αυτό περιγράφεται στην Υποθήκη Υ.23/09 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας, για το ποσό των €30.000 πλέον τόκο και έξοδα και όπως το προϊόν τέτοιας πώλησης καταλογιστεί προς εξόφληση και ή έναντι των απαιτήσεων της Ενάγουσας, τυχόν δε οποιοδήποτε παραμένον υπόλοιπο θα διατεθεί προς όφελος των Εναγομένων 2 και 5. Περαιτέρω εκδίδεται διάταγμα εναντίον του Εναγομένου 3 για την πώληση του ενυπόθηκου κτήματος του, όπως αυτό περιγράφεται στην Υποθήκη Υ..81/06 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου, για το ποσό των ΛΚ7.000 (€11.960,21) πλέον τόκο και έξοδα και όπως το προϊόν τέτοιας πώλησης καταλογιστεί προς εξόφληση και ή έναντι των απαιτήσεων της Ενάγουσας, τυχόν δε οποιοδήποτε παραμένον υπόλοιπο θα διατεθεί προς όφελος του Εναγομένου 3. Περαιτέρω εκδίδεται διάταγμα εναντίον της Εναγομένης 4 για την πώληση του ενυπόθηκου κτήματος της, όπως αυτό περιγράφεται στην Υποθήκη Υ..07/07 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου, για το ποσό των ΛΚ72.000 (€123.019,30) πλέον τόκο και έξοδα και όπως το προϊόν τέτοιας πώλησης καταλογιστεί προς εξόφληση και ή έναντι των απαιτήσεων της Ενάγουσας, τυχόν δε οποιοδήποτε παραμένον υπόλοιπο θα διατεθεί προς όφελος της Εναγομένης 4. Περαιτέρω εκδίδεται διάταγμα εναντίον της Εναγομένης 5 για την πώληση του ενυπόθηκου κτήματος της, όπως αυτό περιγράφεται στην Υποθήκη Υ.87/07 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου, για το ποσό των ΛΚ17.000 (€29.046,22) πλέον τόκο και έξοδα και όπως το προϊόν τέτοιας πώλησης καταλογιστεί προς εξόφληση και ή έναντι των απαιτήσεων της Ενάγουσας, τυχόν δε οποιοδήποτε παραμένον υπόλοιπο θα διατεθεί προς όφελος της Εναγομένης 5. Περαιτέρω εκδίδεται διάταγμα εναντίον της Εναγομένης 5 για την πώληση του ενυπόθηκου κτήματος της, όπως αυτό περιγράφεται στην Υποθήκη Υ..10/07 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου, για το ποσό των ΛΚ74.000 (€126.436,50) πλέον τόκο και έξοδα και όπως το προϊόν τέτοιας πώλησης καταλογιστεί προς εξόφληση και ή έναντι των απαιτήσεων της Ενάγουσας, τυχόν δε οποιοδήποτε παραμένον υπόλοιπο θα διατεθεί προς όφελος της Εναγομένης 5. Περαιτέρω εκδίδεται διάταγμα εναντίον της Εναγομένης 5 για την πώληση του ενυπόθηκου κτήματος της, όπως αυτό περιγράφεται στην Υποθήκη Υ..11/07 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου, για το ποσό των ΛΚ190.000 (€324.634,27) πλέον τόκο και έξοδα και όπως το προϊόν τέτοιας πώλησης καταλογιστεί προς εξόφληση και ή έναντι των απαιτήσεων της Ενάγουσας, τυχόν δε οποιοδήποτε παραμένον υπόλοιπο θα διατεθεί προς όφελος της Εναγομένης 5. Περαιτέρω εκδίδεται διάταγμα εναντίον της Εναγομένης 5 για την πώληση του ενυπόθηκου κτήματος της, όπως αυτό περιγράφεται στην Υποθήκη Υ..08/09 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου, για το ποσό των €10.000 πλέον τόκο και έξοδα και όπως το προϊόν τέτοιας πώλησης καταλογιστεί προς εξόφληση και ή έναντι των απαιτήσεων της Ενάγουσας, τυχόν δε οποιοδήποτε παραμένον υπόλοιπο θα διατεθεί προς όφελος της Εναγομένης 5. Περαιτέρω εκδίδεται διάταγμα εναντίον της Εναγομένης 5 για την πώληση του ενυπόθηκου κτήματος της, όπως αυτό περιγράφεται στην Υποθήκη Υ..06/10 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας, για το ποσό των €30.000 πλέον τόκο και έξοδα και όπως το προϊόν τέτοιας πώλησης καταλογιστεί προς εξόφληση και ή έναντι των απαιτήσεων της Ενάγουσας, τυχόν δε οποιοδήποτε παραμένον υπόλοιπο θα διατεθεί προς όφελος της Εναγομένης 5. Η Ανταπαίτηση απορρίπτεται. Λαμβανομένου υπόψιν ότι η Αγωγή και η Ανταπαίτηση έχουν συνεκδικαστεί, επιδικάζεται ένα σύνολο (σετ) εξόδων υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1-5 αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο συν ΦΠΑ. (Υπ.) ......... ΄Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Ε.Ν. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.