← Κύπρος

Latinovic ν. Crossana Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 4188/19, 28/4/2021

Latinovic ν. Crossana Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 4188/19, 28/4/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A192 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4188/19 Μεταξύ: . Latinovic Ενάγοντος -και- 1. Crossana Ltd 2. . Latinovic 3. . Latinovic Εναγομένων Αίτηση Ενάγοντος ημ. 27.12.19 για προσωρινά διατάγματα Ημερομηνία: 28 Απριλίου 2021 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα - Αιτητή: κ. Κ. Πλατής για Παπαδόπουλος, Λυκούργος & Σία ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους - Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Α. Ν. Αγγελίδης Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την καταχώριση του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος ο Ενάγων καταχώρισε την υπό κρίση μονομερή Αίτηση δυνάμει της οποίας το Δικαστήριο εξέδωσε μονομερώς προσωρινό διάταγμα απαγόρευσης της πραγματοποίησης της γενικής συνέλευσης της Εναγομένης 1 η οποία ήταν προγραμματισμένη για τις 8.1.20. Όσον αφορά τα υπόλοιπα αιτητικά της Αίτησης το Δικαστήριο διέταξε την επίδοση αυτής. Τα υπόλοιπα αιτητικά ουσιαστικά αφορούν στην απαγόρευση (
  2. i)λήψης ψηφίσματος για την παύση του Ενάγοντος από το διοικητικό συμβούλιο της Εναγομένης 1, (
  3. ii)αποξένωσης και ή επιβάρυνσης της περιουσίας της Εναγομένης 1 χωρίς τη συγκατάθεση του Ενάγοντος και (iii) κατάθεσης των εισπράξεων της Εναγομένης 1 σε λογαριασμούς που δεν ανήκουν στην ίδια. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. ΚΠ, (εφεξής «ο ΚΠ») δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο το οποίο εκπροσωπεί τον Ενάγοντα - Αιτητή. Σε αυτή ο ΚΠ αναφέρει ότι η Εναγομένη 1 είναι οικογενειακή επιχείρηση - εταιρεία με μετόχους ανά 2334 μετοχές έκαστος ο Ενάγων και η πρώην σύζυγος του, η Εναγομένη 2 και ανά 332 μετοχές ένας εκ των τριών παιδιών τους, ο Εναγόμενος 3. Σύμφωνα με τον ΚΠ, η Εναγομένη 2, σε συνεργασία και με τον Εναγόμενο 3, με διάφορες ενέργειες της και με δόλο προσπάθησε να οικειοποιηθεί την περιουσία και τα εισοδήματα της Εναγομένης 1 με απώτερο σκοπό την παύση του Ενάγοντος από διευθυντή αυτής εξ ου και η Εναγομένη 2 απέστειλε ειδοποίηση ημερομηνίας 12.12.19 για τη σύγκλιση γενικής συνέλευσης της Εναγομένης 1 στις 8.1.20 με θέμα την παύση του Ενάγοντος από διευθυντή της Εναγομένης 1. Γι΄ αυτό ο Ενάγων ζητά τα ως άνω διατάγματα. Πριν την καταχώριση ένστασης, με τη σύμφωνη γνώμη και των δύο πλευρών, στις 27.1.20 το Δικαστήριο διαφοροποίησε το εκδοθέν διάταγμα ούτως ώστε να απαγορεύεται η σύγκληση της προγραμματισμένης γενικής συνέλευσης της Εναγομένης 1 μέχρι την εκδίκαση της υπό κρίση Αίτησης. Οι λόγοι ένστασης συνοψίζονται ως ακολούθως: 1. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. 2. Δεν έχει καταδειχθεί πραγματικός ή επικείμενος κίνδυνος αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων της Εναγομένης 1. 3. Ο Ενάγων δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και ή δεν προέβη σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων. 4. Ο Ενάγων δεν απέδειξε το στοιχείο του κατ΄ επείγοντος. 5. Με την υπό κρίση Αίτηση ζητούνται ταυτόσημες θεραπείες με την Αγωγή και ως εκ τούτου οριστικοποίηση των αιτούμενων διαταγμάτων αποτελεί ουσιαστικά και την τελική θεραπεία της Αγωγής. 6. Υπάρχει αδικαιολόγητη και ή μεγάλη καθυστέρηση στην καταχώριση της Αίτησης. 7. Η Αίτηση επηρεάζει δυσμενώς τα δικαιώματα των Εναγομένων. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. ΧΠ, (εφεξής «ο ΧΠ»), δικηγόρου και συνεργάτη του δικηγόρου που εκπροσωπεί τους Εναγόμενους. Σε αυτήν ο ΧΠ αναφέρει ότι η σύγκληση της έκτακτης γενικής συνέλευσης ημ. 8.1.20 έγινε καθόλα νομότυπα και ότι δεν είναι δυνατή η έκδοση προσωρινού διατάγματος το οποίο να καταστρατηγεί τον Περί Εταιρειών Νόμο, το καταστατικό της Εναγομένης 1 και το δικαίωμα της πλειοψηφίας των μετόχων της να λαμβάνουν αποφάσεις. Ο ΧΠ ισχυρίζεται ότι η παύση του Ενάγοντος από διευθυντή θεωρήθηκε αναγκαία από την πλειοψηφία καθότι αυτός έχει λάβει αποφάσεις για την εταιρεία οι οποίες της έχουν δημιουργήσει διοικητικά και λειτουργικά προβλήματα και προκαλέσει οικονομική ζημιά, καθώς επίσης και ότι ο Ενάγων αρνείτο να υπογράψει τους λογαριασμούς της Εναγομένης 1 για τα έτη 2014 και 2015 τους οποίους και υπέγραψε μόνο ενόψει του κινδύνου διαγραφής της από το μητρώο του Εφόρου Εταιρειών. Αποτελεί ισχυρισμό του ΧΠ ότι ο Ενάγων μπλόκαρε τον τραπεζικό λογαριασμό της Εναγομένης 1 και παρουσιάζει παραπλανητικούς και ψευδείς ισχυρισμούς και ότι δεν τίθεται οποιοσδήποτε κίνδυνος αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων της Εναγομένης 1 τα οποία παρέχουν εισόδημα και μέρισμα στους μετόχους της. Με βάση ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, καταχωρίστηκε συμπληρωματική ένορκη δήλωση της κας ΕΜ, (εφεξής «η ΕΜ»), δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο το οποίο εκπροσωπεί τον Ενάγοντα. Σε αυτή η ΕΜ απορρίπτει τον ισχυρισμό περί άρνησης του Ενάγοντος να υπογράψει τις ελεγμένες οικονομικές καταστάσεις για τα έτη 2014 και 2015 και ισχυρίζεται ότι είναι η Εναγομένη 2 η οποία αρνείται να υπογράψει τις καταστάσεις για το 2016 και η οποία μάλιστα προσέλαβε Ρώσο ελεγκτή της επιλογής της για τη διεξαγωγή ελέγχου. Επίσης αρνείται ότι ο Ενάγων με οποιοδήποτε τρόπο μπλόκαρε τον τραπεζικό λογαριασμό της Εναγομένης 1 και ισχυρίζεται ότι το γραφείο της εταιρείας στη Μόσχα εφαρμόζει τις κοινές αποφάσεις των δύο διευθυντών και όχι τις αποφάσεις μόνο ενός εξ αυτών. Με τη σύμφωνη θέση των δύο πλευρών και κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, καταχωρίστηκε και συμπληρωματική ένορκη δήλωση εκ μέρους των Εναγομένων η οποία προέρχεται και πάλι από τον ΧΠ. Σε αυτή ο ΧΠ αναφέρει ότι η Εναγομένη 2 αρνείτο να υπογράψει τις οικονομικές καταστάσεις για το 2016 καθότι δεν είχε εμπιστοσύνη στη διαχείριση της Εναγομένης 1 και υπέγραψε εκ μέρους της εταιρείας συμφωνία με ανεξάρτητο ελεγκτικό οίκο στη Ρωσία για τον έλεγχο αυτής. Σύμφωνα με τον ΧΠ, ο Ενάγων αρνήθηκε την εκτέλεση αυτής της συμφωνίας με αποτέλεσμα η Εναγομένη 2 να υποχρεωθεί να την τερματίσει μονομερώς. Ο ΧΠ εμμένει στον ισχυρισμό ότι το γραφείο στη Μόσχα δέχεται οδηγίες μόνο από τον Ενάγοντα και ισχυρίζεται ότι ο Ενάγων προβάλει αντιφατικούς ισχυρισμούς στις δύο ένορκες δηλώσεις που στηρίζουν την υπό κρίση Αίτηση. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων τις οποίες κατέθεσαν οι δύο πλευρές στο Δικαστήριο. Το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Ν.14/60, στο οποίο βασίζεται, μεταξύ άλλων η Αίτηση, παρέχει το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων, κάτι το οποίο επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι προϋποθέσεις που πρέπει απαραίτητα να συνυπάρχουν για να δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος με βάση το εν λόγω άρθρο είναι: (α) Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) Ύπαρξη πιθανότητας ότι ο ενάγων δικαιούται σε θεραπεία ή ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας, και (γ) Δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το προσωρινό διάταγμα. Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others

(1982)1 C.L.R. 557, πέραν των πιο πάνω το Δικαστήριο θα πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα - βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ΄΄Βασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152. Σε τέτοιου είδους αιτήσεις, ο αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται και οι τρεις προαναφερόμενες προϋποθέσεις για να δημιουργηθεί το υπόβαθρο πάνω στο οποίο το Δικαστήριο στην ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας θα προχωρήσει να αποφασίσει υπέρ ή εναντίον της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος. Το Δικαστήριο, σε αυτό το στάδιο, δεν καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, κάτι το οποίο θα αποτελέσει την κρίση του κατά την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η διαπίστωση περί του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 663 και Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Milton Investment Co Ltd κ.ά. v. Dryden Group Ltd
(2014)1(Α) Α.Α.Δ. 731, τονίστηκε και πάλι πως «στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα που ουσιαστικά θα ισοδυναμούσαν με απόφαση επί της ουσίας της αγωγής». Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης, δηλαδή της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό να αποκαλύπτεται με βάση τα δικόγραφα συζητήσιμη υπόθεση. Στην έννοια του δικογράφου περιλαμβάνεται σε τέτοιες διαδικασίες και η ένορκη δήλωση. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, αυτή της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι με βάση τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας του ενάγοντος στην αγωγή. Ενδεικτικά παραπέμπω το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253: «Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας που αποτελεί προϋπόθεση γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας: Βλ. Odysseos v. Pieris Estates Ltd. and Others
(1982)1 C.L.R.557. Διευκρινίζουμε ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Το Εφετείο στην υπόθεση Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R.585, παρέθεσε επιδοκιμαστικά το εξής απόσπασμα από την απόφαση του δικαστή Slade J., στη Re Lord Cable (deceased) Garatt and Others v. Waters and Others
(1976)3 All E.R.417 (σελ.430) στην οποία εξηγείται ότι, ακόμα και μετά την απόφαση στην American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R.504, η προοπτική επιτυχίας δε μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση μαρτυρίας: "Nevertheless, in my judgment it is still necessary for any plaintiff who is seeking interlocutory relief to adduce sufficiently precise factual evidence to satisfy the Court that he has a real prospect of succeeding in his claim for a permanent injunction at the trial. If the facts adduced by him in support of his motion do not by themselves suffice to satisfy the Court as to this, he cannot in my judgment expect it to assist him by inventing hypotheses of fact on which he might have a real prospect of success. For example, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that another person has at all material times held certain assets as nominee for a third party, he must adduce sufficient factual evidence to show both the grounds on which such claim is made and that he has a real prospect of establishing that such assets are so held. Likewise, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that certain trustees have in the past been acting in breach of trust, he must adduce factual evidence sufficient to show not only what acts or omissions are relied on but also that he has a real prospect of establishing that they constituted a breach of trust under the relevant system of law."» Η τρίτη προϋπόθεση συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, και όπως τονίστηκε στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others (ανωτέρω), το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στα πλαίσια αυτής της προϋπόθεσης. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά επαρκή θεραπεία η θεραπεία των αποζημιώσεων, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρούται η τρίτη προϋπόθεση. Αν η υπόθεση εκ της φύσης της δεν επιδέχεται τη θεραπεία των αποζημιώσεων ή ο υπολογισμός των αποζημιώσεων θα είναι αδύνατος, τότε εύκολα μπορεί να λεχθεί ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μελλοντικό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι' αυτό δεν μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη. Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Κυρισάββας κ.ά. v. Κίζη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1245, λέχθηκε ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, και ότι ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψιν. Σχετικές επί τούτου είναι επίσης οι υποθέσεις Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1848 και Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 C.L.R. 231. Όπως αναφέρεται στο γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο, ο Ενάγων αξιώνει υπό την ιδιότητα του ως μετόχου της Εναγομένης 1, προσωπικά και ως αντιπροσωπευτική των συμφερόντων της Εναγομένης 1 (παράγωγη αγωγή), τις ακόλουθες θεραπείες: Α. Υπέρ της Εναγομένης 1 και εναντίον των Εναγομένων: (
  1. i)Διάταγμα απαγόρευσης αποξένωσης και ή μεταβίβασης της περιουσίας της Εναγομένης 1 χωρίς τη συγκατάθεση του Ενάγοντος. (
  2. ii)Διάταγμα απαγόρευσης αποξένωσης και ή πώλησης των τριών ακινήτων που ανήκουν στην Εναγομένη 1 σε τιμή κατώτερη από την εκεί αναγραφόμενη. (iii) Διάταγμα απαγόρευσης κατάθεσης των εισπράξεων της Εναγομένης 1 σε λογαριασμούς που δεν ανήκουν στην ίδια. (
  3. iv)Απόφαση για το ποσό που έχει στερηθεί η Εναγομένη 1 λόγω οικειοποίησης της περιουσίας αυτής από τους Εναγόμενους 2 και 3. (
  4. v)Γενικές και ή τιμωρητικές αποζημιώσεις για απάτη και ή συνομωσία και ή πρόκληση ζημιάς με παράνομα μέσα και ή δόλια υποβοήθηση για διάπραξη παραβάσεων καθήκοντος πίστης και ή δόλο και ή αδικαιολόγητο πλουτισμό αναφορικά με την προσπάθεια των Εναγομένων 2 και 3 να αποξενώσουν την περιουσία της Εναγομένης 1. (
  5. vi)Δήλωση για το τι περιλαμβάνει ο όρος «περιουσία». B. Υπέρ του Ενάγοντος: (
  6. i)Δήλωση ότι ο Ενάγων δικαιούται να ενεργεί ως διευθυντής της Εναγομένης 1 και ή να διευθύνει τις εργασίες της. (ii)Γενικές και ή τιμωρητικές αποζημιώσεις για απάτη και ή συνομωσία και ή πρόκληση ζημιάς με παράνομα μέσα με σκοπό την αποστέρηση από τον Ενάγοντα του δικαιώματος να ενεργεί ως διευθυντής της Εναγομένης 1 και ή να διευθύνει τις εργασίες της. Κρίνεται σκόπιμο να λεχθεί εξαρχής πως είναι γεγονός ότι τα αιτητικά της υπό κρίση Αίτησης συμπεριλαμβάνονται και στις αιτούμενες με την Αγωγή τελικές θεραπείες. Αυτό όμως, σε συνδυασμό και με τις υπόλοιπες αιτούμενες τελικές θεραπείες, δεν οδηγεί δίχως άλλο στη διαπίστωση ότι τυχόν έγκριση της Αίτησης ουσιαστικά αποφασίζει και καθορίζει και την ουσία της Αγωγής. Και τούτο, καθότι μπορεί μεν τα αιτούμενα προσωρινά διατάγματα να σχετίζονται με τις αιτούμενες τελικές θεραπείες, πλην όμως δεν παύει από του να είναι προσωρινού χαρακτήρα και επιπλέον με την Αγωγή προβάλλονται και επιπρόσθετες αξιώσεις για αποζημιώσεις. Επομένως, ο λόγος ένστασης πως τυχόν έγκριση της Αίτησης αποτελεί ουσιαστικά και την τελική θεραπεία της Αγωγής δεν κρίνεται βάσιμος. Επί τούτου κρίνεται χρήσιμη η παραπομπή στις υποθέσεις Κοινοτικό Συμβούλιο v. Σουλή, Πολ. Έφ. Ε75/15, ημ. 6.12.18, Σταυράκης κ.ά. v. Δήμου Λευκωσίας, Πολ. Έφ. Ε68/13, ημ. 24.3.15 και Αβερκίου v. ΘΕΟ Κτηματική Λτδ κ.ά.
(2013)1(Α) Α.Α.Δ. 222, στις οποίες λέχθηκε ότι η έκδοση προσωρινών διαταγμάτων τα οποία είναι ταυτόσημα με τα αιτούμενα διατάγματα στο πλαίσιο της αγωγής και η έκδοση των οποίων επιφέρει ουσιαστικώς τον τερματισμό της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων ή του ενδιαφέροντος τους να συνεχίσουν με σπουδή στην εκδίκαση της υπόθεσης, συναρτάται άμεσα προς το ισοζύγιο της ευχέρειας και δεν πρέπει να παραχωρούνται. Βεβαίως, ακόμα και να θεωρείτο ότι με την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, αποφασίζεται και η ίδια η Αγωγή, αυτό δεν είναι από μόνο του εμπόδιο στην έκδοση ενδιάμεσης θεραπείας, όπως λέχθηκε στην υπόθεση Avila Management Services Ltd κ.ά. v. Stepanek κ.ά.
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1403. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι διαφωτιστικό: «Τέθηκε επίσης ζήτημα ότι δεν ήταν ορθή η χορήγηση των αιτούμενων διαταγμάτων εφόσον μ' αυτά ουσιαστικά αποφασιζόταν και η ίδια η αγωγή. Δεν χορηγείται με άλλα λόγια η ουσιαστική θεραπεία από το ενδιάμεσο στάδιο με αίτηση για προσωρινό μέτρο (Michael v. Brevinos
(1969)1 C.L.R. 578). Το ανεπιθύμητο όμως δεν εξισούται με απαγόρευση. Δεν υπάρχει άκαμπτος κανόνας αποκλεισμού της θεραπείας ενδιαμέσως, αν αυτή ορθά και δικαίως ζητείται, επειδή και η αγωγή ουσιαστικά επιδιώκει το ίδιο πράγμα. Κατ' αρχάς η ενδιάμεση θεραπεία παραμένει ενδιάμεση, αναθεωρήσιμη ανά πάσα στιγμή θεωρηθεί ότι οι περιστάσεις έχουν διαφοροποιηθεί προς τροποποίηση ή ακόμη και ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος. Πρόσθετα, ενώ το εκδοθέν διάταγμα παραχωρείται ως λύση επείγουσας και παρεμπίπτουσας μορφής, οι ίδιες οι θεραπείες που ζητούνται με το κλητήριο, εάν επιτύχουν, χορηγούνται τελεσίδικα και στο διηνεκές, (δέστε και Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd - ανωτέρω -). Εξαρτάται από την κρίση του Δικαστηρίου, αναλόγως των περιστάσεων (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015).» Αναφορικά με την πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32, το Δικαστήριο θεωρεί ότι η φύση των αξιώσεων του Ενάγοντος αποκαλύπτει την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση εφόσον η παρούσα Αγωγή είναι παράγωγη Αγωγή η οποία καταχωρίστηκε από τον Ενάγοντα υπό την ιδιότητα του ως μέτοχος μειοψηφίας της Εναγομένης 1 και με αυτή εγείρεται ζήτημα δόλου, απάτης και παραβίασης καθήκοντος πίστης από πλευράς των Εναγομένων 2 και 3 ως μετόχων πλειοψηφίας της Εναγομένης 1, εις βάρος της τελευταίας και προκαλώντας ζημιά σε αυτή. Ειδικότερα, αποδίδεται στους Εναγόμενους 2 και 3 προσπάθεια αποξένωσης και οικειοποίησης της περιουσίας της Εναγομένης 1. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Θωμά κ.ά. v. Ηλιάδη
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 1263, η παράγωγη αγωγή εγείρεται από τον μέτοχο μειοψηφίας και σύμβουλο της εταιρείας εναντίον των άλλων μετόχων και συμβούλων της για καταδολίευση της εταιρείας, με σκοπό την απόσπαση από την εταιρεία περιουσίας, πλεονεκτημάτων ή δικαιωμάτων τα οποία ανήκαν στην εταιρεία ή στα οποία ο ενάγων δικαιούτο να συμμετέχει. Σε εκείνη την υπόθεση γίνεται παραπομπή στην Αγγλική υπόθεση Burland v. Earle, 71 L.J.P.C. 1 και στο σύγγραμμα Palmer's Company Law, 23η έκδοση, σελ. 983, παρ. 65-09. Χρήσιμη καθοδήγηση επί τούτου προσφέρουν και οι υποθέσεις Πιριλλής κ.ά. v. Κουή
(2004)1(Α) Α.Α.Δ. 13, Mammous κ.ά. v. Willstrop κ.ά.
(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 90, Χρίστου v. Μηλλιού κ.ά.
(2013)1(Β) Α.Α.Δ. 1210 και Γιανούλλας Χατζηλοΐζου, Διαχειρίστριας της Περιουσίας του Αποβιώσαντα Στέλιου Χ''Λοΐζου v. Μαρίνου Χρ. Λοϊζίδη κ.ά., Πολ. Έφ. 162/12, ημ. 28.11.
  1. Επίσης η Αγωγή εγείρεται από τον Ενάγοντα και υπό την προσωπική του ιδιότητα καθότι γίνεται προσπάθεια από τους Εναγόμενους 2 και 3 παύσης του από διοικητικός σύμβουλος της Εναγομένης
  2. Αναφορικά με τη δεύτερη προϋπόθεση, αποτελεί κοινό έδαφος ότι η Εναγομένη 1 είναι εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο και ότι αποτελεί οικογενειακή επιχείρηση στην οποία ο Ενάγων και η Εναγομένη 2, πρώην σύζυγος του, είναι διευθυντές και κατέχουν από 2334 μετοχές έκαστος και ο γιος τους, Εναγόμενος 3, κατέχει 332 μετοχές. Γραμματέας της Εναγομένης 1 είναι η εγγεγραμμένη στην Κύπρο εταιρεία Mediterranean Link (Secretaries) Ltd. Αυτά επιβεβαιώνονται και από την ηλεκτρονική έρευνα στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών, Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση του ΚΠ. Μια ανάγνωση της ένορκης δήλωσης του ΚΠ αποκαλύπτει μια αποδιδόμενη διαχρονική προσπάθεια της Εναγομένης 2, σε συνεργασία και με τον Εναγόμενο 3, για απόκτηση του ελέγχου της Εναγομένης 1 μέσω της οικειοποίησης από αυτούς της περιουσίας της και της παύσης του Ενάγοντος από διευθυντή της. Οι Εναγόμενοι με τη σειρά τους απορρίπτουν αυτούς τους ισχυρισμούς του ΚΠ και αντιπαραβάλλουν τη θέση πως ο Ενάγων είχε τον αποκλειστικό έλεγχο της Εναγομένης 1 και λάμβανε αποφάσεις οι οποίες δημιουργούσαν διάφορα προβλήματα στην εταιρεία και της προκαλούσαν οικονομική ζημιά, με αποτέλεσμα να είναι απολύτως δικαιολογημένη η προσπάθεια απομάκρυνσης του Ενάγοντος από το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας. Κατ΄ αρχάς ο ΚΠ ισχυρίζεται ότι ο Ενάγων, ως εργολάβος, είναι το πρόσωπο που συσσώρευσε τον οικογενειακό πλούτο και δημιούργησε τον όμιλο εταιρειών Trade Unique (εφεξής «ο όμιλος») ο οποίος δραστηριοποιείτο βασικά σε κατασκευαστικά, τεχνικά και αρχιτεκτονικά έργα με εταιρείες σε διάφορες χώρες, ήτοι Ιταλία, Σερβία, Ισπανία, Ρωσία, Μαυροβούνιο και Βρετανικές Παρθένες Νήσους. Προς υποστήριξη αυτού του ισχυρισμού επισυνάπτει εκτύπωση από την ιστοσελίδα του ομίλου το οποίο δείχνει το μέγεθος και το εύρος του ομίλου, Τεκμήριο
  3. Ο ισχυρισμός για το μέγεθος του ομίλου δεν αντικρούστηκε από την άλλη πλευρά. Αποτελεί κοινό έδαφος ότι η Εναγομένη 1 είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια τριών ακινήτων συνολικής αξίας περί τα US$15.5εκ. τα οποία ενοικιάζονται έναντι συνολικού μηνιαίου ενοικίου της τάξης των US$83.744, ως φαίνεται στον σχετικό πίνακα, Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση του ΚΠ και στα σχετικά ενοικιαστήρια έγγραφα, Τεκμήριο 7 στην ένορκη δήλωση του ΧΠ. Ο ΚΠ αναφέρει ότι ο πλούτος ανήκε αρχικά εξολοκλήρου στον Ενάγοντα και ότι η μεταβίβαση της ιδιοκτησίας αυτού στα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας έγινε λόγω της καλής του θέλησης και με σκοπό να ενδυναμώσει τους οικογενειακούς δεσμούς. Ο ΧΠ αρνείται αυτόν τον ισχυρισμό και αναφέρει ότι η Εναγομένη 2 πάντοτε συμμετείχε και ασχολείτο με τις εργασίες των εταιρειών σε όλες τις χώρες που αυτές είχαν δραστηριότητες. Ο ΚΠ ισχυρίζεται ότι από το 2012 και μετέπειτα ξέσπασαν οικογενειακές περιουσιακές διαφορές και η Εναγομένη 2 κάποιες φορές «επιτίθετο» στον Ενάγοντα και άλλες φορές «συμμαχούσε» μαζί του για να προστατεύσουν την οικογενειακή περιουσία. Ο ΚΠ περιγράφει διάφορες ενέργειες στις οποίες προέβησαν οι Εναγόμενοι 2 και 3 στα πλαίσια ισχυριζόμενου δόλου και απάτης εις βάρος της Εναγομένης 1 και του Ενάγοντος. Ειδικότερα, ο ΚΠ αναφέρεται σε μια σύμβαση την οποία το 2012 είχε εξασφαλίσει ο όμιλος (συγκεκριμένα η εταιρεία στην Ιταλία) για τον σχεδιασμό εντός του 2013 χειμερινού ολυμπιακού χωριού στη Ρωσία, του οποίου ο Ενάγων ήταν ο υπεύθυνος υπογράφων και εκτελεστής της σύμβασης καθώς επίσης και προσωπικά εγγυητής. Ένεκα τούτου, ο Ενάγων ανάλωνε τον περισσότερο χρόνο στο χωριό αυτό ενώ η Εναγομένη 2 βρισκόταν στην Ισπανία και η οποία, εκμεταλλευόμενη την απουσία του Ενάγοντος, πήγε στα κεντρικά γραφεία του ομίλου στη Μόσχα και δόλια εξασφάλισε διάφορα έγγραφα για τις εταιρείες του ομίλου τα οποία αργότερα έδωσε σε κάποιους απατεώνες με σκοπό την ιδιοποίηση της περιουσίας του ομίλου. Εν τω μεταξύ είχε προηγηθεί η σύγκληση από τους Εναγόμενους συνέλευσης μετόχων στις 28.12.12 κατά την οποία έλαβαν απόφαση για την παύση του Ενάγοντος από τη θέση του προέδρου του διοικητικού συμβουλίου. Όπως επεξηγεί ο ΠΚ, αυτή η ενέργεια είχε ως αποτέλεσμα την αποσταθεροποίηση της σύμβασης για το ολυμπιακό έργο και την πρόκληση προβλημάτων για την εταιρεία στην Ιταλία και τον ίδιο προσωπικά με την Κεντρική Τράπεζα της Ρωσίας και τη Ρωσική Κυβέρνηση. Σύμφωνα με τον Ενάγοντα, αυτό το ψήφισμα ήταν ενάντια στο πνεύμα του ομίλου και στη συναντίληψη βάσει της οποίας έγινε η διανομή μετοχών, καθότι ήταν πάντοτε αντιληπτό πως ο Ενάγων ήταν ο ιδρυτής και η «ψυχή» του ομίλου και πως θα παρέμενε πάντα ο εκτελεστικός διευθυντής, θα είχε τον τελευταίο λόγο στις εταιρείες που είχαν περιουσιακά στοιχεία και θα έλεγχε τις δραστηριότητες τους. Περί τα τέλη του 2012 ο Ενάγων αναγκάστηκε να αποταθεί στο Δικαστήριο στο Μιλάνο το οποίο στις 8.1.13 διέταξε ενδιάμεσα συντηρητικά μέτρα και κήρυξε το εν λόγω ψήφισμα ως άκυρο. Όπως ισχυρίζεται ο ΚΠ, η απόφαση τελικώς οδήγησε τους Εναγόμενους να προβούν σε νέο ψήφισμα στις 24.2.13 με το οποίο ακυρωνόταν το ψήφισμα του
  4. Η δικαστική απόφαση και το ψήφισμα επισυνάπτονται ως Τεκμήρια 4 και 5 αντίστοιχα. Ο ΧΠ με τη σειρά του αναγνωρίζει ότι όταν ο Ενάγων ασχολείτο με το ολυμπιακό χωριό η Εναγομένη 2 βρισκόταν στην Ισπανία. Προσθέτει πως αυτή επέβλεπε την ανέγερση ενός έργου 55 επαύλεων, επισημαίνοντας ότι αυτή είναι πτυχιούχος πανεπιστημίου ενώ ο Ενάγων δεν έχει ακαδημαϊκά προσόντα. Ο ΧΠ παρουσιάζει ως Τεκμήριο 3 απόσπασμα από ένα βιβλίο στην Αγγλική και Ρωσική με όλες τις δραστηριότητες του ομίλου και στο οποίο η Εναγομένη 2 αναφέρεται ως η αντιπρόεδρος. Στη συμπληρωματική δήλωση η ΕΜ αρνείται ότι η Εναγομένη 2 επέβλεψε είτε το έργο στην Ισπανία είτε οποιοδήποτε άλλο έργο, επισημαίνοντας ότι η Εναγομένη 2 παρευρισκόταν στις κοινωνικές συγκεντρώσεις ως η σύζυγος του Ενάγοντος εξ ου και φαίνεται στις φωτογραφίες ενός πάρτι στην Ισπανία το
  5. Η ΕΜ ισχυρίζεται ακόμα ότι το 2015 η Εναγομένη 2 ανάγκασε τον τότε υπεύθυνο του έργου στην Ισπανία να συνταξιοδοτηθεί και διόρισε τον εαυτό της σε εκείνη τη θέση, ότι κατά τη διάρκεια της διοίκησης της η εταιρεία εκκαθαρίστηκε και ότι ενόψει του κινδύνου ποινικής δίωξης της παραιτήθηκε και διόρισε νέο υπεύθυνο. Στη συμπληρωματική δήλωση ο ΧΠ απορρίπτει αυτούς τους ισχυρισμούς και ισχυρίζεται ότι η Εναγομένη 2 ήταν αντιπρόεδρος του ομίλου τα τελευταία 25 έτη και επομένως είχε ενεργό συμμετοχή σε όλες τις εταιρείες και τις δραστηριότητες τους. Στα πλαίσια και για σκοπούς της υπό κρίση Αίτησης, το Δικαστήριο αρχικά αναφέρει ότι το Τεκμήριο 3 πράγματι φέρει την Εναγομένη 2 ως αντιπρόεδρο του ομίλου και προφανώς να απεικονίζεται στις φωτογραφίες, πλην όμως αυτό δεν είναι ικανό από μόνο να καταδείξει τον βαθμό συμμετοχής της στις δραστηριότητες του ομίλου. Το Δικαστήριο επίσης περιορίζεται στην επισήμανση ότι οι ισχυρισμοί του Ενάγοντος αναφορικά με τη στάση της Εναγομένης 2 και το ψήφισμα του 2012 φαίνονται να βρίσκουν έρεισμα στην απόφαση του Ιταλικού Δικαστηρίου στην οποία γίνεται λόγος για απόπειρα αλλαγής της δομής της εταιρείας με παράνομο τρόπο και ενάντια στα συμφέροντα της και για επιθετικές προθέσεις εκ μέρους μελών της εταιρείας αναφορικά με το ψήφισμα απομάκρυνσης του Ενάγοντος από διευθυντή της. Ο ΚΠ αναφέρεται σε ακόμα ένα ισχυριζόμενο δόλιο σχέδιο από τους Εναγόμενους 2 και 3 για την κλοπή της περιουσίας της εταιρείας. Σύμφωνα με τον ΚΠ, το 2013 οι Εναγόμενοι 2 και 3 επιχείρησαν εκ νέου να κλέψουν την περιουσία της εταιρείας όταν ο Εναγόμενος 3 με πλαστογραφημένες συμβάσεις επιδίωξε την αποξένωση των ακινήτων της εταιρείας με αποτέλεσμα η εταιρεία να είχε μείνει χωρίς ακίνητα και πηγή εισοδήματος. Ο ΚΠ επεξηγεί πως βασικά οι απατεώνες θα πωλούσαν τα ακίνητα, θα έπαιρναν μερίδιο από την πώληση και θα έδιναν το υπόλοιπο στους Εναγόμενους 2 και 3 παρακάμπτοντας τον Ενάγοντα. Όπως συνεχίζει ο ΚΠ, τελικώς όμως οι Εναγόμενοι αντιλήφθηκαν ότι το σχέδιο τους δεν θα πετύχαινε και η Εναγομένη 2 «συμμάχησε» με τον Ενάγοντα ρίχνοντας το φταίξιμο στον Εναγόμενο 3 για να ανακτήσουν τα ακίνητα. Έτσι ο Ενάγων και η Εναγομένη 2 ήγειραν την Αγωγή 5697/14 ΕΔ Λευκωσίας εναντίον του Εναγομένου 3, στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε απόφαση στις 3.3.15 με την οποία οι ενέργειες του Εναγομένου 3 κηρύχθηκαν παράνομες (Τεκμήριο 6) ενώ στις 17.11.15 εκδόθηκε και απόφαση από το Διαιτητικό Δικαστήριο της Μόσχας με την οποία όλα τα σχετικά έγγραφα κηρύχθηκαν άκυρα και έτσι το δόλιο σχέδιο εγκαταλείφθηκε και τα ακίνητα επανήλθαν στο όνομα της εταιρείας. Ο ΚΠ σημειώνει επίσης ότι για την περίοδο μεταξύ 2013 μέχρι και την επανεγγραφή των ακινήτων στην Εναγομένη 1, οι ενοικιαστές των ακινήτων δεν πλήρωναν ενοίκιο με την πρόφαση ότι δεν ήξεραν ποιος ήταν ο ιδιοκτήτης τους, κάτι το οποίο επηρέασε τη ρευστότητα και την οικονομική κατάσταση της εταιρείας. Σύμφωνα με τον ΚΠ, το 2017 ο Εναγόμενος 3 παραδέχθηκε στον Ενάγοντα ότι η μητέρα του ενορχήστρωσε αυτό το σχέδιο και τον κατεύθυνε και του έδινε εντολές για την εκτέλεση του. Ο ισχυρισμός του ΧΠ πως είναι με ενέργειες των Εναγομένων 2 και 3 που εκδόθηκαν οι δύο προαναφερόμενες αποφάσεις και πως ο Εναγόμενος 3 συνεργάστηκε με τους γονείς του με τη μη εμφάνιση και καταχώριση υπεράσπισης στην Αγωγή δεν είναι ικανός, για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, να αντικρούσει τις θέσεις του ΚΠ. Και τούτο καθότι και οι δύο πλευρές καταλήγουν μεν στο να δέχονται ότι συνεργάστηκαν στα πλαίσια των δύο αυτών διαδικασιών, χωρίς όμως οι Εναγόμενοι 2 και 3 να προβάλλουν αντίθετες θέσεις ως προς τα γεγονότα που προηγήθηκαν αυτών και τελικώς οδήγησαν στις διαδικασίες. Ο ΚΠ, στις παρ. 48-50, δηλώνει πως μεταξύ των ετών 2016 και 2019 υπήρξε «εκεχειρία» μεταξύ του Ενάγοντος και της Εναγομένης 2 μέχρι τις αρχές Νοεμβρίου του 2019 όταν η Εναγομένη 2 μετέβη στο γραφείο της εταιρείας στη Μόσχα και με δόλιες και ψευδείς παραστάσεις και πλαστογραφημένα έγγραφα κατέστη η υπογράφουσα για τους λογαριασμούς της εταιρείας, στους οποίους κατατίθεντο τα ενοίκια και υπήρχαν ήδη καταθέσεις ύψους περίπου €220εκ., με σκοπό να μεταφέρει αυτές τις καταθέσεις σε προσωπικό της λογαριασμό. Όπως αναφέρει ο ΚΠ, όταν υπάλληλοι της εταιρείας την προειδοποίησαν για τον κίνδυνο να καταστεί ποινικά υπεύθυνη, τότε εγκατέλειψε αυτό το σχέδιο. Η απλή γενική άρνηση αυτών των ισχυρισμών από πλευράς Εναγομένων δεν είναι ικανή να αντικρούσει τις θέσεις του Ενάγοντος, πάντα στα πλαίσια της υπό κρίση ενδιάμεσης διαδικασίας. Επιπλέον, ο ΧΠ περιορίζεται στη διαπίστωση ότι ο Ενάγων προβάλλει αντιφατικούς ισχυρισμούς στις δύο ένορκες δηλώσεις εκ μέρους του, καθότι στην ένορκη δήλωση ισχυρίζεται ότι η Εναγομένη 2 χρησιμοποίησε εταιρικά έγγραφα για να αποκτήσει τον έλεγχο των τραπεζικών λογαριασμών της Εναγομένης 1 και εγκατέλειψε αυτό το σχέδιο ενώ στη συμπληρωματική ισχυρίζεται ότι η Εναγομένη 2 κατέστησε τον εαυτό της ως υπογράφουσα στην τράπεζα. Επί τούτου το Δικαστήριο παρατηρεί πως η αναφορά του ΧΠ γίνεται μεμονωμένα και αποσπασματικά στην ένορκη δήλωση του ΚΠ και συγκεκριμένα στην παρ. 13.9, στην οποία προβάλλεται μια σύνοψη της θέσης του Ενάγοντος και η οποία αναλύεται κατωτέρω στις παρ. 48-50 (και στις οποίες γίνεται αναφορά ανωτέρω). Ειδικότερα, στην παρ. 13.9 πράγματι ο ΚΠ αναφέρεται στη χρήση από την Εναγομένη 2 εγγράφων για να αποκτήσει τον έλεγχο των τραπεζικών λογαριασμών της εταιρείας, πλην όμως προσθέτει πως αυτό έγινε με σκοπό την ιδιοποίηση από την Εναγομένη 2 των χρημάτων της εταιρείας με τη χρήση πλαστών εγγράφων για να τα αποξενώσει σε δικούς της λογαριασμούς και πως όταν οι υπάλληλοι της εταιρείας της υπέδειξαν ότι θα είχε ποινική ευθύνη για φοροδιαφυγή εγκατέλειψε το σχέδιο. Επομένως, δεν φαίνεται να εντοπίζεται οποιαδήποτε διαφορά ή αντίφαση στις θέσεις του ΚΠ επί τούτου. Σύμφωνα με τον ΚΠ, τα γεγονότα που οδήγησαν στην καταχώριση της παρούσας Αίτηση είναι τα εξής. Στις 19.11.19 η Εναγομένη 2 απέστειλε ειδοποίηση ημ. 6.11.19, Τεκμήριο 7, για την σύγκλιση γενικής συνέλευσης με σκοπό την παύση του Ενάγοντος από το διοικητικό συμβούλιο της Εναγομένης
  6. Μόλις ο Ενάγων ειδοποιήθηκε την ίδια μέρα, ήρθε στην Κύπρο και στις 26.11.19 ζήτησε τη διαμεσολάβηση του γραμματέα της εταιρείας, δικηγορικού γραφείου, για διευθέτηση της επίδικης διαφοράς με τον διαμοιρασμό της περιουσίας της εταιρείας ανά 1/3 στους τρεις μετόχους της. Η Εναγομένη 2 αρνήθηκε την πρόταση τονίζοντας ότι το μόνο που την ενδιέφερε ήταν να μην λάβει οτιδήποτε ο Ενάγων. Την ίδια μέρα ο Ενάγων είχε συνάντηση με τους δικηγόρους του οι οποίοι απέστειλαν επιστολή μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ημ. 3.12.19, Τεκμήριο 8, προς την Εναγομένη 2 την οποία η τελευταία είδε αλλά δεν απάντησε. Ο Ενάγων εν τω μεταξύ είχε στείλει και ηλεκτρονικό μήνυμα ημ. 27.11.19, Τεκμήριο 9, στον Εναγόμενο 3 ζητώντας του να λογικευτεί και αυτός με τη σειρά του το είδε αλλά δεν απάντησε. Στις 12.12.19 η Εναγομένη 2 έστειλε νέα ειδοποίηση σύγκλησης γενικής συνέλευσης για τις 8.1.20, Τεκμήριο
  7. Οι δικηγόροι του Ενάγοντος έστειλαν εκ νέου προειδοποιητική επιστολή ημ. 23.12.19, Τεκμήριο 11, προς διευθέτηση της επίδικης διαφοράς χωρίς και πάλι ανταπόκριση από την Εναγομένη 2 και επομένως πλέον δεν υπήρχε άλλη επιλογή από την καταχώριση της παρούσας Αγωγής και της μονομερούς Αίτησης. Αυτοί οι ισχυρισμοί φαίνονται να επιβεβαιώνονται από τη σχετική αλληλογραφία και ειδοποιήσεις, Τεκμήρια 8-10 στην ένορκη δήλωση του ΚΠ και παρέμειναν αναντίλεκτοι. Μάλιστα ο ΚΠ επικαλείται νομική συμβουλή από τους Σέρβους δικηγόρους, σύμφωνα με την οποία μετοχές που ανήκουν πριν το διαζύγιο σε σύζυγο παραμένουν στην κατοχή του συζύγου, επομένως το διαζύγιο και η διανομή περιουσιακών στοιχείων δεν δύναται να δικαιολογήσει τις ενέργειες των Εναγομένων. Ο μόνος ισχυρισμός ο οποίος προβάλλεται από τον ΧΠ στη συμπληρωματική του δήλωση είναι μια γενική αναφορά πως η πρόταση του Ενάγοντος για ίσο διαμοιρασμό των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας δεν είναι δίκαιη καθότι σαφώς ευνοεί τον Ενάγοντα, χωρίς όμως να δίδει οποιαδήποτε στοιχεία ή να επεξηγεί αυτή του τη θέση. Έχει ήδη λεχθεί ότι ο ΧΠ με τη σειρά του αποδίδει στον Ενάγοντα δόλιες ενέργειες οι οποίες κατέληξαν σε καταδικαστική απόφαση εναντίον της εταιρείας του ομίλου στο Μαυροβούνιο με την πληρωμή προστίμου περίπου €19εκ. και ότι εκκρεμεί και άλλη ποινική υπόθεση στην Ισπανία για μεταφορά ποσού €1εκ. εκτός τραπεζικού λογαριασμού άλλης εταιρείας του ομίλου κατόπιν οδηγιών του Ενάγοντος και χωρίς ενημέρωση της Εναγομένης
  8. Η ΕΜ αντικρούει αυτόν τον ισχυρισμό λέγοντας ότι αυτές οι διαδικασίες είναι άσχετες με την παρούσα και ότι ο Ενάγων δεν εμπλέκεται σε αυτές. Αυτή η θέση της ΕΜ φαίνεται να υποστηρίζεται από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου του Μαυροβουνίου η οποία επισυνάπτεται από τον ΧΠ ως Τεκμήριο 5 στην ένορκη του δήλωση, στην οποία δεν φαίνεται να υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά και ή διασύνδεση του Ενάγοντος με τις εκεί αποδιδόμενες αξιόποινες πράξεις. Ούτε και φαίνεται οποιαδήποτε διασύνδεση του Ενάγοντος με την ποινική διαδικασία μέσα από τα ισχυριζόμενα σχετικά έγγραφα τα οποία επισυνάπτονται από τον ΧΠ ως Τεκμήριο
  9. Στην ένορκη του δήλωση ο ΧΠ αποδίδει επίσης άρνηση του Ενάγοντος να υπογράψει τις ελεγμένες οικονομικές καταστάσεις για τα έτη 2014 και 2015 τις οποίες υπέγραψε μόνο κατόπιν προειδοποιητικής επιστολής μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου για τον κίνδυνο διαγραφής της Εναγομένης 1 από το μητρώο του Εφόρου Εταιρειών. Αυτός ο ισχυρισμός αντικρούεται από την ΕΜ η οποία τον αρνείται και εν πάση περιπτώσει τέτοια άρνηση του Ενάγοντος δεν φαίνεται να προκύπτει μέσα από τη σχετική ηλεκτρονική αλληλογραφία την οποία η ίδια παρουσιάζει ως Τεκμήριο
  10. Ο ΧΠ ισχυρίζεται ακόμα ότι ο Αιτητής διόρισε και προσέλαβε ανθρώπους δικούς του στα γραφεία της εταιρείας στη Μόσχα οι οποίοι αρνούνται οποιαδήποτε οδηγία από την Εναγομένη 2 και αρνούνται να δώσουν λεπτομέρειες για την εταιρεία στην Εναγομένη 2, εξ ου και οι Εναγόμενοι 2 και 3 προσέλαβαν εξωτερικό ανεξάρτητο ελεγκτή για να προβεί σε έλεγχο των βιβλίων για τα έτη 2016-2019 στον οποίον και πάλι αρνούνται πρόσβαση στα στοιχεία. Ο ΧΠ επισυνάπτει τη σχετική συμφωνία με τον ελεγκτή ως Τεκμήριο
  11. Η ΕΜ στη συμπληρωματική της δήλωση ισχυρίζεται ότι είναι η Εναγομένη 2 που εκφράζει καχυποψία για να υπογράψει τις οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας για το 2016 και ότι προσέλαβε ένα Ρωσικό ελεγκτικό γραφείο για την εξέταση των δραστηριοτήτων της εταιρείας για τα έτη 2016 μέχρι
  12. Επισυνάπτει ηλεκτρονικό μήνυμα της Εναγομένης 2 προς τον χρηματοοικονομικό σύμβουλο της εταιρείας ενημερώνοντας τον γι΄ αυτή της την ενέργεια, Τεκμήριο 1, το οποίο ο σύμβουλος προώθησε στον Κυπριακό ελεγκτικό οίκο της εταιρείας, Τεκμήριο
  13. Όπως ισχυρίζεται η ΕΜ, αυτή η καθυστέρηση προκάλεσε προβλήματα στην εταιρεία με αποτέλεσμα τον κίνδυνο διαγραφής αυτής από το μητρώο του Εφόρου Εταιριών. Σύμφωνα με την ΕΜ, το ελεγκτικό γραφείο το οποίο προσέλαβε η Εναγομένη 2 είναι υπό τον έλεγχο της και μάλιστα δεν κατέχει τα προσόντα για την εξέταση των οικονομικών καταστάσεων της Εναγομένης
  14. Και ο ΧΠ στη συμπληρωματική του δήλωση παρουσιάζει το ηλεκτρονικό μήνυμα ημ. 31.1.20, Τεκμήριο 1, της Εναγομένης 2 προς τον λογιστή της Εναγομένης 1 στο οποίο η Εναγομένη 2 εκφράζει τις επιφυλάξεις της αναφορικά με τις καταστάσεις του 2016 και τον καλεί να συνεργαστεί με τον Ρώσο ελεγκτή. Παρουσιάζει επίσης το τιμολόγιο για την πληρωμή δυνάμει της συμφωνίας μεταξύ της εταιρείας και του Ρώσου ανεξάρτητου ελεγκτή, Τεκμήριο 2, ισχυρίζεται όμως πως η διευθύντρια του γραφείου στη Μόσχα αρνήθηκε να τιμήσει τη συμφωνία καθότι δεν είχε την έγκριση του Ενάγοντος. Στο ηλεκτρονικό μήνυμα ημ. 4.2.20 το οποίο ο ΧΠ επισυνάπτει ως Τεκμήριο 3, γίνεται αναφορά στην προώθηση του τιμολογίου στον Ενάγοντα και ταυτόχρονα δηλώνεται ότι αναμένεται η έγκριση της πληρωμής η οποία θα γίνει κατόπιν κοινής απόφασης των δύο μετόχων, ήτοι του Ενάγοντος και της Εναγομένης
  15. Ο ΧΠ ισχυρίζεται ότι αυτή η στάση είχε ως αποτέλεσμα η Εναγομένη 2 να υποχρεωθεί να τερματίσει αυτή τη συμφωνία στις 3.2.20 και να ειδοποιήσει σχετικά το γραφείο στη Μόσχα στις 13.2.
  16. Επισυνάπτει την επιστολή τερματισμού και το ηλεκτρονικό μήνυμα ενημέρωσης του γραφείου στη Μόσχα ως Τεκμήρια 4 και 5 αντίστοιχα. Παρουσιάζει επιστολή της Εναγομένης 2 ημ. 21.2.20 προς τη διευθύντρια του γραφείου στη Μόσχα, Τεκμήριο 7, με την οποία ζητά την εφαρμογή της απόφασης για την καταγγελία της σύμβασης. Προσθέτει ακόμα ότι ο Ενάγων ουδέποτε αμφισβήτησε την αξιοπιστία αυτού του Ρώσου ελεγκτή ή τα προσόντα του. Μέσα από τη σχετική αλληλογραφία, φαίνεται να εκφράζεται η αμφιβολία της Εναγομένης 2 για τις οικονομικές καταστάσεις και να παρουσιάζεται η σύναψη μιας συμφωνίας μεταξύ της Εναγομένης 1 και του ελεγκτικού γραφείου, η οποία υπογράφεται από την Εναγομένη 2 για την εταιρεία και την οποία το γραφείο στη Ρωσία δεν δέχθηκε να τιμήσει στη βάση του ότι δεν μπορεί να εκτελεί εντολές από τον ένα εκ των δύο διευθυντών αλλά στη βάση κοινής εντολής, επισημαίνοντας μάλιστα τις διαφωνίες μεταξύ τους. Η απαντητική επιστολή ημ. 20.2.20 της διευθύντριας του γραφείου στη Μόσχα, Τεκμήριο 6, δεν φαίνεται να υποδηλοί πως δέχονται οδηγίες μόνο από τον Ενάγοντα, ως ισχυρίζεται ο ΧΠ, αλλά πως οι οδηγίες της Εναγομένης 2 για τερματισμό της συμφωνίας από την εταιρεία δεν μπορούσαν να εκτελεστούν καθότι δεν υπήρχε η σύμφωνη γνώμη των διευθυντών ούτε και ακολουθήθηκε η νενομισμένη διαδικασία λήψης απόφασης εκ μέρους της εταιρείας, αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα τη σύγκρουση μεταξύ των μετόχων και διευθυντών της εταιρείας. Ο ΚΠ, επικαλούμενος το επείγον στη συλλογή των απαραίτητων στοιχείων για την καταχώριση της Αγωγής και της υπό κρίση Αίτησης, περιορίζεται σε μια συνοπτική αναφορά και σε άλλες ισχυριζόμενες δόλιες ενέργειες της Εναγομένης 2 για τον σφετερισμό της περιουσίας της οικογένειας, όπως π.χ. παράνομη μεταφορά της οικογενειακής περιουσίας και συγκεκριμένα ποσού €7εκ. από την εταιρεία στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους σε προσωπικό της λογαριασμό, Τεκμήριο 12, και κακόβουλο μπλοκάρισμα των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων των εταιρειών στη Σερβία και στο Μαυροβούνιο. Γι΄ αυτούς τους ισχυρισμούς ο ΧΠ περιορίζεται και πάλι σε μια γενική άρνηση. Και στις δύο ένορκες δηλώσεις του ο ΧΠ ισχυρίζεται ότι από τον Ιούνιο του 2019 ο Ενάγων μπλόκαρε τον λογαριασμό της Εναγομένης 1 και δεν έχει καταβληθεί οποιοδήποτε μέρισμα στους Εναγόμενους 2 και 3 χωρίς οποιαδήποτε εξήγηση. Η ΕΜ προβαίνει σε γενική άρνηση αυτού του ισχυρισμού λέγοντας ότι ουδέποτε έγινε κάτι τέτοιο. Εδώ σημειώνεται ότι η αναφορά του δικηγόρου του Ενάγοντος στην αγόρευση του για το ότι δεν δόθηκε μέρισμα καθότι η Εναγομένη 1 είχε ζημιές για τα έτη 2014 και 2015 και επομένως δεν υπήρχε μέρισμα για να διατεθεί στους μετόχους, δεν αποτελεί μαρτυρία και επομένως δεν δύναται να ληφθεί υπόψιν στα πλαίσια της υπό κρίση Αίτησης. Στο σημείο αυτό κρίνεται σκόπιμο να παρεμβληθεί ο ισχυρισμός του ΧΠ πως ο Ενάγων παραβίασε το καθήκον αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων καθότι δεν αποκάλυψε τις αποδιδόμενες σε αυτόν ενέργειες, ήτοι την άρνηση υπογραφής των καταστάσεων για τα έτη 2014 και 2015, το μπλοκάρισμα του λογαριασμού της Εναγομένης 1 και τη μη παροχή μερίσματος στους Εναγόμενους 2 και 3 από τον Ιούνιο του
  17. Αποτελεί βασική νομική αρχή ακολουθούμενη σταθερά τόσο από την Αγγλική όσο και την Κυπριακή νομολογία ότι στις μονομερείς αιτήσεις ο αιτητής έχει υποχρέωση να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου όλα τα ουσιώδη γεγονότα που δύνανται να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική του κρίση. Παράλειψη αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων θεωρείται ως είδος «εξαπάτησης» του Δικαστηρίου και έχει ως συνέπεια την άρνηση του Δικαστηρίου να τον ακούσει ακυρώνοντας το προσωρινό διάταγμα που εξέδωσε χωρίς να εξετάσει την ουσία του. Η πιο πάνω καθιερωμένη νομική αρχή αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθότι η έκδοση προσωρινού διατάγματος μονομερώς συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφόσον παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί, όπως έχει χαρακτηριστικά λεχθεί στην υπόθεση Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ. κ.ά.
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453. Στην υπόθεση Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 το Εφετείο τόνισε για ακόμα μια φορά ότι η μονομερής αίτηση είναι υψίστης πίστεως («uberrima fides»), και επομένως ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Η υποχρέωση πλήρους αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων εκτείνεται ακόμα και σε αναφορά σε τυχόν υπεράσπιση που ο αιτητής έχει λόγο να πιστεύει ότι μπορεί να προβάλει η άλλη πλευρά - βλ. Global Cruises v. Metro Shipping
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 607. Κρίνεται ακόμη σκόπιμη η παραπομπή στην υπόθεση Harvardskiy Prumyslovy Holding A.S. v. Daventree Resources Ltd κ.ά.
(2008)1(B) Α.Α.Δ. 801, η οποία περιέχει μια διαφωτιστική σύνοψη των αρχών που διέπουν το θέμα της μη αποκάλυψης ουσιωδών στοιχείων. Όπως έχει ήδη λεχθεί, ο Ενάγων αρνείται αυτούς τους ισχυρισμούς και επομένως δεν θεωρώ ότι η παράλειψη αναφοράς σε γεγονότα τα οποία του αποδίδονται από την άλλη πλευρά αλλά ο ίδιος αρνείται συνιστά παραβίαση του καθήκοντος για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη στα πλαίσια της υπό κρίση μονομερούς Αίτησης. Επιπλέον, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψιν ότι το θέμα της μη αποκάλυψης εξετάζεται και περιορίζεται στις περιπτώσεις όπου το Δικαστήριο καλείται να εκδώσει, και εκδίδει, μονομερές διάταγμα χωρίς το πρόσωπο εναντίον του οποίου ζητείται το διάταγμα να λάβει γνώση και να έχει την ευκαιρία να ακουστεί. Μάλιστα, για τον σκοπό εξέτασης της μη αποκάλυψης, το Δικαστήριο περιορίζεται μόνο στα γεγονότα που στοιχειοθέτησαν την αρχική αίτηση - βλ. Demstar Ltd. v. Zim Israel Navigation Co. Ltd. κ.ά
(1996)1(Α) Α.Α.Δ.
  1. Στην προκειμένη περίπτωση το Δικαστήριο το οποίο επιλήφθηκε της μονομερούς Αίτησης εξέδωσε μονομερώς μόνο το πρώτο αιτούμενο διάταγμα, για την απαγόρευση σύγκλησης της γενικής συνέλευσης στις 8.1.20, και διέταξε την επίδοση της Αίτησης αναφορικά με τα υπόλοιπα αιτητικά καθιστώντας την έτσι για το υπόλοιπο μέρος δια κλήσεως. Ως εκ τούτου, αυτό το ζήτημα περιορίζεται και αφορά μόνο στο μονομερώς εκδοθέν διάταγμα (και έχει ήδη εξεταστεί ανωτέρω) και όχι στο υπόλοιπο μέρος της Αίτησης, στα πλαίσια της οποίας καταχωρίστηκαν και εκατέρωθεν συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις. Η ΕΜ αναφέρει ότι λόγω της πανδημίας από τον Μάρτιο του 2020 προέκυψαν προβλήματα με τη μη καταβολή των ενοικίων για τα ακίνητα της Εναγομένης 1 και ο Ενάγων ανέλαβε τη διαχείριση του ζητήματος μέσω του γραφείου στη Μόσχα. Λόγω της κατάστασης και των παραπόνων της Εναγομένης 2, ο Ενάγων προσπάθησε να αναμείξει και συμπεριλάβει την Εναγομένη 2 στη διαχείριση της κατάστασης και αυτή δεν ανταποκρίνεται σε αυτή την προσπάθεια του. Ο ΧΠ, στη συμπληρωματική του δήλωση, αναφέρει ότι οι Εναγόμενοι 2 και 3 ουδέποτε αρνήθηκαν να επιλύσουν οποιοδήποτε πρόβλημα παρουσιάστηκε στην Εναγομένη 1 αλλά ότι μετά το διαζύγιο τον Σεπτέμβριο του 2019 ο Ενάγων απέκλεισε τους Εναγόμενους 2 και 3 από τις δραστηριότητες της εταιρείας και έτσι ήταν αδύνατο γι΄ αυτούς να προσφέρουν την όποια βοήθεια τους, καθότι οι υπάλληλοι της Εναγομένης 1 δεν δέχονται οδηγίες από τους Εναγόμενους 2 και
  2. Χωρίς το Δικαστήριο να υπεισέρχεται σε αξιολόγηση και τελικά ευρήματα, περιορίζεται στην επισήμανση πως οι θέσεις των δύο πλευρών τείνουν να καταδείξουν πως προφανώς μετά τη ρήξη των σχέσεων μεταξύ του Ενάγοντος και της Εναγομένης 2, η Εναγομένη 2 αρνήθηκε το κάλεσμα του Ενάγοντος να ασχοληθεί με το ως άνω ζήτημα των ακινήτων της εταιρείας επικαλούμενη την άρνηση των υπαλλήλων της εταιρείας να δέχεται τις οδηγίες της, ενώ έχει ήδη διαφανεί πως οι υπάλληλοι εκφράζουν την προθυμία να εκτελούν εντολές οι οποίες λαμβάνονται από κοινού από τους δύο διευθυντές. Με βάση όσα αναφέρονται ανωτέρω και για τους σκοπούς της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας, εκτιμάται ότι οι ισχυρισμοί του Ενάγοντος, όπως αυτοί προβάλλονται μέσω του ΚΠ και της ΕΜ, είναι δυνατό αξιολογούμενοι να γίνουν στο τέλος δεκτοί και να κριθεί ότι βρίσκουν έρεισμα και στα τεθέντα ενώπιον του Δικαστηρίου έγγραφα, ιδιαίτερα συνεκτιμώντας σε αυτό το στάδιο ότι δεν έχουν αντικρουστεί πλήρως από την πλευρά των Εναγομένων μέσω των ισχυρισμών του ΧΠ. Με μια θεώρηση του συνόλου της μαρτυρίας και σύμφωνα με τις πιο πάνω διαπιστώσεις του, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι ο Ενάγων έχει καταφέρει να καταδείξει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της απαίτησης του. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση, εκείνο το οποίο επιζητείται με τα αιτούμενα διατάγματα είναι βασικά η διατήρηση τόσο της υφιστάμενης μετοχικής δομής της Εναγομένης 1 όσο και της υφιστάμενης σύνθεσης του διοικητικού συμβουλίου αυτής, καθώς επίσης και η διατήρηση και προστασία της περιουσίας της εταιρείας και της αξίας αυτής. Με άλλα λόγια, ο Ενάγων επιδιώκει τη διατήρηση της υπάρχουσας κατάστασης αναφορικά με τη δομή, τη διοίκηση, την περιουσία και τον τρόπο λήψης αποφάσεων της Εναγομένης 1 μέχρι την εκδίκαση και αποπεράτωση της Αγωγής. Η φύση και ο σκοπός των αιτούμενων διαταγμάτων, σε συνάρτηση με την ικανοποίηση και της δεύτερης προϋπόθεσης και ειδικότερα την αποδιδόμενη στους Εναγόμενους 2 και 3 συμπεριφορά, οδηγεί το Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι είναι ορατός ο κίνδυνος παύσης και απομάκρυνσης του Ενάγοντος από τη θέση του ως διευθυντή της Εναγομένης 1 με απώτερο σκοπό την εξουδετέρωση της δικής του εμπλοκής στις δραστηριότητες της εταιρείας. Ορατός επίσης είναι και ο κίνδυνος αποξένωσης της περιουσίας της Εναγομένης
  3. Επί τούτου το Δικαστήριο επισημαίνει ότι αποτελεί κοινό έδαφος ότι η εταιρεία είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια των τριών ως άνω αναφερομένων ακινήτων, η αξία της οποίας δεν αμφισβητήθηκε από τους Εναγόμενους ενώ και οι δύο πλευρές αναγνωρίζουν και δέχονται ότι η ενοικίαση τους επιφέρει σημαντικό εισόδημα στην εταιρεία και συνακόλουθα στους μετόχους της. Ο ισχυρισμός του ΧΠ ότι οι Εναγόμενοι 2 και 3 ουδέποτε είχαν πρόθεση να πωλήσουν και ή αποξενώνουν τα τρία ακίνητα της εταιρείας καθότι αυτά τους αποφέρουν τεράστιο εισόδημα δυνάμει ενοικιαστριών εγγράφων με το τελευταίο να λήγει το 2026, φαίνεται να αντικρούεται αφενός από τους ισχυρισμούς του ΚΠ για τις προσπάθειες αποξένωσης αυτών με σκοπό την οικειοποίηση από τους Εναγόμενους 2 και 3 της εν λόγω περιουσίας και αφετέρου από τον ισχυρισμό τόσο του ΚΠ όσο και της ΕΜ πως στα πλαίσια των διαβουλεύσεων μεταξύ των μερών για σκοπούς εξεύρεσης συμβιβασμού, η Εναγομένη 2 εξέφρασε την πρόθεση της να μην πάρει οτιδήποτε ο Ενάγων, ισχυρισμός ο οποίος απλώς αποτέλεσε αντικείμενο μιας γενικής άρνησης από τον ΧΠ. Το Δικαστήριο θεωρεί βάσιμο τον ισχυρισμό του ΚΠ πως σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, υπάρχει ο κίνδυνος υλοποίησης του αποδιδόμενου στους Εναγόμενους 2 και 3 δόλιου σχεδίου με την αποξένωση της περιουσίας της Εναγομένης 1 σε τρίτους καλόπιστους αγοραστές και τη μεταφορά του προϊόντος πώλησης σε άλλες δικαιοδοσίες, καθιστώντας εξαιρετικά δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να ακυρωθούν αυτές οι συναλλαγές και να εξακριβωθεί ο προορισμός του προϊόντος πώλησης. Με βάση τη σχετική νομολογία η οποία εκτίθεται ανωτέρω, είναι προφανές ότι η έννοια της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη μόνο με την αποκατάσταση της υλικής ζημιάς αλλά είναι ευρύτερη έννοια και καλύπτει την προστασία των δικαιωμάτων του Ενάγοντος για τη διατήρηση της συμμετοχής του ως μετόχου και ως διευθυντή της Εναγομένης
  4. Υπό αυτή την έννοια, το γεγονός ότι τυχόν μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων ενδεχομένως να οδηγήσει στην παύση του από διευθυντή και στην αποξένωση ή μείωση της περιουσίας της εταιρείας, οδηγεί το Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι σε περίπτωση μη έγκρισης της Αίτησης η όποια απώλεια δεν είναι ικανή ούτε και εύκολο να αποτιμηθεί και ικανοποιηθεί σε χρήμα. Άλλωστε υπενθυμίζεται πως η παρούσα Αγωγή αποτελεί και παράγωγη Αγωγή, ήτοι για την προστασία της ίδιας της Εναγομένης 1 εταιρείας. Το Δικαστήριο θεωρεί επίσης ότι και το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ του Ενάγοντος. Και τούτο καθότι με τα αιτούμενα διατάγματα διασφαλίζεται η συνέχιση της μετοχικής δομής και της διοίκησης της εταιρείας η οποία φαίνεται πράγματι να εκμεταλλεύεται επιτυχώς την ακίνητη περιουσία της και ταυτόχρονα να επωφελούνται οι μέτοχοι της οι οποίοι είναι οι τελικοί αποδέκτες των εισοδημάτων της. Με άλλα λόγια, προέχει και υπερτερεί η διασφάλιση και προστασία των δικαιωμάτων και της ιδιότητας του Ενάγοντος ως διευθυντή και μετόχου μειοψηφίας καθώς επίσης και της ίδιας της Εναγομένης 1 έναντι των δικαιωμάτων των Εναγομένων 2 και 3 ως διευθυντών και μετοχών πλειοψηφίας της εταιρείας τα οποία ουδόλως φαίνεται να επηρεάζονται αρνητικά με οποιονδήποτε τρόπο με τη συνέχιση του Ενάγοντος ως διευθυντή και την αξιοποίηση των ακινήτων και είσπραξη των ενοικίων. Στα πλαίσια εξέτασης του ισοζυγίου της ευχέρειας, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψιν και τη φύση των αιτούμενων διαταγμάτων τα οποία σε κάποιον βαθμό ταυτίζονται με τις τελικές αξιώσεις. Υπενθυμίζεται ότι αυτά είναι ενδιάμεσα και αναγκαία για τη διατήρηση της υφιστάμενης κατάστασης πραγμάτων μέχρι την αποπεράτωση της Αγωγής ενώ οι τελικές θεραπείες περιλαμβάνουν και αξιώσεις για αποζημιώσεις. Ούτε κρίνεται βάσιμο το επιχείρημα των Εναγομένων πως δεν είναι επιτρεπτή η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων καθότι αυτά εμποδίζουν την εφαρμογή του περί Εταιρειών Νόμου και του καταστατικού της εταιρείας και των αποφάσεων των μετόχων πλειοψηφίας της. Έχει επανειλημμένα τονιστεί ότι η Αίτηση αποσκοπεί στη διατήρηση της υφιστάμενης κατάστασης και το Δικαστήριο έχει την εξουσία να εκδώσει τέτοια διατάγματα σε αυτό το πλαίσιο, για την προστασία των δικαιωμάτων του Ενάγοντος αλλά και της ίδιας της εταιρείας. Επομένως, τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων δεν αποσκοπεί στην παρεμπόδιση εφαρμογής του Νόμου και ή του καταστατικού της Εναγομένης 1, τα οποία μπορούν να εξακολουθούν να εφαρμόζονται με την υφιστάμενη κατάσταση της εταιρείας και μέχρι την εκδίκαση της Αγωγής. Βασικά με την υπό κρίση Αίτηση ο Ενάγων επιδιώκει την παρέμβαση του Δικαστηρίου στην παροχή προσωρινής προστασίας στον ίδιο και στην Εναγομένη 1 μέχρι την αποπεράτωση της Αγωγής και όχι στην καταπάτηση των νομοθετικών και καταστατικών προνοιών οι οποίες θα πρέπει και δύνανται να εφαρμόζονται. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου βρίσκουν έρεισμα στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση των Starport Nominees Ltd κ.ά.
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1271, στην οποία το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία είχαν εκδοθεί προσωρινά διατάγματα απαγόρευσης παύσης των διευθυντών της εταιρείας καθώς επίσης και προστακτικά διατάγματα για τη λήψη μέτρων και επαναδιορισμό των διευθυντών της εταιρείας ως η προτέρα κατάσταση. Αποτελεί λόγο ένστασης πως υπάρχει μεγάλη και ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώριση της Αίτησης. Κρίνεται σκόπιμο να λεχθεί πως ο ΚΠ στην ένορκη του δήλωση αναφέρει όλες τις ενέργειες εκ μέρους του Ενάγοντος και όλη την εξέλιξη των γεγονότων μέχρι και την υποβολή της παρούσας Αίτησης. Με δεδομένο το ιστορικό των γεγονότων από την αποστολή της πρώτης ειδοποίησης για τη σύγκληση της γενικής συνέλευσης της Εναγομένης 1 μέχρι και την καταχώριση της Αίτησης, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι η πλευρά του Ενάγοντος έδρασε άμεσα στη λήψη μέτρων. Αρχικά προέβη σε προσπάθεια συζήτησης με την άλλη πλευρά και εξεύρεσης συμβιβαστικής λύσης, την οποία συνέχισε μέχρι και την υστάτη μέσω των δικηγόρων του, εξαντλώντας κάθε πιθανότητα λύσης και αξιοποιώντας όλο το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα. Η ισχυριζόμενη παντελής έλλειψη συνεργασίας της Εναγομένης 2 και του Εναγομένου 3 οδήγησαν στην αποστολή της τελευταίας προειδοποιητικής επιστολής ημ. 23.12.19 και ακολούθως στην καταχώριση της Αγωγής και της υπό κρίση Αίτησης μόνο λίγες μέρες αργότερα, ήτοι στις 27.12.19. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, το Δικαστήριο θεωρεί ότι ο Ενάγων ενήργησε άμεσα και χωρίς οποιαδήποτε καθυστέρηση, και μάλιστα εξαντλώντας τις όποιες πιθανότητες διευθέτησης της επίδικης διαφοράς εκτός Δικαστηρίου, κάτι το οποίο τελικώς απεδείχθη αδύνατο. Το όλο διαρρεύσαν χρονικό διάστημα σε συνδυασμό και με την όλη στάση του Ενάγοντος και το γεγονός ότι η σύγκληση της γενικής συνέλευσης συνέπεσε και κοντά στις γιορτές των Χριστουγέννων και του Νέου Έτους, κάτι το οποίο ο ΚΠ δεν θεωρεί καθόλου τυχαίο, ενδυναμώνουν την πεποίθηση του Δικαστηρίου για την άμεση δράση του Ενάγοντος στη λήψη μέτρων αναφορικά με τη σύγκληση της προγραμματισμένης για τις 8.1.20 συνέλευσης. Επί τούτου το Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο να αναφέρει ότι λαμβάνει ως έναυσμα για την καταχώριση της παρούσας τα πρόσφατα γεγονότα του Νοεμβρίου του 2019 και όχι τα παλαιότερα γεγονότα του 2012 και 2013 καθότι γι΄ αυτά και πάλι ο Ενάγων φαίνεται να κινήθηκε άμεσα και έγκαιρα με την καταχώριση των ανάλογων δικαστικών διαδικασιών, στην Ιταλία, στην Κύπρο και στη Μόσχα, εξασφαλίζοντας τις θεραπείες για τη διατήρηση αφενός της θέσης του ως διευθυντή και αφετέρου της περιουσίας της εταιρείας. Όπως εξηγεί ο Ενάγων, μετά από αυτά υπήρξε μια «ανακωχή» με αποτέλεσμα οι Εναγόμενοι 2 και 3 να επανήλθαν με την προσπάθεια απομάκρυνσης του από το διοικητικό συμβούλιο τον Νοέμβριο του 2019, όταν πλέον το θέμα ήλθε εκ νέου στην επιφάνεια και κατέστησε αναγκαία την αντίδραση του Ενάγοντος για προστασία των δικαιωμάτων του ιδίου και της εταιρείας. Προβάλλεται επίσης ως λόγος ένστασης πως δεν έχει καταδειχθεί το κατ΄ επείγον στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Κατ΄ αρχάς το Δικαστήριο σημειώνει πως το στοιχείο του επείγοντος αφορά μόνο στην έκδοση διαταγμάτων μονομερώς και επομένως οι όποιοι ισχυρισμοί του ΧΠ με αναφορά στα αιτητικά για τα οποία διετάχθη η επίδοση της Αίτησης κρίνονται εκ προοιμίου αβάσιμοι. Αναφορικά με το ζήτημα, χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει η υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd. v. Χρίστου
(1998)1 Α.Α.Δ. 598, στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Το επείγον για την παροχή θεραπείας αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Μόνο, εφόσο καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος, δικαιολογείται, όλως εξαιρετικά η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του Εναγομένου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρηθεί η παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση.» Με βάση όσα αναφέρονται ανωτέρω, η φύση της αποδιδόμενης στους Εναγόμενους 2 και 3 συμπεριφοράς αλλά κυρίως οι συνέπειες αυτής, ήτοι η σύγκληση συνέλευσης με σκοπό τη λήψη απόφασης για παύση του Ενάγοντος από διευθυντή της Εναγομένης 1, αναμφίβολα ικανοποιούν το στοιχείο του κατεπείγοντος στην παροχή άμεσης θεραπείας μονομερώς. Ο ΧΠ στην ένορκη του δήλωση ισχυρίζεται ότι δεν συνέτρεχε το στοιχείο του επείγοντος καθότι δεν υπήρχε πρόθεση αποξένωσης της περιουσίας της Εναγομένης 1, όμως προφανώς διαφεύγει την προσοχή του ιδίου πως οι προϋποθέσεις έκδοσης μονομερώς προσωρινών διαταγμάτων, συμπεριλαμβανομένου και του στοιχείου του επείγοντος, κρίθηκε από το Δικαστήριο ότι ικανοποιούντο μόνο για την έκδοση του διατάγματος σύγκλησης της συνέλευσης και παύσης του Ενάγοντος από το διοικητικό συμβούλιο και όχι για την όποια πιθανότητα αποξένωσης περιουσίας της εταιρείας, εφόσον διετάχθη η επίδοση της Αίτησης αναφορικά με τα συναφή αιτητικά. Χρήσιμη καθοδήγηση ως προς θέμα της καθυστέρησης και του επείγοντος προσφέρει επίσης η πρόσφατη υπόθεση CJSC "TV Company Stream" κ.ά. v. Content Union S.A., Πολ. Έφ. Ε34/18 (σχ. με Ε35/18), ημ. 8.4.21. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις ούτως ώστε να δικαιολογείται η οριστικοποίηση του εκδοθέντος διατάγματος και η έκδοση των υπόλοιπων αιτούμενων διαταγμάτων, με μια διαφοροποίηση στην επιφύλαξη του αιτητικού υπό την παρ.
(4)κατωτέρω ούτως ώστε να επιτρέπεται και διευκολύνεται σε κάποιον περιορισμένο βαθμό η διεξαγωγή των συνήθων εργασιών της Εναγομένης 1. Ως εκ τούτου η Αίτηση εγκρίνεται.
(1)Το προσωρινό διάταγμα ημ. 27.12.19 με το οποίο απαγορεύεται στους Εναγόμενους να πραγματοποιήσουν τη γενική συνέλευση της Εναγομένης 1 η οποία ήταν προγραμματισμένη στις 8.1.20 και ώρα 15:00 στο εγγεγραμμένο γραφείο της Εναγομένης 1 και ή να λάβουν οποιοδήποτε ψήφισμα και ή σε οποιαδήποτε αναβολή αυτής, όπως αυτό τροποποιήθηκε στις 27.1.20, καθίσταται απόλυτο μέχρι τελικής εκδίκασης της Αγωγής. Επίσης εκδίδονται διατάγματα με τα οποία:
(2)Να απαγορεύεται στους Εναγόμενους να λάβουν οποιοδήποτε ψήφισμα το οποίο θα έχει ως αποτέλεσμα την παύση και ή την αφαίρεση του Ενάγοντος από το διοικητικό συμβούλιο της Εναγομένης 1 και ή τον τερματισμό της ιδιότητας αυτού ως διοικητικού συμβούλου της μέχρι τελικής εκδίκασης της Αγωγής.
(3)Να απαγορεύεται στους Εναγόμενους να καταχωρίσουν στον Έφορο Εταιρειών οποιοδήποτε έγγραφο και ή ψήφισμα το οποίο θα έχει ως αποτέλεσμα την καθαίρεση του Ενάγοντος από το διοικητικό συμβούλιο της Εναγομένης 1 και ή τον τερματισμό της ιδιότητας αυτού ως διοικητικού συμβούλου της μέχρι τελικής εκδίκασης της Αγωγής.
(4)Να απαγορεύεται στους Εναγόμενους να διαθέσουν και ή μειώσουν την αξία και ή αποξενώσουν και ή πωλήσουν και ή μεταφέρουν και ή επιβαρύνουν και ή δωρίσουν και ή μεταβιβάσουν και ή εκχωρήσουν και ή αποποιηθούν ή παραιτηθούν ή άλλως πως διαχειριστούν οποιαδήποτε περιουσία της Εναγομένης 1 χωρίς τη συγκατάθεση του Ενάγοντος, μέχρι τελικής εκδίκασης της Αγωγής, με την ακόλουθη επιφύλαξη: Νοείται ότι το διάταγμα δεν απαγορεύει στους Εναγόμενους να διαθέσουν και ή διαχειριστούν περιουσιακά στοιχεία της Εναγομένης 1 κατά τη διεξαγωγή των συνήθων εργασιών της σε περίπτωση που η αξία του περιουσιακού στοιχείου που θα διαθέσουν ή διαχειριστούν δεν υπερβαίνει τις €5.000. Νοείται περαιτέρω ότι το διάταγμα δεν απαγορεύει στους Εναγόμενους να διαθέσουν και ή διαχειριστούν περιουσιακά στοιχεία της Εναγομένης 1 κατά τη διεξαγωγή των συνήθων εργασιών της νοουμένου ότι προηγουμένως θα ενημερώσουν τους δικηγόρους του Ενάγοντος με την πρώτη ευκαιρία μόνο σε περίπτωση που η αξία του περιουσιακού στοιχείου που θα διαθέσουν ή διαχειριστούν υπερβαίνει τις €5.000 και νοουμένου ότι θα προσδιορίζουν το εν λόγω περιουσιακό στοιχείο όπως επίσης και τη συναλλαγή στην οποία προτίθενται να προβούν.
(5)Να απαγορεύεται στους Εναγόμενους να καταθέσουν οποιαδήποτε εισπρακτέα της Εναγομένης 1 σε λογαριασμούς άλλους από αυτούς της Εναγομένης 1 και ή άλλως πως εκχωρήσουν ή εκτρέψουν τα περιουσιακά της στοιχεία σε τρίτα πρόσωπα μέχρι τελικής εκδίκασης της Αγωγής. Περαιτέρω εκδίδεται Δήλωση με την οποία για σκοπούς των ανωτέρω:
(6)Ο όρος «περιουσία» περιλαμβάνει ¨ Όλα τα περιουσιακά στοιχεία της Εναγομένης 1, ανά το παγκόσμιο, είτε κατέχονται εξ ολοκλήρου είτε από κοινού με άλλους, ανεξάρτητα αν το συμφέρον της επί αυτών είναι άμεσο-ονομαστικό ή ωφέλιμο ή κατέχεται άλλως πως ¨ Όλα τα περιουσιακά στοιχεία της Εναγομένης 1 επί των οποίων οι Εναγόμενοι 2 και 3 για λογαριασμό της έχουν εξουσία να διαθέσουν ή διαχειριστούν ως να ήταν δικά τους. Οι Εναγόμενοι 2 και 3 θεωρούνται ότι έχουν τέτοια εξουσία και ή δυνατότητα επί οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου το οποίο κατέχεται και ή ελέγχεται από οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο, στη βάση των άμεσων και ή έμμεσων οδηγιών της Εναγομένης 1 ¨ Όχι μόνο υλικά αγαθά αλλά επίσης, ενδεικτικά αλλά όχι περιοριστικά, οποιοδήποτε άυλο δικαίωμα (chose in action), περιλαμβανομένων συμβατικών δικαιωμάτων, αγώγιμων δικαιωμάτων και δικαιωμάτων σε ενοίκια ¨ Ειδικότερα, αλλά χωρίς περιορισμό της γενικότητας των πιο πάνω, όλους τους τραπεζικούς λογαριασμούς της Εναγομένης 1 ως επίσης και τα κατωτέρω ακίνητα (
  1. i). αριθμός εγγραφής .12, ακίνητο με εμβαδό 221.5 τ.μ. (
  2. ii). αριθμός εγγραφής .14, ακίνητο με εμβαδό 198.5 τ.μ. (iii) . αριθμός εγγραφής .13, ακίνητο με εμβαδό 134 τ.μ. Τα διατάγματα εκδίδονται υπό τον όρο ότι θα παρασχεθεί εγγύηση από ή εκ μέρους και για λογαριασμό του Ενάγοντος ύψους €200.000 (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση της Bank of Cyprus Public Company Ltd, Πολ. Αίτηση 2/21, ημ. 18.1.21). Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντος - Αιτητή και εναντίον των Εναγομένων - Καθ΄ ων η Αίτηση, αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της παρούσας Αγωγής. (Υπ.) ........ ΄Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Ε.Ν. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.