George Pamboridis LLC ν. Λ. Πρωτοπαπά & Σια ΔΕΠΕ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2160/2020, 27/4/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A187 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2160/2020 Μεταξύ: George Pamboridis LLC Ενάγουσας v. 1. Λ. Πρωτοπαπά & Σια ΔΕΠΕ 2. . Παπαδοπούλου Εναγομένων Αίτηση ημ. 18.8.20 από Εναγόμενες για ακύρωση και ή παραμερισμό του κλητηρίου εντάλματος, της επίδοσης αυτού, της ενδιάμεσης αίτησης ημ. 10.8.20 και των μονομερώς εκδοθέντων διαταγμάτων ημ. 11.8.20 Ημερομηνία: 27 Απριλίου 2021 Εμφανίσεις: Για τις Εναγόμενες - Αιτήτριες: Δρ Π. Ν. Κούρτελλος για Π. Ν. Κούρτελλος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ με κ. Λ. Σαββίδη για Γιώργος Λ. Σαββίδης & Σια ΔΕΠΕ και κα Λ. Πρωτοπαπά για Λ. Πρωτοπαπά & Σια ΔΕΠΕ Για την Ενάγουσα - Καθ΄ ης η Αίτηση: κ. Γ. Μούντης με κ. Χ. Χριστοδούλου για Δρ Κ. Χρυσοστομίδης & Σια ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση οι Εναγόμενες - Αιτήτριες ζητούν: (
- i)Διάταγμα ακύρωσης και ή παραμερισμού του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος και της επίδοσης αυτού λόγω έλλειψης κατά τόπο αρμοδιότητας του Δικαστηρίου. (
- ii)Παρεπόμενο διάταγμα ακύρωσης και ή παραμερισμού οποιωνδήποτε διαβημάτων και ή αιτήσεων καταχωρίστηκαν από την Ενάγουσα στο πλαίσιο της Αγωγής και της επίδοσης αυτών, ειδικότερα της ενδιάμεσης αίτησης ημ. 10.8.20 και των μονομερώς εκδοθέντων διαταγμάτων ημ. 11.8.20, ως εξ υπαρχής άκυρων λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. (iii) Διαζευκτικά και ή συμπληρωματικά διάταγμα ακύρωσης και ή παραμερισμού του διατάγματος αποκάλυψης υπό την παράγραφο Δ ημ. 11.8.20 λόγω · παραβίασης του δικαιώματος δίκαιης δίκης της Εναγομένης 2 και ή έκδοσης του κατά παράβαση των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης · κατάχρησης της διαδικασίας και με σκοπό την εξασφάλιση αθέμιτου οφέλους και αλίευση μαρτυρίας · ασάφειας και αοριστίας. (
- iv)Διαζευκτικά και ή συμπληρωματικά διάταγμα απόρριψης και ή διαγραφής και ή παραμερισμού της ενδιάμεσης αίτησης ημ. 10.8.20 λόγω κατάχρησης της διαδικασίας και ή ως κακόπιστης και ή ως καταχωρισθείσας για αλλότριους και ή αθέμιτους σκοπούς. (
- v)Διαζευκτικά και ή συμπληρωματικά διάταγμα απόρριψης και ή διαγραφής και ή παραμερισμού της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ημ. 11.8.20 λόγω κατάχρησης της διαδικασίας και ή παραβίασης της προβλεπόμενης στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας διαδικασίας. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Εναγομένης 2 - Αιτήτριας η οποία αρχικά επεξηγεί τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι το Δικαστήριο δεν έχει κατά τόπο αρμοδιότητα να επιληφθεί της παρούσας Αγωγής. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι το μονομερές διάταγμα αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal εκδόθηκε κατά παράβαση των αρχών φυσικής δικαιοσύνης και του άρθρου 30 του Συντάγματος και συνεπεία εσφαλμένης εφαρμογής των αρχών που διέπουν την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων. Οι λόγοι ένστασης συνοψίζονται ως ακολούθως: 1) H Αίτηση είναι παράτυπη και ή στηρίζεται σε λανθασμένη νομική βάση. 2) Η Αίτηση είναι καταχρηστική και κακόπιστη και έχει ως σκοπό την καθυστέρηση στη συμμόρφωση με τα εκδοθέντα διατάγματα. 3) Η Αίτηση έχει καταχωριστεί πρόωρα και ή αντικανονικά και δημιουργεί πολλαπλότητα διαδικασίας εφόσον οι Αιτήτριες καταχώρισαν και ένσταση στην αίτηση ημ. 10.8.20, στην οποία εγείρουν τα ίδια ζητήματα συμπεριλαμβανομένης και της έλλειψης κατά τόπο αρμοδιότητας. 4) Η κατά τόπο αρμοδιότητα του Δικαστηρίου επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης και ή από την ενώπιον του μαρτυρία, δυνάμει των οποίων ολόκληρες ή εν μέρει οι βάσεις αγωγής έχουν προκύψει στη Λευκωσία. 5) Η συμπληρωματική ένορκη δήλωση έχει καταχωριστεί νομότυπα. 6) Αναφορικά με το διάταγμα αποκάλυψης (
- i)το Δικαστήριο είχε την εξουσία να το εκδώσει και να το ορίσει επιστρεπτέο σε ημερομηνία προγενέστερη της ημερομηνίας που ορίστηκε επιστρεπτέο το προσωρινό διάταγμα ημ. 11.8.20 (
- ii)οι Αιτήτριες εμποδίζονται να προβάλλουν αυτούς τους ισχυρισμούς από τη στιγμή που αιτήθηκαν και εξασφάλισαν παράταση συμμόρφωσης με αυτό (iii) οι Αιτήτριες δεν στερήθηκαν του δικαιώματος της δίκαιης δίκης και δεν παρατηρείται παραβίαση των αρχών φυσικής δικαιοσύνης. 7) Είναι απαραίτητη η διατήρηση σε ισχύ του διατάγματος αποκάλυψης για να δύναται η Ενάγουσα να εξακριβώσει το πλήρες μέγεθος της αδικοπραξίας των Εναγομένων και να επιτηρεί τη συμμόρφωση τους με το εν λόγω διάταγμα. 8) Η αναγκαιότητα διατήρησης όλων των διαταγμάτων πηγάζει, μεταξύ άλλων, από τη ψευδορκία της Εναγομένης 2 η οποία, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση στην αίτηση ημ. 10.8.20, ψευδώς αρνείται ότι ήρθε σε επικοινωνία με τρεις πελάτες της Ενάγουσας οι οποίοι αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του κ. ΓΠ που συνοδεύει την αίτηση ημ. 10.8.20. 9) Τυχόν έγκριση της Αίτησης θα επιτρέψει τη συνέχιση της παράνομης χρήσης και επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων των πελατών της Ενάγουσας, προκαλώντας την παραβίαση από την τελευταία του Ν.125/18 και του ΕΚ2016/679. 10) Το διάταγμα αποκάλυψης εκδόθηκε καθόλα νομότυπα και ορθά. 11) Δεν υπάρχει ευχέρεια έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. 12) Οι Εναγόμενες - Αιτήτριες βρίσκονται σε παρακοή του διατάγματος από τις 21.8.20 και επομένως εμποδίζονται από του να ακουστούν επί της Αίτησης πριν την εξέταση της αίτησης παρακοής ημ. 28.8.20. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. ΓΠ (εφεξής «ο ΓΠ»), ο οποίος είναι ένας εκ των μετόχων και ο διευθύνων συνέταιρος της Ενάγουσας. Σε αυτή o ΓΠ ουσιαστικά επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι η Αίτηση αναφορικά με το θέμα της δικαιοδοσίας είναι πρόωρη καθότι καταχωρίστηκε πριν την καταχώριση της έκθεσης απαίτησης. Εν πάση περιπτώσει ο ΓΠ ισχυρίζεται ότι η τεθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία καταδεικνύει τη συνομολόγηση συμφωνίας εργοδότησης της Εναγομένης 2, παράβαση και τερματισμό αυτής στη Λευκωσία, καθώς επίσης και παράβαση καθηκόντων εμπιστευτικότητας, πίστης και εμπιστοσύνης προς την Ενάγουσα από την Εναγομένη 2 επίσης στη Λευκωσία. Επισημαίνει πως οι Εναγόμενες δεν έχουν καταδείξει πώς θα επηρεαστούν από τη συμμόρφωση τους με το διάταγμα αποκάλυψης ενώ τυχόν συνέχιση χρήσης των εν λόγω πληροφοριών προκαλεί ζημιά μόνο στην Ενάγουσα. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων τις οποίες κατέθεσαν οι δικηγόροι των δύο πλευρών στο Δικαστήριο. Ι. Ιστορικό Για σκοπούς εξέτασης της Αίτησης, κρίνεται σκόπιμη μια συνοπτική παράθεση του ιστορικού της παρούσας Αγωγής. Σύμφωνα με το περιεχόμενο του φακέλου, και όπως αποτελεί κοινό έδαφος, προκύπτουν τα ακόλουθα: 1. Στις 10.8.20 η Ενάγουσα καταχώρισε γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο με το οποίο αξιώνει, μεταξύ άλλων, ¨ γενικές και ή ειδικές αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης και ή εξυπακουόμενων όρων και ή καθήκοντος εμπιστοσύνης και ή εμπιστευτικότητας που υπείχε η Εναγομένη 2 ως εκ της θέσης της διευθύνουσας συνεταίρου της Ενάγουσας ¨ γενικές και ή ειδικές αποζημιώσεις για κλοπή και ή δόλο και ή συνωμοσία και ή απόσπαση και ή παράνομη χρήση και ή εκμετάλλευση εμπιστευτικών πληροφορίων πελατών και ή συνεργατών της Ενάγουσας, προκαλώντας της ζημιά ¨ γενικές και ή ειδικές αποζημιώσεις για ζημιές στη φήμη, στην υπόληψη και στο καλό όνομα της Ενάγουσας και συνεπακόλουθη οικονομική ζημιά που προκλήθηκε σε αυτή ¨ απόδοση λογαριασμών αναφορικά με τα κέρδη που είχαν ή θα έχουν οι Εναγόμενες από τους πελάτες της Ενάγουσας τους οποίους οι Εναγόμενες εξώθησαν στην κατάρτιση συμφωνίας παροχής υπηρεσιών μαζί τους ¨ διάταγμα αποκάλυψης όλων των πληροφορικών και στοιχείων των πελατών και ή συνεργατών της Ενάγουσας με τους οποίους οι Εναγόμενες ήρθαν σε επαφή μετά τον τερματισμό της απασχόλησης της Εναγομένης 2 στην Ενάγουσα. 2. Την ίδια μέρα η Ενάγουσα καταχώρισε μονομερή αίτηση για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, συνοδευόμενη από ένορκη δήλωση του ΓΠ. 3. Το Δικαστήριο το οποίο επιλήφθηκε της μονομερούς αίτησης, έδωσε άδεια στο προφορικό αίτημα της Ενάγουσας για την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης η οποία προέρχεται από την κα ΜΑ (εφεξής «η ΜΑ»), δικηγόρο και συνέταιρο στην Ενάγουσα, και καταχωρίστηκε στις 11.8.20. 4. Την ίδια μέρα το Δικαστήριο ενέκρινε μονομερώς την αίτηση και εξέδωσε διατάγματα απαγόρευσης επικοινωνίας και ή χρήσης των εμπιστευτικών πληροφοριών της Ενάγουσας τις οποίες κατείχαν οι Εναγόμενες 1 και ή 2, απαγόρευσης σύναψης συμφωνιών παροχής υπηρεσιών με τους πελάτες της Ενάγουσας, καθώς επίσης και διάταγμα αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal όλων των πληροφοριών και στοιχείων των πελατών και ή συνεργατών της Ενάγουσας τα οποία κατέχουν οι Εναγόμενες 1 και ή 2 και ή με τους οποίους ήρθαν σε επαφή μετά τον τερματισμό της απασχόλησης της Εναγομένης 2 στην Ενάγουσα. Το Δικαστήριο όρισε τα διατάγματα επιστρεπτέα στις 21.8.20. 5. Στις 18.8.20 οι Εναγόμενες καταχώρισαν σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία και την υπό κρίση δια κλήσεως Αίτηση. 6. Ταυτόχρονα καταχώρισαν και μονομερή αίτηση με την οποία ζητείτο η έκδοση διαταγμάτων αναστολής των μονομερώς εκδοθέντων διαταγμάτων μέχρι την εκδίκαση της (υπό κρίση) δια κλήσεως Αίτησης παραμερισμού. 7. Την ίδια μέρα, το Δικαστήριο ενέκρινε το αίτημα των Εναγομένων για παράταση του χρόνου συμμόρφωσης με το διάταγμα αποκάλυψης μέχρι τις 21.8.20 και διέταξε την επίδοση της μονομερούς αίτησης αναστολής. 8. Στις 19.8.20 οι Εναγόμενες καταχώρισαν ένσταση στη μονομερή αίτηση ημ. 10.8.20. 9. Στις 21.8.20 η Ενάγουσα καταχώρισε αίτηση για συμπληρωματική ένορκη δήλωση στα πλαίσια της αίτησης της ημ. 10.8.20. 10. Στις 28.8.20 η Ενάγουσα καταχώρισε αίτηση παρακοής λόγω ισχυριζόμενης μη συμμόρφωσης των Εναγομένων με το διάταγμα αποκάλυψης. 11. Στις 3.9.20 η Ενάγουσα καταχώρισε την έκθεση απαίτησης. Οι δύο πλευρές διαφωνούσαν ως προς τη σειρά εκδίκασης των εκκρεμουσών αιτήσεων και το παρόν Δικαστήριο αποφάσισε την εκδίκαση της παρούσας κατά προτεραιότητα. Σημειώνεται ότι η μονομερής αίτηση για αναστολή αποσύρθηκε εν τω μεταξύ. Σημειώνεται εδώ επίσης ότι ο ισχυρισμός, ο οποίος προβάλλεται ως λόγος ένστασης στην παρούσα, πως οι Εναγόμενες εμποδίζονται να προωθούν και ακουστούν επί της υπό κρίση Αίτησης καθότι βρίσκονται σε παρακοή του διατάγματος, αποτέλεσε αντικείμενο εξέτασης από το Δικαστήριο κατά την έκδοση της ενδιάμεσης του απόφασης για τη σειρά εκδίκασης των αιτήσεων και εν πάση περιπτώσει αυτός δεν προωθήθηκε και θεωρείται ότι έχει πλέον εγκαταλειφθεί στα πλαίσια της παρούσας. ΙΙ. Πολλαπλότητα - Κατάχρηση Διαδικασίας Στα πλαίσια εξέτασης της Αίτησης κρίνεται σκόπιμη η εξέταση του λόγου ένστασης πως η καταχώριση της παρούσας δημιουργεί πολλαπλότητα και αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας ενόψει της καταχώρισης και ένστασης στην αίτηση ημ. 10.8.20 η οποία, σύμφωνα με την Ενάγουσα, είναι το ορθό δικονομικό διάβημα όπως προβλέπεται στο άρθρο 9
(3)του Κεφ. 6. Είναι γεγονός ότι το άρθρο 9
(3)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, προνοεί πως κανένα μονομερώς εκδοθέν διάταγμα δεν παραμένει σε ισχύ για χρόνο μεγαλύτερο από αυτόν που είναι αναγκαίος για επίδοση σε όλους όσους επηρεάζονται από αυτό και οι οποίοι δύνανται να εμφανιστούν και ενστούν σε αυτό. Μάλιστα, οι Εναγόμενες άσκησαν αυτό το δικαίωμα τους με την υπό αίρεση εμφάνιση τους και καταχώριση ένστασης στην αίτηση ημ. 10.8.20. Οι Εναγόμενες στηρίζουν την Αίτηση όχι μόνο στο προαναφερόμενο άρθρο 9 του Κεφ. 6 αλλά και στη Δ.48 θ.8
(4)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία δίδει το δικαίωμα σε οποιοδήποτε πρόσωπο (εξαιρουμένου του αιτητή) το οποίο επηρεάστηκε από μονομερώς εκδοθέν διάταγμα να αιτηθεί δια κλήσεως τον παραμερισμό ή την τροποποίηση του εν λόγω διατάγματος και το Δικαστήριο δύναται να το παραμερίσει ή τροποποιήσει υπό τέτοιους όρους ως ήθελε κρίνει δίκαιο. Καθοδηγητικές επί τούτου είναι οι υποθέσεις Hadjisoteriou
(1986)1 C.L.R. 429, Έλληνας v. Χριστοδούλου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 438, Αναφορικά με την Αίτηση του Αντώνη Βούρου
(2003)1(B) A.Α.Δ. 1176, Αναφορικά με την Αίτηση του Αδάμου Μανώλη κ.ά.
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1443, Αναφορικά με την Αίτηση του Ανδρέα Πεδίου
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1995, Αναφορικά με την Αίτηση του Κώστα Κυριάκου (Αρ. 2)
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 1071, Αναφορικά με την Αίτηση των Mainland and Global Investments Ltd
(2012)1(Γ) Α.Α.Δ. 2471, Αναφορικά με την Αίτηση της Ανδρέας Ελευθερίου Επιχειρήσεις Λτδ
(2013)1(Β) Α.Α.Δ. 1308, Αναφορικά με την Αίτηση της Ισαβέλλας Γιάννη Σάββα, Πολ. Έφ. 70/14, ημ. 16.4.14, Vinoventi Ltd v. Σάββα, Πολ. Έφ. 38/11, ημ. 14.10.16 και Αναφορικά με την Αίτηση του Εναγομένου στην Αγωγή 6802/04 Ε.Δ. Λεμεσού, Πολ. Έφ. 151/16, ημ. 21.12.16. Όπως έχει ρητώς αναγνωριστεί στην υπόθεση Νικολαΐδου v. Αττιπά κ.ά.
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1620, «στόχος της Δ.48
(8)
(4)εμφανώς είναι η παροχή δυνατότητας επανεξέτασης θέματος που ρυθμίστηκε ex parte, όταν εκείνος που επηρεάζεται επιθυμεί να ασκήσει το θεμελιώδες δικαίωμα του να ακουστεί, με προοπτική την ακύρωση ή τη διαφοροποίηση του.». Ο σκοπός της εξουσίας που παρέχεται από την εν λόγω δικονομική πρόνοια είναι η δυνατότητα του ενδιαφερόμενου μέρους να ακουστεί όσον αφορά την έκδοση του μονομερούς διατάγματος και προστατεύσει τα δικά του δικαιώματα, τα οποία εστιάζονται κυρίως στις συνέπειες ενδεχόμενης παρακοής του διατάγματος εκ μέρους του, όπως προκύπτει από την υπόθεση Papasian Ltd v. Xenophontos
(1987)1 C.L.R. 376. Στην προκειμένη περίπτωση οι Εναγόμενες καταχώρισαν την υπό κρίση δια κλήσεως Αίτηση με την οποία επιδιώκουν την ακύρωση και ή τον παραμερισμό των μονομερώς εκδοθέντων διαταγμάτων, όπως προνοεί η Δ.48 θ.8
(4). Με την υπό κρίση Αίτηση οι Εναγόμενες επιθυμούν βασικά να ασχοληθούν με δύο ζητήματα. To πρώτο είναι η έλλειψη κατά τόπον αρμοδιότητας του Δικαστηρίου να επιληφθεί της παρούσας Αγωγής. Το δεύτερο αφορά το διάταγμα αποκάλυψης, στη βάση του ότι αφενός αυτό παραβιάζει τα συνταγματικά δικαιώματα των Εναγομένων και τις αρχές φυσικής δικαιοσύνης και αφετέρου είναι ασαφές και αόριστο και ως τέτοιο πρέπει να ακυρωθεί και ή παραμεριστεί. Μια ανάγνωση της υπό κρίση Αίτησης και της ένστασης των Εναγομένων καταδεικνύει πως τα δύο αυτά διαβήματα σε μεγάλο βαθμό καλύπτουν και εγείρουν τα ίδια ζητήματα. Ειδικότερα, και στα δύο οι Εναγόμενες εγείρουν την έλλειψη κατά τόπο αρμοδιότητας του Δικαστηρίου να εκδικάσει την Αγωγή, την παραβίαση συνταγματικών τους δικαιωμάτων και των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης, καθώς επίσης και την κατάχρηση της διαδικασίας, ακόμα και το μη νομότυπο της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Ταυτόχρονα όμως, όπως ορθώς επισημαίνουν οι Εναγόμενες, εγείρουν στην ένσταση ισχυρισμούς για τη μη τήρηση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Ν.14/60και γενικά των αρχών που διέπουν την έκδοση μονομερώς προσωρινών διαταγμάτων και των αρχών της επιείκειας. Επομένως, ουσιαστικά στην Αίτηση εγείρονται ζητήματα τα οποία εγείρονται εκ νέου και στην ένσταση η οποία περιέχει και ξεχωριστά επιπρόσθετα θέματα. Τούτου λεχθέντος, θα πρέπει να υπομνησθεί πως η Αίτηση καταχωρίστηκε αμέσως με την παράταση του χρόνου συμμόρφωσης με το διάταγμα αποκάλυψης, ούτως ώστε πριν να επέλθει ο χρόνος συμμόρφωσης οι Εναγόμενες έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου με την υπό κρίση Αίτηση το αίτημα τους για την ακύρωση και ή τον παραμερισμό των διαταγμάτων. Βεβαίως, η πορεία και εξέλιξη της διαδικασίας οδήγησε στην ύπαρξη τόσο της υπό κρίση Αίτησης όσο και της αίτησης ημ. 10.8.20 και συνακόλουθα στη διαφωνία μεταξύ των μερών ως προς τη σειρά εκδίκασης τους, εξ ου και το Δικαστήριο εξέδωσε την ενδιάμεση απόφαση του καθορίζοντας ότι σειρά εκδίκασης είχε η παρούσα. Μέσα από το ιστορικό της διαδικασίας και τη συμπεριφορά των Εναγομένων, διαφαίνεται πως οι Εναγόμενες εκλαμβάνουν τη φύση και τον σκοπό του κάθε διαβήματος διακριτό και ξεχωριστό, υπό την έννοια πως η δια κλήσεως Αίτηση αποσκοπεί στην ακύρωση και ή στον παραμερισμό των μονομερώς διαταγμάτων στη βάση του ότι αυτά παραβιάζουν θεμελιώδη συνταγματικά δικαιώματα και αρχές δικαίου ή ότι αποτελούν κατάχρηση της διαδικασίας, ενώ η ένσταση αποσκοπεί στην ακύρωση των διαταγμάτων και στη βάση του ότι αυτά δεν θα πρέπει πλέον να ισχύουν καθότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης τους, και οι όποιες διαπιστώσεις του Δικαστηρίου στα πλαίσια αυτών (των διαβημάτων) ενδεχομένως να έχουν αντίκτυπο σε περίπτωση τυχόν παρακοής των διαταγμάτων. Υπό το φως των πιο πάνω διαπιστώσεων του Δικαστηρίου και ενόψει της γενικής εφαρμογής της Δ.48 θ.8
(4), όπως αναγνωρίστηκε στην υπόθεση Νικολαΐδου v. Αττιπά κ.ά. (ανωτέρω), και παρά την ταυτοσημία κάποιων εγειρόμενων θεμάτων και στα δύο αυτά διαβήματα, ήτοι στην υπό κρίση Αίτηση και στην ένσταση στην αίτηση ημ. 10.8.20, το Δικαστήριο θεωρεί ότι η καταχώριση της παρούσας αφ΄ εαυτή δεν δημιουργεί πολλαπλότητα ούτε και συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Και τούτο καθότι παρέχεται το δικαίωμα στις Εναγόμενες να επιδιώκουν με δια κλήσεως αίτηση την ακύρωση των μονομερών διαταγμάτων στις βάσεις τις οποίες οι ίδιες επικαλούνται. Το Δικαστήριο επίσης επισημαίνει πως τυχόν απόφαση του επί οποιουδήποτε ζητήματος στα πλαίσια της υπό κρίση Αίτησης και το οποίο εγείρεται και στην ένσταση θα αντιμετωπιστεί αναλόγως στο κατάλληλο στάδιο. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο ικανοποιείται πως έχει εξουσία να εξετάσει την υπό κρίση Αίτηση στη βάση της Δ.48 θ.8
(4). ΙΙΙ. Κατά Τόπο Αρμοδιότητα Στις υποθέσεις Θεοχάρους v. Παστελλή
(1993)1 Α.Α.Δ. 240 και Παπακόκκινου v. Landbroke Group PLC κ.ά.
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 838 αποφασίστηκε ότι η άσκηση δικαστικής εξουσίας από τα Επαρχιακά Δικαστήρια, συναρτάται τόσο με την καθ΄ ύλην όσο και με την κατά τόπο αρμοδιότητα τους. Σύμφωνα με την υπόθεση Αγρόκτημα Λανίτη & Άλλοι v. Γενικού Εισαγγελέα
(1991)1 Α.Α.Δ. 225, «θέματα που άπτονται της αρμοδιότητας του δικαστηρίου πρέπει να επιλύονται το ενωρίτερο δυνατό. Είναι αντινομικό το δικαστήριο να αναλαμβάνει και να ασκεί δικαιοδοσία εκτός του πεδίου της αρμοδιότητας του». Στην υπόθεση Sevegep Ltd v. United Sea Transport Ltd κ.ά.
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 729 τονίστηκε ότι το Δικαστήριο μπορεί και αυτεπάγγελτα να εξετάζει το θέμα της δικαιοδοσίας σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας και σε εκείνη την περίπτωση αποφασίστηκε με βάση την έκθεση απαίτησης. Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει επίσης η υπόθεση Powertools Electro SRL v. Black & Decker (Ελλάς) Α.Ε.
(2013)1(Γ) Α.Α.Δ. 2182, στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Η νομολογία ορίζει ότι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να επιληφθεί οποιασδήποτε διαφοράς προσδιορίζεται από τα γεγονότα που συνθέτουν την απαίτηση (Sartas Importers-Distributors Ltd v. Μαρουλλή
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1446 και Μούρτζινος ν. Global Cruises Ltd
(1992)1(Γ) Α.Α.Δ. 1160). Όπως αναφέρεται στη Safarino Shoes Industry & Trading Co Ltd v. Βιομηχανίας Υποδημάτων Ε Σταυρινού Λτδ
(1991)1 Α.Α.Δ. 1059, 1063: «τα επίδικα θέματα προσδιορίζονται από τη δικογραφία» (βλ. μεταξύ άλλων Παπαγεωργίου ν. Κλάππα (Investments Services Ltd)
(1991)1 Α.Α.Δ. 24, Homeros Th. Courtis a.ο. v. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180 και Loucaides v. C. D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.L.R. 134). Τα γεγονότα τα οποία συνθέτουν το αγώγιμο δικαίωμα είναι εκείνα τα οποία συγχρόνως στοιχειοθετούν και τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου (βλ. "Sevegep" Ltd v. United Sea Transport Ltd a.ο.
(1989)1 Α.Α.Δ. 729). Πρωταρχικό λοιπόν καθήκον του Δικαστηρίου είναι σύμφωνα με τις αρχές που τάσσει η νομολογία να εξεταστεί το θέμα της δικαιοδοσίας και μόνο αν κριθεί ότι το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία, να προχωρήσει περαιτέρω στην εξέταση της υπόθεσης. Έχει νομολογηθεί ότι ένα πολιτικό δικαστήριο για να αναλάβει δικαιοδοσία για επίλυση συγκεκριμένης διαφοράς πρέπει να έχει ταυτοχρόνως καθ' ύλη και κατά τόπο αρμοδιότητα (Παπακόκκινου ν. Landbroke Group P.l.c. κ.ά.
(1999)1 Α.Α.Δ. 838, 844).» Στην υπόθεση Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita-Aluminium Co Ltd κ.ά.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015 έγινε παραπομπή στην υπόθεση Μούρτζινος ν. Global Cruises S.A.
(1992)1 Α.Α.Δ. 1160 στην οποία λέχθηκε ότι τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι εκείνα που συνθέτουν την απαίτηση, αποκλειστική πηγή αναζήτησης της οποίας είναι η έκθεση απαίτησης. Στην εν λόγω υπόθεση το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε το θέμα της δικαιοδοσίας με βάση μόνο τη γενική οπισθογράφηση του κλητηρίου εντάλματος ενώ η έκθεση απαίτησης δεν είχε ακόμα καταχωριστεί. Το Εφετείο έκρινε λανθασμένο αυτόν τον χειρισμό για τον λόγο ότι η γενική οπισθογράφηση περιείχε περιορισμένο υλικό που καθιστούσε την εξέταση του ζητήματος σε εκείνο το στάδιο πρόωρη. Τονίστηκε ότι είναι ανάλογα με το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης που είτε οι εναγόμενοι είτε το Δικαστήριο αυτεπάγγελτα θα κρίνουν κατά πόσο δημιουργείται ζήτημα ως προς τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Παρά ταύτα, στην υπόθεση Παπακόκκινου v. Landbroke Group PLC κ.ά. (ανωτέρω), το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία το Δικαστήριο διέκρινε την υπό κρίση υπόθεση από τη Μούρτζινος ν. Global Cruises S.A. (ανωτέρω) και αποφάσισε πως στερείτο κατά τόπον αρμοδιότητας με βάση μόνο το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο καθότι αυτό φανέρωνε χωρίς δυσκολία ότι η βάση του αγώγιμου δικαιώματος προέκυψε στην Αθήνα. Το ακόλουθο απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση το οποίο έτυχε επιδοκιμασίας από το Εφετείο είναι διαφωτιστικό: «"Η παρούσα όμως υπόθεση διαφοροποιείται διότι εν προκειμένω δεν εξετάζεται θέμα δικαιοδοσίας ή καθ' ύλην αρμοδιότητας, οπότε πράγματι θα ήταν αναγκαία η έκθεση απαίτησης για να καταδειχθεί, πρώτα απ' όλα, κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις ανάληψης δικαιοδοσίας επί "αλλοδαπής αδικοπραξίας". Εν προκειμένω εγείρεται θέμα τοπικής αρμοδιότητας υπό το φως των προνοιών του άρθρου 21
(1)(α) και (β). Ό,τι ήταν να αναφερθεί σχετικά έχει ήδη περιληφθεί στο κλητήριο ένταλμα και την οπισθογράφησή του. Όσα δε, έχουν αναφερθεί επαρκούν για να καταλήξουμε, από το στάδιο αυτό, στην απόφαση περί μη στοιχειοθέτησης τοπικής αρμοδιότητας. Ό,τι και να λεχθεί στην έκθεση απαίτησης δεν μπορεί να αναιρέσει τα δύο δεδομένα που η ίδια η ενάγουσα απεκάλυψε: πρώτο, το δεδομένο ότι η βάση του αγώγιμου δικαιώματος σε ότι αφορά αδικοπραξία (παράγραφος (Α) της Οπισθογράφησης Απαίτησης) προέκυψε στο Χίλτον Αθηνών, αποκλειόμενης, έτσι, της εφαρμογής του άρθρου 21
(1)(α). δεύτερο, το δεδομένο σε σχέση με τις διευθύνσεις των εναγομένων κατά το χρόνο έγερσης της αγωνής που αποκλείει εφαρμογή του άρθρου 21
(1)(β). Υπό το φως των παραπάνω βρίσκουμε ότι η υπό εξέταση περίπτωση διαφοροποιείται από τις παραμέτρους της υπόθεσης Μούρτζινος η οποία, ως εκ τούτου, δεν βρίσκει εν προκειμένω εφαρμογή. Αντίθετα η Μούρτζινος βρίσκει εφαρμογή σε ότι αφορά την παράγραφο (Β) της Οπισθογράφησης. Μόνο μέσα από την έκθεση απαίτησης και τον προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων θα φανεί κατά πόσο η κατ' ισχυρισμό συμφωνία μπορεί τελικά να συνδεθεί με το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσία υπό το φως του άρθρου 21
(1)και άρθρου 2 ("βάσις της αγωγής") του Ν. 14/60. Στο κλητήριο ένταλμα γίνεται απλώς αναφορά σε "σύμβαση συναφθείσα δυνάμει προφορικής τηλεφωνικής συμφωνίας εις Λευκωσία". Σε περίπτωση σύμβασης η βάση της αγωγής δεν απαιτείται να προκύψει καθ' ολοκληρίαν εντός της δικαιοδοσίας. Υπεισέρχεται το θέμα της σύναψης αφ' ενός και της διάρρηξης της αφ' ετέρου. Όσον αφορά δε τη διάρρηξη και πάλι εξαρτάται η δικαιοδοσία από το κατά πόσο το χρέος είναι άρσιμο ή κομίσιμο (C & Κ Κυριάκου & Αδελφοί Λτδ ν. Αντώνη Ιωάννου
(1990)1 Α.Α.Δ. 479). Είναι συνεπώς εντελώς πρόωρο και χωρίς βάση να εξεταστεί τέτοιο θέμα τώρα."» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Σύμφωνα με τις πιο πάνω νομικές αρχές προκύπτει πως το θέμα της δικαιοδοσίας μπορεί να εξεταστεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, ακόμη και αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο, με βάση το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης. Βεβαίως υπάρχει η δυνατότητα εξέτασης και επίλυσης του ζητήματος με βάση μόνο το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο στις περιπτώσεις όπου από αυτό προκύπτει ξεκάθαρα η ύπαρξη ή μη δικαιοδοσίας. Στην προκειμένη περίπτωση το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει κατά πόσο έχει κατά τόπο αρμοδιότητα να εκδικάσει την παρούσα Αγωγή και από τη στιγμή που η έκθεση απαίτησης έχει ήδη καταχωριστεί και βρίσκεται στον φάκελο της υπόθεσης, στον οποίο το Δικαστήριο δύναται να ανατρέξει και λάβει γνώση αυτού (βλ. Γεωργίου v. Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου Λτδ (Αρ. 2)
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1938), τότε θεωρώ ότι το Δικαστήριο δύναται να αποφασίσει επί του ζητήματος της δικαιοδοσίας λαμβάνοντας υπόψιν και το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης. Κατ΄ αρχάς κρίνεται σκόπιμο να λεχθεί ότι το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο αναφέρεται σε παράβαση συμφωνίας, καθήκοντος εμπιστοσύνης και εμπιστευτικότητας, δόλο, παράνομη ιδιοποίηση κ.λπ., χωρίς όμως να διαφαίνεται πού αυτά συνέβησαν ή διαπράχθηκαν. Επομένως το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ουδόλως αποκαλύπτει τον τόπο επέλευσης της ισχυριζόμενης διάρρηξης της συμφωνίας ή της ισχυριζόμενης διάπραξης των αστικών αδικημάτων. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει τη μονομερή αίτηση ημ. 10.8.20, ο ΓΠ αναφέρει ότι η Ενάγουσα είναι δικηγορική εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη με έδρα τη Λευκωσία, εργοδοτεί δικηγόρους εγγεγραμμένους στον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο και διατηρεί γραφεία στη Λευκωσία και στην Αθήνα. Αναφέρει επίσης ότι η Εναγομένη 1 είναι δικηγορική εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη με έδρα τη Λεμεσό και η Εναγομένη 2 δικηγόρος εγγεγραμμένη στον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο. Ακολούθως ο ΓΠ αναφέρεται στην πρόσληψη την 1.10.09 της Εναγομένης 2 από την Ενάγουσα και στον τερματισμό των υπηρεσιών της στις 12.3.20 ενώ αυτή κατείχε τη θέση της διευθύνουσας συνεταίρου. Ισχυρίζεται ότι η Εναγομένη 2 ήταν κάτοχος μιας μετοχής τάξης Α στην Ενάγουσα λόγω της εργοδότησης της, την οποία αρνείτο να επιστρέψει με τον τερματισμό της απασχόλησης της, ως όφειλε, ούτε και παραιτείτο από διευθύντρια της Ενάγουσας με αποτέλεσμα την παύση της από διευθύντριας σε γενική συνέλευση της Ενάγουσας. Ο ΓΠ ισχυρίζεται ότι περί τον Ιούλιο του 2020 ενημερώθηκε από αριθμό πελάτων της Ενάγουσας ότι η Εναγομένη 2 τους απέστειλε ηλεκτρονικά μηνύματα πληροφορώντας τους για την αποχώρηση της από την Ενάγουσα και την έναρξη της συνεργασίας της με την Εναγομένη 1, και ότι τόσο η ίδια όσο και τα μέλη της τελευταίας ήταν στη διάθεση τους για παροχή νομικών υπηρεσιών. Σύμφωνα με τον ΓΠ, οι πελάτες στους οποίους η Εναγομένη 2 έστειλε μήνυμα διατηρούν εν γνώσει της τελευταίας συμβάσεις παροχής υπηρεσιών με την Ενάγουσα και επομένως είναι φανερή η προσπάθεια της Εναγομένης 2, με τη συνδρομή της Εναγομένης 1, να προκαλέσει την παράβαση αυτών των συμβάσεων. Οι διευθύνσεις ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των πελατών περιήλθαν στην κατοχή της Εναγομένης 2 λόγω της εργοδότησης της στην Ενάγουσα. Ο ΓΠ αναφέρει ότι δεν παρατηρήθηκε οποιαδήποτε παραβίαση ή μη εξουσιοδοτημένη πρόσβαση της Εναγομένης 2 στα ηλεκτρονικά αρχεία της Ενάγουσας και ότι δόθηκε εντολή για τερματισμό της πρόσβασης της τόσο στον κεντρικό εξυπηρετητή υπολογιστών της Ενάγουσας όσο και στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο το οποίο η Εναγομένη 2 διατηρούσε κατά την εργοδότηση της στην Ενάγουσα εντός 24 ωρών από τον τερματισμό των υπηρεσιών της. Ο ΓΠ αναφέρει επίσης ότι η εξεύρεση πελατών, η διατήρηση και η αύξηση τους οφείλεται αποκλειστικά στις δικές του προσωπικές επαφές και διασυνδέσεις και στην επαγγελματική και ποιοτική παροχή υπηρεσιών από την Ενάγουσα. Αναφέρει ακόμα ότι μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγομένης 2 δεν υπεγράφη γραπτή σύμβαση εργοδότησης, όμως της είχαν δοθεί γραπτώς οι όροι εργοδότησης και δυνάμει αυτών, της Πολιτικής Απορρήτου της Ενάγουσας και της ιδιότητας και φύσης της εργασίας της Εναγομένης 2, η τελευταία υπείχε εξυπακουόμενο καθήκον εμπιστευτικότητας των πληροφοριών που περιήλθαν στην κατοχή της κατά την εργοδότηση της στην Ενάγουσα και καθήκον πίστης και εμπιστοσύνης, τα οποία η Εναγομένη 2 παραβίασε. Σύμφωνα με τον ΓΠ, η Ενάγουσα υπέβαλε γνωστοποίηση περιστατικού παραβίασης προσωπικών δεδομένων ενώπιον της Επιτρόπου Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα για μη εξουσιοδοτημένη απόσπαση και χρήση των προσωπικών δεδομένων των πελατών της και καταγγελία εναντίον των Εναγομένων στο Πειθαρχικό Συμβούλιο των Δικηγόρων για επιχειρούμενη άγρα πελατών και για διάρρηξη της σχέσης εμπιστοσύνης λόγω παράνομης απόσπασης και χρήσης προσωπικών δεδομένων των πελατών της Ενάγουσας. Ο ΓΠ προσθέτει ότι η Εναγομένη 2 συνωμότησε με την Εναγομένη 1 με στόχο την κλοπή και την ιδιοποίηση του πελατολογίου της Ενάγουσας προς άγρα πελατών και για εξυπηρέτηση ιδίου οφέλους, προκαλώντας ζημιά στην Ενάγουσα. Οι ισχυρισμοί του ΓΠ στην ένορκη του δήλωση που συνοδεύει τη μονομερή αίτηση ημ. 10.8.20 αποκαλύπτουν ως έδρα της Ενάγουσας στη Λευκωσία, την ύπαρξη συμβατικής σχέσης εργοδότησης μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγομένης 2, τον τερματισμό αυτής της σχέσης, τη λήψη από την Εναγομένη 2 των εμπιστευτικών πληροφοριών και στοιχείων των πελατών της Ενάγουσας και την ισχυριζόμενη παράβαση του καθήκοντος εμπιστευτικότητας, πίστης και εμπιστοσύνης από πλευράς Εναγομένης 2 το οποίο υπείχε στην Ενάγουσα καθώς επίσης και την ισχυριζόμενη συνωμοσία, κλοπή και ιδιοποίηση από τις Εναγόμενες του πελατολογίου της Ενάγουσας. Αυτοί οι ισχυρισμοί αναφέρονται αφενός σε παράβαση συμφωνίας, σε ύπαρξη και παράβαση εξυπακουόμενων όρων εργοδότησης και σε παράβαση καθήκοντος από την Εναγομένη 2 έναντι της Ενάγουσας ως επίσης και στη διάπραξη αστικών αδικημάτων από τις Εναγόμενες 1 και 2 έναντι της Ενάγουσας, προκαλώντας της ζημιά. Οι ισχυριζόμενες παραβάσεις και η ισχυριζόμενη διάπραξη των αστικών αδικημάτων φέρονται τουλάχιστον εν μέρει να έλαβαν χώρα ή να διαπράχθηκαν στη Λευκωσία, προκαλώντας ζημιά στην Ενάγουσα στη Λευκωσία. Σε αυτό το σημείο κρίνεται σκόπιμη η ενασχόληση με τον λόγο ένστασης πως η συμπληρωματική ένορκη δήλωση της ΜΑ προς υποστήριξη της αίτησης ημ. 10.8.20 καταχωρίστηκε κατά παράβαση των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η Εναγομένη 2 στην ένορκη της δήλωση επισημαίνει ότι η συμπληρωματική ένορκη δήλωση καταχωρίστηκε κατόπιν υπόδειξης από το Δικαστήριο το οποίο επιλήφθηκε της μονομερούς αίτησης πως στην ένορκη δήλωση του ΓΠ υπήρχαν διαζευκτικοί ισχυρισμοί. Σύμφωνα με την Εναγομένη 2, αυτό είναι ανεπίτρεπτο και το Δικαστήριο ξεπέρασε τον διαιτητικό του ρόλο ως προς αυτό το ζήτημα με αποτέλεσμα η υπόδειξη του Δικαστηρίου να αποστέρησε στις Εναγόμενες το δικαίωμα να εγείρουν το νομότυπο της ένορκης δήλωσης του ΓΠ που συνοδεύει τη μονομερή αίτηση. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι αυτό το ζήτημα, ήτοι το κατά πόσο ακολουθήθηκε ορθώς η διαδικασία κατά την εξέταση της μονομερούς αίτησης και το αν η συμπληρωματική ένορκη δήλωση καταχωρίστηκε νομότυπα, δεν δύναται να εξεταστεί στα πλαίσια της υπό κρίση Αίτησης καθότι ουσιαστικά αποσκοπεί και απολήγει σε έλεγχο και αναθεώρηση από το παρόν Δικαστήριο προγενέστερης απόφασης ομόβαθμου Δικαστηρίου. Βασικά εκείνο το οποίο ζητείται από το παρόν Δικαστήριο είναι να αποφασίσει κατά πόσο το Δικαστήριο το οποίο έδωσε άδεια για την καταχώριση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης υπερέβη την εξουσία και τον ρόλο του και αντικανονικά και παράτυπα, κατά παράβαση των Θεσμών, έδωσε την εν λόγω άδεια. Σαφώς τέτοια εξουσία παρέχεται μόνο στο Εφετείο καθότι είναι νομολογιακά αναγνωρισμένο ότι η ανατροπή και διαφοροποίηση της όποιας απόφασης ή διατάγματος Δικαστηρίου δεν είναι επιτρεπτή από ομόβαθμο Δικαστήριο. Σχετική επί τούτου είναι η υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση των Λοϊζίδη κ.ά. v. Περατικού, Πολ. Αίτηση 32/19, ημ. 17.4.19, από την οποία παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα: «Επί της ουσίας, η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου συγκλίνει στο ότι δεν είναι δυνατό για ένα Δικαστήριο να αναθεωρεί αποφάσεις ομοβάθμου Δικαστηρίου με δεδομένο ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο θεωρείται ενιαίο για σκοπούς απονομής της δικαιοσύνης και δεν έχει σχέση, ούτε και θα μπορούσε νόμιμα να αποτελούσε παράγοντα που επηρεάζει μια απόφαση, η κατά περίπτωση σύνθεση του κατωτέρου Δικαστηρίου. Δεν μπορεί, με άλλα λόγια, εφόσον έχει αποφασιστεί ένα ορισμένο ζήτημα κατά ένα τρόπο, στη συνέχεια ένα άλλο ομόβαθμο Δικαστήριο στο οποίο αναλόγισε η υπόθεση στην πορεία της διαδικασίας, να αποφασίζει κατά άλλο τρόπο. Στην πρόσφατη απόφαση στη Mikis + Markos Sideris Holdings Limited v. 1. Χρίστου Τριανταφυλλίδης, διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Φάνης Σιδέρη, τέως από τη Λευκωσία, κ.ά., ECLI:CY:AD:2019:A14, Πολ. Έφ. αρ. 21/2013, ημερ. 23.1.2019, επαναβεβαιώθηκε η πιο πάνω αρχή . Στην υπόθεση έγινε αναφορά στην προηγηθείσα απόφαση Νικόλα Σιδέρη κ.ά.
(2010)1 Α.Α.Δ. 286, . Όπως λέχθηκε επί λέξει: «Οπωσδήποτε η αναίρεση της προηγούμενης απόφασης από ισόβαθμο δικαστήριο, θα συνιστούσε έλλειψη ή υπέρβαση δικαιοδοσίας πράγμα που θα εξουδετέρωνε την αποτελεσματικότητα της απονομής της δικαιοσύνης.»» Η κατά τόπο αρμοδιότητα του Δικαστηρίου προσδιορίζεται στο άρθρο 21
(1)(α) του περί Δικαστηρίων Ν.14/60, εκεί όπου η βάση της αγωγής έχει προκύψει είτε καθ΄ ολοκληρίαν είτε εν μέρει εντός των ορίων της επαρχίας στην οποία βρίσκεται το Δικαστήριο. Ο όρος «βάσις της αγωγής» ερμηνεύεται στο άρθρο 2 του Νόμου ότι περιλαμβάνει «τo σύvoλov τωv γεγovότωv τωv θεμελιoύvτωv τo αγώγιμov δικαίωμα, περί oυ η αγωγή, αλλά εις αγωγάς εκ συμβάσεως δεv σημαίvει κατ' αvάγκηv oλόκληρov τηv βάσιv της αγωγής. Βάσις της αγωγής θα θεωρήται ότι έχει πρoκύψει εvτός της δικαιoδoσίας εάv η σύμβασις συvήφθη εvτός αυτής, καίτoι η διάρρηξις δυvατόv vα επήλθεv αλλαχoύ, και επίσης εάv η διάρρηξις επήλθεv εvτός της δικαιoδoσίας, καίτoι η σύμβασις δυvατόv vα συvήφθη αλλαχoύ». Στην υπόθεση Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita-Aluminium Co Ltd κ.ά. (ανωτέρω) γίνεται παραπομπή στην υπόθεση C. & K. Κυριάκου και Α/φοι Λτδ ν. Ιωάννου
(1990)1 Α.Α.Δ. 479 στην οποία κρίθηκε ότι η βάση της αγωγής (διάρρηξη της συμφωνίας) προέκυψε στη Λευκωσία και τοπική αρμοδιότητα για την επίλυση του θέματος είχε το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Ο δικηγόρος των Εναγομένων παρέπεμψε στην υπόθεση Θεοχάρους v. Παστελλή (ανωτέρω) προς υποστήριξη της θέσης ότι «η συμφωνία των μερών δεν εγκαθιδρύει αφ εαυτής βάση δικαιοδοσίας», ισχυριζόμενος πως αυτή η αρχή ισχύει και στην υπό κρίση περίπτωση όπου μάλιστα η σχέση εργοδότησης είχε τερματιστεί και δεν υφίστατο κατά τον χρόνο καταχώρισης της Αγωγής. Πάρα ταύτα, στην προκειμένη περίπτωση η συμφωνία μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγομένης 1 φέρεται να συνάφθηκε στη Λευκωσία και επιπλέον οι βάσεις αγωγής, ήτοι η ισχυριζόμενη παράβαση αυτής και οι συνθήκες υπό τις οποίες η Ενάγουσα κατ΄ ισχυρισμό έλαβε τις πληροφορίες των πελατών της Ενάγουσας, φέρονται επίσης να έλαβαν χώρα και στη Λευκωσία ενώ και η ισχυριζόμενη διάπραξη αστικών αδικημάτων παρουσιάζεται να έγινε τουλάχιστον εν μέρει στη Λευκωσία. Το γεγονός ότι ο τερματισμός της σχέσης εργοδότησης είχε προηγηθεί της καταχώρισης της Αγωγής είναι καθόλα εύλογο, εξ ου και το ότι αυτός αποτελεί μια εκ των βάσεων της Αγωγής και ουδόλως επηρεάζει ή διαφοροποιεί τις πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου για την ύπαρξη κατά τόπο αρμοδιότητας. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι η ένορκη δήλωση του ΓΠ αποκαλύπτει γεγονότα τα οποία καταδεικνύουν ότι το Δικαστήριο έχει κατά τόπο αρμοδιότητα να εκδικάσει την Αγωγή. Όσον αφορά την έκθεση απαίτησης, σε αυτή ουσιαστικά περιέχονται αναλυτικότερα οι ίδιοι ισχυρισμοί. Ειδικότερα, αξίζει να αναφερθεί ότι προβάλλεται ισχυρισμός για ρητό και ή εξυπακουόμενο όρο της συμφωνίας εργοδότησης της Εναγομένης 2 με την Ενάγουσα, απαριθμούνται τα καθήκοντα της Εναγομένης 2 προς την Ενάγουσα τα οποία απορρέουν από την ιδιότητα της ως διοικητική σύμβουλος και διευθύνουσα συνέταιρος στην Ενάγουσα και αναφέρονται λεπτομέρειες εμπιστευτικών πληροφοριών, λεπτομέρειες συνωμοσίας και ή απάτης και ή δόλου και ή παράνομης απόσπασης και ή ιδιοποίησης των Εναγομένων 1 και 2, λεπτομέρειες ανέντιμης βοήθειας της Εναγομένης 1 προς την Εναγομένη 2, λεπτομέρειες παραβίασης καθήκοντος εμπιστευτικότητας και ή πίστης και εμπιστοσύνης και ή εμπιστεύματος και ή παράνομης επέμβασης στις εργασίες της Ενάγουσας και ιδιοποίησης και ή παράνομης κατακράτησης περιουσιακού στοιχείου και παράνομης πρόκλησης άλλου σε παράβαση σύμβασης από τις Εναγόμενες και τέλος λεπτομέρειες ζημιάς και ή απώλειας και ή διαφυγόντος κέρδους. Σαφώς και η έκθεση απαίτησης αποκαλύπτει τη σύναψη συμφωνίας στη Λευκωσία και ισχυριζόμενη διάρρηξη συμφωνίας και διάπραξη αστικών αδικημάτων τουλάχιστον εν μέρει στη Λευκωσία, ούτως ώστε να αποδίδεται κατά τόπο αρμοδιότητα στο παρόν Δικαστήριο να εκδικάσει την παρούσα Αγωγή. Επομένως, τόσο η ένορκη δήλωση του ΓΠ που συνοδεύει την αίτηση ημ. 10.8.20 από μόνη της αλλά και η έκθεση απαίτησης καταδεικνύουν την κατά τόπο αρμοδιότητα του Δικαστηρίου. ΙV. Παραβίαση Συνταγματικού Δικαιώματος και Αρχών Φυσικής Δικαιοσύνης Αποτελεί βασικό ισχυρισμό των Εναγομένων πως το διάταγμα αποκάλυψης εκδόθηκε όχι ως προσωρινό και χωρίς να δοθεί η ευκαιρία στις Εναγόμενες να ακουστούν πριν κληθούν σε συμμόρφωση με αυτό, παραβιάζοντας έτσι το συνταγματικό δικαίωμα τους βάσει του άρθρου 30 του Συντάγματος και τις αρχές φυσικής δικαιοσύνης. Σύμφωνα με τον φάκελο της υπόθεσης, το διάταγμα αποκάλυψης εκδόθηκε στις 11.8.20 μονομερώς θέτοντας ως χρόνο συμμόρφωσης την περίοδο επτά ημερών από την επίδοση του και όλα τα ενδιάμεσα διατάγματα, συμπεριλαμβανομένου και του διατάγματος αποκάλυψης, ορίστηκαν επιστρεπτέα στις 21.8.20. Σύμφωνα με τον αναντίλεκτο ισχυρισμό της Εναγομένης 2 στην ένορκη της δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, το διάταγμα αποκάλυψης επιδόθηκε στην ίδια στις 12.8.20 και στην Εναγομένη 1 στις 13.8.20. Όπως έχει ήδη λεχθεί, στις 18.8.20 καταχωρίστηκε τόσο η υπό κρίση Αίτηση όσο και η μονομερής αίτησης των Εναγομένων η οποία ορίστηκε την ίδια μέρα και το Δικαστήριο αφενός επιλήφθηκε της μονομερούς αίτησης και αφετέρου παρέτεινε τον χρόνο συμμόρφωσης μέχρι τις 21.8.20. Επομένως, το Δικαστήριο θεωρεί ότι στην προκειμένη περίπτωση το Δικαστήριο που επιλήφθηκε της αίτησης ημ. 10.8.20 εξέδωσε μονομερώς προστακτικό διάταγμα αποκάλυψης και έθεσε όρους συμμόρφωσης εντός χρονικής προθεσμίας πριν αυτό να είναι επιστρεπτέο και επιδοθεί στις Εναγόμενες. Ακολούθως, στις 18.8.20 το Δικαστήριο ενέκρινε μονομερές προφορικό αίτημα των Εναγομένων για παράταση του χρόνου συμμόρφωσης μέχρι και την ημερομηνία που τα διατάγματα είχαν οριστεί επιστρεπτέα, ήτοι τις 21.8.20, και την ίδια μέρα οι Εναγόμενες καταχώρισαν και την υπό κρίση δια κλήσεως Αίτηση καθώς επίσης και τη μονομερή αίτηση για αναστολή των διαταγμάτων μέχρι την εκδίκαση της δια κλήσεως. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, το παρόν Δικαστήριο δεν έχει εξουσία, δυνάμει της Δ.48 θ.8
(4), να ακυρώσει και ή παραμερίσει το διάταγμα αποκάλυψης το οποίο εκδόθηκε στα πλαίσια της μονομερούς αίτησης. Η έκδοση του διατάγματος δεν έγινε κατά παράβαση των συνταγματικών δικαιωμάτων των Εναγομένων αλλά στα πλαίσια της άσκησης της εξουσίας και της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το κατά πόσο αυτή η εξουσία ασκήθηκε ορθά ή το γεγονός ότι οι συνέπειες και το αποτέλεσμα του εκδοθέντος διατάγματος άπτονται ζητημάτων όπως αυτά που εγείρονται δεν προσδίδει στο παρόν ομόβαθμο Δικαστήριο την εξουσία να ακυρώσει και ή παραμερίσει το διάταγμα κατ΄ επίκληση της Δ.48 θ.8
(4). Χρήσιμη καθοδήγηση επί του θέματος προσφέρει η υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Νεόφυτου Γρηγοριάδη
(2010)1(Γ) Α.Α.Δ. 1872. Η εν λόγω υπόθεση αφορούσε την έκδοση διατάγματος τύπου Anton Piller το οποίο δεν ορίστηκε επιστρεπτέο. Ο έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Φωτίου επισήμανε τη δυνατότητα ακύρωσης ή παραμερισμού του διατάγματος με δια κλήσεως αίτηση δυνάμει της Δ.48 θ.8
(4), πλην όμως λόγω της φύσης και δραστικότητας του διατάγματος, της διαδικασίας που ενδεχομένως να ακολουθείτο με την καταχώριση ένστασης στη δια κλήσεως αίτηση και του στοιχείου του επείγοντος, έκρινε ότι συνέτρεχαν ειδικές περιστάσεις για την έκδοση προνομιακού εντάλματος ακυρώνοντας το διάταγμα. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι διαφωτιστικό: «Η θέση ότι το διάταγμα μπορούσε να εκδοθεί μονομερώς, με βρίσκει σύμφωνο. Το ερώτημα είναι αν έπρεπε να γίνει επιστρεπτέο, όπως επιβάλλει το άρθρο 9
(3)του Κεφ. 6 ή αν μπορούσε να είναι οριστικό όπως έχει εκδοθεί, οπότε η μόνη θεραπεία του αιτητή ήταν να αποταθεί με αίτηση για παραμερισμό ή τροποποίηση του, με βάση τη Δ.48, Κ.8
(4)των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, όπως ισχυρίζεται η πλευρά των καθ' ων η αίτηση. Αρχίζοντας από τις υποθέσεις που επικαλέστηκε η πλευρά του αιτητή, πράγματι στην υπόθεση In re Hadjisoteriou
(1986)1 C.L.R. 429, εκδόθηκε διάταγμα certiorari αφού το Δικαστήριο ικανοποιήθηκε ότι υπήρξε νομικό σφάλμα προφανές στην όψη της διαδικασίας, για το λόγο ότι προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε με βάση το άρθρο 9 του Κεφ. 6, δεν είχε καταστεί επιστρεπτέο. Στην υπόθεση In re Philippou
(1986)1 C.L.R. 568 εκδόθηκε, στη βάση μονομερούς αίτησης που καταχώρησε ο πατέρας ανηλίκου, προσωρινό διάταγμα με το οποίο εμποδιζόταν η μητέρα να μεταφέρει το παιδί εκτός Κύπρου, το οποίο όμως διάταγμα, δεν έγινε επιστρεπτέο. Αφού πρώτα εξασφάλισε άδεια, στη συνέχεια η μητέρα καταχώρησε αίτηση certiorari, στην οποία κρίθηκε ότι αυτό όχι μόνο αποτελούσε νομικό σφάλμα εμφανές στην όψη της διαδικασίας, αλλά και νομικό λάθος ουσίας αφού αποστέρησε τον άλλο διάδικο από το δικαίωμα να ακουστεί. Έτσι το διάταγμα ακυρώθηκε με certiorari. Στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(1999)1 Α.Α.Δ. 1010 εκδόθηκε προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα στη βάση μονομερούς αίτησης, το οποίο παρόλο που έγινε επιστρεπτέο, η ημερομηνία υπερέβαινε τα χρονικά όρια που απαιτούνταν για σκοπούς επίδοσης του, όπως προβλέπει το άρθρο 9
(3)και αυτό κρίθηκε ότι αποτελούσε νομικό σφάλμα που διακρινόταν στην όψη του παρουσιασθέντος πρακτικού και η Ολομέλεια, επέτρεψε την έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης (όπου είχε κριθεί ότι δεν υπήρξε παραβίαση της εν λόγω απόφασης) και ακύρωσε το διάταγμα. Ήδη ανάφερα πιο πάνω ότι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των καθ' ων η αίτηση με αναφορά στη Δ.48, Κ.8
(1)που απαριθμεί τις περιπτώσεις όπου ένα διάταγμα μπορεί να εκδοθεί μονομερώς χωρίς τούτο να καθίσταται επιστρεπτέο, αλλά το πρόσωπο που επηρεάζεται μπορεί να ζητήσει με αίτηση με κλήση τον παραμερισμό ή τη διαφοροποίησή του, εισηγήθηκαν ότι το επίδικο διάταγμα εντάσσεται σ' αυτή την κατηγορία και επομένως ο αιτητής, αν επιθυμούσε τον τερματισμό του διατάγματος, έπρεπε να αποταθεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο που το εξέδωσε, με αίτηση με κλήση όπως προνοεί η Δ.48, Κ.8
(4). Επομένως υπήρξε διαζευκτική θεραπεία ούτως ώστε να μη χωρεί αίτηση για certiorari. Επικαλέστηκαν μεταξύ άλλων και τις υποθέσεις Έλληνας v. Χριστοδούλου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 438, Νικολαΐδου v. Αττίπα κ.ά.
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1620 και Μιχαηλίδου v. Πεδίου
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1995. Σημειώνω όμως ότι οι εν λόγω υποθέσεις, καθώς και όλες οι περιπτώσεις διαταγμάτων που εκδίδονται μονομερώς με βάση τη Δ.48, Κ.8
(1), διαφοροποιούνται από την παρούσα αφού αφορούσαν απλώς διατάγματα με βάση τη Δ.48. Εδώ το διάταγμα ανεξάρτητα του χαρακτηρισμού του ως Anton Piller order, όπως θα έλεγα και για το διάταγμα τύπου mareva (αμφότερα στην Αγγλία περιγράφονται ως nuclear weapons), είναι διατάγματα δραστικής μορφής που εκδίδονται με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, τα οποία εφόσον εκδίδονται μονομερώς με βάση το άρθρο 9 του Κεφ. 6, πρέπει να ικανοποιούν τις απαιτήσεις του εδαφίου
(3), δηλαδή (α) να γίνονται επιστρεπτέα και (β) σε σύντομο χρόνο όσος είναι αναγκαίος, ανάλογα με τις περιστάσεις, για σκοπούς επίδοσής τους. Ο ισχυρισμός των συνηγόρων των καθ' ων η αίτηση, ότι δεν είναι με βάση το άρθρο 9 του Κεφ. 6 που εκδόθηκε το διάταγμα δεν με βρίσκει σύμφωνο, αφού (α) το άρθρο αυτό είναι στη νομική βάση της αίτησης τους και (β) εμπίπτει, λόγω της φύσης του διατάγματος όπως την περιέγραψαν και οι συνήγοροι των καθ' ων η αίτηση στις ιδιαίτερες περιστάσεις του άρθρου 9
(1)του Κεφ. 6 αν δεν ικανοποιείτο το κατεπείγον. Βέβαια στην ένορκη δήλωση που υποστήριξε την αίτηση τους για έκδοση των διαταγμάτων Anton Piller (βλ. παράγραφο 40) οι καθ' ων η αίτηση επικαλέστηκαν και το επείγον αφού ισχυρίστηκαν ότι αν δεν εκδοθεί το διάταγμα αμέσως, δυνατό τα έγγραφα να αποξενωθούν ή καταστραφούν. Επομένως η προσπάθεια των καθ' ων η αίτηση να θέσουν τη μονομερή τους αίτηση όσον αφορά το διάταγμα Anton Piller έξω από τις πρόνοιες του άρθρου 9 του Κεφ. 6, δεν γίνεται δεκτή. Εφόσον κατάληξα ότι το επίδικο μονομερές διάταγμα θα έπρεπε με βάση το άρθρο 9
(3)του Κεφ. 6 να είναι επιστρεπτέο, κάτι που αποτελεί κοινό έδαφος ότι δεν έγινε, το ερώτημα είναι αν η περίπτωση είναι τέτοια που καθιστά την υπόθεση κατάλληλη για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος certiorari παρά την ύπαρξη άλλου ένδικου μέσου, όπως για παράδειγμα αίτηση με βάση τη Δ.48, Κ.8
(4)που συνήθως γίνεται για διατάγματα που εκδίδονται μονομερώς με βάση τους διαδικαστικούς κανονισμούς. Είναι γνωστή η νομολογιακή αρχή πως όταν προσφέρεται άλλο ένδικο μέσο, και ειδικά αυτό της έφεσης, για αναθεώρηση της πρωτόδικης απόφασης, δεν χωρούν τα προνομιακά εντάλματα εκτός αν υφίστανται εξαιρετικές περιστάσεις ή όπου το δικαστικό μέτρο αντικείμενο της αίτησης, είναι τόσο δραστικό, με ανάλογες επιπτώσεις στον αιτητή, που το Ανώτατο Δικαστήριο κρίνει πρέπον να δώσει άδεια για καταχώρηση αίτησης προς έκδοση προνομιακού εντάλματος (βλ. μεταξύ άλλων In re Ανθίμου
(1991)1 Α.Α.Δ. 41, Vesko Michailovic κ.ά. (Αρ. 1)
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 666, Vesko Michailovic κ.ά. (Αρ. 2)
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 729 και Base Metal Trading Ltd v. Fastact Developments Ltd κ.ά.
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1535. Στο σύγγραμμα Blackstone Civil Practice
(2002)σελ. 418 διαβάζουμε ότι το διάταγμα τύπου Anton Piller "is regarded as a serious stigma on the defendants commercial reputation and well often result in banks refusing further credit or even calling in loans". Η δραστικότητα διαταγμάτων αυτής της φύσης προκύπτει και από τα συγγράμματα που αναφέρθηκαν οι συνήγοροι των καθ' ων η αίτηση. Στρεφόμενος στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης θεωρώ τη φύση του επίδικου διατάγματος ως πολύ δραστικής μορφής, που παρά την ύπαρξη του ένδικου μέσου της αίτησης με κλήση με βάση τη Δ.48, Κ.8
(4)κρίνω ότι οι περιστάσεις είναι τέτοιες που η πιο αρμόζουσα διαδικασία είναι η έκδοση προνομιακού διατάγματος. Ενόψει του ότι υπήρχε υποχρέωση του αιτητή να συμμορφωθεί με το διάταγμα, τυχόν αίτηση με βάση τη Δ.48, Κ.8
(4)δυνατό να αντιμετώπιζε ένσταση ότι δεν δικαιούται να ακουστεί πριν συμμορφωθεί, οπότε τα θέματα θα περιπλέκοντο. Η δραστικότητα του διατάγματος φαίνεται από την ίδια την ειδοποίηση που έδωσαν οι επιτηρητές δικηγόροι για σκοπούς εκτέλεσής του, δηλαδή (α) ότι είχαν 2 ώρες να ζητήσουν νομική συμβουλή και (β) ότι μπορούν να μην επιτρέψουν είσοδο, αλλά υπόκεινται σε διαδικασία παρακοής και φυλάκισης. Από την Ανθίμου (πιο πάνω), σελ. 50, φαίνεται ότι στην In re Philippou (ανωτέρω) ορθά ακυρώθηκε το προσωρινό διάταγμα, που δεν έγινε επιστρεπτέο, με certiorari. Ενόψει των πιο πάνω κρίνω ότι υπάρχουν εξαιρετικές περιστάσεις που δικαιολογούν τη χορήγηση του αιτούμενου διατάγματος παρά την ύπαρξη άλλου ένδικου μέσου.» Τα γεγονότα της πιο πάνω υπόθεσης σαφώς διαχωρίζονται από την παρούσα, καθότι πέραν του ότι εκεί επρόκειτο για διάταγμα Anton Piller, η Δ.48 θ.8
(4)μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την ακύρωση και ή τον παραμερισμό του διατάγματος στη βάση του ότι δεν ορίστηκε επιστρεπτέο ενώ έπρεπε να είχε οριστεί. Εδώ το ζήτημα είναι διαφορετικό, ήτοι κατά πόσο το Δικαστήριο λανθασμένα έθεσε την προθεσμία συμμόρφωσης με το διάταγμα αποκάλυψης πριν οριστεί επιστρεπτέο, θέμα το οποίο εν πάση περιπτώσει διαφοροποιήθηκε με την παράταση του χρόνου συμμόρφωσης και στο μεταξύ καταχωρίστηκαν η υπό κρίση Αίτηση και η μονομερής αίτηση εκ μέρους των Εναγομένων. Συνεπώς υπήρχε η δυνατότητα να ακουστούν και να προβάλουν όλα τα αιτήματα και εισηγήσεις τους κατά την ημέρα επιστροφής του διατάγματος. Κρίνεται σκόπιμη και η παραπομπή στην αίτηση για έκδοση προνομιακού εντάλματος Αναφορικά με την Αίτηση των Victor Corovel κ.ά.
(2007)1(B) Α.Α.Δ. 1221 η οποία αφορούσε την έκδοση μονομερώς διατάγματος αποκάλυψης σε μη διάδικο το οποίο δεν είχε επιδοθεί ποτέ στους εναγόμενους οι οποίοι ήταν οι άμεσα επηρεαζόμενοι για να έχουν την ευκαιρία να ακουστούν ενώπιον του Δικαστηρίου πριν την οριστικοποίηση του. Εκεί το Δικαστήριο επιλήφθηκε της αίτησης και ακύρωσε το διάταγμα χωρίς να αναφερθεί στη δυνατότητα χρήσης της Δ.48 θ.8
(4). Συγκεκριμένα αναφέρθηκαν τα εξής: «Η έκδοση προσωρινού διατάγματος «εξ πάρτε» συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφόσον παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί. Εξάλλου η ισχύς διατάγματος το οποίο εκδίδεται «εξ πάρτε» δεν μπορεί να παρατείνεται για περισσότερο χρόνο απ' ότι είναι απόλυτα αναγκαίος για τη γνωστοποίηση του αιτήματος στον αντίδικο και την προετοιμασία της απάντησης του (Δέστε: Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ κ.ά.
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453). Στην προκείμενη περίπτωση, θεωρώ ότι η προαναφερόμενη «δια κλήσεως» αίτηση θα έπρεπε να θεωρηθεί ουσιαστικά ως «εξ πάρτε» εφόσον δεν επιδόθηκε ποτέ στους εναγομένους οι οποίοι ήσαν οι άμεσα επηρεαζόμενοι και επομένως το παρεμπίπτον διάταγμα που εκδόθηκε στις 11.9.07 θα έπρεπε να είχε οριστεί επιστρεπτέο τη συντομότερη δυνατή ημερομηνία ώστε να επιδοθεί στους εναγομένους για να έχουν και αυτοί την ευκαιρία να ακουστούν ενώπιον του δικαστηρίου, πριν οριστικοποιηθεί το διάταγμα. Η διαδικασία που ακολούθησε το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στην προκείμενη περίπτωση δεν συνάδει με τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης ούτε και με το άρθρο 30 του Συντάγματος αλλά ούτε και με τις σχετικές δικονομικές πρόνοιες όπως το άρθρο 9
(3)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, σύμφωνα με το οποίο, προσωρινό διάταγμα που εκδίδεται χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση στον εναγόμενο, εκπνέει και χάνει την ισχύ του εκτός αν επικυρωθεί, αφού προηγουμένως ακουστεί και ο αντίδικος.» Η πρωτόδικη απόφαση στην Αγωγή 3582/11 ΕΔ Λευκωσίας, ημ. 1.3.13, στην οποία παρέπεμψε το Δικαστήριο ο δικηγόρος των Εναγομένων διαφοροποιείται ως προς τα γεγονότα της και, όπως επεσήμανε το πρωτόδικο Δικαστήριο, εκεί ίσχυαν ιδιάζουσες περιστάσεις. Όπως διαπίστωσε το πρωτόδικο Δικαστήριο, εκείνη η Αγωγή αφορούσε περίπτωση στην οποία έγινε ένορκη αποκάλυψη από την τράπεζα χωρίς διάταγμα και χωρίς καν το Δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο πληρούνταν οι προϋποθέσεις του Νόμου για την αποκάλυψη και η αίτηση αποκάλυψης ουδέποτε επιδόθηκε στον αιτητή ο οποίος ήταν διάδικο μέρος και ευθέως επηρεαζόμενο και συνεπώς είχε δικαίωμα να λάβει γνώση της διαδικασίας. Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει επίσης η υπόθεση Αναφορικά με τον Αποβιώσαντα Λεύκο Επιφανείου
(2010)1(Γ) Α.Α.Δ. 1682 στην οποία αποφασίστηκε ότι παραβίαση των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης δικαιολογούν την παρέμβαση του Εφετείου στα πλαίσια προνομιακού εντάλματος. Ειδικότερα, λέχθηκαν τα εξής: «Η εξουσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου να εκδίδει προνομιακά διατάγματα, αποσκοπεί στον έλεγχο και ακύρωση δικαστικών αποφάσεων στις περιπτώσεις που διαπιστώνεται έλλειψη ή υπέρβαση δικαιοδοσίας ή νομική πλάνη προφανής στο πρακτικό. «Δικαιοδοσία» σημαίνει την εξουσία να αποφασίζει ή να επιλαμβάνεται θεμάτων σύμφωνα με το νόμο και σύμφωνα με τους δικονομικούς κανόνες. Το ένταλμα Certiorari είναι διορθωτικού χαρακτήρα. Διαπίστωση της παρανομίας αρκεί για ακύρωση της απόφασης. Η όλη διαδικασία για την έκδοση του εντάλματος Certiorari δεν έχει ως αντικείμενο την αναθεώρηση της ορθότητας της απόφασης του κατώτερου δικαστηρίου. Για παράδειγμα η διαπίστωση παραβίασης συνταγματικά εμπεδωμένης επιταγής, θεωρείται υπέρβαση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου (βλ. Re Ιωάννου κ.ά.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1341). Το κατώτερο δικαστήριο, όπως και κάθε δικαστήριο, οφείλει να ασκεί την εξουσία του σύμφωνα με το καθορισμένο δίκαιο και τους διαδικαστικούς κανόνες. Η εγκυρότητα της δικαστικής διαδικασίας αποτελεί θεμελιώδη σκοπό του Συντάγματος (βλ. In Re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 329, 333). Η εξουσία αυτή εκτείνεται και στις περιπτώσεις, όπως στην προκειμένη περίπτωση, που διαπιστώνεται παράβαση των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης. Όπως αναφέρθηκε από το δικαστή Κωνσταντινίδη στις υποθέσεις Re Παναγίδη
(1991)1 Α.Α.Δ. 591, στη σελ. 597 «αποτελεί κλασική περίπτωση τέτοιας παράβασης η μη παροχή στον επηρεαζόμενο της ευκαιρίας να ακουστεί, όταν από τη φύση της διαδικασίας του αναγνωρίζεται αυτό το δικαίωμα» (βλ. επίσης «Προνομιακά Εντάλματα», Π. Αρτέμη, 1η Έκδοση
(2004), σελ. 136). Στην υπόθεση Re Πογιατζής (Αρ. 2)
(1995)1 Α.A.Δ. 867 και Re Καψάλης (Αρ. 1)
(1996)1 Α.Α.Δ. 729, θεωρήθηκε ότι η παραβίαση των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης αποτελεί μια από τις εκφάνσεις έλλειψης δικαιοδοσίας, δεδομένου ότι δεν νοείται δικαιοδοσία έξω από τα πλαίσια που ορίζουν οι συγκεκριμένοι κανόνες. Η τήρηση των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης συνιστά προϋπόθεση για την έγκυρη απονομή της δικαιοσύνης (βλ. Re Πιττάκης
(1994)1 Α.Α.Δ. 297 και «Προνομιακά Εντάλματα», Π. Αρτέμη, ανωτέρω, σελ. 138). Όπως επίσης αναφέρθηκε στις υποθέσεις Μαγκάκης
(1990)1 Α.Α.Δ. 1068, στη σελ. 1078, το προνομιακό ένταλμα Certiorari έχει ως λόγο τη διασφάλιση της λειτουργίας των κατώτερων δικαστηρίων, μέσα στα όρια της δικαιοδοσίας τους, σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της δικαιοσύνης που χαρακτηρίζονται με τον όρο «φυσική δικαιοσύνη».» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Δεν διαφεύγει την προσοχή του Δικαστηρίου η σύμφυτη εξουσία του για καταστολή οποιασδήποτε διαδικασίας οδηγεί σε καταπάτηση των συνταγματικών δικαιωμάτων διαδίκου ή αποτελεί κατάχρηση. Οι συμφυείς εξουσίες (inherent jurisdiction) του Δικαστηρίου είναι πολύ ευρείες και είναι αυτές που ασκούνται από το Δικαστήριο για να απονέμει δικαιοσύνη και εξασφαλίσει μια δίκαιη δίκη - βλ. Halsbury´s Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 37, παρ. 14, σελ. 22-23. Στην υπόθεση Τουβλοποιεία Παλαικύθρου Γίγας Λτδ ν. Ουστά (Αρ. 1)
(1994)1 Α.Α.Δ. 109 λέχθηκε ότι «σύμφυτη είναι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου η οποία ενυπάρχει λόγω της ταύτισης της με το Δικαστήριο και της αναγκαιότητας ύπαρξης της για τη λειτουργία του Δικαστηρίου ως Δικαστηρίου δικαίου. Δεν επεκτείνεται πέραν του ορίου τούτου, ούτε αποτελεί πηγή εξουσίας ανεξάρτητη από το νόμο και τους θεσμούς». Στην υπόθεση Re Evand Promotions Ltd κ.ά.
(1998)1 B A.A.Δ. 736, επαναλήφθηκε ότι η εγγενής ή σύμφυτη δικαιοδοσία δεν επεκτείνεται πέραν του ορίου που προσδιορίζεται από την αναγκαιότητα της ίδιας της ύπαρξης της, ούτε κατά κανόνα αποτελεί πηγή εξουσίας ανεξάρτητη από το νόμο και τους θεσμούς. Κατ΄ εξαίρεση η επίκληση της σύμφυτης εξουσίας είναι επιτρεπτή μόνο στην περίπτωση που η τυχόν άρνηση εξουσίας ή δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου θα ισοδυναμούσε με αποστέρηση συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος διαδίκου. Η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου προς παρεμπόδιση διαδικασιών που αποτελούν κατάχρηση της διαδικασίας είναι σύμφυτη και αποβλέπει στην αποτροπή υπονόμευσης της ίδιας της διαδικασίας του Δικαστηρίου. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Αναφορικά με την Αίτηση της Wayplay Technologies Ltd, Πολ. Αίτηση 43/14, ημ. 11.5.15, Spiriev v. Γενικού Εισαγγελέα, Πολ. Έφ. 100/14, ημ. 13.5.14, Korkut v. Γεωργίου (Αρ. 2)
(2007)1(B) Α.Α.Δ. 1333, Διευθυντής Φυλακών v. Περρέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217 και Constantinides v. Vima Ltd κ.ά.
(1983)1 C.L.R. 348. Στην υπόθεση Έλληνας ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ.149 τονίστηκε πως αυτή η εξουσία ασκείται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Με βάση όσα αναφέρονται ανωτέρω και κυρίως τους λόγους για τους οποίους το Δικαστήριο θεωρεί ότι δεν δικαιολογείται η ακύρωση ή ο παραμερισμός του διατάγματος, σαφώς δεν τίθεται ζήτημα να καταστείλει την ακολουθητέα διαδικασία και να ακυρώσει το διάταγμα κατ΄ επίκληση της σύμφυτης του εξουσίας. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο καταλήγει ότι δεν δικαιολογείται η ακύρωση ή ο παραμερισμός του διατάγματος αποκάλυψης στη βάση των όσων προωθήθηκαν με την παρούσα Αίτηση. V. Εμβέλεια, Ασάφεια και Αοριστία του Διατάγματος Αποκάλυψης Οι Εναγόμενες ισχυρίζονται επίσης ότι το διάταγμα αποκάλυψης αποσκοπεί στην αλίευση μαρτυρίας για σκοπούς απόδειξης της ισχυριζόμενης ζημιάς, ότι ο σκοπός επιτήρησης της συμμόρφωσης με το διάταγμα δεν αποτελεί σκοπό τέτοιας φύσης διαταγμάτων και ότι το λεκτικό του είναι ασαφές και αόριστο ούτως ώστε να καθίσταται αδύνατο να αντιληφθούν ποια από τις δύο Εναγόμενες ή και οι δύο θα πρέπει να συμμορφωθούν και τι ακριβώς ζητείται με αυτά για σκοπούς συμμόρφωσης. Η Εναγομένη 2 επικαλείται επίσης παράλειψη του Δικαστηρίου που το εξέδωσε να ρυθμίσει τα όρια χρήσης των πληροφοριών. Πριν προχωρήσω με την ενασχόληση αυτών των ζητημάτων, επιθυμώ να αναφέρω ότι στην αγόρευση του ο δικηγόρος των Εναγομένων εγείρει παρόμοια και άλλα ζητήματα αναφορικά και με τα υπόλοιπα εκδοθέντα προσωρινά διατάγματα ως προς τη φύση, το λεκτικό και την εμβέλεια τους, όπως π.χ. ότι με τα προσωρινά διατάγματα εκλαμβάνεται ως δεδομένο γεγονός το ζητούμενο, ήτοι η διαπίστωση παράβασης και παρανομίας και αποτυπώνεται έκδηλη διάγνωση δικαιωμάτων εις βάρος των Εναγομένων χωρίς να έχει προηγηθεί δίκη. Αυτές όμως οι θέσεις δεν αποτελούν ισχυρισμούς στην Αίτηση και επομένως δεν δύνανται να εξεταστούν από το Δικαστήριο. Είναι καλά γνωστή η νομική αρχή πως οποιοδήποτε διάταγμα θα πρέπει να διατυπώνεται με σαφήνεια. Ενδεικτικά παραπέμπω στην υπόθεση Syn - Hi - Tek Electronics Ltd (Αρ. 1)
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 73 και στο ακόλουθο απόσπασμα: «Είμαι της γνώμης ότι ένα συντηρητικό διάταγμα δεν μπορεί να είναι διατυπωμένο με ένα τέτοιο γενικό τρόπο. Αντίθετα πρέπει να είναι σαφές. Μπορεί να απαγορεύει στον εναγόμενο ή σε οιονδήποτε άλλο διάδικο συγκεκριμένες πράξεις, αλλά δεν είναι επιθυμητό να παρεμποδίζει νομικές διαδικασίες αόριστα (in abstracto). To γεγονός ότι κάθε παράλειψη τήρησης συντηρητικού διατάγματος επισύρει σοβαρές συνέπειες συνιστά ένα επιπρόσθετο λόγο που συνηγορεί υπέρ της ανάγκης για σαφήνεια. Είναι αυτονόητο ότι θα πρέπει να καθορίζεται ποιος δεσμεύεται από αυτό, ούτως ώστε να γίνεται φανερό και ποιος θα πρέπει να υποστεί τις συνέπειες σε περίπτωση παράβασης του.» Κρίνεται σκόπιμο να παρατεθεί αυτούσιο το υπό κρίση διάταγμα αποκάλυψης: «Δ. Διάταγμα αποκάλυψης τύπου «Norwhich Pharmacal», με το οποίο να διατάσσονται οι Εναγόμενες 1 και/ή 2, όπως εντός 7 ημερών από την ημερομηνία επίδοσης του παρόντος Διατάγματος, ετοιμάσουν και καταχωρίσουν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας και επιδώσουν στους δικηγόρους της Ενάγουσας - Αιτήτριας, ένορκη δήλωση, η οποία να αναφέρει και/ή περιλαμβάνει και/ή παρέχει όλες τις πληροφορίες και/ή στοιχεία, καθώς και αντίγραφα όλων των σχετικών εγγράφων, που οι ίδιες και/ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που ενεργεί εκ μέρους και/ή για λογαριασμό τους και/ή κατόπιν οδηγών τους έχουν στη φύλαξη και/ή κατοχή και/ή υπό τον έλεγχό τους, αναφορικά με όλους τους πελάτες ή/και συνεργάτες της Ενάγουσας - Αιτήτριας ή/και τους αντιπροσώπους ή/και υπαλλήλους αυτών με τους οποίους οι Εναγόμενες 1 και 2 έχουν έρθει σε επαφή μετά τον τερματισμό της απασχόλησής της Εναγόμενης 2 με την Ενάγουσα με την αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος ή άλλως πως ή/και το σύνολο των εμπιστευτικών πληροφοριών σε σχέση με τους πελάτες της Ενάγουσας, συμπεριλαμβανομένου χωρίς περιορισμό των ηλεκτρονικών διευθύνσεων ή/και άλλων στοιχείων επικοινωνίας των εν λόγω προσώπων, τα οποία έχουν στην κατοχή ή τον έλεγχο τους οι Εναγόμενες 1 και/ή 2.» Το Δικαστήριο θεωρεί ότι το διάταγμα αποκάλυψης είναι σαφές και προσδιορίζει με επάρκεια από ποιον και το τι απαιτείται να αποκαλυφθεί και δεν τίθεται θέμα ασάφειας και ή αοριστίας ούτως ώστε να δημιουργείται αμφιβολία ως προς τι αναμένεται από τις Εναγόμενες. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς ότι το διάταγμα αποσκοπεί στην αλίευση μαρτυρίας ή ότι εκδόθηκε για λανθασμένο σκοπό, αυτοί και πάλι απολήγουν στην εξέταση από το παρόν Δικαστήριο του κατά πόσο ορθώς εκδόθηκε το διάταγμα και συνακόλουθα στον έλεγχο και στην αναθεώρηση της προγενέστερης απόφασης ομόβαθμου Δικαστηρίου και δεν είναι επιτρεπτό. Ο δικηγόρος των Εναγομένων εισηγήθηκε ότι η ίδια η καταχώριση έκθεσης απαίτησης αποδεικνύει περίτρανα ότι η έκδοση του διατάγματος αποκάλυψης έγινε για αλλότριο σκοπό και όχι για την επικαλούμενη εξακρίβωση του ακριβούς μεγέθους της ισχυριζόμενης αδικοπραξίας η οποία προφανώς είναι ήδη γνωστή στην Ενάγουσα εξ ου και αναφέρεται σε πάρα πολύ μεγάλη ζημιά στην έκθεση απαίτησης. Η καταχώριση της έκθεσης απαίτησης από μόνη της δεν καταδεικνύει κάτι τέτοιο ούτως ώστε στο παρόν στάδιο να διαφαίνεται ότι η έκδοση του διατάγματος αποκάλυψης έγινε καταχρηστικά και για αλλότριο σκοπό, σε βαθμό μάλιστα που να δικαιολογείται η παρέμβαση του παρόντος Δικαστηρίου με την ανακοπή της διαδικασίας στο παρόν στάδιο. VI. Κατάληξη Με βάση όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο καταλήγει ότι οι Εναγόμενες δεν έχουν καταδείξει ικανοποιητικό λόγο ο οποίος να δικαιολογεί την έγκριση εν όλω ή εν μέρει της Αίτησης. Ως εκ τούτου η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας - Καθ΄ ης η Αίτηση και εναντίον των Εναγομένων - Αιτητριών αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της παρούσας Αγωγής. (Υπ.) .......... ΄Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./E.N. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο