← Κύπρος

Delrock Investments Ltd ν. Μ. Schack Engel A/S κ.α., Αρ. Αγωγής: 339/2019, 7/4/2021

Delrock Investments Ltd ν. Μ. Schack Engel A/S κ.α., Αρ. Αγωγής: 339/2019, 7/4/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A165 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 339/2019 Μεταξύ: Delrock Investments Ltd Ενάγουσας v. 1. Μ. Schack Engel A/S 2. . Nielsen 3. . Engel 4. . Nielsen 5. Lifetime Kids Rooms Ltd Εναγομένων Αίτηση Ενάγουσας ημ. 15.2.19 για Προσωρινά Διατάγματα Ημερομηνία: 7 Απριλίου 2021 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα - Αιτήτρια: κ. Α. Δημητριάδης για Κώστας Π. Δημητριάδης ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους 1-3 και 5 - Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Χ. Κληρίδης για Χριστόδουλος Βασιλειάδης & Σια ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα δια κλήσεως Αίτηση η Ενάγουσα - Αιτήτρια ζητά προσωρινά διατάγματα με τα οποία: (Α) Να απαγορεύεται στους Εναγόμενους 1-4 (και στην περίπτωση της Εναγομένης 1 είτε απευθείας είτε μέσω των αξιωματούχων, υπαλλήλων ή αντιπροσώπων της) από του να σταματήσουν να αποδίδουν και ή καταβάλλουν στην Εναγομένη 5 το ποσό που αντιστοιχεί στο 20% κάθε πώλησης την οποία διενεργεί η Εναγομένη 1 και ή οποιοδήποτε συνδεδεμένο με αυτή πρόσωπο προς τα πιο κάτω αναφερόμενα πρόσωπα και ή σε κάθε άλλο πρόσωπο που συμβάλλεται με την Εναγομένη 5: (
  2. i)Efrums Ltd (Ρωσία) (
  3. ii)OOO "ROR" Company (Ρωσία) (iii) Beijing Rivermount Furniture Co. Ltd (Κίνα) (
  4. iv)Tavolo Inc Ltd (Χονγκ Κονγκ) (
  5. v)Upfrontliving Pte Ltd (Σιγκαπούρη) (
  6. vi)Joinwell Ltd (Μάλτα) (vii) Deka Mobilya Ltd (Τουρκία) (viii) Tumbleweed Ltd (Ταϊβάν) (
  7. ix)Porto-Porto Ltd (Λευκορωσία), (Β) Να απαγορεύεται στην Εναγομένη 1 είτε απευθείας είτε μέσω των αξιωματούχων, υπαλλήλων ή αντιπροσώπων της, από του να σταματήσει να προσφέρει τα προϊόντα της προς πώληση στην Εναγομένη 5 σε τιμές κατά 15% χαμηλότερες από τις γενικές χονδρικές τιμές πώλησης της, ως αυτές ισχύουν από καιρό εις καιρό, εκτός όπου συμφωνείται γραπτώς και ρητά διαφορετικά από την Ενάγουσα, μέχρι την εκδίκαση της Αγωγής και ή νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. ΚΚ (εφεξής «ο ΚΚ»), τελικού δικαιούχου της Ενάγουσας και διευθυντή της Εναγομένης 5. Ο ΚΚ αναφέρει ότι η παρούσα Αγωγή συνιστά παράγωγη αγωγή η οποία ηγέρθη από την Ενάγουσα ως μέτοχος μειοψηφίας της Εναγομένης 5, προς όφελος της τελευταίας και για σκοπούς διαφύλαξης των συμφερόντων της, τα οποία καταστρατηγούνται από τους Εναγόμενους 1-4 με τις δόλιες, ανέντιμες και καταχρηστικές ενέργειες τους. Ο ΚΚ περιγράφει το όλο ιστορικό της συνεργασίας μεταξύ της Εναγομένης 1 και αρχικά της Διέξοδος, την οποία αργότερα διαδέχθηκε η Ενάγουσα, ως μέτοχος του 40% της Εναγομένης 5, με σκοπό την προώθηση των παιδικών επίπλων Lifetime της Εναγομένης 1 σε νέες αγορές και τη δημιουργία συστήματος δικαιόχρησης (franchise system) και γενικά δικτύου πώλησης. Ο ΚΚ βασικά αναφέρεται στην υπογραφή μιας προ ιδρυτικής συμφωνίας (pre-incorporation agreement) το 2008, στην ετοιμασία μελέτης σκοπιμότητας (feasibility study) και ακολούθως στη σύσταση της Εναγομένης 5 με την Εναγομένη 1 να κατέχει το 60% των μετοχών της. Ο ΚΚ αναφέρει ότι οι Εναγόμενοι 2-4 εργοδοτούνται από την Εναγομένη 1 και είναι μέλη του διοικητικού συμβουλίου της Εναγομένης 5 και οι Εναγόμενοι 2 και 3 είναι άμεσα ή έμμεσα μέτοχοι κατά το 70% της Εναγομένης 1. Σύμφωνα με τον ΚΚ, η αρχική συμφωνία στηριζόταν σε συγκεκριμένο μοντέλο το οποίο στην πορεία της συνεργασίας των δύο μετόχων διαφοροποιείτο με την κοινή συμφωνία αυτών. Σε κάποιο στάδιο, και συγκεκριμένα μετά που η Εναγομένη 5 άρχισε να έχει κέρδη από την επιχείρηση, ξεκίνησε η διαφωνία μεταξύ των μετόχων ως προς τον χειρισμό των πελατών της Εναγομένης 5 με αποτέλεσμα η Εναγομένη 1 να πωλεί μόνη και απ΄ ευθείας σε πελάτες και να οικειοποιείται την επιχείρηση, την πελατεία και τα περιουσιακά στοιχεία της Εναγομένης 5 και τελικώς να επιθυμεί το κλείσιμο της Εναγομένης 5 και τη λειτουργία της όλης επιχείρησης από την ίδια, επωφελούμενη αποκλειστικά και τα κέρδη. Όπως αναφέρει ο ΚΚ, με επιστολή της ημ. 22.11.18 προς την Εναγομένη 5 και την Ενάγουσα, η Εναγομένη 1 ανακοίνωσε την απόφαση της για τερματισμό της υποστήριξης της Εναγομένης 5 και για διακοπή της πληρωμής του 20% και της παροχής έκπτωσης της τάξης του 15% σε αυτή. Οι όποιες μετέπειτα συζητήσεις μεταξύ των μερών για εξεύρεση λύσης δεν καρποφόρησαν. Σύμφωνα με τον ΚΚ, πρόθεση των Εναγομένων 1-4 ήταν δόλια να παραγκωνίσουν και οδηγήσουν την Εναγομένη 5 σε οικονομική καταστροφή και να επωφεληθούν, οικειοποιηθούν και υφαρπάξουν την κερδοφόρα επιχείρηση, την πελατεία και τα περιουσιακά της στοιχεία. Ισχυρίζεται ότι η μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα επιφέρει καταστροφικές συνέπειες στην Εναγομένη 5 η οποία θα στερηθεί περίπου το 95% του καθαρού εισοδήματος της και συνακόλουθα το αντίστοιχο ποσό της κερδοφορίας της καθώς επίσης και θα οδηγήσει στη μεταφορά όλων των πελατών της στην Εναγομένη 1 με αποτέλεσμα την εξάλειψη της επιχείρησης της. Οι λόγοι ένστασης είναι βασικά οι ακόλουθοι: 1) Το Δικαστήριο δεν δύναται να επιληφθεί της Αίτησης καθότι η διαφορά υπόκειται σε ρήτρα διαιτησίας. 2) Τα Κυπριακά Δικαστήρια στερούνται δικαιοδοσίας να εκδικάσουν την επίδικη διαφορά. 3) Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. 4) Οι αιτούμενες θεραπείες αποτελούν ειδική εκτέλεση σύμβασης χωρίς να πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 76 του Κεφ. 149. 5) Η Αιτήτρια δεν έχει παρουσιάσει μαρτυρία ότι θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. 6) Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. 7) Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα επιφέρει ουσιαστικά τον τερματισμό της απαίτησης της Αιτήτριας. 8) Η Αιτήτρια δεν προσήλθε με καθαρά χέρια και ή απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα και ή παρουσίασε γεγονότα με παραπλανητικό τρόπο. 9) Η Αίτηση είναι καταχρηστική καθότι η Αιτήτρια δεν προωθεί την Αγωγή και διαφαίνεται ότι η έκδοση των αιτούμενων προσωρινών διαταγμάτων είναι ο μοναδικός στόχος καταχώρισης αυτής. 10) Η Αίτηση είναι ουσιαστικά και ή νομικά αβάσιμη. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Εναγομένου 2. Σε αυτή ο Εναγόμενος 2 αναφέρεται με τη σειρά του στο ιστορικό της συνεργασίας μεταξύ της Εναγομένης 1 και της Διέξοδος και ειδικότερα στη σύναψη της προ ιδρυτικής συμφωνίας και στην ετοιμασία της μελέτης σκοπιμότητας. Ισχυρίζεται ότι η πρόθεση της Εναγομένης 1 ήταν το άνοιγμα καταστημάτων με δικαίωμα δικαιόχρησης (franchise) για τα οποία η ίδια δεν είχε εμπειρία και βασίστηκε στη Διέξοδος και στην Εναγομένη 5 γι΄ αυτό, ενώ η Εναγομένη 1 είχε ήδη το εμπορικό όνομα, τα προϊόντα και την ευρεία πελατεία της. Σύμφωνα με τον Εναγόμενο 2, διεφάνη ότι η Εναγομένη 5 απέτυχε να ικανοποιήσει τους στόχους της δυνάμει τόσο της συμφωνίας όσο και της μελέτης, με αποτέλεσμα τη συζήτηση στο διοικητικό συμβούλιο της τελευταίας τρόπων για την επίτευξη αυτών των στόχων. Ο Εναγόμενος 2 ισχυρίζεται ότι το 2011, και για τον σκοπό συνέχισης της λειτουργίας της Εναγομένης 5 για ακόμα κάποιο χρονικό διάστημα, η Εναγομένη 1 αποφάσισε να στηρίξει προσωρινά την Εναγομένη 5, χωρίς όμως οποτεδήποτε να επήλθε αλλαγή ή τροποποίηση στην αρχική συμφωνία. Είναι σε αυτό το πλαίσιο που η Εναγομένη 1 συνέχισε να εξυπηρετεί τους πελάτες της απ΄ ευθείας και απλά να υποστηρίζει οικονομικά την Εναγομένη 5, πληρώνοντας της το 20% το οποίο προέκυπτε από την πώληση των προϊόντων και δίδοντας της την εξαιρετική ψηλή έκπτωση του 15% επί της λιανικής πώλησης αυτών. Σύμφωνα με τον Εναγόμενο 2, ουδέποτε ήταν στόχος ούτε και συμφωνήθηκε ποτέ πως αυτή η διευθέτηση θα συνιστούσε μια δεσμευτική συμφωνία και εν πάση περιπτώσει κατά τον ουσιώδη χρόνο η Εναγομένη 5 είχε μόνο έξι πελάτες ενώ ο ΚΚ αναγνωρίζει ότι η Εναγομένη 5 κερδίζει το 97% του συνολικού εισοδήματος της από πελάτες τους οποίους χειρίζεται αποκλειστικά η ίδια (η Εναγομένη 1). Γι΄ αυτό ο Εναγόμενος 2 εκφράζει αμφιβολία αφενός ως προς το κατά πόσο μπορεί να γίνεται λόγος για παράγωγη αγωγή, εφόσον η Εναγομένη 5 ουδέποτε είχε δικαίωμα να λαμβάνει τέτοια έκπτωση, και αφετέρου ως προς τη νομιμότητα της μεταβίβασης των μετοχών από τη Διέξοδος στην Ενάγουσα, εφόσον το καταστατικό της Εναγομένης 5 δίδει δικαίωμα αγοράς μετοχών πρώτα στους υφιστάμενους μετόχους της. Ο Εναγόμενος 2 επικαλείται τον τερματισμό της συμφωνίας και τις μετέπειτα συζητήσεις μεταξύ των μερών, και ουσιαστικά επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης ως προς το αβάσιμο της Αίτησης και το απαράδεκτο της φύσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων τις οποίες οι δικηγόροι κατέθεσαν στο Δικαστήριο. Σημειώνεται ότι η Αίτηση αποσύρθηκε άνευ βλάβης εναντίον του Εναγομένου 4 και ότι μετά την καταχώριση εμφάνισης υπό διαμαρτυρία των Εναγομένων 1-3 και 5, ακολούθησε η καταχώριση αίτησης από μέρους τους για αναστολή και ή παραμερισμό της διαδικασίας λόγω της ύπαρξης ρήτρας διαιτησίας στη μεταξύ των διαδίκων συμφωνία. Το Δικαστήριο έκρινε σκόπιμη την εκδίκαση πρώτα εκείνης της αίτησης και με την ενδιάμεση του απόφαση ημ. 14.10.20 την απέρριψε. Στα πλαίσια της αγόρευσης του ο δικηγόρος των Καθ΄ ων η Αίτηση δήλωσε ότι ενόψει της απόφασης ημ. 14.10.20, δεν προωθούνται οι δύο πρώτοι λόγοι της ένστασης. Το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Ν.14/60, στο οποίο βασίζεται, μεταξύ άλλων η Αίτηση, παρέχει το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων, κάτι το οποίο επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι προϋποθέσεις που πρέπει απαραίτητα να συνυπάρχουν για να δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος με βάση το εν λόγω άρθρο είναι: (α) Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) Ύπαρξη πιθανότητας ότι ο ενάγων δικαιούται σε θεραπεία ή ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας, και (γ) Δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το προσωρινό διάταγμα. Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others

(1982)1 C.L.R. 557, πέραν των πιο πάνω το Δικαστήριο θα πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα - βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ΄΄Βασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152. Σε τέτοιου είδους αιτήσεις, ο αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται και οι τρεις προαναφερόμενες προϋποθέσεις για να δημιουργηθεί το υπόβαθρο πάνω στο οποίο το Δικαστήριο στην ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας θα προχωρήσει να αποφασίσει υπέρ ή εναντίον της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος. Το Δικαστήριο, σε αυτό το στάδιο, δεν καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, κάτι το οποίο θα αποτελέσει την κρίση του κατά την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η διαπίστωση περί του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 663 και Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Milton Investment Co Ltd κ.ά. v. Dryden Group Ltd
(2014)1(Α) Α.Α.Δ. 731, τονίστηκε και πάλι πως «στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα που ουσιαστικά θα ισοδυναμούσαν με απόφαση επί της ουσίας της αγωγής». Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης, δηλαδή της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό να αποκαλύπτεται με βάση τα δικόγραφα συζητήσιμη υπόθεση. Στην έννοια του δικογράφου περιλαμβάνεται σε τέτοιες διαδικασίες και η ένορκη δήλωση. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, αυτή της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι με βάση τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας του ενάγοντος στην αγωγή. Ενδεικτικά παραπέμπω το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253: «Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας που αποτελεί προϋπόθεση γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας: Βλ. Odysseos v. Pieris Estates Ltd. and Others
(1982)1 C.L.R.557. Διευκρινίζουμε ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Το Εφετείο στην υπόθεση Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R.585, παρέθεσε επιδοκιμαστικά το εξής απόσπασμα από την απόφαση του δικαστή Slade J., στη Re Lord Cable (deceased) Garatt and Others v. Waters and Others
(1976)3 All E.R.417 (σελ.430) στην οποία εξηγείται ότι, ακόμα και μετά την απόφαση στην American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R.504, η προοπτική επιτυχίας δε μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση μαρτυρίας: "Nevertheless, in my judgment it is still necessary for any plaintiff who is seeking interlocutory relief to adduce sufficiently precise factual evidence to satisfy the Court that he has a real prospect of succeeding in his claim for a permanent injunction at the trial. If the facts adduced by him in support of his motion do not by themselves suffice to satisfy the Court as to this, he cannot in my judgment expect it to assist him by inventing hypotheses of fact on which he might have a real prospect of success. For example, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that another person has at all material times held certain assets as nominee for a third party, he must adduce sufficient factual evidence to show both the grounds on which such claim is made and that he has a real prospect of establishing that such assets are so held. Likewise, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that certain trustees have in the past been acting in breach of trust, he must adduce factual evidence sufficient to show not only what acts or omissions are relied on but also that he has a real prospect of establishing that they constituted a breach of trust under the relevant system of law."» Η τρίτη προϋπόθεση συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, και όπως τονίστηκε στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others (ανωτέρω), το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στα πλαίσια αυτής της προϋπόθεσης. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά επαρκή θεραπεία η θεραπεία των αποζημιώσεων, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρούται η τρίτη προϋπόθεση. Αν η υπόθεση εκ της φύσης της δεν επιδέχεται τη θεραπεία των αποζημιώσεων ή ο υπολογισμός των αποζημιώσεων θα είναι αδύνατος, τότε εύκολα μπορεί να λεχθεί ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μελλοντικό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι' αυτό δεν μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη. Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Κυρισάββας κ.ά. v. Κίζη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1245, λέχθηκε ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, και ότι ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψιν. Σχετικές επί τούτου είναι επίσης οι υποθέσεις Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1848 και Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 C.L.R.
  1. Σύμφωνα με το περιεχόμενο του φακέλου της υπόθεσης και όπως αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών, στις 12.2.19 η Ενάγουσα καταχώρισε γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο με το οποίο ζητά · Απόφαση υπέρ της Εναγομένης 5 και εναντίον των Εναγομένων 1-4 αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως, για ειδικές, γενικές, τιμωρητικές και ή παραδειγματικές αποζημιώσεις για δόλο, απάτη, παράβαση καθήκοντος επιμέλειας, εμπιστοσύνης και ή καλής πίστης, καταδολίευση και ή καταπίεση της Εναγομένης 5 και ή της μειοψηφίας της, σφετερισμό και ή οικειοποίηση της περιουσίας της, πρόκληση σε αυτή ζημιάς με παράνομα μέσα, παράνομη παρέμβαση στα οικονομικά συμφέροντα της και ή αδικαιολόγητο πλουτισμό, σε σχέση με τις πράξεις και ή παραλείψεις τους αναφορικά με την Εναγομένη 5, η Εναγομένη 1 ως μέτοχος πλειοψηφίας και οι Εναγόμενοι 2-4 ως διευθυντές της Εναγομένης
  2. · Διάταγμα με το οποίο οι Εναγόμενοι 1-4 να διατάσσονται όπως μεταφέρουν στην Εναγομένη 5 τον χειρισμό και την τιμολόγηση των αντισυμβαλλομένων και ή πελατών της τελευταίας τους οποίους κατά τον χρόνο έκδοσης του διατάγματος χειρίζεται η Εναγομένη 1 στα πλαίσια συμφωνίας μεταξύ των εν λόγω προσώπων και της Εναγομένης
  3. · Διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στους Εναγόμενους 1-4 να χειρίζονται και ή τιμολογούν επ΄ ονόματι της Εναγομένης 1, πλην της Εναγομένης 5, τους αντισυμβαλλόμενους και ή πελάτες της Εναγομένης
  4. · Διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στην Εναγομένη 1 και ή στους αξιωματούχους, υπαλλήλους και αντιπροσώπους της να σταματήσει να προσφέρει τα προϊόντα της προς πώληση στην Εναγομένη 5 σε τιμές κατά 15% χαμηλότερες από τις γενικές χονδρικές τιμές πώλησης, ως ίσχυαν από καιρό εις καιρό εκτός όπου συμφωνείται γραπτώς και ρητώς διαφορετικά με την Ενάγουσα. · Διάταγμα με το οποίο να διατάσσονται οι Εναγόμενοι 1-4 όπως αποδώσουν ενόρκως ακριβείς και λεπτομερείς λογαριασμούς και στοιχεία για κέρδη αναφορικά με όλες τις δοσοληψίες που διενήργησαν με αντισυμβαλλόμενους και ή πελάτες της Εναγομένης 5 από τη σύσταση της, και όπως καταβάλουν σε αυτή οποιαδήποτε τυχόν ποσά και ή κέρδη. Κρίνεται σκόπιμο να λεχθεί εξαρχής πως είναι γεγονός ότι το αιτητικό για την έκπτωση του 15% συμπεριλαμβάνεται και στις αιτούμενες με την Αγωγή τελικές θεραπείες. Αυτό όμως, σε συνδυασμό και με τις υπόλοιπες αιτούμενες τελικές θεραπείες, δεν οδηγεί δίχως άλλο στη διαπίστωση ότι τυχόν έγκριση της Αίτησης ουσιαστικά αποφασίζει και καθορίζει και την ουσία της Αγωγής. Και τούτο, καθότι μπορεί μεν τα αιτούμενα προσωρινά διατάγματα να σχετίζονται με τις αιτούμενες τελικές θεραπείες, πλην όμως δεν παύει από του να είναι προσωρινού χαρακτήρα και επιπλέον με την Αγωγή προβάλλονται και επιπρόσθετες αξιώσεις για αποζημιώσεις. Επομένως, ο ισχυρισμός του Εναγομένου 2 πως τυχόν έγκριση της Αίτησης οδηγεί στην εξουδετέρωση της απαίτησης δεν κρίνεται βάσιμος. Επί τούτου κρίνεται χρήσιμη η παραπομπή στις υποθέσεις Κοινοτικό Συμβούλιο v. Σουλή, Πολ. Έφ. Ε75/15, ημ. 6.12.18, Σταυράκης κ.ά. v. Δήμου Λευκωσίας, Πολ. Έφ. Ε68/13, ημ. 24.3.15 και Αβερκίου v. ΘΕΟ Κτηματική Λτδ κ.ά.
(2013)1(Α) Α.Α.Δ. 222, στις οποίες λέχθηκε ότι η έκδοση προσωρινών διαταγμάτων τα οποία είναι ταυτόσημα με τα αιτούμενα διατάγματα στο πλαίσιο της αγωγής και η έκδοση των οποίων επιφέρει ουσιαστικώς τον τερματισμό της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων ή του ενδιαφέροντος τους να συνεχίσουν με σπουδή στην εκδίκαση της υπόθεσης, συναρτάται άμεσα προς το ισοζύγιο της ευχέρειας και δεν πρέπει να παραχωρούνται. Βεβαίως, ακόμα και να θεωρείτο ότι με την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, αποφασίζεται και η ίδια η Αγωγή, αυτό δεν είναι από μόνο του εμπόδιο στην έκδοση ενδιάμεσης θεραπείας, όπως λέχθηκε στην υπόθεση Avila Management Services Ltd κ.ά. v. Stepanek κ.ά.
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1403. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι διαφωτιστικό: «Τέθηκε επίσης ζήτημα ότι δεν ήταν ορθή η χορήγηση των αιτούμενων διαταγμάτων εφόσον μ' αυτά ουσιαστικά αποφασιζόταν και η ίδια η αγωγή. Δεν χορηγείται με άλλα λόγια η ουσιαστική θεραπεία από το ενδιάμεσο στάδιο με αίτηση για προσωρινό μέτρο (Michael v. Brevinos
(1969)1 C.L.R. 578). Το ανεπιθύμητο όμως δεν εξισούται με απαγόρευση. Δεν υπάρχει άκαμπτος κανόνας αποκλεισμού της θεραπείας ενδιαμέσως, αν αυτή ορθά και δικαίως ζητείται, επειδή και η αγωγή ουσιαστικά επιδιώκει το ίδιο πράγμα. Κατ' αρχάς η ενδιάμεση θεραπεία παραμένει ενδιάμεση, αναθεωρήσιμη ανά πάσα στιγμή θεωρηθεί ότι οι περιστάσεις έχουν διαφοροποιηθεί προς τροποποίηση ή ακόμη και ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος. Πρόσθετα, ενώ το εκδοθέν διάταγμα παραχωρείται ως λύση επείγουσας και παρεμπίπτουσας μορφής, οι ίδιες οι θεραπείες που ζητούνται με το κλητήριο, εάν επιτύχουν, χορηγούνται τελεσίδικα και στο διηνεκές, (δέστε και Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd - ανωτέρω -). Εξαρτάται από την κρίση του Δικαστηρίου, αναλόγως των περιστάσεων (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015).» Αναφορικά με την πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32, το Δικαστήριο θεωρεί ότι η φύση των αξιώσεων της Ενάγουσας αποκαλύπτει την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση εφόσον η παρούσα Αγωγή καταχωρίστηκε από την Ενάγουσα υπό την ιδιότητα της ως μέτοχος μειοψηφίας της Εναγομένης 5 και με αυτή εγείρεται ζήτημα δόλου, απάτης, παραβίασης καθήκοντος επιμέλειας και εμπιστοσύνης και καλής πίστης από πλευράς της Εναγομένης 1, ως μετόχου πλειοψηφίας και των Εναγομένων 2-4 ως διευθυντών της Εναγομένης 5, εις βάρος της τελευταίας και προκαλώντας ζημιά σε αυτή. Ο δικηγόρος των Καθ΄ ων εισηγήθηκε ότι δεν μπορεί να γίνεται λόγος για παράγωγη αγωγή από τη στιγμή που η Αιτήτρια αξιώνει εναντίον της Εναγομένης 1, η οποία είναι απλή μέτοχος της Εναγομένης 5, αποζημιώσεις για δόλο και για παράβαση καθήκοντος επιμέλειας. Το Δικαστήριο δεν υιοθετεί αυτή την εισήγηση. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Θωμά κ.ά. v. Ηλιάδη
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 1263, η παράγωγη αγωγή εγείρεται από τον μέτοχο μειοψηφίας και σύμβουλο της εταιρείας εναντίον των άλλων μετόχων και συμβούλων της για καταδολίευση της εταιρείας, με σκοπό την απόσπαση από την εταιρεία περιουσίας, πλεονεκτημάτων ή δικαιωμάτων τα οποία ανήκαν στην εταιρεία ή στα οποία ο ενάγων δικαιούτο να συμμετέχει. Σε εκείνη την υπόθεση γίνεται παραπομπή στην Αγγλική υπόθεση Burland v. Earle, 71 L.J.P.C. 1 και στο σύγγραμμα Palmer's Company Law, 23η έκδοση, σελ. 983, παρ. 65-09. Χρήσιμη καθοδήγηση επί τούτου προσφέρουν και οι υποθέσεις Πιριλλής κ.ά. v. Κουή
(2004)1(Α) Α.Α.Δ. 13, Χρίστου v. Μηλλιού κ.ά.
(2013)1(Β) Α.Α.Δ. 1210 και Γιανούλλας Χατζηλοΐζου, Διαχειρίστριας της Περιουσίας του Αποβιώσαντα Στέλιου Χ''Λοΐζου v. Μαρίνου Χρ. Λοϊζίδη κ.ά., Πολ. Έφ. 162/12, ημ. 28.11.
  1. Με βάση τη φύση των αξιώσεων στην παρούσα Αγωγή, διαφαίνεται ότι πρόκειται για παράγωγη αγωγή την οποία εγείρει η Ενάγουσα ως μέτοχος μειοψηφίας της Εναγομένης 5, προς όφελος και για την προστασία των συμφερόντων της τελευταίας, εναντίον της μετόχου πλειοψηφίας, Εναγομένης 1, και των διευθυντών της Εναγομένης 5, Εναγομένων 2-4, για δόλο και παράβαση καθήκοντος επιμέλειας και εμπιστοσύνης έναντι της Εναγομένης 5 με σκοπό την οικειοποίηση της επιχείρησης, της πελατείας και των περιουσιακών στοιχείων της προς όφελος της Εναγομένης 1 και εις βάρος και προκαλώντας ζημιά στην Εναγομένη
  2. Το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Mammous κ.ά. v. Willstrop κ.ά.
(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 90 είναι διαφωτιστικό: «Η παρούσα αγωγή, όπως προκύπτει από τα δικόγραφα, έχει εγερθεί ως παράγωγη αγωγή (derivative action). Παράγωγη είναι η αγωγή που εγείρεται από ένα μέτοχο και βασίζεται σε αιτία αγωγής που έχει η εταιρεία, σε αντιπαράθεση με αιτία αγωγής που ανήκει στον μέτοχο. Το Κοινό Δίκαιο επιτρέπει σε ένα μέτοχο μειοψηφίας να εγείρει αγωγή εκ μέρους της εταιρείας σε περιπτώσεις όπου η εταιρεία δεν ενεργεί η ίδια, γιατί ο αδικοπραγών ελέγχει την εταιρεία και μπορεί να την εμποδίσει από του να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια. Ο κανόνας του Κοινού Δικαίου, που τέθηκε στην υπόθεση Foss v. Harbottle [1843] 67 Ε.R. 189, λέγει ότι αν μία εταιρεία γίνεται θύμα αδικήματος, τότε, επειδή αποτελεί διαφορετική οντότητα από τους μετόχους της, εκ πρώτης όψης είναι η εταιρεία που θα πρέπει να εγείρει αγωγή. Εντούτοις, η εξαίρεση στον γενικό κανόνα επιτρέπει σε ένα μέτοχο να εγείρει αγωγή εκ μέρους της εταιρείας, εάν υπάρχει δόλος εναντίον της μειοψηφίας και οι υπεύθυνοι του δόλου ελέγχουν την εταιρεία. Σχετικές με τους κανόνες που διέπουν το θέμα στην Κύπρο είναι, μεταξύ άλλων, οι υποθέσεις Θωμά κ.ά. ν. Ηλιάδη
(2006)1 Α.Α.Δ. 1263 και Πιριλλής κ.ά. ν. Κουή
(2004)1 Α.Α.Δ. 136.» Αναφορικά με τη δεύτερη προϋπόθεση, αποτελεί κοινό έδαφος η σύναψη κατά το 2008 της προ ιδρυτικής συμφωνίας (pre-incorporation agreement) (εφεξής «η συμφωνία») μεταξύ της Εναγομένης 5 και της εταιρείας Διέξοδος Λτδ (εφεξής «η Διέξοδος»), Τεκμήριο 12 στην ένορκη δήλωση του ΚΚ που συνοδεύει την Αίτηση και Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση του Εναγομένου 2 που συνοδεύει την ένσταση. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της συμφωνίας, τα συμβαλλόμενα μέρη συμφώνησαν στη σύσταση μιας κοινής εταιρείας στην οποία μέτοχοι θα ήταν κατά 60% η Εναγομένη 1 και κατά 40% η Διέξοδος με σκοπό την ανάπτυξη ενός διεθνούς μοντέλου δικαιόχρησης (international franchise concept) και μιας διεθνούς αλυσίδας λιανικής πώλησης (international franchise retail chain) παιδικών επίπλων. Προς τούτο ιδρύθηκε και συστάθηκε η Εναγομένη
  1. Στη συμφωνία επισυνάφθηκε μελέτη σκοπιμότητας (feasibility study) η οποία ετοιμάστηκε τον Μάρτιο του 2008, Τεκμήριο 14 στην ένορκη δήλωση του ΚΚ και Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση του Εναγομένου
  2. Η συμφωνία ρύθμιζε τη σύσταση και λειτουργία της Εναγομένης 5 και ειδικότερα τον τρόπο σύναψης συμφωνιών δικαιόχρησης με τρίτα πρόσωπα, σύμφωνα με τη μελέτη σκοπιμότητας. Στην ένορκη δήλωση του ο ΚΚ αναφέρει ότι στη βάση της συμφωνίας τα συμβαλλόμενα μέρη συμφώνησαν όπως η εταιρεία θα είχε το αποκλειστικό δικαίωμα να συνάπτει συμφωνίες δικαιόχρησης με δικαιοδόχους ανά το παγκόσμιο στη βάση των οποίων θα τους μεταπωλούσε παιδικά έπιπλα και συναφή προϊόντα. Γι΄ αυτόν τον σκοπό δημιουργήθηκε νέο λογότυπο και νέα επωνυμία μέσω της Εναγομένης
  3. Σύμφωνα με το αρχικό μοντέλο, βασικά η εταιρεία θα σύναπτε συμφωνίες δικαιόχρησης (franchise agreements) με τρίτα πρόσωπα σε διάφορες χώρες, στη βάση των οποίων θα τους μεταπωλούσε παιδικά έπιπλα και συναφή προϊόντα της μάρκας (brand) τα οποία θα κατασκεύαζε η Εναγομένη
  4. Η εταιρεία θα τα μεταπωλούσε στους αντισυμβαλλόμενους πελάτες της στην τιμή που θα τα αγόραζε από την Εναγομένη 1, χωρίς να προκύπτει κέρδος από τη μεταπώληση. Το κέρδος προερχόταν από τέλη έναρξης συνεργασίας (entry fees) ύψους €20 ανά κατάστημα που θα άνοιγε ο πελάτης της εταιρείας και από δικαιώματα (royalty fees) 5% επί των συνολικών λιανικών πωλήσεων του πελάτη. Περί τα μέσα του 2009 λόγω της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, το αρχικό επιχειρηματικό πλάνο δεν απέφερε τα αναμενόμενα αποτελέσματα και έτσι σε διάφορες συνεδρίες του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας κατά τα έτη 2010 και 2011, αποφασίστηκε η υιοθέτηση ενός νέου μοντέλου, μεταξύ των οποίων η λειτουργία καταστημάτων και η μείωση της χρέωσης του τέλους συνεργασίας σε €10 για ανεξάρτητα καταστήματα και σε €5 για καταστήματα εντός καταστήματος και του δικαιώματος σε 10% επί του ποσού των αγορών και όχι των πωλήσεων, η δε εταιρεία θα λάμβανε προμήθεια 5% επί των αγαθών άλλων προμηθευτών που θα πωλούσε. Η εταιρεία συνέχισε να αντιμετωπίζει προβλήματα για τη σύναψη συμφωνιών λόγω του ότι το 10% δεν γινόταν αποδεκτό, και έτσι αποφασίστηκε η διαγραφή του τέλους συνεργασίας και η μείωση του δικαιώματος σε 5%. Συμφωνήθηκε επίσης όπως η Εναγομένη 1 προμήθευε προϊόντα προς την εταιρεία σε χονδρικές τιμές κατά 15% χαμηλότερες από τις λιανικές και η εταιρεία θα μεταπωλούσε με περιθώριο συνολικού κέρδους 20%, ήτοι 15% πλέον το 5% ενσωματωμένο δικαίωμα (royalty fee). Έτσι, από το 2012 οι πωλήσεις της εταιρείας αυξήθηκαν σημαντικά ενώ το επιχειρηματικό πλάνο της εταιρείας συνέχιζε να αναθεωρείται. Συγκεκριμένα, από τα τέλη του 2011 η Εναγομένη 5 συνήψε συμφωνίες με πελάτες στη Ρωσία, στην Κίνα, στο Ντουμπάι και στην Πορτογαλία, αναγνωρίζοντας ότι παρόλο που υπήρχε αρκετός δρόμος για ουσιαστική κερδοφορία της Εναγομένης 5 και γενικά περιθώρια βελτίωσης, εντούτοις αυτή βρισκόταν σε καλό δρόμο. Όπως αναφέρει ο ΚΚ, το 2014 δυνάμει συμφωνίας μεταξύ της Διέξοδος και της Ενάγουσας, η Διέξοδος μεταβίβασε όλη την επιχείρηση και τα περιουσιακά της στοιχεία στην Ενάγουσα, συμπεριλαμβανομένου και του 40% στην εταιρεία. Σημειώνεται πως οι διευθυντές και μέτοχοι της Διέξοδος ήταν ο ΚΚ και η σύζυγος του, ενώ έχει ήδη λεχθεί ότι ο ΚΚ είναι ο τελικός δικαιούχος της Ενάγουσας. Σύμφωνα πάντα με τον ΚΚ, από το 2011 είχε προκύψει διαφωνία ως προς τον χειρισμό των πελατών της εταιρείας και διεφάνη πως η Εναγομένη 1 χειριζόταν και τιμολογούσε πελάτες της εταιρείας, εις βάρος της τελευταίας και με κορύφωση το 2017 όταν πλέον η Εναγομένη 1 και οι εκπρόσωποι της στο διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας αμφισβήτησαν έντονα τον λόγο ύπαρξης της εταιρείας και εισηγήθηκαν τη μεταφορά όλης της διαχείρισης της επιχείρησης και των πελατών της εταιρείας σε αυτή, θέλοντας να παρουσιάσουν ότι η εταιρεία απέτυχε ενώ κάτι τέτοιο δεν ανταποκρίνετο στην πραγματικότητα. Ειδικότερα ο ΚΚ αναφέρεται στη σύναψη απ΄ ευθείας συμφωνίας μεταξύ της Εναγομένης 1 με τα πρόσωπα που αναφέρονται στο αιτητικό της παρ. (Α) ανωτέρω, ούτως ώστε να υπήρχαν δύο πρακτικές, όπως καταγράφονται στο προσχέδιο του επιχειρηματικού πλάνου του 2015, Τεκμήριο
  5. Στην πρώτη περίπτωση η τιμολόγηση γινόταν απ΄ ευθείας από την Εναγομένη 5 η οποία πλήρωνε με τη σειρά της την Εναγομένη 1 για το κόστος των προϊόντων, ενώ στη δεύτερη όλο το ποσό τιμολογείται και εισπράττεται από την Εναγομένη 1 η οποία αποδίδει το 20% στην Εναγομένη
  6. Παρόλο που σύμφωνα με τον ΚΚ, αυτή η δεύτερη πρακτική δεν ήταν σωστή, εντούτοις ο ΚΚ συμφώνησε με αυτή (την πρακτική) καθότι θα γινόταν αρχικά και προσωρινά για τη Ρωσία ως τον μεγάλο πρώτο συνεργάτη μέχρις ότου η Εναγομένη 5 να έχει πόρους να διαχειρίζεται μόνη το δίκτυο της και εφόσον η Εναγομένη 5 δεν υφίστατο οικονομική ζημιά από τη στιγμή που της καταβάλλετο το κέρδος που της αναλογούσε, ήτοι το 15% περιθώριο το οποίο η Εναγομένη προσθέτει στη μεταπώληση συν το 5% το ενσωματωμένο δικαίωμα δικαιόχρησης. Μάλιστα ο ΚΚ παραπέμπει στα πρακτικά της συνεδρίας του διοικητικού συμβουλίου της Εναγομένης 5, τον Αύγουστο του 2017, Τεκμήριο 51, στα οποία συζητήθηκε η ανανέωση του συμβολαίου της Εναγομένης 1 με τον πελάτη στην Κίνα ενώπιον ολόκληρου του διοικητικού συμβουλίου της Εναγομένης 5 επειδή, ως ισχυρίζεται, ο πελάτης ήταν βασικά πελάτης της τελευταίας και όχι της Εναγομένης
  7. Τα δύο μέρη είχαν διαφωνία και για τον χειρισμό άλλων πελατών από την Εναγομένη 1, όπως π.χ. στο Κατάρ, και τελικώς ο συγκεκριμένος πελάτης παρέμεινε να τυγχάνει χειρισμού και τιμολόγησης από την Εναγομένη 5, βλ. σχετική αλληλογραφία, Τεκμήριο
  8. Εξ ου και σύμφωνα με τον ΚΚ, η Εναγομένη 1 τιμολογεί και χειρίζεται τους πελάτες που αναφέρονται ανωτέρω στο πρώτο αιτητικό της Αίτησης και η Εναγομένη 5 πελάτες στην Πορτογαλία, στο Ντουπάι, στη Σαουδική Αραβία, στο Κατάρ, στις ΗΠΑ, στην Αίγυπτο, στην Ιορδανία και στη Μαλαισία, με το 97% των εισοδημάτων να προέρχεται από την Εναγομενη 1 και το 3% από την Εναγομένη
  9. Ο ΚΚ ισχυρίζεται ότι περί τα τέλη του 2017 η Εναγομένη 1 και οι εκπρόσωποι της στο διοικητικό συμβούλιο της Εναγομένης 5 αμφισβητούσαν όλο και πιο έντονα τον λόγο ύπαρξης της τελευταίας επικαλούμενοι ότι οι πελάτες της δεν λειτουργούσαν κερδοφόρα ανεξάρτητα καταστήματα (stand-up shops) αλλά shops in shop. Ο ΚΚ παραθέτει λεπτομέρειες των συζητήσεων που έλαβαν χώρα κατά τα έτη 2018 και 2019 και της σχετικής αλληλογραφίας μεταξύ των μερών ως προς τον τρόπο χειρισμού των πελατών και άσκησης των εργασιών της εταιρείας. Στις 22.11.18 η Εναγομένη 1 απέστειλε επιστολή προς την εταιρεία, τη Διέξοδος και τον ΚΚ πως ο σκοπός σύστασης της εταιρείας απέτυχε και επομένως η Εναγομένη 1 δεν επιθυμεί πλέον να τη στηρίζει υπό τη μορφή εκπτώσεων και προμηθειών οι οποίες καταβάλλονται ως αποζημίωση για την αποτυχία της και πως από την 1.7.19 θα διέκοπτε την πληρωμή της προμήθειας του 20% και την παροχή έκπτωσης του 15%. Ο ΚΚ ισχυρίζεται ότι η έκπτωση της τάξης του 15% είναι συνήθης, ειδικά σε χονδρικές πωλήσεις, και θεωρεί την πληρωμή αυτών των ποσών ως το κέρδος στο οποίο δικαιωματικά δικαιούται η Εναγομένη 5 ενόψει του γεγονότος ότι, η Εναγομένη 1, αντί αυτή, τιμολογεί απ΄ ευθείας τους πελάτες, τονίζοντας ότι ουδέποτε στα πλαίσια συνεργασίας τους αμφισβητήθηκε το κέρδος του 20% της εταιρείας, το οποίο η Εναγομένη 1 απέδιδε ανελλιπώς σε αυτή. Ο ΚΚ θεωρεί την εν λόγω επιστολή και γενικά την όλη στάση της Εναγομένης 1 ως προσπάθεια της για υφαρπαγή και οικειοποίηση της κερδοφόρας επιχείρησης της εταιρείας και ο ίδιος με τη σειρά του απέστειλε επιστολή απορρίπτοντας και αντικρούοντας το περιεχόμενο της. Σύμφωνα με τον ΚΚ, είχε πλέον καταστεί σαφές ότι η Εναγομένη 1 και οι εκπρόσωποι της στο διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας έβαλαν σε εφαρμογή το σχέδιο της να κλείσει την εταιρεία και να οικειοποιηθεί την επιχείρηση της. Ειδικότερα, η Εναγομένη 1 είχε πρόθεση να οικειοποιηθεί την επιχείρηση, εμπορική εύνοια, πελατεία, εισοδήματα, δικαιώματα και ενεργητικό της εταιρείας, προκαλώντας της ζημιά, με την υποστήριξη και συμβολή των Εναγομένων 2-4 οι οποίοι ενεργούν κατά παράβαση των καθηκόντων τους ως διευθυντές. Ο Εναγόμενος 2, στη δική του ένορκη δήλωση ισχυρίζεται τα ακόλουθα. Η Εναγομένη 1 διενεργεί τις εργασίες της από το 1972 και ασχολείται αποκλειστικά με την παραγωγή και εμπορία παιδικών επίπλων ως οικογενειακή επιχείρηση. Κατά το 2008 πριν τη συμφωνία με τη Διέξοδος, η Εναγομένη 1 είχε ήδη χαρτοφυλάκιο 500 πελατών, κυρίως στην Ευρώπη και προμήθευε απ΄ ευθείας πελάτες στην Κίνα, στη Ρωσία και στη Σαουδική Αραβία, γεγονός το οποίο ο ΚΚ γνώριζε και παραλείπει σκόπιμα να αναφέρει. Σύμφωνα με τον Εναγόμενο 2, ο ΚΚ και η Διέξοδος προώθησαν πρόταση συνεργασίας με την Εναγομένη 1 για τη δημιουργία αλυσίδας καταστημάτων με stand-alone καταστήματα, δηλαδή καταστήματα που φέρουν την εμπορική επωνυμία της Εναγομένης 1 και πωλούν σχεδόν αποκλειστικά τα προϊόντα της τελευταίας. Η Εναγομένη 1, βασιζόμενη στις παραστάσεις των ΚΚ και Διέξοδος ότι είχαν τις απαραίτητες γνώσεις για τη ρύθμιση και προώθηση μιας διεθνούς αλυσίδας, συνήψαν τη συμφωνία αποκλειστικά γι΄ αυτόν τον σκοπό, ήτοι τη δημιουργία των εν λόγω καταστημάτων μέσω συμφωνιών δικαιόχρησης και την αύξηση της ήδη κερδοφόρας επιχείρησης της Εναγομένης
  10. Ο Εναγόμενος 2 ισχυρίζεται ότι τα έπιπλα κατασκευάζονται από την Εναγομένη 1, στην οποία επίσης ανήκουν η εμπορική επωνυμία και το σήμα Lifetime, και ότι ήταν ξεκάθαρο πως ο μοναδικός σκοπός της συμφωνίας ήταν η ίδρυση μιας εταιρείας για την προώθηση της αλυσίδας των προϊόντων της. Σε αυτό το πλαίσιο, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του Εναγομένου 2, η Εναγομένη 1 επέτρεψε στην Εναγομένη 5 να χρησιμοποιεί τα εμπορικά της σήματα στην προώθηση και ανάπτυξη της εμπορικής αλυσίδας μέσω δημιουργίας ενός διεθνούς δικτύου δικαιόχρησης και της ίδρυσης ανεξάρτητων και αυτόνομων (stand-alone) καταστημάτων και ο ΚΚ παρουσιάζει παραπλανητική εικόνα για δήθεν δικαιώματα της Εναγομένης 5 επί των εμπορικών σημάτων. Ο Εναγόμενος 2 ισχυρίζεται ότι η συνεργασία απέτυχε και το διοικητικό συμβούλιο της Εναγομένης 5 προσπάθησε να κάνει αλλαγές για να σώσει την εταιρεία. Έτσι, από το 2011 η Εναγομένη 1 αποφάσισε να στηρίξει προσωρινά την Εναγομένη 5, χωρίς όμως ποτέ να επήλθε νέα συμφωνία. Αυτή η στήριξη είχε τη μορφή μιας ειδικής έκπτωσης της τάξης του 15%, δηλαδή η Εναγομένη 5 θα αγόραζε τα προϊόντα από την Εναγομένη 1 με έκπτωση 15% και ακολούθως θα τα πωλούσε στους δικαιούχους (franchisees) στην τιμή αγοράς συν 5% ενσωματωμένο δικαίωμα δικαιόχρησης, δηλαδή θα είχε ένα κέρδος της τάξης του 20%. Ο Εναγόμενος 2 ισχυρίζεται ότι αυτή η έκπτωση του 15% δεν αποτελεί την εύλογη και συνήθη έκπτωση, η οποία κυμαίνεται μεταξύ 2-4% και πολύ σπάνια φθάνει μέχρι το 6%. Επίσης αναγνωρίζει ότι λόγω αυτής της ειδικής ρύθμισης, η Εναγομένη 5 κατάφερε να συνάψει κάποιες συμφωνίες δικαιόχρησης, ενώ ταυτόχρονα και για σκοπούς ευκολίας, το διοικητικό συμβούλιο της Εναγομένης 5 αποφάσισε τον χειρισμό και την τιμολόγηση απ΄ ευθείας πελατών από την Εναγομένη
  11. Ο Εναγόμενος 2 δέχεται επίσης ότι παρά τη διαφωνία της Εναγομένης 1 με την έκπτωση του 15%, εντούτοις πλήρωνε την Εναγομένη 5 το 20% μέχρι που της έδωσε ικανοποιητική προειδοποίηση και χρόνο για να προετοιμαστεί καταλλήλως. Επικαλείται τη θέση του ΚΚ πως η Εναγομένη 1 χειρίζεται το 97% του συνολικού εισοδήματος και επαναλαμβάνει ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε άλλη συμφωνία μεταξύ τους παρά μόνο η Εναγομένη 1 έδιδε αυτή την ειδική έκπτωση χωρίς συμβατική υποχρέωση αλλά στη βάση της προ ιδρυτικής συμφωνίας και επί προσωρινής βάσης. Μάλιστα ο Εναγόμενος 2 δηλώνει ότι έπρεπε κάποτε να σταματήσει η παροχή του ¼ του εισοδήματος από την Εναγομένη 5 και των ¾ από την Εναγομένη 1 και ισχυρίζεται ότι ο ΚΚ παρουσιάζει παραπλανητική την εικόνα των καταστημάτων τα οποία εξασφάλισε η Εναγομένη
  12. Συγκεκριμένα, αυτό στην Πορτογαλία έκλεισε και λειτουργούν μόνο δύο βιτρίνες εντός άλλου καταστήματος, αυτό στη Ρωσία έκλεισε και αυτά στο Ντουπάι, στην Αίγυπτο, στη Σαουδική Αραβία, στην Ιορδανία, στη Λευκορωσία, στο Κατάρ και στη Μαλαισία έχουν πολύ χαμηλές παραγγελίες οι οποίες δεν είναι ικανές να διατηρήσουν την επιχείρηση. Ισχυρίζεται ότι τα παρουσιαζόμενα κέρδη της Εναγομένης 5 της τάξης μέχρι και €500.000 είναι ένα πάρα πολύ μικρό ποσό για την επιχείρηση παιδικών επίπλων σε κατ΄ ισχυρισμό 10 χώρες και ότι η Εναγομένη 5 ουσιαστικά εξακολουθεί να έχει τεράστιες ζημιές οι οποίες καλύπτονται από την υποστήριξη της Εναγομένης
  13. Εξ ου και η Εναγομένη 1 αποφάσισε να σταματήσει την στήριξη της προς την Εναγομένη 5, θεωρώντας ότι δεν είχε υποχρέωση να προσφέρει δια παντός την έκπτωση του 15%, και απέστειλε την επιστολή του Νοεμβρίου του 2018, αναγνωρίζοντας ότι σε αυτή δεν ήταν ξεκάθαρο κατά πόσο θα πληρωνόταν ακόμα το 5%, κάτι το οποίο συνεχίζει να καταβάλλεται, όπως διασαφηνίστηκε αργότερα σε άλλες συζητήσεις και αλληλογραφία - π.χ. σε ένα ηλεκτρονικό μήνυμα ημ. 1.7.19, Τεκμήριο
  14. Σύμφωνα με τον Εναγόμενο 2, οι μόνες επικερδείς ή χώρες με προοπτική κέρδους είναι η Κίνα, το Χονγκ Κονγκ, η Σιγκαπούρη, η Τουρκία, το Ταϊβάν και η Μάλτα, οι οποίες δεν λειτουργούν στη βάση δικαιόχρησης αλλά ως κατάστημα εντός καταστήματος (shop-in-shop), όπως λειτουργούσε πάντα η Εναγομένη 1, παρουσιάζοντας σχετικό κατάλογο πωλήσεων για τα έτη 2013-2019, Τεκμήριο
  15. Οι εκδοχές των δύο πλευρών αναδεικνύουν χωρίς δυσκολία τις εκ διαμέτρου αντίθετες προσεγγίσεις και απόψεις τους ως προς τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης αναφορικά με το όλο ιστορικό της συνεργασίας μεταξύ τους σε σχέση με τη λειτουργία της Εναγομένης
  16. Τονίζεται ότι στο παρόν στάδιο και για σκοπούς της υπό κρίση ενδιάμεσης διαδικασίας, το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται σε αξιολόγηση των ισχυρισμών της κάθε πλευράς ούτε και σε οποιαδήποτε τελικά συμπεράσματα, παρά μόνο περιορίζεται στη διαπίστωση περί της ύπαρξης ή μη ορατής πιθανότητας επιτυχίας της απαίτησης της Ενάγουσας. Επομένως, είναι σε αυτό το πλαίσιο που το Δικαστήριο θα ασχοληθεί με τις εκατέρωθεν θέσεις. Κατ΄ αρχάς θα πρέπει να λεχθεί ότι ο ΚΚ στην ένορκη του δήλωση επισυνάπτει αρκετά έγγραφα, ήτοι πρακτικά των συνεδριών του διοικητικού συμβουλίου της Εναγομένης 5, συμφωνίες με πελάτες, αλληλογραφία και επικοινωνία μεταξύ των διαφόρων μερών και οικονομικές καταστάσεις. Μέσα από το σύνολο της μαρτυρίας του διαφαίνεται ότι ο ΚΚ παρουσιάζει οποιοδήποτε σχετικό έγγραφο, το οποίο θεωρεί μάλιστα πως υποστηρίζει την εκδοχή του. Αυτό αναφέρεται για να καταδειχθεί πως ο ισχυρισμός του Εναγομένου 2 περί παραπλανητικής παρουσίασης εκ μέρους του ΚΚ των γεγονότων δεν κρίνεται βάσιμος. Και τούτο καθότι ο ΚΚ απλώς περιγράφει τα επίδικα γεγονότα δίδοντας τη δική του εκδοχή επί αυτών και παρουσιάζοντας όλα τα σχετικά έγγραφα, χωρίς να διαφαίνεται η όποια προσπάθεια απόκρυψης και ή παραπλάνησης του Δικαστηρίου το οποίο άλλωστε είναι σε θέση να αξιολογήσει το σύνολο της ενώπιον του μαρτυρίας στον βαθμό βεβαίως που αυτό είναι επιτρεπτό στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Εκείνο το οποίο προκύπτει μέσα από τις θέσεις των δύο πλευρών είναι ουσιαστικά η διαφορετική ερμηνεία και προσέγγιση επί των γεγονότων, η οποία και ακριβώς οδήγησε στην επίδικη διαφορά μεταξύ των μερών και τελικώς στην καταχώριση της παρούσας Αγωγής. Οι ισχυρισμοί του ΚΚ πως μετά τη σύναψη της συμφωνίας το 2008 και την ίδρυση της Εναγομένης 5, τα μέρη συμφώνησαν στο αρχικό επιχειρηματικό πλάνο το οποίο στην πορεία, ήτοι κατά τα έτη 2009 και 2010, άλλαξε κατόπιν συμφωνίας μεταξύ των μερών, φαίνεται να αντικατοπτρίζεται στα πρακτικά των συνεδριών του διοικητικού συμβουλίου της Εναγομένης 5 ημ. 24.8.09 και 19.6.10, Τεκμήρια 18 και 19 στην ένορκη δήλωση του ΚΚ. Σε αυτά γίνεται αναφορά στο αρχικό επιχειρηματικό πλάνο, στη διεθνή οικονομική κρίση και στην ανάγκη αναθεώρησης του (βλ. πρακτικά ημ. 24.8.09, παρ. 3) και σε συμφωνία για τη μείωση της χρέωσης του τέλους συνεργασίας σε €10 για ανεξάρτητα καταστήματα και σε €5 για καταστήματα εντός καταστήματος και του δικαιώματος σε 10% επί του ποσού των αγορών και όχι των πωλήσεων (βλ. πρακτικά ημ. 19.6.10, παρ. 5). Σύμφωνα με τα πρακτικά της συνεδρίας ημ. 19.6.10, φαίνεται επίσης να συμφωνήθηκε η λήψη διορθωτικών κινήσεων και αλλαγών, όπως π.χ. η πρόσληψη έμπειρου και προσοντούχου προσώπου ως διευθυντή ανάπτυξης franchise και η δυνατότητα ανοίγματος μικρών καταστημάτων ως μέρος πιο μεγάλων. Αποτελεί κοινό έδαφος ότι από το 2011 οι δύο πλευρές άρχισαν να διαφωνούν ως προς διάφορα ζητήματα αναφορικά με τη συνεργασία μεταξύ τους και την Εναγομένη
  17. Παρά τις εκφραζόμενες διαφωνίες μεταξύ των δύο μετόχων της Εναγομένης 5, οι ισχυρισμοί του ΚΚ αναφορικά με τη συνέχιση αναθεώρησης του επιχειρηματικού πλάνου και συμφωνίας επί αυτού, φαίνεται να βρίσκει έρεισμα στα πρακτικά των συνεδριών του διοικητικού συμβουλίου για τα έτη 2011-2015, σε σχετική αλληλογραφία μεταξύ των μερών και στο επιχειρηματικό πλάνο, Τεκμήρια 20-22 και 27-30, αλλά και μέσα από τη συμπεριφορά των μερών. Μέσα από όλα αυτά τα έγγραφα διαφαίνεται η έκφραση της ανησυχίας της Εναγομένης 1 αναφορικά με την επιτυχία και πορεία της Εναγομένης 5 αλλά ταυτόχρονα και η συνεχής συζήτηση και αναζήτηση τρόπων βελτίωσης της Εναγομένης 5 με ειδική αναφορά στον πιο αποτελεσματικό και κερδοφόρο τρόπο πωλήσεων και στην έδρα διεξαγωγής αυτών. Σε αυτό το πλαίσιο ο ισχυρισμός του ΚΚ για τη συνέχιση αναθεώρησης του επιχειρηματικού πλάνου με αποτέλεσμα την αύξηση των πωλήσεων της Εναγομένης 5 με τη σύναψη συμφωνιών κατά τα έτη 2011-2014 με πελάτες στη Ρωσία, στην Κίνα, στο Ντουμπάι και στην Πορτογαλία, Τεκμήρια 22-26 στην ένορκη δήλωση του ΚΚ, δεν φαίνεται να αντικρούεται από τον γενικό ισχυρισμό του Εναγομένου 2 περί μη ύπαρξης συμφωνίας μεταξύ των μερών πλην της προ ιδρυτικής συμφωνίας, εφόσον άλλωστε και ο ίδιος ο Εναγόμενος 2 παραδέχεται τη σύναψη των εν λόγω συμφωνιών, υποστηρίζοντας βεβαίως ότι αυτές τελικώς δεν απέβησαν κερδοφόρες είτε λόγω του ότι κάποια καταστήματα έκλεισαν είτε λόγω πολύ χαμηλών παραγγελιών. Η εισήγηση του δικηγόρου της Ενάγουσας ότι και ο ίδιος ο Εναγόμενος 2 αναγνωρίζει ότι η Εναγομένη 5 ήταν κερδοφόρα φαίνεται να αναφέρεται στα πρακτικά της συνεδρίας της Εναγομένης 5 ημ. 23.2.18, Τεκμήριο 56, καθότι εκεί ο Εναγόμενος 2 αναγνωρίζει μεν το κέρδος αλλά ταυτόχρονα επισημαίνει ότι αυτό προήλθε όχι από τα καταστήματα βάσει δικαιόχρησης αλλά συνεπεία της προσπάθειας αλλαγής και προσαρμογής του επιχειρηματικού μοντέλου της Εναγομένης 1 για να διατηρεί την Εναγομένη
  18. Επιπλέον ο Εναγόμενος 2 δέχεται και τον ισχυρισμό του ΚΚ περί της αγοράς από την Εναγομένη 5 προϊόντων της Εναγομένης 1 με έκπτωση της τάξης του 15% και αποκόμισης κέρδους της τάξης του 20%. Η αναφορά του Εναγομένου 2 πως αυτή η διευθέτηση ήταν απλώς μια προσωρινή κατάσταση, και όχι συμφωνία, στα πλαίσια της προσπάθειας στήριξης της Εναγομένης 5, δεν φαίνεται να βρίσκει έρεισμα στα έγγραφα τα οποία παρουσιάζονται από τον ΚΚ αλλά ούτε και στην ίδια τη συμπεριφορά της Εναγομένης 1 η οποία απέδιδε το 20% από τις πωλήσεις στις οποίες προέβαινε απ΄ ευθείας η ίδια για μια χρονική περίοδο περίπου έξι ετών. Ούτε και τα αποτελέσματα της Εναγομένης 5 σύμφωνα με τις ελεγμένες οικονομικές καταστάσεις για τα έτη 2009-2017 και τους λογαριασμούς διαχείρισης από τον λογιστή της Εναγομένης 5 για το έτος 2018, Τεκμήρια 31 και 32 στην ένορκη δήλωση του ΚΚ, που δείχνουν ζημιές για τα έτη 2009-2011 και αυξανόμενα κέρδη για τα έτη 2012-2018, αντικρούστηκαν από τον Εναγόμενο 2 ο οποίος όμως αναφέρθηκε στην εκτίμηση του για το ύψος αυτών και κυρίως για την προοπτική κερδοφορίας. Αξίζει να σημειωθεί ότι το 2018 η Εναγομένη 5 έφθασε να παρουσιάζει κέρδη ύψους πέραν του €1/2εκ. Εδώ είναι κατάλληλο το σημείο να λεχθεί ότι ο ισχυρισμός του ΚΚ πως πληροφορήθηκε εκ των υστέρων για την απ΄ ευθείας πώληση προϊόντων από την Εναγομένη 1 στην Κίνα φαίνεται να καταγράφεται στα πρακτικά της συνεδρίας της Εναγομένης 5 ημ. 13.1.12, Τεκμήριο 43 στην ένορκη του δήλωση, στα οποία καταγράφεται ότι η Εναγομένη 1 αναγνώρισε την παράλειψη ενημέρωσης του ΚΚ περί τούτου. Σημειώνεται επίσης πως μέχρι και την αποστολή της επιστολής ημ. 22.11.18, η Εναγομένη 1 κατέβαλλε ανελλιπώς στην Εναγομένη 5 το 20% των απ΄ απευθείας πωλήσεων της πρώτης, κάτι το οποίο φαίνεται ότι ο ΚΚ αποδεχόταν επειδή η Εναγομένη 5 δεν αποστερείτο από τα κέρδη της. Ο ΚΚ επισυνάπτει όλη την αλληλογραφία και επικοινωνία μεταξύ των μερών από τα τέλη του 2017 μέχρι και το 2018, Τεκμήρια 53-66, από την οποία διαφαίνεται όντως η προσπάθεια γεφύρωσης των διαφορών μεταξύ των μερών κυρίως από πλευράς της Ενάγουσας και τελικώς η πλήρης ρήξη των σχέσεων με την επιμονή της Εναγομένης 1 στη θέση της για την αποτυχία επίτευξης του σκοπού της προ ιδρυτικής συμφωνίας και τον τερματισμό της συνεργασίας μεταξύ των μερών. Ο ΚΚ επισυνάπτει και την απάντηση της Ενάγουσας στην εν λόγω επιστολή ημ. 22.11.18 και όλη τη μετέπειτα αλληλογραφία μεταξύ των μερών, Τεκμήρια 67-70, στην οποία βασικά η κάθε πλευρά εκφράζει και επιμένει στις δικές της θέσεις. Ο Εναγόμενος 2 επικαλείται την ύπαρξη ασάφειας στην επιστολή ημ. 22.11.18 αναφορικά με το 5%, το οποίο αποτελεί κοινό έδαφος ότι είναι ενσωματωμένο στην τιμή πώλησης, και ισχυρίζεται ότι ακολούθως διευκρινίστηκε πως το 5% θα καταβάλλεται στην Εναγομένη 5 για πωλήσεις οι οποίες διεξάγονται απ΄ ευθείας από τη Δανία, ενώ το 5% θα τιμολογείται και χρεώνεται από την Εναγομένη 5 για πελάτες οι οποίοι τυγχάνουν χειρισμού από την Κύπρο. Σχετικά επισυνάπτει αλληλογραφία μεταξύ των μερών ως Τεκμήριο
  19. Αυτή η τακτική φαίνεται να μην συνάδει πλήρως με την υπόλοιπη στάση της Εναγομένης 1 αναφορικά με τον τερματισμό της συμφωνίας. Τέλος, ο Εναγόμενος 2 εγείρει ζήτημα νομιμότητας της μεταβίβασης των μετοχών της Εναγομένης 5 από τη Διέξοδος στην Ενάγουσα. Το καταστατικό της Εναγομένης 5, Τεκμήριο 5 στην ένορκη δήλωση του ΚΚ, πράγματι περιέχει τον όρο 4(β) για την προσφορά των μετοχών της στους υφιστάμενους μετόχους της. Ο ΚΚ ισχυρίζεται ότι η μεταβίβαση ήταν εν γνώσει της Εναγομένης 1, παραπέμποντας σε διάφορα έγγραφα, ήτοι πρακτικά συνάντησης ημ. 22.8.13, στα οποία γίνεται αναφορά στην Ενάγουσα, Τεκμήριο 28, οικονομικές καταστάσεις της Εναγομένης 5 για το έτος 2014 στις οποίες καταγράφεται η πληρωμή μερισμάτων στη Διέξοδος, στην Ενάγουσα και στην Εναγομένη 1 και ηλεκτρονικά μηνύματα του λογιστή της στα οποία γίνεται και πάλι ρητή αναφορά στην πληρωμή μερισμάτων στην Ενάγουσα, Τεκμήρια 38-41, στοιχεία τα οποία τείνουν να καταδείξουν την ενημέρωση της Εναγομένης 1 ως προς τη συμμετοχή της Ενάγουσας στο μετοχικό κεφάλαιο της Εναγομένης 5 από το
  20. Με βάση όσα αναφέρονται ανωτέρω και για τους σκοπούς της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας, εκτιμάται ότι οι ισχυρισμοί της Ενάγουσας, όπως αυτοί προβάλλονται μέσω του ΚΚ, είναι δυνατό αξιολογούμενοι να γίνουν στο τέλος δεκτοί και να κριθεί ότι βρίσκουν έρεισμα στα τεθέντα ενώπιον του Δικαστηρίου έγγραφα, ιδιαίτερα συνεκτιμώντας σε αυτό το στάδιο ότι δεν έχουν αντικρουστεί πλήρως από την πλευρά των Καθ΄ ων μέσω των ισχυρισμών του Εναγομένου
  21. Με μια θεώρηση του συνόλου της μαρτυρίας και σύμφωνα με τις πιο πάνω διαπιστώσεις του, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι η Ενάγουσα έχει καταφέρει να καταδείξει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της απαίτησης της. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση, εκείνο το οποίο επιζητείται με τα αιτούμενα διατάγματα είναι βασικά η συνέχιση καταβολής του 20% όλων των πωλήσεων της Εναγομένης 1 προς την Εναγομένη 5 και της έκπτωσης του 15% στις αγορές των προϊόντων της Εναγομένης 1 από την Εναγομένη
  22. Κατ΄ αρχάς υπενθυμίζεται ότι η Εναγομένη 1 συνεχίζει να καταβάλλει στην Εναγομένη 5 το 5% ως δικαίωμα-προμήθεια το οποίο είναι ενσωματωμένο στην τιμή πώλησης, επομένως διαφαίνεται ότι η Εναγομένη 5 εξακολουθεί να λαμβάνει ένα ποσοστό, έστω και μικρότερο του 20%, επί των πωλήσεων της Εναγομένης
  23. Πέραν τούτου, σαφώς τα όποια ποσοστά της τάξης του 20% επί των πωλήσεων της Εναγομένης 1 δύνανται σε οποιοδήποτε στάδιο να εξακριβωθούν και υπολογιστούν. Με άλλα λόγια, η όποια απώλεια είναι εύκολο να αποτιμηθεί σε χρήμα. Ο Εναγόμενος 2 προβάλλει τον ισχυρισμό ότι η Εναγομένη 1 είναι μια επιτυχημένη οικογενειακή επιχείρηση στη Δανία, ασχολούμενη με την κατασκευή και πώληση παιδικών επίπλων για πέραν των 100 ετών, και ότι ακόμα και σε περίπτωση που το Δικαστήριο ήθελε τελικώς αποφασίσει την καταβολή του 15% της έκπτωσης στην Εναγομένη 5, η Εναγομένη 1 είναι σε θέση να ικανοποιήσει τέτοια απόφαση, κυρίως εφόσον το κατέβαλλε για τα τελευταία 10 έτη. Ειδικότερα, ο Εναγόμενος 2 επισημαίνει ότι η Εναγομένη 5 δεν έχει κάνει ούτε και αναμένεται να κάνει σημαντικά κέρδη και ότι η Εναγομένη 1 είναι μέτοχος κατά το 60% στην Εναγομένη 5 επομένως το όποιο κέρδος της Εναγομένης 1 θα προέρχεται από το 60% της Εναγομένης
  24. Ο ισχυρισμός του Εναγομένου 2 για την οικονομική ευρωστία και δυνατότητα αποπληρωμής οποιουδήποτε ποσού ήθελε επιδικαστεί εναντίον της Εναγομένης 1 δεν έχει αμφισβητηθεί με οποιονδήποτε τρόπο από την Ενάγουσα. Ούτε και ο ισχυρισμός του Εναγομένου 2 για την πορεία των συμφωνιών της Εναγομένης 5 με τους πελάτες στη Ρωσία, την Κίνα, το Ντουμπάι και την Πορτογαλία και στις υπόλοιπες χώρες, αντικρούστηκε με οποιονδήποτε τρόπο από την Ενάγουσα. Λαμβανομένης υπόψιν της όλης κατάστασης, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί τα τελευταία έτη και συγκεκριμένα με το μεγαλύτερο μέρος των πωλήσεων, γύρω στο 97%, να γίνεται από την ίδια την Εναγομένη 1 (όπως άλλωστε αποτελεί κοινό έδαφος - παρ. 70 και 71 της ένορκης δήλωσης του ΚΚ) ενώ οι συμφωνίες τις οποίες συνήψε η Εναγομένη 5 δεν αποβαίνουν ιδιαίτερα επιτυχείς και κερδοφόρες, διαφαίνεται πράγματι ότι η Εναγομένη 1 διαθέτει τη δυνατότητα και την ευρωστία να αποζημιώσει την Εναγομένη 5 σε περίπτωση έκδοσης απόφασης εναντίον της και υπέρ της Εναγομένης
  25. Δεν διαφεύγει την προσοχή του Δικαστηρίου ο ισχυρισμός του ΚΚ πως ακριβώς λόγω της πιο πάνω κατάστασης, η μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα οδηγήσει την Εναγομένη 5 στην οικονομική καταστροφή. Ειδικότερα, ο ΚΚ ισχυρίζεται ότι η μη προσφορά της έκπτωσης του 15% θα αναγκάσει την Εναγομένη 5 να σταματήσει τις δοσοληψίες της με τους πελάτες της και συνακόλουθα θα προκαλέσει την εξάλειψη της επιχείρησης της. Έχει ήδη δοθεί η εικόνα αναφορικά με τους πελάτες της Εναγομένης 5, η οποία αν και παρουσίαζε κέρδη τα τελευταία έτη μέχρι και το 2018, εντούτοις φαίνεται ότι οι συμφωνίες που συνήψε δεν προχωρούν με ιδιαίτερη επιτυχία. Επομένως, αυτός ο ισχυρισμός του ΚΚ δεν κρίνεται βάσιμος ή τέτοιος που να οδηγεί δίχως άλλο στο συμπέρασμα ότι τυχόν μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και της μη χορήγησης της έκπτωσης του 15% θα προκαλέσει οικονομική καταστροφή στην Εναγομένη 5, λόγω ακριβώς του περιορισμένου εύρους των συνεργασιών και των πωλήσεων της τελευταίας. Ο ΚΚ επικαλείται το ότι η έννοια της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη μόνο με την αποκατάσταση της υλικής ζημιάς αλλά είναι ευρύτερη έννοια και καλύπτει την προστασία των δικαιωμάτων της Ενάγουσας για κατοχή, αξιοποίηση και εκμετάλλευση της επιχείρησης της. Πέραν των όσων αναφέρονται ανωτέρω επί τούτου, είναι σημαντικό να τονιστεί η φύση των αιτούμενων διαταγμάτων. Σημειώνεται ότι στην αγόρευση του ο δικηγόρος της Ενάγουσας εισηγήθηκε όπως σε περίπτωση έγκρισης της Αίτησης, τα διατάγματα θα πρέπει να εκδοθούν με τροποποιημένο λεκτικό εφόσον από την 1η Ιουλίου του 2019 η Εναγομένη 1 έχει εφαρμόσει τη ζημιογόνα απόφαση της αναφορικά με τα δύο υπό κρίση ποσοστά των 20% και 15%. Ειδικότερα, ο κ. Δημητριάδης ζητά την αντικατάσταση των φράσεων «. από του να σταματήσουν να αποδίδουν και ή καταβάλλουν .» και «. από του να σταματήσει να προσφέρει .» με την αντικατάσταση τους με τις φράσεις «. από του να συνεχίσουν να μην αποδίδουν και ή καταβάλλουν .» και «. από του να συνεχίσει να μην προσφέρει ..». Παρόλο που με τα αιτούμενα διατάγματα φαίνεται να ζητείται η απαγόρευση πράξεων των Εναγομένων 1-3 αναλόγως της περίπτωσης, εντούτοις μια προσεκτική ανάγνωση του λεκτικού αυτών, ακόμα και του προτεινόμενου διαφοροποιημένου λεκτικού, καταδεικνύει χωρίς δυσκολία ότι αυτά είναι προστακτικής και όχι απαγορευτικής φύσης. Με άλλα λόγια η απαγόρευση (να συνεχίσει) να μην αποδίδει και η απαγόρευση (να συνεχίσει) να μην προσφέρει, ισοδυναμεί με διαταγές να αποδίδει και να προσφέρει, πράξεις οι οποίες θα ήταν και οι μόνες που θα συνιστούσαν συμμόρφωση με τυχόν τέτοια διατάγματα. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση των Starport Nominees Ltd κ.ά.
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1271, η έκδοση προστακτικών διαταγμάτων γίνεται σπάνια, με φειδώ και με εξαιρετική περίσκεψη. Με παραπομπή στο σύγγραμμα David Bean Inunctions, 8η έκδοση, σελ. 35-37, ο έντιμος Δικαστής, ως ήταν τότε, του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Ναναθαήλ ανέφερε ότι δεν αποκλείεται η έκδοση τέτοιας φύσεως διαταγμάτων όταν υπάρχει ή θεωρείται από το Δικαστήριο ότι υπάρχει επείγον θέμα προς εξέταση ή όπου η φύση των πραγμάτων είναι τέτοια που ενδεχομένως η μη έκδοση τους να επηρεάσει ανεπανόρθωτα την όλη πορεία της διαφοράς. Χρήσιμη καθοδήγηση ως προς το πότε ενδείκνυται η έκδοση προστακτικών προσωρινών διαταγμάτων προσφέρει η υπόθεση Σοφοκλέους κ.ά. v. Παύλου
(2012)1(Γ) Α.Α.Δ. 2047 και στο ακόλουθο απόσπασμα: «Η έκδοση ενός διατάγματος είναι στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου, η οποία πρέπει να ασκείται δικαστικά με βάση ορισμένα κριτήρια και όχι αυθαίρετα. Ειδικά για διατάγματα διατακτικής μορφής (mandatorty injunctions) στο αγγλικό σύγγραμμα CLERK & LINDSELL ON TORTS 16η έκδοση σελ. 328 παραγ. 7-06 διατυπώνονται, σε δική μας μετάφραση και περίληψη, οι πιο κάτω αρχές: (ι) Ένα διάταγμα διατακτικής μορφής πρέπει να εκδίδεται σε αραιές περιπτώσεις και τότε μόνο όταν ο ενάγων δείχνει ότι υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να του προκληθεί σοβαρή ζημιά στο μέλλον αν δε δοθεί το διάταγμα. (ιι) Όταν η ζημιά που θα προκύψει λόγω άρνησης έκδοσης του διατάγματος δεν θα μπορεί να θεραπευθεί με την επιδίκαση αποζημιώσεων. (ιιι) Θα υπάρξει άρνηση έκδοσης του διατάγματος όπου η συμμόρφωση από το εναγόμενο θα είναι παράνομη. Επομένως σε αντίθεση με τα απαγορευτικά διατάγματα, στην περίπτωση διαταγμάτων διατακτικής μορφής θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το κόστος του εναγομένου για συμμόρφωση. Για παράδειγμα στην υπόθεση Redland Bricks Ltd. v. Μorris [1970] A.C. 652, διάταγμα επαναφοράς τοίχου που θα κόστιζε £30.000 περίπου, ακυρώθηκε από το αγγλικό Εφετείο για το λόγο ότι το ποσό αυτό ήταν δυσανάλογα μεγαλύτερο από την αξία της γης που επηρεάστηκε από την παράνομη επέμβαση. Τέτοια κριτήρια όμως δεν έχουν θέση εκεί όπου φαίνεται ότι ο εναγόμενος ενήργησε σκόπιμα. Σε τέτοια περίπτωση μπορεί να εκδοθεί το διάταγμα έστω κι' αν η δαπάνη που θα υποστεί ο εναγόμενος είναι μεγάλη. Στη σελ. 333 του ιδίου συγγράμματος με αναφορά στην υπόθεση Shelfer v. City of London Electrical Lighting Co διατυπώνονται τα εξής κριτήρια ως ένας εύκολος κανόνας για εξέταση του θέματος:
(1)Εάν η ζημιά του ενάγοντα είναι μικρή
(2)είναι τέτοια που μπορεί να υπολογιστεί χρηματικά και να αποζημιωθεί επαρκώς ο ενάγων,
(3)η περίπτωση είναι τέτοια που θα ήταν καταπιεστικό για τον εναγόμενο αν εκδοθεί το διάταγμα, τότε το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει αποζημιώσεις αντί του διατάγματος, λαμβανομένης πάντοτε υπόψη και της συμπεριφοράς των διαδίκων, ιδιαίτερα του εναγόμενου. Στην υπόθεση Wrotham Park Estate Company v. Parkside Homer Ltd & others [1974] 2 All E.R. 321, 336 λέχθηκε ότι ακόμη και εκεί όπου ο εναγόμενος επίσπευσε το έργο που αποτελεί επέμβαση παρά τη διαμαρτυρία του ενάγοντα, δεν υπάρχει γενικός κανόνας ότι πρέπει να εκδοθεί το διάταγμα. Το θέμα παραμένει στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου και απλώς το γεγονός αυτό, σε κατάλληλη υπόθεση κι' αφού συνεκτιμηθεί με τα υπόλοιπα γεγονότα, μπορεί να ληφθεί υπόψη εναντίον του εναγόμενου ούτως ώστε να εκδοθεί το διάταγμα.» Στην υπόθεση Τσιερκέζου v. Dragon Tourist Enterprises Ltd
(2009)1(A) A.Α.Δ. 734, τονίστηκε ότι τέτοια διατάγματα εκδίδονται με ιδιαίτερη φειδώ. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι διαφωτιστικό: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να εντοπίσει την πιο πάνω διάσταση, εκδίδοντας στην ουσία ένα προστακτικό διάταγμα το οποίο με βάση τη διαχρονική νομολογία σπάνια εκδίδεται και μόνο όταν από την απαίτηση φανερώνεται μια ασυνήθιστα δυνατή και καθαρή περίπτωση. Τη διάσταση αυτή παρέλειψε να εντοπίσει το πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε στην ουσία ένα προστακτικό διάταγμα το οποίο με βάση διαχρονική νομολογία σπάνια εκδίδεται και αυτό μόνο όταν από την απαίτηση φανερώνεται μια ασυνήθιστα δυνατή και καθαρή περίπτωση. (Shepherd Homes v. Sandham [1971] Ch. 340 και David Bean: Injunctions, 8η Έκδοση, σελ. 35-37, παρ. 3.33-3.37).» Οι ίδιες αρχές αναφέρονται και στο σύγγραμμα Ερωτοκρίτου & Αρτέμης, Διατάγματα, σελ. 87-
  1. Στην προκειμένη περίπτωση και με βάση όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο θεωρεί ότι από τη στιγμή που οι αποζημιώσεις αποτελούν επαρκή θεραπεία και η όποια ζημιά της Εναγομένης 5 και συνακόλουθα της Ενάγουσας δύναται να αποτιμηθεί σε χρήμα, τότε δεν δικαιολογείται η έκδοση των αιτούμενων προστακτικών διαταγμάτων. Ουσιαστικά, με την υπό κρίση Αίτηση η Ενάγουσα επιθυμεί να επαναφέρει την προ τερματισμού κατάσταση και να δεσμεύει και τα δύο μέρη ως προς τον τρόπο συνεργασίας μεταξύ τους και διεξαγωγής των εργασιών πώλησης και προώθησης των παιδικών επίπλων της Εναγομένης 1, ήτοι με την καταβολή του 20% και την πώληση στην Εναγομένη 5 των προϊόντων της με έκπτωση στο 15%, από τη στιγμή που η Εναγομένη 1 αποφάσισε να τερματίσει τη συνεργασία και συμφωνία μεταξύ των μερών για τους λόγους οι οποίοι εξηγούνται από τον Εναγόμενο 2 και εκτίθενται ανωτέρω. Παρόλο που η Ενάγουσα θεωρεί ότι η Αίτηση αποσκοπεί στη διατήρηση της προ τερματισμού κατάστασης και στην απαγόρευση συνέχισης της ισχυριζόμενης δόλιας συμπεριφοράς των Εναγομένων 1-3 εις βάρος και προκαλώντας ζημιά στην Εναγομένη 5 και συνακόλουθα στην Ενάγουσα ως μέτοχος μειοψηφίας, εντούτοις θα πρέπει ταυτόχρονα να ληφθεί υπόψιν ότι αυτό που ουσιαστικά επιζητείται με τα αιτούμενα διατάγματα είναι ο εξαναγκασμός της Εναγομένης 1 να συνεχίσει να τηρεί τα όσα έκανε πριν τον τερματισμό στα πλαίσια της συνεργασίας μεταξύ των μερών για την πώληση και προώθηση των προϊόντων της. Με άλλα λόγια, θα μπορούσε να λεχθεί ότι με τα αιτούμενα διατάγματα ουσιαστικά επιζητείται η εκτέλεση της ισχυριζόμενης συμφωνίας μεταξύ των μερών, ως αυτή λάμβανε χώρα πριν τον τερματισμό με την επιστολή ημ. 22.11.18, ως προσωρινή θεραπεία. Στην προκειμένη περίπτωση, έχει ήδη λεχθεί ότι δεν ικανοποιείται η τρίτη προϋπόθεση υπό την έννοια ότι η Ενάγουσα δύναται να αποζημιωθεί για την όποια ζημιά ήθελε αποδειχθεί ότι υπέστη λόγω της ισχυριζόμενης συμπεριφοράς των Εναγομένων 1-3 εις βάρος της Εναγομένης
  2. Με αυτή τη διαπίστωση, το Δικαστήριο θεωρεί ότι και το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων λόγω ακριβώς του ότι με αυτά ουσιαστικά ζητείται η εκτέλεση της συμφωνίας και συνεργασίας μεταξύ των μερών. Η ειδική εκτέλεση συμφωνίας διέπεται από το άρθρο 76 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 το οποίο θέτει τις προϋποθέσεις που πρέπει να ισχύουν για να διαταχθεί ειδική εκτέλεση συμφωνίας, μια εκ των οποίων είναι η ύπαρξη γραπτής συμφωνίας. Χρήσιμη καθοδήγηση ως προς την ερμηνεία και τον τρόπο εφαρμογής του άρθρου 76 παρέχουν οι υποθέσεις Χριστοφίδη v. Κοτζαναστάση
(1993)1 Α.Α.Δ. 718, Τσιαλής v. Χατζηανδρέου
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 1250, Κλεάνθη κ.ά. v. Σιανίου
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 180 και CLR Investment Fund Ltd v. Alliance International Reinsurance Company Ltd
(2012)1(B) A.A.Δ. 1009. Στην υπόθεση Όξυνος κ.ά. v. Λου
(2011)1(Β) Α.Α.ΑΔ. 1066 λέχθηκαν τα εξής: «Όπως έχει νομολογηθεί, σκοπός ενός συντηρητικού διατάγματος που εκδίδεται δυνάμει των προνοιών του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, είναι η διατήρηση της κατάστασης πραγμάτων (status quo ante), όπως αυτή είχε κατά το χρόνο που η υπό εκδίκαση διαφορά προέκυψε και παράλληλα η διατήρηση της επίδικης περιουσίας, για όλο το χρονικό διάστημα που εκκρεμεί η εκδίκαση της αγωγής (Michael v. Brevinos Limited
(1969)1 C.L.R. 578 και Κούνουνα v. C. & A. Simonos Ltd.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1361). . Ειδικότερα, και σε σχέση με την τρίτη θεσμική προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, στην οποία να σημειωθεί δόθηκε ιδιαίτερη βαρύτητα από τον ευπαίδευτο συνήγορο των εφεσειόντων, υπενθυμίζουμε την αρχή ότι οι αποζημιώσεις δεν αποτελούν τη μοναδική παράμετρο κρίσης του συγκεκριμένου θέματος. Υπόψη λαμβάνονται και άλλα στοιχεία και μεταβλητά κριτήρια και σε τελική ανάλυση η αδυναμία ή η δυσκολία απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, εξαρτάται από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν το αίτημα, (Κυρισάββα ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Παντελούς Κωνσταντίνου Κκίζη κ.ά. v. Κύζη ως διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Μαριτσούς Κωστή Κκίζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245). Ας μη μας διαφεύγει ότι η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται, όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση M. and Ch. Mitsingas Trading Ltd. κ.ά. v. The Timberland Co.
(1997)1 Α.Α.Δ. 1791, με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του διαδίκου που επιδιώκει τη θεραπεία. Λαμβανομένων υπόψη όλων των στοιχείων, θεωρούμε επίσης ότι ορθά το πρωτόδικο δικαστήριο έκρινε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση το ισοζύγιο της ευχέρειας (balance of convenience), κλίνει υπέρ της εφεσίβλητης. Όπως πολύ ορθά σημειώνει: "... Ακόμα και αν στο τέλος της ημέρας αποδειχθεί ότι το επίδικο αυτοκίνητο ανήκει τελικά στην εναγόμενη 2 - καθ'ης η αίτηση εταιρεία, και η αιτήτρια στο μεταξύ προκαλέσει ζημιά στο αυτοκίνητο, αντιπαρέρχομαι την ασφαλιστική κάλυψη που αναφέρθηκε ο κ. Στυλιανού, ως υπεδείχθη και στην Κούνουνα (ανωτέρω), υπάρχει πάντα η ικανοποίηση της επιδίκασης αποζημίωσης. Και ακριβώς το στοιχείο αυτό θέτει προς τελική εξέταση κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να παραμείνει σε ισχύ το διάταγμα. Το ισοζύγιο της ευχέρειας έχω την άποψη για τους πιο πάνω λόγους πως κλίνει την πλάστιγγα υπέρ της αιτήτριας, αφού ως υπεδείχθη στις υποθέσεις Γρηγορίου και Κούνουνα (ανωτέρω), κρίνεται με βάση τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία κατά τον ουσιώδη χρόνο."» Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο δεν ικανοποιείται ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις ούτως ώστε να δικαιολογείται η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου καθορίζει και την πορεία της Αίτησης χωρίς να καθίσταται αναγκαία η εξέταση και ενασχόληση με τους υπόλοιπους λόγους ένστασης ή τα ζητήματα που εγείρονται στα πλαίσια αυτής. Ως εκ τούτου η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων 1-3 και 5 - Καθ΄ ων η Αίτηση και εναντίον της Ενάγουσας - Αιτήτριας όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της παρούσας Αγωγής. (Υπ.) ........ ΄Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Ε.Ν. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.