ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. Χατζηκωνσταντά Αβρααμίδου, Αρ. Αγωγής: 3104/19, 26/4/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A186 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Χριστοδουλίδου Μέσσιου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3104/19 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΡΕΙΑ ΛΤΔ Ενάγουσας και XXXXX Χατζηκωνσταντά Αβρααμίδου Εναγομένης ----------------------------------------------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 26 Απριλίου 2021 Ε Μ Φ Α Ν Ι Σ Ε Ι Σ : Για την Εναγόμενη Αιτήτρια: Η κα Στ. Μιχαήλ, για Άνδρος Αναστασίου Για την Ενάγουσα Καθ' ης η αίτηση: Η κα Θ. Θεοχάρους, για Κούσιος, Κορφιώτης, Παπαχαραλάμπους Δ.Ε.Π.Ε. ------------- Ενδιάμεση απόφαση σε αίτηση υπό της Εναγομένης Αιτήτριας για έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων ημερομηνίας 12/1/2021 Η παρούσα αγωγή αφορά αξίωση της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (η Ενάγουσα) εναντίον της Εναγόμενης για διάφορα ποσά, πλέον τόκους και κεφαλαιοποίηση των τόκων δυο φορές ετησίως, πλέον την έκδοση διατάγματος του Δικαστηρίου που να διατάσσει την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου δυνάμει της υπ' αριθμό XXXXX/00 υποθήκης, ημερομηνίας 25.4.00 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας, επιπλέον δηλώσεις και/ή διατάγματα του Δικαστηρίου αναφορικά με τα ασφαλιστήρια συμβόλαια με αριθμούς XXXXX6283, XXXXX6175, XXXXX2906 και XXXXX7956 με την εταιρεία EuroLife Ltd, καθώς και τα απορρέοντα από αυτά δικαιώματα και/ή ωφελήματα της Εναγόμενης ότι έχουν εκχωρηθεί και/ή μεταβιβαστεί στην Ενάγουσα. Η Εναγόμενη στην οποία επιδόθηκε η αγωγή, καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης μέσω συνηγόρου και υπεράσπιση και ανταπαίτηση στις 23.9.
- Η Ενάγουσα καταχώρησε απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην απαίτηση στις 6.10.20 και ακολούθως με την ολοκλήρωση των δικογράφων οι συνήγοροι της Ενάγουσας καταχώρησαν κλήση για οδηγίες με βάση την Δ.30, στην οποία ο συνήγορος της Εναγόμενης καταχώρησε το παράρτημά του, και εκδόθηκαν σχετικές οδηγίες για έκδοση διαταγμάτων ένορκης αποκάλυψης εγγράφων και για τις δυο πλευρές. Στις 12.1.21, ο νέος δικηγόρος της Εναγόμενης, σχετική η ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρου καταχωρήθηκε στις 12.1.21, καταχώρησε αίτηση, η υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητεί την έκδοση των ακολούθων διαταγμάτων: 1) Διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στην Ενάγουσα να συνεχίσει τη διαδικασία εκποίησης του ακινήτου που βαρύνεται με την υποθήκη Υ3349/2000 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής, 2) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται στην Ενάγουσα να προχωρήσει τη διαδικασία εκποίησης του επίδικου ακινήτου χωρίς τη ταυτόχρονη εκποίηση και του τεμαχίου με αριθμό 1794, το οποίο συνορεύει με το τεμάχιο της Εναγόμενης και το οποίο επίσης βαρύνεται με την XXXXX/2007 του Κτηματολογίου Λευκωσίας προς όφελος της Ενάγουσας, το οποίο αποτελεί περιουσιακό στοιχείο της εταιρείας Ranch Homes Ltd μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής. 3) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται στην Καθ' ης η Αίτηση να προβεί σε νέα διαδικασία εκποίησης του ακινήτου που βαρύνεται με την υποθήκη XXXXX/2000 και XXXXX/2007 μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής, 4) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να εμποδίζεται η Ενάγουσα να προβεί στις διαδικασίες πώλησης των ακινήτων που βαρύνονται με τις υποθήκες XXXXX/2000 και XXXXX/2007, όπως προβλέπεται στο μέρος VIΑ του Ν. 9/65 ως έχει τροποποιηθεί, γιατί παραβιάζεται το συνταγματικό δικαίωμα της ελευθερίας τους και το δικαίωμα της ιδιοκτησίας και 5) τα έξοδα της αίτησης. Νομική βάση της αίτησης είναι άρθρα του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, το άρθρο 32 του Ν.14/60, άρθρα του Κεφ. 6, το μέρος VIΑ του Ν.9/65 ως έχει τροποποιηθεί. Άρθρα του Κεφ. 224 ως έχει τροποποιηθεί, οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας, η νομολογία, το δίκαιο της επιείκειας, το κοινοδίκαιο και οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, όπως και οι οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου περί Διαχείρισης Καθυστερήσεων του 2013 και των Παραρτημάτων της. Την αίτηση συνοδεύει η ενόρκως δήλωση της Εναγόμενης Αιτήτριας στην οποία έχει επισυνάψει 7 Τεκμήρια. Η Εναγόμενη δηλώνει ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο είναι διευθυντής και μέτοχος της εταιρείας Ranch Homes Ltd, που δραστηριοποιείτο σε εργοληπτικές εργασίες και συνεπεία της κρίσης του 2013 παραμένει μέχρι και σήμερα αδρανής. Γνωρίζει πολύ καλά από προσωπική γνώση τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και υιοθετεί πλήρως και επαναλαμβάνει το περιεχόμενο της υπεράσπισης και ανταπαίτησής της στην παρούσα αγωγή. Είναι η θέση της ότι τον Μάιο του 2016 επήλθε συμφωνία αναδιάρθρωσης των χρεών της μεταξύ της ίδιας και της Ενάγουσας, και συγκεκριμένα του Τμήματος Διαχείρισης Μεσαίων Επιχειρήσεων. Επισυνάπτει σχετικά ως Τεκμήριο 1 την επιστολή αποδοχής και/ή προσφοράς από την Ενάγουσα προς την ίδια. Αναφέρει επίσης ότι κατά την ίδια περίοδο επήλθε μεταξύ της Ενάγουσας και της ίδιας συμφωνία αναδιάρθρωσης των χρεών της εταιρείας Ranch Homes Ltd, την οποία επισυνάπτει ως Τεκμήριο
- Είναι η θέση της ότι η Ενάγουσα δεν νομιμοποιείται στην εκποίηση του ακινήτου που βαρύνεται με την υποθήκη XXXXX/2000, που αποτελεί δικό της περιουσιακό στοιχείο μέχρι την εκδίκαση της ανταπαίτησής της στην παρούσα αγωγή λόγω της αντισυμβατικής συμπεριφοράς της Ενάγουσας προς την ίδια, η οποία πηγάζει από τη μεταξύ τους συμφωνία, ημερομηνίας 19.5.16, την οποία αποδέχτηκε και υπέγραψε στις 26.5.
- Σχετική είναι και η επιστολή προσφοράς και αποδοχής προς την Ranch Homes Ltd ίδιας ημερομηνίας. Είναι η θέση της ότι η ίδια προσπάθησε επανειλημμένα να επικοινωνήσει με την Ενάγουσα επιβεβαιώνοντας την ετοιμότητά της για την υλοποίηση των συμφωνηθέντων, χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε ανταπόκριση από πλευράς Ενάγουσας. Αντίθετα, η Ενάγουσα αυθαίρετα, αντισυμβατικά και παράτυπα υπαναχώρησε από τις συμφωνίες και εκμεταλλευόμενη τις διατάξεις του Κεφ. 6 και το Μέρος VIΑ του Ν.9/65 ως έχει τροποποιηθεί, της έστειλε ειδοποίηση Τύπου ΙΑ, ημερομηνίας 18.11.20, την οποία παρέλαβε στις 15.12.20, σύμφωνα με την οποία στις 27.4.21 θα πραγματοποιηθεί ηλεκτρονικός πλειστηριασμός του ενυπόθηκου ακινήτου που καλύπτεται με την υποθήκη XXXXX/2000, το Τεκμήριο
- Επισυνάπτει επίσης την ειδοποίηση Τύπου Ι μαζί με την κατάσταση λογαριασμού, η οποία είχε προηγηθεί, ως Τεκμήριο 4, για να διαπιστωθεί ότι η διαδικασία για την εκποίηση του εν λόγω ακινήτου γίνεται για εξόφληση του επίδικου χρέους. Λαμβάνει νομική συμβουλή και είναι η θέση της ότι για τις μελλοντικές υποχρεώσεις ενός οφειλέτη ενδείκνυται να δίνεται νέα συγκατάθεση τόσο για την εξασφάλιση των πιστωτικών διευκολύνσεων, όσο και για την επιβεβαίωση της ελεύθερης θέλησης του οφειλέτη για εξασφάλιση της νέας πιστωτικής διευκόλυνσης, σχετικό είναι το Τεκμήριο 5, εξ' ου και η ίδια έδωσε γραπτή συγκατάθεση για επέκταση της XXXXX/2000, την οποία θεωρεί άκυρη. Είναι η θέση της ότι η Ενάγουσα γνωρίζοντας τη δύσκολη οικονομική της κατάσταση δεν ανέμενε από την ίδια να εξασφαλίσει προσωπικά το επίδικο δάνειο, αλλά από την υλοποίηση των υπολοίπων όρων των συμφωνιών, γι' αυτό και έγιναν οι επιστολές - αποδοχές Τεκμήρια 1 και
- Θεωρεί επομένως ότι η αποδοχή της για εξασφάλιση του επίδικου δανείου από την υποθήκη XXXXX/2000, πάσχει νομικά και δεν είναι έγκυρη, διότι το δάνειο και η συγκατάθεση της εξασφάλισής του με την εν λόγω υποθήκη έγιναν υπό την αίρεση υλοποίησης και των υπολοίπων όρων των Τεκμηρίων 1 και 2, τα οποία αντισυμβατικά η Ενάγουσα δεν τήρησε. Αναφέρει επίσης ότι, το ενυπόθηκο ακίνητο με αριθμό 1787 δεν μπορεί να πωληθεί από μόνο του, καθότι η άδεια οικοδομής που δόθηκε από τον Δήμο Λακατάμειας για την ανάπτυξή του, προβλέπει ενιαία ανάπτυξή του με το συνορεύον τεμάχιο αριθμός 1794 της εταιρείας Ranch Homes Ltd. Επισυνάπτει σχετικά ως Τεκμήριο 6 φωτοτυπία της άδειας οικοδομής του Δήμου Λακατάμειας μαζί με τους γενικούς όρους αυτής. Είναι η θέση της, ότι η Ενάγουσα χωρίς τη δέουσα προσοχή και επιμέλεια και για να προκαλέσει ζημιά τόσο στην ίδια, όσο και στην εταιρεία Ranch Homes Ltd, άρχισε τη διαδικασία πώλησης του τεμαχίου 1787, χωρίς να λάβει υπόψη το τεμάχιο 1794 και την ενιαία άδεια οικοδομής. Είναι περεταίρω η θέση της ότι ενόψει των παρατυπιών, προνομίων και αθέτηση υποσχέσεων από πλευράς Ενάγουσας, η επίδικη συμφωνία δανείου όπως και όλες οι παρεμφερείς συμφωνίες και/ή εξασφαλίσεις της, είναι παράνομες, ακυρώσιμες και/ή άκυρες, θεωρεί ότι έχει πολύ καλή βάση ανταπαίτησης με ορατές πιθανότητες επιτυχίας, ουδέποτε υπήρξε στρατηγικώς κακοπληρωτής, αντίθετα πλήρωσε αρκετές δόσεις και αναφέρεται σε διάφορα ποσά που πλήρωσε κατά καιρούς έναντι των συμφωνιών που είχε με την Ενάγουσα, και δηλώνει επίσης ότι όταν υποθήκευσε τα επίδικα ακίνητα, οι πρόνοιες του Μέρους VIΑ του Ν.9/65 που δίδει το μονομερές δικαίωμα στον ενυπόθηκο δανειστή να εκποιεί την ενυπόθηκη ιδιοκτησία από μόνος του, δεν υπήρχαν. Είναι η θέση της ότι οι πρόνοιες του Μέρους VIΑ του Ν.9/65, έχουν μεταβάλλει μονομερώς και προς το χειρότερο τα δικαιώματά της και επηρεάζουν το συνταγματικό της δικαίωμα της ελευθερίας του συμβάλλεσθαι και της ιδιοκτησίας. Γι' αυτό και θεωρεί ότι είναι επάναγκες όπως εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, δηλώνοντας ότι τυχόν εκποίηση της περιουσίας της θα της προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά, καθότι θα στερηθεί το συνταγματικό της δικαίωμα στην περιουσία της για ένα δάνειο και μια υπάρχουσα και νομικά εσφαλμένη και πάσχουσα εξασφάλιση του, που λήφθηκε από την Ενάγουσα με απαράδεκτους τρόπους. Επίσης δεν θα έχει νόημα εάν πετύχει στην ανταπαίτησή της, εάν το επίδικο ακίνητο πωληθεί. Η Ενάγουσα καταχώρησε ένσταση, η οποία έχει νομική βάση παρόμοια με αυτήν της αίτησης και στην οποία προβάλει 15 συνολικά λόγους ένστασης. Συνοπτικά αποδιδόμενοι οι λόγοι ένστασης είναι ότι, η αίτηση είναι νομικά ανυπόστατη και αβάσιμη, εσφαλμένη, πάσχει εξ υπαρχής γιατί δεν αποτελεί το ορθό δικονομικό διάβημα, καθότι σύμφωνα με το Μέρος VIΑ του Ν.9/65 η διαδικασία που έπρεπε να ακολουθηθεί από την Εναγόμενη Αιτήτρια είναι αυτή της Αίτησης Έφεσης, καμία από τις προϋποθέσεις που απαιτούνται από το άρθρο 32 του Ν.14/60 δεν πληρείται, η Αιτήτρια δεν έχει αποδείξει ότι θα πάθει ανεπανόρθωτη ζημιά σε περίπτωση που δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα και/ή ζημιά που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήματα από την Ενάγουσα Καθ' ης η Αίτηση, ούτε και έχει αμφισβητηθεί η ικανότητα της Καθ' ης η Αίτηση να καταβάλλει στην Αιτήτρια, σε περίπτωση επιτυχίας της υπεράσπισης και ανταπαίτησης της, τυχόν αποζημιώσεις που θα επιδικαστούν υπέρ της. Επίσης αναφέρει ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλείνει σαφέστατα υπέρ της μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, η Καθ' ης η Αίτηση ενέργησε καθόλα νόμιμα ασκώντας τα νόμιμα δικαιώματα που της παρέχονται από το Μέρος VIΑ του Ν. 91/65, εφόσον το ενυπόθηκο χρέος που εξασφαλίζεται με την επίδικη υποθήκη έχει καταστεί υπερήμερο, η θέση ότι θα πρέπει παράλληλα να εκποιηθεί και το κτήμα της Ranch Homes Ltd είναι απαράδεχτη και αβάσιμη, αφού η υποθήκη που το καλύπτει εκείνο δεν εμπίπτει στους όρους της συμφωνίας που εξετάζεται με την παρούσα αίτηση, όπως φαίνεται η Αιτήτρια δεν αμφισβητεί ούτε την ύπαρξη οφειλής της απέναντι στην Καθ' ης η Αίτηση ούτε και ότι έλαβε τα ποσά του δανείου, αλλά αρνείται να τα επιστρέψει προβάλλοντας δικαιολογίες που δεν στέκουν. Η Αιτήτρια είναι με ελεύθερη τη βούλησή της που υποθήκευσε το επίδικο ακίνητο, έχουν περάσει χρόνια από τη σύναψη των επίδικων συμφωνιών και δεν μπορεί να της επιτραπεί στο στάδιο αυτό να τις αμφισβητήσει. Θεωρεί επομένως ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος βάσιμος για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, γι' αυτό και αιτείται την απόρριψη της αίτησης. Την αίτηση συνοδεύει η ένορκη δήλωση του κυρίου XXXXX Αδαμίδη, που είναι στην υπηρεσία της Ενάγουσας και γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, δηλώνει ότι έχει στην κατοχή του όλα τα σχετικά έγγραφα που αφορούν την εν λόγω υπόθεση, τα οποία και έχει μελετήσει και τα γνωρίζει προσωπικά. Είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από την Καθ' ης η Αίτηση να προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση, δηλώνει ότι έχει διαβάσει τόσο το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, αλλά και τα δικόγραφα της Εναγόμενης με τα οποία και διαφωνεί, υιοθετεί την ένσταση της Καθ' ης η Αίτηση και τους λόγους που αναφέρονται σε αυτήν, και δηλώνει ότι το επίδικο δάνειο δόθηκε στην Εναγομένη για να εξασφαλιστούν διάφορες πιστωτικές διευκολύνσεις τις οποίες αναφέρει, και η Αιτήτρια συμφώνησε να αποπληρώσει τα δάνεια στις 5.10.
- Η ίδια επίσης συμφώνησε με νέα συμφωνία ημερομηνίας 25.4.00 να παραχωρήσει την υποθήκη για το εν λόγω ακίνητο προς εξασφάλιση των υποχρεώσεών της. Η Ενάγουσα, επειδή η Εναγόμενη δεν τήρησε τις υποσχέσεις της, στις 20.6.19 τερμάτισε τον επίδικο λογαριασμό δανείου και απαίτησε την εξόφλησή του και επειδή η Αιτήτρια δεν συμμορφώθηκε με τις απαιτήσεις της Ενάγουσας, και επειδή το ενυπόθηκο χρέος κατέστη υπερήμερο, σύμφωνα με τον Ν. 9/69 η Καθ' ης η Αίτηση νόμιμα και ορθά προώθησε τη διαδικασία εκποίησης της υποθήκης XXXXX/2000, στέλνοντας την 1.9.20 δεόντως στην Αιτήτρια την ειδοποίηση Τύπου Ι με την οποία σηματοδοτήθηκε η έναρξη της διαδικασίας εκποίησης της υποθήκης XXXXX/2000, συνοδευόμενη από κατάσταση λογαριασμού. Η Αιτήτρια και πάλι δεν συμμορφώθηκε και η Καθ' ης η Αίτηση της απέστειλε δεόντως την ειδοποίηση ημερομηνίας 18.11.20 Τύπου ΙΑ, ορίζοντας ημερομηνία πλειστηριασμού του επίδικου ακινήτου. Είναι η θέση του ότι όσα αφορούν τις συμφωνίες της Ενάγουσας Καθ' ης η Αίτηση με την εταιρεία Ranch Homes Ltd, δεν έχουν σχέση με την παρούσα υπόθεση και υιοθετεί όλους τους λόγους ένστασης που απαντούν στους ισχυρισμούς της Αιτήτριας για αντισυμβατική συμπεριφορά από πλευράς της Ενάγουσας Καθ' ης η Αίτηση. Είναι η θέση του ότι η Αιτήτρια με ελεύθερη τη βούληση και συναίνεση υπέγραψε επιστολές στις οποίες υπήρχαν ρητοί όροι αποδοχών με τους οποίους συμφώνησε στην διαδικασία εκποίησης της υποθήκης XXXXX/20, θεωρεί ότι δεν υπάρχει τίποτε που να συνδέει την παρούσα υπόθεση με τις υποθέσεις της Ranch Homes Ltd, και εν πάση περιπτώσει, το επίδικο ακίνητο που καλύπτεται από την υποθήκη XXXXX/2000, διαθέτει ξεχωριστό τίτλο ιδιοκτησίας και η άδεια οικοδομής, την οποία επικαλείται η Αιτήτρια, έχει λήξει. Είναι τελικά η θέση του ότι, η Καθ' ης η Αίτηση ενέργησε καθ' όλα νόμιμα και ορθά ασκώντας τα εκ του νόμου δικαιώματά της, ξεκινώντας τη διαδικασία πλειστηριασμού σύμφωνα με το Μέρος VIΑ του Ν.9/
- Δεν τίθεται θέμα καμίας αντισυμβατικής συμπεριφοράς ούτε αντισυνταγματικής συμπεριφοράς ούτε και τίθεται θέμα ότι έχει περιοριστεί το δικαίωμα ιδιοκτησίας της Αιτήτριας, αφού η ίδια συνειδητά και αυτόβουλα επέλεξε τη δέσμευση της ακίνητης περιουσίας της με την επίδικη υποθήκη. Επαναλαμβάνει όλους τους νομικούς λόγους που αναφέρονται στην ένσταση αναφορικά με τη μη εκπλήρωση των όρων και προϋποθέσεων που θέτει το άρθρο 32 του Ν. 14/60, και δηλώνει ότι η Αιτήτρια δεν πρόκειται να υποστεί καμία ανεπανόρθωτη ζημιά από τυχόν πώληση του επίδικου ακινήτου, εάν μετά επιτύχει στην ανταπαίτησή της, καθότι η ζημιά της μπορεί να αποζημιωθεί από την Ενάγουσα Καθ' ης η Αίτηση σε χρήματα. Αιτείται την απόρριψη της αίτησης, καθότι καμία από τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60, αλλά ούτε και το ισοζύγιο της ευχέρειας συνηγορεί υπέρ της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Την αίτηση του κυρίου Κ. Αδαμίδη συνοδεύουν 7 Τεκμήρια. Η αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση χωρίς κανένας από τους συνηγόρους να ζητήσει είτε την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης είτε την αντεξέταση οποιουδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες. Αντίθετα, περιορίστηκαν στην κατάθεση γραπτών εμπεριστατωμένων αγορεύσεων στο Δικαστήριο. Στη δική του γραπτή αγόρευση ο ευπαίδευτος συνήγορος της Αιτήτριας, προβαίνει σε ένα σύντομο ιστορικό της παρούσας υπόθεσης, όπως προκύπτει και μέσα από την υπεράσπιση και ανταπαίτησή του και αναφέρεται στο ακίνητο που αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας υπόθεσης, αλλά και το διπλανό ακίνητο που ανήκει στην εταιρεία Ranch Homes Ltd της οποίας διευθυντής και μέτοχος είναι η Εναγόμενη. Αναφέρει ότι όντως η Εναγόμενη είχε λάβει δάνειο από την Ενάγουσα, το οποίο έτυχε αναδιάρθρωσης, για να διασωθεί η πρώτη κατοικία της Αιτήτριας. Στο πλαίσιο εκείνης της αναδιάρθρωσης παραχωρήθηκε και η σχετική υποθήκη. Είναι η θέση του ότι η Ενάγουσα έχει ενεργήσει αντισυμβατικά έναντι της Εναγόμενης, και δεν λαμβάνει υπόψη του το γεγονός ότι η Εναγόμενη είναι μια πελάτιδα της Τράπεζας που πασχίζει να αναδιαρθρώσει τις δανειακές της υποχρεώσεις και να ζήσει με αξιοπρέπεια την υπόλοιπη ζωή της. Θεωρεί ότι τυχόν προώθηση της εκποίησης του υπό αναφορά ακινήτου μέσω πλειστηριασμού, θα οδηγήσει την Εναγόμενη σε διαβίωση συνθηκών πλήρους ανέχειας και εξαθλίωσης. Επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς του για την αντισυμβατική συμπεριφορά της Ενάγουσας, αναφορικά με την εξασφάλιση της XXXXX/2000, που έγινε χωρίς τη θέληση της Εναγόμενης, στην οποία η υπογραφή της επί των εν λόγω συμφωνιών τέθηκε μόνο με τη ρητή αίρεση και προϋπόθεση υλοποίησης όλων των όρων που είχαν συμφωνηθεί μεταξύ των μερών. Η Ενάγουσα αδικαιολόγητα υπαναχώρησε από την εκπλήρωση των εν λόγω όρων και επαναλαμβάνει τη θέση του ότι η Ενάγουσα μονομερώς και επιλεκτικά υλοποίησε τα Τεκμήρια 1 και 2, αφήνοντας την Ενάγουσα όπως και την εταιρεία Ranch Homes Ltd εκτεθειμένες σε ζημιά και δόλια και πονηρά αποφεύγει να αναφερθεί στη δεινή οικονομική κατάσταση της Εναγόμενης Αιτήτριας για ένα δάνειο που είχε πολύ μικρή χρονική διάρκεια αποπληρωμής. Αναφέρει επίσης ότι η συγκατάθεση της Ενάγουσας για την υπογραφή της υποθήκης λήφθηκε κάτω από πλάνη της Εναγόμενης Αιτήτριας και δόλια και πονηρά εκ πλευράς Ενάγουσας, και αφού αναφέρει νομολογία αναφορικά με το άρθρο 32 του Ν. 14/60, θεωρεί ότι ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, και ότι επίσης το ισοζύγιο της ευχέρειας σαφέστατα κλείνει υπέρ της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Επιμένει ότι, το γεγονός ότι η Ενάγουσα είναι φερέγγυα δεν είναι αρκετό και αναφέρει ότι υπάρχουν παραδείγματα μεγάλων τραπεζικών ιδρυμάτων του τόπου που έχουν καταρρεύσει. Και όπως επίσης αναφέρει, η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης, δεν περιλαμβάνει μόνο τη χρηματική αποζημίωση. Το ισοζύγιο της ευχέρειας σαφέστατα κλείνει υπέρ της Ενάγουσας και καταλήγει ότι εάν το Δικαστήριο θεωρήσει ότι η υποθήκη XXXXX/07 δεν είναι επίδικη και δεν έχει αρμοδιότητα για έκδοση των απαιτούμενων διαταγμάτων που την αφορούν, περιορίζει το αίτημά της Αιτήτριας μόνο ως προς την υποπαράγραφο Α, δηλαδή για έκδοση διατάγματος που να αναστέλλει την διαδικασία εκποίησης του ακινήτου που βαρύνεται με την υποθήκη υπ' αριθμό XXXXX/2000 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας. Στη δική της γραπτή αγόρευση η Ενάγουσα, αφού με τη σειρά της προβαίνει σε μια σύντομη περίληψη των γεγονότων που αφορά η παρούσα αίτηση, τα διατάγματα τα οποία ζητούνται και μια σύντομη περίληψη της ένορκης δήλωσης που τη συνοδεύει, όπως και την παράθεση της ένστασης μαζί με τους λόγους και την ένορκη δήλωση που περιλαμβάνονται σε αυτήν, αναφέρεται στο ιστορικό της υπόθεσης και δη στη θέση ότι, δεν υπάρχει άρνηση από πλευράς Εναγόμενης ότι έλαβε το επίδικο δάνειο για να εξασφαλίσει συγκεκριμένες υποχρεώσεις της, και ότι υπέγραψε προς όφελος της Ενάγουσας την XXXXX/2000 για το επίδικο ακίνητο. Ακολούθως, αναφέρεται στις πρόνοιες των άρθρων 44Α‑ 44ΙΑ του Ν.9/65 ως αυτό έχει τροποποιηθεί, που παρέχει δυνατότητα στον ενυπόθηκο δανειστή να προχωρήσει με την εκποίηση ενός ενυπόθηκου δανείου σε περίπτωση υπερημερίας. Είναι η θέση της ότι η Καθ' ης η Αίτηση ενέργησε καθ' όλα ορθά και νόμιμα σύμφωνα με το δικαίωμα που της παρέχει ο Ν.9/65, και σωστά ενεργοποίησε τη διαδικασία πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου με πλειστηριασμό. Επειδή η Αιτήτρια δεν συμμορφώθηκε, ορθά επίσης η Καθ' ης η Αίτηση απέστειλε την ειδοποίηση Τύπου Ι συνοδευόμενη από επισυνημμένη κατάσταση λογαριασμού και την ειδοποίηση Τύπου ΙΑ ορίζοντας ημερομηνία πλειστηριασμού. Η πρώτη της θέση είναι ότι η Αιτήτρια, έχει ακολουθήσει λανθασμένο δικονομικό βήμα καταχωρώντας αίτηση στη βάση του άρθρου 32 του Ν.14/60, δηλαδή για έκδοση απαγορευτικού διατάγματος αναστολής του πλειστηριασμού, ενώ το ορθό δικονομικό βήμα θα ήταν η καταχώρηση Αίτησης Έφεσης. Πέραν τούτου, το οποίο κατά την άποψη της είναι ολέθριο λάθος, δεν πληρούνται στην παρούσα υπόθεση οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/
- Ειδικά είναι η θέση της ότι δεν πληρείται καμία από τις εν λόγω προϋποθέσεις, πόσο μάλλον η τρίτη προϋπόθεση, αφού κατά την άποψή της, μπορεί η οποιαδήποτε τυχόν ζημιά υποστεί η Εναγόμενη Αιτήτρια, εάν στο τέλος κερδίσει την υπεράσπιση και ανταπαίτησή της, να αποζημιωθεί σε χρήμα. Αρνείται τους ισχυρισμούς περί αντισυμβατικής και/ή αμελούς συμπεριφοράς και/ή συμπεριφοράς δυνάμει δόλου και/ή παράβασης θέσμιων καθηκόντων από πλευράς Ενάγουσας, επαναλαμβάνει τη θέση της ότι η Ενάγουσα με ελεύθερη τη συναίνεσή της υπέγραψε την επίδικη σύμβαση υποθήκης και είναι επίσης η θέση της ότι το τεμάχιο 1787 που καλύπτεται από την XXXXX/2000, εφόσον διαθέτει ξεχωριστό τίτλο ιδιοκτησίας, σε καμία περίπτωση δεν έπρεπε να πωληθεί μαζί με το συνορεύον τεμάχιο 1794, που είναι ιδιοκτησία της εταιρείας Ranch Homes Ltd, ως η άδεια οικοδομής, η οποία εν πάση περιπτώσει έχει λήξει. Αναφέρει επίσης ότι, το Δικαστήριο δεν μπορεί να προβεί στην έκδοση οποιουδήποτε διατάγματος αναφορικά με την Ranch Homes Ltd, η οποία δεν αποτελεί διάδικο στην παρούσα αγωγή. Ιδιαίτερα αμφισβητεί το θέμα της ανεπανόρθωτης ζημιάς και με λεπτομερή παράθεση νομολογίας αναφέρει ότι η Ενάγουσα σε περίπτωση που η Εναγόμενη πετύχει στην υπεράσπιση και ανταπαίτησή της, είναι σε θέση να την αποζημιώσει πλήρως σε χρήμα που είναι πέραν από ικανοποιητικό, για να διορθώσει οποιαδήποτε τυχόν ζημιά ήθελε η Εναγόμενη υποστεί και σίγουρα δεν τίθεται θέμα ανεπανόρθωτης ζημιάς. Είναι επίσης η θέση της ότι και το ισοζύγιο της ευχέρειας σαφώς κλείνει υπέρ της απόρριψης της αίτησης, γι' αυτό και αιτείται την απόρριψη της αίτησης με έξοδα εναντίον της Εναγόμενης Αιτήτριας. Το πρώτο πράγμα το οποίο παρατηρώ είναι ότι αν και με την αίτηση της η Εναγόμενη Αιτήτρια αναφέρεται και αιτείται την έκδοση διαταγμάτων αναφορικά και με άλλη υποθήκη, και συγκεκριμένα την XXXXX/07 Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας η οποία αποτελεί περιουσιακό στοιχείο της εταιρείας Ranch Homes Ltd, η παρούσα αγωγή δεν αφορά καμία συμφωνία με την εν λόγω εταιρεία, ούτε και την υποθήκη με αρ. XXXXX/07 που αφορά ακίνητο της εν λόγω εταιρείας. Το γεγονός ότι είχε κάποτε εκδοθεί κοινή πολεοδομική άδεια για το εν λόγω ακίνητο μαζί με το επίδικο ακίνητο που βαρύνεται με την υποθήκη XXXXX/00 δεν αποτελεί λόγο για συμπερίληψη του καθ' οιονδήποτε τρόπο στην παρούσα αγωγή, γεγονός με το οποίο και ορθά κατά την άποψη μου έχουν τελικά συμφωνήσει οι συνήγοροι της Εναγόμενης Αιτήτριας εξ ου και στην τελική τους αγόρευση αποσύρουν τα θέματα που αφορούν το ακίνητο της Ranch Homes Ltd και ζητούν από το Δικαστήριο να εξετάσει το αίτημα τους μόνο σε σχέση με το επίδικο ακίνητο. Παραπέμπω σχετικά στη σελίδα 11 της αγόρευσης τους, στην παράγραφο 22 με την οποία δηλώνουν ότι περιορίζουν «....το αίτημα τους μόνο ως προς το αναφερόμενο στην παράγραφο 1 της υπό κρίση αίτησης σε σχέση μόνο με το ακίνητο που βαρύνεται με την υποθήκη XXXXX/00 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας που αποτελεί περιουσιακό στοιχείο της Εναγομένης». Επομένως, τα αιτητικά υπό παραγράφους 2, 3 και 4 της αίτησης απορρίπτονται συνεπεία της απόσυρσης τους, άνευ βλάβης των δικαιωμάτων της Εναγόμενης Αιτήτριας να καταχωρήσει σε σχέση με το εν λόγω ακίνητο οποιεσδήποτε διαδικασίες θεωρεί ορθές και πρέπουσες. Ερχόμενη λοιπόν τώρα στο μοναδικό αίτημα της αίτησης υπό εκδίκαση, που είναι η έκδοση προσωρινού διατάγματος με το οποίο να απαγορεύεται στην Ενάγουσα Καθ' ης η Αίτηση να προχωρήσει ή καθ' οιονδήποτε τρόπο να συνεχίσει τη διαδικασία εκποίησης του ακινήτου που βαρύνεται με την προς όφελος της Ενάγουσας με την υποθήκη με αρ. XXXXX/00 Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας το οποίο αποτελεί περιουσιακό στοιχείο της Εναγόμενης μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής και για το οποίο σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται και στην αίτηση αλλά και στην αγόρευση της Αιτήτριας υπάρχει ορισμένος πλειστηριασμός για τις 27.4.21, σύμφωνα με τη νομολογία της νομικής βάσης και του τύπου της αίτησης που έχει επιλέξει η Εναγόμενη Αιτήτρια, οι προϋποθέσεις που πρέπει απαραίτητα να συνυπάρχουν για να δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60είναι: (α) Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) Ύπαρξη πιθανότητας ότι ο ενάγων δικαιούται σε θεραπεία ή ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας, και (γ) Δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το προσωρινό διάταγμα. Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 C.L.R.557, πέραν των πιο πάνω το Δικαστήριο θα πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα - βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ΄΄Βασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ.152. Σε τέτοιου είδους αιτήσεις, ο αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται και οι τρεις προαναφερόμενες προϋποθέσεις για να δημιουργηθεί το υπόβαθρο πάνω στο οποίο το Δικαστήριο στην ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας θα προχωρήσει να αποφασίσει υπέρ ή εναντίον της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος. Το Δικαστήριο, σε αυτό το στάδιο, δεν καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, κάτι το οποίο θα αποτελέσει την κρίση του κατά την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η διαπίστωση περί του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R.663 και Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ.248. Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Milton Investment Co Ltd κ.ά. v. Dryden Group Ltd
(2014)1(Α) Α.Α.Δ.731, τονίστηκε και πάλι πως «στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα που ουσιαστικά θα ισοδυναμούσαν με απόφαση επί της ουσίας της αγωγής». Είναι επίσης νομολογημένο ότι στο στάδιο εξέτασης των τριών προϋποθέσεων του άρθρου 32 και της σωρευτικής ικανοποίησης των κριτηρίων, το Δικαστήριο εξετάζει το δικόγραφο και την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ώστε να ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν οι δυο πρώτες προϋποθέσεις (βλ. Recnex Trading Ltd κ.ά. ν Τράπεζας Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολ. Εφ.71/11 ημερ. 16.4.14). Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης, δηλαδή της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό να αποκαλύπτεται με βάση τα δικόγραφα συζητήσιμη υπόθεση. Στην έννοια του δικογράφου περιλαμβάνονται σε τέτοιες διαδικασίες και οι ένορκες δηλώσεις. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, αυτή της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι με βάση τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας του ενάγοντος στην αγωγή. Ενδεικτικά παραπέμπω το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ.253: «Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας που αποτελεί προϋπόθεση γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας: Βλ. Odysseos v. Pieris Estates Ltd. and Others
(1982)1 C.L.R.557. Διευκρινίζουμε ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Το Εφετείο στην υπόθεση Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R.585, παρέθεσε επιδοκιμαστικά το εξής απόσπασμα από την απόφαση του δικαστή Slade J., στη Re Lord Cable (deceased) Garatt and Others v. Waters and Others
(1976)3 All E.R.417 (σελ.430) στην οποία εξηγείται ότι, ακόμα και μετά την απόφαση στην American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R.504, η προοπτική επιτυχίας δε μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση μαρτυρίας: "Nevertheless, in my judgment it is still necessary for any plaintiff who is seeking interlocutory relief to adduce sufficiently precise factual evidence to satisfy the Court that he has a real prospect of succeeding in his claim for a permanent injunction at the trial. If the facts adduced by him in support of his motion do not by themselves suffice to satisfy the Court as to this, he cannot in my judgment expect it to assist him by inventing hypotheses of fact on which he might have a real prospect of success. For example, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that another person has at all material times held certain assets as nominee for a third party, he must adduce sufficient factual evidence to show both the grounds on which such claim is made and that he has a real prospect of establishing that such assets are so held. Likewise, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that certain trustees have in the past been acting in breach of trust, he must adduce factual evidence sufficient to show not only what acts or omissions are relied on but also that he has a real prospect of establishing that they constituted a breach of trust under the relevant system of law."» Η τρίτη προϋπόθεση συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, και όπως τονίστηκε στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others (ανωτέρω), το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στα πλαίσια αυτής της προϋπόθεσης. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά επαρκή θεραπεία η θεραπεία των αποζημιώσεων, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρούται η τρίτη προϋπόθεση. Αν η υπόθεση εκ της φύσης της δεν επιδέχεται τη θεραπεία των αποζημιώσεων ή ο υπολογισμός των αποζημιώσεων θα είναι αδύνατος, τότε εύκολα μπορεί να λεχθεί ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μελλοντικό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι' αυτό δεν μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη. Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Κυρισάββας κ.ά. v. Κίζη
(2001)1Β Α.Α.Δ.1245, λέχθηκε ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, και ότι ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψιν. Σχετικές επί τούτου είναι επίσης οι υποθέσεις Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ.1848 και Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 C.L.R.
- Με βάση το υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου όπως έχει παρατεθεί πιο πάνω, έχω τη γνώμη στο στάδιο αυτό ότι μπορεί να λεχθεί ότι διαφαίνεται κάποια πιθανότητα ικανοποίησης των πρώτων δύο προϋποθέσεων του άρθρου
- Η Εναγόμενη Αιτήτρια διατηρεί χρεωστικούς λογαριασμούς με την Ενάγουσα σε σχέση με τους οποίους είχε υπογράψει συμβάσεις δανείων, συμβάσεις αναδιάρθρωσης δανείων, όπως και την επίδικη σύμβαση υποθήκης. Αποτελεί πάγια θέση της νομολογίας ότι σε διαδικασία εκδίκασης αίτησης για Προσωρινό Διάταγμα, το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου κατά την δίκη της ουσίας της υπόθεσης (βλ. Φαέθων Μιχαηλίδης ν. Κυριάκος Άγγελου Παπακυριακού
(2004)1 Α.Α.Δ.209). Στο παρόν στάδιο είναι αρκετό να λεχθεί ότι, στη βάση των όσων η Εναγομένη αποδίδει στην Ενάγουσα, δεν μπορεί να αποκλειστεί ο ισχυρισμός, όπως έχει ερμηνευθεί από τη νομολογία, ότι εγείρεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, ούτε και μπορεί να αποκλειστεί η προοπτική ότι η Εναγόμενη Αιτήτρια δικαιούνται εναντίον της Ενάγουσας τις θεραπείες ή κάποιες από αυτές όπως αξιώνει με την αγωγή της. Επομένως το τι απομένει, είναι η εξέταση της τρίτης προϋπόθεσης που το άρθρο 32 επιβάλει, δηλαδή κατά πόσο η πώληση της ενυπόθηκης ακίνητης περιουσίας θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στην Εναγομένη. Η βασική θέση της Εναγομένης είναι ότι έχει καλή βάση ανταπαίτησης με ορατές πιθανότητες επιτυχίας, ουδέποτε υπήρξε στρατηγικός κακοπληρωτής και πλήρωσε αρκετές δόσεις και μεγάλα έναντι των πιστωτικών συμφωνιών που είχε με την Ενάγουσα και ότι ο λόγος που η αξίωση της Ενάγουσας ανέρχεται σε αυτό το μεγάλο ποσό σήμερα αφορά υπερχρεώσεις της Ενάγουσας και παράβαση εκ πλευράς της των όρων της επίδικης σύμβασης. Αναφέρει επίσης ότι όταν υπέγραψε τη σύμβαση υποθήκης δεν υπήρχαν οι πρόνοιες του Μέρους VIA του περί Μεταβιβάσεων και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, Ν.9/65, οι οποίες δίνουν μονομερές δικαίωμα στον ενυπόθηκο δανειστή να εκποιεί την ενυπόθηκη περιουσία από μόνος του και χωρίς τη μεσολάβηση άλλης αρχής όπως το Δικαστήριο ή το Κτηματολόγιο. Δηλώνει ότι εάν γνώριζε ή αν υφίσταντο τότε οι σημερινές πρόνοιες του Μέρους VIA του Ν.9/65 δεν θα δεχόταν να υποθηκεύσει την περιουσία της και εξ όσων την ενημερώνει και ο δικηγόρος της οι εν λόγω πρόνοιες έχουν μεταβάλει μεταγενέστερα, μονομερώς και προς το χειρότερο τα δικαιώματα της ως ενυπόθηκου οφειλέτη, επηρεάζουν το συνταγματικό της δικαίωμα της ελευθερίας του συμβάλλεσθαι και της ιδιοκτησίας γι' αυτό και θεωρεί ότι είναι επ άναγκες όπως εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα για να προστατευτεί η περιουσία της. Ισχυρίζεται ακόμα ότι αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα και υλοποιηθεί η εκποίηση του ακινήτου της πιο πάνω υποθήκης θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά καθότι θα χάσει την περιουσία της και θα είναι πλέον αδύνατο να υλοποιηθούν οι υπόλοιποι όροι των συμφωνιών της με την Ενάγουσα. Σημειώνω ότι σε σχέση με τον ισχυρισμό ανεπανόρθωτης βλάβης, εκεί όπου δεν αμφισβητείται η παραχώρηση υποθήκης, έστω και εάν το ενυπόθηκο ακίνητο αποτελεί την μόνιμη κατοικία των Αιτητών, εξετάστηκε στην πολύ πρόσφατη απόφαση στην Αγωγή αρ.484/2018, Παπαδάκη, κ.ά. ν. Hellenic Bank Public Bank Ltd, ημερ. 25/01/2019 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας. Όπως λέχθηκε από την τότε Π.Ε.Δ. Δημητριάδου: «Ο ισχυρισμός των Αιτητών ότι το ακίνητο, αντικείμενο της επίδικης υποθήκης, αποτελεί την μόνιμη κατοικία τους δεν Θεωρώ ότι καταδεικνύει ότι η εκποίηση του θα έχει ως συνέπεια να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. [,..] δεν πρέπει, θεωρώ, να αγνοηθεί το γεγονός ότι όταν η επίδικη υποθήκη παραχωρείτο στην Τράπεζα ως εξασφάλιση λογικό είναι να υποτεθεί ότι οι πρωτοφειλέτες/Αιτητές γνώριζαν ότι υφίστατο κίνδυνος εκποίησης της στην περίπτωση μη εκπλήρωσης των συμβατικών τους υποχρεώσεων. [...] η οποιαδήποτε ισχυριζόμενη ζημιά των Αιτητών, εάν επιτύχει η Αγωγή τους, είναι καθαρά χρηματική και εύκολα αποτιμητέα.» Η αξίωση της Εναγόμενης Αιτήτριας είναι εν πάση περιπτώσει χρηματικής φύσεως και αποτιμάται σε χρήμα και η ικανότητα της Ενάγουσας Καθ' ης η Αίτηση να καταβάλει τυχόν επιδικασθείσες αποζημιώσεις, σε περίπτωση επιτυχίας της υπεράσπισης και ανταπαίτησης έχει μόνο επιδερμικά επικληθεί από αυτή. Η πιστοληπτική ικανότητα της Ενάγουσας δεν έχει ορθά και δεόντως αμφισβητηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, ούτε και έχουν προσαχθεί οποιαδήποτε στοιχεία που να δικαιολογούν τέτοια θέση. Ενόψει τούτου, είναι η θέση του Δικαστηρίου ότι αν και εφόσον διαφανεί με κάποιο τρόπο ότι η πώληση και η διαγραφή του συγκεκριμένου οφειλόμενου ποσού είναι αποτέλεσμα λάθους, τότε η Ενάγουσα Καθ' ης η Αίτηση μπορεί να προβεί σε ανάλογη χρηματική αποκατάσταση των Αιτητών. (βλ. Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti Public Ltd
(2013)1(B) Α.Α.Δ.1235). Συνεπακόλουθα, οι ισχυρισμοί περί ζημίας της Αιτήτριας δεν τεκμηριώνονται επαρκώς προκειμένου να δικαιολογείται η έκδοση του προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος. Η Αιτήτρια έλαβε ορισμένα ποσά υπό μορφή δανειοδότησης και παρείχε ως εξασφάλιση την επίδικη Υποθήκη, όπως άλλωστε παραδέχονται. Επομένως, με την παραχώρηση των δικαιωμάτων της επί των επίδικων ακινήτων προς την Ενάγουσα, σε αντάλλαγμα της λήψης σημαντικών χρηματικών ποσών, γνώριζε ότι σε περίπτωση μη συμμόρφωσής της με τις συμβατικές της υποχρεώσεις υπήρχε ο κίνδυνος εκποίησης του εν λόγω ακινήτου, το οποίο με την ελεύθερη της βούληση υποθήκευσε έστω και αν το επίδικο Μέρος VIA του Ν.9/65 δεν είχε θεσπιστεί μέχρι τότε. Με άλλα λόγια, η Αιτήτρια δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι θα προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά σε αυτή από τη στιγμή που το επίδικο ενυπόθηκο ακίνητο υποθηκεύτηκε προς όφελος της Καθ' ης η Αίτηση δίδοντάς της έτσι το δικαίωμα, δυνάμει της Συμβάσης Υποθήκης, να πωλήσει το ενυπόθηκο ακίνητο για την είσπραξη του ενυπόθηκου χρέους, ένεκα της παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων. Σχετική είναι επίσης η απόφαση του Έντιμου Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ., στην Αίτηση-Έφεση αρ.182/2018, όπου το Δικαστήριο αναφέρει, μεταξύ άλλων: «Στην υπό συζήτηση υπόθεση, ως έχει ήδη σημειωθεί, η αιτήτρια εταιρεία κάνοντας προφανώς χρήση των αναφαίρετων πιο πάνω δικαιωμάτων της, διάθεσε τη συγκεκριμένη ακίνητη της περιουσία, παραχωρώντας την μέσω της Δήλωσης Υποθήκης XXXXX/2007 και της σχετικής Σύμβασης Υποθήκης, ήδη από τις 18.02.2007, ως ενυπόθηκη εγγύηση προς εξασφάλιση της εφεσίβλητης τράπεζας, για την παραχώρηση από την τελευταία συγκεκριμένων πιστωτικών διευκολύνσεων σε άλλο πρόσωπο». Ο τότε Α.Ε.Δ. Φιλίππου στην υπόθεση υπ' αρ.4787/2015 απόφαση ημερ. 17/01/2019, έχει αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα εξής, κατά την εξέταση αίτησης για έκδοση προσωρινού διατάγματος τα ακόλουθα, με τα οποία συμφωνώ: «Επί της ουσίας η αιτήτρια δεν έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών τους και/ή δεν έχει ικανοποιήσει τις προθέσεις που θέτει τ άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου και/ή η νομολογία. Η αιτήτρια δεν έχει αποδείξει και/ή καταδείξει στον απαιτούμενο βαθμό την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Η αιτήτρια δεν έχει αποδείξει και/ή καταδείξει στον απαιτούμενο βαθμό την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Η αιτήτρια δεν έχει αποδείξει και/ή καταδείξει στον απαιτούμενο βαθμό ότι θα είναι δύσκολο η αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Οποιοδήποτε ποσό τυχόν επιδικαστεί προς όφελος της αιτήτριας σε περίπτωση επιτυχίας της παρούσης αγωγής απορεί να καταβληθεί από τους καθ' ων η αίτηση εφόσον δεν αποδείχθηκε από αυτή η αδυναμία τους να το πράξουν, ενώ οποιαδήποτε ζημιά τυχόν υποστεί η αιτήτρια μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα και/ή να αποζημιωθεί.» Αναφέρω επίσης ότι ιδιαίτερα σε περιπτώσεις όπως στην παρούσα όπου η ισχυριζόμενη ανεπανόρθωτη βλάβη είναι αποτιμητέα αλλά και ανακτήσιμη σε χρήματα η οικονομική επιφάνεια του καθ' ου η αίτηση και η οικονομική δυνατότητα καταβολής των όποιων αποζημιώσεων τυχόν επιδικασθούν υπέρ του αιτητή είναι ένας παράγοντας ο οποίος κρίθηκε ότι λειτουργεί εναντίον της έκδοσης προσωρινού διατάγματος (βλ. MARKETRENDS (CAPITAL MARKET) LTD ν. Γεωργίου
(2002)1 Α.Α.Δ.1756). Επίσης σχετική είναι η F.K.S. Trading Company Ltd κ.ά ν. Hellenic Bank, όπου ειπώθηκαν από τον Έντιμο Π.Ε.Δ. Παναγιώτου, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Αλλά ούτε και η τρίτη προϋπόθεση για αδυναμία απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο έχει αποδειχθεί. Όπως επίσης πολύ σωστά επισημάνθηκε από την συνήγορο της εναγόμενης τράπεζας, η ζημιά που θα υποστεί η αιτήτρια, σε περίπτωση που πετύχει στην αγωγή της, θα απορούσε να αποζημιωθεί με την καταβολή αποζημίωσης στο ύψος των κατ' ισχυρισμών παρανόμως επιβληθέντων χρεώσεων». Με τα πιο πάνω ευθυγραμμίστηκε και η Έντιμη Π.Ε.Δ. Σ. Χατζηγιάννη σε πρόσφατη απόφασή της στην 1885/18 Λατομεία Τόχνης Αδελφοί Ερωτοκρίτου Λίμιτεδ κ.ά. ν. Hellenic Bank Public Company Limited, ημερ. 02/11/18, όπου το Δικαστήριο κατέληξε επίσης ότι δεν πληρείται η 3η προϋπόθεση, καθώς οι Αιτητές μπορούσαν να αποζημιωθούν σε χρήμα, παρόλο που οι ισχυρισμοί που προέβαλλαν στην αγωγή τους αφορούσαν υπερχρεώσεις των επίδικων λογαριασμών. Επίσης, στην απόφασή του ημερ. 08/01/19, ο Δ. Κίτσιος (τότε Α.Ε.Δ.) στο πλαίσιο της αγωγής αρ.389/2017 Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν, Αντωνίου Αγαμέμνων κ.ά. ανέφερε τα εξής: «Τέλος, επί του -έωλου- ισχυρισμού τους, ότι σε περίπτωση μη απαγόρευσης των εναγόντων να πωλήσουν τα ενυπόθηκα ακίνητα, θα υποστούν ανεπανόρθωτη συναισθηματική βλάβη, η θέση μου είναι η εξής: Από την ώρα που υποθήκευσαν την ακίνητη περιουσία τους, για σκοπούς εξασφάλισης των υποχρεώσεων του εναγόμενου 1 στους ενάγοντες, για το δάνειο που του είχαν παραχωρήσει, προφανώς γνώριζαν -εν πάση περιπτώσει, όφειλαν να γνωρίζουν - για τον εν δυνάμει κίνδυνο που αντιμετώπιζαν, κάποια στιγμή να διαταχθεί η πώληση της εν λόγω περιουσίας τους για το σκοπό που την είχαν υποθηκεύσει. Με αυτό δεδομένο, εάν σήμερα αισθάνονται ότι σε περίπτωση πώλησης της εν λόγω περιουσίας, θα υποστούν ανεπανόρθωτη συναισθηματική βλάβη, πολύ απλά, δε θα έπρεπε να την είχαν υποθηκεύσει». Τέλος, στην πολύ πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Πολ. Έφ.Ε203/13 Loucas Panayiotou Estates Ltd κ.ά. v Hellenic Bank Public Company Ltd, ημερ. 11/09/19, η οποία αφορούσε σε έφεση εναντίον ενδιάμεσης απόφασης με την οποία απορρίφθηκε αίτηση για προσωρινά διατάγματα με τα οποία να απαγορεύεται στην Εφεσίβλητη Τράπεζα να προχωρήσει στην εκποίηση των επίδικων υποθηκών, ειδικότερα όσον αφορά την 3η προϋπόθεση του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου και την ενδεχόμενη απώλεια ακίνητης ιδιοκτησίας που οι Εφεσείοντες είχαν υποθηκεύσει, ο Παμπαλλής Δ. ανέφερε επί λέξει τα εξής: «. Είναι έκδηλο από το περιεχόμενο της πιο πάνω παραγράφου ότι η επίκληση της «παραμονής της ιδιοκτησίας» στους εφεσείοντες, ως παράγοντας έκδοσης του συντηρητικού διατάγματος, είναι ασαφής, αόριστη και ελλιπής. Δεν επεκτείνεται, με οποιοδήποτε τρόπο, και δεν ικανοποιείται η αναγκαία βάση για την «ζημιά» την οποία θα υποστούν οι εφεσείοντες σε περίπτωση μη έκδοσης του συντηρητικού διατάγματος. Η «παραμονή» της ιδιοκτησίας στους εφεσείοντες με δική τους συγκατάθεση έχει, εκ των προτέρων, τεθεί υπό αμφισβήτηση καθότι τα συγκεκριμένα ακίνητα έχουν αποτελέσει αντικείμενο υποθήκης. Με αυτό τον τρόπο οι ίδιοι οι εφεσείοντες έχουν απεμπολήσει ένα μέρος της δικής τους απολύτου ιδιοκτησίας, θέτοντας την περιουσία υπό ενδεχόμενη πώληση λόγω εκποίησης της υποθήκης...» Χωρίς να παραγνωρίζεται το δικαίωμα της Εναγόμενης στην περιουσία της, η οποία βεβαίως αποτελεί αντικείμενο σύμβασης υποθήκης προς όφελος της Ενάγουσας δυνάμει των σχετικών συμφωνιών και συγκεκριμένης Σύμβασης Υποθήκης, η συνομολόγηση της οποίας δεν αμφισβητείται, θεωρώ πως τα στοιχεία αυτά δεν διαφοροποιούν τις διαπιστώσεις του Δικαστηρίου και κυρίως το ότι η όλη κατάσταση δυνατό να αποτιμηθεί σε χρήμα. Σχετική επί τούτου είναι η υπόθεση Loucas Panayiotou Estates Ltd κ.ά. (ανωτέρω). Η Ενάγουσα προέβαλε τον ισχυρισμό, ο οποίος δεν έχει αντικρουστεί, ότι είναι πλήρως φερέγγυα και μπορεί να ικανοποιήσει την τυχόν οποιαδήποτε απόφαση εναντίον της και προς όφελος της Εναγόμενης. Η θέση αυτή δεν έχει αντικρουστεί από τους Ενάγοντες. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Ιπποδρομιακή Αρχή ν Χατζηβασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ.152, 155 και Ανδρέου Αντώνης ν Colossos Signs Ltd (Αρ. 2)
(2008)1 Α.Α.Δ.626). Το Δικαστήριο σημειώνει ακόμα πως σε περίπτωση μη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος, η αγωγή δεν καθίσταται άνευ αντικειμένου ούτε και παραβιάζεται οποιοδήποτε συνταγματικό δικαίωμα της Εναγόμενης να ακουστεί στην αγωγή της, με βάση όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, ειδικότερα εφόσον το όλο ζήτημα απολήγει να αποτιμάται σε χρήμα. Σχετικά επί του θέματος είναι τα όσα λέχθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση Certiorari του Victor Makushin
(2013)1 Α.Α.Δ.2144. Παρά την κατάληξη του Δικαστηρίου ότι δεν πληρείται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60 και την απόρριψη των άλλων θέσεων της Εναγομένης, κρίνω ότι εν πάση περιπτώσει, το ισοζύγιο της ευχέρειας δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι κλίνει υπέρ των Αιτητών στην παρούσα υπόθεση. Στην υπόθεση Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 (Β) Α.Α.Δ.788 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 795: «Αναφορικά με το ισοζύγιο της ευχέρειας αυτό υποδηλώνει το ενδιαφέρον του δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφασή του που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη. Όπως το έχει θέσει ο δικαστής Huffman στην Films Rover International Limited v. Cannon Film Sales Limited [1987] 1 W.L.R. 670: "Το κύριο δίλημμα σε σχέση με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, είτε αυτά είναι απαγορευτικά ή επιτακτικά, είναι ότι υπάρχει εξ ορισμού ο κίνδυνος ότι το δικαστήριο μπορεί να πάρει εσφαλμένη απόφαση, με το νόημα ότι έχει χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο ο οποίος αποτυγχάνει ν' αποδείξει τα δικαιώματα του κατά τη δίκη (ή θα αποτύγχανε αν υπήρχε δίκη) ή διαζευκτικά με το να παραλείψει να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο που επιτυγχάνει (ή θα πετύχει) στη δίκη. Αποτελεί επομένως θεμελιώδη αρχή ότι το δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν «εσφαλμένη» με το πιο πάνω νόημα. Οι κατευθυντήριες γραμμές για τη χορήγηση και των δυο ειδών προσωρινών διαταγμάτων πηγάζουν από αυτή την αρχή."» Στην προκειμένη περίπτωση, κρίνω ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της Ενάγουσας Καθ' ης η Αίτηση. Και τούτο γιατί αφενός δεν αποδείχθηκε ότι οποιαδήποτε τυχόν ζημιά της Εναγόμενης δεν είναι θεραπεύσιμη με την καταβολή αποζημιώσεων και αφετέρου γιατί είναι δίκαιο και εύλογο να αφεθεί η Ενάγουσα να προχωρήσει με την υλοποίηση των δεσμεύσεων της Εναγόμενης εφόσον έπαυσε να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις της με βάση τις συμβάσεις που υπέγραψε. Όπως περαιτέρω προκύπτει από την Αγωγή, φαίνεται επίσης ότι η θέση της Εναγόμενης ότι αμφισβητεί την έκδοση του επίδικου διατάγματος στα πλαίσια του Ν.169
(1)/15 και το σχέδιο διακανονισμού που επικυρώθηκε στις 23/05/2019 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας και το οποίο τέθηκε σε ισχύ στις 30/05/2019, όπως έχω ήδη αναφέρει, αν μπορεί να εξεταστεί από το παρόν Δικαστήριο, θα εξεταστεί στα πλαίσια της αγωγής και συνεπώς η Εναγόμενη δεν θα στερηθεί το δικαίωμα της να το προβάλει ενώπιον του Δικαστηρίου. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου σαφώς καθορίζουν και την πορεία της αίτησης, χωρίς να καθίσταται αναγκαία η ενασχόληση με τους υπόλοιπους λόγους ένστασης και τα άλλα ζητήματα που εγείρονται στην παρούσα. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, καταλήγω πως η παρούσα αίτηση δεν μπορεί να πετύχει. Ως εκ τούτου η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας Καθ' ης η Αίτηση και εναντίον της Εναγομένης Αιτήτριας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................................................................ Στ. Χριστοδουλίδου Μέσσιου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο