Χριστοφή κ.α. ν. Advanced Wellness Solutions Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 3754/2019, 27/4/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A188 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3754/2019 Μεταξύ:
- . Χριστοφή
- . Χριστοφή Εναγόντων v.
- Advanced Wellness Solutions Ltd
- Levant Resources DMCC Eναγομένων Αίτηση Εναγόντων ημ. 10.12.20 για Συμπληρωματική ΄Ενορκη Δήλωση σε Αίτηση για Συνοπτική Απόφαση Ημερομηνία: 27 Απριλίου 2021 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κα Τ. Χλωρακιώτου για Γιώργος Ζ. Γεωργίου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους 1 και 2 - Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Θ. Σοφοκλέους για Ανδρέας Θ. Σοφοκλέους ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση οι Ενάγοντες - Αιτητές ζητούν άδεια του Δικαστηρίου με την οποία να επιτρέπεται η καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του Ενάγοντος 1 στην αίτηση για συνοπτική απόφαση ημ. 7.7.20 ως το συνημμένο Τεκμήριο
- Όπως αναφέρεται στην Αίτηση, τα γεγονότα στα οποία αυτή στηρίζεται περιέχονται στον φάκελο και στη συνημμένη σε αυτή ένορκη δήλωση του κ. ΜΚΛ (εφεξής «ο ΜΛ»), δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο το οποίο εκπροσωπεί τους Ενάγοντες - Αιτητές. Σε αυτή ο ΜΛ περιγράφει το ιστορικό της διαδικασίας στην παρούσα Αγωγή και αναφέρει τα ζητήματα με τα οποία οι Ενάγοντες επιθυμούν να ασχοληθούν στην προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Σύμφωνα με τον ΛΜ, τα ζητήματα αυτά δεν θα μπορούσαν να είχαν προβλεφθεί πως θα εγείροντο από τους Εναγόμενους - Καθ΄ ων στην ένσταση τους στην αίτηση για συνοπτική απόφαση και η προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση είναι αναγκαία για να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου τα ορθά και πραγματικά γεγονότα με απώτερο σκοπό την προβολή ολοκληρωμένης και σφαιρικής εικόνας όλων των γεγονότων που αφορούν την αίτηση για συνοπτική απόφαση. Οι λόγοι ένστασης συνοψίζονται ως ακολούθως: 1) Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έγκριση της Αίτησης. 2) Με την προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, επιδιώκεται η συμπλήρωση κενών και ή παραλείψεων στην αρχική αίτηση ημ. 7.7.
- 3) Τα όσα οι Αιτητές επιδιώκουν να συμπεριλάβουν στην προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση αφορούν γεγονότα τα οποία ήταν γνωστά σε αυτούς πριν καν την καταχώριση της αίτησης ημ. 7.7.20 και μπορούσαν να είχαν συμπεριληφθεί στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την εν λόγω αίτηση. 4) Με την προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση επιδιώκεται να εισαχθούν θέματα και γεγονότα χωρίς να παρουσιάζονται τα ανάλογα τεκμήρια, γεγονός που υποδηλώνει ότι οι Αιτητές δεν προσέρχονται με καθαρά χέρια. 5) Η Αίτηση είναι καταχρηστική και ή παραπλανητική και ή κακόπιστη και ή καταπιεστική. 6) Η προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση περιέχει ψευδή και ή ανυπόστατα γεγονότα και ή γεγονότα άσχετα με τα επίδικα θέματα. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας ΔΣ (εφεξής «η ΔΣ»), δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο το οποίο εκπροσωπεί τους Εναγόμενους - Καθ΄ ων. Η ΔΣ ουσιαστικά επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης. Περαιτέρω η ΔΣ προσδιορίζει ποια ζητήματα στην προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση θα έπρεπε να είχαν συμπεριληφθεί στην αρχική ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για συνοπτική απόφαση, ποια αφορούν επιχειρήματα, ποια θεωρεί άσχετα με τα επίδικα θέματα και ποια αποτελούν ανυπόστατους ισχυρισμούς. Επίσης εκφράζει εκτενώς τη θέση των Καθ΄ ων επί γεγονότων τα οποία αναφέρονται στην προτεινομένη συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων τις οποίες κατέθεσαν οι δικηγόροι των δύο πλευρών. Η Δ.48 θ.4
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στην οποία βασίζεται η Αίτηση, προνοεί τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39.» Στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Φιλόκυπρου Ματθαίου κ.ά.
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 510, αναφέρεται ότι το κατά πόσο θα επιτραπεί σε ένα διάδικο να καταχωρίσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση σε μια αίτηση ενδιάμεσης φύσης εμπίπτει σαφώς στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει καλός λόγος ώστε να δοθεί άδεια για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Χρήσιμη καθοδήγηση επί τούτου προσφέρει επίσης η υπόθεση Α. Messios & Sons Ltd κ.ά. ν. Λεωνίδα
(2010)1(Α) Α.Α.Δ. 195, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Θεωρούμε ότι η διακριτική ευχέρεια που παρέχεται στο δικαστήριο από τις σχετικές δικονομικές πρόνοιες, είναι ορθό και δίκαιο να ασκηθεί, στην προκείμενη περίπτωση υπέρ των εφεσειόντων-αιτητών. Κατά την εκτίμηση μας τα στοιχεία που επιθυμούν να θέσουν ενώπιον του δικαστηρίου, οι εφεσείοντες-αιτητές, με τις δύο ένορκες δηλώσεις για τις οποίες ζητούν την άδεια του δικαστηρίου να καταχωρήσουν, είναι στοιχεία που σχετίζονται με τους ισχυρισμούς και τις θέσεις που πρόβαλε ο εφεσίβλητος-καθ' ου η αίτηση στην αρχική του ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης στην αίτηση επαναφοράς της έφεσης. Δεν πρόκειται, κατά την κρίση μας, για ανεπίτρεπτη μαρτυρία ούτε για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών των εφεσειόντων, αλλά για διευκρινίσεις και ισχυρισμούς που είναι επιθυμητό να επιτραπεί στους εφεσείοντες-αιτητές να προβάλουν, ώστε το δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων.» Η υπό κρίση περίπτωση παρουσιάζει μια ιδιαιτερότητα καθότι το αίτημα για συμπληρωματική ένορκη δήλωση αφορά σε αίτηση για συνοπτική απόφαση. Οι νομικές αρχές οι οποίες διέπουν τις αιτήσεις για συνοπτική απόφαση έχουν καθιερωθεί μέσα από αρκετές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ενδεικτικά παραπέμπω στις υποθέσεις Νεάρχου κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 818, Atlaspantou Co Ltd v. Angelos Nicolaides Holdings Ltd
(2013)1(Γ) Α.Α.Δ. 2553 και Γλαύκος Μιχαηλίδης κ.ά. ν. Τράπεζα Κύπρου Δηµόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Έφ. 60/11, ηµ. 12.7.16. Όπως αναφέρθηκε στη Νεάρχου (ανωτέρω): «Ο σκοπός της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση είναι κυρίως η ταχύτητα, δηλαδή να λαμβάνει ο ενάγων έγκαιρα απόφαση εκεί που τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του είναι τόσο καθαρή που να µην χρειάζεται κανονική δίκη, ενώ αντίθετα να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή όμως η διαδικασία αυτή αποστερεί ουσιαστικά τον εναγόμενο από του να υπερασπίσει την υπόθεση σε κανονική δίκη, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης ασκείται πολύ προσεκτικά, σπάνια και µε βάση ορισμένα κριτήρια τα οποία περιέχονται στη Δ.18 κκ.1-5, όπως αυτά εξηγήθηκαν τόσο σε αγγλική νομολογία όσο και σε νομολογία του δικού µας Ανωτάτου Δικαστηρίου . . Στην προαναφερθείσα υπόθεση Rck Sports v. Persona Advertising Ltd ο Δικαστής Καλλής µε αναφορά στο Αγγλικό σύγγραµµα The Annual Practice 1967 διατύπωσε τις αρχές ως εξής: "Η εξουσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης, δυνάμει της Δ.14, εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει εύλογη αμφιβολία ότι ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση και όπου είναι απρόσφορο να επιτραπεί στον εναγόμενο να υπερασπισθεί απλώς για λόγους καθυστέρησης (Jones ν. Stones [1984] A.C. 122). Αποτελεί γενική αρχή ότι οσάκις ο εναγόμενος αποδεικνύει ότι έχει µια καλόπιστη υπεράσπιση πρέπει να του δοθεί άδεια να υπερασπισθεί. . Πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση εκτός εάν είναι καθαρό ότι δεν υπάρχει ουσιώδες ζήτημα για εκδίκαση (Godd ν. Delap [1905] 92 L.T. 510, H.L.), και ότι δεν υπάρχει αμφισβήτηση σε σχέση µε πραγματικά ή νομικά ζητήματα τα οποία εγείρουν εύλογη αμφιβολία κατά πόσο ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση."» Είναι σαφές ότι στα πλαίσια εξέτασης αίτησης για συνοπτική απόφαση, το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στα γεγονότα της υπόθεσης για να τα κρίνει και καταλήξει σε τελικά ευρήματα αλλά περιορίζεται στο να εξετάσει κατά πόσο ο εναγόμενος αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα τα οποία το Δικαστήριο θεωρεί επαρκή για να του παράσχει το δικαίωμα να ακουστεί στα πλαίσια της δίκης και να προβάλει την υπεράσπιση του. Σχετική είναι η υπόθεση Εµπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 418. Με δεδομένη ακριβώς τη φύση της αίτησης για συνοπτική απόφαση, το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση F.P.P. Fish Processing Ltd κ.ά. ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 1230 δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης σε τέτοιου είδους αιτήσεις, πλην όμως επισήμανε ότι δεν είναι επιτρεπτή η καταχώριση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων με λεπτομερή και αντικρουόμενη μαρτυρία σε βαθμό που το Δικαστήριο καλείται να την αξιολογήσει και καταλήξει σε συμπεράσματα, ξεφεύγοντας έτσι από το θεσμοθετημένο πλαίσιο της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι διαφωτιστικό: «Κατ' αρχήν το πρωτόδικο δικαστήριο δεν θα έπρεπε να είχε επιτρέψει την ανταλλαγή συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων που περιείχαν λεπτομερή και αντικρουόμενη μαρτυρία και μάλιστα να εξετάσει τη μαρτυρία αυτή και να εξαγάγει και συμπεράσματα. Με αυτή την αντιμετώπιση του θέματος, το πρωτόδικο δικαστήριο, ουσιαστικά βγήκε από το θεσμοθετημένο πλαίσιο της διαδικασίας της Δ.18 μετατρέποντας τη διαδικασία, κατά κάποιο τρόπο, σε δίκη επί της ουσίας (Λαζάρου κ.α. ν. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ. 817). . Δεν ενδείκνυται, σε αιτήσεις για συνοπτική απόφαση, να γίνεται στάθμιση αντικρουομένων ισχυρισμών των δύο πλευρών και να καταλήγει το δικαστήριο σε συμπεράσματα ότι η μια πλευρά προέβαλε πιο πειστικούς και πιο αξιόπιστους ισχυρισμούς από την άλλη. Αλλά και μόνον αυτή η διαδικασία, της εξέτασης των αντικρουομένων ισχυρισμών, δείχνει πως οι εφεσείοντες είχαν προβάλει τέτοια στοιχεία που ήταν αρκετά για να τους δοθεί το δικαίωμα της υπεράσπισης ώστε, στα πλαίσια της κανονικής ακροαματικής διαδικασίας, να προσφερθεί μαρτυρία και το δικαστήριο να προβεί στην αξιολόγησή της και στην εξαγωγή των διαπιστώσεών του.» Στην εν λόγω υπόθεση γίνεται παραπομπή και στην υπόθεση Λαζάρου κ.ά. v. Μακεδόνα
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 817, η οποία αφορούσε αίτηση για συνοπτική απόφαση και εκεί το Ανώτατο Δικαστήριο είχε προβεί στις ίδιες παρατηρήσεις. Αφού αναφέρθηκε στις νομικές αρχές που διέπουν την έκδοση συνοπτικής απόφασης είπε τα εξής: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε ενώπιον του πολυάριθμες ένορκες δηλώσεις και τεκμήρια, στις οποίες περιέχονταν λεπτομερέστατοι ισχυρισμοί που σχετίζονταν με το κατά πόσο ή όχι ο ισχυρισμός των εφεσειόντων ότι εξοφλήθη το γραμμάτιο ήταν ορθός και το Δικαστήριο προχώρησε και ανέλυσε όλους αυτούς τους πραγματικούς ισχυρισμούς και έκαμε στην ουσία ευρήματα επ' αυτών. Είναι καθαρό ότι τα συμπεράσματα και η κατάληξη του Δικαστηρίου βασίστηκαν και στην όλη αξιολόγηση που έκαμε του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, με το να επιτρέψει την ανταλλαγή πολυάριθμων ενόρκων δηλώσεων που στο τέλος περιείχαν λεπτομερή και αντικρουόμενη μαρτυρία και να την εξετάσει και να αποφανθεί επ' αυτής, εξήλθε από το θεσμοθετημένο πλαίσιο της διαδικασίας της Δ.18 και κατά την κρίση μας μετέτρεψε τη διαδικασία σε δίκη επί της ουσίας. Ως εκ τούτου η απόφαση πρέπει να παραμερισθεί.» Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει και το The Annual Practice 1958, σελ. 248, με αναφορά στην αντίστοιχη Αγγλική 0.14 r.1, όπου αναφέρονται τα εξής: «Affidavit in Reply. - The obligation on defendant to 'show cause' by necessary implication allows the plaintiff to answer the defendant's case . but it is a discretionary matter to allow it. . In Girvin v. Grepe, 13 Ch.D. 174, Jessel, M.R., considered affidavits in reply admissible on the language of the rule, and according to the Common Law practice under Keating's Act and the Chancery practice on interlocutory injunctions. . But the case cannot be tried on affidavits, and if the defendant's affidavit discloses a defence it is generally useless for the plaintiff to file an affidavit in reply, unless he is in a position to exhibit some document clearly demonstrating the untruth of the defendant's affidavit, e.g., a letter from the defendant admitting the debt by promise to pay. .» Ως εκ τούτου προκύπτει πως στα πλαίσια αίτησης για συνοπτική απόφαση είναι δυνατή η καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωση εκ μέρους του αιτητή, κάτι το οποίο επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία ασκείται με προσοχή και λαμβανομένης υπόψιν της ιδιαίτερης φύσης της αίτησης για συνοπτική απόφαση. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Παπακόκκινου κ.ά. v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 643, προσχέδιο της προτεινόμενης ένορκης δήλωσης θα πρέπει να επισυνάπτεται στην αίτηση για συμπληρωματική ένορκη δήλωση ούτως ώστε το Δικαστήριο να γνωρίζει το περιεχόμενο αυτής για να δύναται να αποφασίσει κατά πόσο θα επιτρέψει την καταχώριση της ή όχι. Έχει ήδη διαφανεί ότι στην προκειμένη περίπτωση επισυνάπτεται αυτούσια η προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του Ενάγοντος 1 ως Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση του ΜΛ που συνοδεύει την Αίτηση, παρέχοντας έτσι την ευχέρεια στο Δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο θα δώσει άδεια για την καταχώριση της. Με βάση το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης η παρούσα Αγωγή αφορά σε συμφωνία ημ. 24.5.18 (η οποία θα τίθετο σε ισχύ στις 28.5.18) δυνάμει της οποίας οι Ενάγοντες διορίζοντο ως σύμβουλοι και ανεξάρτητοι συνεργάτες και θα ήταν υπεύθυνοι για την εμπορία και προώθηση των προϊόντων και υπηρεσιών της Εναγομένης 1 έναντι της εγγραφής του 1% του μετοχικού της κεφαλαίου στους Ενάγοντες και καταβολής των εκεί καθορισμένων ποσών. Η Εναγομένη 2 υπέγραψε επιστολή ανάληψης υποχρέωσης ημ. 27.5.18 με την οποία εγγυήθηκε την τήρηση των υποχρεώσεων της Εναγομένης 1 δυνάμει της εν λόγω συμφωνίας. Οι Ενάγοντες συμμορφώθηκαν πλήρως με τις υποχρεώσεις τους δυνάμει της συμφωνίας και παρά ταύτα η Εναγομένη 1 απέστειλε επιστολή ημ. 6.7.18 τερματισμού της συμφωνίας. Σύμφωνα πάντα με το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης, η Εναγομένη 1 ανέφερε στους Ενάγοντες ότι έστειλε την επιστολή για σκοπούς τακτικής και ότι τα μέρη θα συνέχιζαν τη συμφωνία, έτσι οι Ενάγοντες συνέχισαν να εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους ενώ η Εναγομένη 1 παρέλειψε να καταβάλει τα οφειλόμενα για την περίοδο Ιουνίου-Οκτωβρίου του 2018 και να μεταβιβάσει το 1% του μετοχικού της κεφαλαίου. Λόγω συνέχισης παράλειψης εκπλήρωσης των υποχρεώσεων των Εναγομένων, οι Ενάγοντες με επιστολές τους ημ. 10.10.18 ανέφεραν ότι δεν αποδέχονται τον επιδιωκόμενο τερματισμό της συμφωνίας ο οποίος ήταν παράνομος. Η Εναγομένη 1 απάντησε με επιστολή των δικηγόρων της ημ. 17.10.18, προβάλλοντας ανυπόστατους ισχυρισμούς και οι Ενάγοντες απάντησαν σε αυτή με επιστολές ημ. 19.10.18 με τις οποίες τερμάτισαν οι ίδιοι τη συμφωνία και απαίτησαν την πληρωμή των οφειλόμενων. Εξ ου και αξιώνουν τα οφειλόμενα ποσά, την απώλεια του 1% του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγομένης 1 και αποζημιώσεις για τη ζημιά στη φήμη και την αξιοπιστία των Εναγόντων. Με την αίτηση για συνοπτική απόφαση οι Ενάγοντες ζητούν συνοπτική απόφαση για μέρος των αξιώσεων τους, ήτοι για τη συμφωνηθείσα αμοιβή δυνάμει της συμφωνίας και της επιστολής ανάληψης υποχρέωσης για την περίοδο μεταξύ 28.5.18-13.8.18. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Ενάγοντος 2. Σε αυτή ο Ενάγων 2 αναφέρεται στη συμφωνία και τους όρους αυτής, στην επιστολή ανάληψης υποχρέωσης και περιγράφει τις ενέργειες στις οποίες προέβησαν οι Ενάγοντες προς πλήρη συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις τους δυνάμει της συμφωνίας. Ο Ενάγων 2 ισχυρίζεται ότι παρά την αναγνώριση από τον κ. AB (εφεξής «ο ΑΒ»), διευθύνοντα σύμβουλο και ιδρυτή της Εναγομένης 1, της οφειλής μέχρι και τις 28.6.18 και τη διαβεβαίωση αποπληρωμής της, τελικώς αυτή απέστειλε την επιστολή τερματισμού ημ. 6.7.18. Ο Ενάγων 2 επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς για το ότι η επιστολή στάληκε για σκοπούς τακτικής και αποσκοπούσε στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων της Εναγομένης 1 σε δικαστικές διαδικασίες εναντίον της σε άλλη δικαιοδοσία από άλλα πρόσωπα και ότι η συμφωνία συνέχισε να ισχύει. Ακολούθως ο Ενάγων 2 περιγράφει τις ενέργειες στις οποίες προέβησαν οι Ενάγοντες προς πλήρη συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις τους. Σύμφωνα με τον Ενάγοντα 2, λόγω παράλειψης πληρωμής οι Ενάγοντες απέστειλαν τις επιστολές ημ. 10.10.18 και στις 11.10.18 η Εναγομένη 1 με ηλεκτρονικό της μήνυμα τους πληροφόρησε ότι ανέστελλε τη λειτουργία των λογαριασμών της στην ηλεκτρονική πλατφόρμα και τους ζήτησε να μη συνεχίσουν να προωθούν τα προϊόντα και τις υπηρεσίες της. Με αυτό ο Ενάγων 2 ισχυρίζεται ότι η Εναγομένη 1 αναγνωρίζει ότι η συνεργασία μεταξύ των μερών συνέχισε παρά τον ισχυριζόμενο τερματισμό της συμφωνίας. Σύμφωνα πάντα με τον Ενάγοντα 2, ακολούθησε η απαντητική επιστολή της Εναγομένης 1 ημ. 17.10.18 η οποία περιέχει διάφορους ανυπόστατους και αντικρουόμενους ισχυρισμούς και στην οποία για πρώτη φορά προβάλλεται η θέση περί παράβασης της συμφωνίας εκ μέρους των Εναγόντων λόγω μη αποκάλυψης εκ μέρους τους για την ύπαρξη προγενέστερης συμφωνίας με άλλη εταιρεία, με αποτέλεσμα τον τερματισμό της συμφωνίας από τους Ενάγοντες με τις επιστολές ημ. 19.10.18. Τέλος ο Ενάγων 2 ισχυρίζεται ότι οι Εναγόμενοι στερούνται υπεράσπισης αναφορικά με την εν λόγω χρονική περίοδο και ζητά την έκδοση απόφασης. Η ένσταση στην αίτηση για συνοπτική απόφαση προέρχεται από τη ΔΣ, στην οποία παραδέχεται τη σύναψη της συμφωνίας και την υπογραφή της επιστολής ανάληψης υποχρέωσης. Ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες παρουσιάζουν παραπλανητικά τα γεγονότα ως προς τις ενέργειες τους, δίδοντας τη δική της εκδοχή ως προς τα γεγονότα. Η ΔΣ αρνείται κατηγορηματικά την αναγνώριση της οφειλής και τη διαβεβαίωση αποπληρωμής εκ μέρους της Εναγομένης 1 και ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες δεν εκπλήρωσαν τις υποχρεώσεις τους και επομένως ουδέν ποσό οφείλεται σε αυτούς δυνάμει της συμφωνίας. Σύμφωνα με τη ΔΣ, στις 15.6.18 ενημέρωσαν τηλεφωνικώς περί τούτου τους Ενάγοντες και πως εκκρεμούσε δικαστική διαδικασία εναντίον της Εναγομένης 1 εξ ου και τους ζητήθηκε να υπογράψουν σχετική δήλωση ημ. 15.6.18. Η ΔΣ δέχεται την αποστολή του ηλεκτρονικού μηνύματος ημ. 6.7.18 με συνημμένη την επιστολή τερματισμού, αρνείται ότι οι Εναγόμενοι ή ο ΑΒ προέβησαν σε οποιεσδήποτε παραστάσεις στους Ενάγοντες οι οποίοι όντως εξακολουθούσαν να προωθούν τα προϊόντα και τις υπηρεσίες της Εναγομένης 1 ως ανεξάρτητοι σύμβουλοι. Η ΔΣ επισημαίνει ότι το ηλεκτρονικό μήνυμα ημ. 11.10.18 της Εναγομένης 1 αφορούσε την αναστολή συγκεκριμένης συμφωνίας συνεργασίας. Η ΔΣ εμμένει στη θέση περί τερματισμού της συμφωνίας για τους λόγους οι οποίοι αναφέρονται στην επιστολή ημ. 17.10.18. Η ΔΣ ισχυρίζεται επίσης ότι οι Εναγόμενοι έχουν καλή υπεράσπιση και θα εγείρουν και ανταπαίτηση και προβαίνει σε μια λεπτομερή αναφορά στην προηγούμενη συνεργασία των Εναγόντων με την εταιρεία Worldventures η οποία είναι ανταγωνιστική της Εναγομένης 1. Η ΔΣ ισχυρίζεται πως, με βάση τους όρους της επίδικης συμφωνίας, οι Ενάγοντες όφειλαν να αποκαλύψουν τόσο την εν λόγω συνεργασία όσο και τους όρους της και πως με ψευδείς παραστάσεις οδήγησαν την Εναγομένη 1 να συνάψει την επίδικη συμφωνία. Προς υποστήριξη της ύπαρξης και υπογραφής τέτοιας συμφωνίας, η ΔΣ επισυνάπτει υλικό από το διαδίκτυο και αντίγραφο συμφωνίας της Worldventures από την ιστοσελίδα της. Όπως ισχυρίζεται η ΔΣ, η Εναγομένη 1 πληροφορήθηκε γι΄ αυτά τα γεγονότα στις 4.6.18 όταν η Worldventures ήγειρε αγωγή εναντίον της Εναγομένης 1 και συνδεδεμένων της εταιρειών καθώς επίσης και εναντίον διευθυντών της Εναγομένης 1 με την οποία διεκδικούσε αποζημιώσεις. Η ΔΣ αναφέρεται σε συνάντηση στις 4.7.18 μεταξύ των μερών για επίλυση της διαφοράς με αποτέλεσμα τον τερματισμό της συμφωνίας στις 6.7.18 από την Εναγομένη 1 λόγω παραπλάνησης και ψευδών παραστάσεων αναφορικά με τη συνομολόγηση της επίδικης συμφωνίας. Η ΔΣ ισχυρίζεται ότι μετά τον τερματισμό οι Ενάγοντες συνέχισαν να ενεργούν ως ανεξάρτητοι σύμβουλοι βάσει άλλων συμφωνημένων όρων και όχι των όρων της συμφωνίας. Αναφέρεται σε μια συνάντηση τους στην Αθήνα στις 8.9.18 και σε συζήτηση νέας συμφωνίας δυνάμει της οποίας οι Ενάγοντες θα λάμβαναν ένα ποσοστό βάσει της μηνιαίας τους απόδοσης. Τέλος η ΔΣ ισχυρίζεται ότι η Εναγομένη 1 υπέστη ζημιά στη φήμη της, ότι ο τερματισμός είναι καθόλα δικαιολογημένος και ότι οι Ενάγοντες δεν δικαιούνται στην καταβολή οποιουδήποτε ποσού αναφορικά με τη χρονική περίοδο 28.5.18-6.7.18. Όπως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, σε αυτή οι Αιτητές επιθυμούν να αναφερθούν στα εξής ζητήματα: (
- i)Τη μη ύπαρξη οποιασδήποτε συμφωνίας μεταξύ των Εναγόντων και της Worldventures Στην προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση (παρ. 6) ο Ενάγων 1 βασικά απορρίπτει τους ισχυρισμούς της ΔΣ για την ύπαρξη συμφωνίας με τη Worldventures, με παραπομπή στα έγγραφα που παρουσιάζει, και ισχυρίζεται ότι ουδέποτε υπεγράφη τέτοια συμφωνία μεταξύ των Εναγόντων και της εν λόγω εταιρείας. Ισχυρίζεται ότι πριν τη συνεργασία τους με την Εναγομένη 1, συνεργάζονταν με τη Worldventures μέσω εταιρείας στην οποία ήταν μέτοχοι και διευθυντές με ακόμα ένα τρίτο πρόσωπο, χωρίς προσωπική δέσμευση ή περιορισμό στην άσκηση των δραστηριοτήτων τους. Ισχυρίζεται επίσης ότι αυτή η συνεργασία ήταν σε γνώση του ΑΒ πριν τη σύναψη της υπό κρίση συμφωνίας. (
- ii)Τη φύση των δικαστικών διαδικασιών εναντίον της Εναγομένης 1 Στην προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση (παρ. 7) ο Ενάγων 1 αναφέρεται στις δικαστικές διαδικασίες στις οποίες γίνεται αναφορά από τους Εναγόμενους και ισχυρίζεται ότι η Worldventures καταχώρισε αγωγή εναντίον της Εναγομένης 1, συνδεδεμένων της εταιρειών, του ΑΒ και έξι φυσικών προσώπων και όχι εναντίον των Εναγόντων προσωπικά ούτε και οποτεδήποτε η Worldventures εξέφρασε οποιοδήποτε παράπονο εναντίον τους. (iii) Τη μη ύπαρξη οποιασδήποτε άλλης συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων Στην προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση (παρ. 8) ο Ενάγων 1 απορρίπτει τον ισχυρισμό περί συζήτησης με τον ΑΒ στις 8.9.18 για νέα συμφωνία, ισχυρίζεται ότι ουδέποτε προέβησαν σε άλλη συμφωνία με τους Εναγόμενους και εμμένει στο ότι η μόνη συμφωνία μεταξύ των μερών ήταν η επίδικη και η επιστολή ανάληψης υποχρέωσης. (
- i)Την άρνηση αναφοράς στις 15.6.18 στους Αιτητές ότι δεν δικαιούνταν πληρωμή Στην προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση (παρ. 9) ο Ενάγων 1 αρνείται την τηλεφωνική επικοινωνία ημ. 15.6.18 στην οποία δήθεν ενημερώθηκαν ότι δεν δικαιούνται πληρωμή και ισχυρίζονται ότι σε αυτή ο ιδιοκτήτης της Εναγομένης 1 τον διαβεβαίωσε πως θα κατέβαλλε τα οφειλόμενα στους Ενάγοντες. Κατ΄ αρχάς θα πρέπει να λεχθεί ότι οι πρώτες πέντε παράγραφοι της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντος 1, είναι εισαγωγικές και η τελευταία, παράγραφος 10 καταληκτική, επομένως δεν τίθεται ζήτημα εξέτασης της δεκτότητας αυτών. Αναφορικά με το πρώτο θέμα, ήτοι αυτό της προγενέστερης συμφωνίας και ή συνεργασίας των Εναγόντων με τη Worldventures, θεωρώ ότι με την προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση επιχειρείται η απάντηση και αντίκρουση των ισχυρισμών των Εναγομένων όπως αυτοί περιέχονται στην ένσταση τους. Είναι γεγονός ότι αυτό το ζήτημα ήταν εν γνώσει των Εναγόντων μέσω της επιστολής της Εναγομένης 1 ημ. 17.10.18, στην οποία εγείρουν ακριβώς αυτό το ζήτημα. Μάλιστα οι Ενάγοντες απάντησαν με τις επιστολές τους ημ. 19.10.18, στην πρώτη εκ των οποίων απορρίπτουν τους συναφείς ισχυρισμούς ως αβάσιμους, ανυπόστατους και εκ των υστέρων σκέψεις για να αποφύγουν την υποχρέωση πληρωμής των οφειλόμενων δυνάμει της επίδικης συμφωνίας. Οι επιστολές επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντος 2 που συνοδεύει την αίτηση για συνοπτική απόφαση ως Τεκμήρια 12, 13(α) και 13(β) αντίστοιχα. Επιπλέον, ο Ενάγων 2 στην ίδια ένορκη δήλωση ισχυρίζεται ότι η επιστολή ημ. 17.10.18 περιέχει ανυπόστατους και αντιφατικούς ισχυρισμούς και πως για πρώτη φορά με αυτή την επιστολή προβάλλεται αυτό το ζήτημα. Παρά ταύτα, η ΔΣ στην ένορκη της δήλωση που συνοδεύει την ένσταση στην αίτηση για συνοπτική απόφαση αναλώνει ένα μεγάλο μέρος αυτής αναφερόμενη σε αυτό το ζήτημα. Η ίδια δεν περιορίζεται σε περιγραφή των γεγονότων αλλά επιπλέον, προς υποστήριξη της θέσης της, παρουσιάζει υλικό και αντίγραφο της συμφωνίας, τα οποία, ως ισχυρίζεται, εξασφάλισε από το διαδίκτυο και την ιστοσελίδα της Worldventures, Τεκμήρια 7 και 8 αντίστοιχα. Είναι ακριβώς αυτούς τους ισχυρισμούς και την παρουσίαση των εγγράφων τους οποίους η πλευρά των Εναγόντων επιθυμεί να απαντήσει ή αντικρούσει. Παρόλο που το θέμα ήταν εξαρχής γνωστό και σε αυτό είχε αναφερθεί ο Ενάγων 2, εντούτοις κρίνεται βάσιμος ο ισχυρισμός των Εναγόντων πως οι επιπρόσθετοι αυτοί ισχυρισμοί και τα παρουσιαζόμενα έγγραφα δεν ήταν γνωστά στους Ενάγοντες, οι οποίοι και δεν θα μπορούσαν να είχαν προβλέψει ότι θα παρουσιάζονταν από τους Εναγόμενους. Είναι σε αυτούς τους νεοφανείς ισχυρισμούς και τα νέα στοιχεία που οι Ενάγοντες επιθυμούν να θέσουν τη δική τους άποψη. Χωρίς να παραγνωρίζω το πλαίσιο της αίτησης για συνοπτική απόφαση, θεωρώ ότι θα πρέπει να επιτραπεί στους Ενάγοντες να προβάλουν τους δικούς τους ισχυρισμούς επί αυτού του ζητήματος, ούτως ώστε το Δικαστήριο να έχει μια πλήρη εικόνα των θέσεων και των δύο πλευρών επί των γεγονότων. Το δεύτερο ζήτημα, ήτοι οι δικαστικές διαδικασίες, είναι γεγονός πως ηγέρθη μεν αλλά με μια γενική αναφορά επί αυτού από την Εναγομένη 1 μετά την αποστολή της επιστολής τερματισμού. Εξ ου και αυτό το ζήτημα θίγεται από τους Ενάγοντες τόσο στην έκθεση απαίτησης όσο και στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντος 2 που συνοδεύει την αίτηση για συνοπτική απόφαση. Όμως είναι γεγονός ότι αυτό για πρώτη φορά εγείρεται με πιο αναλυτική και συγκεκριμένη αναφορά στην ένορκη δήλωση της ΔΣ στην ένσταση και επομένως και γι΄ αυτό θεωρώ ότι θα πρέπει να επιτραπεί στους Ενάγοντες να εκφράσουν τη δική τους θέση και επί τούτου εις απάντηση και αντίκρουση των ισχυρισμών των Εναγομένων. Βασικά οι Ενάγοντες επιθυμούν να θέσουν και τη δική τους θέση για τη φύση αυτών των διαδικασιών οι οποίες, σύμφωνα με τους ίδιους, δεν τους αφορούν υπό την προσωπική τους ιδιότητα με την οποία συνήψαν την επίδικη συμφωνία. Έτσι το Δικαστήριο θα έχει τις θέσεις και των δύο πλευρών και επομένως μια ολοκληρωμένη εικόνα και επί αυτού του ζητήματος. Η παράλειψη από τους Ενάγοντες παρουσίασης εγγράφων προς υποστήριξη των ισχυρισμών τους στην προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση δεν αποτελεί αφ΄ εαυτής λόγο για τη μη έγκριση συμπερίληψης των σχετικών ισχυρισμών. Υπενθυμίζεται η φύση της αίτησης για συνοπτική απόφαση στην οποία το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας ούτε και σε τελικά ευρήματα και επομένως δεν είναι επιτρεπτό ούτε και αναμένεται η κάθε πλευρά να αποδείξει τους ισχυρισμούς της, με παραπομπή μάλιστα και σε έγγραφα. Η όποια ενασχόληση και εξέταση των εκατέρωθεν ισχυρισμών, στον βαθμό που αυτό είναι επιτρεπτό, θα γίνει στα πλαίσια και για σκοπούς της αίτησης για συνοπτική απόφαση. Αυτές οι διαπιστώσεις καταρρίπτουν και την εισήγηση των Εναγομένων ότι η παράλειψη παρουσίασης εγγράφων καταδεικνύει ότι οι Ενάγοντες δεν προσήλθαν με καθαρά χέρια και επιθυμούν να αποκρύψουν τα πραγματικά γεγονότα. Το τρίτο ζήτημα, ήτοι το κατά πόσο υπήρξε νέα συμφωνία μεταξύ των μερών στα πλαίσια της συνάντησης τους στις 8.9.18 δεν χρήζει οποιασδήποτε περαιτέρω ενασχόλησης. Και τούτο γιατί ήδη οι Ενάγοντες εξέφρασαν τη θέση τους ως προς το τι διημείφθη σε εκείνη τη συνάντηση. Το γεγονός ότι οι Εναγόμενοι αρνούνται αυτή τη θέση και προβάλλουν τη δική τους δεν καθιστά αναγκαία την επαναφορά του θέματος για την απλή άρνηση των ισχυρισμών των Εναγομένων, από τη στιγμή που η θέση των Εναγόντων είναι ήδη ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της αίτησης για συνοπτική απόφαση. Υπενθυμίζεται ότι για σκοπούς αίτησης για συνοπτική απόφαση το Δικαστήριο δεν καλείται να αξιολογήσει τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς ούτε και να προβεί σε τελικά συμπεράσματα, επομένως τυχόν προβολή αυτού του ζητήματος στην προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση αποτελεί αχρείαστη και περιττή επανάληψη των αρχικών θέσεων των Εναγόντων και δεν εξυπηρετεί οποιονδήποτε σκοπό. Οι ίδιες διαπιστώσεις ισχύουν και για το τέταρτο ζήτημα, ήτοι την πρόθεση να προβληθεί άρνηση ότι κατά την τηλεφωνική επικοινωνία στις 15.6.18 ο ΑΒ ανέφερε ότι οι Ενάγοντες δεν δικαιούνταν πληρωμή αλλά αντίθετα τους διαβεβαίωσε ότι η Εναγομένη 1 θα κατέβαλλε το οφειλόμενο. Και γι΄ αυτό οι Ενάγοντες έχουν εξαρχής προβάλει τη θέση τους ως προς το τι διημείφθη σε εκείνη την τηλεφωνική επικοινωνία, ήτοι ότι υπήρξε αναγνώριση και διαβεβαίωση πληρωμής, επομένως είναι παντελώς αχρείαστη η απλή άρνηση των θέσεων των Εναγομένων και η επανάληψη της αρχικής τους θέσης περί της διαβεβαίωσης. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι οι Αιτητές κατάφεραν να καταδείξουν καλό λόγο ο οποίος δικαιολογεί την καταχώριση μέρους της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, και συγκεκριμένα των παραγράφων 1-7 και 10. Ως εκ τούτου η Αίτηση εγκρίνεται μερικώς. Δίδεται άδεια για την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης με περιεχόμενο τις παραγράφους 1-7 και 10 του Τεκμηρίου 1 στην ένορκη δήλωση του ΜΛ που συνοδεύει την Αίτηση. Η εν λόγω συμπληρωματική ένορκη δήλωση να καταχωριστεί εντός 20 ημερών από σήμερα και να παραδοθεί αντίγραφο στην άλλη πλευρά. Ενόψει της μερικής επιτυχίας της Αίτησης, το ½ των εξόδων αυτής επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων - Αιτητών και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 - Καθ΄ ων αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της παρούσας Αγωγής ή με το πέρας της αίτησης για συνοπτική απόφαση στην περίπτωση που αυτή επιτύχει. (Υπ.) ............ ΄ Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Ε.Ν. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο