← Κύπρος

Θεοχάρους ως διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντα Θεοχάρους ν. Bank of Cyprus Public Company Limited, Αρ. Αγωγής: 3693/20, 12/4/2021

Θεοχάρους ως διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντα Θεοχάρους ν. Bank of Cyprus Public Company Limited, Αρ. Αγωγής: 3693/20, 12/4/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A202 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3693/20 Μεταξύ: XXXXX Θεοχάρους ως διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντα XXXXX Θεοχάρους Ενάγουσα - Αιτήτρια και Bank of Cyprus Public Company Limited Εναγόμενη - Καθ' ης η Αίτηση -------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 14/12/2020 για έκδοση προσωρινού διατάγματος ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 12 Απριλίου, 2021. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτήτρια-Ενάγουσα: κ. Μαθηκολώνης, για Α. Μαθηκολώνης & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη-Καθ' ης η Αίτηση: κα Τσαγγαρίδου για Χρ. Π. Μιτσίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα - Αιτήτρια με την Αίτησή της αιτήθηκε από το Δικαστήριο μονομερώς την έκδοση προσωρινού διατάγματος που να αναστέλλει τη διαδικασία εκποίησης της υποθήκης με αριθμό XXXXX/2005, Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσίας, αναφορικά με το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 0/XXXXX, Φ./Σχ.18/36, Τεμάχιο XXXXX, στα Πηγένια, καθώς επίσης και διατάγματος με το οποίο να απαγορεύεται στην Καθ΄ης η Αίτηση να προχωρήσει με διαδικασία εκποίησης ή/και να συνεχίσει οποιαδήποτε διαδικασία εκποίησης ή/και πώλησης του συγκεκριμένου ακινήτου μέχρι την εκδίκαση της αγωγής. Η Αίτηση βασίστηκε στα άρθρα 29 - 32, 42 και 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου, στο άρθρο 3 του περί Αποδείξεως Νόμου, στα άρθρα 5, 21, 27, 32, 44, 44Α

(1)-
(4), 44Α(4Α), 44Β
(1)-
(3), 44Γ
(1)-
(3), 44Δ
(1)-
(6), 44Ε, 44Ζ, 44Η, 44Θ, 44Ι, 44ΙΑ, 44ΙΒ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου (Ν.9/65ως τροποποιήθηκε), στα άρθρα 1-18 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση Νόμου), στη Δ.39, Δ.48 θ.1-9 και Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στα άρθρα 4 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, στο άρθρο 42 του περί Ερμηνείας Νόμου, στο άρθρο 95 του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμου, στα άρθρα 334-344 και 372 του περί Εταιρειών Νόμου, στα Άρθρα 23, 26, 28 και 30 του Συντάγματος, στις αρχές της Επιείκειας, στις αρχές, τη νομολογία που αφορά διατάγματα τύπου «Quiatimet», στη νομολογία του Κοινοδικαίου, τη νομολογία του ΕΣΔΑ, στις συμφυείς εξουσίες και στη πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίχθηκε η Αίτηση προκύπτουν από την ένορκη δήλωση της XXXXX Θεοχάρους, η οποία είναι η διαχειρίστρια της περιουσίας του XXXXX Θεοχάρους Ιωάννου και γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα αγωγή. Είναι ο ισχυρισμός της ότι ο πατέρας της είχε συνάψει δάνειο, στις 11/10/2005, για το ποσό των Λ.Κ.100.000 και προς εξασφάλιση του δανείου είχε υποθηκεύσει το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 0/XXXXX, Φ/Σχ.18/36, Τεμάχιο XXXXX, χωράφι στα Πηγένια, Λευκωσίας με την υποθήκη XXXXX/
  1. Αναφέρεται, η Ομνύουσα, στους όρους της σύμβασης δανείου και δήλωσης υποθηκεύσεως που αφορούν κατά κύριο λόγο το επιτόκιο, τις τραπεζικές προμήθειες και τα δικαιώματα και τους παραθέτει στην παράγραφο 4 της ένορκης δήλωσής της. Παραδέχεται η Ομνύουσα ότι η Τράπεζα Κύπρου έχει εγείρει εναντίον της την Αγ. Αρ. 2610/18 με την οποία αξιώνει το ποσό των €121.456,98, πλέον τόκο προς 7,75% από 13/06/2018 επί του ποσού των €82.815,08, με κεφαλαιοποίηση του τόκου δυο φορές ετησίως και ζητά παράλληλα και διάταγμα εκποίησης της υποθήκης. Η ίδια είχε επισκεφθεί την δικηγόρο της, στην οποία είχε αναθέσει την υπόθεση, αναφέροντάς της ό,τι γνώριζε σε σχέση με τα γεγονότα, η οποία δικηγόρος ανέλαβε να καταχωρίσει υπεράσπιση. Στη συνέχεια η Τράπεζα της είχε αποστείλει, υπό την ιδιότητά της ως διαχειρίστρια της περιουσίας του πατέρα της, Ειδοποιήσεις Τύπου «Ι» και «ΙΑ». Στην Ειδοποίηση «ΙΑ», η οποία έφερε ημερομηνία 14/10/2019, δηλωνόταν ως ημερομηνία πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου η 27/03/2020 και ότι το ποσό που κατέστη απαιτητό ανέρχεται στις €86.361,15, πλέον τόκο €40.292,23, πλέον τόκοι επί του ποσού €86.361,15 με σταθερό επιτόκιο 7,75% ετησίως, με κεφαλαιοποίηση δυο φορές το χρόνο. Με την παραλαβή των Ειδοποιήσεων επισκέφθηκε ξανά τη δικηγόρο της για να τη συμβουλευτεί και η δικηγόρος της της ανέφερε ότι θα ήταν μάταιο να ληφθούν οποιαδήποτε δικαστικά μέτρα προς παρεμπόδιση της Τράπεζας. Βασιζόμενη στη συγκεκριμένη συμβουλή δεν καταχώρισε οποιαδήποτε αίτηση - έφεση για ακύρωση της Ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ» και του καθορισμένου πλειστηριασμού. Ο συγκεκριμένος πλειστηριασμός ακυρώθηκε λόγω της πανδημίας. Ακολούθησε νέα Ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ», με ημερομηνία 01/09/2020, στην οποία καταγράφετο ως ημερομηνία πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου η 18/12/
  2. Επισκέφθηκε εκ νέου τη δικηγόρο της, η οποία της είχε επαναλάβει τη ματαιότητα του εγχειρήματος λήψης οποιουδήποτε διαβήματος εναντίον της Τράπεζας. Σε επίσκεψή της στον οδοντίατρο, στις 04/12/2020, μιλώντας μαζί του της συνέστησε να επισκεφθεί τον κ. Μαθηκολώνη, τον οποίο γνώριζε ο ίδιος προσωπικά και ο οποίος ασχολείται με τραπεζικά θέματα και τις εκποιήσεις ακινήτων. Στις 07/12/2020 επισκέφθηκε με το σύζυγό της τον κ. Μαθηκολώνη, ο οποίος τους ενημέρωσε στις 09/12/2020 ότι είχε μελετήσει τα έγγραφα και ότι θα μπορούσαν να ληφθούν με επιτυχία δικαστικά μέτρα για να εμποδιστεί ή/και ανασταλεί η διαδικασία εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου. Συναντήθηκε με τον κ. Μαθηκολώνη στις 10/12/2020 όπου και της εξήγησε τους λόγους για τους οποίους η επίδικη υποθήκη και η διαδικασία εκποίησης είναι παράνομες και άκυρες. Καταγράφει, η Ομνύουσα, στις σελίδες 9 - 13 της ενόρκου δηλώσεώς της, τους λόγους που σύμφωνα με τη συμβουλή του δικηγόρου της καθιστούν την επίδικη υποθήκη παράνομη και άκυρη, με αναφορά στον περί Συμβάσεων Νόμο και τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμο. Όσον αφορά την ακυρότητα της διαδικασίας εκποίησης είναι η θέση της ότι ενώ στην Ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ» ημερομηνίας 14/10/2019 αναφέρεται ότι το ποσό που κατέστη απαιτητό ανερχόταν στις €86.361,15, πλέον τόκο €40.292,23, πλέον τόκοι επί €86.361,15 με ετήσιο σταθερό επιτόκιο 7,75%, με κεφαλαιοποίηση δυο φορές το χρόνο. Στην Ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ» ημερομηνίας 01/09/2020 καταγράφεται ότι το ποσό που κατέστη απαιτητό ανέρχεται στις €96.784,79, πλέον τόκος €39.936,
  3. Εισηγείται ότι τα ποσά που αξιώνονται είναι, σύμφωνα με τη συμβουλή του δικηγόρου της, αντιφατικά. Ως δεύτερο λόγο ακυρότητας προτάσσει το γεγονός ότι η Καθ΄ης η Αίτηση Τράπεζα δεν δικαιούτο να χρεώνει ή/και να εφαρμόζει στο επίδικο χρέος επιτόκιο ύψους 7,5% ή/και επιτόκιο ύψους 7,75%, αλλά όφειλε να υπολογίζει τον τόκο με βάση το ελάχιστο επιτόκιο προσφοράς για τις πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Σε σχέση με το κατεπείγον της έκδοσης του διατάγματος, με τη συμβουλή του συνηγόρου της παρέπεμψε στην αγγλική απόφαση Evans v. Bartlam [1937] 2 All ER
  4. Καταλήγει ότι το επίδικο ακίνητο έχει έκταση 6,510 τ.μ, βρίσκεται πάνω στη θάλασσα στο χωριό Πηγένια και η αξία του υπερκαλύπτει κατά πολύ το ενυπόθηκο χρέος, αφού η επιφυλασσόμενη τιμή πώλησης υπολογίστηκε από την Καθ΄ης η Αίτηση στις €287.200,
  5. Καταλήγει, ότι τυχόν πώλησή του θα προκαλέσει μεγάλη απώλεια στην περιουσία του αποβιώσαντα πατέρα της ενώ με δεδομένη την αξία του και το ύψος του ενυπόθηκου χρέους η Τράπεζα δεν κινδυνεύει να υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά. Εκδόθηκαν μονομερώς τα αιτούμενα διατάγματα και με την επίδοσή τους η Καθ΄ης η Αίτηση - Εναγόμενη αντέδρασε καταχωρώντας Ένσταση η οποία στηρίχθηκε στα άρθρα 21 και 29 - 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, στη Δ.32, Δ.38, Δ.39, Δ.48, Δ.59, Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στα άρθρα 5-9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, στα άρθρα 5, 21, 44Α, 44Β, 44Γ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου (Ν.9/65ως τροποποιήθηκε), στο Κοινοδίκαιο, στις αρχές της Επιείκειας, στην πρακτική και στις συμφυείς εξουσίες και στη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου. Κατεγράφησαν
(8)λόγοι ενστάσεως, οι οποίοι μπορούν να συνοψιστούν σε συντομία ως ακολούθως: Ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 γιατί η Αιτήτρια δεν έχει αποσείσει το βάρος ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, γιατί δεν κατέδειξε το κατεπείγον έκδοσης των διαταγμάτων ούτε κατέδειξε γιατί θα είναι δύσκολη ή αδύνατη η απονομή δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο εάν δεν εκδοθούν οι αιτούμενες θεραπείες. Ότι κωλύεται να αιτείται την αναστολή της διαδικασίας πλειστηριασμού γιατί σύμφωνα με τα έγγραφα της υποθήκης η Καθ΄ης η Αίτηση έχει δικαίωμα να προχωρήσει στην πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου, ότι εμποδίζεται, η Αιτήτρια, να επικαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά γιατί ο αποβιώσαντας ελεύθερα και αυτόβουλα παραχώρησε την υποθήκη XXXXX/2005 προς εξασφάλιση των πιστωτικών διευκολύνσεων που του παραχωρήθηκαν, ότι οι αξιώσεις είναι χρηματικής φύσεως και/ή αποτιμώνται σε χρήμα και δεν έχει αμφισβητηθεί η ικανότητα της Καθ΄ης η Αίτηση να καταβάλλει τυχόν επιδικασθείσες αποζημιώσεις, ότι οι ισχυρισμοί περί ακυρότητας της σύμβασης είναι αβάσιμοι, ανεδαφικοί και/ή ανυπόστατοι, ότι η αίτηση είναι αναιτιολόγητη και/ή καταχρηστική και/ή παράτυπη και αποσκοπεί στο να καθυστερήσει την Καθ΄ης η Αίτηση, ότι η δικονομική συμπεριφορά της Καθ΄ης η Αίτηση είναι κακόπιστη και/ή παραπλανητική και ότι η πιθανή έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα επιφέρει δυσμενείς και/ή δυσανάλογες επιπτώσεις στα συμφέροντα της Καθ΄ης η Αίτηση. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η Ένσταση εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του XXXXX Αδαμίδη, ο οποίος βρίσκεται στην υπηρεσία της Καθ΄ης η Αίτηση και είναι εξουσιοδοτημένος να προβεί στην συγκεκριμένη ένορκη δήλωση. Όσον αφορά τα γεγονότα είναι η δική του θέση ότι ο αποβιώσαντας πατέρας της Αιτήτριας στις 11/10/2005 υπέγραψε συμφωνία Σύμβασης Υποθήκης με την οποία υποθήκευσε το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 0/XXXXX, Φ./Σχ.18/36, Τεμάχιο XXXXX, στα Πηγένια προς όφελος της Καθ΄ης η Αίτηση για το ποσό των £144.000, ήτοι €246.038,60 πλέον κυμαινόμενο επιτόκιο 7,5000% από 11/10/2005 το οποίο θα καθορίζετο από την Τράπεζα, ήτοι βασικό επιτόκιο προσαυξημένο κατά 3,250%, πλέον τόκους, προμήθεια και άλλα τραπεζικά δικαιώματα. Το παραχωρηθέν ποσό ανερχόταν στις £100.000, ήτοι €170.860,
  1. Παρά το γεγονός ότι υπήρχε όρος αποπληρωμής του δανείου σε 120 μήνες, με 10 ετήσιες δόσεις ύψους £14,568,59, ήτοι €24,891.91, τόσο ο Αποβιώσαντας καθώς και η Ενάγουσα - Αιτήτρια παρέλειψαν να τηρήσουν τη συμφωνία με αποτέλεσμα η Εναγόμενη - Καθ' ης η Αίτηση να τερματίσει τη λειτουργία του λογαριασμού και να καταχωρίσει την Αγ. Αρ. 2610/2018 με την οποία αξιώνει το ποσό των €121.456,98, πλέον τόκο 7,75% από 13/06/2018, πλέον τόκο 7,75% επί του ποσού των €82.815,08, με κεφαλαιοποίηση δυο φορές το χρόνο, καθώς επίσης και διάταγμα Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η εκποίηση της υποθήκης σε σχέση με το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 0/XXXXX, Φ./Σχ.18/36, Τεμάχιο XXXXX, στα Πηγένια. Είναι ο ισχυρισμός του ότι τόσο η Συμφωνία Δανείου όσο και η Σύμβαση Υποθήκης υπογράφησαν από τον αποβιώσαντα με πλήρη επίγνωση των όρων και με ελεύθερη βούληση και κατόπιν δικού του αιτήματος χωρίς οποτεδήποτε να αμφισβητηθεί η νομιμότητα και οι όροι των συγκεκριμένων συμφωνιών είτε από τον Αποβιώσαντα ή την Αιτήτρια. Υποστηρίζει ότι η Αιτήτρια ψευδώς παρουσιάζει ότι η Συμφωνία Υποθηκεύσεων είναι άκυρη και παράνομη, με σκοπό να αποφύγει τις υποχρεώσεις του αποβιώσαντα πατέρα της καθώς και τις δικές της. Είναι η θέση του ότι η Καθ΄ης η Αίτηση, ως εδικαιούτο, προχώρησε με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 44Γ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου και απέστειλε την Ειδοποίηση Τύπου «Ι» συνοδευόμενη με κατάσταση λογαριασμού, σύμφωνα με το Μέρος VIA του Ν.9/
  2. Ακολούθως απέστειλε τις Ειδοποιήσεις Τύπου «ΙΑ» και «ΙΒ», ημερομηνίας 14/10/
  3. Ο πλειστηριασμός ακυρώθηκε λόγω της πανδημίας γι' αυτό και στη συνέχεια η Καθ΄ης η Αίτηση προχώρησε στην αποστολή νέας Ειδοποίησης «ΙΑ» και Δελτίου Α ημερομηνίας 01/09/2020, η οποία παραλήφθηκε στις 02/09/2020 χωρίς η Αιτήτρια να αντιδράσει μέχρι τις 14/12/2020, με αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Παράλληλα απέκρυψε, είναι η εισήγησή του, από το Δικαστήριο τα πραγματικά γεγονότα όπως ότι στις 26/02/2020, μετά την παραλαβή της Ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ» είχε καταχωριστεί από τους δικηγόρους της Αιτήτριας, Κλεόπα & Παρασκευά, στην Αγ. Αρ. 2610/18 αίτηση τροποποίησης της καταχωρηθείσας Υπεράσπισης για να προστεθεί σε αυτήν Ανταπαίτηση με σκοπό να καταχωριστεί αίτηση για αναστολή του προηγούμενου καθορισθέντος πλειστηριασμού. Η συγκεκριμένη αίτηση απορρίφθηκε από το Δικαστήριο με το σκεπτικό ότι δεν εξυπηρετούσε το συμφέρον της δικαιοσύνης αλλά αλλότριους σκοπούς. Υποστηρίζει ότι η Αιτήτρια προσπάθησε να παραπλανήσει το Δικαστήριο αποκρύβοντας τα συγκεκριμένα γεγονότα καθώς και το γεγονός ότι οι δικηγόροι της στην Αγ. Αρ. 2610/18 συνεχίζουν να είναι οι ίδιοι, παρά το γεγονός ότι στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση προσπάθησε να επιρρίψει ευθύνες στην κα Κλεόπα. Σε σχέση με τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας περί ακυρότητας της επίδικης Σύμβασης Υποθήκης δεν έχει παρουσιαστεί καμιά μαρτυρία που να υποστηρίζει τη συγκεκριμένη θέση ότι οι όροι της συγκεκριμένης συμφωνίας είναι παράνομοι και ότι το οφειλόμενο ποσό δεν μπορεί να καθοριστεί. Κατά τη δική του άποψη οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί συνιστούν εκ των υστέρων σκέψεις σε μια προσπάθεια να θεωρηθεί από το Δικαστήριο άκυρη η εν λόγω Σύμβαση. Όσον αφορά τον ισχυρισμό της Αιτήτριας για ακυρότητα της διαδικασίας εκποίησης, λόγω της χρέωσης του δανείου με λανθασμένο επιτόκιο, επεξηγεί ότι η Καθ΄ης η Αίτηση χρέωνε επιτόκιο σύμφωνα με τις Ανακοινώσεις της Κεντρικής Τράπεζας και ενημέρωνε προς τούτο ενώ το γεγονός αυτό αποδεικνύεται από τις καταστάσεις του λογαριασμού. Καταλήγει, ότι όλες οι χρεώσεις που έγιναν στον επίδικο λογαριασμό δανείου είναι νόμιμες, έγκυρες και σύμφωνα με τη Νομοθεσία και ουδέποτε αμφισβητήθηκαν από τον Αποβιώσαντα. Ισχυρίζεται ότι η τυχόν ζημιά της Αιτήτριας από την πώληση του συγκεκριμένου ακινήτου μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα αφού αντιστοιχεί στην αξία της ενυπόθηκης περιουσίας αφαιρουμένων των οφειλών προς την Καθ΄ης η Αίτηση επομένως ο ισχυρισμός για ανεπανόρθωτη βλάβη δεν ευσταθεί. Παράλληλα υποστηρίζει ότι η Αιτήτρια δεν έχει αποκαλύψει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και πιθανότητα επιτυχίας αφού δεν έχει καταχωρίσει Έκθεση Απαίτησης οπόταν οι πιθανότητες επιτυχίας είναι μηδαμινές. Επίσης εισηγείται ότι η Αιτήτρια απέτυχε να αποδείξει ότι υπάρχει ενδεχόμενο να μην αποδοθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αφού η Καθ' ης η Αίτηση είναι Τραπεζικός οργανισμός και είναι φερέγγυα και δεν τέθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία που να υποστηρίζει το αντίθετο. Για αυτό και εισηγείται την απόρριψη της Αίτησης. Κανένας από τους Ομνύοντες δεν αντεξετάστηκε και η ακρόαση της αίτησης προχώρησε με κατάθεση βοηθητικών για το Δικαστήριο αγορεύσεων από το συνήγορο της Αιτήτριας και της Καθ' ης η Αίτηση. Το Δικαστήριο έχει κατά νου το περιεχόμενο των αγορεύσεων, καθώς και της συμπληρωματικής αγόρευσης που καταχώρισε η Καθ' ης η Αίτηση με την άδεια του Δικαστηρίου και τη σύμφωνη γνώμη του συνηγόρου της Αιτήτριας και θα αναφερθεί σ' αυτές όπου το κρίνει απαραίτητο. Σημειώνεται ότι στην αγόρευσή του ο συνήγορος της Αιτήτριας επικαλείται λόγους ακυρότητας της διαδικασίας εκποίησης που δεν έχουν καταγραφεί στην Αίτησή του όπως το γεγονός ότι δεν έχει αποσταλεί Ειδοποίηση Τύπου «Θ» καθώς επίσης και ότι δεν τηρήθηκε η προθεσμία που προβλέπεται στο άρθρο 44Γ
(1)του Ν.9/65, ως τροποποιήθηκε από το Ν.61(Ι)/20 για αποστολή της Ειδοποίησης Τύπου «Ι». Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου δεν μπορεί να εισαχθεί μαρτυρία μέσω της αγόρευσης συνηγόρου. Αναφορά γίνεται στο σκεπτικό της απόφασης Frederickou Schools Co Ltd v. ACUAC INC
(2002)1 Α.Α.Δ.
  1. Συνεπακόλουθα οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί δεν θα εξεταστούν. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Προτού προχωρήσω να εξετάσω τα ζητήματα που έχουν εγερθεί θεωρώ κατάλληλο στάδιο να συνοψίσω τη νομική πτυχή που διέπει αιτήσεις για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων παρέχεται στο άρθρο 32 του Ν.14/60, ενώ η δικονομία για τέτοια διατάγματα προσδιορίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο και Κανονισμούς. Το άρθρο 32 παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπίπτοντων διαταγμάτων. Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που το άρθρο αυτό καθορίζει ότι πρέπει να συντρέχουν, για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα που θα έκρινε δίκαια ή πρόσφορα είναι οι εξής: Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση, η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, η πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά καθώς επίσης ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Είναι επίσης νομολογημένο ότι στο στάδιο εξέτασης των τριών προϋποθέσεων του άρθρου 32 και της σωρευτικής ικανοποίησης των κριτηρίων, το Δικαστήριο εξετάζει το δικόγραφο και την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ώστε να ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν οι δυο πρώτες προϋποθέσεις (βλ. Recnex Trading Ltd κ.ά. ν Τράπεζας Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολ. Εφ.71/11 ημερ. 16/04/14). Εκτός από το άρθρο 32 του Ν.14/60 η υπό κρίση Αίτηση βασίζεται και στα άρθρα 4 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.
  2. Το άρθρο 4 του Κεφ.6 εφαρμόζεται όταν σκοπείται η δέσμευση του αντικειμένου της αγωγής. Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Papastratis v. Petrides
(1979)1 CLR 231, όταν η περιουσία της οποίας επιζητείται η δέσμευση αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής τότε το άρθρο 4 του Κεφ. 6 μπορεί να εξεταστεί ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60. Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Κυτάλα κ.α. ν. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 (Α) Α.Α.Δ. 253, το γεγονός ότι πληρούνται οι τυπικές απαιτήσεις του άρθρου 4 δεν σημαίνει και ότι το Δικαστήριο εκδίδει το διάταγμα αυτόματα. Η άσκηση της διακριτικής εξουσίας δεν θα πρέπει να παραγνωρίζει και την ποιότητα της αξίωσης, η διάγνωση της οποίας δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις που περιέχονται στο άρθρο 4 του Κεφ.6 δεν μπορούν να εξετάζονται ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/60. Απλώς το συγκεκριμένο άρθρο προβαίνει σε ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρεται. Δεν αφαιρεί τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/60 που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπίπτοντων διαταγμάτων (βλ. Παναγίδου κ.α. ν. Παναγίδου κ.α.
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 396 και ABP Holdings Ltd v. Κιταλίδης κ.α.
(1994)1 ΑΑΔ 692). Επομένως, όταν το Δικαστήριο επιλαμβάνεται αιτήσεων που βασίζονται στο συγκεκριμένο άρθρο θα εφαρμόσει τόσο τις γενικές προϋποθέσεις σύμφωνα με το άρθρο 32 του Ν.14/60 αλλά και τα ειδικότερα κριτήρια που τίθενται από το άρθρο 4 του Κεφ.6, στο βαθμό ή μέτρο που αυτά διαφοροποιούνται. Καθοριστική είναι η αρχή της επιείκειας που επιβάλλει όταν ένας αιτητής επιζητεί από το Δικαστήριο και εξασφαλίζει θεραπεία μονομερώς ότι θα πρέπει να αποκαλύπτει στο Δικαστήριο όλα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία δύναται να προσμετρήσουν στην κρίση του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα που πρέπει να αποκαλύψει δεν περιορίζονται μόνο σε αυτά που γνωρίζει αλλά και σε αυτά που με εύλογη επιμέλεια θα εγνώριζε και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Η μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων είναι λόγος για το Δικαστήριο να αρνηθεί την συνέχιση της ισχύς του προσωρινού διατάγματος (βλ. Άκης Γρηγορίου κ.α. v. Xριστίνας Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Χριστιάνα Στυλιανού v. Aνδρέα Στυλιανού
(1992)1 Α.Α.Δ. 583, Ανδρέας Εργατίδης v. 1. G. Giorgalettos Enterprises Ltd κ.α
(2000)1(B) A.A.Δ. 995, Κατερίνα Τσιερκέζου v. Dragon Tourist Enterprises Ltd,
(2009)1(A) A.A.Δ. 734 και Ιωάννης Κυριάκου Όξυνου v. Μαρίας Ρολη Λου κ.α.,
(2011)1 Α.Α.Δ. 1066. Σχετική με το θέμα είναι και η υπόθεση The Timberland of U.S.A. ν. Evans & Sons Ltd κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ. 1179, όπου στην σελ. 1186 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα από τον κ. Πική Π. όπως ήταν τότε: « ....Στην απόφαση του, το πρωτόδικο Δικαστήριο κάμνει εκτεταμένη αναφορά στην απόφαση μας στην Ολομέλεια στην Demstar Limited ν Zim Israel Navigation Co. Limited κ.α. Αίτηση για Αναθεώρηση στην Αγωγή Ναυτοδικείου Αρ. 157/90, 30/5/96, στην οποία εξηγείται ότι η αποκάλυψη συναρτάται με την καλή πίστη, η οποία πρέπει να επιδεικνύεται σε κάθε εξαιρετική περίπτωση που επιζητείται θεραπεία στην απουσία αντιδίκου. Η απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος επενεργεί καταλυτικά, διασαλεύει τη βάση του διατάγματος, ανεξάρτητα από την ύπαρξη πρόθεσης για εξαπάτηση του Δικαστηρίου. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Συναρτάται (η μη αποκάλυψη) με τις, εξ' αντικειμένου, συνέπειες στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, όπως επισημαίνεται στην Demstar Limited ν. Zim Israel Navigation Co. Limited κ.α.» Αυτό που προκύπτει από τα πιο πάνω είναι ότι η αποκάλυψη των πραγματικών και ουσιωδών γεγονότων πρέπει να είναι πλήρης και δίκαιη (full and fair). Δηλαδή, δεν είναι μόνο στην περίπτωση που ένας αιτητής παραλείπει εντελώς να αποκαλύψει τα γεγονότα που τυγχάνει εφαρμογής αυτή η αρχή, αλλά επεκτείνεται και στις περιπτώσεις εκείνες που τα γεγονότα εκτίθενται με τέτοιο τρόπο που μπορεί να είναι ελλιπή και/ή παραπλανητικά, ανεξάρτητα αν τούτο γίνεται εσκεμμένα ή όχι. Κρίνω ορθό να εξετάσω πρώτο τον λόγο ένστασης με τον οποίο η Εναγόμενη - Καθ' ης η Αίτηση ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα - Αιτήτρια δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και ότι δεν αποκάλυψε ουσιώδη γεγονότα και/ή παραπλανεί το Δικαστήριο, παράγραφοι 14 και 15 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση της Καθ΄ης η Αίτηση. Και τούτο γιατί σε περίπτωση που ο λόγος ένστασης αυτός ευσταθεί ενδεχομένως θα κρίνει και το αποτέλεσμα της παρούσας αίτησης και/ή το Δικαστήριο δεν θα μπορεί και δεν θα πρέπει να εξετάσει οποιαδήποτε άλλα ζητήματα ή την αίτηση επί της ουσίας της. Το ερώτημα το οποίο προκύπτει είναι κατά πόσο η Αιτήτρια όφειλε να αποκαλύψει στο Δικαστήριο πρώτον, ότι καταχωρίστηκε στην Αγ. Αρ.2610/18 αίτηση τροποποίησης της Υπεράσπισης από τη συνήγορο της Αιτήτριας, κα Κλεόπα, έτσι ώστε να προστεθεί ανταπαίτηση, αίτημα το οποίο απερρίφθηκε γιατί δεν εξυπηρετείτο το συμφέρον της δικαιοσύνης καθώς επίσης και δεύτερον, ότι μέχρι σήμερα οι συγκεκριμένοι δικηγόροι, οι οποίοι σύμφωνα με την Αιτήτρια δεν την συμβούλεψαν σωστά, συνεχίζουν να την εκπροσωπούν στη διαδικασία της αγωγής. Όλα αυτά αποτελούν ουσιώδη γεγονότα τα οποία απεκρύβησαν. Οι νομικές αρχές που διέπουν το εν λόγω ζήτημα έχουν αναφερθεί από το Δικαστήριο ανωτέρω στην παράθεση της νομικής πτυχής που διέπει την παρούσα αίτηση. Στο σημείο αυτό να αναφερθεί εκ νέου ότι δεν είναι κάθε στοιχείο που δεν αποκαλύφθηκε το οποίο μπορεί να οδηγήσει σε ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος, για το λόγο αυτό. Αυτό πρέπει να είναι ουσιώδη και να σχετίζεται με το βάσιμο της απαίτησης του αιτητή και την πιθανότητα επιτυχίας του αλλά και με άλλα ζητήματα τα οποία ενδεχομένως να επηρέαζαν την κρίση του Δικαστηρίου κατά την έκδοση του διατάγματος μονομερώς. Γενικά ο αιτητής οφείλει να προβεί σε μια ειλικρινή και ακριβοδίκαιη παρουσίαση όλων των γεγονότων που σχετίζονται με την υπόθεση του. Στην απόφαση DMITRY RYBOLOVLEV v. ELENA RYBOLOVLEVA
(2010)1Α Α.Α.Δ. 82 αποφασίστηκε ότι τα γεγονότα τα οποία πρέπει να αποκαλύπτονται από τον αιτητή, σχετίζονται με: (α) το βάσιμο του δικαιώματός του όπως διαγράφεται στο δικόγραφό του, (β) τη σοβαρότητα του ζητήματος το οποίο εγείρεται και (γ) την πιθανότητα επιτυχίας. Απόλυτα κατατοπιστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το Σύγγραμμα «Διατάγματα» των Ερωτοκρίτου και Αρτέμη, έκδ. 2016, σελ. 60: « Δύο από τα βασικότερα αξιώματα του δικαίου της επιείκειας είναι ότι «όποιος επικαλείται την επιείκεια πρέπει να προσέρχεται με καθαρά χέρια» και «όποιος επιζητεί επιείκεια, πρέπει να είναι έτοιμος να πράξει επιείκεια». Τα δύο αξιώματα στηρίζονται στην ίδια φιλοσοφία ότι ο ενάγων ο οποίος επιζητεί θεραπεία του δικαίου της επιείκειας ή θεραπεία που εξαρτάται από τη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, θα πρέπει να συμπεριφέρθηκε καθόλα έντιμα και δίκαια έναντι του αντιδίκου του. Με το πρώτο αξίωμα η προσοχή εστιάζεται στο παρελθόν, δηλαδή στη μέχρι σήμερον συμπεριφορά του ενάγοντα έναντι του εναγομένου, ενώ με το δεύτερο στη μελλοντική του συμπεριφορά όπως, για παράδειγμα, κατά πόσο είναι και ο ίδιος διατεθειμένος στο μέλλον να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του έναντι του αντιδίκου του. Αν το δικαστήριο κρίνει ότι η μέχρι σήμερα συμπεριφορά του ενάγοντα δεν ήταν «η ενδεδειγμένη», το πιθανότερο είναι ότι θα ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και θα αρνηθεί τη χορήγηση της αιτουμένης θεραπείας. Καταρχάς θα πρέπει να τονιστεί ότι η συμπεριφορά του ενάγοντα που λαμβάνεται υπόψη, είναι αυτή που αφορά την επίδικη διαφορά με τον εναγόμενο και σχετίζεται άμεσα με την αιτούμενη θεραπεία». Όπως προκύπτει από τα γεγονότα που περιβάλλουν την Αγ. Αρ. 2610/18, ως αυτά αποκαλύπτονται κυρίως με την ένσταση, εξάγεται ένα και μόνο συμπέρασμα: Ότι η Ενάγουσα - Αιτήτρια προσπάθησε να εμποδίσει τη διαδικασία εκποίησης καταχωρώντας αίτηση τροποποίησης της Υπεράσπισης της, μετά την παραλαβή της πρώτης Ειδοποίησης «ΙΑ» και η προσπάθειά της αυτή απέτυχε για αυτό και επιχείρησε την έκδοση διατάγματος με την καταχώριση νέας αγωγής. Εκείνο το οποίο έχει σημασία εδώ είναι κατά πόσο τα όσα έλαβαν χώρα ενώπιον του Δικαστηρίου στην Αγ. Αρ. 2610/18 έπρεπε να είχαν αποκαλυφθεί και επεξηγηθεί στη σωστή τους διάσταση από την Ενάγουσα - Αιτήτρια όταν αποτείνετο ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου για να εξασφαλίσει προσωρινό διάταγμα με το οποίο να αναστέλλεται η εκποίηση του συγκεκριμένου ακινήτου. Η Αιτήτρια αρκέστηκε να αναφέρει στην παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσής της ότι η Τράπεζα της είχε κινήσει αγωγή. Ως προς τα υπόλοιπα δεν ανέφερε οτιδήποτε. Το πρώτο που έρχεται κατά νού είναι γιατί δεν επικαλέστηκε, στην Αγ. Αρ.2610/18, ακυρότητα της υποθήκης στην Υπεράσπισή της και χρειάστηκε να παραλάβει πρώτα την Ειδοποίηση «ΙΑ» και μετά να επιχειρήσει να το πράξει και δεύτερον, το γεγονός ότι στην Αγ. Αρ. 2610/18 συνεχίζει να την εκπροσωπεί η συνήγορος με την οποία, κατ' ισχυρισμό της ως αυτός διατυπώνεται στην παράγραφο 8 της ένορκης δήλωσής της, υπήρχε διαφωνία, αποκαλύπτει ότι η διαφωνία δεν είναι και τόσο αυθεντική. Οι συγκεκριμένες διαπιστώσεις οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η Αιτήτρια δεν ήρθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Απέκρυψε γεγονότα για να επιτύχει την έκδοση των διαταγμάτων. Το γεγονός ότι δεν έχει καταχωριστεί Έκθεση Απαίτησης επίσης είναι ένα γεγονός που έχει τη σημασία του αφού το Δικαστήριο δεν μπορεί να διαπιστώσει τη νομική ισχύ των ισχυρισμών της Αιτήτριας, ήτοι να διαπιστώσει την πιθανότητα επιτυχίας. Θεωρώ ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο λάμβανε γνώση αυτών των γεγονότων που αποκαλύφθηκαν και επεξηγήθηκαν με την ένσταση της Εναγόμενης, σίγουρα θα επηρέαζαν την κρίση του κατά την έκδοση των υπό κρίση διαταγμάτων μονομερώς (βλ. Dmitry Rybolovlev κ.α. v. Εlena Rybolovleva (ανωτέρω). Και κριτής αυτού του γεγονότος είναι το Δικαστήριο το ίδιο και όχι το τι οι διάδικοι και οι συνήγοροι τους πιστεύουν ή θεωρούν. Σίγουρα το Δικαστήριο θα προβληματιζόταν κατά πόσο θα έπρεπε να παρεμποδίσει την πώληση του επίδικου ακινήτου, τουλάχιστον μονομερώς και χωρίς να ακούσει την άλλη πλευρά. Θα προβληματιζόταν για το δικαίωμα της Ενάγουσας-Αιτήτριας να εγείρει δεύτερη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και στη βάση αυτής να εμποδιζόταν η άσκηση των δικαιωμάτων της Εναγόμενης-Καθ' ης η Αίτηση αφού όπως διαφάνηκε από τα γεγονότα που αποκαλύφθηκαν με την ένσταση, η προηγούμενη προσπάθεια της Ενάγουσας απέτυχε με την απόρριψη της αίτησής της για τροποποίηση της καταχωρηθείσας Υπεράσπισης στην Αγ. Αρ. 2610/18. Θεωρώ ότι η μη αποκάλυψη του γεγονότος ότι επιχειρήθηκε η τροποποίηση της Υπεράσπισης στην Αγ. Αρ.2610/18 είναι καθοριστική για την έκβαση της Αίτησης, η οποία είναι καταδικασμένη σε αποτυχία ακριβώς λόγω του ότι η Αιτήτρια άφησε το Δικαστήριο με την εντύπωση ότι δεν ήρθε με καθαρά χέρια αλλά αντίθετα προσπάθησε να αποπροσανατολίσει το Δικαστήριο και συνεπακόλουθα αυτή η διαπίστωση οδηγεί στην ακύρωση των διαταγμάτων που εκδόθηκαν μονομερώς στις 16/12/2020. Παρά το ότι η θέση του Δικαστηρίου ως ανωτέρω προδικάζει την τύχη της παρούσας αίτησης, για σκοπούς πληρότητας θα προχωρήσω να εξετάσω τις τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/1960. Το Δικαστήριο έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αρχές θα εξετάσει κατά πόσον πληρούνται οι απαραίτητες προϋποθέσεις και κατά πόσον δικαιολογείται η έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων στην υπό κρίση Αίτηση. Οι αποφάσεις των Κυπριακών Δικαστηρίων που έχουν αναλύσει τις προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων βάσει του άρθρου 32 του Ν.14/60, είναι πολλές. Ενδεικτικά και μόνο αναφέρω τις υποθέσεις Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, A.B.P. Holdings Ltd ν. Κιταλίδη κ.ά. (Αρ. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694. Στην τελευταία απόφαση τονίζεται ότι το άρθρο 32 του Ν.14/60 παρέχει στα Δικαστήρια ευρύτατες εξουσίες για έκδοση οποιωνδήποτε διαταγμάτων, όταν κάτι τέτοιο κρίνεται δίκαιο ή πρόσφορο χωρίς να τίθεται κανένας περιορισμός. Τα ίδια επαναλήφθηκαν και στην υπόθεση Παντελίδη ν. Πιερή
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 2111. Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο έχει καθήκον να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει το διάταγμα (βλ. Bacardi v. Vinco
(1996)1(B) A.A.Δ. 788, Mitsingas v. Timberland
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791 και Akis Express v. Aris Express
(1998)1(A) A.A.Δ. 149). Σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Recnex Trading Limited ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λίμιτεδ (ανωτέρω): « Βρίσκουμε ότι τα γεγονότα της υπόθεσης είναι τέτοια ώστε δεν κρίνουμε σκόπιμο να προσθέσουμε οτιδήποτε άλλο παρά μόνο να παραπέμψουμε στις ΑΒΡ Holdings v. Κιταλίδη
(1994)1 Α.Α.Δ. 694, 699, C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 785 και στην Πολιτική Έφεση 52/10 Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. E. Σιακατίδου, ημερ. 19.3.2014. Αποδίδεται ευρύτατη εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει οποιοδήποτε παρεμπίπτον απαγορευτικό, προστακτικό διάταγμα όταν κρίνει ότι αυτό είναι δίκαιο ή πρόσφορο υπό τις περιστάσεις χωρίς οποιοδήποτε περιορισμό.». Στην υπόθεση T. A. Micrologic Consultants Ltd ν. Microsoft Corporation
(2002)1(Γ) ΑΑΔ 1802 ο έντιμος Δικαστής κ. Νικολάου διατύπωσε το θέμα ως εξής: « Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα των επί του θέματος αποφάσεων μας: βλ. ενδεικτικά τις υποθέσεις Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R. 585, Odysseos v. Pieris Estates & Others
(1982)1 C.L.R. 557 και Κυτάλα v. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253. Αυτό συχνά παραγνωρίζεται στα Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από Δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέκτως πολύπλοκη και μακρά». (Βλ. επίσης Hazelwood Investment & Finance Ltd v. XXX Manuel κ.α. Πολ. Εφ. Ε14/17 και Ε209/17 ημερ. 16/07/19). Στο Σύγγραμμα των Ερωτοκρίτου και Αρτέμη, «Διατάγματα», σελίδες 54 έως 58, (ανωτέρω) κάτω από την θεματική ενότητα «Ύπαρξη Αγώγιμου Δικαιώματος», με αναφορά στα άρθρα 31 και 32 του Ν.14/1960 και παραπομπή στις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Tsiaos v. Kyprianou
(1982)1 CLR 839 και Re Travelwise Ltd,
(1996)1 Α.Α.Δ. 242, σημειώνεται ότι, η άσκηση της πολιτικής δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, προσδιορίζεται στο άρθρο 31 του Ν.14/1960, το οποίο προβλέπει για την παροχή θεραπείας σε σχέση με την οποιαδήποτε αξίωση στηρίζεται στον νόμο ή τις αρχές της επιείκειας. Σημειώνεται περαιτέρω, ότι με το άρθρο 31 του Ν.14/1960, «στην ουσία εισάγεται η γενική προϋπόθεση ότι το δικαίωμα το οποίο επικαλείται ο ενάγων θα πρέπει να είναι αναγνωρισμένο είτε από το νόμο ("legal right") είτε από το δίκαιο της επιείκειας ("equitable right"). Θα πρέπει δηλαδή ο ενάγων να ικανοποιήσει ότι έχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του εναγομένου.». Όπως αναφέρθηκε και από τον Κούρρη Δ., στην προαναφερόμενη υπόθεση Re Travelwise Ltd «...πρέπει να υπάρχει καλό αγώγιμο δικαίωμα και να υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή μεταξύ εκείνου που εξασφαλίζει το διάταγμα και εκείνου εναντίον του οποίου εκδίδεται το διάταγμα». Περαιτέρω στη σελίδα 123 του ίδιου Συγγράμματος κάτω από την θεματική ενότητα «Σοβαρό Ζήτημα προς εκδίκαση - η πρώτη προϋπόθεση» αναφέρονται τα ακόλουθα: « Το πρώτο ζήτημα στο οποίο το Δικαστήριο θα στρέψει την προσοχή του, είναι αναφορικά με την νομική πτυχή της υπόθεσης. Αναμένεται να εξετάσει κατά πόσο ο ενάγων έδειξε ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση. Στα πλαίσια της εξέτασης του, θα ερευνήσει το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα. Θα πρέπει να βεβαιωθεί ότι το κατ' ισχυρισμό αγώγιμο δικαίωμα του δεν είναι "επιπόλαιο και ενοχλητικό" και ότι θα μπορούσε να θέσει υπό αμφισβήτηση τη νομιμότητα των πράξεων του εναγομένου». Επομένως, το Δικαστήριο περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα ή να επιτρέψει τη συνέχισή του σε ισχύ. Ο αιτητής είναι αυτός που πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, ως επίσης και για το δίκαιο και εύλογο της έκδοσής του ή της διατήρησής του σε ισχύ. Το πραγματικό υπόβαθρο των γεγονότων, στα πλαίσια των οποίων εξετάζεται η αίτηση, τίθεται με τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα, δεδομένης πάντα της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από την Δ.39 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Εξετάζοντας την πρώτη προϋπόθεση υπενθυμίζεται ότι, με βάση τη νομολογία, η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος αποκαλύπτεται στη βάση του καταχωρημένου δικογράφου και αφορά τη νομική θεμελίωση της αξίωσης του ενάγοντα. Όπως φαίνεται από το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, με την αγωγής της η Αιτήτρια αξιώνει αναγνωριστική απόφαση ότι η υποθήκη XXXXX/05 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσίας είναι παράνομη, άκυρη και ανεφάρμοστη γιατί καταρτίστηκε κατά παράβαση των προνοιών των άρθρων 5 και 21
(1)(γ) του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου και των άρθρων 23 και 24 του περί Συμβάσεως Νόμου. Δεν έχει όμως καταχωριστεί Έκθεση Απαίτησης για να μπορεί να διαπιστωθεί πού βασίζονται οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί. Το Δικαστήριο μπορεί να ανατρέξει μόνο στο περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως στο οποίο καταγράφονται οι πρόνοιες των άρθρων και δηλώνεται ότι η επίδικη υποθήκη είναι άκυρη γιατί καλύπτει πέρα από τον τόκο και τις προμήθειες, άλλα δικαστικά έξοδα και δαπάνες που θα υποστεί η Τράπεζα, τα οποία είναι αόριστα και/ή ασαφή και/ή ακαθόριστα και/ή δεν είναι δυνάμενα να καθοριστούν με αποτέλεσμα να παραβιάζονται οι πρόνοιες του άρθρου 21
(1)(γ) του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου. Η απάντηση δίδεται από το σκεπτικό της πρόσφατης απόφασης στην υπόθεση Φελλάς ν. Emboriki Bank Cyprus Ltd ECLI:CY:AD:2020:A111, Πολ. Εφ. 17/13 ημερ. 07/04/2020 στην οποία πανομοιότυποι όροι στη σύμβαση υποθήκης κρίθηκαν ότι δεν επέφεραν ακυρότητα σε αυτή τούτη τη σύμβαση υποθήκης. Όμως, έχοντας κατά νού τις πιο πάνω διαπιστώσεις το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί σε σχέση με τις πρώτες δυο προϋποθέσεις του άρθρου 32, των οποίων η αλληλουχία επιτρέπει την από κοινού εξέταση, είναι αν έχουν καταδειχθεί τέτοιες σοβαρές ενδείξεις δικαιωμάτων εκ μέρους της Αιτήτριας ώστε σε συσχετισμό με τη δικογραφία της Αίτησης και το αγώγιμο δικαίωμα της να οδηγούν στη διαπίστωση σοβαρού ζητήματος με ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας (βλ. Ανδρέας Σάββα Κυτάλα v. Άννα Χρυσάνθου
(1996)1 Α.Α.Δ. 253, 257-8). Το ερώτημα που τίθεται είναι το εξής: Κατά πόσο με τα όσα η Αιτήτρια έχει θέσει υπόψη του Δικαστηρίου και λαμβανομένων υπόψη των θέσεων της άλλης πλευράς, στοιχειοθετείται ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Πιθανότητα τέτοια που να μην είναι μια απλή πιθανότητα, αλλά να βρίσκεται πιο χαμηλά από το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων». Εν προκειμένω η Αιτήτρια - Ενάγουσα θεωρώ ότι δεν έχει καταδείξει με τη μαρτυρία που έχει προσκομίσει ότι έχει δυνατότητα επιτυχίας στις εγειρόμενες αξιώσεις της αφού δεν προσκόμισε οποιοδήποτε στοιχείο που να πιθανολογεί ότι υπάρχει μια πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. Δεν προκύπτει από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου να έχει αμφισβητηθεί η υπογραφή της συγκεκριμένης σύμβασης υποθήκης από τον αποβιώσαντα πατέρα της ο οποίος ήταν το έτερο συμβαλλόμενο μέρος. Σημειώνεται ότι με τις διαπιστώσεις αυτές δεν προκρίνεται το αποτέλεσμα της έκβασης της αγωγής αφού γίνονται με μόνη καθοδήγηση τα όσα έχουν τεθεί στις ένορκες δηλώσεις των μερών. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση, αυτή της ανεπανόρθωτης ζημιάς, απαιτείται να διαφανεί ότι, χωρίς την έκδοση του διατάγματος, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στο πλαίσιο της προϋπόθεσης αυτής. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά η θεραπεία των αποζημιώσεων επαρκή θεραπεία, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρείται η προϋπόθεση αυτή. Με δεδομένο ότι η θεραπεία του προσωρινού διατάγματος ανάγεται κατ΄ εξοχή στο δίκαιο της Επιείκειας, αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύκολα, τότε η έκδοσή του αποκλείεται. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση των ζημιών δεν δικαιολογεί κατ΄ ανάγκη την έκδοση προσωρινού διατάγματος. Όπως έχει νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της χρηματικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία. Στο Σύγγραμμα των Ερωτοκρίτου και Αρτέμη «Διατάγματα», στη σελίδα 132 αναφέρονται σχετικά τα ακόλουθα: « Δηλαδή αν η επιδίκαση αποζημιώσεων στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του ενάγοντα και ο εναγόμενος είναι φερέγγυος, τότε η έκδοση του διατάγματος με βάση τις αρχές του δικαίου της επιείκειας δεν είναι απαραίτητη». Η Καθ΄ ης η Αίτηση - Εναγόμενη είναι τραπεζικός οργανισμός και είναι φερέγγυα, οπόταν δεν τίθεται θέμα να μην μπορεί να αντιμετωπίσει το οποιοδήποτε ποσό αποζημιώσεων αποφασιστεί στην περίπτωση που η Ενάγουσα - Αιτήτρια πετύχει στην αγωγή της. Από τη στιγμή που η αξίωση της Αιτήτριας μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα, το οποίο σύμφωνα με την προσκομισθείσα από την Αιτήτρια - Ενάγουσα μαρτυρία, το οποίο δεν έχει ουσιαστικά αμφισβητηθεί, ανέρχεται, εάν όλοι οι σχετικοί ισχυρισμοί της Εναγόμενης - Καθ΄ης η Αίτηση απορριφθούν, κατά το μέγιστο, στο ποσό των €287.200,00 που είναι η τιμή που η Καθ΄ης η Αίτηση εκτίμησε το ακίνητο, η επιδίκαση αποζημιώσεων θα ήταν αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων της Αιτήτριας - Ενάγουσας και ως εκ τούτου δεν πληρείται ούτε η τρίτη προϋπόθεση της Νομολογίας. Με όσα προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω και εις απάντηση ασφαλώς και των λόγων ένστασης, καταλήγω ότι δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις για την διατήρηση των υπό κρίση προσωρινών διαταγμάτων και ότι αυτά θα πρέπει να ακυρωθούν. Συνεπακόλουθα, τα εκδοθέντα στις 16/12/2020 διατάγματα ακυρώνονται λόγω μη αποκάλυψης ουσιαστικών γεγονότων κατά την έκδοσή τους. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ των Καθ΄ων η Αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα καταβληθούν στο τέλος της δίκης. (Υπ.) ............... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α.Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.