← Κύπρος

ΙΑΚΩΒΙΔΗΣ υπό την ιδιότητά του ως Διαχειριστής της Εταιρείας GR. V. NORTH FRUIT LTD ν. MOUNTAIN ROSE GARDEN, Αρ. Αγωγής: 4053/13, 7/4/2021

ΙΑΚΩΒΙΔΗΣ υπό την ιδιότητά του ως Διαχειριστής της Εταιρείας GR. V. NORTH FRUIT LTD ν. MOUNTAIN ROSE GARDEN, Αρ. Αγωγής: 4053/13, 7/4/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A201 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4053/13 Μεταξύ: XXXXX ΙΑΚΩΒΙΔΗΣ υπό την ιδιότητά του ως Διαχειριστής της Εταιρείας GR. V. NORTH FRUIT LTD Ενάγοντα και MOUNTAIN ROSE GARDEN Εναγόμενης --------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 21/10/2020 για συμπληρωματική αποκάλυψη ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 7 Απριλίου,

  1. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντα - Αιτητή: κ. Βασιλακάς για Ε. Φλουρέντζου & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη Εταιρεία - Καθ΄ου η Αίτηση: κ. Καμένος με κ. Καμένο Α Π Ο Φ Α Σ Η Έναυσμα για την καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης έδωσε η προσπάθεια του Ενάγοντα να καταθέσει έγγραφα τα οποία δεν είχαν αποκαλυφθεί με την ένορκη δήλωση αποκάλυψης ημερομηνίας 23/06/
  2. Αντιμετωπίστηκε με ένσταση από την πλευρά της Εναγομένης Εταιρείας. Νομική βάση για την Αίτηση αποτέλεσαν η Δ.28 θ.1-4, 6 και 11, η Δ.48 θ.θ. 1-4, 8 και 9 και η Δ.64 θ. 1 και 2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, η γενική πρακτική, οι συμφυείς εξουσίες και η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, το Άρθρο 30 του Συντάγματος και το Άρθρο 6 της ΕΣΔΑ. Υποστηρίχθηκε, σε σχέση με τα γεγονότα, από την ένορκη δήλωση του κ. XXXXX Παπαδόπουλου, ο οποίος εργάζεται στην εταιρεία Corporate Recovery & Insolvency Group Ltd, στην οποία εκ των διευθυντών της είναι ο κ. Ιακωβίδης που διορίστηκε Παραλήπτης/Διαχειριστής της εταιρείας Gr. V. NORTH FRUIT LTD. Είναι εξουσιοδοτημένος στην κατάρτιση της συγκεκριμένης ένορκης δήλωσης και ισχυρίζεται ότι τα έγγραφα, τιμολόγια και οι καταστάσεις λογαριασμού, τα οποία θέλει να αποκαλύψει, δεν βρίσκονταν στην κατοχή και έλεγχο του Ενάγοντα κατά το χρόνο καταχώρισης της Ένορκης Δήλωσης Αποκάλυψης Εγγράφων. Τα συγκεκριμένα έγγραφα βρίσκονταν στο σύστημα που η υπό διαχείριση εταιρεία Gr. V. NORTH FRUIT LTD διατηρούσε όσο ήταν ενεργή, στον «server», στο οποίο σύστημα δεν υπήρχε πρόσβαση μέχρι πρόσφατα από τον Διαχειριστή. Εξ αιτίας του όγκου των εργασιών και των συναλλαγών της συγκεκριμένης εταιρείας η πρόσβαση στο σύστημα ήταν δύσκολη, ιδιαίτερα μετά που τέθηκε υπό διαχείριση γιατί υπήρχε μεγάλη σύγχυση και μπέρδεμα. Είναι η θέση του ότι τα συγκεκριμένα τιμολόγια βρίσκονταν σε ηλεκτρονική μορφή σε αποθήκες της υπό διαχείριση Εταιρείας και δεν εντοπιζόταν οποιοδήποτε αρμόδιο πρόσωπο που να γνωρίζει οτιδήποτε που να μπορεί να βοηθήσει στον εντοπισμό των σχετικών τιμολογίων. Επιπρόσθετα, λόγω του γεγονότος ότι οι υπολογιστές της Εταιρείας ήταν παλαιοί και σε πολλές περιπτώσεις δεν λειτουργούσαν υπήρχε δυσκολία στην πρόσβαση στο σύστημα. Η ανάγκη να αναζητηθούν τα έγγραφα προέκυψε κατά την προετοιμασία ακρόασης της υπόθεσης και για να επιτευχθεί πρόσβαση χρειάστηκαν εξειδικευμένες γνώσεις προσώπων που ήταν σε θέση να ανακτήσουν οτιδήποτε υπήρχε στο σύστημα. Ο ηλεκτρονικός υπολογιστής, στον οποίο τελικά ανευρέθηκαν τα τιμολόγια, ήταν στην κατοχή του υιού του αποβιώσαντα Διευθυντή της Ενάγουσας και ενημερώθηκαν για το γεγονός αυτό πολύ πρόσφατα. Οπόταν δεν θα μπορούσαν να είναι στην κατοχή του Ενάγοντα κατά τον χρόνο που έγινε η αρχική αποκάλυψη. Υποστηρίζει ότι η Αίτηση γίνεται σε αρχικό στάδιο της ακρόασης, μετά από οδηγίες του Δικαστηρίου και δεν θα προκαλέσει οποιαδήποτε αδικία ή ανεπανόρθωτη ζημιά στην Εναγόμενη, που να μην μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα. Η Εναγόμενη Εταιρεία δεν αιφνιδιάζεται με την αποκάλυψη των τιμολογίων αφού παραδέχεται στην παράγραφο 3 της Υπεράσπισής της ότι η Ενάγουσα διατηρούσε κατάσταση λογαριασμού επ' ονόματι της Εναγόμενης Εταιρείας, ο οποίος χρεωνόταν με τα σχετικά τιμολόγια για τα πωληθέντα προϊόντα και τις προσφερθείσες υπηρεσίες. Ως εκ τούτου δεν μπορεί να υποστηρίζει η Εναγόμενη Εταιρεία ότι βρίσκεται εξαπίνης από την παρουσίαση των συγκεκριμένων τιμολογίων. Καταλήγει, ότι θα ήταν άδικο και ανεπιεικές να στερηθεί ο Ενάγοντας - Αιτητής τη δυνατότητα να παρουσιάσει τα τιμολόγια, τα οποία καταγράφονται στον Πίνακα Α που συνοδεύει την Αίτηση, με αποτέλεσμα να είναι μοιραίο για την υπόθεσή του. Η υποχρέωση και το δικαίωμα σε αποκάλυψη είναι συνεχές και δεν περιορίζεται σε κανένα στάδιο της διαδικασίας και μπορεί να ασκηθεί και χωρίς αίτηση. Η Αίτηση αντιμετωπίστηκε με Ένσταση από την πλευρά της Εναγομένης Εταιρείας στην οποία Ένσταση κατεγράφησαν τέσσερεις

(4)λόγοι ένστασης, οι οποίοι μπορούν να συνοψιστούν ως ακολούθως: Ότι η αίτηση θεμελιώνεται σε εσφαλμένη νομική βάση και/ή η νομική βάση καθιστά άνευ αντικειμένου την αιτούμενη θεραπεία, ότι με την αιτούμενη θεραπεία επιχειρείται μετακίνηση ή/και αλλαγή της αιτίας της αγωγής εκτός των δικογράφων, ότι υπάρχει σοβαρή και ανεπίτρεπτη καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος, η οποία συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και ότι υπό τις περιστάσεις η υπό κρίση αίτηση είναι άδικη και καταπιεστική ως προς τα υπερασπιστικά δικαιώματα της Εναγόμενης ενώ δεν γίνεται καλόπιστα. Όσον αφορά τα γεγονότα που υποστηρίζουν την Ένσταση καταχωρίστηκε ένορκη δήλωση του κ. XXXXX Μιχαήλ, διευθυντή της Εναγόμενης Εταιρείας και γνώστη των γεγονότων που αφορούν την υπό κρίση υπόθεση. Ο Ομνύοντας επαναλαμβάνει τους λόγους ενστάσεως και υποστηρίζει ότι η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί γιατί βασίζεται σε εσφαλμένη νομική βάση ή/και η νομική της βάση την καθιστά άνευ αντικειμένου γιατί η Δ.28 αφορά το αίτημα ενός διαδίκου για αποκάλυψη από άλλο διάδικο μέρος και όχι από τον ίδιο το διάδικο που προτίθεται να προβεί στην αποκάλυψη. Επιπρόσθετα, υποστηρίζει ότι εφαρμόστηκε η Δ.30, δυνάμει της οποίας έγινε η αποκάλυψη εγγράφων μεταξύ των διαδίκων, η οποία θέτει ως προϋπόθεση, είναι η θέση του, να μην έχει προβεί ο διάδικος σε άλλο νομικό διάβημα προηγουμένως. Στην υπό κρίση υπόθεση ο Ενάγοντας είχε προβεί σε τροποποίηση της αγωγής. Υποστηρίζει ότι με την αιτούμενη θεραπεία γίνεται προσπάθεια αλλαγής της αιτίας της αγωγής, από τη δικογραφημένη, από παραδεδεγμένου λογαριασμού σε παραδεδεγμένων τιμολογίων χωρίς τροποποίηση των δικογράφων. Επιπρόσθετα ισχυρίζεται ότι στο Παράρτημα Α δεν αποκαλύπτονται έγγραφα εν τη εννοία του Νόμου διότι απλώς παρατίθενται αριθμοί τιμολογίων χωρίς να ταυτοποιούνται και αποστερείται η Εναγόμενη το δικαίωμα να μορφοποιήσει οποιαδήποτε άποψη. Σύμφωνα με τον Ομνύοντα δεν προβάλλεται βάσιμος λόγος ή αιτιολογία από τον Ενάγοντα - Αιτητή για τη μεγάλη και ανεπίτρεπτη καθυστέρηση στην καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης. Η όποια δικαιολόγηση προβάλλεται στην ένορκη δήλωση, είναι η θέση του, βασίζεται σε αναλήθειες και ανακρίβειες αφού η Αίτηση καταχωρίστηκε 7 χρόνια μετά την καταχώριση της αγωγής και 4 χρόνια μετά από την αρχική αποκάλυψη στις 27/04/2016. Καταλήγει, ότι ο ενόρκως δηλών εκ μέρους του Ενάγοντα δεν λέει την αλήθεια όσον αφορά το γεγονός ότι δεν γνώριζε για τα τιμολόγια τα οποία προτίθεται να αποκαλύψουν. Και οι δυο πλευρές υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις με εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις, το περιεχόμενο των οποίων το Δικαστήριο έχει κατά νου και θα αναφερθεί σ' αυτό όπου το κρίνει απαραίτητο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η αποκάλυψη εγγράφων, υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Στοχεύει στην παρουσίαση εγγράφων που σχετίζονται με την διαφορά που προέκυψε μεταξύ των διαδίκων για τον σκοπό προετοιμασίας της ακρόασης και μπορεί να ζητηθεί από οποιοδήποτε διάδικο. Όπως υποδεικνύεται από την νομολογία, σε αίτηση για αποκάλυψη εγγράφων θα πρέπει να αποδειχθεί η σχετικότητα τους με τα επίδικα θέματα καθώς και το ότι τα έγγραφα ευρίσκονται στην κατοχή του καθ' ου η αίτηση. Στην υπόθεση Τηλλυρή v. Λαϊκής Τράπεζας Λτδ
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 2271 λέχθηκαν τα ακόλουθα: « Η αποκάλυψη εγγράφων, υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και στοχεύει, όπως αναφέρθηκε στην G.A.P. Navigation Ltd v. Merzario Marrittima SRL,
(1998)1 ΑΑΔ 1624, στη λήψη πληροφοριών και στην παρουσίαση εγγράφων που σχετίζονται με τη διαφορά που προέκυψε μεταξύ των διαδίκων για το σκοπό προετοιμασίας για την ακρόαση και μπορεί να ζητηθεί από οποιοδήποτε από τους διαδίκους. Αίτημα για αποκάλυψη απορρίπτεται όπου εύλογα μπορεί να λεχθεί ότι τέτοια αποκάλυψη δεν θα χρησιμεύσει σε οτιδήποτε ή όπου μπορεί να θεωρηθεί κάτω από τις περιστάσεις ως μη αναγκαία για τη δίκαιη διεκπεραίωση της δίκης. Τέτοια έγγραφα είναι τα έγγραφα που περιέχουν πληροφορίες που μπορεί άμεσα ή έμμεσα να βοηθήσουν το μέρος που ζητά την αποκάλυψη, είτε να προωθήσει την υπόθεσή του, είτε να βλάψει την υπόθεση του αντιδίκου του, είτε που να μπορούν δίκαια (fairly) να οδηγήσουν στις πιο πάνω συνέπειες και είναι άσχετο με το κατά πόσο μπορούν ή όχι να δοθούν σαν μαρτυρία. Κάθε έγγραφο που μπορεί να ρίξει φως στην υπόθεση είναι σχετικό. Επίσης, θα πρέπει να αναφερθεί ότι δεν επιτρέπεται η αποκάλυψη για σκοπούς "ψαρέματος" μαρτυρίας ή όπου εύλογα μπορεί να λεχθεί ότι τέτοια αποκάλυψη δεν θα χρησιμεύσει σε οτιδήποτε ή όπου μπορεί να θεωρηθεί κάτω από τις περιστάσεις ως μη αναγκαία για τη δίκαιη διεκπεραίωση της δίκης. Ο χρόνος που διατάσσεται η αποκάλυψη των εγγράφων δεν προσδιορίζεται περιοριστικά στη Δ.28 αλλά συνήθως γίνεται μετά την ολοκλήρωση των εγγράφων προτάσεων, γιατί τότε διαφαίνονται τα επίδικα θέματα. Είναι σημαντικό για ένα διάδικο να έχει την πρέπουσα αποκάλυψη πριν προχωρήσει στη δίκη. (βλ. μεταξύ άλλων O΄Rourke v. Darbishire [1920] A.C. 581, H.L., 630, Compagnie Financiere v. Peruvian Guano Co. [1882] 11 Q.B.D. 55, Board v. Thomas Hedley & Co Ltd [1951] 2 All E.R. 43, Lagos Ltd v. Πλοίου FT Zolotets κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ., σελ.600, The National Bank of Greece S.A. v. Paraskevas Mitsides Debtor and Another
(1962)C.L.R.40)». Καθοδήγηση ως προς το εξεταζόμενο θέμα, μπορεί να αντληθεί και από το Annual Practice 1958. Αναφέρεται συγκεκριμένα κάτω από τον τίτλο «Further Affidavit» ότι: « Where the affidavit is insufficient in form, a further affidavit willbe ordered». Η εξουσία αυτή του Δικαστηρίου, να διατάξει πρόσθετη αποκάλυψη ασκείται κάτω από κάποιες προϋποθέσεις που εκτίθενται στη σελίδα 713 του Annual Practice 1958: « Upon Application for Further Affidavit- (see r.19A, under which a further affidavit can be ordered as to particular documents). The Court is not restricted to requiring from a party one affidavit of documents only: it may require another at any time if it is not unreasonable to suppose.....from certain sources.....or there is a reasonable probability or presumption or ground for suspicion derived from such sources that he has other relevant documents in his possession......if, for example, he has excluded documents under a misconception of the case. Unless the affidavit is shown from these sources to be insufficient no further affidavit can be ordered; the opponent cannot show by a contentious affidavit that it is insufficient.......». Στη σελίδα 725 του Annual Practice αναφέρεται πως «Α prima facie case of relevancy and possession of the documents is sufficient to entitle the applicant to the order». Πιο κάτω στην ίδια σελίδα αναφέρεται επίσης ότι: « A further affidavit may be ordered under r.12, supra, on an application without an affidavit in support, but under r.12 only when the Court is clearly satisfied from particular sources that the assertions in the affidavit of documents are untrue or cannot be accepted». Επίσης, στα Halsbury's Laws of England, 3rd Ed., Vol. 12, para 43, σελ. 30, διαβάζονται τα ακόλουθα: « Subsequent discovery of the other document. If after the affidavit of documents has been filed a document is discovered of which the opposite party has a right to have inspection, it is the duty of the party filing the affidavit to give information to his opponent of the fact, either by supplementary affidavit or by notice.». Σύμφωνα δε και με την Αγγλική νομολογία η υποχρέωση ενός διαδίκου για αποκάλυψη εγγράφων είναι συνεχής (βλ. Verton v. Busley (No2) [1997] 1 ALL.ER 614). Στην απόφαση Oscar Shipping PTE Ltd v. ΤΟΥ ΦΟΡΤΙΟΥ ΕΠΙ ΤΟΥ ΠΛΟΙΟΥ ASPHODEL
(2012)1(Γ) ΑΑΔ 2771 διαβάζονται τα ακόλουθα σε σχέση με τη συνεχή υποχρέωση για αποκάλυψη: « Από τη στιγμή που εκδόθηκε διαταγή αποκάλυψης εγγράφων, η υποχρέωση της αποκάλυψης είναι γενική και δεν περιορίζεται μόνο στα έγγραφα που έχουν αρχικά αποκαλυφθεί αλλά επεκτείνεται και σ' εκείνα που μετέπειτα περιέρχονται στην κατοχή του διάδικου που υπέχει την υποχρέωση. Η συγκεκριμένη υποχρέωση είναι στενά συνδεδεμένη με τη γενική αρχή ότι ο διάδικος δεν πρέπει να επιδιώκει να καταλαμβάνει τον αντίδικο του εξ απροόπτου και συνακόλουθα δεν πρέπει με το να κατακρατεί έγγραφα που είναι σχετικά με την υπόθεση να παραπλανεί το δικαστήριο ή τον αντίδικό του αφήνοντας τους να πιστεύουν ότι η αρχική του δήλωση εξακολουθεί να αποτελεί τη μόνη αληθινή δήλωση πλήρους αποκάλυψης των εγγράφων που έχει στην κατοχή του (βλ. περισσότερα στο Supreme Court Practice 1988, vol. 1, para. 24, σελ. 408).». Σε πιο πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση MARCEGAGLIA SpA ν ΤΟΥ ΠΛΟΙΟΥ «VYSOKOGORSK», ECLI:CY:AD:2016:D264, Αγ. Ναυτ. 31/2013 ημερ. 31/05/2016 επί του ιδίου θέματος διαβάζονται τα ακόλουθα: « Πρόκειται, συνεπώς, για συνεχή υποχρέωση την οποία ο διάδικος οφείλει να ασκήσει χωρίς καθυστέρηση με συμπληρωματική ένορκη δήλωση (ή ειδοποίηση) προς τον αντίδικο, χωρίς να χρειάζεται άδεια ή παρέμβαση του Δικαστηρίου. Δεν νοείται άδεια του Δικαστηρίου για να ασκήσει ο διάδικος την υφιστάμενη υποχρέωσή του. Άλλο είναι το ζήτημα της δικαστικής ευχέρειας για να επιτραπεί ή όχι η κατάθεση ως τεκμηρίου ενός εγγράφου που δεν αποκαλύφθηκε ή που δεν αποκαλύφθηκε εγκαίρως, ζήτημα που στα πλαίσια των Κυπριακών Θεσμών διέπεται από τη Δ.28, κ.3. Σημειώνεται ακόμα ότι η Δ.28, κ. 11 (Ο. 31, r. 19Α
(3)), δεν στοχεύει στην εξασφάλιση άδειας από τον αιτητή για περαιτέρω αποκάλυψη από τον ίδιο, αλλά σκοπό έχει τον εξαναγκασμό του αντιδίκου σε αποκάλυψη εγγράφων τα οποία ο τελευταίος δεν απεκάλυψε με την αρχική ένορκη δήλωση αποκάλυψης και ο αιτητής έχει λόγους να θέλει να αποκαλυφθούν (βλ. T.B.F. (Cyprus) Ltd κ.α. v. Εμπορικής Μελετών Σχεδιασμού και Επιχειρηματικού Κεφαλαίου Ανώνυμης Εταιρείας κ.α.
(2001)1 Α.Α.Δ. 153, Halsbury's, ibid, paras 45-46).». Αναφοράς χρήζει και η απόφαση Mitchell v. Darley Main Colliery Co
(1884)1 Cab & El 215 [1886-90] All ER Rep 449 (HL) στην οποία λέχθησαν τα ακόλουθα: « Now, in my opinion, a party, who, after filing an affidavit of documents, discovers a document of which his opponent has a right to have inspection, but which is not disclosed in the schedule because it has been forgotten, or overlooked, οr supposed not tο exist, is bound to inform his opponent of the discovery either by a supplementary affidavit, which Ι think is the proper course, or at least by notice; and he has no right to keep back all knowledge of the newly-discovered document simply because he was nοt aware of it at the time he swore his affidavit in obedience to the order for discovery». Οπόταν, προκύπτει από το σκεπτικό της πιο πάνω αναφερθείσας απόφασης ότι η υποχρέωση αποκάλυψης δεν αφορά μόνο έγγραφα τα οποία έρχονται στην κατοχή του διαδίκου μετά την αρχική αποκάλυψη αλλά εκτείνεται και σε έγγραφα τα οποία είτε από λάθος είτε από αβλεψία, ενώ βρίσκονταν στην κατοχή του διαδίκου δεν αποκαλύφθηκαν. Στην υπόθεση Vernon v. Bosley [1999] QB 18 διευκρινίστηκε ότι το Δικαστήριο έχει πάντοτε την σύμφυτη εξουσία να διατάξει την αποκάλυψη εγγράφων που περιήλθαν στην κατοχή του διάδικου μεταγενέστερα της έκδοσης του αρχικού διατάγματος. Διαβάζονται τα ακόλουθα: « On the other hand, there is no rule which precludes the court from making such an order pursuant to its inherent jurisdiction over the conduct of a legal action. As well, the concept of the ongoing disclosure and production of relevant documents is inherent in the rules (e.g rules 218, 235 and 236). Although the penalty or consequences arising from the non-disclosure of after acquired documents may be somewhat different than those for non-disclosure under rule 212, the principle of ongoing disclosure exists none the less. The framework of the rules are focused primarily on the past or present possession and control of documents, and not on future possession or control. However, in this age of full disclosure and complex legal actions, the rules requiring disclosure of documents must be interpreted in the light of the realities of current litigation practice. I agree with council for the plaintiffs that from a practical consideration it is more expedient, in the circumstances of this case, to order an ongoing disclosure and production of documents than to deal with applications on a successive basis". And, at p.466, the judge quoted the note in the Supreme Court Practice with approval. Fifthly, if the law is as Mr. Blunt submits, it will mean in almost every case an application for discovery will have to be made immediately before trial or indeed during the trial, since a party who wished to stand on his rights would not make voluntary disclosure.». Το Δικαστήριο κατά την ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας θα πρέπει να λάβει υπόψη τη σχετικότητα των εγγράφων και την αναγκαιότητα αποκάλυψής τους στη διαδικασία και αν αυτά καλύπτονται από το δικόγραφο του Ενάγοντα. Όπως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της Αίτησης η μη συμπερίληψη τους οφείλεται στο γεγονός ότι δεν μπορούσαν να εξαχθούν από τους υπολογιστές της υπό διαχείριση Εταιρείας για αυτό και οι δικηγόροι του Διαχειριστή προέβησαν στην αποκάλυψη με βάση τα στοιχεία που είχαν τότε στη διάθεση τους και θα ήταν καθόλα άδικο για την πλευρά της Ενάγουσας να στερηθεί του δικαιώματος να παρουσιάσει ολοκληρωμένη την μαρτυρία της για απόδειξη της υπόθεσης της αφού τα συγκεκριμένα τιμολόγια ανευρέθηκαν στη συνέχεια. Εξετάζοντας λοιπόν την υπό κρίση Αίτηση στην ουσία της υπό το φως όλων των πιο πάνω νομολογιακών αρχών και λαμβάνοντας υπόψη τα γεγονότα που την περιβάλλουν, θεωρώ ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί προς όφελος του Ενάγοντα. Και αυτό για τους ακόλουθους λόγους: Από τη στιγμή που τα έγγραφα των οποίων ζητείται τώρα η αποκάλυψη δεν έχουν αποκαλυφθεί στην προηγούμενη ένορκη δήλωση αποκάλυψης που καταχώρησε ο Ενάγοντας, η τελευταία δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ανεπαρκής και μη ικανοποιητική. Τα έγγραφα αυτά είναι σχετικά με την υπόθεση και συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από τις αναφορές στα έγγραφα, που γίνονται στην ένορκο δήλωση που στηρίζει την υπό κρίση Αίτηση, πρόκειται για τιμολόγια τα οποία ουσιαστικά καθόριζαν τη συνεργασία των δυο πλευρών και στα οποία γίνεται αναφορά στην παράγραφο 3 της Έκθεσης Απαίτησης που περιγράφει τη σχέση των δυο πλευρών. Τα έγγραφα για τα οποία ο Ενάγοντας αιτείται άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής δήλωσης αποκάλυψης, τα παραδέχεται ο Εναγόμενος στην παράγραφο 3 της Υπεράσπισής του, κάτι που καταδεικνύει και τη σχετικότητα των εγγράφων αυτών με την επίδικη διαφορά. Οπόταν δεν τίθεται θέμα αιφνιδιασμού του Εναγόμενου από τη συγκεκριμένη αποκάλυψη. Εν πάση περιπτώσει στην αρχική αποκάλυψη στην οποία είχε προβεί ο Ενάγοντας, ημερ. 23/06/2016, επεφύλαξε το δικαίωμά του για περαιτέρω αποκάλυψη στην περίπτωση που θα έβρισκε οποιοδήποτε άλλο έγγραφο και αυτολεξεί δήλωσε ότι «...τα στοιχεία που κατάφερε να εξεύρει μέχρι σήμερα.ως διαχειριστής της Gr. V. NORTH FRUIT LTD καθώς πολύ πιθανόν σε μεταγενέστερο και/ή πληρέστερο έλεγχο του Ενάγοντα ως διαχειριστής της Gr. V. NORTH FRUIT LTD στο αρχείο του τυχόν να παρουσιαστούν και άλλα στοιχεία τα οποία θα παρουσιαστούν...». Με δεδομένο ότι η υποχρέωση για αποκάλυψη είναι συνεχής και έχοντας υπόψη ότι δεν έχει διαφανεί ότι η αποκάλυψη των εγγράφων αυτών θα επηρεάσει δυσμενώς την Εναγόμενη, η οποία ισχυρίζεται εξόφληση κάθε οφειλομένου ποσού με επιταγές καθώς και με μετρητά, παράγραφος 4 της Έκθεσης Υπεράσπισης, το αίτημα θα πρέπει να εγκριθεί. Τα όσα προβάλλονται σε σχέση με το συγκεκριμένο ζήτημα από την Εναγόμενη Εταιρεία είναι γενικόλογα και δεν καταδεικνύουν τέτοιο δυσμενή επηρεασμό. Όσον αφορά τον ισχυρισμό της Εναγόμενης για κακοπιστία, κατάχρηση και καθυστέρηση είναι ανυπόστατος αφού διαφάνηκε ότι παρά και την παρέλευση επτά και πλέον χρόνων από την καταχώρηση της αγωγής, η αίτηση καταχωρήθηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση, αφού όπως προκύπτει από την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση η ανάγκη προέκυψε κατά την ετοιμασία της ακρόασης και ανακτήθηκαν, μετά από μεγάλες προσπάθειες, τα συγκεκριμένα έγγραφα από συγκεκριμένο υπολογιστή από άτομο ειδικό για τέτοιου είδους ανάκτηση. Σημαντικό πάντως είναι και πρέπει να λεχθεί ότι η μη αποκάλυψη κάποιου εγγράφου δεν συνεπάγεται, χωρίς άλλο, ότι δεν θα επιτραπεί και η παρουσίαση του κατά τη δίκη, αφού στην περίπτωση που ήθελε καταδειχθεί ικανοποιητικός λόγος για την παράλειψη, θα μπορούσε ενδεχομένως η παρουσίαση του να επιτραπεί. Ουσιαστικό κριτήριο στο οποίο δίδεται καθοριστική σημασία αποτελεί η ανάγκη να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα στοιχεία, έτσι ώστε να καταστεί δυνατή η πλήρης απονομή δικαιοσύνης. Το Δικαστήριο έχει μελετήσει τους λόγους ενστάσεως που προβάλλονται. Όσον αφορά τον πρώτο λόγο ένστασης, ότι η Δ.28 δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που ένας διάδικος επιχειρεί να προβεί σε συμπληρωματική αποκάλυψη, όπως προκύπτει και από τη νομολογία που έχει αναφερθεί πιο πάνω η Δ.28 εφαρμόζεται και στις περιπτώσεις εκείνες που ένας διάδικος θεωρεί ότι η αρχική αποκάλυψη στην οποία προέβη είναι ανεπαρκής. Επαναλαμβάνεται η καλά εμπεδωμένη αρχή της νομολογίας ότι η υποχρέωση αποκάλυψης είναι συνεχής και δεν τελειώνει με την καταχώριση της αρχικής ένορκης δήλωσης αποκάλυψης. Στο Παράρτημα Α της Αίτησης καταγράφονται τα έγγραφα που επιδιώκεται όπως αποκαλυφθούν. Πλείστα από αυτά αφορούν τιμολόγια και έγγραφα σχετιζόμενα με εμπορική σχέση μεταξύ της υπό διαχείριση Εταιρείας και της Εναγόμενης Εταιρείας, η οποία σχέση είναι παραδεκτή και δεν έχει αμφισβητηθεί από την Εναγόμενη Εταιρεία. Μελετώντας τα δικόγραφα, τους ισχυρισμούς και τις αρνήσεις είναι αναμφισβήτητο ότι τα εν λόγω έγγραφα είναι άμεσα σχετιζόμενα με τα επίδικα θέματα και κρίνεται ότι η αποκάλυψη τους, που επιχειρείται σε αυτό το στάδιο, ήτοι κατά την έναρξη της ακρόασης και η ενδεχόμενη παρουσίαση τους ως τεκμηρίων θα ρίξει φως σε διάφορες πτυχές της υπόθεσης. Συνακόλουθα, εκδίδεται διάταγμα με το οποίο επιτρέπεται στον Ενάγοντα να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση αποκάλυψης των εγγράφων που εκτίθενται στον Πίνακα Α της ένορκης δήλωσης που στηρίζει την υπό κρίση αίτηση εντός 7 ημερών από σήμερα. Κρίνω ως πιο δίκαιη διαταγή, η κάθε πλευρά να πληρώσει τα δικά της έξοδα. (Υπ.) ............... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α. Ε. Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.