ALPHA BANK CYPRUS LIMITED ν. ΑΔΕΛΦΟΙ ΠΑΠΑΛΑΖΑΡΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αρ. Αγωγής 1248/2001, 17/3/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A217 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ꞉Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. ΜΕΤΑΞΥ: Αρ. Αγωγής 1248/2001 ALPHA BANK CYPRUS LIMITED (πρώην Alpha Bank Limited, πρώην Alpha Asset Finance Limited) Ενάγουσα - και-
(1)ΑΔΕΛΦΟΙ ΠΑΠΑΛΑΖΑΡΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ, από το Στρόβολο
(2)XXXXX Π. ΛΑΖΑΡΟΥ, από το XXXXX
(3)XXXXX ΠΟΛΥΒΙΟΥ, από τον XXXXX Εναγόμενων Ημερομηνία꞉ 17 Μαρτίου, 2021 Εμφανίσεις꞉ Για την Ενάγουσα - Αιτήτρια꞉ κα Δόξα Σ. Γεωργιάδη Για τον Εναγόμενο - Καθ'ου αρ. 2꞉ κ. Παναγιώτης Μπενέτης, για Πιερίδης & Πιερίδης ΑΠΟΦΑΣΗ Αναφορικά με την αίτηση, ημερ. 16.3.20, της Ενάγουσας για άδεια εκτέλεσης της απόφασης ημερ. 28.3.2001. Με αίτηση που καταχώρησε στο Δικαστήριο η Ενάγουσα[1] στις 16.3.20, ζητούσε να της δοθεί άδεια εκτέλεσης της απόφασης ημερ. 28.3.2001 στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, λόγω παρέλευσης δέκα
(10)ετών από την ημερομηνία που εκδόθηκε η απόφαση. Αρχικά το αίτημά της αυτό αφορούσε και στους τρεις Εναγόμενους που αναφέρονται στον τίτλο της αγωγής, πλην όμως στις 21.5.2020 εμφανίστηκε η κα XXXXX Γεωργιάδη και ζήτησε άδεια να αποσύρει άνευ βλάβης την αίτηση εναντίον τους, όπως και έγινε. Απερρίφθη εναντίον των Εναγομένων 1 και 3, άνευ βλάβης, χωρίς έξοδα στις 21.5.2020. Έτσι, κατά το παρόν χρονικό σημείο, αυτό που απέμεινε σε εκκρεμότητα ενώπιον του Δικαστηρίου είναι η αίτηση κατά του Εναγομένου 2 μόνο. Η αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.40 Θ. 8 και Δ.48 Θ. 1, 2, 8
(1)(κκ) και Δ.
- Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης εντοπίζεται σε δύο ένορκες δηλώσεις꞉ Την αρχική ένορκη δήλωση της κας XXXXX Γεωργιάδη, ημερ. 16.3.2020, η οποία συνόδευε την αίτηση (στο εξής «η αρχική Ε/Δ της κας Γεωργιάδου»). Τη Συμπληρωματική ένορκη δήλωση της κας XXXXX Γεωργιάδη, η οποία καταχωρήθηκε στις 27.5.2020, ως οι οδηγίες του Δικαστηρίου ημερ. 30.3.2020 και κατόπιν άδειας ημερ. 21.5.2020 για παράταση του χρόνου καταχώρησής της (στο εξής «η Σ. Ε/Δ της κας Γεωργιάδου»). Τα γεγονότα όπως παρατίθενται στην αρχική Ε/Δ της κας Γεωργιάδου έχουν ως εξής꞉ Στις 28/3/2001 εκδόθηκε απόφαση υπέρ της Alpha Asset Finance Limited, Εναγόντων στην πιο πάνω αγωγή, και εναντίον όλων των Εναγομένων να πληρώσουν προσωπικά και αλληλέγγυα στους Ενάγοντες το ποσό των Λ.Κ. 12.630,98σ. με τόκο 9% το χρόνο από 7/2/2001 μέχρι τελικής εξοφλήσεως, πλέον Λ.Κ. 411,75σ. έξοδα, με τόκο επ' αυτού 8% το χρόνο από 7/2/2001 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον 10% ΦΠΑ. Κατά την 12/6/2001 οι Ενάγοντες κατέθεσαν επί της ακίνητης ιδιοκτησίας του Εναγομένου αρ. 2 το ΜΕΜΟ με αριθμό ΕΒ666/2001 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας, η ισχύς του οποίου έχει λήξει. Την 5/12/2001 εκδόθηκε από το Δικαστήριο διάταγμα με το οποίο οι Εναγόμενοι αρ. 2 και 3 διατάσσονταν να πληρώσουν το εξ αποφάσεως χρέος τους και τα έξοδα διά μηνιαίων δόσεων εκ ΛΚ100,00σ. έκαστος από 1/2/2002 μέχρι τελείας εξοφλήσεως, πλέον ΛΚ 68,75σ. έξοδα. Κατά την 12/4/2010 οι Ενάγοντες κατέθεσαν επί της ακίνητης περιουσίας του Εναγόμενου αρ. 2 το ΜΕΜΟ με αριθμό ΕΒ677/2010 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού. Οι Εναγόμενοι δεν έχουν εξοφλήσει μέχρι σήμερα το εκ δικαστικής αποφάσεως χρέος τους και έξοδα, συγκεκριμένα εξακολουθούν να οφείλουν στους Ενάγοντες / Αιτητές το ποσό των €25.938,77 σεντ πλέον τόκο προς 9% το χρόνο από 16/3/2020 μέχρι εξοφλήσεως, και έτσι οι Ενάγοντες / Αιτητές επιθυμούν να ανανεώσουν το ΜΕΜΟ με αριθμό ΕΒ677/2010 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσίας το οποίο εκπνέει στις 12.4.
- Για να καταστεί δυνατή η καταχώριση ΜΕΜΟ είναι απαραίτητο να δοθεί η άδεια του σεβαστού Δικαστηρίου για εκτέλεσης της πιο πάνω απόφασης αφού έχουν παρέλθει πέραν των δέκα ετών από την ημερομηνία έκδοσής της. Σημειωτέον ότι κατά την 1η εμφάνιση της κας Γεωργιάδου στο Δικαστήριο σε ό,τι αφορά ξεχωριστή αίτηση που καταχώρησε η Ενάγουσα στις 16.3.2020 για ανανέωση του ΜΕΜΟ ΕΒ677/2020, προέβη σε διόρθωση του αιτητικού της αίτησης για να φαίνεται ότι το εν λόγω ΜΕΜΟ είναι της Λεμεσού και όχι της Λευκωσίας. Ακολούθησε σχετική Ειδοποίηση του Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Λεμεσού που το επιβεβαιώνει. Επομένως, και στην υπό κρίση αίτηση για άδεια εκτέλεσης της απόφασης που εκδόθηκε στην αγωγή, η ορθή περιγραφή του ΜΕΜΟ που ενεγράφη κατά της περιουσίας του Εναγομένου 2 με αριθμό ΕΒ677/2010 είναι ότι πρόκειται για ΜΕΜΟ εγγεγραμμένο στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού. Κατά την 1η εμφάνιση της κας Γεωργιάδου στο Δικαστήριο στις 16.3.20 για την υπό κρίση αίτηση, κρίθηκε σκόπιμο να δοθεί οδηγία να καταχωρηθεί Σ.Ε/Δ για να φανεί ρητά πότε έγινε για τελευταία φορά ανανέωση της απόφασης στην αγωγή. Η Σ. Ε/Δ της κας Γεωργιάδου απαντά στο θέμα αυτό μέσα από τη Σ.Ε/Δ ημερ. 27.5.20, εφόσον εισάγει με αυτήν꞉ ως Τεκμήριο 1, το Δικαστικό Διάταγμα ημερ. 11.5.2007 για άδεια εκτέλεσης της απόφασης στην αγωγή για περίοδο 1 έτους, ήτοι από 11.5.2007 έως 11.5.2008, και ως Τεκμήριο 2, το Δικαστικό Διάταγμα ημερ. 26.5.2009 το οποίο δεν καθορίζει για ποια περίοδο δόθηκε η άδεια εκτέλεσης, παρά μόνο αναφέρει ότι αυτό εκδίδεται λόγω παρέλευσης έξι ετών από την ημερομηνία που εκδόθηκε η απόφαση. Από 26.5.2009 που χορηγήθηκε τελευταία φορά άδεια εκτέλεσης μέχρι 16.3.20 που καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση, δεν υπήρξε ένορκη μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι χορηγήθηκε οποιαδήποτε άλλη άδεια εκτέλεσης. Τούτου δεδομένου, το παρόν Δικαστήριο έκρινε κατάλληλο να δώσει οδηγίες όπως επιδοθεί στον Εναγόμενο 2 η υπό κρίση αίτηση. Η επίδοση της αίτησης προς τον Εναγόμενο 2 / Καθ'ου 2 επετεύχθη προσωπικά σε αυτόν στις 21/9/2020 και ο Καθ'ου 2 εμφανίστηκε μέσω συνηγόρου στο Δικαστήριο στις 10.11.20, όπου και έλαβε άδεια για ένσταση, την οποία εν τέλει καταχώρησε στις 18/12/
- Η ΕΝΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΚΑΘ'ΟΥ
- Ο Καθ'ου 2 καταχώρησε Ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στις 18.12.
- Η ένστασή του βασίζεται στον περί Δικαστηρίων Νόμο, 14/60, επί των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θ. 1 - 4 και Δ.40 θ. 8, Δ.47, Δ.64, Δ.57 στην επί του θέματος νομολογία, στις γενικές αρχές στην πρακτική, και στις εν γένει συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η παρούσα ένσταση εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη Δήλωση του ιδίου του Εναγομένου 2 / Καθ'ου η αίτηση, ημερ. 18.12.
- Οι λόγοι ένστασης που δικογραφούνται είναι οι εξής։ «Α. Η αίτηση των αιτητών είναι αβάσιμος. Β. Η παρούσα διαδικασία είναι και/ή ασκείται καταχρηστικά. Γ. Από την έκδοση της απόφασης έχει περάσει μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς να δίδεται καμιά δικαιολογία και/ή επαρκής αιτιολογία για την μη εκτέλεση της απόφασης. Δ. Η ενόρκως δηλούσα XXXXX Γεωργιάδη, είναι δικηγόρος και σύμφωνα με τη Νομολογία των δικαστηρίων οι δικηγόροι δεν επιτρέπεται να κάνουν ένορκες δηλώσεις για τα πραγματικά γεγονότα την υπόθεσης. Ε. Η ενόρκως δηλούσα XXXXX Γεωργιάδη δεν γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης προσωπικά και ούτε αναφέρει την πηγή της γνώσεως της. ΣΤ. Τα όσα αναφέρει στις δύο
(2)ενόρκους δηλώσεις της η XXXXX Γεωργιάδη δεν αποτελούν επαρκή λόγο και/ή αιτιολογία δια εκτέλεση της απόφασης η οποία εκδόθηκε την 28/03/2001. Ζ. Οι ενάγοντες επέδειξαν μεγάλη αδιαφορία και/ή αμέλεια για περίοδο 20 περίπου ετών για να εκτελέσουν την εκδοθείσα απόφαση. Η. Ήδη το δικαστήριο παρεχώρησε άδεια δύο φορές για εκτέλεση της απόφασης αλλά οι ενάγοντες δεν αξιοποίησαν τον δοθέντα χρόνο.». Ο Εναγόμενος 2 ορκίζεται και λέγει ότι διάβασε με προσοχή τόσο την αρχική Ε.Δ. της XXXXX Γεωργιάδη από την Λευκωσία ημερ. 16/03/2020, όσο και τη Σ.Ε/Δ της κας Γεωργιάδου ημερ. 27/05/2020 που συνοδεύουν την Αίτηση και δεν συμφωνεί με τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς και γεγονότα. Εξ' όσων τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι του, η νομολογία δεν επιτρέπει σε δικηγόρους να ορκίζονται στα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης, τα οποία δεν γνωρίζουν οι ίδιοι προσωπικά και δεν αποκαλύπτουν την πηγή της γνώσεως τους. Περαιτέρω, ο Εναγόμενος 2 εισηγείται ότι η υπό κρίση αίτηση ως δικαστική διαδικασία είναι καταχρηστική και/ή ασκείται καταχρηστικά, διότι ήδη, διά της εκδόσεως διατάγματος μηνιαίων δόσεων ημερομηνίας 05/12/2001, εκτελέστηκε η απόφαση εναντίον των εναγόμενων 2 και 3 και συνεπώς κωλύεται η Ενάγουσα / Αιτήτρια να προχωρήσει με κατάθεση ή ανανέωση memo, γιατί η καταχώρηση memo αποτελεί μέσο εκτέλεσης. Χωρίς επηρεασμό του πιο πάνω επιχειρήματος, ο Εναγόμενος 2 εισηγείται ότι από της εκδόσεως της απόφασης έχει περάσει μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς να δίδεται επαρκής αιτιολογία για την μη εκτέλεση της απόφασης. Οπόταν, λέγει ότι, ακόμη και αν δικαιούται η Ενάγουσα / Αιτήτρια να ζητεί άδεια του Δικαστηρίου για εκτέλεση της απόφασης, αυτή δεν πρέπει να τους δοθεί γιατί τέτοια άδεια τους δόθηκε 2 φορές και δεν αξιοποίησαν το χρόνο που τους δόθηκε και εν πάση περιπτώσει η Ενάγουσα / Αιτήτρια επέδειξε μεγάλη αδιαφορία και/ή αμέλεια για περίοδο 20 περίπου ετών για να εκτελέσει την εκδοθείσα απόφαση. Εν όψει, όλων των ανωτέρω, ο Καθ'ου 2 αιτείται την απόρριψη της υπό κρίση αίτησης με έξοδα σε βάρος της Ενάγουσας / Αιτήτριας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ. Κάθε δικαστική απόφαση σε αγωγή δύναται να εκτελεστεί κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 14
(1)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, όπως έκτοτε τροποποιήθηκε։ «14.-
(1)Κάθε δικαστική απόφαση ή διάταγμα του Δικαστηρίου που διατάσσει πληρωμή χρημάτων, δύναται τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου αυτού, να εκτελεστεί με όλα ή με οποιοδήποτε από τα ακόλουθα μέσα:- (α) με κατάσχεση και πώληση κινητής ιδιοκτησίας (β) με πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας ή επιβάρυνση αυτής με την εγγραφή της δικαστικής απόφασης (γ) με μεσεγγύηση ακίνητης ιδιοκτησίας (δ) με κατάσχεση ιδιοκτησίας στα χέρια τρίτου δυνάμει του Μέρους VII του Νόμου αυτού (ε) με την εξέταση του εξ αποφάσεως οφειλέτη δυνάμει του Μέρους VIII και την έκδοση διατάγματος δυνάμει του Μέρους ΙΧ του Νόμου αυτού. Ο χρόνος ζωής μιας δικαστικής απόφασης, για σκοπούς λήψης των ανωτέρω μέτρων εκτέλεσης, δεν είναι απεριόριστος. Άπαξ της παρέλευσης συγκεκριμένης χρονικής περιόδου ως προβλέπεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, χρειάζεται η εξασφάλιση άδειας Δικαστηρίου για τη συνέχιση λήψης οποιωνδήποτε μέτρων εκτέλεσης. Συγκεκριμένα, το θέμα αυτό ρυθμίζεται με τη Δ.40, θ.8 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής (ήτοι από 28.3.2001) μέχρι τις 9/9/2011 η εξασφάλιση της άδειας Δικαστηρίου δυνάμει της Δ.40, θ.8 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, για την εκτέλεση απόφασης σε αγωγή, ήταν αναγκαία στη λήξη έξι
(6)ετών από την έκδοση της απόφασης. Στις 9/9/2011 δημοσιεύθηκε ο περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικός) (Αρ. 1) Διαδικαστικός Κανονισμός του 2011 στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, ο οποίος τροποποιούσε τη Δ.40, θ. 8 κατά τρόπο που προέβλεπε ότι τέτοια άδεια ήταν αναγκαία, όταν παρέρχονταν δέκα
(10)έτη από την απόφαση. Στις 27.3.2020 τέθηκε σε ισχύ νέα τροποποίηση των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, με τον περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικός) (Αρ. 1) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2020, ο οποίος δημοσιεύθηκε στις 27/3/2020 στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας αρ. 4125 (Παράρτημα Δεύτερο, Μέρος Ι, Διαδικαστικοί Κανονισμοί). Η τροποποίηση που επιφέρει είναι ότι η λέξη «δέκα» διαγράφεται και αντικαθίσταται με τη λέξη «δώδεκα». Συνεπώς, αίτηση για άδεια εκτέλεσης απαιτείται πλέον να υποβάλλεται μετά την παρέλευση 12 ετών από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης την οποία οι επιτυχόντες διάδικοι ή, αν υπήρξε αλλαγή αυτών, τα άλλα πρόσωπα που επιδιώκουν να λάβουν άδεια να την εκτελέσουν. Οι τροποποιήσεις των Θεσμών Πολιτικού Χαρακτήρα, εφόσον αφορούν σε διαδικαστικού χαρακτήρα ζητήματα, παρά σε ουσιαστικά δικαιώματα, έχουν αναδρομικό χαρακτήρα, εκτός αν προβλεφθεί ρητά το αντίθετο (βλ. ΕΤΑΙΡΕΙΑ LANDBROKE GROUP PLC, κ.α. v. ΑΛΕΚΑΣ Π. ΠΑΠΑΚΟΚΚΙΝΟΥ
(1999)1 ΑΑΔ 1535, όπου έγινε μνεία στην αναδρομική εφαρμογή της τροποποίησης της Δ.64 όπως επεξηγήθηκε στην απόφαση Panayiotis Georgiou (Catering) Ltd. κ.ά. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1996)3 A.A.Δ. 323, από τον Πική, Π. Με παραπομπή σε απόσπασμα από τις σελίδες 336 και 337, όπου αναφέρθηκε μεταξύ άλλων στα εξής: «[.] Η αναδρομικότητα της εφαρμογής του διαδικαστικού κανόνα του 1995, με τον οποίο αντικαταστάθηκε η Δ.64, συνάδει με τη γενική αρχή του δικονομικού δικαίου, σύμφωνα με την οποία οι τροποποιήσεις των θεσμών έχουν αναδρομική ισχύ. Η αρχή, η οποία υποστυλώνει τον κανόνα αυτό, είναι ότι οι θεσμικές αλλαγές αποβλέπουν στον επαναπροσδιορισμό των κατάλληλων μέσων για τη διεκδίκηση δικαιωμάτων. Η καταλληλότητα δικονομικών μέτρων έχει διαχρονικό χαρακτήρα και επενεργεί στο παρόν και στο παρελθόν.». Επομένως, οφείλω να επισημάνω ότι, ως Δικαστήριο είμαι δεσμευμένο κατά το χρόνο που λαμβάνω την παρούσα απόφαση να λάβω υπόψη μου τις πρόνοιες της Δ.40, θ. 8 ως έχουν σήμερα, αποδίδοντάς τους αναδρομική ισχύ. Εφόσον η απόφαση στην αγωγή εκδόθηκε στις 28.3.2001 και δόθηκε άδεια εκτέλεσης αυτής τελευταία στις 26.5.2009 (βλ. το Τεκμήριο 2 της Σ.Ε/Δ της κας Γεωργιάδου ημερ. 27.5.2020), χωρίς να καθορίζεται συγκεκριμένη περίοδος ισχύος της χορηγηθείσας στις 26.5.2009 άδειας εκτέλεσης, κρίνω πως θα ήταν ευλόγως επιτρεπτό να ερμηνεύσω τη χορηγηθείσα άδεια εκτέλεσης ως παραμένουσα σε ισχύ για 12 χρόνια από 26.5.2009, ήτοι μέχρι 26.5.
- Εν πάση περιπτώσει, προχωρώ πιο κάτω να εξετάσω επί της ουσίας, αν συντρέχουν οποιοιδήποτε λόγοι για μη ανανέωση της ζητούμενης άδειας εκτέλεσης. Τα νομολογημένα κριτήρια για χορήγηση άδειας εκτέλεσης. Η Δ.40, θ.8, πέραν του καθορισμού του χρόνου κατά τον οποίο ο διάδικος δικαιούται να αιτηθεί άδεια εκτέλεσης της απόφασης, δεν εξειδικεύει οποιαδήποτε άλλα κριτήρια, παρά μόνον ορίζει ότι։ «Και το Δικαστήριο ή ο Δικαστής εάν ικανοποιηθεί ότι ο διάδικος, ο οποίος υποβάλλει την αίτηση αυτή, δικαιούται να εκτελέσει, μπορεί να εκδώσει διάταγμα προς αυτό το σκοπό, ή μπορεί να διατάξει όπως οποιοδήποτε επίδικο θέμα ή ζήτημα αναγκαίο για να αποφασιστούν τα δικαιώματα των διαδίκων εκδικαστεί με οποιοδήποτε από τους τρόπους με τους οποίους μπορεί να εκδικαστεί οποιοδήποτε ζήτημα σε αγωγή. Και σε κάθε μια από τις περιπτώσεις το Δικαστήριο ή ο Δικαστής μπορεί να επιβάλει τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή διαφορετικά, οι οποίοι θα είναι δίκαιοι.» Όπως λέχθηκε στην πολύ απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v
- Χαρίτων Ευσταθίου κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ, 47/2013 ημερ. 10.6.2019: «Η σχετική διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου διέπεται από τη Δ.40 κ.8, σύμφωνα με την οποία όταν παρέλθουν 10 έτη από την απόφαση απαιτείται πλέον άδεια του δικαστηρίου για εκτέλεση. Η Δ.40 κ.8 δεν παραθέτει τα κριτήρια που θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψιν, εξυπακούει όμως ότι ο διάδικος που ζητά την άδεια θα πρέπει να ικανοποιήσει το δικαστήριο ότι δικαιούται να προχωρήσει σε εκτέλεση.». Από το λεκτικό της Δ.40 θ.8 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προκύπτει ότι η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει τέτοιο διάταγμα έχει διακριτικό χαρακτήρα, η οποία θα πρέπει να ασκείται δικαστικά και στη βάση των αρχών που η νομολογία έχει καθορίσει. Πότε ένας διάδικος δικαιούται σε εκτέλεσης; Πρώτα και κύρια όταν δεν έχει εισπράξει τους καρπούς της επιτυχίας του δυνάμει της απόφασης στην αγωγή, δηλαδή ενόσω υπάρχει εξ αποφάσεως χρέος, ποσό προς είσπραξη. Ωστόσο, στην απόφαση Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κοντέας v. Μιχαήλ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 459/11 ημερ. 17.07.2012, προσδιορίστηκαν τα εξής στοιχεία τα οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να λαμβάνει σωρευτικά υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας: (α) την ημερομηνία, το αρχικό ποσό της απόφασης και το οφειλόμενο ποσό, (β) αν ο αιτητής δικαιούται σε εκτέλεση και έλαβε μέτρα εκτέλεσης, ήτοι δεν υπήρξε αδρανής, και (γ) αν αιτιολογείται η οποιαδήποτε επιδειχθείσα καθυστέρηση. Στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v
- Χαρίτων Ευσταθίου κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ, 47/2013 ημερ. 10.6.2019 (ανωτέρω), ανατράπηκε από το Εφετείο η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να απορρίψει σχετική αίτηση για άδεια εκτέλεσης της εκεί εκδοθείσας δικαστικής απόφασης. Πιο συγκεκριμένα λέχθηκε ότι: «Έχοντας ακούσει την εκατέρωθεν επιχειρηματολογία, έχουμε σχηματίσει την άποψη ότι η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου έγινε ως εάν οι εφεσείοντες να είχαν παραλείψει να προχωρήσουν σε μέτρα εκτέλεσης. Σε τέτοια περίπτωση, εύλογα θα μπορούσε να δημιουργηθεί πλέον, εκ πρώτης τουλάχιστον όψεως, η εντύπωση ότι ο σκοπός τους τώρα είναι καταπιεστικός ή αλλότριος. Ό,τι προκύπτει, όμως, από τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα είναι πως οι εφεσείοντες έλαβαν μέτρα εκτέλεσης τα οποία όμως δεν μπόρεσαν να καρποφορήσουν εντός της προβλεπόμενης χρονικής περιόδου. Εν προκειμένω, υπεισέρχεται και η κυπριακή πραγματικότητα με τις δυσχέρειες εκτέλεσης και τις συνεπαγόμενες μεγάλες καθυστερήσεις, η οποία δεν πρέπει να παραβλέπεται με μηχανιστική μεταφορά της αγγλικής νομολογίας. [.] Eν προκειμένω οι εφεσείοντες έλαβαν μέτρα εκτέλεσης, τα οποία δεν μπόρεσαν να αποδώσουν εντός της προβλεπόμενης χρονικής περιόδου, με αποτέλεσμα το εξ αποφάσεως χρέος να παραμένει απλήρωτο, παρά την πρωταρχική υποχρέωση των εφεσιβλήτων, ως υπόλογων σε δικαστική απόφαση να το είχαν εξοφλήσει πριν από χρόνια. Δεν πρόκειται για περίπτωση ασύγγνωστης παράλειψης ή άδικης ή καταπιεστικής συμπεριφοράς, ούτε το Δικαστήριο υπέδειξε οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό των εφεσιβλήτων. Θεωρούμε ότι η διακριτική ευχέρεια του πρωτοδίκου Δικαστηρίου ασκήθηκε σε λανθασμένα πλαίσια, εφόσον, υπό τις περιστάσεις, στην πραγματικότητα οι εφεσείοντες έδωσαν επαρκή εξήγηση για τους λόγους που η εκτέλεση δεν απέδωσε εντός των προβλεπομένων χρονικών πλαισίων.» (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του παρόντος Δικαστηρίου.) Στην Astrapi Commission Agents Ltd v Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ (Πολιτική Έφεση Αρ. Ε107/2013 ημερ. 21.2.2019) λέχθηκαν τα εξής: «Στην παρούσα περίπτωση συνιστά αδιαμφισβήτητο γεγονός η λήψη διαβημάτων προς εκτέλεση της εκδοθείσας απόφασης. Δεν μπορεί να παραβλεφθεί ότι η Εφεσίβλητη κατ΄ επανάληψη ζήτησε ανανέωση της απόφασης προς τον σκοπό εκτέλεσής της. Στο μεσοδιάστημα είχε προχωρήσει στην επιβάρυνση της ακίνητης περιουσίας του Εναγόμενου 2 και σε ανανέωση του σχετικού memo. Οι προσπάθειες που προηγήθηκαν για εκτέλεση μέσω σχετικών ενταλμάτων κινητών δεν καρποφόρησαν, αφού τα σχετικά εντάλματα επιστράφηκαν ως ανεκτέλεστα. Περαιτέρω, όπως ορθά εντόπισε ο ευπαίδευτος πρωτόδικος Δικαστής, παρά την σαφή τοποθέτηση της Εφεσίβλητης - Αιτήτριας στη συνοδευτική της αίτησης ένορκο δήλωση ότι οι Εφεσείοντες - Καθ΄ ων η αίτηση ζητούσαν κατά καιρούς παράταση χρόνου προς διευθέτηση τρόπου πληρωμής του εξ αποφάσεως χρέους τους, ο συγκεκριμένος ισχυρισμός παρέμεινε αναπάντητος, δεδομένου ότι ούτε ο ενόρκως δηλών αντεξετάσθηκε επί του θέματος, αλλά ούτε και σαφής περί του αντιθέτου θέση τέθηκε μέσω ένορκης δήλωσης εκ μέρους των Καθ΄ ων η αίτηση - Εφεσειόντων. Συνεπώς, δεν είναι νοητό οι εξ αποφάσεως δανειστές να αιτούνται, αφενός, χρόνο προς διευθέτηση του εξ αποφάσεως χρέους τους και να επικαλούνται, αφετέρου, καθυστέρηση και αδράνεια εκ μέρους των εξ αποφάσεως πιστωτών στη λήψη μέτρων προς εκτέλεση της προς όφελός τους απόφασης. Ακόμη, το εξ αποφάσεως χρέος, ως παραμένει, ουσιαστικά, αδιαμφισβήτητο, δεν έχει εξοφληθεί πλήρως. Οι όποιοι ισχυρισμοί ως προς το ύψος του οφειλόμενου υπολοίπου, όπως εντοπίστηκε στην υπόθεση Κτωρίδης (ανωτέρω), δεν αφορούν άμεσα στο ζήτημα της παραχώρησης άδειας εκτέλεσης της απόφασης, αλλά είναι θέμα ορθού υπολογισμού που μπορεί να εγερθεί κατά την εκτέλεση. Εκ του περισσού προσθέτουμε ότι παρέμεινε άνευ ερείσματος ο ισχυρισμός των Εφεσειόντων ότι λόγω του χρόνου που παρήλθε τους δόθηκε η εντύπωση ότι το χρέος εξοφλήθηκε. Πέραν του ότι τέτοιος λόγος ένστασης περί εξόφλησης δεν προβλήθηκε, τα διαβήματα εκτέλεσης που ακολούθησαν και οι συζητήσεις για παράταση χρόνου προς ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους, δεν θεμελιώνουν απραξία και αντίληψη περί εξόφλησης. Ούτε βεβαίως μπορεί να νοηθεί εξόφληση χωρίς πληρωμή του χρέους, ήτοι εκ του γεγονότος και μόνο ότι παρήλθε σημαντικό χρονικό διάστημα από της έκδοσης της απόφασης. Όπως έχει ήδη λεχθεί, ως απόσταγμα της σχετικής νομολογίας, το κρίσιμο στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και το πιο καθοριστικό κριτήριο, είναι ο δυσμενής επηρεασμός του εξ αποφάσεως χρεώστη. Ήταν επί του προκειμένου η εισήγηση των Εφεσειόντων, επικαλούμενοι αδράνεια της Εφεσίβλητης, ότι η παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος τους έθεσε σε δυσμενή οικονομική θέση και σε αλλαγή των κοινωνικών και οικονομικών τους περιστάσεων και δεδομένων. Προεκτείνοντας, έθεσαν ότι ενώ στο παρελθόν είχαν την οικονομική δυνατότητα προς εξόφληση, τέτοια δυνατότητα δεν υφίσταται πλέον, λόγω ακριβώς της μεταβολής των οικονομικών τους συνθηκών. Είναι ανεδαφική αυτή η προσέγγιση, δεδομένης της υποχρέωσης που είχαν οι Εφεσείοντες να εξοφλήσουν το εξ αποφάσεως χρέος τους και δη υπό το φως των δυνατοτήτων που, όπως παραδέχονται, είχαν, προτού οι οικονομικές τους συνθήκες, κατ΄ ισχυρισμό, μεταβληθούν. Πολύ περισσότερο, αν ληφθεί υπόψη ότι κατ΄ επανάληψη, όπως παρέμεινε τελικά αδιαμφισβήτητο, ζήτησαν χρόνο προς διευθέτηση της εξ αποφάσεως οφειλής.» (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του παρόντος Δικαστηρίου.) Εφαρμογή στην υπό κρίση αίτηση και εκτίμηση Δικαστηρίου. Στην παρούσα υπόθεση, όπως και στην πιο πάνω μνημονευθείσα απόφαση Astrapi Commission Agents Ltd v Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, η Ενάγουσα / Αιτήτρια απέδειξε την πρόθεσή της να εισπράξει το ποσό της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον του Εναγομένου 2 με τη χρήση δύο τουλάχιστον μεθόδων εκτέλεσης κατά την έννοια του άρθρου 14 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
- Συγκεκριμένα, αφενός, προώθησε την καταχώριση αίτησης έρευνας και εξασφάλισε την έκδοση διατάγματος μηνιαίων δόσεων εναντίον του Εναγομένου 2 και, αφετέρου, καταχώρησε και ανανέωσε ΜΕΜΟ κατά της ακίνητης ιδιοκτησίας του Εναγομένου
- Μάλιστα το ΜΕΜΟ εξακολουθούσε να υφίσταται και να δεσμεύει την περιουσία του Εναγομένου 2 κατά το χρόνο καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης για άδεια εκτέλεσης, εφόσον εκείνο ήταν σε ισχύ μέχρι 12.4.2020 ως η Δήλωση του Κτηματολογίου, ημερ. 23.3.2020, που υπάρχει στο φάκελο του Δικαστηρίου και η υπό κρίση αίτηση είχε καταχωρηθεί στις 16.3.
- Επομένως, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός ο ισχυρισμός του Εναγομένου 2 τουλάχιστον όσον αφορά τον ίδιο, περί αδράνειας της Ενάγουσας / Αιτήτριας. Ούτε όμως μπορεί να γίνει αποδεκτός ο ισχυρισμός του Εναγομένου 2 ότι επειδή η Ενάγουσα / Αιτήτρια έλαβε τα πιο πάνω δύο μέτρα εκτέλεσης ήδη, παύει να έχει δικαίωμα σε περαιτέρω μέτρα εκτέλεσης. Κάτι τέτοιο δεν συνάδει με το σκοπό της λήψης μέτρων εκτέλεσης, που είναι η αποκόμιση των καρπών της επιτυχίας στην αγωγή, σκοπός που επιτυγχάνεται από πλευράς Ενάγουσας, μόνο όταν εξοφληθεί από τους Εναγόμενους / Καθ' ών το εξ αποφάσεως χρέος. Από την άλλη, ο Εναγόμενος 2 στην ένορκη δήλωσή του που συνοδεύει την ένσταση δεν έχει δώσει καθόλου λεπτομέρειες για τυχόν μεταβολή των δικών του οικονομικών συνθηκών από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης στην αγωγή μέχρι τώρα που ζητείται η ανανέωση της άδειας εκτέλεσής της. Ενώ το Δικαστήριο, διατάσσοντας επίδοση της αίτησης στον Εναγόμενο 2, έδωσε σε αυτόν ην ευκαιρία να δείξει όλους τους λόγους για τους οποίους θα ήταν άδικο μετά παρέλευση 19 ετών να δικαιούται η Ενάγουσα / Αιτήτρια σε περαιτέρω χρόνο για εκτέλεση της απόφασης εναντίον του, εντούτοις ο Εναγόμενος 2 δεν έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοδήποτε πραγματικό υπόβαθρο αναφορικά με τις δικές του συνθήκες, τέτοιο που τεκμηριωμένα να έγερνε την πλάστιγγα της δικαιοσύνης υπέρ της θέσης του Εναγομένου 2 ότι θα ήταν άδικο να εγκριθεί η ανανέωση της άδειας εκτέλεσης. ΚΑΤΑΛΗΞΗ. Για τους λόγους που ανέλυσα ανωτέρω, η αίτηση επιτυγχάνει. Χορηγείται άδεια εκτέλεσης της απόφασης στην αγωγή όσον αφορά τον Εναγόμενο αρ. 2 για περίοδο 12 ετών από σήμερα. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας / Αιτήτριας και εναντίον του Εναγόμενου αρ. 2, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (υπ.)........... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Η Ενάγουσα ως το αρχικό κλητήριο ένταλμα, ήτοι η Alpha Asset Finance Limited, συγχωνεύτηκε στις 12/12/2006 με την Alpha Bank Limited δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 4/12/
- Δυνάμει του εν λόγω διατάγματος, η Alpha Bank Limited έχει αναλάβει όλη την επιχείρηση της Alpha Asset Finance Limited, καθώς και τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα της. Το διάταγμα προνοεί για τη συνέχιση από και ή εναντίον της Alpha Bank Limited όλων των νομικών διαδικασιών που εκκρεμούν από και ή εναντίον της Alpha Asset Finance Limited. Περαιτέρω, στις 20/12/2006 η Alpha Bank Limited μετονομάστηκε σε Alpha Bank Cyprus Limited δυνάμει Δικαστικού διατάγματος ημερ. 4/12/2006 και εκδόθηκε πιστοποιητικό αλλαγής ονόματος ημερ. 20/12/
- Αυτά αναφέρονται στη γραπτή αγόρευση της κας XXXXX Γεωργιάδου ημερ. 9.2.21 και δεν αποτελούν επίδικο θέμα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο