Investar SPC Limited ν. Investar Investments Limited, Αγωγή Αρ.: 1648/2020, 3/3/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A207 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Αγωγή Αρ.: 1648/2020 Ειδικό Μητρώο Αρ.: 6/20 Μεταξύ: Investar SPC Limited Ενάγουσα και Investar Investments Limited Εναγόμενη Ημερομηνία: 03/03/2021 Αίτηση ημερ. 17/09/2020 για προσωρινά διατάγματα Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα/Αιτήτρια: κα Κ. Φιλιππίδου για Πατρίκιος Παύλου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για την Εναγόμενη/Καθ' ης η Αίτηση: κα Χρ. Μιχαήλ για Βελάρης & Βελάρης ΔΕΠΕ ----------------------------------------------- Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με το πιο πάνω ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα που καταχώρισε η Ενάγουσα στις 17/09/2020, διεκδικεί από την Εναγόμενη το ποσό των 6.214.015,50 δολαρίων ΗΠΑ ("US$"), κατ' ισχυρισμό οφειλόμενο δυνάμει χρεωστικών ομολόγων και/ή ως αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης. Ειδικότερα, με βάση τις λεπτομέρειες που παρατίθενται στην Έκθεση Απαίτησης, η Ενάγουσα κατέβαλε σε διάφορες ημερομηνίες το πιο πάνω διεκδικούμενο ποσό (US$6.214.015,50), στη βάση συμφωνίας χρηματοδότησης που είχε συνομολογηθεί μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης ημερομηνίας 13/06/2017. Η Εναγόμενη με τη σειρά της εξέδωσε, την ίδια ημερομηνία (13/06/2017), προς όφελος της Ενάγουσας, πιστοποιητικό έκδοσης χρεωστικών ομολόγων ονομαστικής αξίας US$6.500.000. Ως περαιτέρω δικογραφείται, η Εναγόμενη, κατά παράβαση των όρων του πιο πάνω ομολόγου, παρέλειψε να εξοφλήσει το πιο πάνω ποσό κατά την ημερομηνία που είχε καταστεί οφειλόμενο και εξακολουθεί να οφείλει ολόκληρο το ποσό, πλέον τόκους, παρά την ειδοποίηση πληρωμής ημερ. 06/07/2020 που απεστάλη, μέσω των δικηγόρων της, η οποία επιδόθηκε με ιδιώτη επιδότη στην Εναγόμενη, στις 07/07/2020. Η Αίτηση Με την υπό εξέταση Αίτηση, την οποία καταχώρισε η Ενάγουσα την ίδια ημέρα που καταχώρισε την αγωγή (17/09/2020), επιδιώκει την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων παγοποίησης της κινητής και ακίνητης περιουσίας της Εναγόμενης στην Κύπρο και στο εξωτερικό, μέχρι ποσού ύψους US$6,4 εκ. καθώς και διαταγμάτων αποκάλυψης, προς υποβοήθηση των διαταγμάτων παγοποίησης. Η Αίτηση κατεχωρήθη ex-parte αλλά το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν συνέτρεχε το στοιχείο του κατεπείγοντος και έδωσε οδηγίες για την επίδοση της Αίτησης, η οποία και επεδόθη στην Καθ' ης. Την υποστηρικτική ένορκη δήλωση υπογράφει η κα Α. Ευρυπίδου, δικηγόρος στη δικηγορική εταιρεία που εκπροσωπεί την Ενάγουσα, η οποία, αφού επεξηγεί τις πηγές της πληροφόρησής της και τους λόγους για τους οποίους ορκίζεται η ίδια, υιοθετεί και επαναλαμβάνει το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης, καταθέτοντας τα ακόλουθα, ανάμεσα σε άλλα, στοιχεία και Τεκμήρια:
- i)Το πιστοποιητικό Έκδοσης Χρεωστικών Ομολόγων για το ποσό των US$6,5 εκ. (Τεκμήριο 5), το οποίο δόθηκε, κατ' ισχυρισμό, από την Εναγόμενη στην Ενάγουσα, ως εξασφάλιση για τα ποσά που είχαν συμφωνηθεί ότι θα εδίδοντο υπό μορφή χρηματοδότησης, από την Εναγόμενη στην Ενάγουσα. Υποδεικνύεται ότι η ενόρκως δηλούσα αναφέρεται και παραθέτει τη σημασία των ουσιωδών όρων των υπό αναφορά ομολόγων (Τεκμήριο 5).
- ii)Κατάσταση στην οποία εμφαίνονται όλες οι πληρωμές που έγιναν από την Ενάγουσα στην Εναγόμενη στα πλαίσια της επίδικης συμφωνίας χρηματοδότησης της Εναγόμενης από την Ενάγουσα (Τεκμήριο 6), επεξηγώντας τα ακόλουθα: - Τα ποσά που καταβάλλονταν στην Εναγόμενη από την Ενάγουσα, ως λεπτομερώς καταγράφονται στην παράγραφο 10(α)-(ιβ) της ένορκης δήλωσής της, προορίζονταν για επένδυση από την Εναγόμενη σε συγκεκριμένο έργο ακινήτων στην Μολδαβία. - Τα ποσά καταβάλλονταν σε ευρώ και μετατρέπονταν σε US$, ως η συμφωνία δανειοδότησης, με βάση τη συναλλαγματική ισοτιμία κατά την ημερομηνία πληρωμής εκάστου ποσού. Επεξηγεί δε, πως λόγω αυτής της μετατροπής, στο τέλος κάθε χρόνου το χρέος μειωνόταν ή αυξανόταν, ανάλογα με το κέρδος ή τη ζημιά, αντίστοιχα, που προέκυπτε για την Ενάγουσα, από τη μετατροπή, παραθέτοντας λεπτομέρειες για τα ποσά που χρεώθηκαν ή πιστώθηκαν στο λογαριασμό της Εναγόμενης, συνεπεία της ως άνω μετατροπής. iii) Αντίγραφο της γραπτής ειδοποίησης (Τεκμήριο 7) που απέστειλαν με διπλοσυστημένη επιστολή οι δικηγόροι της Ενάγουσας στην Εναγόμενη και την οποία επέδωσαν με ιδιώτη επιδότη στην Εναγόμενη στις 07/07/2020, επεξηγώντας ότι από παραδρομή, αναφέρεται στην επιστολή ότι το οφειλόμενο ποσό ήταν US$6,5 εκ. αντί του ορθού US$6.214.015,50. Ως εν συνεχεία, αναφέρει, η Εναγόμενη δεν ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα της Ενάγουσας για εξόφληση, παρά μόνο λήφθηκε μία επιστολή από δικηγόρο τρίτων προσώπων, οι οποίοι διατείνονταν ότι είναι κληρονόμοι του τελικού δικαιούχου των μετοχών της Εναγόμενης. Στην υπό αναφορά επιστολή απάντησαν, «από αβρότητα», αποστέλλοντας τους το Τεκμήριο 5 και διευκρινίζοντας, ταυτόχρονα, το λάθος στο διεκδικούμενο ποσό. Στη συνέχεια της ένορκης δήλωσης της, η ενόρκως δηλούσα υποστηρίζει ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για την χορήγηση των αιτουμένων θεραπειών και είναι υπό τις περιστάσεις δίκαιο και εύλογο, όπως εκδοθούν τα διατάγματα. Ειδικότερα και καθόσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, υποστηρίζει πως υπάρχει ορατός κίνδυνος αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων της Εναγόμενης καθότι: - Η Εναγόμενη κατέχει, μέσω θυγατρικής της Εταιρείας (Limited Liability Company "Buisiness Agreement") ακίνητη περιουσία στη Μολδαβία (βλ. Τεκμήρια 8, 9 και 10), την οποία, ως πρόσφατα έμαθαν οι εκπρόσωποι της Ενάγουσας, έχει μεταβιβάσει σε τρίτα πρόσωπα. - Πέραν τούτου, υποδεικνύει πως η Εναγόμενη δεν συμμορφώθηκε με τους όρους του Χρεωστικού Ομολόγου, με βάση τους οποίους είχαν υποχρέωση να εφοδιάζουν την Ενάγουσα με αντίγραφα του ισολογισμού και άλλων εγγράφων που σχετίζονται με την οικονομική κατάσταση της Εναγόμενης και των θυγατρικών εταιρειών της (βλ. όρους 6.4 και 6.5 του Τεκμηρίου 5). - Υποδεικνύει, επίσης, πως η κατ' ισχυρισμό μεταβίβαση της θυγατρικής Εταιρείας της στη Μολδαβία και του ακινήτου που κατέχεται από αυτήν, παραβιάζει συγκεκριμένους όρους του Τεκμηρίου 5. Η Ένσταση Η Εναγόμενη καταχώρισε Ειδοποίηση ένστασης, υποστηρίζοντας πως δεν δικαιολογείται η έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων, για τους ακόλουθους, επιγραμματικά, λόγους: (α) Δεν συντρέχουν οι γνωστές προϋποθέσεις για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. (β) Τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν την υπόθεση, λόγω ρήτρας διαιτησίας που περιέχεται στη συμφωνία τους. (γ) Η Ενάγουσα παρέλειψε να παραθέσει μαρτυρία σε σχέση με το εφαρμοστέο δίκαιο, γεγονός που καθιστά αδύνατη την εξέταση των προϋποθέσεων για τη χορήγηση των αιτούμενων θεραπειών. (δ) Η Αίτηση είναι κακόπιστη και αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας, δεδομένου ότι τα επίδικα θέματα εξετάστηκαν ή θα μπορούσαν να εξεταστούν στα πλαίσια άλλων εκκρεμουσών αγωγών στην Κύπρο και στο εξωτερικό. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η Ένσταση, εκτίθενται στην ένορκη δήλωση της ασκούμενης δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Εναγόμενη, κας Ν. Τσιακκή, η οποία επεξηγεί τους λόγους για τους οποίους ορκίζεται η ίδια, υποστηρίζοντας, σε συντομία, τα ακόλουθα:
- i)Η εικόνα που παρουσίασε η Ενάγουσα, μέσω της ένορκης δήλωσης Ευρυπίδου, είναι παραπλανητική και/ή διαστρεβλωμένη επειδή: - Παρέλειψε να αποκαλύψει ότι το πιστοποιητικό χρεωστικών ομολόγων (Τεκμήριο 5) αποτελούσε μέρος μιας ευρύτερης συμφωνίας, στην οποία περιλαμβάνεται ρήτρα διαιτησίας. Αντίγραφο της κατ' ισχυρισμό συμφωνίας επεσύναψε στην ένορκη δήλωση της ως Τεκμήριο Α, υποδεικνύοντας τον όρο 5 στον οποίο αναφέρεται ότι η συμφωνία θα διέπεται από τους νόμους του Διεθνούς Χρηματοπιστωτικού Κέντρου του Ντουμπάι (στη συνέχεια «DIFC») και οποιαδήποτε διαφορά προκύψει θα παραπέμπεται σε διαιτησία στο Ντουμπάι. Παρεμβάλλεται στο σημείο αυτό, ότι η Εναγόμενη έχει καταχωρίσει Αίτηση με την οποία ζητά την απόρριψη της αγωγής και/ή την αναστολή της διαδικασίας λόγω της κατ' ισχυρισμό ρήτρας διαιτησίας. Η υπό αναφορά αίτηση κατεχωρήθη στις 10/11/2020 και είναι προγραμματισμένη για οδηγίες στις 16/03/2021.
- ii)Η υπόθεση αποτελεί μια περίπλοκη διαφορά ανάμεσα στον τελικό δικαιούχο, ο οποίος δεν κατονομάζεται, του Ομίλου Εταιρειών στον οποίο ανήκουν τόσο η Ενάγουσα όσο και η Εναγόμενη και κάποιου εμπιστευματοδόχου - ο οποίος επίσης δεν κατονομάζεται - υπό την εποπτεία κάποιου XXXXX Gheorghiou. Το υπό αναφορά πρόσωπο (Gheorghiou), πρόδωσε, κατ' ισχυρισμό, την εμπιστοσύνη που του επέδειξε ο τελικός δικαιούχος και παρουσιάζεται ο ίδιος ως ο ιδιοκτήτης του Ομίλου. iii) Οι διαφορές μεταξύ του τελικού δικαιούχου και του ρηθέντος Gheorghiou, αποτέλεσαν αντικείμενο της αγωγής 3300/2019 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, στα πλαίσια της οποίας καταχωρήθηκε αίτηση για προσωρινά διατάγματα, η οποία απερρίφθη από το Δικαστήριο, λόγω, κυρίως, έλλειψης δικαιοδοσίας. Επισυνάπτει προς τούτο, αντίγραφο της αγωγής (Τεκμήριο Β) της Αίτησης για προσωρινά διατάγματα και ενόρκων δηλώσεων κάποιου XXXXX Catanoi, (Τεκμήρια Γ και Δ) και της Ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου ημερ. 31/03/2020 (Τεκμήριο Ε). Η πιο πάνω αγωγή διεκόπη και κατεχωρήθη νέα αγωγή στο Ντουμπάι η οποία εκκρεμεί (βλ. Τεκμήρια Στ και Ζ). Εκκρεμεί, επίσης, άλλη αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας ήτοι η υπ' αριθμό 2157/20 (Τεκμήριο Η), η οποία, κατ' ισχυρισμόν, προωθείται από τον αναφερθέντα Gheorghiou μέσω της εταιρείας Leader Inc., η οποία ήταν διάδικος στις πιο πάνω αναφερθείσες διαδικασίες στην Κύπρο και στο Ντουμπάι (Τεκμήρια Β και Στ, ανωτέρω). Με την τελευταία αυτή αγωγή προβάλλονται παρόμοιοι ισχυρισμοί και διεκδικούνται ποσά δυνάμει συμφωνίας δανείου και κατεχωρήθη αίτηση παραμερισμού λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου (βλ. Τεκμήριο Θ). Υποδεικνύεται ότι μετά από σχετική άδεια που δόθηκε από το Δικαστήριο, καταχωρίστηκε συμπληρωματική ένορκη δήλωση από την κα Ευρυπίδου, στην οποία υποστηρίζει πως δεν υπήρξε οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ της Ενάγουσας και Εναγόμενης για παραπομπή των τυχόν διαφορών της σε διαιτησία. Όσον αφορά το Τεκμήριο Α στην ένορκη δήλωση Τσιακκή, αναφέρει πως δεν είχε περιέλθει σε γνώση ή στην αντίληψη της Ενάγουσας και ότι το μόνο έγγραφο που της είχε παραδοθεί από την Εναγόμενη ήταν το Πιστοποιητικό Χρεωστικών Ομολόγων (Τεκμήριο 5). Υποδεικνύει περαιτέρω πως η φερόμενη «ευρύτερη συμφωνία» (Τεκμήριο Α) δεν φέρει υπογραφή από την Εναγόμενη και δεν αποτελεί έγκυρη συμφωνία για παραπομπή σε διαιτησία. Όσον αφορά, τέλος, τους ισχυρισμούς περί απόκρυψης των εκκρεμουσών αγωγών στις οποίες κάνει αναφορά η κα Τσιακκή, υποστηρίζει πως ουδεμία διασύνδεση ή σχέση υπάρχει μεταξύ των διαδίκων σε εκείνες τις υποθέσεις με τους διαδίκους της παρούσας υπόθεσης, ούτε και με τα επίδικα θέματα τους. Οι αγορεύσεις των συνηγόρων Με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι υποστηρίζουν τις εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων, παραπέμποντας στην πλούσια επί των εγειρομένων ζητημάτων νομολογία. Ειδικότερα, η ευπαίδευτη συνήγορος της Ενάγουσας, κα Φιλιππίδου, αφού αναφέρθηκε στα γεγονότα όπως παρατέθηκαν στην ένορκη δήλωση Ευρυπίδου, υπέδειξε πως η Εναγόμενη δεν αμφισβήτησε την ύπαρξη του χρέους της, παρά μόνο, υποστήριξε πως δεν έχει δικαιοδοσία το Δικαστήριο, λόγω της κατ' ισχυρισμό ρήτρας διαιτησίας. Απορρίπτοντας ως παντελώς αβάσιμη τη θέση αυτή, υπέδειξε πως: - Η κατ' ισχυρισμό «ευρύτερη συμφωνία» την οποία επικαλείται η Εναγόμενη (Τεκμήριο «Α») παρουσιάζεται ως ένα έγγραφο (instrument) το οποίο εκδόθηκε και υπογράφηκε από τους εκπροσώπους της Εναγόμενης, χωρίς τη συμμετοχή ή συμφωνία της Ενάγουσας και κατά συνέπεια δεν αποτελεί έγκυρη και δεσμευτική συμφωνία, εφόσον δεν φέρει την υπογραφή της Εναγόμενης. - Το Τεκμήριο Α ουδέποτε προηγουμένως περιήλθε στην αντίληψη ή την κατοχή της Ενάγουσας αφού δεν της είχε παραδοθεί από την Εναγόμενη. - Πέραν των ανωτέρω, η συνήγορος υποδεικνύει διαφορές που «προδίδουν», κατά τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας, επινόηση και κατασκεύασμα προκειμένου να χρησιμοποιηθεί για τους σκοπούς της παρούσας αγωγής. Όσον αφορά τη θέση της Εναγόμενης ότι η προώθηση της αγωγής συνιστά κατάχρηση, λόγω των εκρεμουσών αγωγών στην Κύπρο και στο Ντουμπάι, η συνήγορος της Εναγόμενης εισηγήθηκε πως η Εναγόμενη επιχείρησε, μέσω γενικών και αόριστων ισχυρισμών, να περιπλέξει την υπόθεση, δίδοντας την εντύπωση ότι τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης συνδέονται με τις υποθέσεις που εκκρεμούν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας και στο Ντουμπάι. Ουδεμία, όμως, μαρτυρία προσκομίστηκε από την Εναγόμενη που να συνδέει τους διαδίκους στις διαδικασίες εκείνες με τους διαδίκους της παρούσας αγωγής. Η παρούσα υπόθεση, υπέδειξε η συνήγορος, στηρίζεται σε υπόλοιπο που προέκυψε από πιστωτική διευκόλυνση που παραχωρήθηκε από την Ενάγουσα στην Εναγόμενη και ουδεμία διασύνδεση μπορεί να έχει με τις αναφερθείσες αγωγές οι οποίες στηρίζονται σε συνομωσία, δόλο, απάτη κλπ, ανάμεσα σε εντελώς διαφορετικές νομικές οντότητες και διαδίκους. Στην αντίπερα όχθη, η ευπαίδευτη συνήγορος της Καθ' ης η Αίτηση κα Μιχαήλ, εισηγήθηκε πως δεν δικαιολογείται η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων για τρεις λόγους: (α) Επειδή, κατά την εισήγηση της, το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την επίδικη διαφορά λόγω ρήτρας διαιτησίας. (β) Επειδή παρέλειψαν να προσκομίσουν μαρτυρία σε σχέση με το δίκαιο του DIFC, το οποίο διέπει τη συμφωνία και (γ) Επειδή η Αιτήτρια απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα, με σημαντικότερη την μη αποκάλυψη της ρήτρας διαιτησίας. - Αναπτύσσοντας τον πρώτο λόγο, η συνήγορος υποστήριξε πως η συμφωνία των διαδίκων, την οποία η ίδια η Αιτήτρια επικαλείται, μέσω της ένορκης δήλωσης Ευρυπίδου, είναι το Τεκμήριο Α, στο οποίο περιλαμβάνεται όρος για παραπομπή των διαφορών των μερών σε διαιτησία. Η συμφωνία των διαδίκων, υπέδειξε η συνήγορος, δεν είναι άλλη από το Τεκμήριο Α (Convertible Unsecured Loan Note Instrument) ενώ το Τεκμήριο 5, το οποίο αποκάλυψε και επικαλείται η Αιτήτρια, αποτελεί παράρτημα του, γεγονός που γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ή να φρόντιζε να πληροφορηθεί η Ενάγουσα, η οποία επικαλείται τη συμφωνία δανείου. Σχολιάζοντας τη θέση της Αιτήτριας, όπως προβάλλεται με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση Ευρυπίδου, πως δεν γνώριζαν για την ύπαρξη της ρήτρας διαιτησίας και πως δεν είναι δεσμευτική για την Αιτήτρια, επειδή δεν φέρει την υπογραφή της, υποστήριξε πως είναι έκδηλο ότι το Τεκμήριο 5 αποτελεί παράρτημα του Τεκμηρίου Α, υποδεικνύοντας σχετικές αναφορές που περιέχονται στο «Παράρτημα», που παραπέμπουν σαφώς, κατά την εισήγηση της, στο Τεκμήριο Α. - Σε σχέση με το δεύτερο λόγο, αφού υπέδειξε πως με βάση τον όρο 5.1 του Τεκμηρίου Α, η έκδοση των επίδικων Ομολόγων διέπεται από το δίκαιο του DIFC, υποστήριξε πως η Αιτήτρια δεν προσκόμισε, ως όφειλε, μαρτυρία για το αλλοδαπό δίκαιο. Η παράλειψη αυτή είναι μοιραία, κατά τη συνήγορο, καθόσον δεν απόσεισε το βάρος που είχε για την απόδειξη των δύο πρώτων προϋποθέσεων, επικαλούμενη όσα σχετικά αποφασίστηκαν στην υπόθεση Trafalgar Developments Ltd κ.ά. ν. Uralchem Holdings P.L.C. κ.ά., ECLI:CY:AD:2019:A49, Πολ. Έφ. Αρ. 331/2017 ημερ. 21/02/2019. - Όσον αφορά τον τρίτο λόγο, υποστήριξε πως από τη στιγμή που η Αιτήτρια αποτάθηκε στο Δικαστήριο με μονομερή αίτηση, όφειλε να είχε αποκαλύψει τη συμφωνία και τη ρήτρα διαιτησίας. Η υποχρέωση αυτή, δεν παύει να υφίσταται, κατά τη συνήγορο, επειδή το Δικαστήριο δεν εξέδωσε μονομερώς τα Διατάγματα, παραπέμποντας σε πρόσφατη πρωτόδικη απόφαση (National Bank Trust ν. Retail Chain Properties Ltd κ.ά., Αγ. Αρ. 2577/2019, Ε.Δ. Λεμεσού - Απόφαση ημερ. 13/01/2020 -). Το γεγονός ότι η Αιτήτρια υποστηρίζει πως δεν είχε στην κατοχή της το Τεκμήριο Α, ώστε να είχε υποχρέωση να το απεκάλυπτε, δεν δικαιολογεί την παράλειψη της, κατέληξε η συνήγορος, παραπέμποντας στη γνωστή νομολογιακή αρχή με βάση την οποία, η υποχρέωση πλήρους αποκάλυψης εκτείνεται και σε γεγονότα και στοιχεία τα οποία θα μπορούσε να εντοπίσει με εύλογη έρευνα. Νομική πτυχή-Κατάληξη Οι αρχές με βάση τις οποίες ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων είναι ευρύτατα γνωστές και θεωρώ αχρείαστο να τις επαναλάβω. Θα περιοριστώ να επισημάνω τις τρεις προϋποθέσεις που πρέπει να συνυπάρχουν, ώστε να δύναται να ασκηθεί η εξουσία που παρέχεται στο Δικαστήριο από το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 να χορηγήσει τέτοια θεραπεία. Αυτές είναι: (α) Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Τούτο, ως ερμηνεύθηκε από τη νομολογία, δεν επιβάλλει ο,τιδήποτε πέραν από την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης. (β) Η ύπαρξη πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής. Αυτό που ζητείται από τον Αιτητή είναι να καταδείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας, που σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή πιθανότητα, αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. (γ) Εκτός εάν εκδοθεί το προσωρινό διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει εάν η θεραπεία των αποζημιώσεων είναι, κάτω από τις περιστάσεις που περιβάλλουν την υπόθεση, επαρκής. Πέραν των ανωτέρω τριών προϋποθέσεων, ως έχει νομολογηθεί, το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει όλα τα δεδομένα της υπόθεσης για να κρίνει εάν είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα (βλ. μεταξύ άλλων Odysseos v. Pieris Estetes Ltd and others
(1982)1 C.L.R. 557, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χ''Βασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152 και Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Με τη μαρτυρία που έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου η Αιτήτρια, μέσω της ένορκης δήλωσης Ευρυπίδου, έχει καταδείξει ότι έχει καλό αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της Εναγόμενης που στηρίζεται σε κατ' ισχυρισμό παροχή δανείου, το οποίο φέρεται να εξασφαλίστηκε με την έκδοση χρεωστικού ομολόγου (Τεκμήριο 5 στην Αίτηση). Στο στάδιο αυτό, είναι αρκετό να υποδειχθεί ότι, με βάση τη μαρτυρία που παρουσίασε η Αιτήτρια, κατέβαλε στην Καθ' ης το συνολικό ποσό των US$6.214.015,50, σε διάφορες ημερομηνίες (βλ. Τεκμήριο 6), γεγονός που δεν αμφισβητήθηκε με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση της Καθ' ης. Εκείνο που η Καθ' ης αμφισβητεί είναι τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου και τούτο λόγω κατ' ισχυρισμό ρήτρας διαιτησίας που περιέχεται στο έγγραφο που κατατέθηκε ως Τεκμήριο Α με την Ένσταση. Το γεγονός αυτό, η ύπαρξη δηλαδή συμφωνίας για διαιτησία, αμφισβητήθηκε από την Αιτήτρια, η οποία υποστήριξε, μέσω της ΣΕΔ Ευρυπίδου, πως ουδέποτε της δόθηκε το υπό αναφορά Έγγραφο και σε κάθε περίπτωση δεν φέρει την υπογραφή της. Όπως ορθά υπέδειξε η συνήγορος της Αιτήτριας, δεν είναι το κατάλληλο στάδιο για αξιολόγηση της μαρτυρίας και για εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων επί του πραγματικού και νομικού υποβάθρου της υπόθεσης. Όπως, εξάλλου, υποδείχθηκε στην υπόθεση T.A. Migrologic Computer Cons. Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802, «δεν χρειάζεται στο στάδιο αυτό να αποδειχθεί το ουσιαστικό δικαίωμα, αλλά σοβαρές ενδείξεις για την πιθανότητα ύπαρξης του». Άλλωστε, ως έχει υποδειχθεί πιο πάνω, η κατ' ισχυρισμό συμφωνία των μερών για παραπομπή των διαφορών τους σε διαιτησία, αποτελεί αντικείμενο άλλης αίτησης, την οποία καταχώρισε η Εναγόμενη, επιδιώκοντας την απόρριψη ή την αναστολή της διαδικασίας. Η υπό αναφορά αίτηση είναι ορισμένη για οδηγίες στις 16/03/2021 και εκκρεμεί η καταχώριση ένστασης από την Ενάγουσα. Όσον αφορά το λόγο ένστασης για κατάχρηση της διαδικασίας λόγω, κατ' ισχυρισμό, εκκρεμότητας άλλων αγωγών στην Κύπρο και στο Ντουμπάι, συμφωνώ με τη θέση της συνηγόρου της Αιτήτριας πως δεν έχει καταδειχθεί οποιαδήποτε διασύνδεση των διαδίκων ή των επίδικων θεμάτων με την παρούσα αγωγή. Κρίνεται, συνεπώς, εντελώς αβάσιμος ο σχετικός λόγος ένστασης, ο οποίος, εν πάση περιπτώσει, φαίνεται να έχει εγκαταλειφθεί, αφού δεν προωθήθηκε με την αγόρευση της συνηγόρου της Καθ' ης. Υπό τα πιο πάνω δεδομένα, κρίνεται ότι έχουν στοιχειοθετηθεί οι πρώτες δύο προϋποθέσεις του άρθρου 32. Προτού, όμως, προχωρήσω να εξετάσω την τρίτη προϋπόθεση και το κατά πόσο είναι ορθό και δίκαιο να εκδοθούν τα διατάγματα, κρίνω πως θα ήταν ορθότερο να εξεταστεί το παράπονο της Καθ' ης για μη αποκάλυψη του Τεκμηρίου Α στην Ένσταση και κατά συνέπεια της μη αποκάλυψης της ρήτρας διαιτησίας και του γεγονότος ότι η συμφωνία διεπόταν από το δίκαιο του DIFC. Αποτελεί καλά θεμελιωμένη νομολογιακή αρχή ότι ο διάδικος που προσφεύγει στο Δικαστήριο μονομερώς έχει καθήκον να αποκαλύψει όλα τα ουσιώδη γεγονότα που θα μπορούσαν, δυνητικά, να επιδράσουν στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για τη χορήγηση της αιτούμενης θεραπείας. Όπως έχει ευρέως νομολογηθεί, η αποκάλυψη συναρτάται με την καλή πίστη η οποία πρέπει να επιδεικνύεται σε κάθε περίπτωση που επιδιώκεται θεραπεία, στην απουσία της αντίδικης πλευράς (βλ., μεταξύ άλλων, Demstar Ltd v. Zim Israel Nav. Co Ltd κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 597, Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 Α.Α.Δ. 598, Rybolovlev v. Rybolovleva
(2010)1 Α.Α.Δ. 82 και Commerzbank Auslandsbanken Holding AG κ.α. ν. Adeona Holdings Limited, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε6/2014, ημερ. 27/02/20215). Ως προς το τι οφείλει να αποκαλύψει ένας Αιτητής που απευθύνεται μονομερώς στο Δικαστήριο, σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση M. & Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.ά. v. Timberland Co of USA
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791: «. Δεν αποτελεί υποχρέωση του αιτούντος την έκδοση προσωρινού διατάγματος να αποκαλύψει γεγονότα για τα οποία δεν έχει άμεση γνώση. Ούτε είναι υποχρέωσή του να προβάλλει αντεκδικήσεις, εκ μέρους τρίτων προς τα δικαιώματά του, τις οποίες αμφισβητεί. Το ουσιώδες ενός ζητήματος προσδιορίζεται στο πλαίσιο της αντιδικίας των μερών. Ότι πρέπει να αποκαλυφθεί, σε κάθε περίπτωση, είναι γεγονότα γνωστά στον αιτητή ή γεγονότα τα οποία θα μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογες προσπάθειες, τα οποία σχετίζονται με: (α) το βάσιμο του δικαιώματός του όπως διαγράφεται στο δικόγραφό του, και (β) τη σοβαρότητα του ζητήματος το οποίο εγείρεται, καθώς και (γ) την πιθανότητα επιτυχίας.». Στην υπό κρίση υπόθεση, η συνήγορος της Καθ' ης εισηγήθηκε πως η Αιτήτρια ηθελημένα απέκρυψε την ύπαρξη του Τεκμηρίου Α, με πρόθεση να παραπλανήσει το Δικαστήριο περί της ύπαρξης ρήτρας διαιτησίας και του εφαρμοστέου δικαίου του DIFC. Η συνήγορος της Αιτήτριας από την άλλη, εισηγήθηκε πως ουδεμία απόκρυψη υπήρξε, υποστηρίζοντας ότι το Έγγραφο Α δεν ήταν στην κατοχή της Αιτήτριας, αφού ουδέποτε της είχε δοθεί από την Καθ' ης. Ανεξάρτητα από αυτό, η συνήγορος υπέδειξε πως τα διατάγματα δεν εκδόθηκαν στη βάση της μονομερούς Αίτησης και κατά συνέπεια δεν εγείρεται ζήτημα απόκρυψης ουσιώδους γεγονότος, αφού η Αίτηση επιδόθηκε στην Καθ' ης και καταχώρισε Ένσταση. Κρίνεται, εσφαλμένη η θέση πως η τυχόν προσπάθεια παραπλάνησης του Δικαστηρίου «θεραπεύεται», όταν η Αίτηση επιδοθεί στην άλλη πλευρά, χωρίς να έχουν εκδοθεί μονομερώς τα διατάγματα. Εκείνο που έχει σημασία είναι το κατά πόσο ο Αιτητής απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα που θα μπορούσαν να επιδράσουν στην απόφαση του Δικαστηρίου, ανεξάρτητα εάν, τελικώς, δεν εκδόθηκαν μονομερώς τα διατάγματα. Όπως ορθά υποδείχθηκε από την Στ. Χατζηγιάννη, Π.Ε.Δ., στην πιο πάνω αναφερθείσα απόφαση (National Bank Trust) παρόμοιο ζήτημα απασχόλησε το Εφετείο στην υπόθεση Rostovstev v. Shchukin, Πολ. Έφεση Αρ. Ε415/2016, ημερ. 05/07/2019, όπου δεν είχαν εκδοθεί μονομερώς τα διατάγματα. Το ζητούμενο, συνεπώς, είναι κατά πόσο υπήρξε απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος. Ουσιώδες, ως έχει νομολογηθεί κατά κόρον, είναι το γεγονός που θα μπορούσε να είχε επίδραση στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την χορήγηση της αιτούμενης με τη μονομερή Αίτηση θεραπείας. Στην κρινόμενη περίπτωση έχει ήδη αποφασιστεί πως δεν θα ήταν ορθό να αποφασιστεί, σ' αυτό στο στάδιο, εάν η Αιτήτρια κατείχε ή γνώριζε για την ύπαρξη του υπό αναφορά εγγράφου, ενόψει του ισχυρισμού πως δεν της είχε δοθεί από την Καθ' ης και ότι το μόνο έγγραφο που της είχε δοθεί ήταν το πιστοποιητικό, Τεκμήριο 5. Το ζήτημα, όμως, δεν τελειώνει εδώ. Όπως εύστοχα υπέδειξε η συνήγορος της Καθ' ης, η Αιτήτρια στηρίζει την αξίωσή της σε χρεωστικό Ομόλογο (Τεκμήριο 5) που εκδόθηκε προς όφελος της από την Καθ' ης ως ασφάλεια για τα ποσά που είχε καταβάλει στην Καθ' ης, στη βάση συμφωνίας παραχώρησης δανείου και/ή διευκολύνσεων. Το γεγονός αυτό, εξάλλου, διευκρινίζεται από την ευπαίδευτη συνήγορο της Αιτήτριας στη διευκρινιστική της γραπτή αγόρευση. Συγκεκριμένα στη σελίδα 2, υπό τον τίτλο «Το Πιστοποιητικό (Instrument) δεν είναι η συμφωνία των μερών», αναφέρει τα ακόλουθα: «Επίσης, μια σημαντική παρανόηση που πρόδηλα έχει γίνει από πλευράς των Καθ' ων η Αίτηση, είναι ότι αναφέρονται στο Πιστοποιητικό ως συμφωνία. Το Πιστοποιητικό αυτό καθαυτό δεν αποτελεί συμφωνία. Το Πιστοποιητικό είναι η εξασφάλιση για τη συμφωνία που έγινε μεταξύ των μερών όπου οι Αιτητές συμφώνησαν να δανείσουν τους Καθ' ων η Αίτηση συγκεκριμένο ποσό. Με απλά λόγια, το Πιστοποιητικό αποτελεί μέρος της υλοποίησης της συμφωνίας για δανεισμό. Όπως εξηγούν οι Αιτητές και στην Αρχική Ε/Δ Ευρυπίδου, σκοπός, μεταξύ άλλων, των Αιτητών ήταν «να παρέχει χρηματοδότηση στην Investar Investment Limited (οι «Καθ' ων η Αίτηση») και γ' αυτό κατέχει Μη Εξασφαλισμένα Μετατρέψιμα Χρεωστικά Ομόλογα (τα «Χρεωστικά Ομόλογα») τα οποία εκδόθηκαν από τους Καθ' ων η Αίτηση .» (βλ. παρ. 5), «Στις 13/06/2017 οι Καθ' ων η Αίτηση συνήψαν με τους Αιτητές δεόντως, κανονικά και νομότυπα συμφωνία πιστωτικών διευκολύνσεων, χρηματοδότησης και συγκεκριμένα ομολογιακού δανείου με τη μορφή χρεωστικών ομολόγων ("Notes", στο εξής τα «Χρεωστικά Ομόλογα»)» (βλ. παρ. 7) και «Στις 13/06/2017, οι Καθ' ων η Αίτηση, συμφώνησαν να εκδώσουν και εξέδωσαν προς όφελος των Αιτητών, το πιστοποιητικό έκδοσης των Χρεωστικών Ομολόγων με ονομαστική αξία USD6.500.000,00 (το "Πιστοποιητικό») ως εξασφάλιση». (*Υπογραμμίσεις δικές μας).» Παρά τις πιο πάνω αναφορές για την ύπαρξη συμφωνίας ομολογιακού δανείου, η Ενάγουσα απέφυγε να αποκαλύψει τους όρους της και αρκέστηκε να αμφισβητήσει τη γνησιότητα του Εγγράφου Α, υποστηρίζοντας, παράλληλα, πως δεν ήταν αυτή η συμφωνία, στη βάση της οποίας χορηγήθηκε το επίδικο δάνειο. Τα ερωτήματα που προκύπτουν, ένεκα της πιο πάνω στάσης της Αιτήτριας είναι πολλά: - Η συμφωνία αυτή - ομολογιακού δανείου, ως χαρακτηρίζεται από την Αιτήτρια - ήταν γραπτή ή προφορική; - Ήταν άλλη από αυτή που διατείνεται η Καθ' ης με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση, δηλαδή το Τεκμήριο Α; - Υπήρχε ή δεν υπήρχε σ' αυτήν όρος για παραπομπή σε διαιτησία και για το δίκαιο που θα διέπει τη συμφωνία; Τα ερωτήματα αυτά παρέμειναν αναπάντητα ακόμη και μετά που η Αίτηση πήρε τη μορφή δια κλήσεως. Παρότι, η Καθ' ης υποστήριξε ότι η συμφωνία ήταν το Τεκμήριο Α στην Ένσταση, η Αιτήτρια περιορίστηκε να αρνηθεί την ύπαρξη τέτοιας συμφωνίας, υποδεικνύοντας πως δεν φέρει την υπογραφή της και αφήνοντας σκιές όσον αφορά τη γνησιότητα της. Παρέλειψε, όμως, να αποκαλύψει την κατ' ισχυρισμό συμφωνία, ως όφειλε να είχε πράξει εξ αρχής, δεδομένου ότι η αξίωση της στηρίζεται σε εξασφάλιση που δόθηκε για δάνειο, το οποίο παραχωρήθηκε με βάση την περί ου ο λόγος συμφωνία. Εύλογα συνάγεται από τα πιο πάνω, ότι η Αιτήτρια, παραλείποντας να αναφερθεί στο περιεχόμενο της κατ' ισχυρισμό συμφωνίας ομολογιακού δανείου ή/και να την καταθέσει ως Τεκμήριο (όπως έπραξε για το Πιστοποιητικό, Τεκμήριο 5) παρέβη την υποχρέωση που είχε για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη. Επρόκειτο δε για ουσιώδη μαρτυρία, αφού πιθανό να υπάρχουν σ' αυτήν όροι για παραπομπή σε διαιτησία, ως ισχυρίζεται η Καθ' ης και/ή για το ισχύον δίκαιο. Η πιο πάνω διαπίστωση κρίνεται καταλυτική για την έκβαση της Αίτησης. Η παράλειψη της Αιτήτριας να αποκαλύψει τα πιο πάνω ουσιώδη γεγονότα, της αποστερούσε εξαρχής το δικαίωμα να αποταθεί στο Δικαστήριο με μονομερή αίτηση, ζητώντας θεραπείες του δικαίου της επιείκειας. Όπως δε επισημάνθηκε πιο πριν, το γεγονός ότι δεν εξασφαλίστηκαν μονομερώς τα Διατάγματα, δεν μπορεί να θεραπεύσει την παράλειψη της. Πολύ δε περισσότερο στην κρινόμενη υπόθεση όπου η Αιτήτρια τήρησε την ίδια στάση μέχρι τέλους, στερώντας από το Δικαστήριο σημαντική πληροφόρηση ως προς τις ανωτέρω ουσιώδεις πτυχές της υπόθεσης, που άπτονται της δικαιοδοσίας του να εκδικάσει την ουσία της αγωγής. Επί του ζητήματος, όμως, αυτού το Δικαστήριο δεν θα επεκταθεί περαιτέρω, δεδομένου ότι εκκρεμεί Αίτηση της Εναγόμενης για αναστολή της διαδικασίας λόγω, κατ' ισχυρισμό ρήτρας διαιτησίας. Αναμένεται ότι στα πλαίσια της υπό αναφοράν Αίτησης, θα τεθούν από τους διάδικους όλα τα ουσιώδη γεγονότα που περιβάλλουν τις συνθήκες συνομολόγησης της συμφωνίας δανείου την οποία επικαλείται η Αιτήτρια αλλά παρέλειψε να αποκαλύψει στην παρούσα διαδικασία. Ενόψει των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η περίπτωση είναι κατάλληλη για απόρριψη της Αίτησης, λόγω απόκρυψης από την Αιτήτρια των πιο πάνω ουσιωδών γεγονότων. Παρά την πιο πάνω κατάληξη μου, για σκοπούς πληρότητας, στην περίπτωση που ήθελε κριθεί κατόπιν έφεσης πως δεν δικαιολογείται η απόρριψη της Αίτησης, λόγω μη αποκάλυψης της συμφωνίας δανείου ή/και των όρων αυτής, εκτιμώ ότι ικανοποιείται η τρίτη προϋπόθεση. Τούτο, γιατί με βάση τα γεγονότα που εκτίθενται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, έχει καταδειχθεί προσπάθεια αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων της Εναγόμενης. Αρκεί να υποδειχθεί ότι φέρεται να έχει ήδη μεταβιβάσει σε τρίτα πρόσωπα, τη θυγατρική εταιρεία της στη Μολδαβία ή/και την ακίνητη περιουσία που αφορά στην επένδυση για την οποία παραχωρήθηκε το επίδικο δάνειο. Σε σχέση με το ισοζύγιο της ευχέρειας, θα περιοριστώ να υποδείξω πως με την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος παγοποίησης, θα διατηρηθεί το status qvo, ενώ σε περίπτωση που δεν θα εκδιδόταν, θα ενυπήρχε ο κίνδυνος πρόκλησης μεγαλύτερης αδικίας στην Αιτήτρια, από τυχόν αποξένωση όλων των περιουσιακών στοιχείων που κατέχει σήμερα η Καθ' ης. Για τους λόγους, όμως, που έχω εξηγήσει, η Αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ της Εναγόμενης/Καθ' ης και εναντίον της Ενάγουσας/Αιτήτριας, όπως θα υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή, αλλά θα είναι πληρωτέα στο τέλος. (Υπ.) Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /κπ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο