← Κύπρος

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ΜΙΧΑΗΛ κ.α., Αγωγή Αρ. 6953/2012, 30/3/2021

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ΜΙΧΑΗΛ κ.α., Αγωγή Αρ. 6953/2012, 30/3/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A222 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ꞉Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 6953/2012 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ (Πρώην Cyprus Popular Bank Public Co Ltd)[1] Ενάγουσας και

  1. XXXXX ΜΑΥΡΟΥ
  2. XXXXX ΙΩΑΝΝΟΥ ΜΙΧΑΗΛ
  3. XXXXX ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΜΑΥΡΟΥΔΗ Εναγομένων Ημερομηνία꞉ 30 Μαρτίου, 2021 Εμφανίσεις꞉ Για την Ενάγουσα꞉ κα Στέλλα Ηλιάδου, για Τάσσος Παπαδόπουλος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για την Εναγόμενη 2꞉ κ. Κ. Ορφανίδης, για Ορφανίδης, Χριστοφίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ
  4. ΕΙΣΑΓΩΓΗ. 1.
  5. Η Ενάγουσα, με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, η οποία καταχωρήθηκε με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, αξιώνει εναντίον της Εναγόμενης αρ. 2 το ποσό των €64.942,38σ. ως ποσό που οφείλεται δυνάμει έγγραφων συμφωνιών ή/και δανείων ή/και συμφωνιών εγγύησης ή/και ως οφειλόμενο υπόλοιπο τραπεζικών διευκολύνσεων, πλέον τόκο 12% από 1/7/12 μέχρι εξόφλησης, με κεφαλαιοποίηση του τόκου 2 φορές ετησίως. 1.
  6. Επίσης, η Ενάγουσα αξιώνει εναντίον της Εναγομένης 2 την έκδοση διαταγμάτων για πώληση με δημόσιο πλειστηριασμό του ενυπόθηκου ακινήτου υπ' αριθμό XXXXX/2010 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσίας με αριθμό εγγραφής 10/1629 (ημερ. 22/3/2000), Φύλλο/Σχέδιο 30/06Ε1, Τεμ, XXXXX, οικόπεδο στον Απόστολο Βαρνάβα & Άγιο Μακάριο, Στρόβολο, Λευκωσία, μερίδιο ½. Οι πιο πάνω αξιώσεις βασίζονται στην επίδικη συμφωνία εγγύησης, η οποία αποτελεί τη βάση του αγώγιμου δικαιώματος της Ενάγουσας εναντίον της Εναγόμενης αρ.
  7. 1.
  8. Επιπλέον, η Ενάγουσα αξιώνει να επιδικασθούν υπέρ της τα έξοδα της αγωγής, πλέον ΦΠΑ, πλέον νόμιμο τόκο. 1.
  9. Το κλητήριο ένταλμα περιείχε και άλλες αξιώσεις, οι οποίες αφορούσαν τους Εναγόμενους 1 και 3, είτε ξεχωριστά είτε αλληλέγγυα με την Εναγόμενη
  10. Ωστόσο, η παρούσα αγωγή έχει αποσυρθεί για τους Εναγόμενους αρ. 1 και 3 στις 28/02/2020, με έξοδα υπέρ της Ενάγουσας και η ακρόαση της αγωγής διεξήχθη εναντίον της Εναγόμενης αρ. 2 μόνο.
  11. ΟΙ ΔΙΚΟΓΡΑΦΗΜΕΝΕΣ ΕΚΔΟΧΕΣ. Η ΕΚΘΕΣΗ ΑΠΑΙΤΗΣΗΣ. 2.1 Σύμφωνα με όσα δικογραφήθηκαν στην Έκθεση Απαίτησης (στο εξής «η Ε/Α»), ο Εναγόμενος 1 σύναψε τέσσερις ξεχωριστές συμφωνίες με την Ενάγουσα για την απόκτηση τραπεζικών διευκολύνσεων. 2.1.1 Η «Πρώτη Συμφωνία» συνήφθη στις 9.5.2008 και αφορούσε τρεχούμενο λογαριασμό με όριο, η λειτουργία του οποίου τερματίστηκε από την Ενάγουσα με επιστολή ημερ. 6.6.12, καλώντας τον Εναγόμενο 1 να αποπληρώσει το οφειλόμενο υπόλοιπο λογαριασμού, κάτι που ο Εναγόμενος 1 αμέλησε και/ή παρέλειψε να πράξει (βλ. τις παρα. 1 έως 5 της Ε/Α), γι' αυτό και ηγέρθηκε εναντίον του η αγωγή με αξιώσεις ως τα αιτητικά Ε και Στ επί του κλητηρίου. 2.1.2 Η «Δεύτερη Συμφωνία» συνήφθη για σκοπούς χορήγησης στον Εναγόμενο 1 δανείου €65.000 με τόκο 7,5% ετησίως από 5.7.2010 το οποίο θα εξοφλήτο σε 120 μηνιαίες δόσεις των €767,68σ. έκαστη. Ο λογαριασμός δανείου τερματίστηκε από την Ενάγουσα με επιστολή ημερ. 6.6.12, καλώντας τον Εναγόμενο 1 να αποπληρώσει το οφειλόμενο υπόλοιπο λογαριασμού, κάτι που ο Εναγόμενος 1 αμέλησε και/ή παρέλειψε να πράξει (βλ. τις παρα. 6 έως 9 της Ε/Α), γι' αυτό και ηγέρθηκε εναντίον του η αγωγή με αξιώσεις ως τα αιτητικά Ζ και Η επί του κλητηρίου. 2.1.3 Η «Τρίτη Συμφωνία» ημερ. 23.2.90 (βλ. τις παρα. 10 έως 14 της Ε/Α) και η «Τέταρτη Συμφωνία» ημερ. 9.3.90 (βλ. τις παρα. 15 έως 19 της Ε/Α) αφορούσαν στη χορήγηση πιστωτικών καρτών προς τον Εναγόμενο 1, ο λογαριασμός των οποίων επίσης τερματίστηκε από την Ενάγουσα στις 6.6.12, καλώντας τον Εναγόμενο 1 να αποπληρώσει το υπόλοιπο λογαριασμού. 2.2 Η εμπλοκή της Εναγόμενης 2 στα γεγονότα της υπόθεσης αρχίζει από τη στιγμή που αυτή σύναψε στις 26.5.2010 έγγραφη συμφωνία με την Ενάγουσα, διά της οποίας συμφωνίας αυτή εγγυήθηκε όλες τις υποχρεώσεις του Εναγόμενου 1 προς την Ενάγουσα, οι οποίες αποτελούσαν απόρροια από τη «Δεύτερη Συμφωνία», ημερ. 27.5.2010, μέχρι του ποσού των €65.000,00σ. πλέον τόκους, προμήθειες και τραπεζικά δικαιώματα, μέχρι πλήρους εξόφλησης. 2.3 Περαιτέρω η εμπλοκή της Εναγόμενης 2 στα γεγονότα της υπόθεσης προκύπτει μέσα από τη Δήλωση Υποθήκης υπ' αριθμό XXXXX/2010 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσίας, δυνάμει της οποίας η Εναγόμενη 2 υποθήκευσε το ½ μερίδιο που είχε στο ακίνητο με αριθμό εγγραφής 10/1629 (ημερ. 22/3/2000), Φύλλο/Σχέδιο 30/06Ε1, Τεμ, XXXXX, οικόπεδο στον Απόστολο Βαρνάβα & Άγιο Μακάριο, Στρόβολο, Λευκωσία, για το ποσό των €65.000,00σ. πλέον τόκο 9,5% από 31.5.2010, μέχρι πλήρους εξόφλησης, με κεφαλαιοποίηση των τόκων 2 φορές τον χρόνο, σε πρώτη ζήτηση της Ενάγουσας. 2.4 Είναι η θέση της Ενάγουσας ότι με επιστολές ημερ. 27.4.2012 και 6.6.2012 αυτή ενημέρωσε την Εναγόμενη 2 για την παράλειψη του Εναγόμενου 1 να εξοφλήσει τα χρεωστικά υπόλοιπα των λογαριασμών του, καθώς και για τον τερματισμό των λογαριασμών του και για την αύξηση του επιτοκίου (βλ. την παρα. 25 της Ε/Α). 2.5 Είναι επίσης η θέση της Ενάγουσας ότι παρά τις επανειλημμένες προφορικές και γραπτές παρακλήσεις της ίδιας και των δικηγόρων της με επιστολές ημερ. 28.5.12, οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 αρνούνταν και/ή παρέλειψαν να εξοφλήσουν τα οφειλόμενα υπόλοιπα λογαριασμών δυνάμει των προαναφερθεισών συμφωνιών, γι' αυτό και καταχώρησε την αγωγή.
  12. ΕΚΘΕΣΗ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ. 3.
  13. Καταχωρήθηκε στις 27.2.2013 ένα ενιαίο έγγραφο Έκθεσης Υπεράσπισης και για τους τρεις Εναγομένους, εφόσον εκπροσωπούνταν από το ίδιο δικηγορικό γραφείο. Αρνούνται όλους μαζί και καθένα ξεχωριστά τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας και αντιτάσσουν τη δική τους εκδοχή. 3.
  14. Κατ' αρχάς αναφέρεται ότι οι Εναγόμενοι 1 και 3, για τους οποίους θυμίζω ότι η αγωγή αποσύρθηκε, συνδέονταν μεταξύ τους ως σύζυγοι. Από την άλλη, η Εναγόμενη 2 υπήρξε μέτοχος, όπως και η Εναγόμενη 3, στην εταιρεία MPS CHAMPION SPORTS LTD. 3.
  15. Περί τα μέσα του 2010, η Ενάγουσα ζήτησε από τον Εναγόμενο 1 να εμπλακεί στις σχέσεις της Ενάγουσας με την εταιρεία MPS CHAMPION SPORTS LTD (στο εξής «η εταιρεία») και όπως λάβει η Ενάγουσα εμπράγματες εξασφαλίσεις, για να συνεχίσει να παρέχει χρηματοδότηση στην εν λόγω εταιρεία. Εξαναγκάσθηκαν οι Εναγόμενοι να συγκατατεθούν και η Ενάγουσα ετοίμασε τα έγγραφα, τα οποία οι Εναγόμενοι υπέγραψαν στα γραφεία της Ενάγουσας, δεν είναι όμως σε θέση να γνωρίζουν το ακριβές περιεχόμενο των εγγράφων. 3.
  16. Η Εναγόμενη 2 (και τούτη ήταν και η θέση της Εναγόμενης 3) λέγει ότι υπέγραψε εγγύηση κατόπιν πίεσης της Ενάγουσας και υπό την απειλή ότι δεν θα παραχωρούνταν άλλες διευκολύνσεις στην εταιρεία τους και άρα θα οδηγείτο στην καταστροφή. 3.
  17. Επιπρόσθετα και/ή διαζευκτικά είναι η θέση της Εναγόμενης 2 ότι η εγγύηση έπαυσε να ισχύει και/ή να παράγει αποτελέσματα, λόγω των πράξεων και/ή της συμπεριφοράς της Ενάγουσας. 3.
  18. Ειδικότερα, είναι η θέση της ότι οι όροι του δανείου είναι άδικοι και/ή παράνομοι και/ή επαχθείς λόγω κατάχρησης της δεσπόζουσας θέσης της Ενάγουσας, η οποία προέβλεψε ότι μονομερώς δικαιούτο να μεταβάλλει το επιτόκιο, πράγμα που έπραξε, καθώς επίσης επέβαλε τόκο υπερημερίας κατά 10% μεγαλύτερο από το συμβατικό επιτόκιο. 3.
  19. Πέραν των πιο πάνω, η Εναγόμενη 2 δικογραφεί λεπτομέρειες για να εξηγήσει γιατί ισχυρίζεται ότι υπέγραψε την Εγγύηση κατόπιν ψευδών παραστάσεων και/ή απάτης της Ενάγουσας ή/και κατόπιν ψυχικής πίεσης. 3.
  20. Όσον αφορά τις ισχυριζόμενες ψευδείς παραστάσεις και/ή την ισχυριζόμενη απάτη, η Εναγόμενη 2 δικογραφεί συγκεκριμένα τις εξής λεπτομέρειες։ 3.8.
  21. Η Ενάγουσα θετικά βεβαίωνε τους Εναγόμενους ότι με τις συμφωνίες θα εξευρίσκετο διευθέτηση των υποχρεώσεων της εταιρείας και θα διασφαλίζετο η βιωσιμότητά της χωρίς την ανάγκη λήψης δικαστικών μέτρων. 3.8.
  22. Η Ενάγουσα θετικά βεβαίωνε τους Εναγόμενους ότι η συμφωνία και/ή οι λοιπές συμφωνίες θα αύξαναν την επικερδότητα της εταιρείας και/ή τη ρευστότητά της, έτσι που να διευθετούνταν οι υποχρεώσεις της. 3.8.
  23. Παράβηκαν το καθήκον τους και/ή την υποχρέωσή τους προς τους Εναγόμενους, και/ή έναν έκαστο από αυτούς, να τους εξωθήσουν σε ανεξάρτητη συμβουλή για τις οικονομικές και/ή νομικές συνέπειες των συμφωνιών, με αποτέλεσμα να επωφελούνται της κατάστασης αυτής. 3.
  24. Όσον αφορά την ισχυριζόμενη ψυχική πίεση, η Εναγόμενη 2 δικογράφησε τις εξής λεπτομέρειες։ 3.9.
  25. Η Ενάγουσα ήταν σε θέση πραγματικής ή προφανούς εξουσίας επί των Εναγομένων, καθ'ότι βρισκόντουσαν σε θέση εμπιστοσύνης έναντι τους. 3.9.
  26. Η Ενάγουσα παρέλειψε να διερευνήσει ότι η σχέση μεταξύ της Εναγόμενης 3 και του Εναγόμενου 1 ήταν σχέση συζύγων. 3.9.
  27. Η Ενάγουσα παρέλειψε να πάρει εύλογα μέτρα ώστε οι Εναγόμενοι να αντιληφθούν τους κινδύνους και/ή τις οικονομικές συνέπειες των δανείων και/ή των εγγυήσεων και/ή των υποθηκών. 3.9.
  28. Η Ενάγουσα προχώρησε στη σύναψη της υποθήκης Υ7805/10 από την Εναγόμενη 2, παραλείποντας να εξηγήσει τις νομικές συνέπειες και/ή κινδύνους της συναλλαγής. 3.
  29. Η Εναγόμενη 2 αρνείται ότι υπέγραψε συμφωνία εγγύησης για τις υποχρεώσεις του Εναγόμενου 1 στη «Δεύτερη Συμφωνία», όπως αναφέρεται στην παρα. 20 της Ε/Α, και απορρίπτει ότι η Ενάγουσα την ενημέρωσε για τα ισχυριζόμενα χρεωστικά υπόλοιπα και για την αύξηση του επιτοκίου. 3.
  30. Περαιτέρω, η Εναγόμενη 2 αρνείται ότι κλήθηκε από την Ενάγουσα να εξοφλήσει τα χρεωστικά υπόλοιπα των λογαριασμών του Εναγόμενου
  31. ΑΠΑΝΤΗΣΗ. 4.
  32. Δεν φαίνεται στο φάκελο να καταχωρήθηκε Απάντηση από την Ενάγουσα.
  33. Η ΑΚΡΟΑΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ. 5.
  34. Για ν' αποδείξει την υπόθεσή της, η Ενάγουσα παρουσίασε στο Δικαστήριο έναν μόνο μάρτυρα, τον κ. XXXXX Αδαμίδη (ΜΕ1) και για την Υπεράσπιση μαρτυρία έδωσε μόνον η Εναγόμενη 2 προσωπικά. 5.
  35. Όλη η μαρτυρία είναι καταγεγραμμένη στα επίσημα πρακτικά του Δικαστηρίου. Για σκοπούς της παρούσας απόφασης, παρατίθεται συνοπτικά και αναλύεται από το Δικαστήριο σε συσχετισμό με τα επίδικα θέματα, τόσο ως προς την πραγματική τους διάσταση όσο και ως προς τη νομική πτυχή της υπόθεσης.
  36. Η ΠΡΟΣΚΟΜΙΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ. 6.
  37. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΜΕ
  38. 6.
  39. Ο κ. XXXXX Αδαμίδης (ΜΕ1) κατέθεσε, ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης, η οποία σημειώθηκε ως τεκμήριο με ένδειξη «Έγγραφο Α». Στο πλαίσιο της ίδιας δήλωσης, παρουσίασε και κατέθεσε άλλα δεκατρία τεκμήρια, στα οποία θα αναφερθώ πιο κάτω. 6.
  40. Κατ' αρχάς, ο ΜΕ1 δήλωσε επί του όρκου του ότι ο ίδιος άρχισε να εργάζεται στην υπηρεσία της Ενάγουσας από το Μάρτιο του
  41. Όσον αφορά τα έγγραφα που παρουσίασε και κατέθεσε στο Δικαστήριο, διευκρίνισε ότι αυτά ήταν φυλαγμένα στο αρχείο της Ενάγουσας, όπου ο ίδιος έχει απρόσκοπτη πρόσβαση. Γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα της υπόθεσης από προσωπική εμπλοκή και από μελέτη των εγγράφων. Είναι πλήρως και δεόντως εξουσιοδοτημένος από την Ενάγουσα για να μαρτυρήσει ενώπιον του Δικαστηρίου. Για όσα γεγονότα δεν έχει ο ίδιος προσωπική γνώση, αναφέρει την πηγή της πληροφόρησής του, ενώ για νομικά θέματα έχει συμβουλευθεί τους συνηγόρους της Ενάγουσας. 6.
  42. Ανάμεσα στα έγγραφα που κατέθεσε ως Τεκμήρια στο Δικαστήριο ο ΜΕ1, ήταν η λεγόμενη «Δεύτερη Συμφωνία», η οποία, ως η δικογραφημένη εκδοχή της Ενάγουσας, συνήφθη για σκοπούς χορήγησης στον Εναγόμενο 1 δανείου €65.000 με τόκο 7,5% ετησίως από 5.7.2010 το οποίο θα εξοφλήτο σε 120 μηνιαίες δόσεις των €767,68σ. έκαστη. Πρόκειται για το κατατεθέν Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Α. Από την άλλη, η επίδικη Συμφωνία Εγγύησης που υπεγράφη στις 27.5.2010 από την Εναγόμενη 2 είναι το κατατεθέν από τον ΜΕ1 Τεκμήριο 9 υπό Έγγραφο Α. Η συναφής με αυτήν Δήλωση Υποθήκης της Εναγομένης 2 είναι το κατατεθέν από τον ΜΕ1 Τεκμήριο 10 υπό Έγγραφο Α. 6.
  43. Παρά το γεγονός ότι και στα πιο πάνω τρία επίμαχα έγγραφα ως τα Τεκμήρια 3, 9 και 10 υπό Έγγραφο Α, η τράπεζα με την οποία συμβλήθηκε η Εναγόμενη 2 ήταν η Marfin Popular Bank Public Co Ltd, εντούτοις ο ΜΕ1 εξήγησε στο Δικαστήριο (βλ. τις παρα. 7 και 8 του Εγγράφου Α) γιατί η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (Bank of Cyprus Public Company Ltd), εκ μέρους της οποίας ο ίδιος εμφανίζεται ως μάρτυρας στο Δικαστήριο, έχει δικαίωμα να προωθεί την παρούσα δικαστική διαδικασία ως ο μοναδικός δικαιούχος του αγώγιμου δικαιώματος που απορρέει από την παράβαση της Συμφωνίας Εγγύησης ως το Τεκμήριο 9 και από τη Δήλωση Υποθήκης ως το Τεκμήριο 10 υπό Έγγραφο Α. 6.
  44. Συγκεκριμένα, ο ΜΕ1 εξήγησε ότι στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (Bank of Cyprus Public Company Ltd) μεταβιβάστηκαν όλα τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις της πρώην Cyprus Popular Bank Public Co. Ltd. (η οποία διαδέχθηκε προηγουμένως την Marfin Popular Bank Public Co Ltd), δυνάμει Διατάγματος με αρ. ΚΔΠ 104/2013 του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, το οποίο εκδόθηκε βάσει των άρθρων 5

(12)(α), 7
(1)και 9 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013 (Ν.17(Ι)/13)). Αντίγραφο του προαναφερόμενου Διατάγματος ως η ΚΔΠ 104/2013 κατατέθηκε από τον ΜΕ1 ως Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Α στο Δικαστήριο. 6.
  1. Σε ό,τι αφορά τη Δανειακή Σύμβαση (πιο πάνω αναφερόμενη ως «Δεύτερη Συμφωνία») του Εναγόμενου 1, την οποία εγγυήθηκε η Εναγόμενη 2, ο ΜΕ1 παρουσίασε περαιτέρω έγγραφα ως τα ακόλουθα τεκμήρια։ 6.7.
  2. Ως Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Α, Κατάλογο Επιτοκίων και Χρεώσεων, τον οποίο κατ' ισχυρισμό παρέδωσε στον Εναγόμενο 1 η Τράπεζα κατά την ημερομηνία υπογραφής της Δανειακής Σύμβασης. 6.7.
  3. Ως Τεκμήριο 5 υπό Έγγραφο Α, τους Γενικούς Όρους και Κανονισμούς της Τράπεζας που επίσης, ως η θέση της Τράπεζας, παραδόθηκαν στον Εναγόμενο 1 κατά την ημερομηνία υπογραφής της Δανειακής Σύμβασης. 6.
  4. Για ν' αποδείξει τη θέση της Ενάγουσας ότι η Εναγόμενη 2, προτού υπογράψει τη Σύμβαση Εγγύησης, είχε την ευκαιρία και το χρόνο να δει από προηγουμένως τους όρους της Δανειακής Σύμβασης (ήτοι της «Δεύτερης Συμφωνίας» του Εναγόμενου 1) και να αποφασίσει αν θα προχωρούσε σε υπογραφή της Σύμβασης Εγγύησης υπό τους όρους εκείνους, ο ΜΕ1 παρουσίασε και κατέθεσε στο Δικαστήριο το Τεκμήριο 8 υπό Έγγραφο Α. Πρόκειται για επιστολή, ημερ. 26.5.2010, σε πρωτότυπη μορφή, η οποία απευθύνεται ονομαστικά προς την Εναγόμενη 2, η οποία υπογράφεται από δύο λειτουργούς της Τράπεζας και επεξηγεί τους ισχύοντες όρους της Δανειακής Σύμβασης καθώς και τα δικαιώματα της τράπεζας για μεταβολή αυτών και μέχρι ποιου βαθμού μονομερώς. Σε ξεχωριστή σελίδα, στην ίδια δέσμη υπό το Τεκμήριο 8 υπό Έγγραφο Α, υπάρχει υπογεγραμμένη από την Εναγόμενη 2 στις 27.5.2010, η Δήλωση της ίδιας ότι «Έχω παραλάβει, μελετήσει και κατανοήσει την παρούσα επιστολή προ της υπογραφής από εμένα της σύμβασης εγγύησης αναφορικά με την παραχώρηση και/ή τη συνέχιση της παραχώρησης της πιο πάνω χρηματοπιστωτικής διευκόλυνσης στον ως άνω αναφερόμενο Πρωτοφειλέτη. Έχω επίσης παραλάβει ταυτόχρονα τη «Δήλωση Περιουσιακών Στοιχείων» που ετοίμασε ο προτιθέμενος Πρωτοφειλέτης.». Ακολουθεί, άλλη ξεχωριστή μονοσέλιδη επιστολή της Τράπεζας, πάλιν σε πρωτότυπη μορφή, όπου ενημερώνεται η Εναγόμενη 2, έναντι της υπογραφής της, ότι η Τράπεζα δεν δύναται να προχωρήσει σε συναλλαγή μέχρις ότου συμπληρωθεί από την Εναγόμενη 2 το κατά πόσον η ίδια προτίθεται να συμβουλευτεί δικηγόρο, στην οποία περίπτωση η Τράπεζα χρειάζεται να λάβει και τη δική του γραπτή επιβεβαίωση ότι εκείνος της έχει εξηγήσει πλήρως τη σημασία των εγγράφων που θα υπογράψει και ποια πρακτικά αποτελέσματα θα έχουν για την ίδια, καθώς επίσης η Τράπεζα επεξηγεί στην ίδια επιστολή ότι σκοπός των προαναφερθέντων είναι να διασφαλισθεί ότι η Εναγόμενη 2 δεν θα μπορεί εκ των υστέρων να αμφισβητήσει τα έγγραφα των εξασφαλίσεων μετά που θα υπογράψει τα σχετικά έγγραφα και ότι είναι προς το συμφέρον της να συμβουλευθεί δικηγόρο της επιλογής της, άλλον από εκείνο που εκπροσωπεί τον Πρωτοφειλέτη, για να λάβει από εκείνον ανεξάρτητη νομική συμβουλή. Στην επιστολή αυτή, η Εναγόμενη 2 εμφανίζεται να έχει τελικά επιλέξει να υπογράψει δήλωση ότι «Δεν επιθυμώ να λάβω ανεξάρτητη νομική συμβουλή για το εν λόγω ζήτημα». 6.
  5. Προς απόδειξη του ποσού που η Τράπεζα αξιώνει να εισπράξει από την Εναγόμενη 2 ως υπόλοιπο Λογαριασμού της Δανειακής Σύμβασης (λεγόμενης «Δεύτερης Συμφωνίας» του Εναγόμενου 1 με την Τράπεζα), ο ΜΕ1 παρουσίασε και κατέθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 6 υπό Έγγραφο Α, αντίγραφο Κατάστασης Λογαριασμού Δανείου αρ.116-ΧΧ-ΧΧΧ208, ημερ. 26.11.12 που εμφάνιζε υπόλοιπο €67.168,97σ. και ως Τεκμήριο 7 υπό Έγγραφο Α, αναδομημένη κατάσταση του ιδίου Λογαριασμού, που έδειχνε ότι κατά ή περί την 7.2.20 το υπόλοιπο, με την κεφαλαιοποίηση των τόκων στο 9,5% (αντί 14%), δύο φορές το χρόνο, από την ημερομηνία τερματισμού (ήτοι από 6.6.2012), ανήλθε συνολικά σε €129.868,98σ. 6.
  6. Για ν' αποδείξει τη θέση της Ενάγουσας ότι η Τράπεζα την ενημέρωσε πριν τον τερματισμό της Δανειακής Σύμβασης ότι ο Εναγόμενος 1 ως Πρωτοφειλέτης δεν τηρούσε τις δανειακές του υποχρεώσεις, ο ΜΕ1 παρουσίασε και κατέθεσε στο Δικαστήριο։ 6.10.
  7. Ως Τεκμήριο 11 υπό Έγγραφο Α, δέσμη δύο επιστολών που η Τράπεζα απέστειλε προς τον Πρωτοφειλέτη - Εναγόμενο 1, ήτοι την επιστολή ημερ. 27.4.2012, με την οποία τον ενημέρωνε ότι αν δεν ανταποκρινόταν εντός 21 ημερών, τότε αυτή θα μετέβαλλε το επιτόκιο σε 14% ετησίως με ανατοκισμό δύο φορές τον χρόνο (1/7 και 1/1) μέχρι εξόφλησης και την επιστολή ημερ. 6.6.2012, με την οποία τον ενημέρωνε για τον τερματισμό της Δανειακής Σύμβασης. 6.10.
  8. Ως Τεκμήριο 12 υπό Έγγραφο Α, δέσμη των αντίστοιχων δύο επιστολών (ήτοι της προειδοποιητικής επιστολής ημερ. 27.4.2012 και της επιστολής τερματισμού ημερ. 6.6.2012) που στάληκε προς την Εναγόμενη
  9. 6.10.
  10. Ως Τεκμήριο 13 υπό Έγγραφο Α, την ενημερωτική Διπλοσυστημένη επιστολή της Τράπεζας προς τον Πρωτοφειλέτη και ξεχωριστά προς την Εναγόμενη 2, ημερ. 23.8.2012, με τις οποίες τους πληροφορούσε ότι αν δεν εξοφλούσαν μέσα σε 15 ημέρες τα αναφερόμενα ποσά, θα προχωρούσε στη λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον τους χωρίς άλλη ειδοποίηση. 6.
  11. Κατά την αντεξέτασή του, ο ΜΕ1 δήλωσε ότι, πριν τον Μάρτιο του 2013, ο ίδιος υπηρετούσε στη Λαϊκή Τράπεζα στο Τμήμα Είσπραξης Χρεών. Εργαζόταν στη Λαϊκή Τράπεζα από το 1994 κατ' ακρίβειαν. Ωστόσο, ο ίδιος δεν είδε ποτέ τους Εναγόμενους 1, 2 και 3, διότι δεν συμμετείχε στη διαπραγμάτευση των συμφωνιών. Δεν γνώριζε ο ΜΕ1 τους τραπεζικούς λειτουργούς που φαίνεται να υπέγραψαν τα Τεκμήρια 3, 9 και 10 υπό Έγγραφο Α, οπόταν δεν γνώριζε ούτε μπορούσε να αναγνωρίσει τις υπογραφές τους. Ερωτηθείς να πει αν είχε προσωπική γνώση για το κατά πόσον δόθηκαν στην Εναγόμενη 2 τα έγγραφα ως τα Τεκμήρια 4 και 5 υπό Έγγραφο Α, ο ΜΕ1 δήλωσε ότι ήταν σίγουρος ότι η διαδικασία της Τράπεζας για την υπογραφή εγγράφων παραχωρήσεως χρηματοδότησης προνοούσε ότι θα έπρεπε ανελλιπώς να παραδίδονται σε όλα τα εμπλεκόμενα μέρη οι κατάλογοι αυτών των χρεώσεων. Ο ίδιος πάντως ο ΜΕ1 δεν ήταν παρών για να γνωρίζει αν πράγματι δόθηκαν, απλώς επέμενε ότι η διαδικασία της Τράπεζας αυτό προέβλεπε. Όσον αφορά το Τεκμήριο 6 υπό Έγγραφο Α, ο ΜΕ1 επεσήμανε ότι φέρει την υπογραφή άλλου τραπεζικού λειτουργού, έχει ημερομηνία εκτύπωσης 25.11.2012 και ότι ο ίδιος ο ΜΕ1 έκανε τη διεργασία να συγκρίνει το υπόλοιπο που δείχνει το Τεκμήριο 6 με το Τραπεζικό βιβλίο που τηρεί η Τράπεζα στο αρχείο της και ήταν σωστό. Απεναντίας, το Τεκμήριο 7 ετοιμάστηκε από τον ίδιο τον ΜΕ1, ο οποίος έδωσε εντολή στον Ηλεκτρονικό Υπολογιστή τον προσωπικό του για την ετοιμασία και εκτύπωση της αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού. Παραδέχτηκε ο ΜΕ1 ότι στην κατάσταση λογαριασμού συνεχίζει να εμφαίνεται μία χρέωση ημερ. 31.12.2010 για ποσό ασφάλιστρων 315 ευρώ προς την ασφαλιστική εταιρεία Cypria Life, χωρίς όμως να γνωρίζει σε ποιον αφορούσε η ασφάλεια εκείνη. Δήλωσε ευθέως ο ΜΕ1 ότι για να μην σπαταλιέται ο χρόνος του Δικαστηρίου η Ενάγουσα 1 είναι πρόθυμη να διαγράψει και εκείνο το ποσό από την απαίτησή της. Τέλος, ο ΜΕ1 απάντησε σε διάφορες ερωτήσεις του συνηγόρου Υπεράσπισης σε σχέση με το ζήτημα του υπολογισμού του τόκου. Η Τράπεζα περιορίζει την απαίτησή της έτσι ώστε να ζητεί μόνο 9,5% από την ημερομηνία τερματισμού της συμφωνίας. Ο ΜΕ1 δεν δίστασε να ομολογήσει ότι δεν ήταν παρών κατά την υπογραφή του Τεκμηρίου 8 από την Εναγόμενη 2 και δεν είναι σε θέση να αναγνωρίσει τις υπογραφές των τραπεζικών λειτουργών που υπέγραψαν στο ίδιο έγγραφο. Μάρτυρας της υπογραφής δεν υπήρχε. Αρνήθηκε την υποβληθείσα σε αυτόν θέση ότι η Δανειακή Σύμβαση τερματίστηκε παράνομα και απάντησε ότι από όσα έχει διαβάσει, πιστεύει ότι τερματίστηκε νόμιμα.
  12. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ
  13. 7.
  14. Η Εναγόμενη 2 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής της το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης, την οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο με ένδειξη «Έγγραφο Β». Σε αυτήν η Εναγόμενη 2 υιοθέτησε κατ'ουσίαν το περιεχόμενο των ισχυρισμών που εκτίθενται στην Έκθεση Υπεράσπισης. Ισχυρίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου εκ νέου ότι εξαναγκάστηκε να υπογράψει τα έγγραφα της Τράπεζας, χωρίς να της επεξηγήσει κανείς το περιεχόμενό τους, επειδή αν δεν τα υπέγραφε θα σταματούσε η Τράπεζα να παρέχει διευκολύνσεις στην εταιρεία της οποίας η ίδια η Εναγόμενη 2 ήταν μέτοχος (ήτοι στην εταιρεία MPS CHAMPION SPORTS LTD). Ισχυρίστηκε ακόμη ότι, κατά την υπογραφή των εγγράφων αυτών, παρών ήταν μόνο ο τραπεζίτης τους και ουδείς άλλος μάρτυρας. Ισχυρίστηκε ότι η Τράπεζα δεν της επέτρεψε να επιθεωρήσει τους όρους της συμφωνίας ούτε να λάβει ανεξάρτητη νομική συμβουλή και οι όροι της εγγύησης δεν ήταν προϊόν διαπραγμάτευσης. Υπό την ψυχική πίεση ότι αν η ίδια δεν συναινούσε, τότε η εταιρεία, στην οποία η Εναγόμενη 2 ήταν μέτοχος ως αποδεικνύεται από το Μητρώο του Εφόρου Εταιρειών (βλ. το τεκμήριο με ένδειξη «Έγγραφο Γ»), θα καταστρεφόταν και γνωρίζοντας ότι η Τράπεζα ήταν και εξακολουθεί να είναι η οικονομικά δυνατή, σε θέση εξουσίας έναντί της, η Εναγόμενη 2 υπέγραψε τα έγγραφα. Κανείς δεν της εξήγησε τους όρους των συμφωνιών και τους κινδύνους από τη σύναψη της Υποθήκης XXXXX/
  15. Καμία ενημέρωση δεν έλαβε η ίδια για την κατάσταση λογαριασμού του πρωτοφειλέτη και για τις καθυστερήσεις του, η δε τράπεζα επέβαλε τον τόκο υπερημερίας 2% χωρίς να αποδείξει τη ζημιά της. 7.
  16. Απαντώντας σε περαιτέρω ερωτήσεις του συνηγόρου Υπεράσπισης, η Εναγόμενη 2 είδε τη Δανειακή Σύμβαση (Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Α) και τις υπογραφές των προσώπων που φέρεται να έχουν υπογράψει επ' αυτής ως μάρτυρες της υπογραφής του πελάτη (Εναγομένου 1), αλλά ισχυρίστηκε ότι στην πραγματικότητα δεν ήταν παρόντες κατά την υπογραφή της εν λόγω Σύμβασης οι εκεί αναφερόμενοι μάρτυρες Φρ. Πανταζίδου και Β. Δημητριάδου. Επίσης, όταν ο συνήγορος Υπεράσπισης έδειξε στην Εναγόμενη 2 τα Τεκμήρια 4 και 5 υπό Έγγραφο Α, αυτή ισχυρίστηκε ότι δεν τα είχε δει ποτέ προηγουμένως, ούτε της δόθηκαν οποτεδήποτε από την Τράπεζα. 7.
  17. Πριν την αντεξέταση της Εναγομένης 2, δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός από τη συνήγορο της Ενάγουσας ότι η Τράπεζα διατηρεί ξεχωριστή αγωγή, την υπ' αριθ. 7296/12 εναντίον της εταιρείας MPS CHAMPION SPORTS LTD και της ίδιας Εναγομένης 2, ενώ για τους Εναγομένους 3 και 4 (που είναι οι ίδιοι με τους εδώ Εναγομένους 1 και 3) η αγωγή εκείνη αποσύρθηκε λόγω του ότι κηρύχθηκαν σε πτώχευση. 7.
  18. Κατά την αντεξέτασή της, η Εναγόμενη 2 παραδέχτηκε ότι όσο και αν ισχυρίζεται στο Δικαστήριο ότι αναγκάστηκε να υπογράψει τη Συμφωνία Εγγύησης (Τεκμήριο 9 υπό Έγγραφο Α) κατόπιν πίεσης και απειλών, εντούτοις αυτή ουδέν μέτρο έλαβε, ουδέν δικαστικό διάβημα, μέχρις ότου η Τράπεζα κίνησε την αγωγή αυτή εναντίον της για αθέτηση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη Συμφωνία Εγγύησης. Περαιτέρω, ερωτηθείσα να πει αν έκανε, οποτεδήποτε πριν την έγερση της υπό κρίση στην παρούσα υπόθεση αγωγής, οποιαδήποτε βήματα για να λάβει ανεξάρτητη νομική συμβουλή, όπως ισχυρίζεται ότι ήθελε να κάνει, η Εναγόμενη 2 απάντησε ότι είχε ζητήσει από την Τράπεζα να της δοθούν τα έγγραφα για να τα δει με άλλον δικηγόρο, αλλά της είπαν ότι αυτό δεν μπορούσε να γίνει και ότι, εν πάση περιπτώσει, τα έγγραφα των υποθηκών είναι όλα τα ίδια, επομένως δεν θα μπορούσε αυτή να τα αλλάξει. 7.
  19. Υποβλήθηκε στην Εναγόμενη ότι η Τράπεζα ουδέποτε της αρνήθηκε το δικαίωμα να αποταθεί σε δικηγόρο, όπως αυτή ισχυρίζεται. Επίσης υποβλήθηκε στην Εναγόμενη ότι ήταν δική της υποχρέωση και όχι της Ενάγουσας να αποταθεί για να ζητήσει νομική συμβουλή. Της υποβλήθηκε επίσης ότι είναι ψευδής ο ισχυρισμός της ότι η Τράπεζα αρνήθηκε να της δώσει τα συμβόλαια και ότι ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί ύστερη σκέψη της Εναγομένης 2 μετά την έγερση της αγωγής. Επίσης υποβλήθηκε στην Εναγόμενη 2 ότι οι ισχυρισμοί της περί μη παραλαβής των επιστολών ημερ. 27.4.2012 και 6.6.2012 είναι ψευδείς. Ωστόσο, σε όλες αυτές τις υποβολές, η Εναγόμενη 2 επέμενε ότι όσα η ίδια ισχυρίστηκε στο Δικαστήριο ήταν αληθή.
  20. ΤΟ ΒΑΡΟΣ ΤΗΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ. 8.
  21. Όπως διευκρινίσθηκε στην υπόθεση Μαρσέλ κ.α. ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2001)1(B) Α.Α.Δ 1858, «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «η πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not)». 8.
  1. Το γενικό βάρος της απόδειξης, κατά το πιο πάνω μέτρο, το φέρει η Ενάγουσα. Από την άλλη, η Εναγόμενη 2 έχει το βάρος των ειδικών ισχυρισμών που εγείρει στην Υπεράσπισή της.
  2. ΤΑ ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ. 9.
  3. Για το θέμα της αξιοπιστίας της μαρτυρίας απολύτως σχετική είναι η εκτεταμένη ανάπτυξη του θέματος στο βιβλίο των Σάντη - Ηλιάδη, Δίκαιο της Απόδειξης, Hippasus, 2014, Κεφάλαιο 3, IB. Η θετική εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο ο μάρτυρας που καταθέτει, αποτελεί σε γενικές γραμμές στοιχείο εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του. Η αξιοπιστία αποτελεί έννοια πολυσήμαντη. Η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, η μνήμη του, οι αντιδράσεις του (κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες), ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητα του και η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, είναι μεταξύ των στοιχείων που λαμβάνονται υπόψη κατά την αξιολόγηση (Κεντρική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν Ηροδότου, Π.Ε. 332/09, ημερ. 10.6.13, Re N-BCM
(2002)EWCA Civ. 1052, C & A Pelekanos Associates Limited ν Πελεκάνου
(1999)1(B) ΑΑΔ 1273). Η συμπεριφορά μάρτυρα κατά την αντεξέταση δεν φαίνεται να έχει μεγαλύτερη σημασία από ό,τι έχει κατά την κυρίως εξέταση και επανεξέταση (Attorney-General for the Sovereign Base Areas of Akrotiri and Dhekelia ν Steinhoff
(2005)UKPC 31). 9.2. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά (Rana και Άλλου ν Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489), αλλά αντιπαραβάλλεται και διερευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δύο πλευρές (Φώτσιου ν Ηροδότου
(2010)1(B) ΑΑΔ 1172). Τα ευρήματα αξιοπιστίας είναι αλληλένδετα με τη συνολική εκτίμηση της μαρτυρίας και των προεκτάσεών της και συναρτώνται με την αντικειμενική όψη των πραγμάτων (Βασιλείου ν Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 159/09, ημ. 4.5.12). Αυτή η προσέγγιση επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου και την πίστη του κοινού στη δικαστική διαδικασία (Στυλιανίδης ν Χατζηπιέρα
(1992)1(B) ΑΑΔ 1056). 9.
  1. ΄Όσον αφορά τον ΜΕ1, έχω να παρατηρήσω ότι αυτός ήταν κατά την κρίση μου μάρτυρας της αλήθειας. Δεν προσπάθησε να ωραιοποιήσει την υπόθεση, ούτε να καλύψει κενά που τυχόν δημιουργούνταν με τη δική του μαρτυρία. Υπήρξαν κενά και εξηγώ πιο κάτω꞉ 9.3.
  2. Δεν δίστασε να παραδεχθεί ο ΜΕ1 ότι ο ίδιος προσήλθε ουσιαστικά ως κομιστής των εγγράφων που αφορούσαν στην υπόθεση αυτή και τα οποία εντόπισε στο αρχείο της τράπεζας, χωρίς όμως ο ίδιος να είχε καθ' οιονδήποτε ουσιώδη χρόνο προσωπική εμπλοκή στη διαπραγμάτευση των Εναγομένων 1, 2 και 3 με την τράπεζα, ώστε να γνωρίζει αν έγινε οποιαδήποτε διαπραγμάτευση, ποιο ήταν το περιεχόμενο αυτής, σε ποιο κλίμα διεξήχθη, τι απαιτήσεις είχαν οι Εναγόμενοι, τί υποσχέσεις δόθηκαν από την τράπεζα και αν ασκήθηκε λεκτικά ή άλλως πως οποιαδήποτε πίεση προκειμένου να εξασφαλισθεί η υπογραφή των Εναγομένων. 9.3.
  3. Ιδίως, δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει ο ΜΕ1 τις συνθήκες υπό τις οποίες υπογράφηκε η λεγόμενη «Δεύτερη Συμφωνία» του Εναγομένου 1 με την τράπεζα ή/και η Συμφωνία Εγγύησης που υπέγραψε η Εναγόμενη 2 με την τράπεζα. 9.3.
  4. Ούτε ήταν σε θέση να γνωρίζει ο ΜΕ1 τις συνθήκες υπό τις οποίες η Εναγόμενη 2 υπέγραψε το έγγραφο που παρουσίασε ο ίδιος ως Τεκμήριο 8 υπό Έγγραφο Α και το οποίο αφορά στην ενημέρωση που δόθηκε στην Εναγόμενη 2 για το δικαίωμά της να απευθυνθεί σε δικηγόρο της επιλογής της πριν υπογράψει τη Σύμβαση Εγγύησης. 9.3.
  5. Δεν ήταν σε θέση ο ΜΕ1 να πει με βεβαιότητα από προσωπική ανάμειξη κατά πόσον η Εναγόμενη 2 παρέλαβε οποτεδήποτε τους όρους υπό τους οποίους είχε χορηγηθεί το Δάνειο στον Εναγόμενο 1, ως περιέχονται στα Τεκμήρια 4 και 5 υπό Έγγραφο Α ή αν της το αρνήθηκε η τράπεζα όταν το ζήτησε, όπως η ίδια ισχυρίζεται. Η όποια βεβαιότητα με την οποία εκφράστηκε ο ΜΕ1 για το ζήτημα αυτό, ήταν στη βάση της γνώσης του περί πάγιας πρακτικής της τράπεζας, αλλά δεν ήταν παρών να δει αν πράγματι δόθηκαν ούτε διαχειρίστηκε οποιοδήποτε μετέπειτα ζήτημα ενόσω η σύμβαση ήταν σε ισχύ. 9.3.
  6. Όσον αφορά την Κατάσταση Λογαριασμού, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι η δική του εμπλοκή δεν αφορά στο στάδιο μέχρι την ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής, αλλά απεναντίας περιορίζεται στο στάδιο που αυτός θα ερχόταν ως μάρτυρας στο Δικαστήριο και έδωσε οδηγίες στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του για τη σύνταξη αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού, για να υπολογισθεί ουσιαστικά το οφειλόμενο υπόλοιπο, αφαιρεθέντος από αυτό οποιουδήποτε τόκου υπερημερίας πέραν του 2%, που είχε επιβληθεί κατά τον τερματισμό της Δεύτερης Συμφωνίας. 9.3.
  7. Δήλωσε πρόθυμος ο ΜΕ1 να αποδεχόταν εκ μέρους της τράπεζας την αφαίρεση χρέωσης που εντόπισε ο συνήγορος Υπεράσπισης για ασφάλιστρα, την οποία ο ίδιος ο ΜΕ1 δεν μπορούσε να αιτιολογήσει. 9.
  8. Υπό το φως των πιο πάνω, κρίνω ότι ο ΜΕ1 υπήρξε μεν ειλικρινής, πλην όμως το Δικαστήριο οφείλει να αξιολογήσει με προσοχή πως επηρεάζουν τη δύναμη της υπόθεσης της Ενάγουσας τα κενά που άφησε η μαρτυρία του ή/και την άμυνα της Ενάγουσας στους ισχυρισμούς γεγονότων που η άλλη πλευρά κατέστησε επίδικους στην Έκθεση Υπεράσπισής της και τους οποίους αυτή συνέχισε να προωθεί κατά την αντεξέταση του ΜΕ1 ως ουσιώδεις ισχυρισμούς. 9.
  9. Δεν δόθηκε καμία εξήγηση προς το Δικαστήριο από τη συνήγορο της Ενάγουσας γιατί δεν κλήθηκαν ως μάρτυρες στο Δικαστήριο ο κ. Χαμπής XXXXX (Λειτουργος Μον. Εγγράφων Χορηγήσεων) ή η κα Γεωργίου XXXXX (Προϊστ. Μον. Εγγράφων Χορηγήσεων Λ/σιας), που φέρονται να υπέγραψαν την επιστολή ημερ. 26.5.2010 (βλ. το Τεκμήριο 8 υπό Έγγραφο Α), η οποία κατ' ισχυρισμόν παραδόθηκε στην Εναγόμενη 2 πριν υπογράψει τη Σύμβαση Εγγύησης. Ούτε δόθηκε κάποια εξήγηση γιατί δεν κλήθηκε στο Δικαστήριο η κα XXXXX Νικολάου, η οποία φέρεται να υπέγραψε την επιστολή με την οποία ενημέρωνε την Εναγόμενη 2 για το δικαίωμά της να συμβουλευθεί ανεξάρτητο δικηγόρο πριν υπογράψει τη σύμβαση εγγύησης στις 27.5.10 (βλ. το Τεκμήριο 8 υπό Έγγραφο Α). Τα πρόσωπα αυτά, ως άμεσα εμπλεκόμενα κατά τον ουσιώδη χρόνο, θα διαφώτιζαν λογικά το Δικαστήριο για ό,τι ειπώθηκε στην παρουσία τους από την Εναγόμενη, αν ήταν διαφορετικό από αυτό που συνάγεται από το περιεχόμενο των ιδίων των εγγράφων που αυτή υπέγραψε. 9.
  10. Τονίζω και διευκρινίζω, ότι το κενό που άφησε η μαρτυρία του ΜΕ1 δεν αφορά σε μαρτυρία που να αποδεικνύει αν η υπογραφή, δίπλα από το όνομα της Εναγομένης 2 στα έγγραφα που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 8, 9 και 10 υπό Έγγραφο Α, ανήκει πράγματι στην Εναγόμενη 2, αφού αυτό δεν το αμφισβήτησε ούτε η ίδια στην Έκθεση Υπεράσπισής της. Δέχεται ότι τα υπέγραψε. Άρα η κλήτευση μαρτύρων για την υπογραφή της θα ήταν εκ του περισσού. Ούτε χρειαζόταν να υπάρχουν μάρτυρες της υπογραφής της Εναγομένης 2 στη Σύμβαση Εγγύησης, εφόσον δεν προκύπτει τέτοια υποχρέωση κατά Νόμο με βάση τη φύση της συγκεκριμένης σύμβασης. Εκεί όπου ο Νομοθέτης ήθελε να υπάρχουν μάρτυρες υπογραφής, λόγω της φύσης του αντικειμένου της σύμβασης, το καθόρισε ρητά (βλ. πχ. το άρθρο 77 του περί Συμβάσεων Νόμου). 9.
  11. Εκείνο που η Εναγόμενη 2 κατέστησε επίδικο ήταν τις συνθήκες υπό τις οποίες τα υπέγραψε, ισχυριζόμενη ελλιπή ενημέρωση, ψυχική πίεση, καταναγκασμό. Επομένως, η κλήτευση των τραπεζικών υπαλλήλων που υπέγραψαν ως υπεύθυνοι στα Τεκμήρια 8, 9 και 10 υπό Έγγραφο Α ή ως μάρτυρες των υπογραφών, δεν κρίνεται από το Δικαστήριο αναγκαία για σκοπούς απόδειξης του ποιοι υπέγραψαν, αλλά λέγω ότι θα ήταν τα άτομα που ενδεχομένως να μπορούσαν να προσφέρουν εξωγενή μαρτυρία αναφορικά με τις συνθήκες ή/και την περιρρέουσα ατμόσφαιρα υπό την οποία εξασφαλίσθηκε η υπογραφή των Εναγομένων στα εν λόγω έγγραφα. 9.
  12. Κατά τα λοιπά, η νομολογία είναι πολύ καθαρή σε ό,τι αφορά το γεγονός ότι μια σύμβαση πρέπει να εξετάζεται και να ερμηνεύεται συνολικά (Βλ. Γεωργική Εταιρεία Δ. Γ. Φουτάς ν. Εταιρεία Βάσος κλπ.
(1993)1 Α.Α.Δ. 168 και Chitty on Contracts, General Principles, 27 εκ., παραγ. 12-053), σύμφωνα με το λεκτικό της, το οποίο αποδίδει την πρόθεση των μερών (Βλ. Chitty, πιο πάνω, παραγ. 12-040 και βλ. Μεταλλικά Ηρακλής Μιχαηλίδης Λτδ ν G & C EXHAUST SYSTEMS LTD)
(2001)1 Α.Α.Δ. 500). Αν οι πρόνοιες μιας συμφωνίας εκφράζονται με σαφήνεια και δεν υπάρχει τίποτε που καθιστά ικανό το Δικαστήριο να τις ερμηνεύσει με τρόπο διαφορετικό από εκείνο που επιτρέπεται από το λεκτικό τους, χωρίς αμφιβολία πρέπει να επικρατήσει το λεκτικό. Το Δικαστήριο είναι κατ' εξαίρεση επιτρεπτό να λάβει υπόψη εξωγενή μαρτυρία, εκεί όπου προκύπτει από το κείμενο της συμφωνίας αμφιβολία ή αντίφαση για το ποια ήταν η πραγματική πρόθεση των μερών (όπως για παράδειγμα αν υπήρχε πρόθεση να είναι συμβαλλόμενο μέρος ένα πρόσωπο που δεν υπέγραψε προσωπικά - Λάμπρος Χριστοφή ν 1. Κλεάνθη Κλεάνθους, Διαχειριστού της περιουσίας του αποβιώσαντος Παύλου Γεωργίου, κ.α.
(2010)1 Α.Α.Δ. 1050), Gargill v. Greenock Navigation Co
(1991)1 Α.Α.Δ. 193, Chitty on Contracts, 28th Edn. Vol. I para. 12-112). [...])». 9.
  1. Προχωρώ να εξετάσω την επάρκεια και την ποιότητα της μαρτυρίας που προσκόμισε η Υπεράσπιση. 9.
  2. Οφείλω να τονίσω ότι η Υπεράσπιση είχε, βάσει του άρθρου 26 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, το δικαίωμα να ζητήσει την κλήτευση των κ.κ. Χαμπή XXXXX, Γεωργίου XXXXX και XXXXX Νικολάου, για να τους αντεξετάσει πριν κλείσει την υπόθεσή της η Ενάγουσα ή ξεχωριστά θα μπορούσε να τους είχε κλητεύσει ως δικούς της μάρτυρες Υπεράσπισης. Δεν το έπραξε και δεν έδωσε κάποια εξήγηση προς το Δικαστήριο για το γεγονός αυτό. 9.
  3. Η μη κλήτευση των προαναφερθέντων τραπεζικών υπαλλήλων, ως αρχικών συντακτών των επίμαχων εγγράφων, χωρίς εξήγηση για τη μη κλήτευσή τους, αποτελεί στοιχείο προς αξιολόγηση από το Δικαστήριο σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 27 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, 9.
  4. Πιο σημαντική είναι κατά την κρίση μου αυτή η παράλειψη της Υπεράσπισης, παρά η αντίστοιχη παράλειψη της Ενάγουσας να τους κλητεύσει. Τούτο διότι η Ενάγουσα βασίζεται μόνο στο γραπτό λεκτικό των πιο πάνω αναφερόμενων τεκμηρίων, ενώ η Εναγόμενη 2 είναι εκείνη που προωθεί την εκδοχή ότι ειπώθηκαν διάφορα πράγματα τα οποία δεν αποτυπώνονται στο χαρτί, τα οποία θα οδηγούσαν το Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι η ίδια δεν συμβλήθηκε με την ελεύθερη βούλησή της ή/και ότι εκμαιεύθηκε από αυτήν η υπογραφή της στα έγγραφα κατόπιν ψυχικής πίεσης προς την ίδια και τους άλλους δύο Εναγομένους ή/και κατόπιν απάτης ή ψευδών παραστάσεων ή/και υπό καθεστώς αδυναμίας έναντι στην καταχρηστική επιρροή του τραπεζίτη ότι αν δεν υπογράφετο η Δεύτερη Συμφωνία ή και η Συμφωνία Εγγύησης ή/και η Δήλωση Υποθήκης, τότε δεν θα παραχωρούνταν χρηματικές διευκολύνσεις προς την εταιρεία στην οποία ήταν μέτοχος οι Εναγόμενες 2 και
  5. Το ειδικό βάρος της απόδειξης αυτών των ισχυρισμών, το έχει ο διάδικος που τους εγείρει, εν προκειμένω η Εναγόμενη
  6. Τούτος είναι και ο λόγος που θεωρώ ότι η ίδια είχε μεγαλύτερη ανάγκη να προσκομίσει τη μαρτυρία οποιουδήποτε θα μπορούσε να τεκμηριώσει την εκδοχή της. 9.
  7. Μερικές ακόμη παρατηρήσεις χωρούν επί του ιδίου θέματος։ 9.13.
  8. Πρώτον, ότι η Υπεράσπιση δεν κάλεσε στο Δικαστήριο ως μάρτυρες τους Εναγόμενους 1 και 3, που ήταν τα άλλα δύο άτομα, τα οποία ήταν λογικά αυτόπτες ή/και αυτήκοοι μάρτυρες των συνθηκών υπό τις οποίες υπεγράφησαν η λεγόμενη «Δεύτερη Συμφωνία», η Συμφωνία Εγγύησης και η Δήλωση Υποθήκης, ως επίσης και η επιστολή για τα δικαιώματα του προτιθέμενου εγγυητή ως το Τεκμήριο 8 υπό Έγγραφο Α. Δεν δόθηκε κάποια εξήγηση στο Δικαστήριο ούτε για τη δική τους μη κλήτευση. 9.13.
  9. Δεύτερον, δεν προσκομίστηκαν στο Δικαστήριο οποιαδήποτε έγγραφα που να αποδεικνύουν τα οικονομικά δεδομένα ή/και το μέγεθος του δανεισμού της εταιρείας των Εναγομένων 2 και 3 κατά τον ουσιώδη χρόνο που συνήφθη η Δεύτερη Συμφωνία ή/και που υπεγράφη η Σύμβαση Εγγύησης και δεν επεξηγήθηκε επαρκώς από γιατί η Εναγόμενη 2 ισχυρίζεται ότι κινδύνευε να καταστραφεί η εταιρεία της, αν η ίδια δεν εγγυόταν τα ποσά που δανείστηκε ο Εναγόμενος
  10. Πολύ γενικά, επιφανειακά και αόριστα είναι που τέθηκε ο συγκεκριμένος ισχυρισμός κατά την ακρόαση. 9.13.
  11. Τρίτον, παρά το γεγονός ότι δηλώθηκε ως παραδεκτό ότι εκκρεμεί άλλη αγωγή εναντίον της εταιρείας στην οποία ήταν μέτοχοι οι Εναγόμενες 2 και 3 για τις χρηματοδοτικές υποχρεώσεις που η εταιρεία αθέτησε, εντούτοις ενώπιον μου δεν έχω τίποτα κατατεθειμένο που να επιτρέπει στο Δικαστήριο να διασυνδέσει τις δύο αγωγές για να εξάξει συμπεράσματα καταναγκασμού της Εναγομένης 1 να εγγυηθεί τον Εναγόμενο 1, για να μην κινδυνεύσει η άλλη εταιρεία. 9.13.
  12. Τέταρτον, σε κανένα σημείο της μαρτυρίας της δεν προχώρησε η Εναγόμενη 2 σε προσδιορισμό τυχόν λέξεων ή φράσεων ή πράξεων των τραπεζικών υπαλλήλων ή «του τραπεζίτη» τους, οι οποίες δημιούργησαν στην δική της αντίληψη αίσθηση ψυχικής πίεσης, εκφοβισμού, οικονομικού καταναγκασμού ή οι οποίες να εμπεριέχουν τις ψευδείς παραστάσεις του τραπεζίτη στις οποίες η Εναγόμενη 2 βασίστηκε προκειμένου να δώσει τη συγκατάθεση και υπογραφή της επί της Σύμβασης Εγγύησης και της Δήλωσης Υποθήκης. 9.13.
  13. Πέμπτον, δεν δόθηκε σαφής περιγραφή για το πώς αντέδρασε η Εναγόμενη 2 υπό το βάρος του παραπόνου που λογικά της δημιούργησαν οι ισχυριζόμενες συνθήκες υπογραφής της Σύμβασης Εγγύησης. Ο ισχυρισμός που έθεσε κατά την ακρόαση της αγωγής ότι αυτή ζητούσε να λάβει τα Τεκμήρια 4 και 5 υπό Έγγραφο Α, για να μάθει τους όρους της Δανειακής Σύμβασης, που δήθεν δεν της χορηγήθηκαν πριν υπογράψει τη Σύμβαση Εγγύησης, δεν τεκμηριώθηκε με οποιαδήποτε επιστολή αυτής ή δικηγόρων της προς την τράπεζα ούτε προσδιορίστηκαν άλλες λεπτομέρειες για ημερομηνία υποβολής τέτοιου αιτήματος, τρόπου υποβολής (αν ήταν τηλεφωνικώς ή με κατ'ιδίαν παρουσία σε υποκατάστημα τράπεζας) ή/και χειριστή του αιτήματός (σε ποιον το υπέβαλε και ποιος της γνωστοποίησε τυχόν απόρριψη τέτοιου αιτήματος). Τα ίδια ισχύουν και αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι δεν είχε την ευκαιρία να λάβει προσχέδιο της Δήλωσης Υποθήκης πριν την υπογράψει. Δεν υπαναχώρησε από τη Σύμβαση Εγγύησης, δεν ζήτησε να κηρυχθεί τόσον αυτή όσο και η Δήλωση Υποθήκης άκυρη, οποτεδήποτε πριν την έγερση της υπό κρίση αγωγής από την τράπεζα. 9.
  14. Θα πρέπει να είναι κανείς πολύ προσεκτικός όταν εγείρει ισχυρισμούς περί καταχρηστικής επιρροής ή ψυχικής πίεσης ή καταναγκασμού, διότι έχει και το βάρος να αποδείξει ότι οι περιστάσεις που επικαλείται μπορούν πράγματι να καταταγούν νομικά σε αυτές τις έννοιες. Ο συνήγορος Υπεράσπισης έχει αναδείξει στη δική του τελική γραπτή αγόρευση ότι έχει βαθιά γνώση της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου που διέπει το ζήτημα αυτό (βλ., μεταξύ άλλων, τις μνημονευθείσες αποφάσεις Μιχάλης Κεφάλας ν. Μυριάνθη Κυριάκου Νικόλα [2000] 1Β Α.Α.Δ 1226 και Σ.Π.Ε. Αγίας Φυλάξεως ν. Πούλλα κ.α.
(2004)1 (Β) ΑΑΔ 951), με αναφορά στα σχετικά άρθρα 15, 16, 17, και 18 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.
  1. Διευκρινίζεται εκεί ότι η ψυχική πίεση αναφέρεται σε περιπτώσεις που οι σχέσεις μεταξύ των μερών είναι τέτοιες ώστε το ένα από αυτά να είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του άλλου και να επωφελείται από τη θέση αυτή, με σκοπό την εξασφάλιση αθέμιτου οφέλους έναντι του άλλου. Επίσης, σε περίπτωση που αποδειχθεί ότι υπάρχει ειδική σχέση ανάμεσα στα μέρη, το βάρος απόδειξης της ψυχικής πίεσης το έχει το μέρος που επιθυμεί να αποφύγει τη συναλλαγή. 9.
  2. Προσθέτω εδώ, ότι καθοδήγηση θα μπορούσε να αντληθεί και από αντίστοιχη ορολογία της Οδηγίας 2005/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Μαΐου 2005 Επίσημη Εφημερίδα της Ε.Ε. L149, σελ.22), η οποία ενσωματώθηκε στο άρθρο 8 του Ν.103(Ι)/2007 και η οποία χρησιμοποιείται προκειμένου περί προστασίας των καταναλωτών από αθέμιτες εμπορικές πρακτικές. Αναφέρεται εκεί ότι για να προσδιοριστεί κατά πόσον μία εμπορική πρακτική κάνει χρήση παρενόχλησης, καταναγκασμού ή κατάχρησης επιρροής πρέπει να συνεκτιμώνται τα ακόλουθα։ (α) Η χρονική στιγμή, ο τόπος, η φύση ή η επιμονή, (β) η χρήση απειλητικών ή προσβλητικών εκφράσεων ή συμπεριφοράς, (γ) η εκμετάλλευση από τον εμπορευόμενο, κάθε συγκεκριμένης ατυχίας ή περίστασης, την οποία γνωρίζει και η οποία είναι τόσο σοβαρή ώστε να διαταράσσει την κρίση του καταναλωτή, προκειμένου να επηρεάσει την απόφασή του όσον αφορά το προϊόν, (δ) κάθε επαχθές ή δυσανάλογο μη συμβατικό εμπόδιο που επιβάλλει ο εμπορευόμενος σε περίπτωση που ο καταναλωτής επιθυμεί να ασκήσει τα δικαιώματά του στο πλαίσιο της σύμβασης, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων λύσης της σύμβασης ή μετάβασης σε άλλο προϊόν ή σε άλλον εμπορευόμενο, (ε) κάθε απειλή για λήψη μέτρου που δεν μπορεί να ληφθεί νομίμως. 9.
  3. Αναλογιζόμενο το Δικαστήριο τη σοβαρότητα των όρων «καταχρηστική επιρροή» και «καταναγκασμός» στο πλαίσιο του Ν.103(Ι)/2007, ως επίσης των όρων «ψυχικής πίεσης» ή καταναγκασμού στο πλαίσιο του περί Συμβάσεων Νόμου, τη νομική τους εμβέλεια και τις περιστάσεις που εμπίπτουν σε αυτούς, κρίνει ότι εδώ η μαρτυρία της Εναγόμενης 2 ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν, για τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω, ασαφής, μη λεπτομερής και δεν συνοδεύτηκε με επαρκή τεκμηρίωση, με αποτέλεσμα να μην είναι ευχερές για το Δικαστήριο να κατατάξει συγκεκριμένες φράσεις ή πράξεις ή παραλείψεις της Τράπεζας στους πιο πάνω όρους. Εάν η Εναγόμενη 2 γνώριζε ότι η εταιρεία στην οποία η ίδια ήταν μέτοχος αντιμετώπιζε οικονομικές δυσκολίες και ότι δεν ήταν αξιόχρεα ώστε να μπορεί να δανειστεί περαιτέρω χρήματα, πού εντοπίζει κάτι το αθέμιτο ή μη νόμιμο στο να ζητεί η τράπεζα να καλυφθούν οι κεφαλαιακές της ανάγκες από τρίτο πρόσωπο (όπως ήταν εν προκειμένω ο Εναγόμενος 1); Και γιατί να είναι αθέμιτο από πλευράς της Τράπεζας το να αποδεχθεί ότι αυτό το τρίτο πρόσωπο θα ήταν ο σύζυγος μίας εκ των μετόχων; Και αν αυτός ο τρίτος δεν είχε ρευστά διαθέσιμα για να βοηθήσει την εταιρεία να αποπληρώσει τα χρέη της, αλλά χρειαζόταν να λάβει ο ίδιος δάνειο για το σκοπό αυτό, γιατί ήταν αθέμιτο από πλευράς της τράπεζας να του το χορηγήσει; Εάν η Εναγόμενη 2, αναγνωρίζει ότι το πραγματικό όφελος του δανείου που έλαβε ο Εναγόμενος 1 προοριζόταν για κάλυψη των αναγκών της εταιρείας της ίδιας, τότε γιατί θεωρεί ότι παραπλανήθηκε ή πιέστηκε στη λήψη της δικής της απόφασης να τον εγγυηθεί; Ποια ήταν η υπόσχεση που της έδωσε η τράπεζα, από την οποία εν τέλει η τράπεζα υπαναχώρησε; Δεν έχω ικανοποιηθεί για τον αθέμιτο ή παράνομο χαρακτήρα που καταλογίζει η Εναγόμενη 2 στη δράση της τράπεζας. 9.
  4. Όσον αφορά τον δικογραφημένο ισχυρισμό της Εναγομένης 2 ότι δεν παρέλαβε την επιστολή τερματισμού ή/και τις ενημερωτικές επιστολές πριν και μετά τον τερματισμό (Τεκμήριο 12 υπό Έγγραφο Α), επισημαίνω ότι σύμφωνα με τη νομολογία, εφόσον ο ΜΕ1 απέδειξε, διά της μαρτυρίας του, ότι οι δικηγόροι του απέστειλαν στην τελευταία γνωστή διεύθυνση της Εναγομένης 2, την επιστολή τερματισμού με κανονικό ταχυδρομείο, τούτο είναι αρκετό νια να οδηγήσει στην έγερση τεκμηρίου ότι η εν λόγω επιστολή παραλήφθηκε από τον αποδέκτη της. Σχετικό το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Χριστόδουλος Πιττάκας ν. Γ & Β Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ 1895: «Σύμφωνα με τη Νομολογία, υφίσταται τεκμήριο ότι επιστολή, η οποία έχει αποδειχθεί ότι έχει ταχυδρομηθεί και δεν έχει επιστραφεί από το Ταχυδρομείο αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη για την παράδοση της στο πρόσωπο στο οποίο απευθυνόταν (βλ. Theodorou v. Abbot of Kykko Monastery
(1965)1 C.L.R. 9, 18: "There is a presumption that a letter shown to have been posted, and not returned by the post office, is prima facie evidence of its delivery to the person to whom it is addressed."). Έχουμε την άποψη πως η επίδικη προσέγγιση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου συνάδει απόλυτα με την πιο πάνω θέση της Νομολογίας. Έπεται πως ο σχετικός λόγος της έφεσης δεν ευσταθεί και απορρίπτεται.». 9.
  1. Το βάρος μετατίθεται στην Εναγόμενη 2 να ανατρέψει το μαχητό τεκμήριο της παραλαβής των επιστολών. Εδώ δεν λέχθηκε από την Εναγόμενη 2 οτιδήποτε το οποίο να κρίνεται από το Δικαστήριο ικανό να ανατρέψει το εν λόγω μαχητό τεκμήριο, αφού δεν ισχυρίστηκε να έγινε η αποστολή σε εσφαλμένη διεύθυνση. 9.
  2. Δεν αμφισβητήθηκε κατά την ακρόαση το αν η κατάθεση της αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού συνάδει με τις πρόνοιες του Άρθρου 22 του περί Αποδείξεως Νόμου (Κεφ. 9), γι' αυτό και δεν θεωρώ ότι χωρεί η εξέταση ενός τέτοιου ζητήματος σε αυτό το στάδιο. 9.
  3. Πάντως, σε κανένα στάδιο της δίκης δεν προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι ο Εναγόμενος 1 ως Πρωτοφειλέτης ή η Εναγόμενη 2 ως Εγγυήτρια έχουν εξοφλήσει τις υποχρεώσεις που ανέλαβαν με τη Δεύτερη Δανειακή Συμφωνία και με τη Συμφωνία Εγγύησης, αντίστοιχα. 9.
  4. Καταλήγω να απορρίπτω ως αναληθή και αναξιόπιστη τη μαρτυρία της Εναγομένης.
  5. ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ. 10.
  6. Αποτελεί εύρημά μου ότι η Ενάγουσα έχει αποδείξει τα γεγονότα που δικόγραφησε στην Έκθεση Απαίτησής της και τα οποία ανέλυσα στις παρα. 2.1 έως 2.5 της παρούσας Απόφασης. 10.
  7. Γίνεται δεκτό από το Δικαστήριο ότι βάσει της μαρτυρίας του ΜΕ1 η απαίτηση περιορίζεται σε ό,τι αφορά το επιτόκιο σε 9,5% (αντί 12% που αναγραφόταν στην Έκθεση Απαίτησης) επί ποσού €62.225,48σ. και ότι δεν θα απαιτηθεί το ποσό των €315 (ασφάλιστρα), που εμφαίνονται στην κατάσταση λογαριασμού ως το Τεκμήριο 7 υπό Έγγραφο Α, προς 7,5% από 31.12.2010 μέχρι 6.6.2012 και προς 9,5% από 6.6.2012 μέχρι εξόφλησης. 10.
  8. Αποτελεί εύρημά μου ότι η Εναγόμενη 2 απέτυχε να αποδείξει τα γεγονότα που δικογράφησε στην Έκθεση Υπεράσπισής της και τα οποία ανέλυσα στις παρα. 3.
  9. έως 3.11 της παρούσας Απόφασης.
  10. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ. 11.
  11. Σύμφωνα με το Άρθρο 86 του περί Συμβάσεων Νόμου (Κεφ. 149), η ευθύνη του εγγυητή συνυπάρχει με την ευθύνη του πρωτοφειλέτη, εκτός αν υπάρχει αντίθετη πρόνοια. Δεν εντοπίζω πρόνοια περί του αντιθέτου στην επίδικη Σύμβαση Εγγύησης. Δηλαδή, δεν υπήρξε κανένας περιορισμός της ευθύνης του εγγυητή. Απεναντίας, εγγυήθηκε «όλες τις υποχρεώσεις του πρωτοφειλέτη» που πηγάζουν από τη σύμβαση δανείου, «αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα με τον Πρωτοφειλέτη». Με τη σύμβαση εγγύησης αναλάμβανε επιπλέον «τους αναλογούντες τόκους, προμήθειες και τραπεζικά δικαιώματα της Τράπεζας». 11.
  12. Στο σύγγραμμα «Το Δίκαιο των Συμβάσεων», Πολύβιος Γ. Πολυβίου, 2014, Τόμος Β, σελ. 883 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Είναι βασικό αξίωμα του δικαίου των εγγυήσεων ότι ο εγγυητής ευθύνεται στην έκταση που ευθύνεται ο και ο πρωτοφειλέτης. Ο πιστωτής έχει δικαίωμα να εγείρει αγωγή εναντίον του ενός ή του άλλου ή και των δύο, καθότι τόσο ο πρωτοφειλέτης όσο και ο εγγυητής έχουν κατευθείαν υποχρεώσεις προς τον πιστωτή με τον οποίο έχουν συμβληθεί. Ο πιστωτής έχει δικαίωμα να εγείρει αγωγή εναντίον του εγγυητή χωρίς να εγείρει αγωγή εναντίον του πρωτοφειλέτη. Νοείται φυσικά ότι ο πιστωτής δεν μπορεί να εισπράξει ποσό πέραν του τι οφείλεται σε αυτόν από τον πρωτοφειλέτη, είτε εγείρει δικαστική διαδικασία εναντίον του πρωτοφειλέτη ή του εγγυητή ή και των δύο.». 11.
  13. Προκύπτει ότι η Ενάγουσα έχει δικαίωμα να αξιώνει εναντίον της Εναγόμενης αρ. 2 την εξόφληση των υποχρεώσεων του Πρωτοφειλέτη που απορρέουν από τη Δανειακή Σύμβαση, ή εδώ λεγόμενη «Δεύτερη Συμφωνία», με βάση τους όρους της Συμφωνίας Εγγύησης που υπέγραψε, όπου δεσμεύτηκε ότι θα ευθυνόταν αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα με τον Πρωτοφειλέτη για ολόκληρο το ποσό που παραχωρείτο σε εκείνον δυνάμει της πιστωτικής διευκόλυνσης. 11.
  14. Η μαρτυρία της Εναγόμενης αρ. 2 ότι δήθεν εξαναγκάσθηκε από την Ενάγουσα να συγκατατεθεί και να υπογράψει τη Συμφωνία Εγγύησης και τη Συμφωνία Υποθήκης, έχει ήδη απορριφθεί ως αναξιόπιστη και αναληθής. 11.
  15. Εφόσον η Εναγόμενη 2 υπέγραψε το κείμενο της Συμφωνίας Εγγύησης και τη Δήλωση Υποθήκης τεκμαίρεται ότι γνώριζε τι υποχρεώσεις ανάλαβε βάσει του περιεχόμενου των εν λόγω εγγράφων. Η Συμφωνία Εγγύησης επισημαίνω ότι περιλάμβανε ρητή δήλωση ότι η Εναγόμενη 2 έχει διαβάσει προσεκτικά το έγγραφο εγγύησης, έχει αντιληφθεί τις πρόνοιες και τους όρους αυτού και ότι παρέχει την ελεύθερη και ανεπιφύλακτη συναίνεση της στη εκτέλεση αυτού του εγγράφου. Δεν υπήρξε ενώπιον μου οποιαδήποτε μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι η Εναγόμενη 2 ήταν αγράμματη και δεν μπορούσε να διαβάσει. Το αν αυτή υπέγραψε χωρίς να διαβάσει πλήρως τους όρους της Συμφωνίας, δεν αρκεί για να απαλλαχθεί των υποχρεώσεων που ανέλαβε υπογράφοντας την εν λόγω συμφωνία. Παραπέμπω στην L´Estrange v. F.Graucob Ltd
(1934)All E.R.16, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «In an ordinary case, where an action is brought on a written agreement which is signed by the defendant the agreement is proved by proving his signature and in the absence of fraud, it is wholly immaterial that he has not read the agreement and does not know its contents. » 11.6. Η ίδια αρχή υιοθετήθηκε στην Κυπριακή Νομολογία (βλ., μεταξύ άλλων, Τσολάκης Τουτζικιάν ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ,
(2003)1 Α.Α.Δ. 1240). 11.7. Μάλιστα, στην αγγλική απόφαση Saunders v. Anglia Building Society,
(1970)3 All E.R.961, το Δικαστήριο συμπέρανε ότι όταν κάποιος που είναι ενήλικας, δεν έχει μειωμένη αντίληψη και δεν είναι αναλφάβητος, υπογράψει κάποιο έγγραφο χωρίς να το διαβάσει, το οποίο είναι εμφανές ότι προορίζεται να έχει νομική ισχύ, δεν μπορεί αργότερα να αποφύγει τις συνέπειες του, ακόμα και αν έχει υπογράψει βασιζόμενος τα όσα κάποιος άλλος του έχει πει σχετικά με το τι προνοεί το έγγραφο. 11.
  1. Όσον αφορά το ζήτημα του τόκου και το παράπονο της Εναγόμενης 2 ότι καταχρηστικά η Ενάγουσα διαφύλαξε στους όρους της Δανειακής Σύμβασης ή/και στους Γενικούς Όρους και Κανονισμούς της το δικαίωμα να μεταβάλλει μονομερώς το επιτόκιο ή/και να επιβάλλει τόπο υπερημερίας πέραν του 2% κατά τον τερματισμό, εκ των πραγμάτων αυτά δεν θεωρώ ότι θα πρέπει να με απασχολήσουν, εφόσον η Ενάγουσα διά μέσω του ΜΕ1 έχει προσφέρει μαρτυρία για αναδομημένο λογαριασμό (Τεκμήριο 7 υπό Έγγραφο Α) και έχει δηλωθεί ρητά και από τη συνήγορο της Ενάγουσας στην τελική της αγόρευση ότι η Ενάγουσα απαιτεί τόκο 9,5% μόνο (παραιτείται της αξίωσης για τόκο 12% ως αναφερόταν στην Έκθεση Απαίτησης) από την ημερομηνία τερματισμού, όπου στο 9,5% εμπερικλείεται τόκος 2% μόνο. 11.
  2. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο όρος "επιτόκιο υπερημερίας" σημαίνει το επιτόκιο που λογίζεται στο ποσό των δόσεων δανείου που είναι καθυστερημένες ή στο ποσό της υπέρβασης λογαριασμού υπεραναλήψεως ή στο ποσό υπέρβασης του ορίου της πιστωτικής κάρτας ή σε οποιοδήποτε ποσό καθυστέρησης ή υπέρβασης ορίου οποιασδήποτε άλλης μορφής σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης ή στο καθυστερημένο οφειλόμενο ποσό πληρωμής της πιστωτικής κάρτας·». 11.
  3. Σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (1α) και (1β) του άρθρου 3 του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου του 1999 (Ν.160(Ι)/1999), όπως έκτοτε τροποποιήθηκε꞉ «(1α) Η επιβολή επιτοκίου υπερημερίας πέραν των δύο εκατοστιαίων μονάδων απαγορεύεται: Νοείται ότι, από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2014, το επιτόκιο υπερημερίας δεν δύναται να υπερβαίνει τις δύο εκατοστιαίες μονάδες. (1β) Σε περίπτωση σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, η οποία ήταν σε ισχύ ή τερματίστηκε κατά ή πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2015, η επιβολή αυξημένου τόκου από την υπερημερία επί καθυστερημένης δόσης ή σε οποιοδήποτε ποσό καθυστέρησης ή υπέρβασης ορίου οποιασδήποτε άλλης μορφής σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, δημιουργεί μαχητό τεκμήριο για το πιστωτικό ίδρυμα, το οποίο έχει το βάρος αποδείξεως ότι ο επιβληθείς τόκος υπερημερίας αντιπροσωπεύει την πραγματική του ζημιά: Νοείται ότι, σε περίπτωση μη απόδειξης των πιο πάνω από το πιστωτικό ίδρυμα, πρόσωπο το οποίο έχει καταβάλει τόκο υπερημερίας δύναται να διεκδικήσει αποζημιώσεις για το ποσό που έχει καταβάλει και το πιστωτικό ίδρυμα έχει την υποχρέωση να αποκαταστήσει το όφελος που προσπορίστηκε ή να καταβάλει αποζημίωση στο πρόσωπο που ζημιώθηκε από τη χρέωση αυτή.». 11.11 Είναι σημαντικό να σημειωθεί πότε άρχισε η ισχύς των περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικών) Νόμων του 2014 και του
  4. Επισημαίνω ότι꞉ · Ο Τροποποιητικός του 2014 δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 9.9.2014 (βλ. Ν. 141(I)/2014), με στοιχεία δημοσίευσης «Ε.Ε., Παρ.Ι(I), Αρ.4460, 9/9/2014»). · Ο Τροποποιητικός του 2015 δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 7/5/2015 (βλ. Ν. 66(I)/2015) με στοιχεία δημοσίευσης «Ε.Ε., Παρ.Ι(I), Αρ.4509». 11.12 Στην απόφαση ημερ. 15.11.2019 του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου στην Πολιτική Έφεση Αρ. Ε119/2014, ARREDOS STYLE FURNISHINGS LTD κ.α. V. ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ (ECLI:CY:AD:2019:A470), υποδείχθηκε από τον Έντιμο Δικαστή κ. Μαλακτό, ότι꞉ «Το άρθρο 3 των περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμων του 1999 έως 2015 που αναφέρει ότι η επιβολή επιτοκίου υπερημερίας πέραν των δύο εκατοστιαίων μονάδων απαγορεύεται εισάχθηκε με τον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2015, μετά την προσβαλλόμενη απόφαση και δεν εφαρμόζεται στα περιστατικά της υπόθεσης. Το επιτόκιο υπερημερίας που επιβλήθηκε δεν ήταν παράνομο και οι Εφεσείοντες απέτυχαν να καταδείξουν ότι σε σχέση με τον επιπλέον τόκο που χρεώθηκαν λόγω του επιτοκίου υπερημερίας μπορούσαν να εγείρουν την υπεράσπιση της παρανομίας.». 11.13 Εν προκειμένω, παρατηρώ ότι στην ενώπιόν μου αγωγή, η επίδικη συμφωνία δανείου υπεγράφη στις 27.5.2010, τέθηκε αμέσως σε εφαρμογή από εκείνην την ημερομηνία (βλ. το Τεκμήριο 3 υπό το Έγγραφο Α) και τερματίστηκε στις 6.6.2012 (βλ. το Τεκμήριο 12 υπό Έγγραφο Α). 11.
  5. Άρα, υπό το φως των ανωτέρω νομοθετικών διατάξεων αλλά και της νομολογίας που τις έχει ερμηνεύσει, κρίνω ότι από 19.5.2011 μέχρι τις 9.9.2014 που τέθηκε σε ισχύ ο τροποποιητικός Ν.141(Ι)/2014, δεν ήταν παράνομο το να επιβάλει η τράπεζα τόκο υπερημερίας πέραν του 2%, ενώ μετά τις 7.5.2015 που τέθηκε σε ισχύ ο τροποποιητικός Ν.66(Ι)/2015και εφόσον ο τερματισμός της σύμβασης δανείου ήταν προγενέστερος της εν λόγω ημερομηνίας έναρξης της ισχύος του Ν.66(Ι)/2015, δεν ήταν παράνομο να επιβάλει η Τράπεζα τόκο υπερημερίας πέραν του 2% νοουμένου ότι αυτή θα μπορούσε να αποσείσει το βάρος της απόδειξης ότι οποιοδήποτε ποσοστό πέραν του 2% αντιστοιχούσε στην πραγματική της ζημιά. 11.
  6. Στην παρούσα υπόθεση, με την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού ως το Τεκμήριο 7 υπό Έγγραφο Α, η Τράπεζα περιόρισε κατά την ακρόαση την αξίωσή της σε ποσοστό τόκου 7,50% συμβατικό συν 2% τόκο υπερημερίας επί ποσού €62.225,48σ. από την ημερομηνία τερματισμού 6.6.2012, οπόταν τίποτα το παράνομο δεν εντοπίζεται στην αξίωσή της για το συγκεκριμένο ποσοστό τόκου υπερημερίας.
  7. ΚΑΤΑΛΗΞΗ. 12.
  8. Η Ενάγουσα έχει αποδείξει την απαίτησή της στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η Εναγόμενη 2 απέτυχε να αποδείξει την εκδοχή της για ψυχική πίεση ή καταναγκασμό ή ψευδείς παραστάσεις στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. 12.
  9. Εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης αρ. 2 για ποσό €62.225,48σ. πλέον τόκο 9,50% επί του ποσού αυτού από 6.6.2012, με κεφαλαιοποίηση του τόκου κάθε 31/12 και 30/6 εκάστου έτους, μέχρι εξόφλησης, μείον €315 πλέον τόκο 7,5% από 31.12.2010 έως 6.6.2012 και 9,5% από 6.6.2012 με κεφαλαιοποίηση του τόκου κάθε 31/12 και 30/6 εκάστου έτους, μέχρι εξόφλησης. 12.
  10. Τα δικηγορικά έξοδα της αγωγής, πλέον ΦΠΑ και έξοδα επίδοσης, επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγομένης αρ.2, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. 12.
  11. Εκδίδεται επίσης Διάταγμα υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης αρ.2, για πώληση με δημόσιο πλειστηριασμού του ακίνητου ως η Δήλωση Υποθήκης που αναφέρεται στην «παρα. Θ» της Έκθεσης Απαίτησης, αλλά για αποπληρωμή ποσού ως περιορίστηκε από την Ενάγουσα, ήτοι ως η παρα. 12.2 της παρούσας απόφασης. (υπ.)............ Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Βλ. την Ειδοποίηση που καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο στις 19.6.2013 σύμφωνα με το άρθρο 28 του Ν.17(Ι)/
  12. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.