← Κύπρος

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ΚΥΡΙΑΚΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1901/19, 16/3/2021

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ΚΥΡΙΑΚΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1901/19, 16/3/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A215 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΠΑΣΧΑΛΙΔΗ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1901/19 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΡΕΙΑ ΛΤΔ Ενάγουσα και

  1. XXXXX ΚΥΡΙΑΚΟΥ
  2. XXXXX ΚΥΡΙΑΚΟΥ Εναγόμενοι -------------------------------------------- Αίτηση ημερ. 09/12/20 για τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης και προσθήκη Ανταπαίτησης Ημερομηνία: 16 Μαρτίου 2021 Εμφανίσεις: Για εναγόμενους - αιτητές: κ. Ν. Κουρσάρης για Αλέξανδρος Γ. Ιωαννίδης & Συν/τες. Για ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση: κ. Κ. Νεοφύτου για Α.&Α. Κ. Αιμιλιανίδης, Κ.Κατσαρός & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 22/07/19 και με αυτή η ενάγουσα τράπεζα, επικαλούμενη την ιδιότητα της ως τράπεζα στην οποία μεταβιβάστηκαν τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd δυνάμει του Ν.17(Ι)/13 και των σχετικών Κ.Δ.Π. 104/2013, αξιώνει από τον μεν εναγόμενο 1 ως πρωτοφειλέτη τη δε εναγόμενη 2 ως εγγυήτρια του, ποσό πέραν των €85.000 δυνάμει συμφωνίας δανείου και/ή πιστωτικών διευκολύνσεων. Οι εναγόμενοι εμφανίστηκαν στην αγωγή μέσω του ίδιου δικηγόρου και καταχώρησαν κοινή υπεράσπιση στις 28/11/19 με τον κεντρικό πυρήνα της να είναι ο ισχυρισμός ότι το επίδικο δάνειο «.σηνήφθη εντός των πλαισίων των αξιώσεων στην αγωγή 1902/19 μεταξύ των ιδίων διαδίκων η οποία έχει υπαχθεί στο Σχέδιο Εστία προς το οποίο οι εναγόμενοι έχουν προσφύγει με σχετική αίτηση των η οποία εξετάζεται». Ειδικότερα, η δικογραφημένη εκδοχή των εναγομένων, η οποία προβάλλεται λιτά αλλά ξεκάθαρα στο δικόγραφο τους, είναι ότι επειδή οι ενάγοντες αποφάσισαν ενυπογράφως στις 26/07/19 να επιτρέψουν στους εναγόμενους, οι οποίοι έχουν ήδη προχωρήσει σε αναδιάρθρωση των δανειακών τους υποχρεώσεων, να συμμετάσχουν στο Σχέδιο Εστία υποβάλλοντας προς τούτο σχετική αίτηση η οποία εξετάζεται, η παρούσα αγωγή είναι πρόωρη και οι ίδιοι εμποδίζονται από του να προωθούν τις επίδικες αξιώσεις τους ενόσω εκκρεμεί η εξέταση του αιτήματος των εναγομένων για ένταξη τους στο Σχέδιο Εστία. Στην πιο πάνω δικογραφημένη εκδοχή των εναγομένων η ενάγουσα απάντησε με το ανάλογο δικόγραφο με το οποίο αρνήθηκε την οποιαδήποτε σχέση του επίδικου δανείου με τα επίδικα θέματα της αγωγής 1902/19 καθώς και την ύπαρξη οποιουδήποτε κωλύματος προώθησης της παρούσας αγωγής συνεπεία του εκκρεμούντος αιτήματος των εναγομένων για ένταξη τους στο Σχέδιο Εστία. Με την ολοκλήρωση της δικογραφίας, οι ενάγοντες εξέδωσαν στις 23/12/19, την προβλεπόμενη από τη «νέα» Δ.30 κλήση για οδηγίες (εκ λάθους αναφέρεται στην κλήση το έτος 2020). Στα πλαίσια της κλήσης αυτής, αμφότερες οι πλευρές ζήτησαν με τα σχετικά παραρτήματα τους και έλαβαν από το Δικαστήριο οδηγίες μόνο για αποκάλυψη και επιθεώρηση εγγράφων. Το παράρτημα των εναγομένων είχε καταχωρηθεί στις 16/01/
  3. Αν και στη συνέχεια ξέσπασε η πανδημία του κορωνοϊού και η υπόθεση αναβάλλετο μέχρι και τις 14/09/20 με τις ίδιες οδηγίες, τελικά αμφότεροι οι διάδικοι κατάφεραν να καταχωρήσουν τις αντίστοιχες Ε/Δ αποκάλυψης τους με την πλευρά των εναγομένων να καταχωρεί τη δική της Ε/Δ στις 21/05/20, δηλώνοντας σε αυτή ότι δεν έχει στην κατοχή της οποιαδήποτε έγγραφα. Στις 28/09/20 και προτού δοθούν οι τελικές οδηγίες στην υπόθεση με βάση τη Δ.30 ώστε αυτή να οριστεί για ακρόαση, ήτοι οδηγίες για την εκατέρωθεν καταχώρηση καταλόγων μαρτύρων και σύνοψη μαρτυρίας, οι εναγόμενοι άλλαξαν δικηγόρο και διόρισαν τους νυν δικηγόρους τους για να τους εκπροσωπούν στη διαδικασία. Οι τελευταίοι ενημέρωσαν το Δικαστήριο στις 11/11/20 ότι προτίθεντο να καταχωρήσουν αίτηση τροποποίησης της υπεράσπισης και αφού τους δόθηκε χρόνος για τούτο, καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση τροποποίησης στις 09/12/
  4. Με την εν λόγω αίτηση, την οποία εδράζουν αποκλειστικά στις πρόνοιες της Δ.25, οι εναγόμενοι ζητούν άδεια του Δικαστηρίου να τροποποιήσουν σε σημαντικό βαθμό την υπεράσπιση τους δια της προσθήκης επιπλέον ισχυρισμών. Ενδεικτικά αναφέρω ότι ενώ η υφιστάμενη υπεράσπιση, την οποία έχω σκιαγραφήσει ανωτέρω, έχει έκταση μόλις 5 παραγράφων (1 ½ σελίδα), η προτιθέμενη τροποποίηση αφορά σε προσθήκη ισχυρισμών που καταλαμβάνουν 12 περίπου σελίδες και ειδικότερα 19 παραγράφους πλέον 4 υποπαραγράφους καθώς και ανταπαίτηση αποτελούμενη από 12 αξιώσεις. Ειδικότερα όμως, οι ισχυρισμοί που επιδιώκεται να προστεθουν στην υφιστάμενη υπεράσπιση των εναγομένων εκτείνονται από προδικαστική ένσταση ότι οι ενάγοντες δεν δικαιούνται να προωθούν την παρούσα αγωγή εφόσον δικαίωμα για καταχώρηση και προώθηση της έχει μόνο το πρόσωπο που διορίστηκε ως εκκαθαριστής της Cyprus Popular Bank δυνάμει της περί εξυγίανσης νομοθεσίας, σε ισχυρισμούς ότι η περί εξυγίανσης νομοθεσία είναι αντισυνταγματική και/ή ο τρόπος εφαρμογής της είναι καταχρηστικός και άδικος και συνεπώς οι εναγόμενοι θα πρέπει να απαλλαχτούν από τις υποχρεώσεις τους, ότι καμία έγκυρη και νόμιμη συμβατική ή άλλως πως σχέση δεν υφίσταται μεταξύ των εναγομένων και των εναγόντων, ότι ουδέποτε υπογράφτηκαν οι επίδικες συμβάσεις ή χορηγήθηκαν τα επίδικα δάνεια, ότι οι εν λόγω συμβάσεις και δάνεια είναι άκυρα και/ή παράνομα και/ή μη δεσμευτικά λόγω καταχρηστικών και/ή ετεροβαρών και/ή επαχθών όρων και/ή λόγω του ότι παραβιάζουν τα συνταγματικά και τα εκ των διάφορων Νόμων και Τραπεζικού Κώδικα Συμπεριφοράς απορρέοντα δικαιώματα των εναγομένων, ότι δεν επήλθε νόμιμος και έγκυρος τερματισμός των συμφωνιών, ότι η εναγόμενη 2 έχει απαλλαχθεί από τις υποχρεώσεις της ως εγγυήτρια είτε λόγω των τροποποιήσεων και ουσιωδών ανανεώσεων που επήλθαν στις συμφωνίες των μερών άνευ της συγκατάθεσης της (novation) είτε λόγω παραβίασης των νομοθετικών προνοιών που αφορούν στα δικαιώματα των εγγυητών και στον ισχυρισμό ότι αν ήθελε προκύψει ότι κάποιο ποσό οφείλεται από τους εναγόμενους αυτό δεν είναι ως ισχυρίζονται οι ενάγοντες διότι το αξιούμενο ποσό είναι υπερβολικό και/ή διογκωμένο και/ή συνιστά προϊόν τοκογλυφίας. Με την προτιθέμενη προς προσθήκη Αναταπαίτηση δε, ζητείται αριθμός δηλωτικών αποφάσεων ως προς την κατ' ισχυρισμό ακυρότητα και παρανομία των επίδικων συμφωνιών και/ή δανείων και/ή πιστωτικών διευκολύνσεων καθώς και αποζημιώσεις λόγω κατ' ισχυρισμό «.παραβίασης και/ή διάρρηξης των ρηθείσων κατ' ισχυρισμών Συμφωνιών.». Σύμφωνα με την Ε/Δ που υποστηρίζει την αίτηση, αυτή πρέπει να εγκριθεί εφόσον αφ' ενός αποσκοπεί στο να επιτρέψει στους εναγόμενους να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου το σύνολο της Υπεράσπισης τους και την ορθή βάση για την επίλυση όλων των πραγματικών επίδικων θεμάτων της υπόθεσης και αφ' ετέρου γιατί προβάλλεται σε πολύ πρώιμο στάδιο της αγωγής, η οποία κατά τους εναγόμενους αναμένεται να αποπερατωθεί «.σε περίοδο τουλάχιστον 5 ετών από σήμερα ως η πρακτική του Σεβαστού Δικαστηρίου.» και συνεπώς δεν θα προκαλέσει πολυπλοκότητα στη διαδικασία ούτε και θα επηρεάσει ανεπανόρθωτα τα δικαιώματα των εναγόντων. Κατά τους εναγόμενους δε, «.μόλις η αναγκαιότητα της σκοπούμενης τροποποίησης περιήλθε στην προσοχή των εναγόμενων και των νέων δικηγόρων τους, καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση χωρίς καμία καθυστέρηση.». Με την ένσταση που καταχώρησε η πλευρά των εναγόντων προβάλλονται 10 λόγοι για τους οποίους η τελευταία θεωρεί ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Η εν λόγω ένσταση δε, περιστρέφεται γύρω από τις αρχές που διέπουν το θέμα της τροποποίησης δικογράφων και ιδιαίτερη έμφαση δίδεται αφ΄ενός στο ότι κατά τους ενάγοντες τα γεγονότα και ισχυρισμοί που επιθυμούν τώρα οι εναγόμενοι να εισάξουν στην υπεράσπιση τους, τους ήταν γνωστά από την αρχή και αφ' ετέρου στο ότι καμία εξήγηση δεν δίνεται στην Ε/Δ που υποστηρίζει την αίτηση ως προς το πώς και γιατί είναι που προέκυψε τώρα η ανάγκη για την αιτούμενη τροποποίηση. Την εκατέρωθεν επιχειρηματολογία τους αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών την ανέπτυξαν ενώπιον μου μέσω εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων αναφορά στις οποίες κάνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου. Σημειώνω τα εξής. Εφόσον η αγωγή καταχωρήθηκε το 2019, η παρούσα αίτηση εμπίπτει στις πρόνοιες της νέας Δ.25 ως αυτή τροποποιήθηκε. Ειδικότερα όμως, εφόσον η υπό κρίση αίτηση έχει καταχωρηθεί μετά την έκδοση της κλήσης γα οδηγίες με βάση τη νέα Δ.30, οι άμεσα σχετικές με την αιτούμενη τροποποίηση είναι οι πρόνοιες της Δ.25 Θ

(1)
(3)οι οποίες έχουν ως εξής: «Δ.25 Θ1
(3)Μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες ως προνοείται από τη Διαταγή 30, ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται με εξαίρεση το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, και τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας, αναλόγως της περίπτωσης.» Για να επιτραπεί συνεπώς η αιτούμενη τροποποίηση εφόσον έχει ήδη εκδοθεί η κλήση για οδηγίες, ο αιτητής θα πρέπει να καταδείξει είτε εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας είτε ότι η τροποποίηση αφορά, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, σε νέα δεδομένα που δεν ήταν υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της δικογραφίας που επιχειρείται να τροποποιηθεί. Όπως είχα την ευκαιρία να επισημάνω σε προηγούμενες αποφάσεις μου επί του ίδιου θέματος (βλ. ΑΛΚΙΒΙΑΔΗ ν. ΙΑΚΩΒΙΔΟΥ, Αρ. Αγωγής: 382/17, 15/10/2019, SOCIETE GENERALE BANK - CYPRUS LIMITED ν. Λεπτός κ.α., Αρ. Αγωγής: 3429/16, 29/10/2019 και FRAIHM ν. ΝΙΚΟΛΑΟΥ, Αρ. Αγωγής: 377/2017, 27/6/2019) - και το αναφέρω τούτο γιατί οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των εναγόντων με παρέπεμψαν σε αριθμό πρωτόδικων αποφάσεων αλλά για άγνωστο λόγο με παρέπεμψαν μόνο σε αποφάσεις άλλων αδελφών Δικαστών - από τις συγκεκριμένες πρόνοιες προκύπτει ξεκάθαρα ότι η δυνατότητα τροποποίησης δικογράφου γενικότερα, αλλά και η φιλελεύθερη τάση να επιτρέπεται τέτοια τροποποίηση σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, ως ήταν η νομολογία πριν την τροποποίηση της Δ.25, έχει πλέον περιοριστεί και αυτό δεν μπορεί να αγνοηθεί. Την ίδια στιγμή όμως, οι νομολογιακές αρχές που αφορούσαν στον τρόπο εφαρμογής της «παλιάς» Δ.25, μπορούν ακόμη να χρησιμοποιηθούν ως προς τον γενικότερο σκοπό για τον οποίο δύναται να δοθεί άδεια για τροποποίηση, εξουσία που ακόμη άπτεται της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου η οποία ασκείται δικαστικά, ο οποίος σκοπός δεν είναι άλλος από τα καλώς νοούμενα συμφέροντα της δικαιοσύνης με γνώμονα τα εκατέρωθεν συμφέροντα των διαδίκων (βλ. Ε. Φιλίππου Λτδ ν. Compass Insurance Co. Ltd (Αρ. 1)
(1990)1 AAΔ 24, Μάκης Σαββίδης ν Αυγής Π. Μαθηκολώνη - Πουργουρίδου, ΄Εφεση Αρ. 5/2016, 15/2/2018, Kayat Trading Ltd ν. Genzyme Corporation (Αρ. 2)
(2013)1 ΑΑΔ 543), Ikos Cif Ltd v. Martin Coward κ.ά., ECLI:CY:AD:2014:A205, ECLI:CY:AD:2014:A205, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 137/2013 και 138/2013, 20.3.2014 και Ανδριανή Αρακελιάν, Διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος Harutune L Arakelian ν Ταμείου Προνοίας του προσωπικού της Marfin Λαϊκής Τράπεζας Δημόσια Εταιρεία Λτδ και των εξαρτημένων της εταιρειών κ.α., ECLI:CY:AD:2016:A87, ECLI:CY:AD:2016:A87, Πολιτική Έφεση Αρ. 51/2012, 11/2/2016 καθώς και τη νομολογία που οι εν λόγω αποφάσεις παραπέμπουν). Τα πιο πάνω μπορούν εύκολα να διαπιστωθούν και από το λεκτικό της γενικότερης πρόνοιας της Δ.25 Θ.5 σύμφωνα με τις οποίες «Το Δικαστήριο μπορεί σε οποιοδήποτε χρόνο και με τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως ως θα έκρινε δίκαιο, να τροποποιήσει οποιοδήποτε ελάττωμα ή λάθος σε οποιαδήποτε διαδικασία, όλες δε οι αναγκαίες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνονται με σκοπό τον καθορισμό του πραγματικού ζητήματος ή επίδικου θέματος, το οποίο εγείρεται με ή εξαρτάται από τη διαδικασία». Των πιο πάνω λεχθέντων κρίνω σκόπιμο όπως στο παρόν στάδιο σταθώ στα εξής δύο σημεία της γραπτής αγόρευσης του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγομένων. Το πρώτο αφορά στην προσπάθεια που κάνει ο συνήγορος στην αγόρευση του για να «εξηγήσει» περαιτέρω το πώς και γιατί προέκυψε τώρα η ανάγκη για την καταχώρηση της παρούσας αίτησης, ήτοι διότι οι νέοι δικηγόροι των εναγομένων, «.αφού μελέτησαν τα ήδη καταχωρημένα δικόγραφα, συμβούλευσαν τους εναγόμενους/αιτητές ως προς το ότι ήτο επάναγκες να προβούν σε τροποποίηση της Υπεράσπισης των καθ' ότι αυτή δεν προέβαλλε ούτε κατ' ελάχιστον τους ισχυρισμούς και Υπερασπίσεις που συνέτρεχαν στην παρούσα περίπτωση. Μια απλή δε ανάγνωση της υφιστάμενης Υπεράσπισης που καταχωρήθηκε από τους προηγούμενους δικηγόρους και εκ μέρους των Αιτητών σε συνάρτηση με τα εγειρόμενα επίδικα θέματα της Έκθεσης Απαίτησης ευσεβάστως υποβάλλουμε ότι καταδεικνύει την αδήριτη ανάγκη για να επιτραπεί η τροποποίηση της Υπεράσπισης των Αιτητών.» (βλ. σελ. 5 και 6 αγόρευσης). Επί της πιο πάνω θέσης θα περιοριστώ να υπενθυμίσω αφ' ενός ότι ως είναι πάγια νομολογημένο, η αγόρευση δικηγόρου δεν προσφέρεται για την παράθεση ή τη διεύρυνση του πλαισίου των γεγονότων (βλ. Federal Bank of Lebanon v. Shiakolas
(2002)1 Α.Α.Δ.223) και όποια μορφή και αν η εν λόγω αγόρευση έχει, «.γραπτή ή προφορική δεν συνιστά ούτε δικόγραφο ούτε αποδεικτικό μέσο. Η ισχύς της συναρτάται με την πειστικότητα της επιχειρηματολογίας η οποία προβάλλεται. Αναφορά στην αγόρευση σε μαρτυρία η οποία δεν προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου ή σε άσχετα θέματα, στερείται οποιασδήποτε σημασίας. Η αγόρευση δεν συνιστά μέσο προσαγωγής μαρτυρίας..» (βλ. Βασιλείου ν. Δήμου Παραλιμνίου κ.ά.,
(1995)4 Α.Α.Δ. 1275 και Επενδυτικό Συγκρότημα Συνεργατικών Εταιρειών Λευκόνοικο Λτδ ν. Επιτροπής Προστασίας Ανταγωνισμού και Άλλης,
(2002)4 Α.Α.Δ. 996). Αφ' ετέρου όμως δεν μπορώ να μην χαρακτηρίσω ως αδόκιμη και ατυχή την έμμεση αλλά σαφή μειωτική αναφορά του συνηγόρου στη νομική επάρκεια και ικανότητα των προηγούμενων δικηγόρων των εναγομένων οι οποίοι συνέταξαν το υφιστάμενο δικόγραφο των τελευταίων. Τέτοιου είδους αναφορές, οι οποίες είναι βεβαίως άκρως αντισυναδελφικές, θα πρέπει να αποφεύγονται όσο καλόπιστες και αν θεωρούνται ότι είναι, ιδιαίτερα όταν πρόκειται απλά για διαφορετικές νομικές αντιλήψεις και συμβουλές, η ορθότητα των οποίων δεν έχει ακόμη εξεταστεί από το Δικαστήριο. Άλλωστε, η νομική ορθότητα και το καλόπιστο της νομικής συμβουλής των νυν δικηγόρων των εναγομένων, η οποία αποτελεί τη βάση των προτιθέμενων θέσεων και ισχυρισμών, αμφισβητείται έντονα από τους αντίδικους δικηγόρους. Το δεύτερο σημείο που θεωρώ αναγκαίο να επισημάνω είναι το γεγονός ότι με την αγόρευση των εναγομένων προβάλλεται η θέση ότι οι πρόνοιες της νέας Δ.25 που διέπουν την παρούσα αίτηση προσκρούουν στις πρόνοιες του Αρ.30Σ, εφόσον κατά το συνήγορο οι εν λόγω πρόνοιες περιορίζουν το δικαίωμα ενός διάδικου να προβάλει επαρκώς την υπόθεση του ενώπιον του Δικαστηρίου και δη μέσω του δικηγόρου της επιλογής του. Πέραν όμως του ότι η αγόρευση ενός δικηγόρου δεν συνιστά τον ενδεδειγμένο τρόπο προσβολής της συνταγματικότητας μιας νομοθετικής διάταξης, αδυνατώ να αντιληφθώ το πώς γίνεται οι εναγόμενοι να ζητούν από τη μια να χρησιμοποιήσουν τις πρόνοιες της Δ.25 ώστε να ικανοποιήσουν τα συνταγματικά τους δικαιώματα και από την άλλη να επιχειρούν να κηρύξουν τη Διάταξη αντισυνταγματική. Αντιλαμβάνομαι βεβαίως ότι το συνταγματικό παράπονο των εναγομένων αφορά στην τροποποίηση που επήλθε στην Δ.25 το 2015, όμως δεν μπορεί να προσβάλλεται η συνταγματικότητα μιας νομοθετικής διάταξης απλά διότι ο αιτητής θεωρεί ότι τα γεγονότα της υπόθεσης ενδέχεται πλέον να μην του επιτρέπουν να επικαλεστεί τη διάταξη ως αυτός θεωρεί ότι έπρεπε να του επιτρεπόταν. Τούτου λεχθέντος, θα πρέπει ταυτόχρονα να επισημάνω ότι σε κανένα σημείο της η νέα Δ.25 δεν απαγορεύει την τροποποίηση δικογράφου για το λόγο ότι άλλαξε ο δικηγόρος του διαδίκου ή για το λόγο ότι άλλαξε η νομική συμβουλή που ο εν λόγω διάδικος λαμβάνει από τον δικηγόρο της επιλογής του. Αντιθέτως, όπως και ο ίδιος ο συνήγορος των εναγομένων επισημαίνει, έχει διατηρηθεί στη νέα Δ.25 η γενικότερη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου όπως «.σε οποιοδήποτε χρόνο και με τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως ως θα έκρινε δίκαιο, να τροποποιήσει οποιοδήποτε ελάττωμα ή λάθος σε οποιαδήποτε διαδικασία, όλες δε οι αναγκαίες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνονται με σκοπό τον καθορισμό του πραγματικού ζητήματος ή επίδικου θέματος, το οποίο εγείρεται με ή εξαρτάται από τη διαδικασία.» (βλ. Δ.25 Θ.5). Το αν τώρα ο αιτητής θα καταφέρει ή όχι να καταδείξει ότι υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης δικαιολογείται η τροποποίηση του δικογράφου του στη βάση της νέας συμβουλής που έλαβε ή του νέου δικηγόρου που διόρισε, αυτό καμία σχέση δεν έχει με τη συνταγματικότητα της συγκεκριμένης διάταξης. Απλά θα πρέπει πλέον ο αιτητής να καταδείξει ότι υπήρξε κάποιο καλόπιστο λάθος ή ελάττωμα το οποίο, υπό το φως του συνόλου των περιστάσεων, είναι ορθό και δίκαιο να διορθωθεί με την αιτούμενη τροποποίηση. Άλλωστε, ήταν πάντα νομικά γνωστό και αποδεκτό ότι κατά την τροποποίηση ενός δικογράφου δεν είναι μόνο τα συνταγματικά δικαιώματα του αιτητή που επηρεάζονται αλλά και τα συνταγματικά δικαιώματα του αντιδίκου του, ο οποίος όχι μόνο δικαιούται να γνωρίζει και αυτός με σαφήνεια και ακρίβεια ποια είναι η υπόθεση που καλείται να αντιμετωπίσει στο Δικαστήριο αλλά και να απαιτεί διάγνωση των δικαιωμάτων του εντός ευλόγου χρόνου. Έχοντας λοιπόν αναφέρει τα πιο πάνω, παρατηρώ ότι από τους ισχυρισμούς των εναγομένων δεν προκύπτει καθόλου η αιτούμενη τροποποίηση να εμπίπτει σε κάποιο από τα σκέλη της Δ.25 Θ 1
(3), ήτοι είτε σε διόρθωση «.εκ παραδρομής καλόπιστο(υ) λάθο(υ)ς στη σύνταξη της δικογραφίας.» είτε σε τροποποίηση στη βάση του ότι προέκυψαν «...νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής.». Αυτό είναι κάτι που και η πλευρά των εναγόντων έχει υποδείξει στην ένσταση της, ότι δηλαδή πουθενά στην αίτηση και την Ε/Δ που τη συνοδεύει δεν γίνεται αναφορά είτε στο γιατί οι προτιθέμενοι ισχυρισμοί δεν περιλήφθηκαν εξ' αρχής στο δικόγραφο των εναγομένων είτε έστω στο γιατί έχει τώρα διαπιστωθεί ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί πρέπει να συμπεριληφθούν. Από απλή δε ανάγνωση των προτιθέμενων ισχυρισμών προκύπτει αβίαστα ότι αυτοί ούτε σε «νέα» γεγονότα αφορούν αλλά ούτε και τα όσα νομικά επιχειρήματα προτίθενται τώρα να εγερθούν εδράζονται επί γεγονότων που ήταν άγνωστα κατά το χρόνο σύνταξης της δικογραφίας. Ούτε όμως και διαπιστώνεται να πρόκειται για περίπτωση που υπήρξε κάποιο ελάττωμα ή λάθος στη διαδικασία και το οποίο θα πρέπει να τροποποιηθεί κατά τη γενική εξουσία του Δικαστηρίου ώστε να είναι ορθό και δίκαιο να καθοριστεί το πραγματικό ζήτημα ή επίδικο θέμα. Αυτό γιατί το υφιστάμενο δικόγραφο είναι ξεκάθαρο και ως προς το ότι οι επίδικες συμφωνίες έχουν υπογραφεί από τους εναγόμενους αλλά και ότι η σχέση των τελευταίων με τους ενάγοντες είναι αυτή του δανειολήπτη - πιστωτή. Με την προτιθέμενη όμως τροποποίηση, αυτό που επιχειρείται να γίνει είναι να προβληθεί μεταξύ άλλων άρνηση ότι οι εναγόμενοι υπέγραψαν οποιεσδήποτε συμφωνίες πιστωτικών διευκολύνσεων, διαζευκτικά ότι αν υπέγραψαν τέτοιες συμφωνίες αυτές είναι άκυρες, διαζευκτικά ότι αν οι συμφωνίες δεν είναι άκυρες τότε αυτές έχουν αντικατασταθεί με άλλες συμφωνίες, διαζευκτικά ότι αν ισχύουν οι συμφωνίες τότε είναι οι ενάγοντες που τις παρέβηκαν, διαζευκτικά ότι αν οι συμφωνίες είναι δεσμευτικές, τότε οι εναγόμενοι δεν οφείλουν κάποιο ποσό και διαζευκτικά ότι αν οφείλουν κάποιο ποσό, αυτό δεν είναι το ποσό που ισχυρίζονται οι ενάγοντες. Και όλα αυτά, ενώ ταυτόχρονα επιχειρείται να προωθηθεί και προδικαστική ένσταση ότι οι ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται να καταχωρούν και να προωθούν την αγωγή, αλλά και ανταπαίτηση ότι οι ενάγοντες θα πρέπει να καταβάλουν αποζημιώσεις στους εναγόμενους για παραβίαση των ίδιων συμφωνιών που κατά την προδικαστική ένσταση αυτοί δεν δικαιούνται να επικαλούνται. Με άλλα λόγια, αυτό που ουσιαστικά επιχειρείται να γίνει με την προτεινόμενη τροποποίηση είναι να γίνει πλήρης χρήση της δυνατότητας προώθησης διαζευκτικών ισχυρισμών επί γεγονότων στα δικόγραφα ώστε να αναιρεθεί το εκ της δικογραφίας υφιστάμενο παραδεκτό υπόβαθρο γεγονότων και να τεθεί η υπόθεση επί ενός γενικού και ίσως αβέβαιου δικογραφικού πλαισίου, τόσο σε νομικό όσο και σε πραγματικό επίπεδο. Και αυτό όμως όχι για να καθοριστούν με σαφήνεια τα επίδικα θέματα ή γιατί εκ καλόπιστου λάθους δεν προβλήθηκε εξ αρχής να είναι αυτή η υπεράσπιση των εναγομένων αλλά ουσιαστικά γιατί οι νυν δικηγόροι των τελευταίων θεωρούν τώρα ότι αυτή θα πρέπει να είναι η «ορθή» υπεράσπιση των πελατών τους. Με κάθε σεβασμό όμως προς τους συνηγόρους των εναγομένων, το δικόγραφο που καταχωρείται εκ μέρους ενός διαδίκου και το οποίο τον δεσμεύει, θα πρέπει να περιέχει μόνο εκείνα τα γεγονότα που κατά το διάδικο, όχι το δικηγόρο του, είναι τα ουσιώδη και αληθή γεγονότα της υπόθεσης και τα οποία ο διάδικος μπορεί να τεκμηριώσει με μαρτυρία. Εκεί όπου ο διάδικος τελεί υπό άγνοια σε σχέση με ένα γεγονός, ανάλογη πρέπει να είναι και η δικογραφημένη θέση του και όχι να προβάλλεται ρητά θετικός ισχυρισμός επί γεγονότων. Αν και είναι δε επιτρεπτή η δικογράφηση διαζευκτικών, ακόμη και αντιφατικών ισχυρισμών επί γεγονότων, αυτό δεν συνεπάγεται και απεριόριστο δικαίωμα προβολής οποιουδήποτε ισχυρισμού και δη ισχυρισμού ο οποίος στερείται πραγματικού ερείσματος αλλά προβάλλει υπό τις περιστάσεις να είναι «νομικά βολικός» (βλ. Annual Practice 1958 σελ.449 - «.A defence is not embarrassing merely because it contains inconsistent averments, provided they are not fictitious (Re Morgan, 35 Oh. D. p. 496)...» (η υπεράσπιση δεν προκαλεί δυσχέρεια απλά επειδή περιέχει αντιφατικούς ισχυρισμούς νοουμένου ότι αυτοί δεν είναι πλασματικοί). Αυτή η «πρακτική», ήτοι να δικογραφούνται ισχυρισμοί επί γεγονότων, αδιαφορώντας αν μπορούν να τεκμηριωθούν ή ακόμη γνωρίζοντας ότι στερούνται πραγματικού ερείσματος, ελπίζοντας ότι στο μέλλον ίσως υποστηριχθούν από κάποια μαρτυρία, η οποία πρακτική δυστυχώς έχει καταστεί συνήθης πρακτική, δεν συνάδει ούτε με τους κανόνες ορθής δικογραφίας, ούτε με τους κανόνες δεοντολογίας και δεν είναι μόνο στους διαδίκους που επιφέρει δυσμενείς συνέπειες αλλά και στην ίδια τη διαδικασία, αφού την περιπλέκει, την καθυστερεί και την εκτροχιάζει, ακριβώς λόγω της αβεβαιότητας που δημιουργεί. Τίποτα συνεπώς δεν έχει τεθεί ενώπιον μου που να δικαιολογεί την επιτυχία της παρούσας αίτησης, η οποία ακόμη και αν ήθελε εξεταστεί με την «φιλελεύθερη» τάση που περιέβαλλε την «παλιά» Δ.25, τότε και πάλι θα απορρίπτετο για τους ίδιους λόγους που αναφέρονται πιο πάνω, ήτοι και διότι αποσκοπεί στο να περιπλέξει, καθυστερήσει και εκτροχιάσει αδικαιολόγητα τη διαδικασία αλλά και διότι καμία ικανοποιητική ή άλλως πως εξήγηση δεν παρέχεται για να δικαιολογήσει το πώς και γιατί η αιτούμενη τροποποίηση θα πρέπει να κριθεί τώρα ως πραγματικά αναγκαία και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης. Για όλους λοιπόν τους πιο πάνω λόγους λοιπόν, η αίτηση δεν μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη. Η αίτηση συνεπώς απορρίπτεται με έξοδα υπέρ καθ' ων η αίτηση και εναντίον αιτητών ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. Προτού εγκαταλείψω την απόφαση μου κρίνω σκόπιμο να σχολιάσω την αναφορά που γίνεται την Ε/Δ που υποστηρίζει την αίτηση ότι αυτή θα πρέπει να εγκριθεί διότι η υπόθεση αναμένεται να αποπερατωθεί «.σε περίοδο τουλάχιστον 5 ετών από σήμερα ως η πρακτική του Σεβαστού Δικαστηρίου.» (έμφαση δική μου). Δυστυχώς είναι γεγονός ότι στο παρόν στάδιο διαπιστώνεται γενικά μια μεγάλη καθυστέρηση στην αποπεράτωση υποθέσεων για πολλούς και διάφορους λόγους που δεν είναι επί του παρόντος να συζητηθούν. Ουδέποτε όμως αυτή η καθυστέρηση συνιστούσε την «πρακτική» είτε αυτού είτε οποιουδήποτε άλλου Δικαστηρίου και περιορίζομαι εδώ να αναφέρω ότι αν οι δύο πλευρές επιδείξουν την απαιτούμενη σπουδή ώστε να συμμορφωθούν έγκαιρα με τις οδηγίες του Δικαστηρίου, ανάλογη θα είναι και η αντιμετώπιση που θα τύχουν από το Δικαστήριο το οποίο δηλώνει πλήρως διατεθειμένο και έτοιμο να εκδικάσει την υπόθεση τους πριν το τέλος του υφιστάμενου δικαστικού έτους. Εφόσον λοιπόν έχουν παραμείνει να δοθούν οι επιβαλλόμενες τελικές οδηγίες με βάση τη Δ.30, η υπόθεση ορίζεται για οδηγίες στις 16 Απριλίου 2021 στις 0900, με οδηγίες όπως μέχρι τότε αμφότερες οι πλευρές καταχωρήσουν τους αντίστοιχους καταλόγους μαρτύρων και σύνοψη της μαρτυρίας τους. Ακολούθως η υπόθεση θα οριστεί άμεσα για ακρόαση. (Υπ.).......... Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.