← Κύπρος

ΣΑΒΒΑ κ.α. ν. E & G KYPRIANOU BROS LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 2879/20, 31/3/2021

ΣΑΒΒΑ κ.α. ν. E & G KYPRIANOU BROS LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 2879/20, 31/3/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A225 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΠΑΣΧΑΛΙΔΗ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2879/20 Μεταξύ:

  1. XXXXX ΣΑΒΒΑ
  2. XXXXX ΣΑΒΒΑ Ενάγοντες και
  3. E & G KYPRIANOU BROS LIMITED
  4. XXXXX ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ
  5. XXXXX ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Εναγόμενοι ------------------------------------------------------------------- Αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης ημερ. 26/10/20 Ημερομηνία: 31 Μαρτίου 2021 Εμφανίσεις: Για ενάγοντες - αιτητές: κ. Σ. Κ. Αυγουστή Για εναγόμενους - καθ' ων η αίτηση: κ. Α.Ζαχαρίου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο που καταχώρησαν στις 12/10/20, οι ενάγοντες, συνιδιοκτήτες ενός ακινήτου στη Λακατάμεια στο οποίο βρίσκεται ανεγειρόμενο ένα κατάστημα, ζητούν όπως διαταχθεί η εναγόμενη 1 να τους παραδώσει κενή και ελεύθερη κατοχή του καταστήματος που ενοικίαζε από αυτούς και που ισχυρίζονται ότι πλέον κατέχει παράνομα και όπως όλοι οι εναγόμενοι διαταχθούν να τους καταβάλουν το ποσό των €10.400 ως οφειλόμενα ενοίκια για την περίοδο 01/02/20 - 30/09/20 καθώς και το ποσό των €1.300 μηνιαίως από 01/10/20 μέχρι παράδοσης του υποστατικού ως αποζημιώσεις για διαφυγόντα κέρδη και/ή απώλεια χρήσης του καταστήματος τους και/ή ενδιάμεσα κέρδη. Η δικογραφημένη εκδοχή των εναγόντων είναι ότι η εναγόμενη 1 κατείχε το κατάστημα τους ως ενοικιάστρια από το 2016 δυνάμει συμφωνίας ενοικίασης η οποία ανανεωνόταν διαδοχικά στη λήξη της με την υπογραφή νέων συμβολαίων. Η τελευταία δε συμφωνία ενοικίασης, ισχυρίζονται οι ενάγοντες, υπεγράφη στις 23/03/19 και προνοούσε για την ενοικίαση του καταστήματος από 01/02/19 - 31/01/20 με αντάλλαγμα την πληρωμή μηνιαίου ενοικίου ύψους €1.300, πληρωτέο την 1η ημέρα έκαστου μηνός. Σύμφωνα με τους ενάγοντες, με τη συμφωνία της 23/03/19 οι διευθυντές της εναγομένης 1, ήτοι οι εναγόμενοι 2 και 3, εγγυήθηκαν αλληλέγγυα και κεχωρισμένα όλες τις συμβατικές υποχρεώσεις της τελευταίας, περιλαμβανομένης και της υποχρέωσης της για πληρωμή και/ή εξόφληση οποιωνδήποτε ποσών ήθελαν καταστούν οφειλόμενα δυνάμει της συμφωνίας ενοικίασης. Ισχυρίζονται οι ενάγοντες ότι όταν η συμβατική περίοδος ενοικίασης έληξε στις 31/01/20, η εναγόμενη 1 παρέμεινε στο υποστατικό κατέχοντας το πλέον ως ενοικιάστρια από μήνα σε μήνα, εξακολουθώντας όμως να έχει την υποχρέωση να καταβάλλει ανελλιπώς το μηνιαίο ενοίκιο των €1.
  6. Επειδή όμως από τον Φλεβάρη 2020 μέχρι την 01/08/20, η εναγόμενη 1 παρέλειπε να καταβάλει οποιαδήποτε ενοίκια, οι δικηγόροι των εναγόντων της έστειλαν στις 03/8/20 επιστολή, με κοινοποίηση στους εναγομένους 2 και 3, ενημερώνοντας ότι οι πελάτες τους τερμάτιζαν την ενοικίαση και ότι απαιτούσαν όπως πέραν της καταβολής των οφειλομένων ενοικίων, τους παραδοθεί και κενή και ελεύθερη κατοχή του υποστατικού μέχρι τις 30/09/
  7. Παρά ταύτα, ισχυρίζονται οι ενάγοντες, όχι μόνο η εναγόμενη 1 δεν εγκατέλειψε το υποστατικό στις 30/09/20 και συνέχισε να το κατέχει, παράνομα πλέον, αλλά και κανένα ποσό δεν τους καταβλήθηκε είτε σε σχέση με τα ενοίκια που είχαν ήδη καταστεί οφειλόμενα, είτε σε σχέση με τους μήνες που ακολούθησαν και που το κατάστημα κατείχετο πλέον παράνομα. Στη βάση των πιο πάνω ισχυρισμών τους και ισχυριζόμενοι ότι δεν πρόκειται για περίπτωση θέσμιας ενοικίασης που εμπίπτει στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων, αφού θεωρούν ότι οι πρόνοιες του περί Ενοικιοστασίου Νόμου του 1983 (Ν.23/1983)δεν τυγχάνουν εφαρμογής διότι το κατάστημα τους δεν ήταν ενοικιασμένο και ούτε προσφερόταν για ενοικίαση κατά την 31/012/99, οι ενάγοντες ζητούν με την παρούσα αγωγή όπως το παρόν Επαρχιακό Δικαστήριο επιδικάσει προς όφελος τους όλες τους τις αξιώσεις. Μετά που η αγωγή επιδόθηκε στους εναγόμενους και οι τελευταίοι καταχώρησαν εμφάνιση, οι ενάγοντες καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητούν, στη βάση των προνοιών της Δ.18, την έκδοση συνοπτικής απόφασης υπέρ τους και εναντίον των εναγομένων ως η απαίτηση. Η αίτηση υποστηρίζεται από Ε/Δ του ενάγοντα 1 ο οποίος δηλώνει να έχει προσωπική γνώση και εμπλοκή στα επίδικα γεγονότα και ο οποίος ουσιαστικά επαναλαμβάνει τους δικογραφημένους ισχυρισμούς που αναφέρονται στο ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο. Προς επίρρωση των ισχυρισμών αυτών, ο ομνύοντας επισυνάπτει στην Ε/Δ του ως τεκμήρια τον τίτλο ιδιοκτησίας των εναγόντων (Τεκ.1), τις συμφωνίες ενοικίασης που συνάπτονταν με την εναγόμενη 1 από το 2016, περιλαμβανομένης και της κατ' ισχυρισμό συμφωνίας της 23/03/19 στην οποία περιέχεται και κείμενο γραπτής εγγύησης που φέρεται να υπέγραψαν οι εναγόμενοι 2 και 3 (Τεκ.3, 4 και 5) καθώς και την επιστολή που φέρεται να έστειλαν οι δικηγόροι των εναγόντων στις 03/08/20 (Τεκ.6). Πρόσθετα τούτων, ο ενάγοντας 1 ισχυρίζεται στην Ε/Δ του και ότι συνεπεία της παράνομης κατακράτησης του καταστήματος τους από την 01/10/20 και εντεύθεν, αυτοί, πέραν των ενοικίων συνολικού ύψους €10.400 που ήδη τους οφείλονται για τους 8 μήνες από Φεβ.20 μέχρι και Σεπ.20, υπόκεινται μηνιαίως σε περαιτέρω ζημιές, ανάλογες του ύψους του ενοικίου που έπρεπε να λαμβάνουν για την κατοχή της περιουσίας τους, ήτοι €1.300 μηνιαίως, καθώς και σε μεγαλύτερες ζημιές με απρόβλεπτες προεκτάσεις λόγω του ότι η παράνομη κατοχή του υποστατικού τούς, τους εμπόδισε από του να υλοποιήσουν συμφωνία διευθέτησης που είχαν κάμει με τραπεζικό ίδρυμα για την εξόφληση των δικών τους οφειλών με μεταβίβαση του ακινήτου, με αποτέλεσμα η εν λόγω τράπεζα να έχει τώρα εγείρει δικαστικά μέτρα εναντίον τους. Κατά τον ομνύοντα, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν καμία απολύτως καλόπιστη υπεράσπιση στην αγωγή και ότι ο μόνος λόγος που αυτοί καταχώρησαν εμφάνιση είναι ώστε να καθυστερήσουν τη διαδικασία και να συνεχίσουν να επωφελούνται από την παράνομη συμπεριφορά τους. Αντιδρώντας στην υπό κρίση αίτηση οι εναγόμενοι καταχώρησαν ένσταση, προβάλλοντας 18 συνολικά λόγους για τους οποίους θεωρούν ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί και σ' αυτούς να δοθεί άδεια για να υπερασπίσουν τον εαυτό τους σε πλήρη ακρόαση επί της ουσίας της υπόθεσης. Η ένσταση των εναγομένων, η οποία υποστηρίζεται από Ε/Δ της εναγομένης 3, η οποία δηλώνει να είναι μία εκ των διευθυντών της εναγόμενης 1 και μητέρα του εναγόμενου 2, περιστρέφεται γύρω από τις ουσιαστικές αλλά και τις διαδικαστικές πτυχές που περιβάλλουν την έκδοση συνοπτικής απόφασης δυνάμει της Δ.18 και δύναται ουσιαστικά να συνοψισθεί στις εξής ενότητες: Α. Δικαιοδοσία Δικαστηρίου Κατά την ομνύουσα, η περίπτωση εκφεύγει της δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου αφού «.το ακίνητο ενοικιάστηκε για πρώτη φορά πριν τις 31/12/99, ήτοι από το 1980 - 1986 περίπου και χρησιμοποιείτο ως κατάστημα πώλησης και φρούτων με την επωνυμία Γιανακούλας Supremarktet». Συνεπώς, ισχυρίζεται η ομνύουσα, η επίδικη ενοικίαση κατέστη θέσμια κατ' εφαρμογή του Ν. 23/83 και ω αποτέλεσμα αυτού, αποκλειστική δικαιοδοσία να εκδικάσει την υπόθεση έχει μόνο το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων. Β. Παράδοση του υποστατικού και νομιμότητα αξιούμενων ποσών Κατά την ομνύουσα, οι δικηγόροι των εναγομένων ειδοποίησαν γραπτώς την πλευρά των εναγόντων στις 30/11/20 ότι μέσω τους οι εναγόμενοι επιθυμούσαν να παραδώσουν άμεσα τα κλειδιά του καταστήματος και κατ' επέκταση την κατοχή του (Τεκ.2) όμως δεν υπήρξε καμία ανταπόκριση από πλευράς των εναγόντων. Λόγω τούτου, ισχυρίζεται η ομνύουσα, η πλευρά των εναγομένων αναγκάστηκε να προχωρήσει η ίδια με παράδοση των κλειδιών στο δικηγόρο των εναγόντων με ιδιώτη επιδότη, ο οποίος ενυπογράφως δήλωσε ότι παρέλαβε τα εν λόγω κλειδιά στις 23/02/20 (Τεκ.1). Δηλαδή, ισχυρίζεται η ομνύουσα, όχι μόνο δεν τίθεται πλέον θέμα να διαταχθεί η παράδοση της κατοχής του καταστήματος αλλά και ο μόνος λόγος που «καθυστέρησε» η παράδοση, η οποία καθυστέρηση είναι άρρηκτα συνδεδεμένη και με το ύψος αλλά και με τη φύση των αξιούμενων ποσών, ήταν η εσκεμμένη απροθυμία των εναγόντων να δεχτούν παράδοση της κατοχής του καταστήματος. Γ. Ευθύνη εναγομένων Κατά την ομνύουσα όχι μόνο δεν οφείλεται κανένα ποσό στους ενάγοντες ως ενοίκια αλλά ούτε και οι εναγόμενοι 2 και 3 οφείλουν να καταβάλουν οποιοδήποτε ποσό οι ίδιοι προσωπικά. Αυτό γιατί, ισχυρίζεται η ομνύουσα, η όποια ευθύνη των εναγομένων 2 και 3 ως εγγυητών της εναγόμενης 1 έπαυσε να ισχύει με τη λήξη της συμβατικής ενοικίασης και τη μετατροπή της σε θέσμια ενοικίαση αλλά και γιατί οι ενάγοντες δεν ακολούθησαν τον τρόπο που προνοούσε η συμφωνία για την αποστολή ειδοποιήσεων, ήτοι αποστέλλοντας τις με συστημένο ταχυδρομείο, με αποτέλεσμα να μην παραληφθεί ποτέ από τους εναγόμενους 2 και 3 η επιστολή της 03/08/
  8. Πρόσθετα τούτου η ομνύουσα ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες έπρεπε να συμπεριλάβουν στην αγωγή τους και το τρίτο πρόσωπο που παρουσιάζεται να υπέγραψε ως εγγυητής της εναγόμενης 1 στις συμφωνίες που είχαν συναφθεί πριν τη συμφωνία της 23/03/
  9. Δ. Αντικανονικότητα και κατάχρηση της διαδικασίας Κατά την ομνύουσα, ο μόνος λόγος που οι ενάγοντες καταχώρησαν την παρούσα αίτηση είναι όχι γιατί δικαιούνται σε συνοπτική απόφαση ως ισχυρίζονται αλλά καθαρά ώστε να αλιεύσουν μαρτυρία από τους εναγόμενους και να τους πιέσουν να ενδώσουν στις αξιώσεις τους, οι οποίες όπως καταδεικνύεται είναι παντελώς αδικαιολόγητες. Στη βάση όλων των πιο πάνω, καταλήγει η ομνύουσα, οι εναγόμενοι έχουν όντως καλόπιστη και συζητήσιμη υπεράσπιση για την οποία επιβάλλεται να τους δοθεί άδεια να την προβάλουν και να την προωθήσουν στα πλαίσια ακρόασης της ουσίας. Η ακρόαση της αίτησης ολοκληρώθηκε με την κατάθεση εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων από πλευράς των ευπαίδευτων συνηγόρων των μερών αναφορά στις οποίες κάνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, έχοντας ταυτόχρονα κατά νου και τις σχετικές αρχές που διέπουν την εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει συνοπτική απόφαση και τις οποίες αρχές παραθέτω πιο κάτω. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η συγκεκριμένη εξουσία για έκδοση συνοπτικής απόφαση σε αγωγή, παρέχεται από τη Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας[1], διάταξη η οποία αποτέλεσε το αντικείμενο πληθώρας αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της εξουσίας αυτής του Δικαστηρίου συνοψίζονται ως εξής: «Ο σκοπός της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση είναι κυρίως η ταχύτητα, δηλαδή να λαμβάνει ο ενάγων έγκαιρα απόφαση εκεί που τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του είναι τόσο καθαρή που να μην χρειάζεται κανονική δίκη, ενώ αντίθετα να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή όμως διαδικασία αυτή αποστερεί ουσιαστικά τον εναγόμενο από του να υπερασπίσει την υπόθεση σε κανονική δίκη, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης ασκείται πολύ προσεκτικά, σπάνια και με βάση ορισμένα κριτήρια τα οποία περιέχονται στη Δ.18, θ.θ.1-5, όπως αυτά εξηγήθηκαν τόσο σε αγγλική νομολογία όσο και σε νομολογία του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου. Τα εν λόγω κριτήρια, όπως εξάγονται τόσο από το λεκτικό της Δ.18 όσο και από τις πιο πάνω αυθεντίες, περιληπτικά είναι τα εξής: (α) το κλητήριο πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο σε Δ.2, θ.
  10. (β) Ο εναγόμενος να έχει καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή. (γ) Η ένορκη δήλωση για υποστήριξη της αίτησης για συνοπτική απόφαση πρέπει να συμμορφώνεται προς ορισμένα κριτήρια π.χ. να είναι από τον ίδιο τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης, και τη βάση της αγωγής και περαιτέρω να δηλώνει ρητά ότι απ΄ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Εκεί που ο Αιτητής είναι νομικό πρόσωπο τότε μπορεί να ορκισθεί κάποιο άλλο πρόσωπο που εργοδοτείται από την εταιρεία το οποίο όμως να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει την βάση της αγωγής και το αιτούμενο ποσό και όχι τα όσα αναφέρει να είναι πληροφορίες που πήρε από άλλους ή να στηρίζεται απλώς στα όσα ο ίδιος πιστεύει. (Βλ. Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Banka S.A. πιο πάνω, σελ. 136-138) όπου γίνεται αναφορά και σε αγγλική νομολογία). Αυτές είναι βασικές προϋποθέσεις που θα πρέπει να ικανοποιήσει ο ενάγων-αιτητής προτού το Δικαστήριο ασκήσει την εξουσία αν θα εκδώσει ή όχι συνοπτική απόφαση.» [2] Ως προς το βάρος απόδειξης που τίθεται στους ώμους των διαδίκων, το πότε δύναται να εκδοθεί ή μη, συνοπτική απόφαση και ποιοι παράγοντες λαμβάνονται υπόψη, άκρως κατατοπιστικά είναι τα ακόλουθα αποσπάσματα της νομολογίας τα οποία παραθέτω αυτούσια: «Σκοπός της συγκεκριμένης διάταξης είναι η παροχή στον ενάγοντα της δυνατότητας να πετύχει την έκδοση απόφασης, παρακάμπτοντας τη συνηθισμένη διεξαγωγή δίκης (trial), εφόσον ο ενάγων ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις που τίθενται στη Δ.18, Θ.1 το βάρος μετατοπίζεται στον εναγόμενο να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση και/ή ότι υπάρχουν τέτοια γεγονότα που να του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί. Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Όπως αναφέρεται στην Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ κ.ά. ν Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. (Αρ.1)

(2001)1 ΑΑΔ 418: «Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης».» (βλ. LCA DOMIKI LIMITED ν. ICE DEVELOPERS LTD, ECLI:CY:AD:2017:A323, Πολιτική Έφεση Αρ. 473/2011, 28/9/2017) «Συνοπτική απόφαση δεν εκδίδεται όπου προβάλλονται σχετικοί με το θέμα ισχυρισμοί που θα μπορούσαν, όσο απομακρυσμένη και αν φαίνεται η πιθανότητα επιτυχίας, να δικαιολογήσουν τη διεξαγωγή κανονικής δίκης. Εφόσον προκύπτει μεταξύ των διαδίκων διαφορά που χρήζει επίλυσης, ο εναγόμενος δεν στερείται της δυνατότητας υπεράσπισης και προβολής σχετικής επί του θέματος ανταπαίτησης, με εκ των προτέρων υπολογισμούς αναφορικά με τις πιθανότητες επιτυχίας και με ευρήματα έξω από το πλαίσιο δίκης στην αγωγή. Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης. Αυτή είναι η φιλοσοφία της Δ.18.» Υπάρχει δε πλούσια νομολογία. Είναι εδώ αρκετό απλώς να παραπέμψουμε στις Αγγλικές αποφάσεις στις οποίες γίνεται αναφορά στη CY.E.M.S. Co. v. Central Co-operative Industries
(1982)1 C.L.R. 897 στις σελ. 902-905.» (βλ. Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ κ.ά. ν Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. (Αρ.1)
(2001)1 ΑΑΔ 418 καθώς επίσης και BRAINVIBES LTD κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ, ECLI:CY:AD:2018:A235, Πολιτική Έφεση Αρ. 504/2012, 17/5/2018). Η έννοια βέβαια της «καλόπιστης υπεράσπισης» (bona fide defence) που ισχυρίζεται κάποιος εναγόμενος ότι έχει, δεν περιορίζεται στην αυστηρή έννοια του όρου υπεράσπιση αλλά επεκτείνεται και στην έγερση κάποιου θέματος που χρήζει εκδίκασης - «triable issue applicable to the claim». Συνακόλουθα, η ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή θέματος προς εκδίκαση, εξετάζεται υπό το φως του συνόλου όλων των προβαλλόμενων ισχυρισμών και δεδομένων της υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των ισχυρισμών που περιέχονται στην έκθεση απαίτησης του ίδιου του ενάγοντα - «...the defendant's affidavit must "condescend upon particulars". It is not enough merely to deny the debt, or allege fraud, or state a legal objection.» (Annual Practice σελ.250). Δεν είναι δηλαδή μόνο το τι ισχυρίζεται ο εναγόμενος που θα ληφθεί υπόψη αλλά και το τι ισχυρίζεται και μπορεί να αποδείξει ο ενάγοντας καθώς και το πως η μια θέση επηρεάζει την άλλη.[3] Άλλωστε, για να εκδοθεί συνοπτική απόφαση θα πρέπει απαραίτητα να συνυπάρχουν δύο στοιχεία που αφορούν τόσο τον ενάγοντα όσο και τον εναγόμενο. Ο πρώτος θα πρέπει να μπορεί να αποδείξει ξεκάθαρα την υπόθεση του και ο δεύτερος να μην μπορεί να εγείρει οποιαδήποτε καλόπιστη υπεράσπιση ή οποιοδήποτε θέμα που χρίζει εκδίκασης. The purpose of 0.14 is to enable a plaintiff to obtain summary judgment without trial, if he can prove his claim clearly, and if the defendant is unable to set up a bona fide defence, or raise an issue against the claim which ought to be tried. (Roberts v. Plant, [1895] 1 Q.B. 597, C.A.; Robinson & Co. v. Lynes, [1894] 2 Q.B. 577). (βλ. σχετικό απόσπασμα από τη σελ. 243 του Annual Practice - «Judgment for Plaintiff» - το οποίο υιοθετήθηκε αυτούσιο στην κυπριακή νομολογία από την CY.E.M.S. Co. v. Central Co-operative Industries
(1982)1 C.L.R. 897). Στη βάση των πιο πάνω, το κοινοδίκαιο αλλά και η νομολογία έχουν αναγνωρίσει το δικαίωμα ενός εναγόμενου να υπερασπιστεί στην αγωγή όταν δείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεσης («good defence to the claim on the merits») ή ότι η υπόθεση αφορά σε ένα δύσκολο νομικό σημείο («difficult point of law is involved»), ή τέτοια διαφορά ως προς τα γεγονότα που μόνο κατόπιν ακρόασης θα επιλυθεί («dispute as to the facts which ought, to be tried»). (βλ. Annual Practice σελ.260). Δεν αρκεί όμως ο εναγόμενος να προβεί σε γενική άρνηση της απαίτησης ή σε αόριστους ισχυρισμούς για ανυπαρξία αντιπαροχής. Θα πρέπει να δώσει τέτοιες λεπτομέρειες με την ένορκη του δήλωση που να καταδεικνύεται το βάσιμο της υπεράσπισης του επί της ουσίας της αγωγής και να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που θα θεωρηθούν επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί (Hermes Insurance Co Ltd v. Θεοδωρίδης
(1983)1 CLR 333). Κοντολογίς, για να εκδοθεί συνοπτική απόφαση πρέπει να μην υπάρχει οποιαδήποτε εύλογη αμφιβολία ότι ο ενάγοντας δικαιούται σε απόφαση επί των αξιώσεων του και να είναι απρόσφορο να επιτραπεί στον εναγόμενο να υπερασπισθεί απλώς για λόγους καθυστέρησης (βλ. R.C.K. Sports Ltd ν. Persona Advertising Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 1074 στην οποία γίνεται αναφορά στην Jones ν. Stones
(1984)A.C. 122). Επειδή όμως από πλευράς εναγομένου, για να απορριφθεί η αίτηση και να δοθεί άδεια για υπεράσπιση, ό,τι απαιτείται από αυτόν είναι να δείξει «.πως υπάρχει δικάσιμο θέμα «ανεξάρτητα αν το δικαστήριο πιστεύει πως τελικά η προβαλλόμενη υπεράσπιση μπορεί να μην επιτύχει», . (βλ. N. V. Caterchef Ltd v P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1 ΑΑΔ 1912).(και ότι).στην υπόθεση Λαζάρου κ.ά ν Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817,822 (λέχθηκε) ότι «όπου η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση»» (βλ. ΧΑΡΑΚΗΣ ν. ΒΡΥΩΝΗ, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε28/2017, 24/10/2018), ο ενάγοντας αιτητής «έχει δικαίωμα να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση μετά από άδεια του Δικαστηρίου» (βλ. Δημητρίου ανωτέρω) ώστε καταδείξει ώστε, κυρίως μέσω σχετικής έγγραφης μαρτυρίας, ότι η μαρτυρία του εναγόμενου δεν μπορεί λογικά να θεωρηθεί πιστευτή - βλ. Λαζάρου όπου υιοθετήθηκε η αναφορά που γίνεται στο Supreme Court Practice 1999, Vol.1, σελ. 173: «"Τhe plaintiff has long been permitted to answer the defendant's evidence but the case cannot be tried on affidavits, and if the defendant's affidavit discloses a defence based on disputed facts it is generally useless for the plaintiff to reply. The Court is not bound to require documentary evidence from the plaintiff, if by his affidavit in reply he can show that there is no issue to try (Shurmur v. Young [1889] 5 T.L.R. 155, CA) but if he can demonstrate (e.g. by exhibiting contemporary documents) that the evidence of the defendant is not reasonably capable of belief this will prevent leave to defend being given."» έμφαση δική μου) Το γιατί ο αιτητής σε αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης δικαιούται να απαντήσει και πώς δύναται να εξασκήσει το εν λόγω δικαίωμα του, απαντάται με σαφήνεια στις σελ. 247 και 248 του Annual Practice
  1. Υπάγοντας λοιπόν τις πιο πάνω αρχές στα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης σημειώνω τα εξής. Με την ένσταση δεν αμφισβητείται ότι η αίτηση ικανοποιεί τις δύο πρώτες προϋποθέσεις της Δ.18 θ.1, ούτε όμως και αμφισβητείται η προσωπική γνώση του ομνύοντα στην Ε/Δ που υποστηρίζει την αίτηση ή η ικανότητα του να ορκιστεί θετικά τα όσα ισχυρίζεται. Ο τελευταίος άλλωστε είναι κοινώς αποδεκτό ότι, ως ένας εκ των αντισυμβαλλομένων μερών στην επίδικη ενοικίαση, συνιστά άμεσα εμπλεκόμενο πρόσωπο στην υπόθεση. Ούτε όμως αμφισβητείται η υπογραφή των συμφωνιών ενοικίασης από τους διαδίκους υπό τις ιδιότητες που οι εν λόγω συμφωνίες τους παρουσιάζουν να είχαν κατά το χρόνο υπογραφής, ήτοι ότι οι ενάγοντες υπέγραψαν τη συμφωνία της 23/03/19 ως συνιδιοκτήτες, η εναγόμενη 1 ως ενοικιαστής και οι εναγόμενοι 2 και 3 ως εγγυητές της τελευταίας. Δεν αμφισβητείται επίσης ότι η περίοδος της συμβατικής ενοικίασης που είχε συμφωνηθεί με την συμφωνία της 23/03/19 είχε λήξει στις 31/01/20 και ότι παρά ταύτα η εναγόμενη 1 συνέχισε να παραμένει στο ακίνητο τουλάχιστο μέχρι και τις 30/11/
  2. Τούτου λεχθέντος θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι δεν έχει αμφισβητηθεί από πλευράς εναγόντων ότι στις 30/11/20 ειδοποιήθηκαν από το δικηγόρο των εναγομένων ότι οι τελευταίοι επιθυμούσαν να παραδώσουν άμεσα τα κλειδιά του επίμαχου υποστατικού καθώς και ότι τα εν λόγω κλειδιά ο δικηγόρος των εναγόντων τα παρέλαβε στις 23/02/21 μέσω ιδιώτη επιδότη που έστειλαν οι εναγόμενοι, ήτοι μετά την καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Σημειώνεται τέλος ότι καμία απόδειξη πληρωμής ενοικίων ή άλλων ποσών δεν έχει παρουσιαστεί από πλευράς εναγομένων αναφορικά με τους κατ' ισχυρισμό απλήρωτους μήνες που αξιώνουν οι ενάγοντες για την κατοχή του καταστήματος, ήτοι τους μήνες από Φεβρουάριο 2020 μέχρι και Σεπτέμβριο 2020 και ακολούθως μέχρι και τις 30/11/20 τουλάχιστο. Για να αποκτήσουν όμως τα πιο πάνω κάποια ουσιαστική νομική σημασία για το παρόν Επαρχιακό Δικαστήριο που επιλαμβάνεται της παρούσας αγωγής και αίτησης, θα πρέπει πρώτα απ' όλα να διερευνηθεί το θέμα της δικαιοδοσίας που θίγουν οι εναγόμενοι και αυτό γιατί αν όντως προκύπτει να υπάρχει κάποιο βάσιμο θέμα με την καθ' ύλη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου, τότε αυτό θα είναι από μόνο του αρκετό για να σφραγίσει την τύχη της παρούσας αίτησης. Υπενθυμίζω εδώ ότι οι αξιώσεις των εναγόντων προβάλλονται να αφορούν αποκλειστικά στην περίοδο μετά τη λήξη της περιόδου ενοικίασης που προνοούσε η συμφωνία της 23/03/19, όταν και η εναγόμενη 1 παρέμεινε στο επίμαχο κατάστημα και συνεπώς, αν καταδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό ότι κάποιο έρεισμα υπάρχει στη θέση των εναγομένων ότι υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης είχε δημιουργηθεί θέσμια ενοικίαση για την οποία τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του Ν.23/93 που δίνουν αποκλειστική δικαιοδοσία στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων, τότε η διαπίστωση αυτή αναπόφευκτα επηρεάζει όλα τα θέματα της υπόθεσης, περιλαμβανομένων και των θεμάτων που αφορούν στους φερόμενους ως εγγυητές εναγόμενους 2 και
  3. Αυτό γιατί «.το κυρίαρχο στοιχείο το οποίο διέπει το θέμα της δικαιοδοσίας είναι η ιδιότητα ή υπόσταση του ενοικιαστή και η φύση της ενοικίασης. Εφόσον ο τελευταίος έχει καταστεί θέσμιος ενοικιαστής η οποιαδήποτε αξίωση που εγείρεται εναντίον του, μετά που έχει αποκτήσει την ιδιότητα του θέσμιου ενοικιαστή, υπάγεται στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων. Ο χρόνος γένεσης της αξίωσης δεν διαδραματίζει οποιοδήποτε ρόλο..Η διαφορά μεταξύ ιδιοκτητών και εγγυητή αποτελεί επακόλουθο της ενοικίασης και επομένως θέμα που απορρέει από διαφορά που αναφύεται μεταξύ ιδιοκτήτη και ενοικιαστή σε σχέση με την ενοικίαση".» (βλ. Iωάννης Kότσαπα & Yιοί ν. Φωτάκη Kυπριανού και Άλλων
(2001)1 ΑΑΔ 261). Άλλωστε, ως είναι νομολογημένο, «.Στην υπόθεση Kyriakidou v. Mangadjian
(1969)1 CLR 1, σελ. 14-15, αποκρυσταλλώθηκε η αρχή ότι η εγγύηση σε ενοικιαστήριο έγγραφο δεν ισχύει σε θέσμια ενοικίαση, εκτός εάν, μέσα από ξεκάθαρο και πολύ σαφές λεκτικό, ο εγγυητής όντως αποδέχεται ευθύνη για την περίοδο της θέσμιας ενοικίασης, η οποία εκλαμβάνεται ως νέα ενοικίαση εδραζόμενη στο νόμο . η θέσμια ενοικίαση είναι διαφορετική μορφή ενοικίασης από τη συμβατική. Με αυτό ως δεδομένο, η εγγύηση καταβολής ενοικίου σε σχέση με συμβατική ενοικίαση δεν καλύπτει μετέπειτα θέσμια ενοικίαση, εκτός εάν με ξεκάθαρο τρόπο προκύπτει τέτοια υποχρέωση από το λεκτικό της συμφωνίας εγγύησης. Τότε και μόνο το Δικαστήριο θα μπορεί να οδηγηθεί σε συμπέρασμα ότι η σύμβαση εγγύησης εφαρμόζεται και σε σχέση με την πληρωμή ενοικίου θέσμιας ενοικίασης.» (βλ. ΜΑΝΤΖΑΛΟΣ ν. ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ κ.α., Πολιτική Εφεση Αρ. 74/2013, 14/2/2019). Προέχει επομένως να εξεταστεί το κατά πόσο διαπιστώνεται στο παρόν στάδιο να προκύπτει σε τέτοιο βαθμό θέμα με τη δικαιοδοσία και αρμοδιότητα του παρόντος Επαρχιακού Δικαστηρίου, ώστε να μην δικαιολογείται η έκδοση συνοπτικής απόφασης αλλά αντίθετα να επιβάλλεται όπως επιτραπεί στους εναγόμενους να υπερασπίσουν τους εαυτούς σε κανονική ακρόαση και εφ' όλης της ουσίας της υπόθεσης. Για το συγκεκριμένο θέμα αμφότερες οι πλευρές έκριναν σκόπιμο όπως θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου με τις ένορκες δηλώσεις τους, τις αντίστοιχες θέσεις τους ως προς την κατάσταση του επίμαχου καταστήματος κατά την 31/12/
  1. Αυτό προφανώς λόγω των λεχθέντων στη ΦΥΣΕΝΤΖΙΔΗ v. K&C SNOOKER & POOL ENTERTAINMENT, ECLI:CY:AD:2020:A171, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 30/2019, 1/6/2020, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο ασχολήθηκε με την ορθή ερμηνεία του όρου «θέσμιος ενοικιαστής» για σκοπούς εξέτασης του θέματος εφαρμογής του Ν.23/93 και της αποκλειστικής δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων. Σύμφωνα λοιπόν με τα λεχθέντα στην Φυσεντζίδης, η ορθή ερμηνεία του Ν.23/93 ως προς το δικαιοδοτικό θέμα της δημιουργίας θέσμιας ενοικίασης και κατ' επέκταση της απόκτησης αποκλειστικής δικαιοδοσίας από το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων, ήταν αυτή που δόθηκε στην απόφαση του Πλήρους Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου στην Κωνσταντινίδη ν. Βραχίμη, αρ. αγωγής 567/1991, ημερ. 30.6.1993, ήτοι ότι προϋπόθεση «.διαχρονικά για την εφαρμογή του νόμου του ενοικιοστασίου, που περιορίζει τα δικαιώματα του ιδιοκτήτη.(ήταν).η ενοικίαση ή διάθεση του ακινήτου προς ενοικίαση κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος των περιορισμών (31/12/99)...». Συνεπεία όμως της ερμηνείας που δόθηκε στην Φυσεντζίδης, αν και συνήθως το θέμα της δικαιοδοσίας εγείρεται και αποδεικνύεται από το διάδικο που την αμφισβητεί, προκύπτει πλέον το νομικό ερώτημα του ποιος είναι ο διάδικος που θα πρέπει να αποδείξει αν το ακίνητο ήταν ή δεν ήταν «.συμπληρωμένο πριν από την έναρξη της ισχύος του Νόμου.(και αν τότε). βρισκόταν και υπό ή προς ενοικίαση»; Ο ενάγοντας που προσφεύγει στη δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου και ο οποίος ενδεχομένως να είναι και το μόνο πρόσωπο που είναι σε θέση να γνωρίζει αυτήν την πληροφορία ή ο εναγόμενος που αμφισβητεί τη δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου αλλά πολύ πιθανόν να μην είναι σε θέση να γνωρίζει ποια ήταν η κατάσταση του ακινήτου κατά την 31/12/99; Ή μήπως ο ενάγοντας δεν χρειάζεται να αποδείξει την ύπαρξη δικαιοδοσίας εκτός αν ο εναγόμενος εγείρει απλά το θέμα σε ικανοποιητικό βαθμό οπόταν και η συζήτηση θα περιστραφεί γύρω από τις βασικές αρχές του γενικού βάρους απόδειξης (burden of proof) και του ειδικού βάρους απόδειξης (evidential burden); Τα πιο πάνω ερωτήματα δεν χρειάστηκε να εξεταστούν και να απαντηθούν στην Φυσεντζίδης διότι ο εκεί ενάγοντας πέτυχε στην αξίωση του αφού, όπως επεσήμανε το Ανώτατο Δικαστήριο, όχι μόνο ήταν αδιαμφισβήτητο το πρωτόδικο εύρημα ότι το εκεί επίδικο υποστατικό βρισκόταν μέσα σε ελεγχόμενη περιοχή και ότι είχε συμπληρωθεί πριν από την 31.12.1999 αλλά και διότι έμεινε «.αναντίλεκτη(ς) (η) θέση(ς) του (ενάγοντα), την οποία και αποδέχτηκε το Πρωτόδικο Δικαστήριο, ότι κατά την 31.12.1999 το κατάστημα δεν ήταν ούτε ενοικιασμένο, ούτε προσφερόταν προς ενοικίαση, αφού το κατείχε και το χρησιμοποιούσε ο ίδιος ο Εφεσείοντας ιδιοκτήτης του». Στην παρούσα περίπτωση όμως, αν και οι ενάγοντες ισχυρίστηκαν ότι δεν τυγχάνει εφαρμογής ο περί Ενοικιοστασίου Νόμος διότι κατ' εκείνους το επίμαχο κατάστημα δεν ενοικιάζετο ούτε και προσφερόταν προς ενοικίαση κατά την 31/12/99, όπως δηλαδή ήταν η περίπτωση στην Φυσεντζίδης, ο εν λόγω ισχυρισμός δεν έμεινε αναντίλεκτος. Αντιθέτως οι εναγόμενοι πρόβαλαν συγκεκριμένη θέση για το θέμα αυτό, ήτοι ότι το επίμαχο κατάστημα ενοικιαζόταν και προσφερόταν για ενοικίαση κατά την 31/12/99 διότι πολύ πιο πριν, και συγκεκριμένα από το 1980 και για περίοδο 6 τουλάχιστο χρόνων, κάποια επιχείρηση με την ονομασία «Γιανακούλας Supermarket» στεγαζόταν εκεί. Επισημαίνω εδώ ότι η θέση των εναγομένων ότι το επίμαχο κατάστημα βρισκόταν στο ακίνητο των εναγόντων από το 1980 είναι στοιχείο το οποίο φαίνεται να επιβεβαιώνεται και από τον τίτλο ιδιοκτησίας που παρουσίασαν οι ενάγοντες, αφού εκεί καταγράφεται ότι πρόκειται για τίτλο που αφορά μόνο σε εγγεγραμμένο οικόπεδο και όχι σε κατάστημα καθώς και ότι στο συγκεκριμένο ακίνητο υπήρχαν περί το 1980κάποια κτήρια «που δεν αναφέρονται στην εγγραφή (1ΕΣ/29024/1980)». Παρά όμως το ότι οι ενάγοντες είχαν το δικαίωμα να ζητήσουν να αντεξετάσουν την ομνύουσα στην ένσταση ή να καταχωρήσουν κάποια απαντητική Ε/Δ σε σχέση με τους πιο πάνω ισχυρισμούς της, αυτοί, οι ενάγοντες δηλαδή, δεν επεδίωξαν ούτε να αμφισβητήσουν την ομνύουσα ούτε και να απαντήσουν με τη δική τους επί του προκειμένου εκδοχή. Αντιθέτως περιορίστηκαν στο να παραμείνουν με τη θέση που είχαν προβάλει στην αρχή της υπόθεσης, ήτοι τον απλό ισχυρισμό ότι η περίπτωση εμπίπτει στη δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου διότι το ακίνητο δεν ήταν υπό ούτε προσφέρετο για ενοικίαση κατά την 31/12/
  2. Υπενθυμίζω εδώ ότι για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί, από τον μεν ενάγοντα ότι η απαίτηση του είναι «ξεκάθαρη» τόσο από πραγματικής όσο και από νομικής σκοπιάς, ενώ από τον εναγόμενο ότι αυτός έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεσης («good defence to the claim on the merits») ή ότι η υπόθεση αφορά σε ένα δύσκολο νομικό σημείο («difficult point of law is involved») ή τέτοια αμφισβήτηση ως προς τα γεγονότα που μόνο κατόπιν ακρόασης θα επιλυθεί. Εκεί δε που υπάρχουν αντίθετοι ισχυρισμοί, το Δικαστήριο δεν θα προβεί σε εις βάθος εξέταση της εκατέρωθεν μαρτυρίας ώστε να αξιολογήσει την αξιοπιστία των εκατέρωθεν εκδοχών και να καταλήξει σε ευρήματα και συμπεράσματα εκτός εκεί όπου οι ισχυρισμοί φαίνεται να είναι έκδηλα εσφαλμένοι, είτε λόγω εγγενών αδυναμιών είτε λόγω του ότι δεν συνάδουν με την πραγματική ή γραπτή μαρτυρία στην υπόθεση (βλ. Λαζάρου ανωτέρω και την αναφορά που εκεί γίνεται στην υπόθεση Bhogal v. Punjab National Bank v. Punjab National Bank [1988] 2 All E.R. 296). Των πιο πάνω λεχθέντων, σημειώνω ότι ο συγκεκριμένος ισχυρισμός που πρόβαλαν οι εναγόμενοι, ο οποίος αφορά στην κατάσταση που βρισκόταν το κατάστημα πριν τις 31/12/99, αποσκοπεί, ως αντιλαμβάνομαι, στην προβολή του νομικού τουλάχιστο επιχειρήματος ότι, από τη στιγμή που το κατάστημα ενοικιαζόταν για μακρά και συνεχόμενη περίοδο πριν την 31/12/99, τότε ως θέμα νομικό και λογικό, το κατάστημα αυτό θα πρέπει, στη βάση του λόγου της Φυσεντζίδης, να θεωρηθεί ότι προσφερόταν για ενοικίαση και στις 31/12/99, εν τη ευρεία τουλάχιστο έννοια του όρου «προσφερόταν», ήτοι ότι ήταν πλήρως διαθέσιμο για ενοικίαση Δημιουργούνται συνεπώς οι εξής προβληματισμοί. Αν είναι στους ώμους των εναγομένων το βάρος να αποδείξουν την κατάσταση στην οποία βρισκόταν το ακίνητο κατά τη συγκεκριμένη ημερομηνία της 31/12/99, τότε τα γεγονότα που προβάλλουν οι τελευταίοι στην παρούσα υπόθεση καθώς και η υποθετική φύση του επιχειρήματος τους, δεν είναι αρκετά για να καταδείξουν στο παρόν στάδιο συζητήσιμο θέμα περί έλλειψης δικαιοδοσίας. Αν όμως είναι οι ενάγοντες που έχουν το βάρος να αποδείξουν την ύπαρξη δικαιοδοσίας ως οι διάδικοι που την επικαλούνται, τότε το θέμα αυτό καθίσταται πλέον μέρος της δικής τους υπόθεσης. Επισημαίνω εδώ ότι στην παρούσα περίπτωση οι ενάγοντες ήγειραν από μόνοι τους στην Ε/Α και εντελώς απρόκλητα και χωρίς καν το θέμα να τεθεί από τους εναγόμενους, τον ισχυρισμό ότι οι τελευταίοι δεν κατέστησαν θέσμιοι ενοικιαστές και ότι το παρόν Επαρχιακό Δικαστήριο έχει καθ' ύλη δικαιοδοσία να επιδικάσει τις θεραπείες που αξιώνουν. Γιατί όμως οι ενάγοντες να αποφασίσουν να θέσουν οι ίδιοι το συγκεκριμένο δικαιοδοτικό θέμα ως μέρος της υπόθεσης τους. Μήπως διότι θεωρούν ότι φέρουν οι ίδιοι το βάρος να αποδείξουν ότι το παρόν Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία; Ή μήπως διότι προσπάθησαν απλά να προλάβουν τους εναγόμενους από του να εγείρουν το θέμα και να πείσουν έτσι ότι έχουν καλή υπεράσπιση στην αγωγή; Υπενθυμίζω ότι όπως επισημαίνεται στην ίδια την Δ.18 (Δ.18 θ.8(β)) αλλά και στις σχετικές νομικές αρχές, δεν είναι επιτρεπτό για έναν ενάγοντα να καταχωρήσει αίτηση δυνάμει της Δ.18 αν γνωρίζει ότι ο εναγόμενος πρόκειται να προβάλει κάποιο ισχυρισμό ο οποίος θα του δώσει το δικαίωμα να υπερασπιστεί την αγωγή. (βλ. σελ.247 Annual Practice 1958 όπου γίνεται παραπομπή στην παλαιά υπόθεση Manning v. Moriarty
(1883)12 L.R. Ir.372). Όπως και να έχει το πράγμα, οι εδώ ενάγοντες δεν περιορίστηκαν σε απλή προβολή του συγκεκριμένου θέματος της δικαιοδοσίας στο δικόγραφο τους αλλά μέσω της Ε/Δ που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση, προχώρησαν, και όχι μόνο ενέταξαν οι ίδιοι το συγκεκριμένο δικαιοδοτικό θέμα στους ισχυρισμούς που θεωρούσαν ότι έπρεπε να αποδείξουν ώστε να εξασφαλίσουν συνοπτική απόφαση, αλλά, ισχυριζόμενοι και ότι το επίμαχο ακίνητο δεν ενοικιαζόταν ούτε προσφερόταν για ενοικίαση κατά την 31/12/99, επιχείρησαν ουσιαστικά και να αποσείσουν το βάρος που θεωρούσαν ότι είχαν να αποδείξουν ότι το παρόν Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία. Τέθηκαν όμως αντιμέτωποι με ένα συγκεκριμένο πραγματικό (factual) ισχυρισμό των εναγομένων, ο οποίος ισχυρισμός όχι μόνο δεν προβλήθηκε κατά γενικό και αόριστο τρόπο αλλά παρουσιάστηκε να συνιστά και το πραγματικό υπόβαθρο επί του οποίου οι εναγόμενοι δήλωσαν ότι αμφισβητούν την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Η φύση βέβαια της επί του προκειμένου αμφισβήτησης των εναγομένων είναι περισσότερο νομική, αν όμως ήθελε φανεί ότι το νομικό τους επιχείρημα ευσταθεί στη βάση του λόγου της Φυσεντζίδης και των γεγονότων που αυτοί ισχυρίζονται, τότε αυτό θα συνιστά επαρκή υπεράσπιση για σκοπούς της παρούσας αγωγής. Ενώ όμως οι ισχυρισμοί αυτοί των εναγομένων άπτονται άμεσα του δικαιοδοτικού θέματος που οι ίδιοι οι ενάγοντες ήγειραν από μόνοι τους, εντούτοις οι τελευταίοι επέλεξαν να μην αμφισβητήσουν τους ισχυρισμούς αυτούς αλλά ούτε και να απαντήσουν με τις ανάλογες λεπτομέρειες ή εξηγήσεις, οι οποίες ήταν σίγουρα σε γνώση τους . Αν λοιπόν οι ενάγοντες ήγειραν πρώτοι το θέμα διότι φέρουν το βάρος να αποδείξουν τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου ή διότι ήθελαν απλά να προλάβουν τους εναγόμενους από του να εγείρουν εκείνοι το θέμα, τότε θα αναμένετο ότι για σκοπούς της υπό κρίσης αίτησης για συνοπτική απόφαση, αυτοί θα έθεταν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα εκείνα τα συγκεκριμένα γεγονότα που οι ίδιοι σίγουρα γνωρίζουν και τα οποία θα καταδείκνυαν από το παρόν στάδιο, ότι όχι μόνο η απαίτηση τους είναι «ξεκάθαρη» από πραγματικής αλλά και από νομικής σκοπιάς, αλλά και ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν καμία απολύτως καλή υπεράσπιση. Ιδιαίτερα δε όταν οι τελευταίοι αμφισβήτησαν ρητά το θέμα και με εξειδικευμένο τρόπο. Στην Φυσεντζίδης υπενθυμίζω, ο εκεί επιτυχόντας ενάγοντας είχε ισχυριστεί ρητά ότι το ακίνητο του «. δεν ήταν ούτε ενοικιασμένο, ούτε προσφερόταν προς ενοικίαση, αφού το κατείχε και το χρησιμοποιούσε ο ίδιος ο Εφεσείοντας ιδιοκτήτης του». Όλοι όμως οι πιο πάνω προβληματισμοί και διαπιστώσεις αποκτούν ιδιαίτερη σημασία για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας λαμβανομένου υπόψη ότι στην Φυσεντζίδης λέχθηκε ξεκάθαρά ότι, «Εφόσον ο νόμος του ενοικιοστασίου δεν εφαρμοζόταν και η Εφεσίβλητη δεν είχε καταστεί θέσμιος ενοικιαστής, δεδομένης της μη ανανέωσης της συμβατικής ενοικίασης, όφειλε με την λήξη της περιόδου της ενοικίασης . να εγκαταλείψει το κατάστημα, αφού κανένα δικαίωμα δεν είχε να διατηρεί την κατοχή του.»,. Αυτό γιατί στην παρούσα περίπτωση δεν αμφισβητήθηκε ποτέ και ούτε αμφισβητείται ότι η συμβατική ενοικίαση δεν ανανεώθηκε με τη λήξη της περιόδου ενοικίασης και το δικαιοδοτικό θέμα που ηγέρθηκε και που εγείρεται έγκειται στο κατά πόσο το επίμαχο κατάστημα προσφέρετο ή όχι για ενοικίαση την 31/12/99. Γιατί λοιπόν οι ενάγοντες να αφήσουν να πλανάται, έστω ως σκιά, ότι ενδέχεται να υπάρχει κάποιο πραγματικό ή νομικό έρεισμα στους επί του προκειμένου ισχυρισμούς των εναγομένων και δεν παρουσίασαν εκείνοι τα στοιχεία που θα ξεκαθάριζαν εύκολα το θέμα της δικαιοδοσίας και που θα δικαιολογούσαν την πεποίθηση τους ότι καμία υπεράσπιση δεν έχουν οι τελευταίοι; Συνεπώς, υπό το φως των ανωτέρω προβληματισμών που εγείρονται στην υπόθεση και λαμβανομένου υπόψη αφ' ενός του ότι είναι οι ίδιοι οι ενάγοντες που ήγειραν πρώτοι το θέμα της δικαιοδοσίας και αφ' ετέρου του ότι το παρόν Δικαστήριο δεν θα μπορεί να τους επιδικάσει τις αξιώσεις τους αν το δικαιοδοτικό επιχείρημα των εναγομένων φανεί να δικαιολογείται στη βάση των γεγονότων που οι τελευταίοι ισχυρίζονται και τα οποία γεγονότα οι ενάγοντες δεν αμφισβήτησαν, κρίνω ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι στην παρούσα περίπτωση οι ενάγοντες έχουν παρουσιάσει μια ξεκάθαρη υπόθεση και ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν καταδείξει να έχουν ούτε έστω μια σκιώδη υπεράσπιση επί όλων των θεμάτων. Αν μη τι άλλο, με βάση τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου φαίνεται να προκύπτει τουλάχιστο ότι κάποιο δύσκολο νομικό σημείο προκύπτει («difficult point of law is involved») σε σχέση με τη δικαιοδοσία και το οποίο σημείο, για να μπορεί να εξεταστεί θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να αποκρυσταλλωθούν τα γεγονότα που το περιβάλλουν κατόπιν πλήρους ακρόασης. Για όλους τους πιο πάνω λόγους επομένως, και με γνώμονα του ότι το θέμα της δικαιοδοσίας είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με όλα τα επίδικα θέματα, κρίνω ότι το αίτημα των εναγόντων για έκδοση συνοπτικής απόφασης με βάση τη Δ.18 δεν μπορεί να εγκριθεί και ότι θα πρέπει να δοθεί άδεια στους εναγόμενους να υπερασπίσουν πλήρως τους εαυτούς τους στην αγωγή, επί όλων των θεμάτων. Η αίτηση συνεπώς απορρίπτεται με έξοδα υπέρ εναγομένων και εναντίον εναγόντων, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και τα οποία θα είναι πληρωτέα στο τέλος. Οι εναγόμενοι να καταχωρήσουν την υπεράσπιση τους εντός 15 ημερών από σήμερα. (Υπ.).......... Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] 18.1(a) Where the defendant appears to a writ of summons specially indorsed under Order 2, Rule 6, the plaintiff may on affidavit made by himself, or by any other person who can swear positively to the facts, verifying the cause of action, and the amount claimed (if any), and stating that in his belief there is no defence to the action, apply for judgment for the amount so indorsed, together with interest (if any), or for the recovery of the land (with or without rent), or for the delivering up of a specific chattel, as the case may be, and costs. And judgment for the plaintiff may be given thereupon, unless the defendant shall satisfy the Court that he has a good defence to the action on the merits, or disclose such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend [2] Νεάρχου και Άλλου ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου)
(2005)1 Α.Α.Δ. 818 [3] Annual Practice σελ. 243 «Defendant's rights.— (See more fully notes to r. 6, infra.) Ο.14 was not intended to shut out a defendant who could show that there was a triable issue applicable to the claim as a whole from laying his defence before the Court, .. Summary judgment under this Rule should not be granted when any serious conflict us to matter of fact or any real difficulty as to matter of law arises (Crawford v. Gilmore, 30 L.R.Ir. 238; Electric &General Contract Corporation v. Thomson-Houston, etc..Co., 10 T. L. R. 103).» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.