← Κύπρος

CHANAT LTD ν. NICODEMOU & GAVRIAS CONSTRUCTION CO LIMITED, Αρ. Αγωγής: 3906/18, 31/3/2021

CHANAT LTD ν. NICODEMOU & GAVRIAS CONSTRUCTION CO LIMITED, Αρ. Αγωγής: 3906/18, 31/3/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A226 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΠΑΣΧΑΛΙΔΗ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3906/18 Μεταξύ: CHANAT LTD Ενάγουσα και NICODEMOU & GAVRIAS CONSTRUCTION CO LIMITED Εναγόμενη ------------------------------------ (Αίτηση εναγομένης ημερ. 29/11/19 για αναστολή της διαδικασίας) Ημερομηνία: 31 Μαρτίου 2021 Εμφανίσεις: Για εναγόμενη / Αιτήτρια: κ. Θ. Δημητρίου για Ιωαννίδης Δημητρίου ΔΕΠΕ Για ενάγουσα / Καθ' ου η αίτηση: κ. Σ. Τσιναρέλης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή που καταχώρησε στις 31/12/18, η ενάγουσα εταιρεία ισχυρίζεται ότι περί το 2010 είχε συμφωνήσει με την εναγόμενη όπως εκτελέσει, ως υπεργολάβος της τελευταίας, διάφορες μηχανολογικές εργασίες σε συγκεκριμένο οικοδομικό έργο στη Λευκωσία στο οποίο η εναγόμενη είχε διοριστεί ως ο κυρίως εργολάβος. Αν και για τις εργασίες αυτές, ισχυρίζεται η ενάγουσα, οι οποίες της είχαν ανατεθεί από την εναγόμενη και τις οποίες η ίδια εκτέλεσε πλήρως, «...δημιουργήθηκε και/ή παρέμεινε χρέος και/ή υπόλοιπο λογαριασμού και/ή ανεξόφλητες οικονομικές οφειλές.» συνολικού ποσού €21.640, η τελευταία αρνείται και/ή παραλείπει να τις εξοφλήσει παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις που της έγιναν. Για το λόγο αυτό η ενάγουσα αξιώνει από την εναγόμενη το συγκεκριμένο ποσό ως «.οφειλόμενον χρέος και/ή υπόλοιπον δυνάμει, γραπτής και/ή προφορικής συμφωνίας και/ή σύμβασης έργου και/ή υπόλοιπον υπηρεσιών και/ή εκτελεσθείσων εργασιών επί πιστώσει.και/ή υπόλοιπον δυνάμει λογαριασμού και/ή υπόλοιπον δυνάμει τιμολογίων και/ή δυνάμει διατακτικών πληρωμών και/ή δυνάμει των διατάξεων του αδικαιολόγητου πλουτισμού.». Αφού η αγωγή επιδόθηκε στην εναγόμενη, η τελευταία καταχώρησε μέσω δικηγόρου κανονική εμφάνιση στην αγωγή και αν και καταχωρήθηκε εναντίον της αίτηση για απόφαση λόγω παράλειψης της να καταχωρήσει εμπρόθεσμα υπεράσπιση, αυτή, αντί υπεράσπισης καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητά όπως εκδοθεί διάταγμα Δικαστηρίου «...με το οποίο να αναστέλλεται (stayed) η παρούσα αγωγή μέχρι έκδοσης απόφασης στα πλαίσια διαδικασίας διαιτησίας συμφώνως των προνοιών του όρου 33 της μεταξύ των μερών σύμβασης ημερομηνίας 22.10.2010 και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής.». Η αίτηση της εναγόμενης, η οποία εδράζεται μεταξύ άλλων στις πρόνοιες των Δ.27 Θ.3, Δ.49 Θ.1-16, αρ. 1-3, 6-8, 10-14, 19, 20 και 26 Κεφ.4, αρ. 29-31, 32-39, 43 και 47 Ν.14(Ι)/60, αρ.28 Κεφ.149, στο κοινοδίκαιο και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, υποστηρίζεται από Ε/Δ του διευθυντή της τελευταίας, ο οποίος εν συντομία ισχυρίζεται τα εξής. Η συμβατική σχέση μεταξύ των διαδίκων δημιουργήθηκε στις 22/10/10 όταν υπογράφτηκε μεταξύ τους τυποποιημένη σύμβαση υπεργολαβίας στα πλαίσια της οποίας η εναγόμενη, ως εργολάβος, ανέθεσε στην ενάγουσα να εκτελέσει, ως υπεργολάβος, διάφορες εργασίες σε υπό ανέγερση πολυκατοικία στη Λευκωσία (Τεκ.1). Σύμφωνα με την εναγόμενη, η σύμβαση καθόριζε μεταξύ άλλων στο αρ.20 ότι για να καταστεί το οποιοδήποτε ποσό οφειλόμενο προς την ενάγουσα υπεργολάβο, η εργασία της τελευταίας έπρεπε πρώτα να ελεγχθεί από τον «κριτή», ο οποίος καθοριζόταν στη σύμβαση να είναι ο Α. Μούζουρας και ακολούθως να πιστοποιηθεί από τον αρχιτέκτονα του έργου, ήτοι τον Η. Παπαχρίστου. Είναι η θέση της εναγόμενης ότι κατά τη διάρκεια του έργου είχαν εκδοθεί δυνάμει της διαδικασίας που προνοούσε η σύμβαση διάφορα πιστοποιητικά πληρωμής, το τελευταίο δε ήταν το ενδιάμεσο πιστοποιητικό υπ. αρ.11, το οποίο έφερε ημερομηνία 24/02/12 και το οποίο προνοούσε για πληρωμή της ενάγουσας ύψους €16.200 (Τεκ.2). Παρά όμως το ότι αυτό ήταν και το μόνο ποσό που είχε πιστοποιηθεί ως προνοούσε η σύμβαση ως η αμοιβή που δικαιούτο ως τότε η ενάγουσα, εντούτοις η τελευταία, ισχυρίζεται η εναγόμενη, ζήτησε όπως πληρωθεί και το επιπρόσθετο ποσό των €21.640, παραπέμποντας προ τούτο σε δύο φερόμενα πιστοποιητικά πληρωμής που είχε εκδώσει από μόνος του ο Μούζουρας στις 03/05/12 και 15/06/12 για τα ποσά των €5081 και €16.559 αντίστοιχα (Τεκ.3). Επειδή όμως η εναγόμενη θεωρούσε ότι δεν ήταν υπόχρεα να πληρώσει στην ενάγουσα το οποιοδήποτε ποσό δεν είχε ακόμη πιστοποιηθεί από τους Παπαχρίστου και Αθανασίου ως προνοούσε η σύμβαση, πλήρωσε στην τελευταία μόνο το ποσό των €16.200 (Τεκ.4). Ακολούθως όμως και προς έκπληξη της εναγόμενης, η ενάγουσα, παρακάμπτοντας τη συμβατική διαδικασία πιστοποίησης των πληρωμών που δικαιούται και χωρίς να ακολουθήσει τη συμβατική διαδικασία επίλυσης οποιασδήποτε διαφοράς ήθελε προκύψει μεταξύ των αντισυμβαλλόμενων διαδίκων, ήτοι τη διαδικασία του όρου 33 της σύμβασης για παραπομπή της διαφοράς, πρώτα στον αρχιτέκτονα και ύστερα, αν διαφωνήσει με την απόφαση του τελευταίου, σε διαιτησία, καταχώρησε απευθείς την παρούσα αγωγή στο Δικαστήριο. Ενεργώντας όμως με τον τρόπο αυτό η ενάγουσα, ισχυρίζεται η εναγόμενη, επιχειρεί ουσιαστικά καταχρηστικά «.να καταστρατηγήσει και να πετύχει έμμεση ακύρωση της ρήτρας διαιτησίας., να παραγκωνίσει τον ουσιώδους σημασίας και αποφασιστικό ρόλο του αρχιτέκτονα στη σύμβαση, να αποφύγει τη συμβατική διαδικασία πιστοποίησης, να αποφύγει τις προϋποθέσεις που θέτει ο όρος 33 ως προστάδιο της διαιτησίας (και) να αφαιρέσει καίρια δικαιώματα της αιτήτριας.». Κατά την εναγόμενη, αν η ενάγουσα θεωρούσε ότι της οφείλονταν οποιαδήποτε ποσά από την εναγόμενη, αξίωση την οποία η τελευταία δεν αναγνωρίζει, τότε έπρεπε πρώτα να αποταθεί στον αρχιτέκτονα του έργου για να τα πιστοποιήσει ως ο μόνο αρμόδιος και ειδικός να το πράξει τούτο και εάν διαφωνούσε με την απόφαση του τελευταίου, να ακολουθήσει τη διαδικασία του όρου 33 και να παραπέμψει το ζήτημα σε διαιτησία, «.καθότι σε αντίθετη περίπτωση αφαιρούνται με αντισυμβατικό και άδικο τρόπο, σωρεία δικαιωμάτων της αιτήτριας.». Είναι γι' αυτό το λόγο συνεπώς που με την παρούσα αίτηση η εναγόμενη, η οποία δηλώνει έτοιμη να πάει σε διαιτησία αν χρειάζεται, ζητά όπως το Δικαστήριο εμποδίσει την ενάγουσα από του να καταστρατηγήσει τη σύμβαση και όπως αναστείλει την παρούσα αγωγή μέχρις ότου εκπληρωθούν όλες οι διαδικασίες που προνοούνται στη σύμβαση σε σχέση με την επίλυση οποιασδήποτε διαφοράς υπάρχει μεταξύ των αντισυμβαλλομένων. Αντιδρώντας η ενάγουσα καταχώρησε ένσταση προβάλλοντας έντεκα συνολικά λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Οι λόγοι αυτοί περιστρέφεται γύρω από τους εξής δύο άξονες. Ο πρώτος άξονας της ένστασης αφορά στη θέση της ενάγουσας ότι ορθά καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή εφόσον κατά την τελευταία, η συμπεριφορά και οι ενέργειες των αντισυμβαλλομένων καταδείκνυαν ότι όχι μόνο οι πιστοποιήσεις του Μούζουρα ήταν κοινώς αποδεκτές αλλά και ότι η διαδικασία πιστοποίησης του όρου 20 της σύμβασης είχε ουσιαστικά αδρανήσει εφόσον στο παρελθόν είχαν καταβληθεί διάφορες πληρωμές χωρίς να ακολουθηθεί η συγκεκριμένη συμβατική διαδικασία. Μια τέτοια πληρωμή, ισχυρίζεται η ενάγουσα, ήταν η πληρωμή που φαίνεται στην κατάσταση λογαριασμού της ενάγουσας να της είχε κάμει η εναγόμενη την 01/09/11 για το ποσό των €9960, το οποίο όμως δεν είχε προηγουμένως πιστοποιηθεί ως προνοούσε ο όρος 20 (Τεκ.1). Πρόσθετα τούτου όμως, ισχυρίζεται η ενάγουσα, με το να μην προβάλει ποτέ η εναγόμενη τη «διαμαρτυρία» που προβάλλει τώρα και με το να καταχωρήσει κανονική εμφάνιση στην αγωγή, η τελευταία δέχτηκε ουσιαστικά το νομότυπο της αγωγής και συνεπώς δεν μπορεί τώρα, έξι μήνες αργότερα, να ισχυρίζεται κάτι διαφορετικό. Ο δεύτερος άξονας της ένστασης αφορά στη θέση ότι η εναγόμενη έχει ενεργήσει με δόλιο τρόπο και αυτό διότι ως έχει πρόσφατα διαπιστωθεί, ενόσω εκκρεμούσε η πληρωμή του επίδικου ποσού, η εναγόμενη τερμάτισε απροειδοποίητα τη σύμβαση εργολαβίας που είχε με τον ιδιοκτήτη του έργου με αποτέλεσμα να τερματίσει έτσι και την επίδικη συμφωνία υπεργολαβίας. Διερευνώντας περαιτέρω το θέμα, ισχυρίζεται η ενάγουσα, διαπίστωσε ότι μετά τον τερματισμό της σύμβασης είχε εν αγνοία της ετοιμαστεί και τελικός λογαριασμός του έργου, ο οποίος όμως δεν φαίνεται να συμφωνεί με το πιστοποιητικό υπ. αρ.11 δυνάμει του οποίου η εναγόμενη της κατέβαλε €16.200 (Τεκ.2). Κατά την ενάγουσα, ο τελικός λογαριασμός αναφέρει ότι η εναγόμενη έπρεπε να της είχε καταβάλει 33.336 δυνάμει του πιστοποιητικού 11 και αυτό συνιστά ένδειξη ότι η εναγόμενη εισέπραξε από τον ιδιοκτήτη του έργου περισσότερα χρήματα για τις εργασίες που εκτέλεσε η ενάγουσα από τα χρήματα που τελικά αυτή κατέβαλε στην τελευταία. Είναι συνεπώς η θέση της ενάγουσας ότι η αντισυμβατική και δόλια συμπεριφορά της εναγόμενης σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η επίδικη σύμβαση και οι όροι 20 και 33 αυτής έχουν πλέον ακυρωθεί, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ορθά η ενάγουσα καταχώρησε την παρούσα αγωγή αλλά και ότι δικαιολογημένα αξιώνει από την εναγόμενη το επίδικο ποσό. Προς απάντηση των πιο πάνω ισχυρισμών της ενάγουσας, η εναγόμενη καταχώρησε, αφού προηγουμένως ζήτησε και έλαβε άδεια από το Δικαστήριο, συμπληρωματική Ε/Δ. Σε αυτή η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι όχι μόνο δεν παρακάμφθηκε ποτέ η διαδικασία του αρ.20 αλλά ότι ακόμη και αυτή η πληρωμή που επικαλέστηκε η ενάγουσα ότι είχε γίνει την 01/09/11 για ποσό των €9660, ήταν πληρωμή πιστοποιημένη από τον αρχιτέκτονα μέσω του διατακτικού υπ.αρ.8 (Τεκ.1). Όσον αφορά δε τον φερόμενο τελικό λογαριασμό που παρουσίασε η ενάγουσα, η εναγόμενη επισημαίνει ότι όχι μόνο πρόκειται για ένα ανυπόγραφο και ασφράγιστο έγγραφο αλλά και ότι ακόμη και έγκυρο να ήταν, αυτό δεν καταδεικνύει τα όσα ισχυρίζεται η ενάγουσα, ούτε και αποδεικνύει τον κατ' ισχυρισμό δόλο ο οποίος σε κάθε περίπτωση δεν αποτελεί βάση της παρούσας αγωγής. Κατά την εναγόμενη, το μόνο που αναφέρει το εν λόγω έγγραφο είναι ότι μέχρι και το διατακτικό υπ. αρ.11, η εναγόμενη είχε καταβάλει στην ενάγουσα €33.360, το οποίο είναι και το ποσό που σύμφωνα με την κατάσταση λογαριασμού που η ίδια η ενάγουσα παρουσίασε ως Τεκ. 1, είναι αποδεκτό ότι έχει μέχρι σήμερα λάβει από την εναγόμενη. Καμία όμως αναφορά δεν γίνεται στο εν λόγω έγγραφο για τα ποσά που «πιστοποίησε» ο Μούζουρας ή για την εκκρεμότητα του επίδικου ποσού ως οφειλόμενο υπόλοιπο προς την ενάγουσα. Τέλος, ως προς την νομική θέση της ενάγουσας ότι ο αυθαίρετος και δόλιος τερματισμός της κυρίως συμφωνίας έχει συμπαρασύρει και την επίδικη σύμβαση υπεργολαβίας, η εναγόμενη ισχυρίζεται αφ' ενός ότι η ρήτρα διαιτησίας επιβιώνει του τερματισμού της συμφωνίας και συνεχίζει να είναι δεσμευτική και αφ' ετέρου ότι όλα όσα ισχυρίζεται η ενάγουσα επιβεβαιώνουν ακόμη πιο πολύ ότι η επίδικη διαφορά έπρεπε πρώτα να επιλυθεί σε διαιτησία και όχι να αποτελέσει απευθείας αντικείμενο πολιτικής αγωγής. Η ακρόαση της αίτησης ολοκληρώθηκε με την καταχώρηση εμπεριστατωμένων αγορεύσεων από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των μερών, στα πλαίσια των οποίων αμφότεροι με παρέπεμψαν σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου αλλά και πρωτόδικων αποφάσεων αναφορικά με τη νομική πτυχή που διέπει διαφορές οι οποίες προκύπτουν από συμβάσεις που περιέχουν μεταξύ άλλων ρήτρες διαιτησίας. Ειδική αναφορά στο περιεχόμενο των αγορεύσεων κάνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου. Σημειώνω τα εξής. Όπως είναι προφανές, η παρούσα αφορά στην κλασική περίπτωση όπου επιχειρείται μια συγκεκριμένη πτυχή της συμβατικής σχέσης δύο προσώπων ν' αποτελέσει το αντικείμενο δικαστικής διαδικασίας, τη στιγμή όμως που η συμβατική αυτή σχέση περιλαμβάνει και συμφωνία για παραπομπή σε διαιτησία κάποιων διαφορών που ενδεχομένως να προκύψουν μεταξύ των μερών (βλ. π.χ. μεταξύ άλλων Ν. Α. CHANCE LIMITED ν. ΕLECTROMONTAJ S.A., ECLI:CY:AD:2018:A180, ECLI:CY:AD:2018:A180, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 229/2012, 20/4/2018, Λενιάνα Τούριστ ν. Καρπασίτης & Υιοί

(1991)1 ΑΑΔ 75, LA SOCIETE D' ASSURANCES ν. ALKOSTAR SHIPPING
(1983)1 CLR 723, INVESTA ν. DEMETRIADES
(1982)1 CLR 276, FREDERICK HARRISON LTD. ν. PHILIPPOU LTD.
(1980)1 CLR 603, Steamer Shipping Co Ltd ν. Sibyl Trading & Shipping Ltd και Άλλων
(1999)1 ΑΑΔ 1069, STEAMER SHIPPING CO LTD ν. SIBYL TRADING SHIPPING LTD κ.α., Αίτηση για Αναθεώρηση στην Αγωγή Αρ. 128/97, 13 Ιουλίου 1999, STYLIANOU ν. STYLIANOU
(1988)1 CLR 520, NICOSIA RACE CLUB ν. VAFEADES & ANOTHER
(1986)1 CLR 125, ALKOSTAR ν. LA SOCIETE
(1984)1 CLR 849). Άκρως σχετικό λοιπόν με το υπό κρίση θέμα είναι το αρ.8 του Κεφ.4, επί του οποίου εδράζεται η παρούσα αίτηση και το οποίο προνοεί τα εξής: «Αv oπoιoσδήπoτε συμβαλλόμεvoς σε συvυπoσχετικό . αρχίζει oπoιαδήπoτε διαδικασία εvώπιov Δικαστηρίoυ κατά oπoιoυδήπoτε άλλoυ πρoσώπoυ πoυ είvαι συμβαλλόμεvoς στo συvυπoσχετικό . αvαφoρικά με oπoιoδήπoτε από τα θέματα πoυ συμφωvήθηκε vα παραπεμφθoύv σε διατησία, τότε oπoιoσδήπoτε από τoυς διαδίκoυς στηv εv λόγω διαδικασία δύvαται oπoτεδήπoτε μετά τηv εμφάvιση, και πριv παραδώσει oπoιεσδήπoτε γραπτές πρoτάσεις ή πρoβεί σε oπoιoδήπoτε άλλo στάδιo της διαδικασίας, vα απoταθεί στo Δικαστήριo για αvαστoλή της διαδικασίας και τo Δικαστήριo δύvαται vα εκδώσει διάταγμα για αvαστoλή της διαδικασίας αv ικαvoπoιηθεί ότι δεv υπάρχει λόγoς πoυ vα δικαιoλoγεί τη μη παραπoμπή τoυ θέματoς σε διαιτησία σύμφωvα με τo συvυπoσχετικό και ότι o αιτητής ήταv, όταv άρχισε η διαδικασία, και εξακoλoυθεί vα είvαι έτoιμoς και πρόθυμoς vα πράξει oτιδήπoτε τo αvαγκαίo για τηv καvovική διεξαγωγή της διατησίας..» Στην Ν. Α. CHANCE LIMITED ανωτέρω το Ανώτατο Δικαστήριο έδωσε τις εξής κατευθυντήριες γραμμές ως προς τον τρόπο με τον οποίο το Δικαστήριο θα πρέπει να προσεγγίσει μια αίτηση της παρούσας φύσης: «.Το κυριότερο θέμα είναι ο τρόπος προσέγγισης του Δικαστηρίου σε αιτήσεις του είδους τούτου. Για το ζήτημα αυτό διατυπώνονται τα ακόλουθα στη Skaliotou (ανωτέρω) στις σελ. 255-256: «We think we can state at the outset that the law permits the parties to a contract to include in it as one of its terms an agreement to refer to arbitration disputes which may arise in connection with it. Where, therefore, proceedings are instituted by one of the parties to a contract, containing an arbitration clause and the other party, founding on the clause, applies for a stay, the first thing to be ascertained is the precise nature of the dispute which has arisen; and the next question is whether the dispute is one which falls within the terms of the arbitration clause.» Και στη σελ.263: «The question is what is the present dispute about. We think that the answer has to be gathered from the affidavits filed in the application to stay and from the endorsement of the writ and of the statement of claim, as well as the accounts.[..] With respect to counsel's argument, a mere reference to arbitration is not sufficient, and it was up to the affiant to point out clearly what was actually the dispute in more specific language, because once the plaintiff instituted proceedings, and the defendant was relying on paragraph 14
(1)(c) containing the arbitration clause, it was up to him to pinpoint to the trial Judge the precise nature of dispute which has arisen between the parties in order to obtain a stay of proceedings. We would, reiterate that, in such cases, there must be a dispute in fact, that is to say, there must be some issue joined between the parties which the arbitrator would have to try at the end. The effect of there being no dispute between the parties within an arbitration agreement is, of course, that the Court has no power to stay an action. See Monro v. Bongor U.D.C. [1915] 3 K.B. 167 at p. 171).» Συναφές, βέβαια, είναι και το ερώτημα, πότε μια διαφωνία ή αντιπαράθεση μετατρέπεται σε «διαφορά»; Επί του προκειμένου, θεωρούμε ότι χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στο ακόλουθο απόσπασμα από τη μελέτη του Christoph Schreuer[1], What is a Legal Dispute?: International Law between Universalism and Fragmentation, Festschrift in Honour of Gerhard Hafner (I. Buffard, J. Crawford, A.Pellet, S.Wittich eds.) 959
(2008): «The existence of a dispute presupposes a certain degree of communication between the parties. The matter must have been taken up with the other party, which must have opposed the claimant's position if only indirectly. Practice demonstrates that the threshold required in terms of communication between the parties for the existence of a dispute is fairly low. In certain situations a dispute may exist even in the absence of active opposition by one party to the claim of the other party» Επισημαίνεται δε στην Tradax Graanhandel B.V. v. Queensea Marine Company Limited
(1986)1 C.L.R. 559: «A dispute presupposes disagreement about facts relevant to liability of the parties or the implications of such facts in law.» Σημειώνουμε συναφώς και τα λεχθέντα από το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης (International Court of Justice) στις υποθέσεις γνωστές ως οι South West Africa cases [2]: «.it is not sufficient for one party to a contentious case to assert that a dispute exists with the other party. A mere assertion is not sufficient to prove the existence of a dispute any more than a mere denial of the existence of the dispute proves its nonexistence. Nor is it adequate to show that the interests of the two parties to such a case are in conflict. It must be shown that the claim of one party is positively opposed by the other.» Προσεγγίζοντας, λοιπόν, μίαν αίτηση για αναστολή της δικαστικής διαδικασίας λόγω ρήτρας διαιτησίας, το πρώτο που πρέπει να διαπιστωθεί είναι κατά πόσο υπάρχει διαφορά και η ακριβής της φύση. Η ύπαρξη διαφοράς προϋποθέτει κάποιο βαθμό επικοινωνίας μεταξύ των μερών. Πρέπει δηλαδή να τεθεί το θέμα στο άλλο μέρος και να συναντήσει την αντίρρηση του, έστω και εμμέσως. Η άρνηση από μόνη της όμως, χωρίς να παρέχεται δικαιολογία, δεν μπορεί να θεωρηθεί τελειωτικά ότι ισοδυναμεί με την ύπαρξη διαφοράς γιατί μπορεί να οφείλεται σε κάποιο άλλο λόγο, ο οποίος δεν συνιστά διαφορά [βλ. Skaliotou και Tradax Graanhandel B.V. (ανωτέρω)]. Εναπόκειται στον αιτούντα την αναστολή να προσδιορίσει τη διαφορά με ακρίβεια. Απλή αναφορά στη ρήτρα διαιτησίας δεν επαρκεί. Εφόσον διαπιστωθεί η ύπαρξη διαφοράς, τότε εγείρεται το ερώτημα κατά πόσο η διαφορά εμπίπτει στη ρήτρα διαιτησίας. Εν προκειμένω, ως έχει αναφερθεί, το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέτρεξε στην έκθεση απαίτησης για να διαπιστώσει κατά πόσο υπήρχε μεταξύ των διαδίκων «διάφορά» η οποία καλυπτόταν από τη ρήτρα διαιτησίας ή όχι, χωρίς όμως να στρέψει την προσοχή του στο ερώτημα κατά πόσο από το ενώπιον του υλικό προέκυπτε πράγματι «διαφορά» και εν τοιαύτη περιπτώσει ποια ήταν η φύση της. Δεν συμφωνούμε με τον ευπαίδευτο συνήγορο της εφεσείουσας ότι η εξέταση της έκθεσης απαίτησης από το Δικαστήριο προς το σκοπό διαπίστωσης της ύπαρξης ή όχι «διαφοράς» είναι λανθασμένη. Όπως είδαμε από τη Skaliotou, το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης αποτελεί μέρος του υλικού που, μαζί με ό,τι άλλο σχετικό τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, μπορεί να βοηθήσει στο να απαντηθεί το πιο πάνω ερώτημα. Θα συμφωνήσουμε, όμως, ότι στην προκειμένη περίπτωση οι διαζευκτικοί ισχυρισμοί στις παραγράφους 10 και 12 της έκθεσης απαίτησης, στις οποίες γίνεται ειδική αναφορά από το πρωτόδικο Δικαστήριο, δεν καταδείκνυαν την ύπαρξη «διαφοράς» με την έννοια της πιο πάνω νομολογίας.. Η παρατήρηση εκ μέρους της εφεσείουσας ότι ουδεμία αναφορά γίνεται στην ένορκη δήλωση που υποστήριζε την αίτηση της εφεσίβλητης περί ύπαρξης διαφοράς μεταξύ των διαδίκων, είναι ορθή. Ό,τι ουσιαστικά προβάλλεται από τον ομνύοντα, Barbu Rosoiu, είναι η ύπαρξη ρήτρας στη μεταξύ των διαδίκων συμφωνία ημερομηνίας 20.1.1994 για επίλυση των οποιωνδήποτε διαφορών των μερών με φιλικό τρόπο αλλιώς θα παραπέμπονται σε διαιτησία. Ως προς τις αξιώσεις της εφεσείουσας ο ομνύων ουσιαστικά τηρεί σιγή, αφού ό, τι αναφέρει περιορίζεται στην έκφραση της ειλικρινούς πεποίθησης του ότι δεν συντρέχει κανένας λόγος γιατί η διαφορά και οι αξιώσεις της εφεσείουσας δεν μπορούν ή δεν πρέπει να παραπεμφθούν σε διαιτησία ως έχει συμφωνηθεί[3]. Καμία αναφορά δεν γίνεται σε οτιδήποτε θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ενεργή αντίρρηση (positive opposition) σε όσα με την αγωγή αξιώνονται ή ως αμφισβήτηση της υποχρέωσης της εφεσίβλητης να παράσχει την ζητούμενη με την αγωγή κατάσταση λογαριασμού, ή των λοιπών αξιώσεων της εφεσείουσας ή των γεγονότων επί των οποίων αυτές εδράζονται.» (έμφαση δική μου) Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές λοιπόν παρατηρώ τα εξής σχετικά με την παρούσα περίπτωση. Είναι κατ' αρχή κοινώς αποδεκτό ότι η σχέση των εδώ διαδίκων προκύπτει από τη μεταξύ τους σύμβαση υπεργολαβίας ημερ.22/10/10, ότι η εν λόγω σύμβαση προνοούσε αφ' ενός στον όρο 20 τον τρόπο με τον οποίο θα εκδίδονταν πιστοποιητικά για σκοπούς των ποσών που θα έπρεπε να εισπραχθούν από τον εργολάβο, ήτοι την εναγόμενη, ώστε αυτά να πληρωθούν στον υπεργολάβο, ήτοι την ενάγουσα και αφ' ετέρου στον όρο 33 τον τρόπο με τον οποίο θα επιλυόταν «.οποιαδήποτε αμφισβήτηση ή διαφορά μεταξύ του εργολάβου και του υπεργολάβου ..εις ότι αφορά ..οποιοδήποτε θέμα.σε σχέση με την εκτέλεση των εργασιών υπεργολαβίας συμπεριλαμβανομένων.της παρεμπόδισης από τον εργολάβο της έκδοσης οποιουδήποτε πιστοποιητικού το οποίο ο υπεργολάβος δύναται να ισχυρισθεί ότι το δικαιούται ή της ρύθμισης του ποσού του συμβολαίου υπεργολαβίας βάσει του άρθρου 20
(8)(γ).». Είναι επίσης κοινώς αποδεκτό ότι η εν λόγω σύμβαση καθόριζε στον όρο 20 τον αρχιτέκτονα του έργου, ήτοι τον Παπαχρίστου, ως το αρμόδιο πρόσωπο να πιστοποιήσει τις πληρωμές που έπρεπε να γίνουν στον υπεργολάβο, καθώς επίσης και ότι δυνάμει της σύμβασης ο Μούζουρας ήταν ο «κριτής» που θα επέλυε σε κάποιο βαθμό την όποια τυχόν διαφωνία ήθελε προκύψει συνεπεία ενδεχόμενης απόφασης του εργολάβου να μην πληρώσει στον υπεργολάβο ολόκληρα τα ποσά που θα πιστοποιούνταν από τον αρχιτέκτονα (βλ. όρο 24 και την παραπομπή που εκεί γίνεται στον όρο 20
(3)). Δεν αμφισβητείται τέλος ότι το ποσό που αξιώνει με την παρούσα αγωγή η ενάγουσα δεν έχει πιστοποιηθεί από τον αρχιτέκτονα δυνάμει του όρου 20 της σύμβασης και ότι όταν το εν λόγω ποσό απαιτήθηκε από την εναγόμενη μαζί με το ποσό των €16200, η τελευταία πλήρωσε μόνο το τελευταίο ποσό, χωρίς όμως να αναφέρει οποιοδήποτε λόγο γιατί δεν πλήρωσε και το επίδικο ποσό ή τα όσα αναφέρει στην παρούσα αίτηση. Σύμφωνα τώρα με την έκθεση απαίτησης, η επίδικη αξίωση της ενάγουσας δεν περιορίζεται σε ανάκτηση κατ' ισχυρισμών πιστοποιημένων πληρωμών αλλά περιλαμβάνει και άλλες βάσεις αγωγής, ενώ μεταξύ άλλων προβάλλεται και ο ισχυρισμός ότι η εναγόμενη απλά παραλείπει να πληρώσει το υπόλοιπο του χρέους της προς την ενάγουσα και δη αδικαιολόγητα. Το ότι θα μπορούσε να δικαιολογηθεί η ενάγουσα να θεωρούσε κατά την καταχώρηση της αγωγής ότι ο λόγος που η εναγόμενη δεν της είχε καταβάλει ως τότε το υπόλοιπο της κατ' ισχυρισμό αμοιβής της, δεν οφειλόταν στην ύπαρξη κάποιας διαφοράς ή αμφισβήτησης που δυνατό να ενέπιπτε στην ρήτρα διαιτησίας, ενισχύεται από το κοινώς αποδεκτό γεγονός ότι μέχρι και την καταχώρηση της παρούσας αίτησης η εναγόμενη δεν είχε ποτέ θέσει προς την ενάγουσα τα όσα προβάλλει σήμερα με την αίτηση και Ε/Δ της ότι συνιστούν τους λόγους για τους οποίους δεν πλήρωσε το επίδικο ποσό όταν αυτό απαιτήθηκε (βλ. πρωτόδικη αναφορά στην Skaliotou όπου ούτε εκεί είχε λεχθεί οτιδήποτε πριν την καταχώρηση της αίτησης αναστολής και η οποία αναφορά επικυρώθηκε από το Εφετείο - «..that (refusal) might be arising from various reasons, as for example, due to lack of money or an intention for an indefinite postponement of the payment, or indeed due to a caprice not to pay etc and not due to the existence of any dispute or difference. .». Με άλλα λόγια, μπορεί υπό το φως των όσων προβάλλονται στην αίτηση και Ε/Δ να διαπιστώνεται τώρα ότι κάποια διαφορά προβάλλεται από πλευράς εναγόμενης σε σχέση με την αξίωση της ενάγουσας, όμως δεν θα μπορούσε να αγνοηθεί ότι αυτή η προβληθείσα διαφορά δεν αποτέλεσε ποτέ προηγουμένως αντικείμενο «κάποιου βαθμού επικοινωνίας» μεταξύ των μερών. Δεν τέθηκε ποτέ δηλαδή προς την ενάγουσα από την εναγόμενη ο συγκεκριμένος λόγος που δεν πληρώθηκε το επίδικο ποσό έτσι ώστε η τελευταία να εκφράσει και τη δική της θέση επί τούτου και να καταστεί έτσι δυνατό να διαπιστωθεί κατά πόσο υπήρξε, πριν την καταχώρηση της αγωγής, τέτοια αντίρρηση που δυνατό να ενεργοποιούσε τη συμβατική ρήτρα διαιτησίας, ήτοι το κατά πόσο υπήρξε κάποια «.αμφισβήτηση ή διαφορά μεταξύ του εργολάβου και του υπεργολάβου..εις ότι αφορά ..οποιοδήποτε θέμα.σε σχέση με την εκτέλεση των εργασιών υπεργολαβίας συμπεριλαμβανομένων.της παρεμπόδισης από τον εργολάβο της έκδοσης οποιουδήποτε πιστοποιητικού το οποίο ο υπεργολάβος δύναται να ισχυρισθεί ότι το δικαιούται ή της ρύθμισης του ποσού του συμβολαίου υπεργολαβίας βάσει του άρθρου 20
(8)(γ).». Των πιο πάνω λεχθέντων όμως, δεν θα μπορούσε να αγνοηθεί ούτε και ο «πραγματικός» πυρήνας της επί του προκειμένου αμφισβήτησης της εναγόμενης, ο οποίος πυρήνας είναι και που καθιστά την παρούσα περίπτωση κάπως ιδιόμορφη, έστω και αν αυτή προσομοιάζει σε κάποιο βαθμό με την περίπτωση στην Skaliotou ανωτέρω. Εξηγώ. Προσεκτική ανάγνωση της αίτησης και της Ε/Δ που την υποστηρίζει φανερώνει ότι στην πραγματικότητα, η αμφισβήτηση που προβάλλει η εναγόμενη δεν αφορά στην ορθότητα της επίδικης αξίωσης της ενάγουσας αλλά στη «ρίζα» του αγώγιμου δικαιώματος της τελευταίας, ήτοι στο κατά πόσο αυτή δικαιούται να ισχυρίζεται ότι πρέπει να πληρωθεί οποιαδήποτε ποσά για τις εργασίες που ισχυρίζεται ότι εκτέλεσε. Αυτό γιατί ο πυρήνας των θέσεων της εναγόμενης έγκειται στη θέση της ότι για να δικαιούται η ενάγουσα να διεκδικεί να πληρωθεί οποιαδήποτε ποσά, αυτή έπρεπε πρώτα να αποταθεί στον αρχιτέκτονα του έργου δυνάμει του όρου 20 ώστε να της πιστοποιήσει την επίδικη αμοιβή της, κάτι όμως που είναι κοινώς αποδεκτό ότι δεν έγινε ποτέ. Υπό αυτή την σκοπιά όμως, η αμφισβήτηση της ενάγουσας δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αφορά σε διαφορά που δυνατό να εμπίπτει στη συμβατική ρήτρα διαιτησίας αλλά ότι αφορά στη θέση ότι η παρούσα αγωγή είναι θνησιγενής εφόσον καταχωρήθηκε πρόωρα και χωρίς πρώτα να αποκρυσταλλωθεί το πραγματικό και νομικό πλαίσιο που έπρεπε να την περιέβαλλε. Άλλωστε, το ουσιαστικό παράπονο της εναγόμενης δεν είναι ότι η ενάγουσα δεν ζήτησε να πάει σε διαιτησία αλλά ότι με το να καταχωρήσει απευθείας αγωγή και να μην αποταθεί πρώτα στον αρχιτέκτονα για να της πιστοποιήσει δυνάμει του όρου 20 την κατ' ισχυρισμό αμοιβή της, η ενάγουσα της έχει αφαιρέσει «.με αντισυμβατικό και άδικο τρόπο, σωρεία δικαιωμάτων.(εφόσον έχει).παραγκωνίσει τον ουσιώδους σημασίας και αποφασιστικό ρόλο του αρχιτέκτονα στη σύμβαση.τη συμβατική διαδικασία πιστοποίησης.(και).τις προϋποθέσεις που θέτει ο όρος 33 ως προστάδιο της διαιτησίας.». Ιδωμένη λοιπόν υπό αυτή την σκοπιά, η παρούσα περίπτωση προσομοιάζει με την περίπτωση στην Five Oceans Sea Food & Aquaculture Ltd ν. Αδελφοί Τύμβιοι Λτδ
(2013)1 ΑΑΔ 284 στην οποία με παρέπεμψε η ίδια η πλευρά της εναγόμενης. Σ' εκείνη την υπόθεση είχαν εγερθεί στην υπεράσπιση της εναγόμενης πανομοιότυπα σχεδόν θέματα με αυτά που εγείρει στην παρούσα η εδώ εναγόμενη και το Εφετείο, ενώπιον του οποίου είχαν τεθεί και παρόμοιες θέσεις με αυτές που προβάλλει και η εδώ ενάγουσα, αποφάσισε τα εξής: «Λόγος Έφεσης 2 - Λόγος Έφεσης 3: Η αγωγή των εφεσιβλήτων ήταν πρόωρη και η αξιούμενη αμοιβή μη πληρωτέα, επειδή κατά παράβαση συγκεκριμένων όρων του υπογραφέντος συμβολαίου, οι οικοδομικές εργασίες δεν είχαν συμπληρωθεί και ο επιβλέπων αρχιτέκτων δεν επιβεβαίωσε κάτι τέτοιο. Αποφασίστηκε ότι:
  1. Ήταν παραδεκτό το γεγονός ότι έγιναν τρεις πληρωμές ποσών από τους εφεσείοντες οι οποίες λογίστηκαν έναντι του συνολικού συμφωνηθέντος ποσού, παρά το ότι δεν αντιπροσώπευαν αξία εκτελεσθείσας εργασίας η οποία να είχε πιστοποιηθεί με την έκδοση σχετικού πιστοποιητικού από τον επιβλέποντα Α/ΠΜ, παρά τις ρητές πρόνοιες του μεταξύ των διαδίκων συμβολαίου.
  2. Μπορούσε επομένως το πρωτόδικο Δικαστήριο να οδηγηθεί στο συμπέρασμα στο οποίο οδηγήθηκε, ότι αδρανοποιήθηκε το Άρθρο 20 του συμβολαίου το οποίο προνοούσε για την έκδοση από Α/ΠΜ ενδιάμεσων πιστοποιητικών προτού διενεργηθεί οποιαδήποτε ενδιάμεση πληρωμή.
  3. Παρ' όλον τούτο όμως, η προσοχή του πρωτόδικου Δικαστηρίου, δεν φαίνεται να κατευθύνθηκε προς την άλλη, ουσιώδους σημασίας πρόνοια του συμβολαίου, η οποία προνοούσε για την πιστοποίηση της πλήρους συμπλήρωσης των εργασιών και πάλι από τον επιβλέποντα.
  4. Ο δικογραφημένος αυτός ισχυρισμός των εφεσειόντων έβρισκε έρεισμα σε σχετική πρόνοια του Συμβολαίου.
  5. Όπως προέκυπτε από αδιαμφισβήτητη μαρτυρία, και ήταν επίσης παραδεκτό γεγονός στην Απάντηση στην Υπεράσπιση, το έργο πράγματι δεν παραλήφθηκε από τον Α/ΠΜ, και επομένως ουδέποτε αυτός πιστοποίησε ότι οι εργασίες ήσαν "έμπρακτα συμπληρωμένες". Οι δε διαφορές των διαδίκων ως προς κατ' ισχυρισμό κακοτεχνίες και/ή ατέλειες, παρέμειναν αιωρούμενες.
  6. Επ' αυτού, του καίριας σημασίας θέματος, δεν φαινόταν να υπήρξε οποιαδήποτε ενασχόληση στην εφεσιβαλλόμενη απόφαση και, επομένως, το μέρος εκείνο της υπεράσπισης των εναγομένων-εφεσειόντων παρέμεινε χωρίς δικαστική κρίση. Επρόκειτο για ένα ανεξάρτητο και κορυφαίας σημασίας θέμα.
  7. Περαιτέρω σύμφωνα με άλλο όρο του συμβολαίου, σε περίπτωση που αναφύετο αμφισβήτηση ή διαφορά μεταξύ των διαδίκων, επρονοούντο ειδικές ρυθμίσεις και διαδικασίες σύμφωνα με τις οποίες η διαφορά θα έπρεπε να παραπεμφθεί σε πρώτο στάδιο προς επίλυση στον επιβλέποντα Α/ΠΜ του έργου, του οποίου η απόφαση θα ήταν δεσμευτική και τελεσίδικη, εκτός εάν υποβαλλόταν ένσταση από ένα των συμβαλλομένων εντός καθορισθείσας προθεσμίας, οπότε η διαφορά θα παραπέμπετο σε διαιτησία.
  8. Αυτή η παράλειψη όπως ακολουθηθεί η προνοούμενη διαδικασία επίλυσης της διαφοράς είχε ειδικά εγερθεί από τους εφεσείοντες στην Υπεράσπιση τους. Όμως, ούτε αυτή η πτυχή της Υπεράσπισης δεν έτυχε ενασχόλησης στην πρωτόδικη απόφαση.
  9. Δεν μπορούσε να λεχθεί ότι αδρανοποιήθηκαν οι πιο πάνω ουσιώδεις πρόνοιες, για οποιοδήποτε λόγο και ως δεσμευτικές θα έπρεπε να είχαν ακολουθηθεί προτού παραπεμφθεί το θέμα σε διαιτησία και κινηθεί η αγωγή.
  10. Επομένως, η καταχώρηση της αγωγής ήταν πρόωρη εφόσον και η Απαίτηση θα έπρεπε να είχε απορριφθεί.» (έμφαση δική μου). Υπάγοντας λοιπόν τα πιο πάνω στην παρούσα περίπτωση, θεωρώ ότι δεν θα μπορούσε να διαταχθεί η αναστολή μιας αγωγής «.μέχρι έκδοσης απόφασης στα πλαίσια διαδικασίας διαιτησίας.» ως αιτείται η εναγόμενη, όταν στο τέλος της ημέρας το επιχείρημα της τελευταίας είναι ότι αγωγή είναι πρόωρη διότι η ενάγουσα δεν ακολούθησε τις συμβατικές διαδικασίες που έπρεπε να ακολουθήσει ώστε να καταδειχθεί κατά πόσο όντως υπήρχε διαφορά και δη διαφορά που έχρηζε παραπομπής σε διαιτησία. Άλλωστε, όπως και η ίδια η εναγόμενη επισημαίνει, θέμα διαιτησίας θα προέκυπτε μόνο αν ακολουθείτο η διαδικασία του όρου 20 και κάποιος εκ των αντισυμβαλλομένων ένιωθε αδικημένος από την απόφαση του αρχιτέκτονα και σίγουρα δεν τίθεται θέμα ν' ανασταλεί μια αγωγή που ενδέχεται να είναι πρόωρη εφόσον αν είναι όντως τέτοια η περίπτωση, τότε ακόμη και αν η διαφορά των μερών οδηγηθεί σε μια μελλοντική διαιτησία, η αγωγή θα εξακολουθεί να είναι θνησιγενής και να υπόκειται σε απόρριψη ως πρόωρη. Αν είναι συνεπώς βάσιμη η αμφισβήτηση που προβάλλει η εναγόμενη, τότε υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης, η «πραγματική» φύση της αμφισβήτησης αυτής δεν είναι τέτοια που θα δικαιολογούσε την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου για αναστολή της αγωγής λόγω ύπαρξης ρήτρας διαιτησίας αλλά την πλήρη απόρριψη της αγωγής ως πρόωρης και στερούμενης του αναγκαίου πραγματικού και νομικού υπόβαθρου. Εφόσον όμως το υπό κρίση αίτημα έχει περιοριστεί στην αναστολή λόγω ρήτρας διαιτησίας και δεν έχει επεκταθεί σε απόρριψη ή διαγραφή της αγωγής και ούτε πρόκειται για την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης, δεν θεωρώ ορθό να επεκταθώ επί του θέματος αυτού, ούτε και να εξετάσω σε περαιτέρω βάθος τα όσα συγκεκριμένα γεγονότα οι δύο πλευρές επικαλούνται. Θα περιοριστώ όμως να αναφέρω εδώ, και αυτό καθαρά για σκοπούς προβληματισμού τα εξής. Σε κανένα σημείο της η αγωγή δεν εδράζεται επί οποιουδήποτε ισχυρισμού περί δόλου της εναγόμενης ούτε και προβάλλεται η θέση ότι η τελευταία έχει οικειοποιηθεί ή προσπορισθεί χρήματα που δικαιούτο να εισπράξει η ενάγουσα. Την ίδια στιγμή, από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου φαίνεται εκ πρώτης όψεως ότι ενώ τα έγγραφα που παρουσιάζονται να αποδεικνύουν την επίδικη αξίωση δεν είναι πιστοποιημένα ως ο όρος 20 του συμβολαίου προνοεί, η πληρωμή που επικαλείται προς επίρρωση των θέσεων της η ενάγουσα ότι της έγινε την 01/09/11 για το ποσό των €9960, φέρει τέτοια πιστοποίηση (βλ. Τεκ. 1 συμπληρωματικής Ε/Δ εναγόμενης). Περαιτέρω δε, πέραν του ότι η εξουσία του Μούζουρα να εκδίδει δεσμευτικά πιστοποιητικά πληρωμών ήταν εκ της σύμβασης περιορισμένη σε συγκεκριμένα θέματα και διαφωνίες που δεν φαίνεται να προέκυψαν στην υπόθεση, αντίθετα με τα πιστοποιητικά που είναι παραδεκτό ότι εξέδωσε ο αρχιτέκτονας και ο επιμετρητής ποσοτήτων του έργου δυνάμει του όρου 20, ο φερόμενος ως τελικός λογαριασμός του αρχιτέκτονα που παρουσίασε η ενάγουσα είναι ανυπόγραφος και ασφράγιστος ενώ τα ποσά που αναφέρονται εκεί δεν φαίνεται να συνάδουν με τους ισχυρισμούς της τελευταίας αλλά με τους ισχυρισμούς της εναγόμενης. Τα πιο πάνω, τα οποία αφορούν αποκλειστικά στα όσα τέθηκαν ενώπιον μου στο παρόν αρχικό στάδιο της υπόθεσης, θα πρέπει να προβληματίσουν αμφότερες τις πλευρές και ιδιαίτερα την πλευρά της ενάγουσας αναφορικά με την περαιτέρω πορεία της υπόθεσης. Επανερχόμενος τώρα στο υπό κρίση αίτημα, κρίνω ότι αυτό, για τους λόγους που έχω ήδη εξηγήσει, δεν μπορεί να εγκριθεί και συνεπώς η παρούσα αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ ενάγουσας και εναντίον εναγόμενης ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και τα οποία θα είναι πληρωτέα στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ.).......... Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.