← Κύπρος

Vaulterra Trustees and Corporate Limited ν. Χριστοφόρου κ.α., Αρ. Αγωγής: 695/20, 31/3/2021

Vaulterra Trustees and Corporate Limited ν. Χριστοφόρου κ.α., Αρ. Αγωγής: 695/20, 31/3/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A227 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 695/20 Μεταξύ: Vaulterra Trustees and Corporate Limited Εναγόντων και 1. XXXXX Χριστοφόρου 2. XXXXX Τζιηγκούλη 3. Winkelried Asset Management L.L.C. 4. XXXXX Baumann 5. XXXXX Evans Εναγομένων ΩΣ ΕΧΕΙ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΕΙ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΩΝ ΘΕΣΜΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΉΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ Μεταξύ: Vaulterra Trustees and Corporate Limited Εναγόντων και 1. XXXXX Χριστοφόρου 2. XXXXX Τζιηγκούλη 3. Winkelried Asset Management L.L.C. 4. XXXXX Baumann 5. XXXXX Evans 6. XXXXX Rey 7. Athena Intelligence & Risk Managementa Sarl Εναγομένων Ημερομηνία: 31/03/2021 Αίτηση υπό Εναγομένων 6 και 7 ημερομηνίας 06/11/2020 για παραμερισμό της επίδοσης και/ή του κλητηρίου Εμφανίσεις: Για Αιτητές/Εναγόμενες 6 και 7: κ. Αλ. Μαυρομμάτης για Σωτήρης Πίττας και Σία ΔΕΠΕ Για Καθ' ης/Ενάγουσα: κ. Ο. Καΐλης για Χαβιαράς & Φιλίππου ΔΕΠΕ --------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή Με το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα που έχει καταχωρίσει η Ενάγουσα στις 17/03/2020, ως έχει τροποποιηθεί, διεκδικεί από την Εναγόμενη 1 γενικές αποζημιώσεις άνω των €2 εκ. για κατ' ισχυρισμό παράβαση των όρων εργοδότησης της, δια της κυκλοφορίας ή διαρροής, χωρίς την εξουσιοδότηση της Ενάγουσας, εμπιστευτικών πληροφοριών και εγγράφων που αφορούν την Ενάγουσα και τους πελάτες της (θεραπείες Α-Δ της οπισθογράφισης). Ζητά, επίσης, γενικές αποζημιώσεις εναντίον όλων των Εναγομένων (συμπεριλαμβανομένων και των Εναγομένων 6 και 7) για κατ' ισχυρισμό δόλια συνωμοσία και/ή σύμπραξη για την παράνομη διαρροή εγγράφων και πληροφοριών από τα αρχεία της Ενάγουσας, με σκοπό να προκαλέσουν ζημιά στην Ενάγουσα και στους πελάτες της (θεραπεία Ε), καθώς και διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται η δημοσιοποίηση ή αποκάλυψη οποιωνδήποτε πληροφοριών ή εγγράφων περιήλθαν στην κατοχή ή τη γνώση τους, από τα αρχεία της Ενάγουσας (θεραπεία ΣΤ). Στη βάση μονομερούς Αιτήσεως που καταχώρισε η Ενάγουσα την ίδια ημερομηνία (17/03/2020) πέτυχε την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων (ημερ. 18/03/2020) εναντίον των Εναγομένων 1-5 για μη αποκάλυψη της αγωγής (gagging order) καθώς και διατάγματα με τα οποία εμποδίζονταν οι Εναγόμενοι 1-5 να προέβαιναν σε δημοσιοποίηση πληροφοριών που είχαν εξασφαλίσει από τα αρχεία της Ενάγουσας. Οι υπόλοιπες θεραπείες που ζητούσε με τη μονομερή Αίτηση, δεν παραχωρήθηκαν μονομερώς και δόθηκαν οδηγίες για επίδοση της Αίτησης στους Εναγόμενους 1-5. Ανάμεσα στις θεραπείες που εζητούντο με την υπό αναφορά Αίτηση ήταν η έκδοση διαταγμάτων έρευνας τύπου Anton Piller εναντίον των Εναγομένων 1 και 2, διαταγμάτων αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal, καθώς και διαταγμάτων παγοποίησης των περιουσιακών τους στοιχείων. Στην πορεία οριστικοποιήθηκαν τα διατάγματα επίδειξης εχεμύθειας ενώ εκδόθηκαν, χωρίς ένσταση από τους Εναγόμενους 1-5, κάποια από τα διατάγματα που εζητούντο με την Αίτηση (διατάγματα αποκάλυψης κατά των Εναγομένων 1-5 και έρευνας, κατά των Εναγομένων 1 και 2) βλ. πρακτικό ημερομηνίας 26/05/2020 και διατάγματα της ίδιας ημερομηνίας). Σε σχέση με τους Εναγόμενους 1-5, λήφθηκαν περαιτέρω διαδικαστικά διαβήματα τα οποία όμως δεν αφορούν την παρούσα διαδικασία. Εις ότι αφορά τους Εναγόμενους 6 και 7, μετά την τροποποίηση του κλητηρίου και την προσθήκη τους ως Εναγομένων, η Ενάγουσα εξασφάλισε εναντίον τους, στη βάση μονομερούς Αιτήσεως ημερ. 01/06/2020, προσωρινά διατάγματα φίμωσης (gagging order) και μη καταστροφής στοιχείων. Σημειώνεται ότι με την Αίτηση εζητούντο και προσωρινά διατάγματα αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal καθώς και απαγορευτικά διατάγματα, τα οποία δεν δόθηκαν μονομερώς και διατάχθηκε η επίδοση της Αίτησης στους Καθ' ων. Ακολούθως η Ενάγουσα εξασφάλισε, στις 04/06/2020, στα πλαίσια άλλης μονομερούς Αιτήσεως ημερ. 04/06/2020, διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας στους Εναγόμενους 6 και 7, της αγωγής, των αιτήσεων και όλων των σχετικών εγγράφων, με τη μέθοδο που προβλέπεται στη Σύμβαση της Χάγης και/ή μέσω της Εταιρείας ταχυμεταφορών (Courier) DHL. Μεταγενέστερα και συγκεκριμένα στις 21/07/2020, το Δικαστήριο εξέδωσε και δεύτερο διάταγμα με το οποίο παραχώρησε στην Ενάγουσα άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας στους Εναγόμενους 6 και 7. Το υπό αναφορά δεύτερο διάταγμα εκδόθηκε στα πλαίσια της μονομερούς Αίτησης της Ενάγουσας ημερ. 02/07/2020. Ο λόγος, ως προκύπτει από το φάκελο για την καταχώριση της 2ης πιο πάνω αίτησης ήταν η ανάγκη για επίδοση των εγγράφων με μετάφραση στη Γερμανική αντί της Αγγλικής γλώσσας που ζητήθηκε και επετράπη με βάση το πρώτο διάταγμα. Η παρούσα Αίτηση Με την υπό εξέταση Αίτηση που καταχώρισαν οι Εναγόμενοι 6 και 7/Αιτητές στις 06/11/2020, επιδιώκουν: (α) τον παραμερισμό των πιο πάνω διαταγμάτων με τα οποία επιτράπηκε η επίδοση των εγγράφων εκτός δικαιοδοσίας καθώς και της επίδοσης που επιτεύχθηκε σ' αυτούς. (β) την απόρριψη της αγωγής εναντίον τους, λόγω μη αποκάλυψης αιτίας αγωγής ή συζητήσιμης υπόθεσης και/ή διαζευκτικά (γ) την αναστολή της αγωγής λόγω πλήρους έλλειψης αιτίας αγωγής ή συζητήσιμης υπόθεσης ή/και λόγω κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας. Η Αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της κας Ελ. Δημητρίου, δικηγόρου στο δικηγορικό οίκο που εκπροσωπεί τους Αιτητές, η οποία, αφού παραθέτει το πιο πάνω ιστορικό της υπόθεσης, καλεί το Δικαστήριο να αποδεχθεί την Αίτηση, για τους ακόλουθους, συνοπτικά, λόγους:
  2. i)λόγω απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων και παραπλάνησης του Δικαστηρίου από την Καθ' ης, μέσω των μονομερών Αιτήσεων στα πλαίσια των οποίων εξασφάλισε τα επίδικα διατάγματα. Επισημαίνει, συναφώς, ότι η Καθ' ης παρέλειψε να αποκαλύψει την ύπαρξη επιφυλάξεων της Ελβετίας αναφορικά με πρόνοιες της Σύμβασης της Χάγης και συγκεκριμένα: - την επιφύλαξη σε σχέση με το άρθρο 5 της Σύμβασης, με βάση την οποία δήλωσε πως όταν ο αποδέκτης δεν συναινεί στην επίδοση των εγγράφων, τότε τα έγγραφα δεν μπορούν να επιδοθούν επίσημα σ' αυτόν, εκτός εάν τα έγγραφα είναι στην επίσημη γλώσσα που απευθύνεται (Γερμανικά, Γαλλικά ή Ιταλικά) ή συνοδεύεται από μετάφραση σε μια από τις γλώσσες αυτές, ανάλογα με το μέρος της Ελβετίας στο οποίο τα έγγραφα θα επιδοθούν. - Τη δήλωσή της ότι δεν αποδέχεται επίδοση στη δικαιοδοσία της με τις μεθόδους που αναφέρονται στα άρθρα 8 και 10 της Σύμβασης. Προς υποστήριξη της θέσης της επισυνάπτει το σχετικό έγγραφο (Τεκμήριο 1) στο οποίο αναφέρονται οι πιο πάνω επιφυλάξεις της Ελβετίας. Υποδεικνύει, επίσης, ότι η Καθ' ης ζήτησε και πέτυχε διατάγματα για την επίδοση στην Εναγόμενης 6, στην Αγγλική και Γερμανική ή άλλη επίσημη γλώσσα της χώρας προορισμού, ενώ γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι οι Αιτητές κατοικοεδρεύουν στο Καντόνιο ΒΑΛΑΙ της Ελβετίας που είναι Γαλλόφωνο. Εν συνεχεία απέστειλαν τα έγγραφα μεταφρασμένα στη Γερμανική αντί στη Γαλλική γλώσσα ως κατ' ισχυρισμόν όφειλαν να τα είχαν μεταφράσει.
  3. ii)Λόγω της κατ' ισχυρισμό αποτυχίας της Καθ' ης να καταδείξει εκ πρώτης όψεως ή συζητήσιμη υπόθεση εναντίον των Αιτητών. Με αναφορά στις αξιώσεις της Καθ' ης εναντίον των Αιτητών, υποστηρίζει πως η υπόθεση της Καθ' ης εναντίον τους στηρίζεται σε εικασίες και αυθαίρετα συμπεράσματα τα οποία δεν υποστηρίζονται από οποιανδήποτε αποδεκτή μαρτυρία. Δεν αποδεικνύεται από τη μαρτυρία που περιέχεται στις ένορκες δηλώσεις που συνοδέουν τις δύο Αιτήσεις, υποστηρίζει η ενόρκως δηλούσα, οποιαδήποτε συμμετοχή των Αιτητών στις κατ' ισχυρισμό αδικοπραξίες που διαπράχθηκαν εις βάρος της Καθ' ης. Παραπέμπει δε στις παραγράφους 9 των ενόρκων δηλώσεων Τσίγκη και Dillon, όπου αναφέρεται ότι ο σκοπός της συμπερίληψης των Εναγομένων 6 και 7 ήταν για να διευκρινιστεί η εμπλοκή τους στην κατ' ισχυρισμό κλοπή δεδομένων. Το γεγονός αυτό, υποστηρίζει, συνιστά, ως συμβουλεύονται από το συνήγορο των Αιτητών, παραδοχή για μη ύπαρξη αιτίας αγωγής εναντίον των Αιτητών. iii) Λόγω αποτυχίας επίτευξης της επίδοσης στους Καθ' ων με βάση τις επιτακτικές πρόνοιες της Σύμβασης της Χάγης και τις ρητές επιφυλάξεις της Ελβετίας. Υπέδειξε, συναφώς, ότι η επιχειρηθείσα επίδοση των δικαστικών εγγράφων στους Αιτητές περιλάμβανε μεταφράσεις των εγγράφων στη Γερμανική αντί της Γαλλικής γλώσσας που έπρεπε να είχαν μεταφραστεί, ενόψει της αναφερθείσας επιφύλαξης της Ελβετίας. Οι Αιτητές, ως υποστηρίζει, κατοικοεδρεύουν στη Γαλλόφωνη επαρχία Σιερ του Καντονίου ΒΑΛΑΙ της Ελβετίας, γεγονός που επέβαλλε τη μετάφραση των προς επίδοση εγγράφων στην επίσημη γλώσσα του Καντονίου που είναι η Γαλλική. Για το λόγο αυτό, υποστηρίζει στις παραγράφους 18.4, 18.5 και 22 της ένορκης δήλωσης της, οι Αιτητές αρνήθηκαν να παραλάβουν τα έγγραφα, γεγονός που γνωστοποιήθηκε στους δικηγόρους της Καθ' ης από το Δικαστήριο του ΣΙΕΡ (SIERRE), με τις επιστολές ημερομηνίας 22/09/2020 (Τεκμήριο 2). Η Ένσταση Η Καθ' ης καταχώρισε ένσταση, υποστηρίζοντας πως ουδείς από τους λόγους που επικαλέστηκαν οι Αιτητές για την ακύρωση των διαταγμάτων ή/και της επίδοσης ευσταθεί. Κρίνεται αχρείαστο να παρατεθούν λεπτομερώς όλοι οι λόγοι ένστασης (σύνολο 23). Θα ήταν αρκετό να υποδειχθεί πως ό,τι στην ουσία προβάλλεται είναι πως: (α) Τα επίδικα διατάγματα εκδόθηκαν αφού το Δικαστήριο ικανοποιήθηκε ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις που επιβάλλει το Σύνταγμα, οι Νόμοι, η νομολογία και οι διακρατικές συμφωνίες που υπέγραψε η Κύπρος. (β) Ειδικότερα και καθόσον αφορά την επίδοση των εγγράφων με μεταφράσεις στη Γερμανική γλώσσα, προβάλλεται πως τούτο ήταν καθόλα νόμιμο και επιτρεπτό από τη Σύμβαση της Χάγης, καθότι η Γερμανική είναι μια από τις επίσημες γλώσσες της Ελβετίας. (γ) Οι Ελβετικές Αρχές αποδέχθηκαν τα έγγραφα, γνωρίζοντας την επίσημη γλώσσα της περιοχής, τα προώθησαν προς επίδοση στους Αιτητές, στους οποίους επιδόθηκαν στις 03/09/2020. (δ) Σε περίπτωση που κριθεί ότι υπήρξε παρατυπία, αυτή έχει θεραπευθεί, δεδομένου ότι οι Αιτητές έλαβαν γνώση των εγγράφων και εκπροσωπήθηκαν από δικηγόρο. Πέραν τούτου, τα έγγραφα έχουν μεταφραστεί και στη Γαλλική γλώσσα και είναι στη διάθεση των Αιτητών αφού παραδόθηκαν μεταφρασμένα στους δικηγόρους τους. (ε) Έχει καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση και είναι πρόωρο το αίτημα για απόρριψη της αγωγής, δεδομένου ότι δεν έχει ακόμη καταχωριστεί η Έκθεση Απαίτησης. (στ) Η Αίτηση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας και αποσκοπεί στην παρακώλυση της Καθ' ης να προωθήσει την υπόθεση και να διεκδικήσει τα νόμιμα δικαιώματά της. Η Ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της κας Ν. Πελαβά, δικηγόρου στο δικηγορικό οίκο που εκπροσωπεί την Καθ' ης, η οποία υιοθετεί τους λόγους Ένστασης, προσθέτοντας, συνοπτικά, τα ακόλουθα: - Ως προς τον ισχυρισμό των Αιτητών πως δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση, παραπέμπει στις παραγράφους 7 και 8 των ενόρκων δηλώσεων Τσίγκη και Dillon, στις οποίες παρατίθενται στοιχεία για την εμπλοκή των Αιτητών στην κατ' ισχυρισμό, κλοπή των δεδομένων της Καθ' ης. Υποδεικνύει, περαιτέρω, ότι το Δικαστήριο, εξετάζοντας τις επίδικες Αιτήσεις καθώς και την Αίτηση για προσωρινά διατάγματα, ικανοποιήθηκε ότι η Καθ' ης έχει καλό αγώγιμο δικαίωμα εναντίον τους, εξ' ου και εκδόθηκαν κάποια από τα αιτούμενα διατάγματα μονομερώς. - Όσον αφορά την εισήγηση ότι η Αιτήτρια παραπλάνησε το Δικαστήριο, παραλείποντας να υποδείξει την επιφύλαξη της Ελβετίας σε σχέση με τα άρθρα 8 και 10 της Σύμβασης της Χάγης, η ενόρκως δηλούσα, υποδεικνύει πως η Αιτήτρια δεν προώθησε τα έγγραφα για επίδοση μέσω ταχυμεταφορέα (Courier) αλλά μόνο μέσω των αρμόδιων Ελβετικών Αρχών, παραπέμποντας στα Έγγραφα επίδοσης (βλ. Τεκμήρια 1Α και 1Β της Ένστασης). Ως προς το ζήτημα της γλώσσας, υποστηρίζει πως αποστάληκαν μεταφράσεις στη Γερμανική επειδή είναι μία από τις επίσημες γλώσσες της Ελβετίας. - Σε σχέση με τη θέση των Αιτητών ότι η Καθ' ης απέτυχε να επιδώσει τα έγγραφα στους Αιτητές κατά τον τρόπο που προβλέπεται στη Σύμβαση της Χάγης, υποστηρίζει, με αναφορά στα έγγραφα επίδοσης, ότι τα έγγραφα αποστάληκαν μέσω της αρμόδιας Ελβετικής Αρχής, η οποία τα προώθησε στους Αιτητές για επίδοση, χωρίς να εγείρει οποιοδήποτε ζήτημα σε σχέση με τη γλώσσα. Υποστηρίζει, περαιτέρω, ότι οι Αιτητές παρέλαβαν τα Έγγραφα στις 03/09/2020, γεγονός που επιβεβαιώθηκε από την Ελβετική Αρχή με την επιστολή της ημερ. 08/09/2020, ως επιμαρτυρείται από τα Τεκμήρια 1Α και 1Β. Οι μεταγενέστερες επιστολές των Αιτητών ημερ. 16/09/2020, αποστάληκαν, κατά την ενόρκως δηλούσα, μετά από δεύτερες σκέψεις σε μια προσπάθεια να αποφύγουν τη νόμιμη επίδοση των εγγράφων και να καθυστερήσουν τη διαδικασία. Υποστηρίζει, επίσης, ότι τυχόν παρατυπία στη διαδικασία επίδοσης έχει αυτοθεραπευθεί, εφόσον οι Αιτητές έλαβαν γνώση της διαδικασίας και εκπροσωπήθηκαν από δικηγόρο, αμφισβητώντας την έκδοση των προσωρινών διαταγμάτων. Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω και παρά την άποψη της Καθ' ης ότι η επίδοση ήταν καθόλα ορθή και νομότυπη, προχώρησε με μεταφράσεις όλων των εγγράφων στη Γαλλική γλώσσα, οι οποίες επισυνάφθηκαν σε ένορκη δήλωση που κατατέθηκε στο φάκελο της υπόθεσης στις 03/12/2020, αντίγραφο της οποίας αφέθηκε στη θυρίδα του δικηγόρου των Αιτητών. Οι αγορεύσεις των συνηγόρων Με εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις οι ευπαίδευτοι συνήγοροι, υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων, με παραπομπές στην πλούσια επί των εγειρομένων θεμάτων νομολογία. Ειδικότερα: Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Αιτητών κάλεσε το Δικαστήριο να ακυρώσει την επίδοση που έγινε στους Αιτητές, κατ' ανάλογη εφαρμογή των όσων υποδείχθηκαν στην υπόθεση Earlsfield Steel Ltd ν. Joint Stock Company Elecgrometallurgical Steel Works Dneprospetsstal for AN Kyjmin

(2009)1 ΑΑΔ
  1. Υπέδειξε, συναφώς, πως ενώ με βάση το άρθρο 5 της Σύμβασης της Χάγης και της επιφύλαξης της Ελβετίας, ως έχει αναφερθεί πιο πάνω, η Καθ' ης όφειλε να είχε επιδώσει τα έγγραφα μεταφρασμένα στη Γαλλική γλώσσα, τα επέδωσε στη Γερμανική. Πρόκειται, όπως υποστήριξε ο συνήγορος για μη θεραπεύσιμη παρατυπία, αφού η παραβίαση αφορά σε επιτακτικό όρο διακρατικής σύμβασης και όχι των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ώστε να μπορούσε να τύχει εφαρμογής η Δ.
  2. Επιπρόσθετα, επεσήμανε ο συνήγορος, η Καθ' ης παρέλειψε να αποκαλύψει τις ρητές επιφυλάξεις της Ελβετίας αναφορικά με τη μη αποδοχή επιδόσεων μέσω ταχυμεταφορέα καθώς και την επιφύλαξη της σε σχέση με τη γλώσσα, ότι δηλαδή απαιτά μετάφραση των προς επίδοση εγγράφων σε μια από τις επίσημες γλώσσες (Γερμανική, Γαλλική ή Ιταλική) ανάλογα με τη γλώσσα της περιοχής όπου θα επιδοθούν τα έγγραφα. Παραπέμποντας σε νομολογία, εισηγήθηκε πως οι πιο πάνω παραλείψεις θα πρέπει να οδηγήσουν το Δικαστήριο στην ακύρωση και των δύο διαταγμάτων, λόγω μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Πέραν των ανωτέρω, ο συνήγορος εισηγήθηκε πως η Καθ' ης απέτυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των Αιτητών. Όπως χαρακτηριστικά υποστηρίζει στη γραπτή του αγόρευση, «η υπόθεση της Ενάγουσας εναντίον των Εναγομένων, βασίζεται σε εικοτολογία, σε υποθέσεις και ανυπόστατες εκδοχές και αυθαίρετα συμπεράσματα που δεν υποστηρίζονται και αποδεικνύονται από καμία αποδεκτή ή υπαρκτή μαρτυρία ή αποδεικτικό μέσο». Στην αντίπερα όχθη, ο ευπαίδευτος συνήγορος της Καθ' ης εισηγήθηκε πως ουδεμία παρατυπία υπήρξε στην επίδοση, υποστηρίζοντας ότι τα έγγραφα επιδόθηκαν στη Γερμανική που είναι μια από τις επίσημες γλώσσες της Ελβετίας. Επεσήμανε, περαιτέρω, πως οι Αιτητές αποδέχθηκαν, αρχικά, τα έγγραφα, γεγονός που επιβεβαίωσε η αρμόδια Ελβετική Αρχή με την επιστολή της ημερομηνίας 08/09/2020, παραπέμποντας στα Τεκμήρια 1Α και 1Β της ΕΔ ΝΠ. Συνεχίζοντας ο συνήγορος, εισηγήθηκε πως ακόμα και εάν το Δικαστήριο αποδεχθεί ότι υπήρξε παρατυπία στη διαδικασία επίδοσης, επειδή τα έγγραφα επιδόθηκαν στη Γερμανική γλώσσα, δεν θα πρέπει να παραμεριστεί η επίδοση των εγγράφων, ενόψει του γεγονότος ότι οι Αιτητές έλαβαν γνώση της διαδικασίας, εμφανίστηκαν έγκαιρα ενώπιον του Δικαστηρίου δια δικηγόρου και δεν έχουν επηρεαστεί με οποιοδήποτε τρόπο τα δικαιώματά τους. Υπέδειξε, επίσης, πως τέθηκε ήδη στη διάθεση των Αιτητών μετάφραση των εγγράφων στη Γαλλική γλώσσα, παραπέμποντας στην ένορκη δήλωση της Α. Ξυδά ημερ. 03/12/2020 (Τεκμήριο 3 στην ΕΔ ΝΠ). Υπό τις πιο πάνω περιστάσεις, κατέληξε ο συνήγορος, θα πρέπει να θεωρηθεί πως η όποια παρατυπία στην επίδοση των εγγράφων έχει αυτοθεραπευθεί, παραπέμποντας σε σχετικές αποφάσεις του Δικαστηρίου της ΕΕ, του Ανωτάτου Δικαστηρίου καθώς και Πρωτόδικων Δικαστηρίων (βλ., μεταξύ άλλων, Alpha Bank Cyprus Ltd v. Si Senh Dau κ.ά.
(2013)
(1)Α.Α.Δ. 1935, Alpha Bank Cyprus Ltd v. Dau Si Senh & others, C-519/13 ημερ. 16/09/2015). Διαφωνώντας, τέλος, με την εισήγηση των Αιτητών ότι δεν καταδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση, ο συνήγορος παρέπεμψε στις παραγράφους 7 και 8 της ΕΔ ΑΤ ημερ. 04/06/2020 όπου επεξηγείται η εμπλοκή των Αιτητών στην κατ' ισχυρισμό κλοπή των δεδομένων της Ενάγουσας. Επεσήμανε, επίσης, πως δεν έχει ακόμη καταχωριστεί η Έκθεση Απαίτησης και είναι, ως εκ τούτου, πρόωρο να ζητείται παραμερισμός του κλητηρίου για το λόγο αυτό, επικαλούμενος όσα σχετικά υποδείχθηκαν στην υπόθεση Evangelou Alexandros Camera House Ltd και Άλλος ν. Minerva Finance & Investments Ltd
(2004)1 ΑΑΔ
  1. Νομική Πτυχή-Κατάληξη Το κατ' εξοχήν ζήτημα που εγείρεται είναι το κατά πόσο η επίδοση των εγγράφων στη Γερμανική γλώσσα στους Αιτητές ήταν επιτρεπτή, δεδομένης της επιφύλαξης της Ελβετίας σε σχέση με το άρθρο 5 της Σύμβασης της Χάγης, που προνοεί τη μέθοδο επίδοσης των εγγράφων τα οποία διαβιβάζονται από την Κεντρική Αρχή του αιτούντος κράτους προς την Κεντρική Αρχή του κράτους από το οποίο ζητείται η συνδρομή. Δεν τελεί υπό αμφισβήτηση ότι στην παρούσα υπόθεση τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες της Σύμβασης της Χάγης (Σύμβαση περί της εν τη Αλλοδαπή Επιδόσεως Δικαστικών και Ετέρων Εγγράφων εις Αστικάς και Εμπορικάς Υποθέσεις) που κυρώθηκε με το Νόμο 40/
  2. Είναι, περαιτέρω, αποδεκτό ότι ανάμεσα στις επιφυλάξεις που κατέθεσε η Ελβετία συγκαταλέγεται και το ζήτημα της γλώσσας των προς επίδοση εγγράφων. Η σχετική επιφύλαξη έχει ως ακολούθως: "Switzerland declares that in cases where the addressee does not voluntarily accept a document, it cannot officially be served on him or her in accordance with Article 5, first paragraph, unless it is in the language of the authority addressed, i.e. in German, French or Italian, or accompanied by a translation into one of these languages, depending on the part of Switzerland in which the document is to be served.". (βλ. Τεκμήριο 1 ΕΔ ΕΔ) Συμφωνώ με τη θέση του συνηγόρου των Αιτητών πως η πιο πάνω επιφύλαξη, δεν επιδέχεται της ερμηνείας που εισηγείται ο συνήγορος της Καθ' ης. Κρίνεται, συνεπώς, εσφαλμένη η θέση της Καθ' ης πως δεν υπήρξε παρατυπία, επειδή τα Γερμανικά, στα οποία μεταφράστηκαν τα επίδικα έγγραφα, είναι μια από τις επίσημες γλώσσες της Ελβετίας. Όπως εύστοχα επεσήμανε ο συνήγορος των Αιτητών, με βάση την πιο πάνω επιφύλαξη, τα έγγραφα θα έπρεπε να είχαν επιδοθεί στη Γαλλική γλώσσα, που είναι η γλώσσα της περιοχής στην οποία αποστάληκαν τα προς επίδοση έγγραφα και στην οποία είχαν τη διαμονή και την έδρα, αντίστοιχα, οι Εναγόμενοι 6 και
  3. Διαπιστώνεται, συνεπώς, ότι η διενεργηθείσα επίδοση των εγγράφων, επιτεύχθηκε κατά παράβαση της πιο πάνω ρητής επιφύλαξης της Ελβετίας. Το επόμενο ερώτημα είναι εάν η πιο πάνω διαπιστωθείσα παρατυπία, αυτοθεραπεύθηκε, όπως εισηγήθηκε ο συνήγορος της Καθ' ης, λόγω του γεγονότος ότι οι Αιτητές έχουν λάβει γνώση, εκπροσωπήθηκαν από δικηγόρο στη διαδικασία και δεν έχουν, ως εκ τούτου, επηρεαστεί δυσμενώς τα δικαιώματα τους. Κρίνεται ορθή και επί του προκειμένου ζητήματος η θέση του συνηγόρου των Αιτητών πως η πιο πάνω παράβαση δεν μπορεί να θεραπευθεί δυνάμει της Διαταγής
  4. Πρόκειται για παράβαση που άπτεται της μεθόδου επίδοσης η οποία προβλέπεται σε διακρατική συμφωνία και ως τέτοια δεν μπορεί να θεραπευθεί με βάση τις πρόνοιες της Δ.
  5. Ισχύουν, εν προκειμένω, όσα σχετικά ειπώθηκαν στην υπόθεση Earlsfield Steel Ltd - πιο πάνω -, όπου επισημάνθηκαν, ανάμεσα σε άλλα, τα ακόλουθα: «Στην προκειμένη περίπτωση η παρατυπία αναφορικά με παράβαση των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, θα μπορούσε να θεραπευθεί δυνάμει της Δ.
  6. Όμως η παράβαση που διαπιστώνεται της διακρατικής Συμφωνίας, η οποία κυρώθηκε με τον πιο πάνω Νόμο, κατά την άποψή μας δεν θα μπορούσε να θεραπευθεί με το μηχανισμό της Δ.64, εφόσον αυτή η διαδικασία αφορά στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει συμμόρφωση με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και όχι σε άλλες παρατυπίες άσχετες με τους Θεσμούς. Επομένως η εισήγηση για θεραπεία της παρατυπίας δεν μπορεί να γίνει δεκτή.». Η υπόθεση την οποία επικαλέστηκε ο συνήγορος της Καθ' ης (Alpha Bank - πιο πάνω) για να στηρίξει την εισήγηση του πως η διαπιστωθείσα παρατυπία δεν θα πρέπει να οδηγήσει σε παραμερισμό της επίδοσης, διαφοροποιείται από την παρούσα. Στην υπόθεση εκείνη, όπως και σε άλλες υποθέσεις που ακολούθησαν (βλ. Koza N. David κ.ά. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ECLI:CY:AD:2017:A415, Πολ. Έφ. Αρ. 208/12 ημερ. 24/11/2017) οι σχετικές παραβάσεις αντιμετωπίστηκαν με βάση το πιο φιλελεύθερο πνεύμα του ΕΔ 1393/2007, γεγονός που υποδείχθηκε στην αναφερθείσα υπόθεση Alpha Bank - πιο πάνω. Ο λόγος (ratio) συνεπώς της Earlsfield Steel Ltd (ανωτέρω), παραμένει ισχυρός. Ο συνήγορος της Καθ' ης εισηγήθηκε επίσης πως οι Αιτητές παρέλαβαν, αρχικά, τα έγγραφα αδιαμαρτύρητα και εν συνεχεία - μετά πάροδο 13 ημερών - απέστειλαν επιστολή με την οποία εξέφραζαν την άρνηση τους. Το γεγονός, όμως, αυτό δεν μπορεί να λειτουργήσει προς την κατεύθυνση που εισηγείται η Καθ' ης, εφόσον διαπιστώθηκε ότι η επίδοση των εγγράφων δεν ήταν σύμφωνη με τη διαδικασία του άρθρου 5 της Σύμβασης της Χάγης και τη σχετική με αυτή επιφύλαξη της Ελβετίας. Ούτε το γεγονός ότι η Καθ' ης παρέδωσε, μεταγενέστερα, στους δικηγόρους των Αιτητών μετάφραση των εγγράφων στη Γαλλική γλώσσα θα μπορούσε να θεραπεύσει την παρατυπία. Υποδεικνύεται, δε, πως η ενέργεια αυτή, υποδηλώνει την ανησυχία της Καθ' ης για την εγκυρότητα της επίδοσης, λόγω ακριβώς του γεγονότος ότι δεν είχαν επιδοθεί μεταφρασμένα στη Γαλλική γλώσσα. Ανεξάρτητα από την πιο πάνω κατάληξη, κρίνω ότι η Καθ' ης όφειλε να είχε αποκαλύψει στα πλαίσια των μονομερών της Αιτήσεων την πιο πάνω επιφύλαξη της Ελβετίας σε σχέση με τη μη αποδοχή επιδόσεων εγγράφων που δεν έχουν μεταφράσεις σε μια από τις επίσημες γλώσσες, ανάλογα με την περιοχή επίδοσης. Αποτελεί καλά θεμελιωμένη νομολογιακή αρχή ότι ο διάδικος που προσφεύγει στο Δικαστήριο μονομερώς έχει καθήκον να αποκαλύψει όλα τα ουσιώδη γεγονότα που θα μπορούσαν, δυνητικά, να επιδράσουν στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για τη χορήγηση της αιτούμενης θεραπείας. Όπως έχει ευρέως νομολογηθεί, η αποκάλυψη συναρτάται με την καλή πίστη η οποία πρέπει να επιδεικνύεται σε κάθε περίπτωση που επιδιώκεται θεραπεία, στην απουσία της αντίδικης πλευράς (βλ., μεταξύ άλλων, Demstar Ltd v. Zim Israel Nav. Co Ltd κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 597, Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 Α.Α.Δ. 598, Rybolovlev v. Rybolovleva
(2010)1 Α.Α.Δ. 82 και Commerzbank Auslandsbanken Holding AG κ.α. ν. Adeona Holdings Limited, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε6/2014, ημερ. 27/02/20215). Ως προς το τι οφείλει να αποκαλύψει ένας Αιτητής που απευθύνεται μονομερώς στο Δικαστήριο, σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση M. & Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.ά. v. Timberland Co of USA
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791: «. Δεν αποτελεί υποχρέωση του αιτούντος την έκδοση προσωρινού διατάγματος να αποκαλύψει γεγονότα για τα οποία δεν έχει άμεση γνώση. Ούτε είναι υποχρέωσή του να προβάλλει αντεκδικήσεις, εκ μέρους τρίτων προς τα δικαιώματά του, τις οποίες αμφισβητεί. Το ουσιώδες ενός ζητήματος προσδιορίζεται στο πλαίσιο της αντιδικίας των μερών. Ότι πρέπει να αποκαλυφθεί, σε κάθε περίπτωση, είναι γεγονότα γνωστά στον αιτητή ή γεγονότα τα οποία θα μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογες προσπάθειες, τα οποία σχετίζονται με: (α) το βάσιμο του δικαιώματός του όπως διαγράφεται στο δικόγραφό του, και (β) τη σοβαρότητα του ζητήματος το οποίο εγείρεται, καθώς και (γ) την πιθανότητα επιτυχίας.». Όπως ορθά υπέδειξε ο συνήγορος των Αιτητών, η υποχρέωση για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη ισχύει και για μονομερείς αιτήσεις της υπό εξέτασης φύσης (βλ. El Sayegh v. Credit Suisse
(1996)1 Α.Α.Δ. 836). Όφειλε, συνεπώς, η Καθ' ης να είχε αποκαλύψει τις πιο πάνω επιφυλάξεις της Ελβετίας τόσο ως προς τη γλώσσα των προς επίδοση εγγράφων, όσο και ως προς τη μη αποδοχή της μέσω ταχυμεταφορέα (Courier), ανεξάρτητα από το γεγονός ότι τα έγγραφα αποστάληκαν προς επίδοση με τη μέθοδο που προβλέπεται στη Σύμβαση της Χάγης και όχι μέσω ταχυμεταφορέα. Απομένει για εξέταση το αίτημα για απόρριψη του κλητηρίου λόγω μη αποκάλυψης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον των Εναγομένων 6 και 7/Αιτητών. Είναι πολύ καλά γνωστές οι αρχές με βάση τις οποίες το Δικαστήριο ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια για χορήγηση άδειας για επίδοση ειδοποίησης κλητηρίου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας, σύμφωνα με τη Διαταγή 6
(1)και
(4)των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας. Όπως έχει υποδειχθεί από την πλούσια για το ζήτημα αυτό νομολογία, ο Ενάγων οφείλει να παραθέσει στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι υπάρχει συζητήσιμη υπόθεση. Αυτό είναι, σύμφωνα με το Κ.4 της Δ.6, το ζητούμενο. Να ικανοποιηθεί δηλαδή το Δικαστήριο για την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως (Prima Facie) καλής αιτίας αγωγής. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό και το κατά πόσο θα ικανοποιηθεί το Δικαστήριο για την ύπαρξη καλής βάσης αγωγής, συναρτάται με τα ιδιαίτερα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Το Δικαστήριο δεν αποφαίνεται στο στάδιο αυτό ως προς την αξία της μαρτυρίας. Έχει επίσης υποδειχθεί πως απλή επιβεβαίωση από τον Ενάγοντα ότι έχει καλή αιτία αγωγής, δεν είναι από μόνη της αρκετή αν δεν προκύπτει, εξ αντικειμένου, από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης. (βλ. μεταξύ άλλων The Cyprus Potato Marketing Board v. Primlaks (Pacific Violet) BV κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 219, Νozaki & Co Ltd κ.ά. ν. Σιουκούρογλου & Υιοί Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 1689, Gasto Shipping Company Limited v. Μineag Sqm (Africa)(Proprietory) Limited κ.ά.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1634 και GCC Computers Ltd v. Penril Datacom Ltd
(2000)1 A.A.Δ. 1584). Έχω εξετάσει τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν τις δύο Αιτήσεις, στη βάση των οποίων εκδόθηκαν τα επίδικα διατάγματα και δεν συμμερίζομαι την εισήγηση των Αιτητών ότι δεν έχει καταδειχθεί συζητήσιμη υπόθεση εναντίον τους. Κρίνω ότι επεξηγείται επαρκώς η εμπλοκή των Εναγομένων 6 και 7/Αιτητών στην, κατ' ισχυρισμό, κλοπή των δεδομένων της Ενάγουσας. Όπως επισημαίνεται ανωτέρω, δεν αξιολογείται στο στάδιο αυτό η δύναμη της μαρτυρίας. Δεν ευσταθεί, συνεπώς, η θέση του συνηγόρου των Αιτητών ότι η Καθ' ης απέτυχε να καταδείξει συζητήσιμη υπόθεση εναντίον τους. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, εκδίδεται Διάταγμα ως το παρακλητικό Α της Αίτησης, με έξοδα υπέρ των Αιτητών/Εναγομένων 6 και 7, όπως θα υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή, αλλά θα είναι πληρωτέα στο τέλος. Τα παρακλητικά Β και Γ αποτυγχάνουν και απορρίπτονται. (Υπ.) Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /κπ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.