← Κύπρος

C & s AMERICAN HEART INSTITUTE LIMITED,υπό την εμπορική επωνυμία AMERICAN MEDICAL CENTER A.M.C ν. DEUCH - PANTAZI υπό την ιδιότητα της ως διαχειρί

C & s AMERICAN HEART INSTITUTE LIMITED,υπό την εμπορική επωνυμία AMERICAN MEDICAL CENTER A.M.C ν. DEUCH - PANTAZI υπό την ιδιότητα της ως διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντα Πανταζή, Αρ. Αγωγής: 1870/20, 30/3/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A224 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΠΑΣΧΑΛΙΔΗ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1870/20 Μεταξύ: C & s AMERICAN HEART INSTITUTE LIMITED,υπό την εμπορική επωνυμία AMERICAN MEDICAL CENTER A.M.C Ενάγοντες και XXXXX XXXXX DEUCH - PANTAZI υπό την ιδιότητα της ως διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντα XXXXX Πανταζή Εναγόμενη -------------------------------------------- Αίτηση ημερ. 12/02/20 για τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης Ημερομηνία: 30 Μαρτίου 2021 Εμφανίσεις: Για εναγόμενη - αιτήτρια: κα Ι. Ιωάννου για Y. VASILIOU & CO LLC. Για ενάγοντες - καθ' ων η αίτηση: κ. Μ. Μιχαήλ για Χ. Γ. Βασιλειάδη & Σια Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την πιο πάνω αγωγή που καταχώρησαν στις 23/07/20, οι ενάγοντες, εταιρεία που δραστηριοποιείται στον τομέα παροχής ιατρικών υπηρεσιών μέσω της ιδιωτικής κλινικής AMERICAN MEDICAL CENTER A.M.C, αξιώνουν από την περιουσία του αποβιώσαντα Π. Πανταζή το ποσό των €18.

  1. Είναι ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι το εν λόγω ποσό, για το οποίο είχαν εκδώσει και παραδώσει στους οικείους του αποβιώσαντα σχετικό τιμολόγιο περί τις 18/10/19, αφορά σε διάφορες ιατρικές υπηρεσίες που παρείχαν στον τελευταίο περί τα τέλη του 2019, τις οποίες υπηρεσίες ο αποβιώσαντας είχε εγγράφως αναγνωρίσει και δεσμευτεί να εξοφλήσει πλήρως. Κατά το θάνατο του όμως στις 20/10/19, το εν λόγω ποσό εξακολουθούσε να οφείλεται και για το λόγο αυτό αξιώνεται πλέον από την περιουσία του αποβιώσαντα μέσω της εναγόμενης διαχειρίστριας. Με την υπεράσπιση που καταχώρησε στις 16/10/20, η εναγόμενη διαχειρίστρια δέχεται μεν ότι ο αποβιώσαντας είχε τύχει περίθαλψης στην ιδιωτική κλινική των εναγόντων έχοντας διαγνωσθεί με καρκίνο, αρνείται όμως ότι θα πρέπει να πληρωθεί στους τελευταίους οποιοδήποτε ποσό από την περιουσία του πρώτου. Αυτό κατά την εναγόμενη γιατί κατά τον ουσιώδη χρόνο ο αποβιώσαντας διατηρούσε ασφαλιστικό συμβόλαιο κάλυψης νοσοκομειακής περίθαλψης με συγκεκριμένη ασφαλιστική εταιρεία (CNP), και όλα τα τιμολόγια που εξέδιδαν οι ενάγοντες αποστέλλονταν στην εν λόγω ασφαλιστική από την οποία και εξοφλούνταν. Ουδέποτε αναφέρθηκε στην πλευρά του αποβιώσαντα, ισχυρίζεται η εναγόμενη στο δικόγραφο της, ότι υπήρχαν οποιαδήποτε εκκρεμούντα τιμολόγια και η ενημέρωση που έδιναν οι θεράποντες ιατροί όταν ο αποβιώσαντας εισήλθε για τελευταία φορά στην κλινική, ήταν ότι αυτός «πάει καλά» κάτι όμως που εν τέλει αποδείχτηκε να ήταν λάθος εφόσον απεβίωσε. Όταν όμως 3 μήνες μετά το θάνατο του αποβιώσαντα οι ενάγοντες ισχυρίστηκαν ότι υπήρχαν απλήρωτες οφειλές και ζητήθηκε από την CNP να εξηγήσει το λόγο γι' αυτό, η τελευταία ισχυρίστηκε προφορικά στην εναγόμενη ότι ο λόγος που δεν καλύφτηκε το τιμολόγιο των εναγόντων ήταν διότι αυτοί, οι ενάγοντες δηλαδή, είχαν παραβεί τη συμφωνία που αυτοί είχαν με την ασφαλιστική. Αργότερα όμως και όταν η εναγόμενη ζήτησε από την CNP να την εφοδιάσει γραπτώς με τους λόγους της μη εξόφλησης του τιμολογίου των εναγόντων, η τελευταία ισχυρίστηκε σε σχετική επιστολή της ότι σύμφωνα με τον ιατρό - πραγματογνώμονα της, η θεραπεία που παρασχέθηκε στον αποβιώσαντα ήταν ανακουφιστικής φύσης και συνεπώς δεν καλυπτόταν από το ασφαλιστήριο συμβόλαιο του τελευταίου. Ισχυριζόμενη λοιπόν ότι το οποιοδήποτε έγγραφο επικαλούνται οι ενάγοντες ότι υπέγραψε ο αποβιώσαντας, αυτό είναι άκυρο λόγω της κατάστασης στην οποία αυτός βρισκόταν, η εναγόμενη θεωρεί ότι δεν μπορεί να θυματοποιηθεί η περιουσία του αποβιώσαντα λόγω των διαφορών που προέκυψαν μεταξύ εναγόντων και CNP ενώ σε περίπτωση που αποδειχθεί ότι η θεραπεία που παρασχέθηκε στον αποβιώσαντα ήταν όντως ανακουφιστική, ως ισχυρίστηκε η CNP, τότε και πάλι η περιουσία δεν πρέπει να θεωρηθεί υπεύθυνη να την πληρώσει εφόσον παρασχέθηκε εν αγνοία και άνευ της συγκατάθεσης της πλευράς του αποβιώσαντα. Στη βάση των πιο πάνω, η εναγόμενη απορρίπτει αφ' ενός την αξίωση των εναγόντων και αφ' ετέρου επιφυλάσσει το δικαίωμα της να καλέσει ως τριτοδιάδικο στη διαδικασία τη CNP ώστε να αξιώσει από αυτή συνεισφορά και/ή αποζημίωση. Με την Απάντηση που καταχώρησαν στις 27/10/20, οι ενάγοντες απορρίπτουν τους ισχυρισμούς της εναγόμενης και ισχυρίζονται ότι είχαν ενημερώσει πλήρως την ασφαλιστική εταιρεία του αποβιώσαντα για όλα τα σχετικά με την περίθαλψη του καθώς και ότι είχαν ενημερώσει πλήρως και την εναγόμενη για την άρνηση της CNP να καλύψει τα επίδικα έξοδα και για την υποχρέωση της πλευράς του αποβιώσαντα να τα πληρώσει η ίδια εξ' ου και στάληκε το σχετικό τιμολόγιο στις 18/10/
  2. Ενεργώντας ακολούθως στη βάση οδηγιών της εναγόμενης, οι ενάγοντες αιτήθηκαν την επαναξιολόγηση του θέματος από την CNP, έλαβαν όμως και πάλι την άρνηση της τελευταίας στις 12/11/
  3. Στη συνέχεια ενημερώθηκε εκ νέου η εναγόμενη για την εξέλιξή αυτή, η οποία, όπως και ο αποβιώσαντας ήταν πλήρως ενήμερη και για τη θεραπεία που λάμβανε ο τελευταίος και της επισημάνθηκε η υποχρέωση της περιουσίας να καλύψει τα επίδικα ιατρικά έξοδα κάτι όμως που ουδέποτε έπραξε. Στις 27/10/20, η πλευρά της εναγόμενης επεδίωξε με μονομερή αίτηση να λάβει την άδεια του Δικαστηρίου για την έκδοση ειδοποίησης τριτοδιαδίκου προς την CNP επικαλούμενη τα όσα σχετικά με την τελευταία αναφέρει στην υπεράσπιση της. Όταν όμως λόγω αίτηση τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου για πρώτη φορά, τέθηκε στην πλευρά της εναγόμενης προβληματισμός από το Δικαστήριο ως προς την ασάφεια που παρουσιαζόταν να υπάρχει στο δικόγραφο της υπεράσπισης και κατ' επέκταση στο υπόβαθρο επί του οποίου επιχειρείτο να κληθεί η CNP ως τριτοδιάδικος αναφορικά με την εκδοχή που η εναγόμενη θα επιχειρούσε να προωθήσει ως υπεράσπιση στην αγωγή και ταυτόχρονα ως απαίτηση εναντίον των τριτοδιαδίκων. Ο λόγος για τούτο ήταν ουσιαστικά διότι προωθείτο αφ' ενός μία πτυχή που έφερε την παρασχεθείσα θεραπεία να μην ήταν ανακουφιστική και συνεπώς ότι ορθά παρασχέθηκε από τους ενάγοντες αλλά εσφαλμένα απορρίφθηκε από τη CNP και αφ ετέρου μια άλλη πτυχή που έφερε την θεραπεία να ήταν ανακουφιστική και συνεπώς ότι ορθά απορρίφθηκε από την CNP αλλά εσφαλμένα παρασχέθηκε από τους ενάγοντες Αφού η πλευρά της εναγόμενης μελέτησε το θέμα, απέσυρε την αίτηση της άνευ βλάβης στις 07/10/20 και δήλωσε ότι θα προχωρούσε με αίτηση τροποποίησης της υπεράσπισης της ώστε να καταστήσει πιο ξεκάθαρη την εκδοχή της. Εν τω μεταξύ όμως και συγκεκριμένα στις 19/11/20, οι ενάγοντες εξέδωσαν την προβλεπόμενη από τη «νέα» Δ.30 κλήση για οδηγίες, η οποία ορίστηκε από το Πρωτοκολλητείο για πρώτη φορά στις 02/03/
  4. Στις 12/02/20 όμως, ήτοι προτού η κλήση τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου για να δοθούν οποιεσδήποτε οδηγίες και προτού η πλευρά της εναγόμενης καταχωρήσει το δικό της παράρτημα στην κλήση, η τελευταία καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση τροποποίησης της υπεράσπισης της. Με την εν λόγω αίτηση, την οποία εδράζει κυρίως στις πρόνοιες της Δ.25, η πλευρά της εναγόμενης ζητά την άδεια του Δικαστηρίου να τροποποιήσει την υπεράσπιση της με το να προσθέσει ουσιαστικά τον ισχυρισμό ότι την τελευταία φορά που ο αποβιώσαντας εισήχθη στην κλινική των εναγόντων ήταν για να του παρασχεθεί θεραπεία, να διαγράψει τη θέση ότι στον αποβιώσαντα παρασχέθηκε ανακουφιστική θεραπεία εν αγνοία του και άνευ συγκατάθεσης του καθώς και τα όσα σχετικά ισχυρίζεται ότι της είχε αναφέρει η CNP και τέλος να επαναλάβει τη θέση της ότι συνεπεία του ασφαλιστικού συμβολαίου με τη CNP, η τελευταία είναι που είναι αποκλειστικά υπεύθυνη να καλύψει τα όποια απλήρωτα τιμολόγια των εναγόντων. Σύμφωνα με την Ε/Δ που υποστήριζει την αίτηση, αυτό που επιχειρείται να γίνει με την αιτούμενη τροποποίηση είναι απλά να καταστεί ξεκάθαρη η εκδοχή της υπεράσπισης και να απαλειφτεί η ασάφεια που μετά την υποβολή της αίτησης για έκδοση κλήσης προς τριτοδιάδικο, διαπιστώθηκε από την εναγόμενη και τους δικηγόρους της να δημιουργείται συνεπεία του τρόπου με τον οποίο έχει συνταχτεί το υφιστάμενο δικόγραφο. Δεν πρόκειται δηλαδή, ισχυρίζεται η πλευρά της εναγόμενης, για ανεπίτρεπτης μορφής τροποποίηση αλλά αντίθετα πρόκειται καθαρά για μια καλόπιστη προσπάθεια να διορθωθεί συντακτικά το δικόγραφο ώστε να παρουσιάζει μια ξεκάθαρη εικόνα της εκδοχής που θα προωθηθεί από την υπεράσπιση κατά την ακρόαση έτσι ώστε να εξυπηρετηθούν καλύτερα τα συμφέροντα όλων αλλά και της δικαιοσύνης γενικότερα. Με την ένσταση που καταχώρησε η πλευρά των εναγόντων προβάλλονται 16 λόγοι για τους οποίους η τελευταία θεωρεί ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Η εν λόγω ένσταση περιστρέφεται γύρω από τις αρχές που διέπουν το θέμα της τροποποίησης δικογράφων και ιδιαίτερη έμφαση δίδεται στο ότι κατά τους ενάγοντες, τα γεγονότα και ισχυρισμοί που επιθυμούν τώρα οι εναγόμενοι να εισάξουν στην υπεράσπιση τούς, τους ήταν γνωστά από την αρχή και στο ότι καμία ικανοποιητική εξήγηση δεν δίνεται στην Ε/Δ που υποστηρίζει την αίτηση ως προς το πώς και γιατί είναι που προέκυψε τώρα η ανάγκη για την αιτούμενη τροποποίηση. Προβάλλεται επίσης και η θέση ότι επειδή η εναγόμενη δεν έχει καταχωρήσει το δικό της παράρτημα στην κλήση για οδηγίες, δεν μπορεί να ζητά τροποποίηση εφόσον το εν λόγω αίτημα έπρεπε να υποβληθεί μέσω του παραρτήματος τύπου
  5. Την εκατέρωθεν επιχειρηματολογία τους αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών την ανέπτυξαν ενώπιον μου μέσω εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων αναφορά στις οποίες κάνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου. Σημειώνω τα εξής. Εφόσον η αγωγή καταχωρήθηκε το 2020, η παρούσα αίτηση εμπίπτει στις πρόνοιες της νέας Δ.25 ως αυτή τροποποιήθηκε. Ειδικότερα όμως, εφόσον η υπό κρίση αίτηση έχει καταχωρηθεί μετά την έκδοση της κλήσης γα οδηγίες με βάση τη νέα Δ.30, οι άμεσα σχετικές με την αιτούμενη τροποποίηση είναι οι πρόνοιες της Δ.25 Θ

(1)
(3)οι οποίες έχουν ως εξής: «Δ.25 Θ1
(3)Μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες ως προνοείται από τη Διαταγή 30, ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται με εξαίρεση το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, και τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας, αναλόγως της περίπτωσης.» Για να επιτραπεί συνεπώς η αιτούμενη τροποποίηση εφόσον έχει ήδη εκδοθεί η κλήση για οδηγίες, ο αιτητής θα πρέπει να καταδείξει είτε εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας είτε ότι η τροποποίηση αφορά, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, σε νέα δεδομένα που δεν ήταν υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της δικογραφίας που επιχειρείται να τροποποιηθεί. Όπως είχα την ευκαιρία να επισημάνω σε προηγούμενες αποφάσεις μου επί του ίδιου θέματος (βλ. ΑΛΚΙΒΙΑΔΗ ν. ΙΑΚΩΒΙΔΟΥ, Αρ. Αγωγής: 382/17, 15/10/2019, SOCIETE GENERALE BANK - CYPRUS LIMITED ν. Λεπτός κ.α., Αρ. Αγωγής: 3429/16, 29/10/2019 και FRAIHM ν. ΝΙΚΟΛΑΟΥ, Αρ. Αγωγής: 377/2017, 27/6/2019) - και το αναφέρω τούτο γιατί οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των εναγόντων με παρέπεμψαν σε αριθμό πρωτόδικων αποφάσεων αλλά για άγνωστο λόγο με παρέπεμψαν μόνο σε αποφάσεις άλλων αδελφών Δικαστών - από τις συγκεκριμένες πρόνοιες προκύπτει ξεκάθαρα ότι η δυνατότητα τροποποίησης δικογράφου γενικότερα, αλλά και η φιλελεύθερη τάση να επιτρέπεται τέτοια τροποποίηση σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, ως ήταν η νομολογία πριν την τροποποίηση της Δ.25, έχει πλέον περιοριστεί και αυτό δεν μπορεί να αγνοηθεί. Την ίδια στιγμή όμως, οι νομολογιακές αρχές που αφορούσαν στον τρόπο εφαρμογής της «παλιάς» Δ.25, μπορούν ακόμη να χρησιμοποιηθούν ως προς τον γενικότερο σκοπό για τον οποίο δύναται να δοθεί άδεια για τροποποίηση, εξουσία που ακόμη άπτεται της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου η οποία ασκείται δικαστικά, ο οποίος σκοπός δεν είναι άλλος από τα καλώς νοούμενα συμφέροντα της δικαιοσύνης με γνώμονα τα εκατέρωθεν συμφέροντα των διαδίκων (βλ. Ε. Φιλίππου Λτδ ν. Compass Insurance Co. Ltd (Αρ. 1)
(1990)1 AAΔ 24, Μάκης Σαββίδης ν Αυγής Π. Μαθηκολώνη - Πουργουρίδου, ΄Εφεση Αρ. 5/2016, 15/2/2018, Kayat Trading Ltd ν. Genzyme Corporation (Αρ. 2)
(2013)1 ΑΑΔ 543), Ikos Cif Ltd v. Martin Coward κ.ά., ECLI:CY:AD:2014:A205, ECLI:CY:AD:2014:A205, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 137/2013 και 138/2013, 20.3.2014 και Ανδριανή Αρακελιάν, Διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος Harutune L Arakelian ν Ταμείου Προνοίας του προσωπικού της Marfin Λαϊκής Τράπεζας Δημόσια Εταιρεία Λτδ και των εξαρτημένων της εταιρειών κ.α., ECLI:CY:AD:2016:A87, ECLI:CY:AD:2016:A87, Πολιτική Έφεση Αρ. 51/2012, 11/2/2016 καθώς και τη νομολογία που οι εν λόγω αποφάσεις παραπέμπουν). Αυτά μπορούν εύκολα να διαπιστωθούν και από το λεκτικό της γενικότερης πρόνοιας της Δ.25 Θ.5 σύμφωνα με τις οποίες «Το Δικαστήριο μπορεί σε οποιοδήποτε χρόνο και με τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως ως θα έκρινε δίκαιο, να τροποποιήσει οποιοδήποτε ελάττωμα ή λάθος σε οποιαδήποτε διαδικασία, όλες δε οι αναγκαίες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνονται με σκοπό τον καθορισμό του πραγματικού ζητήματος ή επίδικου θέματος, το οποίο εγείρεται με ή εξαρτάται από τη διαδικασία». Πλέον όμως θα πρέπει ο αιτητής να καταδείξει ότι υπήρξε κάποιο καλόπιστο λάθος ή ελάττωμα το οποίο, υπό το φως του συνόλου των περιστάσεων, είναι ορθό και δίκαιο να διορθωθεί με την αιτούμενη τροποποίηση. Άλλωστε, ήταν πάντα νομικά γνωστό και αποδεκτό ότι κατά την τροποποίηση ενός δικογράφου δεν είναι μόνο τα συνταγματικά δικαιώματα του αιτητή που επηρεάζονται αλλά και τα συνταγματικά δικαιώματα του αντιδίκου του, ο οποίος όχι μόνο δικαιούται να γνωρίζει και αυτός με σαφήνεια και ακρίβεια ποια είναι η υπόθεση που καλείται να αντιμετωπίσει στο Δικαστήριο αλλά και να απαιτεί διάγνωση των δικαιωμάτων του εντός ευλόγου χρόνου. Έχοντας λοιπόν αναφέρει τα πιο πάνω, παρατηρώ τα εξής σχετικά με την υπό κρίση περίπτωση. Όσον αφορά κατ' αρχή το επιχείρημα των εναγόντων ότι το υπό κρίση αίτημα θα έπρεπε να υποβληθεί μέσω του Παραρτήματος τύπου 25, θα περιοριστώ να υπενθυμίσω αφ' ενός ότι αίτημα για τροποποίηση μπορεί να προβληθεί ανεξάρτητα από την ύπαρξη ή μη της κλήσης για οδηγίες, κάτι άλλωστε που προκύπτει και από τις ίδιες τις πρόνοιες των Δ.25 Θ.2 και Θ.3 οι οποίες αναφέρονται σε αίτημα που υποβάλλεται είτε πριν είτε μετά την έκδοση της κλήσης και αφ' ετέρου ότι λόγω ακριβώς του πραγματικού (factual) υπόβαθρου που επιβάλλεται από τη Δ.25 να καταδείξει ο αιτητής ώστε να επιτύχει στην αίτηση του, το αίτημα για τροποποίηση θα πρέπει να υποστηρίζεται από σχετική Ε/Δ η οποία προφανώς και δεν μπορεί να συνοδεύει το Παράρτημα Τύπου 25, αν μη τι άλλο διότι κάτι τέτοιο δεν προβλέπεται από τους Θεσμούς. Ακόμη δηλαδή και αν το αίτημα για τροποποίηση προβαλλόταν στο παράρτημα τύπου 25, τότε, ενόψει της ανάγκης όπως αυτό υποστηριχτεί με Ε/Δ, αναπόφευκτα θα επιβαλλόταν όπως υποβληθεί και με χωριστή αίτηση, η οποία, λόγω της φύσης της, θα έπρεπε ούτως ή άλλως να εξεταστεί προτού δοθούν οποιεσδήποτε οδηγίες σε σχέση με έγγραφα, μάρτυρες ή παραδεχτά γεγονότα. Σε κάθε περίπτωση όμως, το Παράρτημα τύπου 25 συνιστά απλά το έγγραφο με το οποίο οι διάδικοι δηλώνουν ρητά και εγγράφως τα αιτήματα που έχουν ως προς τις οδηγίες που ο καθένας τους θέλει να δοθούν στο στάδιο των οδηγιών ούτως ώστε να προγραμματισθεί κατάλληλα η υπόθεση για ακρόαση. Το ουσιαστικό λοιπόν δεν είναι η μορφή που θα λάβουν τα αιτήματα αυτά αλλά να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου στο στάδιο των οδηγιών όλα τα εκκρεμή διαδικαστικά αιτήματα ώστε αυτά να μπορέσουν να επιλυθούν και να προγραμματισθεί η ακρόαση της ουσίας χωρίς οποιαδήποτε άλλα διαδικαστικά εμπόδια. Συνεπώς, αν για οποιοδήποτε λόγο εξακολουθούν να υφίστανται ενδιάμεσα διαδικαστικά αιτήματα τα οποία δεν έχουν επιλυθεί μέχρι την έκδοση της κλήσης για οδηγίες, τα αιτήματα αυτά πρέπει να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου κατά το στάδιο των οδηγιών και το γεγονός ότι ένα τέτοιο αίτημα δεν υπεβλήθη με το παράρτημα τύπου 25 αλλά με ξεχωριστό έγγραφο, και δη με τον τρόπο που επιβάλλει η συγκεκριμένη Διάταξη στο οποίο αφορά, δεν μπορεί κατά την άποψη μου να θεωρηθεί ως κάτι το μεμπτό ή ως λόγος για να απορριφθεί το αίτημα. Αν λοιπόν το επιχείρημα είναι ότι το αίτημα έπρεπε να υποβληθεί στα πλαίσια της κλήσης για οδηγίες, τότε στην παρούσα περίπτωση αυτό είναι που έχει γίνει εφόσον η παρούσα αίτηση είναι εκκρεμούσης της κλήσης που έχει υποβληθεί και ενόσω εκκρεμεί το θέμα των οδηγιών του Δικαστηρίου. Η επί του προκειμένου θέση των εναγόντων συνεπώς δεν με βρίσκει σύμφωνο και απορρίπτεται. Στρέφομαι τώρα στην ουσία του αιτήματος. Ως είναι διατυπωμένο, το υφιστάμενο δικόγραφο της εναγομένης όντως δημιουργεί μια ασάφεια ως προς το ποια είναι τελικά η εκδοχή που προωθεί η τελευταία. Ότι οι ενάγοντες παρείχαν στον αποβιώσαντα εν αγνοία και άνευ της συγκατάθεσης του μια ανακουφιστική θεραπεία ως ισχυρίστηκε η CNP ή ότι του παρείχαν θεραπεία για την οποία υπήρξε ενημέρωση και συγκατάθεση από πλευράς του και την οποία θεραπεία η CNP αδικαιολόγητα δεν δέχτηκε να καλύψει. Ευνόητο είναι ότι μπορεί να παρέχεται η δυνατότητα προβολής διαζευκτικών ισχυρισμών στα δικόγραφα όμως τα πράγματα είναι κάπως διαφορετικά όταν πρόκειται για τον «πυρήνα» της εκδοχής που θα προωθηθεί και στην προκειμένη περίπτωση αυτό είναι κάτι που λαμβάνει ιδιαίτερη σημασία. Αυτό γιατί με τον τρόπο που έχει συνταχθεί το υφιστάμενο δικόγραφο της εναγόμενης, η τελευταία παρουσιάζεται να επικαλείται άλλοτε τους ισχυρισμούς των εναγόντων και άλλοτε της CNP, χωρίς όμως να είναι ξεκάθαρο το ποια είναι τελικά η δική της εκδοχή, στη βάση της οποίας και θα καθοριστούν τα επίδικα θέματα που θα απασχολήσουν τόσο στην αγωγή όσο και στην όποια διαδικασία τριτοδιαδίκου η εναγόμενη επιφυλάσσεται να ενεργοποιήσει. Δεν θεωρώ συνεπώς ότι οι προτιθέμενες αλλαγές αποσκοπούν στην αναδιαμόρφωση των θέσεων της υπεράσπισης αλλά αντίθετα ότι αποσκοπούν στην επαναδιατύπωση ουσιαστικά των υφιστάμενων θέσεων της εναγόμενης ώστε να ξεκαθαρίσει από αυτό το αρχικό στάδιο η ασάφεια που αναφέρεται ανωτέρω ότι δημιουργείται από τον τρόπο με τον οποίο έχει συνταχθεί το υφιστάμενο δικόγραφο και αυτό είναι κάτι που εξυπηρετεί όχι μόνο τα συμφέροντα της δικαιοσύνης γενικότερα αλλά και των ίδιων των εναγόντων. Αυτό γιατί πλέον εγκαταλείπεται η θέση ότι επρόκειτο για ανακουφιστική θεραπεία ως ισχυρίστηκε η CNP ή για θεραπεία για την οποία οι ενάγοντες δεν εξασφάλισαν τη προηγούμενη συγκατάθεση του αποβιώσαντα αλλά και γιατί καθίσταται ξεκάθαρο πλέον ότι η θέση της εναγόμενης είναι ότι στον αποβιώσαντα παρασχέθηκε τέτοιας μορφής θεραπεία που ενώ έπρεπε να πληρωθεί αποκλειστικά από την CNP εντούτοις, για λόγους που δεν αφορούν την ίδια, δεν πληρώθηκε. Το αν η θέση αυτή της εναγόμενης συνιστά καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή καλή βάση για αξίωση συνεισφοράς από τριτοδιάδικο αυτό είναι θέμα που εκφεύγει της παρούσας διαδικασίας και δεν θα με απασχολήσει. Το σημαντικό είναι ότι αυτό που διαπιστώνεται ότι επιχειρείται να γίνει με την προτεινόμενη τροποποίηση είναι το να διορθωθεί ουσιαστικά ένα συντακτικά ελαττωματικό δικόγραφο ώστε να διατυπωθεί και να καθοριστεί επακριβώς το πραγματικό επίδικο θέμα που θ' απασχολήσει τη διαδικασία. Υπό το φως των πιο πάνω διαπιστώσεων συνεπώς και στην απουσία οποιασδήποτε ένδειξης κακοπιστίας από πλευράς εναγομένης, κρίνω ότι η αίτηση δύναται να εγκριθεί και ότι η όποια τυχόν ταλαιπωρία προκαλείται στους ενάγοντες, αυτή εύκολα μπορεί να αποκατασταθεί με την ανάλογη διαταγή ως προς τα έξοδα. Η αίτηση συνεπώς εγκρίνεται και δίδεται άδεια για τροποποίηση της υπεράσπισης ως η παράγραφος Α της αίτησης. Τροποποιημένη υπεράσπιση να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από σήμερα και πιστό αντίγραφο αυτής να παραδοθεί αυθημερόν στους ενάγοντες οι οποίοι θα πρέπει να καταχωρήσουν την τροποποιημένη απάντηση τους εντός 7 ημερών στη συνέχεια. Όσον αφορά τα έξοδα της παρούσας αίτησης, αυτά, καθώς επίσης και τα όποια τυχόν σπαταληθέντα έξοδα ήθελε προκύψουν συνεπεία της τροποποίησης, επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον της εναγόμενης ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος. Ενόψει των ανωτέρω χρονοδιαγραμμάτων και των επικείμενων διακοπών του Πάσχα, η κλήση για οδηγίες επαναορίζεται για οδηγίες στις 13/05/21 0900. (Υπ.).......... Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.