← Κύπρος

Αίτηση της εταιρείας BM - BANK JOINT STOCK COMPANY ( ΠΡΩΗΝ JOINT - STOCK COMMERCIAL BANK ''BANK OF MOSCOW'' (OPEN JOINT - STOCK COMPANY), από τη Ρωσία

Αίτηση της εταιρείας BM - BANK JOINT STOCK COMPANY ( ΠΡΩΗΝ JOINT - STOCK COMMERCIAL BANK ''BANK OF MOSCOW'' (OPEN JOINT - STOCK COMPANY), από τη Ρωσία ν. Αναφορικά με την εταιρεία HISTERIO LIMITED, Αρ. Αίτησης: 145/2017, 16/3/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A216 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 145/2017 Αναφορικά με την εταιρεία HISTERIO LIMITED, από τη Λευκωσία και Αναφορικά με τον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113 Αίτηση της εταιρείας BM - BANK JOINT STOCK COMPANY ( ΠΡΩΗΝ JOINT - STOCK COMMERCIAL BANK ''BANK OF MOSCOW'' (OPEN JOINT - STOCK COMPANY), από τη Ρωσία -------------------------------------------------------------------------------------- (Αίτηση υπό HISTERIO LIMITED ημερ. 30/09/20 για αναστολή της διαδικασίας και/ή της εκκαθάρισης μέχρι εκδίκασης έφεσης) Ημερομηνία: 16 Μαρτίου 2021 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια εταιρεία: κ. Κ. Κληρίδης για κ.κ. Φοίβο, Χρίστο Κληρίδη & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για την Καθ' ης η αίτηση τράπεζα: κα Χριστοφή για Πατρίκιο Παύλου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 13/02/17, η πιο πάνω αναφερόμενη ρωσική τράπεζα καταχώρησε αίτηση με την οποία ζητούσε την εκκαθάριση της εδώ αιτήτριας κυπριακής εταιρείας, ισχυριζόμενη τότε ότι η τελευταία ήταν ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της. Κατά την τράπεζα, η κατ' ισχυρισμό ανικανότητα της εταιρείας προέκυπτε από την παράλειψη της να πληρώσει στην τράπεζα εντός 21 ημερών χρέος το οποίο η τελευταία απαίτησε γραπτώς να πληρωθεί στη βάση των προνοιών των αρ.211 και 212 Κεφ.113 και το οποίο χρέος είχε προκύψει από δικαστική απόφαση που εκδόθηκε υπέρ της τράπεζας και εναντίον της αιτήτριας. Ειδικότερα, θέση της τράπεζας ήταν ότι το χρέος που η εδώ αιτήτρια παρέλειψε να πληρώσει είχε προκύψει κατόπιν τελικής απόφασης που εξέδωσε το Διεθνές Εμπορικό Διαιτητικό Δικαστήριο του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου της Ρωσικής Ομοσπονδίας (ΔΕΔΔ), η απόφαση του οποίου στη συνέχεια διατάχθηκε από κυπριακό Δικαστήριο στις 09/12/15 στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης 685/14 όπως «.εγγραφεί, αναγνωριστεί και εκτελεστεί . στην Κύπρο». Η εν λόγω κυπριακή απόφαση, αν και έχει εφεσιβληθεί, εντούτοις δεν έχει ανασταλεί ή παραμεριστεί. Στην αντιπέρα όχθη, με την ένσταση που είχε καταχωρήσει τότε η εδώ αιτήτρια, αυτή υποστήριξε ότι η αίτηση της τράπεζας έπρεπε να απορριφθεί τόσο για διαδικαστικούς λόγους όσο και επί της ουσίας της και αυτό αφ' ενός γιατί η τράπεζα ενεργούσε καταχρηστικά και αφ' ετέρου γιατί εγείρετο από πλευράς της εδώ αιτήτριας καλόπιστη αμφισβήτηση του χρέους. Αφού η αίτηση της τράπεζας και οι θέσεις της εδώ αιτήτριας εξετάστηκαν στα πλαίσια ακρόασης, κρίθηκε στις 20/07/20 με απόφαση που εξέδωσε το παρόν Δικαστήριο υπό την παρούσα σύνθεση, μεταξύ άλλων ότι: Α. Ως προς τη διαδικαστική πτυχή της αίτησης ότι: «.από την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία της αιτήτριας προκύπτει ότι η γραπτή απαίτηση της τελευταίας όχι μόνο επιδόθηκε στο χώρο όπου βρίσκεται το εγγεγραμμένο της γραφείο αλλά μάλιστα και ότι επιδόθηκε σε αρμόδιο πρόσωπο μέσω του οποίου η καθ' ης η αίτηση έλαβε γνώση και αντιλήφθηκε πλήρως το περιεχόμενο της εξ' ου και μπόρεσε να απαντήσει άμεσα με τις δικές τις θέσεις και δη μέσω δικηγόρου (βλ. επίσης Γεωργιάδης ανωτέρω[1]).» Β. Ως προς το χρέος επί του οποίου βασίζετο η αίτηση, ότι: «.η αλλοδαπή απόφαση από την οποία φέρεται να απορρέει το κατ' ισχυρισμό χρέος της καθ' ης αίτηση έχει εγγραφεί και αναγνωριστεί στην Κύπρο από αρμόδιο Δικαστήριο του οποίου η απόφαση της 09/12/15, αν και έχει εφεσιβληθεί, εντούτοις δεν έχει με οποιοδήποτε τρόπο ανασταλεί ή ακυρωθεί, και μέχρι να γίνει κάτι τέτοιο, η εν λόγω απόφαση τεκμαίρεται να είναι και νόμιμη αλλά και δεσμευτική, «.με όλες τις συνακόλουθες δραστικές συνέπειες.». Εφόσον λοιπόν «.Η αναγνώριση απόφασης τρίτης χώρας επιβεβαιώνει την καθόλα έγκυρη ύπαρξή της, εντάσσοντάς την, για σκοπούς εκτέλεσης, στα διαλαμβανόμενα στο δικαστικό σύστημα της αναγνωρίζουσας χώρας όρια, με όλες τις συνακόλουθες δραστικές συνέπειες..(και).μέσα από τη διαδικασία αναγνώρισης και εγγραφής διασφαλίζονται τα εχέγγυα βεβαίωσης έγκυρης και υπαρκτής αλλοδαπής απόφασης.», η απόφαση της 09/12/15 επιβεβαιώνει ως «.αναγκαία και φυσική συνέπεια.» την «ύπαρξη χρέους» της καθ' ης η αίτηση προς την αιτήτρια και δη του χρέους των $40εκ. που ισχυρίζεται η τελευταία. Συνεπώς, «αντιστρέφοντας» τα λεχθέντα στην Besuno, διαπιστώνεται ότι στην παρούσα περίπτωση, «.ως συνακόλουθο της (έγκρισης) του αιτήματος για αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης, τεκμηριώνεται η ύπαρξη χρέους. (και ότι).η καθ' ης η αίτηση δεν μπορεί να επιχειρεί στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας να πλήξει την ορθότητα και νομιμότητα των εναντίον της αποφάσεων ισχυριζόμενη είτε ακυρότητα των δανείων που οδήγησαν στις αποφάσεις αυτές είτε ότι αδικαιολόγητα εκδόθηκε απόφαση εναντίον της λόγω κατ' ισχυρισμό προγενέστερης εξόφλησης του χρέους. Αυτό γιατί συνεπεία της έκδοσης της διαιτητικής απόφασης και στη συνέχεια της εγγραφής και αναγνώρισης της απόφασης αυτής ως χρέος που προκύπτει από κυπριακή δικαστική απόφαση, δικαστικές διαδικασίες οι οποίες ήταν κατάλληλες για να εγερθούν και να εξεταστούν οι επί του προκειμένου θέσεις της καθ' ης η αίτηση, η τελευταία «.εμποδίζεται από την απόφαση να αμφισβητήσει την εταιρική αίτηση επί της ουσίας της. (Pennington: Company Law, 3η έκδοση σελ. 674-675).» (βλ. Δημήτρης Αυξεντίου ανωτέρω). Επισημαίνω εδώ άλλωστε ότι με την έφεση που καταχώρησε εναντίον της απόφασης στην 685/14, η ίδια η καθ' ης η αίτηση υποστηρίζει ότι εσφαλμένα το εκεί Δικαστήριο δεν εξέτασε ως όφειλε σ' εκείνη τη διαδικασία τον ισχυρισμό περί εξόφλησης των δανείων πριν την έκδοση της διαιτητικής απόφασης.» Σημειώνω εδώ ότι για το επί του προκειμένου θέμα, ήτοι την υποβολή αίτησης εκκαθάρισης στη βάση χρέους που προκύπτει από δικαστική απόφαση και δη αλλοδαπή απόφαση που εγγράφεται στην Κύπρο με διάταγμα κυπριακού Δικαστηρίου, έγινε αναφορά μεταξύ άλλων στις υποθέσεις ΑΙΤΗΣΗ ΑΠΟ ΜΕΤΟΧΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΝΟΙΚΤΟΥ ΤΥΠΟΥ - ΔΙΑΚΛΑΔΙΚΗ ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ «URALMETPROM» INTERDEPARTMENTAL CONCERN OAO URALMETPROM ν. ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ BESUNO LTD, ECLI:CY:AD:2014:A123, Πολιτική Έφεση Αρ. 269/2009, 20/2/2014 και ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΥΞΕΝΤΙΟΥ & ΥΙΟΣ (ΓΕΩΡΓΙΚΑ ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΑ) ΛΙΜΙΤΕΔ ν. HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LIMITED, ECLI:CY:AD:2014:A877, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 368/2009, 20/11/

  1. Γ. Ως προς την κατ' ισχυρισμό καλόπιστη αμφισβήτηση του χρέους από πλευράς της εδώ αιτήτριας τότε καθ' ης η αίτηση, ότι: «.ο πυρήνας επί του οποίου η καθ' ης η αίτηση προβάλλει τη θέση της περί καλόπιστης αμφισβήτησης του χρέους προς την αιτήτρια παρουσιάζεται να εδράζεται επί δύο βασικών ισχυρισμών, οι οποίοι όμως και αλληλοσυγκρούονται αλλά και αντιφάσκουν ο ένας με τον άλλο. Από τη μια, η καθ' ης η αίτηση ισχυρίζεται ότι όσον αφορά τα δάνεια που οδήγησαν στην έκδοση της απόφασης του ΔΕΔΔ και στη συνέχεια της απόφασης της 09/12/15, αυτά έχουν πλήρως εξοφληθεί με την μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων από την καθ' ης η αίτηση και άλλες εταιρείες προς την αιτήτρια ως μάλιστα ήταν, κατά την καθ' ης η αίτηση, και τα όσα πραγματικά είχαν συμφωνηθεί μεταξύ των μερών.Από την άλλη όμως και ενώ οι πρώτες 49 παραγράφοι της Ε/Δ της καθ' ης η αίτηση αναδύουν μία εικόνα περί ύπαρξης μιας νόμιμης και δεσμευτικής δανειοδότησης η οποία έχει κατ' ισχυρισμο εξοφληθεί στα πλαίσια συμμόρφωσης του οφειλέτη με τις εκεί αναφερόμενες συμβατικές του υποχρεώσεις, από την παρ. 50 και μετά, η καθ' ης η αίτηση προβάλλει τη θέση ότι «το δάνειο και οι πρόσθετες αιτήσεις δανείου οι οποίες αφορούν την απόφαση είναι άκυρες. Συνεπώς κατ' επέκταση είναι άκυρη και η απόφαση», ισχυρισμό τον οποίο μάλιστα ο ομνύοντας στην Ε/Δ που υποστηρίζει την ένσταση προχωρεί να καταδείξει με την παράθεση σωρείας επιχειρημάτων επί των κατ' ισχυρισμών πραγματικών γεγονότων που περιέβαλλαν τις εν λόγω συμφωνίες (βλ. ειδικότερα παρ. 50, 51, 52 και 56(α-ε)). Δεν μπορούν όμως να ευσταθούν και οι δύο θέσεις. Είτε οι συμφωνίες που οδηγήσαν στο εξ αποφάσεως χρέος είναι εξ υπαρχής άκυρες οπόταν δεν τίθεται θέμα εξόφλησης τους και δη εξόφλησης τους με μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων των ίδιων των οφειλετών, είτε είναι νόμιμες και δεσμευτικές συμφωνίες εξ' ου και η κατ' ισχυρισμό εξόφληση τους στα πλαίσια συμμόρφωσης με τους σχετικούς συμβατικούς όρους. Σημειώνω εδώ επίσης και το ότι η πρώτη θεραπεία που η ίδια η καθ' ης η αίτηση ζητά με την αγωγή 7537/14 που καταχώρησε είναι όπως αναγνωριστούν ως έγκυρες και δεσμευτικές οι μεταβιβάσεις περιουσιακών στοιχείων που κατ' ισχυρισμό έγιναν προς όφελος της εναγόμενης περί το 2012 προς εξόφληση των συμφωνιών δανειοδότησης που έγιναν μεταξύ των μερών κατά την περίοδο 2006 - 2012 (βλ. Τεκ. 3 Ε/Δ καθ' ης η αίτηση), χωρίς να υπάρχει οποιοδήποτε αίτημα για κήρυξη των εν λόγω δανειοδοτήσεων ως άκυρες. Με άλλα λόγια, η «υπερασπιστική» γραμμή που αποφάσισε να προωθήσει η καθ' ης η αίτηση στην παρούσα διαδικασία, μόνο σύγχυση μπορεί να προκαλέσει.ακόμη (όμως) και αυτή καθ' αυτήν τη θέση της περί εξόφλησης, η καθ' ης η αίτηση δεν την έχει τεκμηριώσει επαρκώς με οποιαδήποτε απτή μαρτυρία πλην από μια απλή παράθεση διαφόρων ισχυρισμών, οι οποίοι όμως στο τέλος της ημέρας παρέμειναν ατεκμηρίωτοι. Αυτό αφ' ενός γιατί καμία ρητή εξοφλητική απόδειξη δεν παρουσίασε η καθ' ης η αίτηση αναφορικά με το δικό της χρέος προς την αιτήτρια και αφ' ετέρου διότι κανένα από τα έγγραφα που η καθ' ης η αίτηση παρουσίασε ως Τεκ.15 και 15(α) να συνιστούν τα έγγραφα με τα οποία κατ' ισχυρισμό μεταβιβάστηκαν περιουσιακά στοιχεία στην αιτήτρια προς εξόφληση μεταξύ άλλων και του δικού της χρέος, δεν συνιστά έγγραφο που εκτελέστηκε από την ίδια την καθ' ης η αίτηση ή που αφορά στα δικά της περιουσιακά στοιχεία ή που αναφέρεται στο συγκεκριμένο δικό της χρέος προς την αιτήτρια. . η καθ' ης η αίτηση ουσιαστικά περιορίστηκε στο να προβάλει το γεγονός της αγωγής που καταχώρησε, ισχυριζόμενη ότι εκεί είναι που θα παρουσιάσει τα όσα ισχυρίζεται ότι καταδεικνύουν την εξόφληση του συγκεκριμένου χρέους, θεωρώντας ότι το παρόν Δικαστήριο θα πρέπει στη βάση αυτού του γεγονότος μόνο να ικανοποιηθεί ότι όντως προβάλλεται εδώ μια γνήσια και καλόπιστη αμφισβήτηση του χρέους. Με κάθε σεβασμό όμως, όπως συνάγεται και από τις κυπριακές και αγγλικές αυθεντίες που έχω παραθέσει πιο πάνω, η θέση αυτή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή.η προσπάθεια της καθ' ης η αίτηση να εμποδίσει την παρούσα διαδικασία επικαλούμενη τόσο την έφεση που καταχώρησε εναντίον της απόφασης στις 09/12/15 όσο και την εκκρεμοδικία της αγωγής 7537/14, έχει ήδη εξεταστεί και απορριφθεί με την ενδιάμεση απόφαση ημερ. 21/01/18 και τίποτα στους ισχυρισμούς που πρόβαλε σε εκείνη τη διαδικασία δεν διαπιστώνεται να διαφέρει από τους ισχυρισμούς που πρόβαλε στη συνέχεια με την ένσταση της στην κυρίως αίτηση.» Δ. Πρόσθετα των πιο πάνω αλλά και σε σχέση με το θέμα της κατάχρησης ότι: «.οι επί του προκειμένου ισχυρισμοί της καθ' ης η αίτηση έχουν ήδη εξεταστεί κατά την ακρόαση της Γενικής Αίτησης 685/14 και η πλειοψηφία τους έχει απορριφθεί με δικαστική απόφαση επί της ουσίας των ισχυρισμών αυτών, η οποία απόφαση, μέχρι να ανατραπεί είναι καθ' όλα νόμιμη και δεσμευτική.τα όσα κατ' ισχυρισμό πραγματικά γεγονότα υποστηρίζουν την επί του προκειμένου θέση της καθ' ης η αίτηση έχουν ήδη εξεταστεί πιο πάνω αλλά και στη Γενική Αίτηση 685/14 και για τους λόγους αναφέρθηκαν δεν μπορούν να οδηγήσουν στο συμπέρασμα που υποστηρίζει η καθ' ης η αίτηση και αφ' ετέρου γιατί το συγκεκριμένο θέμα της κατάχρησης έχει ήδη αποτελέσει αντικείμενο χωριστής και ειδικής αίτησης που καταχώρησε η καθ' ης η αίτηση στις 28/04/17 (στα πλαίσια της αίτησης εκκαθάρισης), η οποία αίτηση εξετάστηκε από το Δικαστήριο και απορρίφθηκε με σχετική απόφαση ημερ. 21/01/18.» Εν συντομία, η τελική κατάληξη με την απόφαση της 20/07/20 ήταν ότι στη βάση όλων όσων τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, η αίτηση της τράπεζας «.φαίνεται εκ πρώτης όψεως να ικανοποιεί τις προϋποθέσεις των αρ.211(ε) και 212(α) και να δικαιολογεί την ενεργοποίηση του νομοθετικού τεκμηρίου περί ανικανότητας της καθ' ης η αίτηση να εξοφλήσει τις οφειλές της ώστε η εκκαθάριση της να είναι πλέον μονόδρομος για το Δικαστήριο. (ενώ).η μαρτυρία της καθ' ης η αίτηση ως προς την ουσιώδη πτυχή της περί ύπαρξης γνήσιων και καλόπιστων λόγων αμφισβήτησης του επίμαχου χρέους προς την αιτήτρια, συνιστά απλά μια προσπάθεια να «θολώσει το τοπίο» με ένα «νέφος αμφισβητήσεων» (a cloud of objections on affidavits) Re Claybridge Shipping Company SA [1981] Com LR 107 και ότι είναι «simply incredible» (βλ. Re a Company No. 006685 of 1996 ανωτέρω). Κρίνω συνεπώς ότι το νομοθετικό τεκμήριο της ανικανότητας της καθ' ης η αίτηση να πληρώσει τα χρέη της έχει δεόντως ενεργοποιηθεί και ότι τίποτα δεν έχει παρουσιάσει η τελευταία που να δικαιολογεί ανατροπή αυτής της διαπίστωσης με αποτέλεσμα να μην παρέχεται οποιαδήποτε διακριτική ευχέρεια για να μη διαταχθεί η εκκαθάριση της καθ' ης η αίτηση.» Στη βάση των πιο πάνω λοιπόν, διατάχθηκε στις 20/07/20 όπως η εδώ αιτήτρια τεθεί υπό εκκαθάριση και ο επίσημος παραλήπτης διοριστεί ως εκκαθαριστής της. Την πιο πάνω απόφαση της 20/07/20 η εδώ αιτήτρια την έχει εφεσιβάλει με 11 λόγους έφεσης στις 31/08/
  2. Ένα μήνα αργότερα, ήτοι στις 30/09/20, η τελευταία καταχώρησε την παρούσα αίτηση με την οποία, επικαλούμενη την έφεση που καταχώρησε στις 31/08/20 ζητά, στη βάση κυρίως των προνοιών των Δ.40 θ.7(β) και θ.11, Δ.44 Θ.11, Δ.35 θ.8, 18 και 19, των αρ. 211, 212(α), 213, 218, 220, 243 Κεφ.113, των σχετικών κανονισμών του 1933, των αρ.47 και 25 του Ν. 14/60 και του αρ.9 του Κεφ.6: «Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να αναστέλλεται η εκτέλεση της απόφασης (stay of execution) ημερομηνίας 20/07/2020 στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση Εκκαθάρισης και/ή αναστολή οποιασδήποτε περαιτέρω διαδικασίας μέχρι εκδικάσεως και εκδόσεως αποφάσεως επί της Εφέσεως η οποία στρέφεται κατ' αυτής της Απόφασης και η οποία Έφεση έχει καταχωρηθεί περί τις 31/08/2020 και/ή αναστολή εκτέλεσης υπό οποιουσδήποτε όρους το Δικαστήριο ήθελεν θεωρήσει πρέπον και/ή δίκαιο.». Σημειώνω εδώ ότι με την αίτηση ζητείτο και «δεύτερη» θεραπεία, ήτοι αναστολή μέχρι την εκδίκαση της «βασικής» θεραπείας που αφορά στην πλήρη αναστολή μέχρι την εκδίκαση της έφεσης όμως αυτή η «δεύτερη» θεραπεία τελικά δεν προωθήθηκε εφόσον οδηγήθηκε άμεσα σε ακρόαση η «βασική» θεραπεία. Την αίτηση της εταιρείας την υποστηρίζει Ε/Δ του διευθυντή της, ήτοι του Γ. Φιλιππίδη ο οποίος ήταν και ο ομνύοντας στην ένσταση που είχε τότε καταχωρήσει η αιτήτρια εναντίον της αίτησης εκκαθάρισης και ο οποίος ουσιαστικά υποστηρίζει το εδώ αίτημα της εταιρείας στη βάση δύο αξόνων. Ο πρώτος άξονας της μαρτυρίας του Φιλιππίδη αφορά τα όσα η εταιρεία είχε προβάλει και στα πλαίσια της ένστασης της στην αίτηση για εκκαθάριση. Το πώς δηλαδή κατά την εταιρεία είχαν δημιουργηθεί τα δάνεια που στο τέλος κατέληξαν στις αποφάσεις που οδήγησαν στο χρέος στη βάση του οποίου πέτυχε η αίτηση εκκαθάρισης καθώς και στο πώς κατά την εταιρεία τα εν λόγω δάνεια χρησιμοποιήθηκαν από την τράπεζα καταχρηστικά, παράνομα και δόλια «.λόγω πολιτικών κινήτρων.», «.προκειμένου (η τράπεζα) να λάβει μαρτυρικό υλικό εναντίον (πρώην στελεχών της).», «.(τα οποία) περί το 2011 εκδιώχθηκαν. και καταχωρήθηκαν ποινικές διώξεις εναντίον τους επειδή η αιτήτρια τράπεζα θεωρούσε ότι τα δάνεια είναι άκυρα και προϊόν κλοπής». Επαναλαμβάνεται επίσης από το Φιλιππίδη και ο ισχυρισμός ότι «.την περίοδο 2006 - 2011 η αιτήτρια τράπεζα της Μόσχας είχε συμβληθεί με τους διαχειριστές της καθ' ης η αίτηση ούτως ώστε το διεκδικούμενο δάνειο εξοφληθεί διά της μεθόδου της μεταβίβασης των περιουσιακών στοιχείων.(τα οποία).ενεγράφησαν στο όνομα αλλοδαπών και ημεδαπών εταιρειών.». Σημειώνω εδώ ότι προς υποστήριξη των επί του προκειμένου θέσεων της, η αιτήτρια επικαλείται και απόφαση που εκδόθηκε από ρωσικό ποινικό Δικαστήριο σε σχέση με άλλα παρόμοια δάνεια στις 10/03/20, ήτοι ενόσω η απόφαση στην εκκαθάριση είχε επιφυλαχθεί, για την οποία ρωσική απόφαση η εταιρεία ισχυρίζεται ότι έλαβε γνώση περί τον Απρίλιο 2020, ήτοι πριν την έκδοση της απόφασης της 20/07/
  3. Ο δεύτερος άξονας επί του οποίου ο Φιλιππίδης υποστηρίζει το υπό κρίση αίτημα της εταιρείας αφορά στο κατ' ισχυρισμό καλόπιστο και βάσιμο της έφεσης που έχει καταχωρηθεί εναντίον της απόφασης για εκκαθάριση της εταιρείας καθώς και στις συνέπειες που η εκκαθάριση θα συνεπάγεται αν αυτή δεν ανασταλεί. Κατά τον Φιλιππίδη, «.εις περίπτωση εκτέλεσης της απόφασης ανεξαρτήτως της καταχωρηθείσας έφεσης η έφεση θα καταστεί άνευ αντικειμένου με δεδομένο ότι η διαδικασία εκκαθάρισης θα δημιουργήσει μη αναστρέψιμες καταστάσεις. Θα γίνει σύγκληση των πιστωτών, θα μπορέσει η τράπεζα της Μόσχας να ορίσει δικό της εκκαθαριστή .(ο οποίος). θα απαιτήσει την παράδοση των βιβλίων.πιστεύοντας ότι μπορεί να εξασφαλίσει κάποιου είδους μαρτυρία που θα ενοχοποιήσει τους εμπλεκόμενους. Αυτό είναι και το πραγματικό κίνητρο της (τράπεζας).Αν δηλαδή προχωρήσει η διαδικασία εκκαθάρισης και η (εταιρεία) πετύχει στην έφεση της το αποτέλεσμα θα είναι εντελώς θεωρητικό και ακαδημαϊκό με δεδομένο ότι στο μεταξύ θα λάβουν εμπιστευτικά έγγραφα, πληροφορίες, θα λάβουν μέρος στη διαδικασία και άλλοι πιστωτές, η εταιρεία θα «στραγγαλιστεί» και όπως είναι λογικό δεν θα μπορούν να επαναφερθούν τα πράγματα στην προτέρα κατάσταση.». Κατά τον Φιλιππίδη επίσης, «.με την αναστολή των διαταγμάτων η βλάβη της (τράπεζας) είναι θεωρητική εφόσον στη χειροτέρα των περιπτώσεων θα υπάρξει απλώς μια καθυστέρηση στη διαδικασία εκκαθάρισης.». Οι «εξαιρετικές περιστάσεις» που δικαιολογούν τη χορήγηση της αιτούμενης αναστολής είναι, σύμφωνα με τον Φιλιππίδη, οι καταχρηστικές και παράνομες διαδικασίες που η τράπεζα προωθεί παράλληλα εναντίον των πρώην διευθυντών της στη βάση παράνομων συμφωνιών, για τους οποίους διευθυντές η πρώτη προσπαθεί να εξασφαλίσει μαρτυρία με κάθε καταχρηστικό τρόπο, ακόμη και μέσω της διαδικασίας της εκκαθάρισης - «.προωθεί καταχρηστικά κατά το δοκούν και επιλεκτικά ανάλογα με τον επιδιωκόμενο στόχο, δηλαδή εκκαθάριση ή ποινική καταδίκη, αντιφατικές και αντικρουόμενες θέσεις.». Στην αντίπερα όχθη, με την ένσταση της η τράπεζα προβάλλει 15 λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι η παρούσα αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Οι λόγοι αυτοί επίσης περιστρέφονται γύρω από δύο άξονες. Ο πρώτος άξονας των θέσεων της τράπεζας έγκειται στη θέση ότι η εταιρεία δεν νομιμοποιείται και/ή δεν έχει locus standi να αιτείται αναστολή εκτέλεσης του διατάγματος και/ή της διαδικασίας εκκαθάρισης και ούτε οι νομοθετικές πρόνοιες που η τελευταία επικαλείται στη νομική βάση της αίτησης της δίνουν τέτοιο δικαίωμα. Ο δεύτερος άξονας αφορά στην ουσία της αίτησης και ειδικότερα στο ότι κατά την τράπεζα, η παρούσα αίτηση συνιστά καθαρά μια καταχρηστική διαδικασία με την οποία η εταιρεία προσπαθεί και πάλι να ανατρέψει τα εναντίον της δικαστικώς αποδεδειγμένα δεδομένα και δη την απόφαση αφ' ενός με την οποία αποκρυσταλλώθηκε το χρέος της προς την τράπεζα, η οποία απόφαση μέχρι σήμερα δεν έχει ανασταλεί και αφ' ετέρου την δικαστική κρίση της 20/07/20 ότι είναι σε τέτοιο βαθμό αφερέγγυα που επιβάλλεται όπως εκκαθαριστεί ώστε να προστατευτούν και να διασφαλιστούν τα δικαιώματα των πιστωτών της. Κατά την τράπεζα, αν και η οφειλή της εταιρείας έχει εδώ και πέντε χρόνια αναγνωριστεί από κυπριακό Δικαστήριο ως μια πλήρως δεσμευτική και ξεκάθαρη οφειλή, εντούτοις η εταιρεία, όχι μόνο δεν έχει πληρώσει κανένα ποσό έναντι αλλά και προσπαθεί συνεχώς και με κάθε τρόπο να αποφύγει να ανταποκριθεί στις δικαστικά αναγνωρισμένες υποχρεώσεις της, προβάλλοντας διάφορες προφάσεις οι οποίες έχουν ήδη εξεταστεί στα πλαίσια των διάφορων δικαστικών διαδικασιών που ήδη έλαβαν χώρα, περιλαμβανομένης και της διαδικασίας εκκαθάρισης, και οι οποίες προφάσεις έχουν κριθεί να είναι αβάσιμες και ανυπόστατες. Τίποτα συνεπώς, υποστηρίζει η τράπεζα, δεν έχει παρουσιάσει η εταιρεία που να δικαιολογεί τη χορήγηση της αιτούμενης αναστολής. Η ακρόαση της αίτησης ολοκληρώθηκε με την κατάθεση εμπεριστατωμένων αγορεύσεων από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των μερών αναφορά στις οποίες κάνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου. Όπως ήδη ανέφερα, η υπό κρίση αίτηση εδράζεται επί διαφόρων νομοθετικών προνοιών από τις οποίες όμως ουσιαστικά μόνο οι πρόνοιες των αρ.47 Ν.14/60, αρ.243 Κεφ.113, Δ.35 θ.18 και Δ.40 Θ. 7(β) και Θ.11 παρέχουν κάποιας μορφής ανασταλτική εξουσία στο Δικαστήριο. Επικαλείται βεβαίως η εταιρεία και τη σύμφυτη εξουσία που μέσω του αρ.29 Ν.14/60αναγνωρίζεται από το κοινοδίκαιο ότι έχουν τα Δικαστήρια να εκδίδουν διατάγματα αναστολής μιας απόφασης μετά την έκδοση της. Με γνώμονα λοιπόν τα πιο πάνω, και προχωρώντας πρώτα να εξετάσω τις ανασταλτικές εξουσίες που παρέχονται ρητά στο Δικαστήριο από τους ανωτέρω Νόμους και Κανονισμούς, παρατηρώ τα εξής. Όσον αφορά τις πρόνοιες του Αρ.47 Ν.14/60, το εν λόγω άρθρο όντως συνιστά νομοθετική πρόνοια η οποία μπορεί, σύμφωνα με την νομολογία, να αποτελέσει από μόνη της το απαιτούμενο δικαιοδοτικό υπόβαθρο για το Δικαστήριο «...καθ' oιovδήπoτε χρόvov, εάv θεωρήση τoύτo πρέπov, και ασχέτως πρoς τo εάv εξεδόθη ή μη διάταγμα πρoς εκτέλεσιv αυτής, vα διατάξη όπως αvασταλή η εκτέλεσις της τoιαύτης απoφάσεως, διά τoσoύτov χρovικόv διάστημα και υπό τoιoύτoυς όρoυς ή άλλως, ως ήθελε κρίvει oρθόv...» (βλ. VEIS & OTHERS ν. REPUBLIC,

(1979)3 Α.Α.Δ. 390 και FOTIOU BROS SHIPPING LTD ν. EXANTAS MARINE ENTERPRISES LTD, Ποινική Εφεση Αρ. 44/2014, 10/7/2015). Στην Veis, να σημειωθεί, ο μ.Τριανταφυλλίδης Δ. ως ήταν τότε, ανέστειλε δυνάμει του αρ.47 αυτεπάγγελτα την εκτέλεση της απόφασης που ο ίδιος εξέδωσε σε πρώτο βαθμό στα πλαίσια του Αρ.146Σ ώστε να παραμείνει αναλλοίωτη η κατάσταση πραγμάτων ενόψει του ενδεχόμενου άσκησης έφεσης εναντίον της απόφασης του. Σε εκείνη την περίπτωση όμως, η οποία να σημειωθεί ότι είναι ουσιαστικά και η μόνη περίπτωση που εντόπισα κατά την έρευνα μου να είχε χρησιμοποιηθεί αποκλειστικά η εξουσία αναστολής που παρέχει το Αρ.47 χωρίς οι εν λόγω πρόνοιες να συναρτώνται με οποιοδήποτε άλλο νομοθέτημα, τονίστηκε ότι ο λόγος για τον οποίο διατάχθηκε εκεί η αναστολή ήταν το δημόσιο συμφέρον και οι συνέπειες που η πρωτόδικη απόφαση συνεπάγονταν για το δημόσιο - «.in view of the nature and importance, from the point of view of public interest.». Τέτοιο όμως δημόσιο συμφέρον στην παρούσα περίπτωση δεν υφίσταται, αν μη τι άλλο διότι από την ίδια την αίτηση προκύπτει ότι ο λόγος για τον οποίο η εταιρεία ζητά την εδώ αναστολή είναι οι ιδιωτικές διαφορές που αυτή έχει με την τράπεζα καθώς και το άδικο πλεονέκτημα που η τράπεζα έχει ,κατά την εταιρεία, αποκτήσει στις εν λόγω ιδιωτικές διαφορές συνεπεία της διαταχθείσας εκκαθάρισης. Στη βάση των πιο πάνω συνεπώς, στο βαθμό που η αίτηση εδράζεται στο Αρ.47 Ν.14/60αυτή δεν μπορεί να επιτύχει. Όσον αφορά τώρα τις πρόνοιες της Δ.40 Θ.11[2], οι οποίες παρέχουν στο Δικαστήριο εξουσία να αναστείλει την εκτέλεση απόφασης ή διατάγματος εκκρεμούσης έφεσης (βλ. ECLI:CY:AD:2016:A163, ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ-ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΛΙΜΙΤΕΔ (ΠΡΩΗΝ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ «ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΥΝΑΙΚΩΝ» ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ) ν. ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΥΞΕΝΤΙΟΥ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. E125/2015, 23/3/2016, Ιωσηφάκης ν. Αριστοδήμου
(1990)1 ΑΑΔ 284 και Stavrou & Another v. Christopoulos
(1985)1 Α.Α.Δ. 449), κρίνω ότι ούτε οι πρόνοιες αυτές δύναται να τύχουν εφαρμογής στην υπό κρίση περίπτωση. Αυτό γιατί όπως προκύπτει από την αίτηση και την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει, η αναστολή εκτέλεσης της επίδικης απόφασης εκκαθάρισης της 20/07/20 δεν επιδιώκεται στη βάση γεγονότων που έχουν προκύψει τόσο καθυστερημένα που δεν ήταν δυνατό να δικογραφηθούν, ως είναι και το ρητά αναφερόμενο πεδίο εφαρμογής της συγκεκριμένης διάταξης, αλλά αντίθετα, η υπό κρίση αίτηση ουσιαστικά εδράζεται στα όσα θέματα και γεγονότα η αιτήτρια είχε ήδη προβάλει μέσω της ένστασης που είχε καταχωρήσει στην αίτηση εκκαθάρισης και η οποία ένσταση έχει ήδη εξεταστεί δικαστικά και απορριφθεί ως αβάσιμη και ανυπόστατη. Όσον αφορά δε την ρωσική απόφαση της 10/03/20 που επικαλείται η εταιρεία, η εν λόγω απόφαση, πέραν και ανεξάρτητα του ότι δεν προβάλλεται να αφορά την συγκεκριμένη αιτήτρια ή το συγκεκριμένο χρέος που αυτή δικαστικά επικυρώθηκε ότι οφείλει προς την τράπεζα και το οποίο αποτέλεσε τη βάση για την εκκαθάριση της στις 20/07/20, δεν προβάλλεται ούτε να συνιστά «πηγή νέων γεγονότων» της εδώ διαδικασίας αλλά απλά μια απόφαση που κατά την εταιρεία ουσιαστικά επιβεβαιώνει τα όσα η τελευταία έχει ήδη προβάλει ως βασικές θέσεις της ένστασης της στην αίτηση εκκαθάρισης και τα οποία έχουν ήδη εξεταστεί και απορριφθεί (βλ. κατ' αναλογία ERTASIO HOLDINGS LTD v. BANK OF MOSCOW - BANK JOINT STOCK COMPANY ΠΡΩΗΝ JOINT STOCK COMMERCIAL BANK "BANK OF MOSCOW" (OPEN JOINT-STOCK COMPANY), ECLI:CY:AD:2021:A75, Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 116/2018, 5/3/2021 και BITONIC LTD v. BΑNK OF MOSCOW-BANK JOINT STOCK COMPANY ΠΡΩΗΝ JOINT STOCK COMMERCIAL BANK "BANK OF MOSCOW" (OPEN JOINT-STOCK COMPANY), ECLI:CY:AD:2021:A76, Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 117/2018, 5/3/2021). Σε κάθε περίπτωση όμως, ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί ότι η ρωσική απόφαση της 10/03/20 φέρνει στο προσκήνιο «νέα γεγονότα», εφόσον αυτή περιήλθε σε γνώση της αιτήτριας πριν την έκδοση της απόφασης στις 20/07/20 και ενόσω η εν λόγω απόφαση είχε επιφυλαχθεί, θα μπορούσε να ζητηθεί το επανανάνοιγμα της υπόθεσης ώστε να επιχειρηθεί να εξασφαλιστεί άδεια να συμπεριληφθεί στους ισχυρισμούς της εταιρείας όμως κανένα τέτοιο εγχείρημα δεν έγινε. Επισημαίνω εδώ παράλληλα ότι η εταιρεία είχε ήδη επιχειρήσει δύο φορές στο παρελθόν να εισάξει με συμπληρωματικές δηλώσεις της, άλλα, κατ' ισχυρισμό «νέα» γεγονότα που θεωρούσε τότε ότι έπρεπε να παρουσιαστούν και συνεπώς δεν μπορεί τώρα να θεωρηθεί ότι το συγκεκριμένο δικαίωμα της ήταν άγνωστο. Τα πιο πάνω οδηγούν στο συμπέρασμα πως η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει ούτε στη βάση της Δ.40 Θ.11. Στρέφομαι τώρα στην ανασταλτική εξουσία που παρέχεται στο Δικαστήριο δυνάμει των προνοιών της Δ.35. Θ.18 και της Δ.40 Θ.7. Η νομολογία γύρω από το πεδίο εφαρμογής και εμβέλειας τους είναι καλά γνωστή: «Είναι πασίγνωστες οι αρχές με βάση τις οποίες εξετάζεται αίτημα αναστολής απόφασης. Παγιώθηκαν μέσα από διαχρονικά ευθυγραμμισμένη γραμμή της νομολογίας, η οποία και ερμήνευσε την προαναφερθείσα Διάταξη 35, θθ. 18 και 19 (Ναυτικός Ομιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 ΑΑΔ 1147, Χαραλάμπους ν. A. Panayides Contracting Ltd
(2001)1 ΑΑΔ 1978, Penderhill Holdings Limited κ.ά. ν. Κλουκίνα κ.ά.
(2011)1 ΑΑΔ 1921, Λίζα Λουκαϊδου Θεοφάνους ν. Λεωνίδα Γεωργίου κ.ά., ECLI:CY:AD:2016:A103, ECLI:CY:AD:2016:A103, ΠΕ 251/14, ημερ. 19.2.2016, Ελενίτσα Κωνσταντινίδη ν. Μαρίας Κωμοδρόμου, ECLI:CY:AD:2016:A162, ECLI:CY:AD:2016:A162, ΠΕ 283/15, ημερ. 23.3.2016, Χρίστος Σωκράτους Ιωάννου ν. Yiangos I. Socratous & Sons Ltd, ΠΕ 149/15, ημερ. 26.9.2016. Με βάση τη νομολογία, το όλο θέμα ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, η οποία ασκείται δικαστικά και με βάση την εξισορρόπηση δύο πυλώνων, υπό το φως πάντα των συμφερόντων της δικαιοσύνης: (α) Της διασφάλισης της τελεσιδικίας, με παράλληλη κατοχύρωση ότι ο διάδικος ο οποίος επιτυγχάνει στην υπόθεσή του δεν πρέπει να στερείται, χωρίς ουσιαστικό λόγο, του καρπού της επιτυχίας του, και (β) ότι το ένδικο μέσο της έφεσης, το οποίο ασκείται δικαιωματικά, δεν πρέπει να αποστερείται της αποτελεσματικότητάς του και να καθίσταται κενό περιεχομένου. Μεταξύ των κριτηρίων που λαμβάνει υπόψη το δικαστήριο κατά την πορεία εξέτασης αιτήσεων αυτής της μορφής είναι οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης, στοιχείο όμως οριακής σημασίας και χωρίς καθοριστική επίπτωση (Ιωσηφάκη ν. Αριστοδήμου
(1990)1 ΑΑΔ 284, Ναυτικός Ομιλος Πάφου (ανωτέρω), Χρίστος Σωκράτους Ιωάννου (ανωτέρω)). Χωρίς αμφιβολία, σε αιτήσεις αυτής της μορφής, δεν είναι πάντοτε εύκολο το καθήκον του Δικαστηρίου για εξισορρόπηση των προαναφερόμενων ουσιαστικών παραγόντων και θέσεων. Προβάλλει σε όλες τις περιπτώσεις, ως βασικό κριτήριο, το κατά πόσο υπάρχει ενδεχόμενο να προκληθεί ανεπανόρθωτη αδικία στο ένα ή στο άλλο μέρος εάν το Δικαστήριο, ανάλογα, χορηγήσει ή αρνηθεί την αναστολή. Η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου εξαρτάται από το σύνολο των περιστάσεων της κάθε υπόθεσης. Παραμένει όμως ως ουσιαστικό ερώτημα το κατά πόσο υπάρχει κίνδυνος πρόκλησης αδικίας σε ένα από τους δύο διάδικους, ή ακόμη και στους δύο, στην περίπτωση έκδοσης ή μη του διατάγματος αναστολής. Όπως τέθηκε στην υπόθεση Hammond Suddard Solicitors v. Agrichem International Holdings Ltd
(2001)EWCA Civ 2065, para. 22, προβάλλουν ως ερωτήματα τα οποία χρήζουν απάντησης: «...if a stay is refused what are the risks of the appeal being stifled? If a stay is granted and the appeal fails, what are the risks that the respondent will be unable to enforce the judgment? On the other hand, if a stay is refused and the appeal succeeds, and the judgment is enforced in the meantime, what are the risks of the appellant being able to recover any monies paid from the respondent?...» (βλ. DEMETRIADES GROUP OF COMPANIES LIMITED ν. APM ITALIAN TYPE ICE-CREAM LIMITED, ECLI:CY:AD:2017:A47, Πολιτική Έφεση Αρ. 372/2015, 15/2/2017, VOUROS HEALTHCARE LTD ν. DEKSA LTD, ECLI:CY:AD:2018:A12, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 207/2015, 12/1/2018, ΑΝΤΩΝΗ ΧΑΤΖΗΠΑΝΑΓΗ ν. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΑΥΞΕΝΤΙΟΥ, ECLI:CY:AD:2017:A399, Πολιτική Έφεση αρ. 151/2017, 9/11/2017 και ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΧΡΥΣΟΧΟΥ ν. ΚΥΡΙΑΚΟΥΛΛΑΣ ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ, Έφεση Αρ. 7/2017, 10/10/2017). Η ουσία της Δ.35 Θ.18 έγκειται στην αναστολή «εκτέλεσης» θετικής υποχρέωσης ή καθήκοντος που μια δικαστική απόφαση επιβάλλει (βλ. Λύρας κ.ά. ν. Πετρολίνα Λτδ (Αρ. 1)
(1997)1 Α.Α.Δ. 1384). Ο δε όρος «εκτέλεση» συναντάται στις υπόλοιπες διατάξεις των Θεσμών και ειδικότερα στη Δ.40 όπου στις Δ.40.Θ.9 και Δ.40 Θ.13, αναφέρονται τα εξής. «Δ.40 Θ.9 - Every order of the Court or a Judge in any cause or matter may be enforced against all persons bound thereby in the same manner as a judgment to the same effect.(και).Δ.40 Θ.13 - Any judgment or order against a corporation wilfully disobeyed may, by leave of the Court or a Judge, be enforced by sequestration against the corporate property, or by attachment against the directors or other officers thereof, or by writ of sequestration against their property.» Οι σχετικές με τις πιο πάνω διατάξεις αναφορές στο Annual Practice 1958 στις σελ. 1023-1024 και 1031 - 1032, υπό τον τίτλο «Orders Enforceable Like Judgments», αφορούν στις αγγλικές Ο.24 r. 24 και O.24 r.31 οι οποίες είναι αντίστοιχες των Δ.40 Θ.9 και 13. Μέσα από τις εν λόγω αναφορές αναδύεται η εικόνα ότι ο όρος «εκτέλεση απόφασης» αφορά στην προσπάθεια ανάκτησης χρηματικού ποσού ως αυτό προνοείται στην εκδοθείσα απόφαση ή διάταγμα. Βεβαίως, σύμφωνα με τις αναφορές που γίνονται στις σελ. 1031-1032 σε σχέση με τις πρόνοιες της Δ.40 Θ.13, ηθελημένη παρακοή από μέρους μιας εταιρείας σημαίνει «.refusal by the corporation or its servants .or neglect by its servants . to do the things which the corporation had been ordered to do...». Σημειώνω εδώ ότι κατά την έρευνα μου εντόπισα την απόφαση Δημητρούδης Mιχάλης ν. Aνδρέα Nίκου Λουγκρίδη,
(2011)1 Α.Α.Δ. 687, η οποία να σημειωθεί αν και δεν αφορούσε σ' αίτημα για αναστολή εκτέλεσης «χρηματικής απόφασης», το Ανώτατο Δικαστήριο ενέκρινε την αιτούμενη αναστολή, καθοδηγούμενο από τις σχετικές με τη Δ.35 Θ.18 αναφορές που γίνονται στο Annual Practice, επισημαίνοντας όμως ότι οι αναφορές αυτές αφορούν στο πώς δίνεται «στην πράξη η αναστολή της διαδικασίας.όπου με την απόφαση θα πρέπει να καταβληθεί ορισμένο χρηματικό ποσό.». Αυτό που φαίνεται να απασχόλησε το Εφετείο στην Λουγκρίδης ήταν οι συνέπειες της πρωτόδικης απόφασης ως προς τις υποχρεώσεις που αυτή επέβαλλε στα εμπλεκόμενα μέρη και συγκεκριμένα το ότι με την πρωτόδικη απόφαση κάποιο inter partes δικαίωμα δόθηκε και κάποια inter partes υποχρέωση επεβλήθη: «Η πρωτόδικη απόφαση, της οποίας επιδιώκεται η αναστολή, απαιτεί τη λήψη συγκεκριμένης ενέργειας από τον εφεσίβλητο ώστε να επιτευχθεί η άρση της κατάθεσης της συμφωνίας στο Κτηματολόγιο. Στην πραγματικότητα το Δικαστήριο εξέδωσε μια απόφαση, όπως κάθε άλλη, τελικής υφής, με την οποία αποφάσισε υπέρ του εφεσίβλητου, αποδεσμεύοντας τον ουσιαστικά από τη συμφωνία και αφήνοντας τον ελεύθερο να προχωρήσει κατά το δοκούν με νέα πώληση του ακινήτου προς τρίτο. Δεν πρόκειται λοιπόν για παγοποίηση παρεμφερούς διαδικασίας ή για προσωρινό παραμερισμό της απόφασης, αλλά για το ενδεχόμενο αναστολής αυτού τούτου του διατακτικού μέρους της εφεσιβληθείσας απόφασης ώστε να μην παραμείνει ο εφεσείων, σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης, άνευ αντικειμένου.» Σε προηγούμενο σημείο της απόφασης του, το Εφετείο σημειώνει τα εξής ως προς την εμβέλεια της Δ.35 Θ.18: «.περιορίζεται στην αναστολή θεμάτων συναρτωμένων προς την εκτέλεση απόφασης ή διαταγής του Δικαστηρίου ή της διαδικασίας, συναρτώμενης όμως με διαδικασίες που είναι μόνο παρεμφερείς της απόφασης υποκείμενης σε έφεση, όπως διαδικασίες μεσεγγύησης. Αυτό υπό το φως και της αντίστοιχης παλαιάς O.58, r.12 των Αγγλικών Θεσμών, στο r.12
(1)(
  1. b)του οποίου αναφερόταν ότι «no intermediate act or proceeding shall be invalidated by an appeal.». Για να μπορούν λοιπόν να εφαρμοστούν οι πρόνοιες της Δ.35 Θ.18 θα πρέπει η απόφαση για την οποία επιδιώκεται η αναστολή εκτέλεσης να συνιστά απόφαση που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της συγκεκριμένης διάταξης, ήτοι απόφαση που επιβάλλει στον αιτητή της αναστολής κάποια θετική υποχρέωση ή καθήκον. Η έκδοση όμως διατάγματος εκκαθάρισης μιας εταιρείας ούτε θετική υποχρέωση ή καθήκον επιβάλλει στην εταιρεία αλλά ούτε και αφορά σε inter partes δικαιώματα και υποχρεώσεις. Αντιθέτως, με την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης η περιουσία της εταιρείας θα τεθεί πλέον υπό τον έλεγχο του Επίσημου Παραλήπτη προς όφελος όλων των πιστωτών και όχι μόνο των πιστωτών που αιτήθηκαν και πέτυχαν την εκκαθάριση (βλ. κατ' αναλογία RASHID ν. ΠΑΠΟΡΗ, ECLI:CY:AD:2018:A274, Πολιτική Έφεση Αρ. 198/2012, 6/6/2018). Στο ίδιο όμως πνεύμα κινούνται και οι πρόνοιες της Δ.40 Θ.7, οι οποίες παρέχουν στο Δικαστήριο την εξουσία αναστολής εκτέλεσης εντάλματος κατάσχεσης κινητής περιουσίας (βλ. Πολιτική Έφεση Αρ. E125/2015 ανωτέρω): «Δ.40 Θ.7. Every person to whom any sum or money or any costs shall be payable under a judgment or order shall, so soon as the money or costs shall be payable, be entitled to apply for the issue of writs to enforce payment thereof, subject nevertheless as follows:- (
  2. a)If the judgment or order is for payment within a period therein mentioned, no writ shall be issued until after the expiration of such period; (
  3. b)The Court or Judge may, at or after the time of giving judgment or making an order, stay execution until such time as they or he shall think fit.» Ο λόγος που έχω τονίσει τις αναφορές σε εξ' αποφάσεως πληρωτέο ποσό και σε ένταλμα επιβολής πληρωμής είναι ακριβώς για να καταδείξω ότι το πεδίο εφαρμογής της Δ.40 Θ.7 περιορίζεται ρητά στις περιπτώσεις όπου η απόφαση για την οποία επιδιώκεται η αναστολή εκτέλεσης αφορά στην πληρωμή χρηματικού ποσού και κάποιο ένταλμα κατάσχεσης κινητής περιουσίας για σκοπούς εκτέλεσης της έχει εκδοθεί, τίποτα όμως από τα οποία δεν ισχύει στην παρούσα περίπτωση. Κοντολογίς η παρούσα περίπτωση δεν προσφέρεται για εφαρμογή ούτε των προνοιών της Δ.35 Θ.18 αλλά ούτε και της Δ.40 Θ.7 αφού η απόφαση της 20/07/20 δεν αφορά ούτε σε επιβολή θετικής υποχρέωσης ή καθήκοντος προς την αιτήτρια εταιρεία, ούτε στην πληρωμή κάποιου ποσού αλλά ούτε και έχει εκδοθεί κάποιο ένταλμα κατάσχεσης κινητής περιουσίας ως μέτρο εκτέλεσης της. Στο σημείο αυτό υπενθυμίζω ότι σύμφωνα με την αιτήτρια εταιρεία, ο μόνος ουσιαστικά λόγος για τον οποίο επιδιώκεται η αναστολή της εκκαθάρισης είναι ώστε να μην ενεργοποιηθεί αυτή ακριβώς η διαδικασία εκκαθάρισης που ο Νόμος επιβάλλει να ενεργοποιηθεί όταν κριθεί από το Δικαστήριο αναγκαίο, ορθό και δίκαιο να εκκαθαριστεί μια εταιρεία. Το να επιχειρείται όμως από την αιτήτρια να εξεταστούν υπό την σκοπιά της Δ.35 και Δ.40 οι ίδιοι ισχυρισμοί που προβάλλονταν στην ένσταση που καταχώρισε εναντίον της εκκαθάρισης, η οποία ένσταση εξετάστηκε και απορρίφθηκε, ώστε να αποφευχθεί η εκκαθάριση την οποία το Δικαστήριο ήδη έκρινε αναγκαίο, ορθό και δίκαιο να διατάξει και μάλιστα κάτω από συνθήκες που δεν παρείχαν καμία διακριτική ευχέρεια για διαφορετική κατάληξη, συνιστά θεωρώ ανεπίτρεπτη χρήση των συγκεκριμένων Διατάξεων αλλά και προσπάθεια ουσιαστικά να επιτευχθεί «εμμέσως» και από ομόβαθμο Δικαστήριο η ανατροπή της δικαστικής κρίσης της 20/07/20 και η προσωρινή επιτυχία των όσων η αιτήτρια πρόβαλλε στην ένσταση της η οποία έχει ήδη απορριφθεί. Σε κάθε περίπτωση όμως, ακόμη και αν μπορούσε η παρούσα αίτηση να διασκεδαστεί στη βάση της Δ.35 Θ.18 αυτή θα ήταν και πάλι καταδικασμένη σε απόρριψη για τον εξής λόγο. Σύμφωνα με την απόφαση Genemp Trading Ltd v. Marfin Popular Bank Public Co. Ltd
(2009)1 Α.Α.Δ. 1658, μια εταιρεία η οποία έχει διαταχθεί να εκκαθαριστεί μπορεί μεν να έχει τη δυνατότητα να εφεσιβάλει η ίδια το διάταγμα εκκαθάρισης της χωρίς την προηγούμενη εξουσιοδότηση του Επίσημου Παραλήπτη, όμως «.η καταχώρηση έφεσης από την εταιρεία πρέπει περαιτέρω να συνάδει με το Αρθρο 220, ότι η διαδικασία εκ μέρους της εταιρείας συνεπάγεται άδεια του δικαστηρίου υπό τους όρους που αυτό κρίνει ορθό.». Η υποχρέωση όμως μιας υπό εκκαθάριση πλέον εταιρείας να εξασφαλίσει την άδεια του Δικαστηρίου για σκοπούς καταχώρησης και προώθησης από την ίδια έφεσης εναντίον του διατάγματος εκκαθάρισης της είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με μία από τις βασικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή ή όχι της Δ.35 Θ.18, ήτοι την προϋπόθεση ύπαρξης έγκυρης έφεσης με καλές πιθανότητες επιτυχίας. Ευνόητο είναι ότι μία έφεση που είναι θνησιγενής και εξ' υπαρχής άκυρη συνεπεία του ότι δεν εξασφαλίστηκε η απαιτούμενη άδεια για την καταχώρηση και προώθηση της, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως έγκυρη έφεση και με καλές πιθανότητες επιτυχίας ώστε να παρέχεται το πεδίο για εφαρμογή, τουλάχιστο της Δ.35 Θ.
  1. Σημειώνω εδώ ότι δεν έχω παραγνωρίσει ότι στην Genemp, όπου όπως και εδώ δεν είχε εξασφαλιστεί άδεια δυνάμει του αρ.220 για σκοπούς καταχώρησης και προώθησης έφεσης από την εταιρεία εναντίον του διατάγματος εκκαθάρισης της, αποφασίστηκε από το Ανώτατο όπως επιτραπεί η προώθηση της έφεσης με την επιβολή όμως όρων ως προς τα έξοδα της διαδικασίας της έφεσης. Αυτό όμως δεν είναι κάτι που θα μπορούσε να διαταχθεί από το εδώ Δικαστήριο στα πλαίσια της υπό κρίση διαδικασίας και αυτό αφ' ενός γιατί σήμερα που εκδικάζεται η υπό κρίση αίτηση η εταιρεία δεν έχει εξασφαλίσει και ούτε έχει ζητήσει να εξασφαλίσει οποιαδήποτε άδεια για καταχώρηση ή τη συνέχιση της έφεσης της και αφ' ετέρου γιατί η ασφάλεια εξόδων για σκοπούς της διαδικασίας της έφεσης μόνο από το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η συγκεκριμένη διαδικασία μπορεί να διαταχθεί, ήτοι το Ανώτατο Δικαστήριο,. Εφόσον λοιπόν δεν έχει μέχρι σήμερα τεθεί ενώπιον μου οτιδήποτε που να υποδηλοί ότι η αιτήτρια εταιρεία έχει εξασφαλίσει άδεια δυνάμει του αρ.220 για την καταχώρηση ή τη συνέχιση της έφεσης που έχει καταχωρήσει εναντίον της απόφασης της 20/7/20, η έφεση αυτή δεν θα μπορούσε στο παρόν στάδιο να θεωρηθεί ότι συνιστά έγκυρη έφεση και με καλές πιθανότητες επιτυχίας ώστε να παρέχεται το πεδίο για εφαρμογή της Δ.35 Θ.18 και να μπορεί να διαταχθεί στη βάση των συγκεκριμένων προνοιών η αιτούμενη αναστολή, αν βεβαίως κατά τ' άλλα εφαρμοζόταν η Δ.35 Θ.
  2. Και να μπορούσε νομικά συνεπώς να χρησιμοποιηθούν οι πρόνοιες της Δ.35 Θ.18 για να διαταχθεί η αναστολή ενός διατάγματος εκκαθάρισης, τα σημερινά δεδομένα της συγκεκριμένης υπόθεσης δεν θα επέτρεπαν την επιτυχή εφαρμογή της εν λόγω Διάταξης. Στη βάση των πιο πάνω συνεπώς, η μόνη διάταξη που απομένει να εξεταστεί για σκοπούς της επιδιωκόμενης αναστολής είναι οι πρόνοιες του αρ.243 του Κεφ.113[3] οι οποίες περιλαμβάνονται στη νομική βάση της αίτησης και οι οποίες παρέχουν ρητά στο Δικαστήριο την «Εξουσία για αναστολή της εκκαθάρισης». Παρά ταύτα παρατηρείται το εξής παράδοξο στην υπό κρίση περίπτωση. Αν και στη νομική βάση της αίτησης γίνεται ρητή και συγκεκριμένη επίκληση των συγκεκριμένων νομοθετικών προνοιών, εντούτοις, με την τελική του αγόρευση ο ευπαίδευτος συνήγορος της αιτήτριας δήλωσε ρητά ότι «.το εν λόγω Άρθρο δεν αφορά την προκειμένη περίπτωση.δεν εφαρμόζεται η εν λόγω πρόνοια λοιπόν στην προκειμένη περίπτωση.» (βλ. σελ.12), θέση βέβαια η οποία αναπόφευκτα οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η αίτηση δεν προωθείται πλέον στη βάση του συγκεκριμένου άρθρου. Η παραδοξότητα όμως έγκειται στο γεγονός ότι από τα όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα PALMER'S COMPANY LAW
(1982)παρ. 85-29 σελ.1139, η συγκεκριμένη έκδοση του οποίου αφορά στην αγγλική S.256 Companies Act 1948 η οποία είναι πανομοιότυπη με το αρ.243 Κεφ.113, προκύπτει ότι η συγκεκριμένη νομοθετική πρόνοια είναι και η μόνη πρόνοια που παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο να αναστείλει ένα διάταγμα εκκαθάρισης. Συνεπώς, αν και υπό το φως της δήλωσης του συνηγόρου της αιτήτριας το θέμα του κατά πόσο θα μπορούσε να διαταχθεί η αιτούμενη αναστολή στη βάση της συγκεκριμένης πρόνοιας λήγει εδώ, θεωρώ ορθό, και αυτό καθαρά για σκοπούς πληρότητας, όπως κάποια αναφορά κάμω, έστω σε περιορισμένο βαθμό, και στο πεδίο εφαρμογής και εμβέλειας της εν λόγω πρόνοιας. Σύμφωνα λοιπόν με το λεκτικό του αρ. 243 αλλά και όπως και ο ίδιος ο συνήγορος της αιτήτριας επισημαίνει στην αγόρευση του, τα μόνα πρόσωπα που μπορούν να επικαλεστούν τις πρόνοιες του εν λόγω άρθρου ώστε να επιτύχουν την αναστολή της εκκαθάρισης είναι αυτά που αναφέρει ο Νόμος, δηλαδή ο εκκαθαριστής ή ο επίσημος παραλήπτης της εταιρείας ή κάποιος πιστωτής ή συνεισφορέας της, όχι όμως η ίδια η εταιρεία. Ο λόγος για τούτο είναι βεβαίως προφανής και ευνόητος εφόσον μετά την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης, ο έλεγχος της εταιρείας αλλά και η δυνατότητα της τελευταίας να εγείρει ή να προωθεί διαδικασίες περιέρχεται στον εκκαθαριστή, ο οποίος είναι όχι μόνο ο αρμόδιος πλέον να κρίνει ποιες διαδικασίες είναι αναγκαίες να γίνουν για σκοπούς της εκκαθάρισης αλλά και ο εκ του Νόμου υπεύθυνος σε σχέση με τις συνέπειες που οι εν λόγω διαδικασίες συνεπάγονται για την περιουσία της εταιρείας και τους πιστωτές της. Οι τελευταίοι τώρα όπως και οι συνεισφορείς της υπό εκκαθάριση εταιρείας, είναι τα μόνα άλλα πρόσωπα που δικαιούνται να έχουν άμεσο λόγο στον τρόπο με τον οποίο θα διεξαχθεί η εκκαθάριση και αυτό γιατί είναι τα δικά τους συμφέροντα που επηρεάζονται άμεσα από αυτή (βλ. PALMER'S ανωτέρω). Σημειώνω εδώ ότι αν και το νομοθετικό καθεστώς στην Αγγλία άλλαξε το 1986 όταν οι πρόνοιες του CA 1948 αντικαταστάθηκαν μεταξύ άλλων με τις πρόνοιες του Insolvency Act 1986, στην Κύπρο παρέμεινε να ισχύει η ίδια κατάσταση που παρουσιαζόταν στο CA 1948 (βλ. κατ' αναλογία τις επισημάνσεις που έγιναν στην Νικολάου Γεώργιος ν. Total Properties Ltd και Άλλων
(2011)1 ΑΑΔ 1358). Συνεπώς, «.μετά την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης.», μόνο «.μετά από αίτηση είτε του εκκαθαριστή είτε του επίσημου παραλήπτη ή οποιουδήποτε πιστωτή ή συνεισφορέα.» το Δικαστήριο μπορεί να αναστείλει την εκκαθάριση (βλ. αρ.243). Εφόσον λοιπόν η παρούσα αίτηση δεν έχει υποβληθεί από τον οποιοδήποτε πιστωτή ή συνεισφορέα της εταιρείας ή τον εκκαθαριστή της ή τον επίσημο παραλήπτη, αυτή δεν θα μπορούσε να επιτύχει στη βάση του αρ.243. Αν και θα μπορούσε ίσως κάποιος να επιχειρηματολογήσει ότι η υπό εκκαθάριση εταιρεία θα είχε locus standi να αιτηθεί η ίδια την αναστολή στη βάση του αρ.243 αν εξασφάλιζε σχετική άδεια από τον Επίσημο Παραλήπτη, υπό το φως του ρητού λεκτικού του αρ.243 διατηρώ τις αμφιβολίες μου ως προς την ορθότητα ενός τέτοιου επιχειρήματος. Όμως, εφόσον στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει εξασφαλιστεί τέτοια άδεια και η αίτηση έπαυσε να προωθείται στη βάση του αρ.243 δεν θα επεκταθώ επί του θέματος. Καμία λοιπόν εκ των νομοθετικών προνοιών που επικαλείται η αιτήτρια στην αίτηση της δεν μπορεί να δικαιολογήσει την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος αναστολής. Το μόνο λοιπόν ερώτημα που παραμένει να απαντηθεί είναι το κατά πόσο θα μπορούσε υπό τις περιστάσεις η εταιρεία να προσφύγει στη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Όπως ανέφερα πιο πάνω, η εταιρεία επικαλείται τη σύμφυτη εξουσία που μέσω του αρ.29 Ν.14/60αναγνωρίζεται από το κοινοδίκαιο ότι έχουν τα Δικαστήρια να εκδίδουν διατάγματα αναστολής μιας απόφασης μετά την έκδοση της, σε εξαιρετικές όμως περιπτώσεις, άλλες από αυτές της Δ.35 Θ.18 η οποία εφαρμόζεται μόνο όπου υπάρχει έφεση εναντίον απόφασης που επιβάλλει κάποια θετική υποχρέωση και αυτό ώστε ο διάδικος που επηρεάζεται από την απόφαση να μπορέσει να επιχειρήσει να την ανατρέψει με τον ενδεδειγμένο τρόπο και χωρίς το status quo που έχει δημιουργηθεί σε βάρος του μετά την απόφαση να τον εμποδίζει. Όπως έχει νομολογηθεί δε, η συγκεκριμένη εξουσία συνιστά «.σύμφυτη(ς) εξουσία(ς) που φαίνεται ότι έχουν τα πρωτόδικα δικαστήρια να διατηρούν το status quo εκκρεμούσης εφέσεως, υπό εξαιρετικές περιστάσεις.(όπως)...η αρχή αυτή αναγνωρίσθηκε πιο πρόσφατα στην υπόθεση Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd ν. Σιακατίδου
(2011)1 ΑΑΔ 1816, που.επιβεβαιώθηκε η ύπαρξη τέτοιας σύμφυτης εξουσίας, επί τη βάσει της αγγλικής αυθεντίας Erinford Properties Ltd v. Cheshire County Council [1974] 2 All ER 448». (βλ. ASTARTI DEVELOPMENT PLC κ.α. ν. ΑΛΚΗ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΗ κ.α., Πολιτική ECLI:CY:AD:2015:D6, ECLI:CY:AD:2015:D6, Αίτηση Αρ. 160/2015, 13/1/2015). Όμως, ως έχει επίσης νομολογηθεί, στη σύμφυτη αυτή λειτουργία και εξουσία έχουν τεθεί αυτοπεριορισμοί και όρια ώστε να διαφυλαχθεί η αποτελεσματική λειτουργία της στις ορθές της διαστάσεις και δεν αποτελεί απεριόριστη αποθήκη από την οποία προκύπτουν κατά βούληση νέες εξουσίες (βλ. Coward Martin (Αρ. 2)
(2012)1 ΑΑΔ 257 και την αναφορά που εκεί γίνεται στην Ελεγκτική Υπηρεσία Συνεργατικών Εταιρειών ν. Παπαγεωργίου
(2000)3 Α.Α.Δ. 151), βλ. επίσης Χαραλαμπίδης ν. Μελωδία (Χαραλαμπίδου)
(1997)1 Α.Α.Δ. 724). Είναι γι' αυτόν ακριβώς το λόγο δε, που η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου υπέδειξε στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση των
(1)Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ κ.ά.
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 1523 ότι επειδή η έκδοση διατάγματος αναστολής μέχρι εκδίκασης της έφεσης κατ' επίκληση αυτής της σύμφυτης εξουσίας συνεπάγεται ουσιαστικά την παροχή «.μία(ς) μακράς διάρκειας θεραπεία . για αόριστο χρόνο, σίγουρα μακρό.μια τέτοια εξουσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου δεν θα πρέπει να ασκείται παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις κατά τις οποίες καταδεικνύεται όχι απλά ότι θα εδικαιολογείτο η αναστολή εκτέλεσης μιας δικαστικής απόφασης, αλλά μόνο εκεί όπου καταδεικνύεται ή έχει μεσολαβήσει ή αποκαλυφθεί τέτοια κατάσταση πραγμάτων ώστε να υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο ανατροπής της ακυρωτικής απόφασης και η ύπαρξη σοβαρών επιπτώσεων από τη μη απόδοση θεραπείας». Λαμβανομένων συνεπώς υπόψη των όσων έχω αναφέρει ανωτέρω ως προς το ότι η μόνη και άμεσα σχετική εξουσία για την αναστολή μιας εκκαθάρισης είναι αυτή που παρέχεται από το αρ.243 Κεφ.113, η οποία όμως εξουσία για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί δεν μπορεί να ασκηθεί στην υπό κρίση περίπτωση, το ότι με το να επικαλείται όλες τις άλλες νομοθετικές πρόνοιες που παρέχουν κάποιας μορφής ανασταλτική εξουσία στο Δικαστήριο, η αιτήτρια ουσιαστικά προσπαθεί ανεπίτρεπτα να παρακάμψει την αδυναμία της να χρησιμοποιήσει τις πρόνοιες του αρ.243 Κεφ.113, το ότι ακόμη και αυτές οι άλλες νομοθετικές πρόνοιες που επικαλείται η εταιρεία δεν μπορούν υπό τις περιστάσεις να δικαιολογήσουν τη χορήγηση της αιτούμενης αναστολής και το ότι ουσιαστικά τίποτε «καινούριο» ή εξαιρετικό δεν προβάλλει η αιτήτρια για να υποστηρίξει το υπό κρίση αίτημα της, κρίνω ότι ούτε η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου μπορεί να ασκηθεί προς όφελος της και προς έγκριση της παρούσας αίτησης. Άλλωστε, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης, αναστολή της διαταχθείσας εκκαθάρισης μέχρι να εκδικαστεί η έφεση της εταιρείας δεν θα συνεπάγετο δραστικές συνέπειες μόνο για την καθ' ης η αίτηση τράπεζα αλλά και για όλους τους πιστωτές της εταιρείας και την ίδια στιγμή θα έθετε σε κίνδυνο και τα συμφέροντα όλων των προσώπων που είτε συναλλάχθηκαν είτε ενδεχομένως να συναλλαχθούν με την εταιρεία. Αυτό γιατί με την επιδιωκόμενη αναστολή δεν είναι μόνο η εκκαθάριση που αναστέλλεται αλλά ουσιαστικά θα ανασταλεί και η ήδη εκφρασθείσα δικαστική κρίση περί αφερεγγυόητας της εταιρείας καθώς και οι περιορισμοί που ο Νόμος επιβάλλει στην τελευταία συνεπεία αυτής της δικαστικής διαπίστωσης ώστε να προστατευτούν τα συμφέροντα του κοινού και κάθε καλόπιστου τρίτου προσώπου. Επισημαίνω και υπενθυμίζω ότι σε καμία περίπτωση δεν υποστήριξε η αιτήτρια στην παρούσα διαδικασία ότι συνιστά δρώσα οικονομική μονάδα ούτε και ισχυρίστηκε ποτέ ότι έχει οποιαδήποτε περιουσία ή μέσα για να ικανοποιήσει τους πιστωτές της. Αντιθέτως, ο μόνος ουσιαστικά λόγος που η αιτήτρια πρόβαλε για να υποστηρίξει το υπό κρίση αίτημα της ήταν το γεγονός ότι η ίδια και ο διευθυντής της, ήτοι ο Φιλιππίδης, θα υποχρεούνται πλέον να συμμορφωθούν με τις υποχρεώσεις που επιβάλλει το Κεφ.113 σε μια εκκαθάριση, με αποτέλεσμα έτσι να καταφέρει η τράπεζα να αποκτήσει πλεονέκτημα έναντι των προσώπων που δίνουν οδηγίες στο Φιλιππίδη για το πώς να διαχειρίζεται την εταιρεία. Με άλλα λόγια, όχι μόνο η αναστολή της εκκαθάρισης δεν προβάλλεται υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις ως εξυπηρετούσα την εταιρεία ή κάποιο ουσιαστικό σκοπό που αφορά στη βιωσιμότητα της τελευταίας ή στο συμφέρον των πιστωτών της αλλά τουναντίον φαίνεται ότι η αιτούμενη αναστολή αποσκοπεί μόνο στο να εξυπηρετηθούν τα προσωπικά συμφέροντα αυτών που άμεσα ή έμμεσα διευθύνουν την εταιρεία και τα οποία προσωπικά συμφέροντα είναι άσχετα και ασύνδετα με τη βιωσιμότητα της εταιρείας ή τις υποχρεώσεις της απέναντι στους πιστωτές της. Αυτό, πέραν του ότι αγγίζει τα όρια της κατάχρησης της διαδικασίας, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να δικαιολογήσει τη χορήγηση της αιτούμενης αναστολής και τις δραστικές συνέπειες που μια τέτοια αναστολή συνεπάγεται, ιδιαίτερα όταν οι συνέπειες αυτές δεν περιορίζονται μόνο στην καθ' ης η αίτηση τράπεζα. Όπως λοιπόν και αν ήθελε ιδωθεί η παρούσα αίτηση και από όποια νομοθετική σκοπιά και αν ήθελε προσεγγισθεί, αυτή δεν μπορεί να εγκριθεί. Για όλους τους πιο πάνω λόγους συνεπώς, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εναντίον της αιτήτριας εταιρείας και υπέρ της καθ' ης η αίτηση ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.).......... Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] AΝΔΡΕΑΣ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ ΚΑΙ ΥΙΟΣ ΛΤΔ ν. ALPHA BANK CYPRUS LTD, ECLI:CY:AD:2017:A176, ECLI:CY:AD:2017:A176, Πολιτική Έφεση Αρ. 177/11, 15/5/2017 [2] 11. Any party against whom judgment has been given on an order made may apply to the Court or a Judge for a stay of execution or other relief against such judgment upon the ground of facts which have arisen too late to be pleaded; and the Court or Judge may give such relief and upon such terms as may be just. [3] 243.-
(1)Το Δικαστήριο δύναται σε οποιοδήποτε χρόνο μετά την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης, μετά από αίτηση είτε του εκκαθαριστή είτε του επίσημου παραλήπτη ή οποιουδήποτε πιστωτή ή συνεισφορέα, και αφού αποδειχθεί προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου ότι κάθε διαδικασία σχετικά με την εκκαθάριση έπρεπε να ανασταλεί ή να διακοπεί, να εκδώσει διάταγμα αναστολής ή διακοπής της διαδικασίας, είτε εξολοκλήρου ή για περιορισμένο χρονικό διάστημα με τέτοιους όρους και προϋποθέσεις που το Δικαστήριο κρίνει πρέπον.
(2)Μετά από αίτηση, με βάση το άρθρο αυτό, το Δικαστήριο δύναται, πριν από την έκδοση διατάγματος, να απαιτήσει από τον επίσημο παραλήπτη να υποβάλει έκθεση σχετικά με οποιαδήποτε γεγονότα ή θέματα που κατά τη γνώμη του, σχετίζονται με την αίτηση.
(3)Αντίγραφο κάθε διατάγµατος που εκδίδεται µε βάση τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, παραδίδεται αμέσως από την εταιρεία ή όπως διαφορετικά δυνατό να καθοριστεί, στον έφορο εταιρειών για εγγραφή και στον επίσημο παραλήπτη, ο οποίος το καταχωρίζει στα αρχεία που τηρεί αναφορικά με την εταιρεία cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.