ΜΙΧΑΗΛ ν. ΣΕΝΕΚΚΗ κ.α., Αρ. Αγωγής: 10871/10, 23/4/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A229 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Παπαδοπούλου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 10871/10 Μεταξύ: XXX ΜΙΧΑΗΛ Ενάγοντα και
- XXX ΣΕΝΕΚΚΗ
- XXX ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗ
- XXX ΝΑΘΑΝΑΗΛ
- XXX ΣΑΒΒΑ
- XXX ΜΠΑΡΤΖΙΔΗ
- XXX ΟΔΥΣΣΕΩΣ
- XXX ΛΙΑΣΗ
- XXX ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ
- XXX ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ Εναγομένων Ημερομηνία: 23 Απριλίου, 2021 Για τον Ενάγοντα: κ. Ιωαννίδης Για τους Εναγόμενους αρ. 1 και 7: καμία εμφάνιση Για τον Εναγόμενο αρ. 2: κα Χριστοδούλου Για τους Εναγόμενους αρ. 3 και 5: κ. Αρτεμίου Για τους Εναγόμενους αρ. 4 και 8: κ. Πιερής ΑΠΟΦΑΣΗ Με το γενικά οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα ο Ενάγοντας αξιοί γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για πόνο, ταλαιπωρία, μόνιμη ανικανότητα και άλλες συναφείς ζημιές τις οποίες υπέστη την 20.4.2008 περί ώρα 06.30 έξω από το Σωματείο XXX μετά από επίθεση των Εναγομένων. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαιτήσεως ο Ενάγοντας κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν 29 ετών και εργάζετο ως ιδιωτικός υπάλληλος με μηνιαίο μισθό €1.
- Την 20.4.2008 περί ώρα 06.30 βρισκόταν με άλλα δύο πρόσωπα έξω από το οίκημα του XXX όταν οι Εναγόμενοι οπλισμένοι με πέτρες, ξύλα, ρόπαλα και άλλα αντικείμενα κατευθύνθηκαν προς το Σωματείο και επιτέθηκαν κατά του Ενάγοντα προκαλώντας του σοβαρούς τραυματισμούς και ειδικές ζημιές. Από την επίθεση ο Ενάγοντας έχει μόνιμη αναπηρία ήτοι ο αριστερός του οφθαλμός είναι εντελώς τυφλός χωρίς περιθώρια αποκατάστασης και του τοποθετήθηκε οφθαλμική πρόθεση με φθίση βολβού. Είναι η δικογραφημένη του θέση ότι συνεπεία του τραυματισμού η εισοδηματική του ικανότητα έχει επηρεαστεί σημαντικά και γι' αυτό αξιώνει απώλεια μελλοντικών απολαβών. Οι Εναγόμενοι αρ. 1 και 7 βρέθηκαν ένοχοι μετά από ακροαματική διαδικασία σε ποινική υπόθεση, ενώ ο Εναγόμενος αρ. 2 στην κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία παραδέχθηκε την συμμετοχή του στον τραυματισμό του Ενάγοντα. Ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι ο τραυματισμός του οφείλεται αποκλειστικά στους Εναγόμενους οι οποίοι συμμετείχαν, συνεργάστηκαν και σχεδίασαν την απρόκλητη επίθεση εναντίον του. Ο Εναγόμενος αρ. 2 με την Υπεράσπιση του αρνείται την απαίτηση του Ενάγοντα και ισχυρίζεται ότι δεν ευρίσκετο στον χώρο της XXX ή του οικήματος XXX κατά τον ουσιώδη χρόνο και ότι, αν ευρίσκετο, δεν ήταν οπλισμένος και έδρασε σε αυτοάμυνα. Η αυτοάμυνα του αποτελείτο από ενέργειες για προστασία του ιδίου και/ή άλλου ατόμου κατά της παράνομης χρήσης βίας από τον Ενάγοντα και δεν υπερέβη το εύλογα αναγκαίο, η δε ζημιά που μπορεί να προκλήθηκε στον Ενάγοντα από την επίθεση του Εναγομένου αρ. 2 δεν ήταν δυσανάλογη προς την ζημιά που επεδίωξε να αποτρέψει με τις ενέργειες του. Αρνείται τις λεπτομέρειες ειδικών ζημιών, σωματικών βλαβών και μόνιμης ανικανότητας του Ενάγοντα. Θέση του είναι ότι δεν έδωσε κατάθεση στην Αστυνομία σχετική με τα επίδικα θέματα και, αν έδωσε, δεν παραδέχεται ότι συμμετείχε στον τραυματισμό του Ενάγοντα, ή αν συμμετείχε ήταν αποτέλεσμα αυτοάμυνας. Οι Εναγόμενοι αρ, 3, 4, 5 και 8 καταχώρισαν όμοιες Υπερασπίσεις. Σε αυτές αρνούνται ότι ήταν παρόντες στον τόπο που περιγράφει η Έκθεση Απαιτήσεως ή ότι προέβησαν σε οποιαδήποτε ζημιογόνο πράξη ενάντια στον Ενάγοντα. Αρνούνται τις λεπτομέρειες σωματικών βλαβών και ισχυρίζονται ότι αυτά οφείλονται σε προϋπάρχουσα κατάσταση ή ήσαν κατάλοιπα προηγούμενων τραυματισμών που αντιμετώπιζε ο Ενάγοντας, ή ότι η θεραπεία που του παρασχέθηκε δεν ήταν η αρμόζουσα. Αρνούνται τις λεπτομέρειες ειδικών ζημιών και ισχυρίζονται ότι οι απολαβές του Ενάγοντα δεν έχουν μειωθεί ή ότι έχουν μειωθεί για λόγους που αφορούν αποκλειστικά σε δικές του πράξεις. Όλοι αναφέρουν ότι ήταν Κατηγορούμενοι στην ποινική υπόθεση με αρ. 14906/08 όπου οι Εναγόμενοι αρ. 3, 5 και 8 αθωώθηκαν μετά από ακροαματική διαδικασία ενώ για τον Εναγόμενο αρ. 4 ο Γενικός Εισαγγελέας προέβη σε αναστολή της ποινικής δίωξης. Για τους Εναγόμενους αρ. 1 και 7 η αγωγή προχώρησε σε απόδειξη ταυτόχρονα με την ακροαματική διαδικασία για τους Εναγόμενους αρ. 2, 3, 4, 5 και 8 ενώ για τους Εναγόμενους αρ. 6 και 9 η αγωγή ουδέποτε επιδόθηκε. Κατά την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας τα ακόλουθα δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα: - Ότι τα Τεκμήρια 19 και 20 αποτελούν πιστή μετάφραση των Ιατρικών Πιστοποιητικών Τεκμήρια 2 και 3 αντίστοιχα. - Από το Τεκμήριο 2 (Τεκμήριο 19) ότι ο Ενάγοντας: o Παραπέμφθηκε την 23.4.2008 για γνωμάτευση υαλοειδούς - αμφιβληστροειδούς. o Είχε υποστεί ρήξη αριστερού βολβού και κάταγμα κόγχου μετά από επίθεση και τραυματισμό στο πρόσωπο. o Κατά την εξέταση από τον Δρα Ποταμίτη η οπτική οξύτητα ήταν 6/6 δεξιά και αντίληψη φωτός αριστερά. o Το συρραφέν ακανόνιστο διαμπερές τραύμα σκληροκερατοειδικού ορίου κάλυπτε περίπου 180 μοίρες του κροταφικού σκληροκερατοειδικού ορίου. o Εξέταση με σχισμοειδή λυχνία ανέδειξε ολικό ύφαιμα αριστερά και δεν υπήρχε θέαση του βυθού. o Υπερηχογραφία ανέδειξε αιμορραγία και καθολική αποδιοργάνωση της υαλοειδικής κοιλότητας. o Αντιμετωπίστηκε με συχνή ενστάλαξη τοπικών αντιβιοτικών και κορτιζόνης. o Την 6.5.2008 υποβλήθηκε σε αριστερή υαλοειδεκτομή κατά την οποία επιχειρήθηκε αποκατάσταση της ανατομίας του οφθαλμού. Κατά την επέμβαση βρέθηκε να έχει ολική αποκόλληση αμφιβληστροειδούς δίκην κλειστής χοάνης με εγκολεασμό του αμφιβληστροειδή στη σκληρική τομή κροταφικά. Έγινε ρετινοτομή 360 μοίρες προς απελευθέρωση του αμφιβληστροειδή και αφαίρεση επί και υποαμφιβληστροειδικών μεμβράνων για διευκόλυνση ένθεσης βαρέως υγρού. Μετά από επιπέδωση του αμφιβληστροειδή έγινε 360 μοίρες λέιζερ και ανταλλαγή βαρέως υγρού - σιλικόνης. - Από το Τεκμήριο 3 (Τεκμήριο 20) ότι κατά την 29.10.2008 ο Δρ. Ποταμίτης διαπίστωσε ότι: o μετά από μια περίοδο μετεγχειρητικής φλεγμονής ο οφθαλμός ήταν ήρεμος και ο αμφιβληστροειδής παρέμεινε κολλημένος. o Ο οφθαλμός παραμένει τυφλός και έχει μόνο αντίληψη φωτός. o Υπάρχει έλαιο σιλικόνης αριστερά και ως εκ τούτου χρήζει μακροχρόνιας παρακολούθησης ένεκα του ότι στο μέλλον μπορεί να αναπτύξει γλαύκωμα ή θόλωση του κερατοειδούς λόγω της σιλικόνης. - Από το Τεκμήριο 4 ότι ο Ενάγοντας: o Νοσηλεύτηκε στο Τμήμα Στοματογναθοπροσωποχειρουργικής του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας από 29.4.2008 μέχρι 30.4.2008 όπου διαπιστώθηκε ότι είχε κάταγμα ζυγωματικού οστού αριστερά. o Υποβλήθηκε σε χειρουργείο υπό γενική αναισθησία την 29.4.2008 όπου έγινε ανοικτή κατάταξη κατάγματος ζυγωματικού οστού αριστερά με τοποθέτηση πλάκας οστεοσύνθεσης. - Η κα XXX Σινιόρα προέβη σε κατασκευή οφθαλμικής πρόθεσης με υλικό P.M.M.A. Για την κατασκευή αυτής χρειάστηκαν 4 ραντεβού και το κόστος ανήλθε σε €1.
- - Ότι την 23.4.2008 λήφθηκε από τον Αστυνομικό Ν. Τόμας Αστ. XXXXX κατάθεση από τον Εναγόμενο αρ. 2 XXX Δημητριάδη η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Εκ μέρους του Ενάγοντα μαρτυρία, πέραν του ιδίου, έδωσαν ο Δρας XXXXX Κωνσταντινίδης, ο Υπαστυνόμος XXXXX Χριστοφής, ο Λοχίας XXXXX XXXXX Πιτσιλλίδης, ο Λοχίας XXXXX XXXXX Τόμας και ο Λοχίας XXXXX XXXXX Τσιόλης. Ο Ενάγοντας ανέφερε ότι γεννήθηκε την 14.7.1979 και είναι απόφοιτος της Σχολής Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Την 20.4.2008 μαζί με άλλα δύο πρόσωπα βρίσκονταν έξω από το οίκημα του Σωματείου XXX. Οι Εναγόμενοι οπλισμένοι με πέτρες, ξύλα, ρόπαλα και άλλα αντικείμενα βγήκαν από την XXX απέναντι και κατευθύνθηκαν προς το XXX του XXX. Ήταν η θέση του ότι οι Εναγόμενοι τους επιτέθηκαν εντελώς απρόκλητα και με πρόθεση να χρησιμοποιήσουν βία εναντίον του και των άλλων ατόμων που ήταν μαζί του. Ο Ενάγοντας δέχτηκε 2 χτυπήματα από ξύλα, ρόπαλα και πέτρες, ενώ χτυπήθηκε στο κεφάλι με ρόπαλο και μεγάλη πέτρα. Από την επίθεση αυτή η ζωή του τέθηκε σε κίνδυνο και υπέστη μόνιμη αναπηρία και άλλους σοβαρούς τραυματισμούς και απώλειες, ειδική αναφορά στα οποία θα γίνει σε άλλη ενότητα της παρούσας. Κατά την στιγμή της επίθεσης οι Εναγόμενοι φορούσαν κουκούλες ή είχαν με άλλο τρόπο καλυμμένα τα πρόσωπα τους. Ο Ενάγοντας αναγνώρισε εκείνη την ώρα τον Εναγόμενο αρ. 8, ενώ από φωτογραφία αναγνώρισε και τον Εναγόμενο αρ.
- Μέσα από την διερεύνηση της Αστυνομίας έχει πληροφορηθεί ότι όλοι οι Εναγόμενοι εμπλέκονται στην επίθεση και στον τραυματισμό του. Όπως είπε ο Ενάγοντας, ο Εναγόμενος αρ. 2 παραδέχτηκε την συμμετοχή του στον τραυματισμό του σε κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία την 23.4.
- Οι λοιποί Εναγόμενοι κατηγορήθηκαν για την επίθεση και τον τραυματισμό του Ενάγοντα, οι δε Εναγόμενοι αρ. 1 και 7 βρέθηκαν ένοχοι κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας στην ποινική υπόθεση με αρ. 14906/08 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και τους επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως. Ο Δρ. XXXXX Κωνσταντινίδης ανέφερε ότι είναι Ειδικός Χειρούργος Οφθαλμίατρος. Αφυπηρέτησε από το Δημόσιο στην θέση Διευθυντή της Οφθαλμολογικής Κλινικής του Μακαρείου Νοσοκομείου και του Γενικού Νοσοκομείου. Κατά τον επίδικο χρόνο ήταν Διευθυντής της Οφθαλμολογικής Κλινικής του Μακαρείου Νοσοκομείου όπου και εξέτασε την Ενάγοντα. Όπως είπε ο Μ.Ε.2, από την πρώτη στιγμή που είδαν το τραύμα αντιλήφθηκαν ότι θα ήταν αδύνατο ο Ενάγοντας να μπορεί να δει αλλά έδωσαν ευκαιρία και, μέσω του Υπουργείου Υγείας, έστειλαν τον Ενάγοντα στον Δρα Ποταμίτη που ήταν ειδικός επί του θέματος. Ενώ ο Ενάγοντας βρισκόταν στην Οφθαλμολογική Κλινική διαπιστώθηκε από ακτινογραφίες ότι είχε σπάσιμο του ζυγωματικού και πάνω βλεφάρου και γι' αυτό αποσπάστηκε για επέμβαση στον Γναθοχειρούργο. Ο Μ.Ε.2 είπε ότι όταν σε μεταγενέστερο στάδιο διαπίστωσε ότι το μάτι του Ενάγοντα άρχισε να παθαίνει φθίση παρέπεμψε τον Ενάγοντα στην κα Φαίδρα η οποία είναι ειδική στην κατασκευή προσθέσεων οφθαλμικών. Στον Ενάγοντα έχει τοποθετηθεί προσθήκη του πρόσθιου ματιού στο αριστερό μάτι. Ο Δρας Κωνσταντινίδης εξήγησε ότι δεν υπάρχει πλέον θεραπεία για ανάκτηση της όρασης του Ενάγοντα. Επιπλέον ο Ενάγοντας πρέπει κατά διαστήματα να βγάζει το ξένο μάτι και να το καθαρίζει, ενώ κάθε 3 - 4 χρόνια θα αλλάζει το μέγεθος και θα χρειάζεται αντικατάσταση. Ο Υπαστυνόμος XXXXX Χριστοφή ανέφερε ότι το 2008 υπηρετούσε στο ΤΑΕ Λευκωσίας και την 21.4.2008 στον χώρο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας συνέλαβε τον Εναγόμενο αρ. 8 ο οποίος απάντησε «Άδικα με κατηγορείτε, δεν έχω να πω τίποτε». Την 26.4.2008 κλήθηκε στο ΤΑΕ ο Εναγόμενος αρ. 5 ο οποίος, στην παρουσία του Μ.Ε.3, παραδέχθηκε ότι είχε μεταβεί στο Σωματείο του XXX την 20.4.2008 μαζί με τους Εναγόμενους αρ. 1 και 2 και άλλα πρόσωπα όπου επιτέθηκαν με πέτρες, ρόπαλα και ξύλα σε οπαδούς του XXX. Αφού ο Μ.Ε.3 τον πληροφόρησε για τα αδικήματα που διέπραξε και του επέστησε την προσοχή του στον Νόμο, ο Εναγόμενος αρ. 5 απάντησε «Ήμουν τζιε εγώ στα επεισόδια». Μετά, όμως, που ο Εναγόμενος αρ. 5 συναντήθηκε με τον δικηγόρο του έδωσε κατάθεση στην οποία αρνήθηκε κάθε ανάμειξη. Ο Λοχίας XXXXX XXXXX Πιτσιλλίδης ανέφερε ότι την 20.4.2008 υπηρετούσε στο ΤΑΕ Λευκωσίας και έλαβε καταθέσεις σχετικά με τα επίδικα θέματα. Κατόπιν εντάλματος έρευνας την 20.4.2008 ερεύνησε το σπίτι του Εναγομένου αρ. 8 απ' όπου παραλήφθηκαν ως τεκμήρια μια χακί φόρμα, ένα Παλαιστινιακό σάλι μαυρόασπρο και ένα σπρέι American Style Nato Super Paralisant. Ο Μ.Ε.4 μεταξύ άλλων έλαβε κατάθεση από τον Ενάγοντα και ανακριτική κατάθεση από τον Εναγόμενο αρ.
- Την 26.4.2008 συνέλαβε τον Εναγόμενο αρ. 1 ο οποίος δεν παραδέχθηκε, κατηγόρησε γραπτώς τον Εναγόμενο αρ. 8 ο οποίος απάντησε «Άδικα με κατηγορείτε δεν έχω να πω τίποτε» και τον Εναγόμενο αρ. 4 ο οποίος απάντησε «Δεν παραδέχομαι, εγώ ήμουν σπίτι με την γυναίκα μου». Πέραν των πιο πάνω ο Μ.Ε.4 ισχυρίστηκε ότι ήταν παρών στο γραφείο του Μ.Ε.3 όταν ο Εναγόμενος αρ. 5 παραδέχτηκε προφορικά ότι την 20.4.2008 είχε μεταβεί μαζί με τους Εναγόμενους αρ. 1 και 2 και άλλα πρόσωπα στο Σωματείο του XXX όπου έλαβε μέρος στα επίδικα επεισόδια. Ο Λοχίας XXXXX XXXXX Τόμας ανέφερε ότι την 23.4.2008 υπηρετούσε στο ΤΑΕ Λευκωσίας και έλαβε την θεληματική κατάθεση από τον Εναγόμενο αρ. 2 Τεκμήριο
- Συνέλαβε τον Εναγόμενο αρ. 7 από τον οποίο επίσης έλαβε θεληματική κατάθεση. Την 28.4.2008 ο Μ.Ε.5 συνέλαβε τον Εναγόμενο αρ. 3 ο οποίος απάντησε «Δεν ήμουν τζιαμαί» από τον οποίο έλαβε και την ανακριτική κατάθεση Τεκμήριο
- Ο Λοχίας XXXXX XXXXX Τσιόλης ανέφερε ότι το 2008 υπηρετούσε στο ΤΑΕ Λευκωσίας και την 26.4.2008 έλαβε την θεληματική κατάθεση από τον Εναγόμενο αρ. 1 Τεκμήριο 12 και τον κατηγόρησε γραπτώς. Επίσης κατηγόρησε γραπτώς τον Εναγόμενο αρ. 4 ο οποίος απάντησε «Εν έκαμα τίποτε». Ο Εναγόμενος αρ. 2 δεν πρόσφερε καμία μαρτυρία. Ο Εναγόμενος αρ. 3 ανέφερε ότι την 20.4.2008 πληροφορήθηκε από τις ειδήσεις ότι είχαν λάβει χώρα επεισόδια στο οίκημα του XXX. Ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος κατά την ώρα των επεισοδίων κοιμόταν στο σπίτι του, πράγμα που επιβεβαίωσαν οι γονείς του. Έδωσε την 28.4.2008 κατάθεση στην οποία ανέφερε ότι δεν είχε καμία σχέση με τα επεισόδια. Είχε κατηγορηθεί στην ποινική υπόθεση με αρ. 14906/08 στο πλαίσιο της οποίας αθωώθηκε, η δε απόφαση δεν εφεσιβλήθηκε. Ήταν η θέση του Εναγομένου αρ. 3 ότι άδικα κατηγορείται αφού καμία ανάμειξη είχε, ενώ λόγω των Δικαστικών υποθέσεων αντιμετώπισε σοβαρές δυσκολίες να βρει απασχόληση, στιγματίστηκε από την κοινωνία και δεν μπόρεσε να έχει φυσιολογική ζωή. Ο Εναγόμενος αρ. 4 ανέφερε ότι το μεσημέρι της 20.4.2008 μετέβηκε στο XXX της XXX και είδε τις ζημιές που είχαν γίνει εκεί ενώ ενημερώθηκε ότι είχαν λάβει χώρα επεισόδια στο οίκημα του XXX. Την ώρα των επεισοδίων, ισχυρίστηκε ο Εναγόμενος αρ. 4, βρισκόταν στο διαμέρισμα του και κοιμόταν με την αρραβωνιαστικιά του η οποία έδωσε κατάθεση που το επιβεβαιώνει. Στην υπόθεση με αρ. 14906/08 είχε προστεθεί ως Κατηγορούμενος αλλά ο Γενικός Εισαγγελέας ανέστειλε την ποινική δίωξη εναντίον του. Καμία σχέση είχε με τα επεισόδια στο οίκημα του XXX και λανθασμένα ο Ενάγοντας καταχώρισε την αγωγή εναντίον του. Όσον αφορά στον Εναγόμενο αρ. 7 ήταν θέση του Εναγομένου αρ. 4 ότι ο πρώτος είχε πει ψέματα όταν στην κατάθεση του έκανε αναφορά στο όνομα του Εναγομένου αρ.
- Δέχτηκε ότι το παρατσούκλι με το οποίο είναι γνωστός είναι «XXX». Ο Εναγόμενος αρ. 5 ισχυρίστηκε ότι ουδεμία ανάμειξη είχε με τα επίδικα γεγονότα για τα οποία έμαθε την μέρα που τον κάλεσε η Αστυνομία για να δώσει κατάθεση. Την 19.4.2008 από τις 11.00μ.μ. πήγε στην Λαμπρατζιά στον XXX όπου έμεινε μέχρι τις 08.00π.μ. της 20.4.2008 και όπου συνάντησε τον Εναγόμενο αρ.
- Ήταν η θέση του Εναγομένου αρ. 5 ότι ο ισχυρισμός του Υπαστυνόμου Χριστοφή ότι ο Εναγόμενος αρ. 5 είχε παραδεχτεί προφορικά την συμμετοχή του στα επεισόδια, ήταν ψευδής. Οι Αστυνομικοί προσπαθούσαν, ισχυρίστηκε, να τον κάνουν να παραδεχτεί και αυτός έλεγε πολλά πράγματα μεταξύ των οποίων μπορεί να είπε και την λέξη «παραδέχομαι» αλλά το νόημα αυτών που έλεγε ήταν ότι δεν είχε σχέση με τα γεγονότα. Όσον αφορά στην ποινική υπόθεση με αρ. 14906/08 ο Εναγόμενος αρ. 5 είπε ότι αυτή απορρίφθηκε για τον ίδιο στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως αφού δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία που να τον συνδέει. Θέση του ήταν ότι δεν συμμετείχε στα επεισόδια και άδικα κατηγορείται, ενώ δεν είναι καν φανατικός οπαδός της ΧΧΧ. Ο Εναγόμενος αρ. 8 ανέφερε ότι το μεσημέρι της 20.4.2008 ενημερώθηκε τηλεφωνικώς από τον Εναγόμενο αρ. 4 ότι είχαν γίνει ζημιές στο XXX της XXX και επεισόδια στο οίκημα του XXX. Ισχυρίστηκε ότι εκείνος την ώρα των επεισοδίων κοιμόταν ενώ η ώρα 08.00π.μ. πήγε για ψάρεμα στο XXX. Από την μητέρα του ενημερώθηκε ότι είχε πάει στο σπίτι του Αστυνομία με εντάλματα έρευνας και σύλληψης και παρέλαβαν τεκμήρια. Μετά από ακροαματική διαδικασία αθωώθηκε στην ποινική υπόθεση για τα επίδικα γεγονότα. Ο Εναγόμενος αρ. 8 τόνισε ότι δεν είχε καμία σχέση με τα επεισόδια στο οίκημα του XXX. Ισχυρίστηκε ότι όσοι από τους Εναγόμενους αναφέρονται στις καταθέσεις τους σε XXX Χαραλάμπους δεν αναφέρονταν στον ίδιο και ότι υπάρχουν αρκετά άτομα με το ίδιο όνομα. Θεωρεί ότι έπεσε θύμα επειδή εκείνη την περίοδο ήταν ο διαχειριστής της καντίνας της Θύρας 9 και οργανωτής της κερκίδας της ΧΧΧ. Ισχυρίστηκε ότι ο Ενάγοντας ανέφερε όσα είπε με σκοπό να τον εμπλέξει. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η παρούσα υπόθεση παρουσιάζει προκλήσεις στο θέμα της αξιολόγησης. Μέρος της μαρτυρίας που προσκόμισε ο Ενάγοντας αποτελείται από καταθέσεις που οι Εναγόμενοι έδωσαν στην Αστυνομία στο πλαίσιο της διερεύνησης της ποινικής υπόθεσης και συγκεκριμένα: Κατάθεση Εναγομένου αρ. 1 - Τεκμήριο 12 Κατάθεση Εναγομένου αρ. 2 - Τεκμήριο 10 Κατάθεση Εναγομένου αρ. 3 - Τεκμήριο 23 Κατάθεση Εναγομένου αρ. 4 - Τεκμήριο 22 Κατάθεση Εναγομένου αρ. 5 - Τεκμήριο 24 Καταθέσεις Εναγομένου αρ. 7 - Τεκμήριο 13 Κατάθεση Εναγομένου αρ. 8 - Τεκμήριο 21 Μέσα από τις καταθέσεις αυτές προκύπτουν αναφορές σε άλλους Εναγόμενους ή που συνδέουν αυτούς με τα επίδικα γεγονότα. Οι καταθέσεις δεν υιοθετήθηκαν από τους Εναγόμενους, ενώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι Εναγόμενοι αρ. 1, 6, 7 και 9 δεν παρουσιάστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου στην παρούσα διαδικασία. Σημειώνω, όμως, ότι ουδείς αμφισβήτησε ότι οι πιο πάνω καταθέσεις αποτελούσαν όντως τις καταθέσεις που δόθηκαν κατά τον επίδικο χρόνο από έκαστο. Όσον αφορά στους Εναγόμενους αρ. 1 και 7, στον βαθμό που οι καταθέσεις Τεκμήρια 12 και 13 παρουσιάστηκαν προς απόδειξη της υπόθεσης εναντίον τους, τα όσα αναφέρονται παρέμειναν αναντίλεκτα και μπορούν να ληφθούν υπόψη εναντίον τους. Αναφορικά με την κατάθεση του Εναγομένου αρ. 2 Τεκμήριο 10 σημειώνεται ότι αυτός δεν έδωσε μαρτυρία, αποτέλεσε όμως θέση της ευπαιδεύτου συνηγόρου του τόσο κατά την αντεξέταση του Ενάγοντα όσο και κατά την αγόρευση της ότι η θέση του Εναγομένου αρ. 2 καταγράφεται στην προαναφερόμενη κατάθεση. Συνεπώς ουσιαστικά υιοθέτησε τα όσα εκεί αναφέρονται ως την εκδοχή του Εναγομένου αρ. 2 και ως αυτά τα οποία είπε στην Αστυνομία και μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε σχέση με τον Εναγόμενο αρ. 2, πράγμα που οδηγεί στο ότι ο Εναγόμενος αρ. 2 όντως συμμετείχε στα επίδικα επεισόδια. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι για τους Εναγόμενους αρ. 3, 4, 5 και 8 εισηγήθηκαν ότι οι καταθέσεις των Εναγομένων αρ. 1 και 7 μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνο για απόδειξη της υπόθεσης εναντίον των ιδίων, ενώ οι καταθέσεις των λοιπών Εναγομένων κατατέθηκαν για περιορισμένο σκοπό, ήτοι κατατέθηκαν ως έγγραφα που βρίσκονται στον φάκελο της ποινικής διαδικασίας. Προς τούτο παρέπεμψαν σε απόσπασμα από τα πρακτικά της 20.11.2019 που αφορούσε στην κατάθεση του Τεκμηρίου 10 ήτοι της κατάθεσης του Εναγομένου αρ.
- Η εισήγηση αυτή, όμως, παραγνωρίζει τα όσα ακολούθησαν. Όντως κατά την συγκεκριμένη στιγμή που έδιδε μαρτυρία ο Ενάγοντας και επιχείρησε να καταθέσει την κατάθεση αυτή, αυτό έγινε ως ένα έγγραφο που βρίσκετο στον φάκελο της ποινικής υπόθεσης και ότι αποτελούσε δήλωση ενάντια του συμφέροντος του καταθέτοντος. Ακολούθησε, όμως, η αντεξέταση της ευπαιδεύτου συνηγόρου για τον Εναγόμενο αρ. 2 αλλά και η αγόρευση αυτής όπου αποδέχτηκε το περιεχόμενο της κατάθεσης. Επιπλέον ο Μ.Ε.5 έδωσε μαρτυρία ότι αυτός κατέγραψε την πιο πάνω θεληματική κατάθεση από τον Εναγόμενο αρ.
- Κατ' επέκταση ο σκοπός για τον οποίο η κατάθεση Τεκμήριο 10 βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου διευρύνθηκε και αυτή πλέον αποτελεί εξ ακοής δήλωση αναφορικά με τους άλλους Εναγόμενους που εκεί αναφέρονται. Οι ανακριτικές καταθέσεις των Εναγομένων αρ. 4 και 8 Τεκμήρια 22 και 21 αντίστοιχα, κατατέθηκαν από τον Λοχία XXXXX Πιτσιλλίδη ο οποίος έδωσε μαρτυρία ότι αυτός τις έλαβε και κατέγραψε, ζήτημα επί του οποίου δεν αντεξετάστηκε από τους ευπαίδευτους συνήγορους για τους Εναγόμενους. Ο Λοχίας XXXXX XXXXX Τόμας στην μαρτυρία του είπε ότι έλαβε την θεληματική κατάθεση του Εναγομένου αρ. 7 Τεκμήριο 13 αλλά και την ανακριτική κατάθεση του Εναγομένου αρ. 3 την οποία και κατάθεσε ως Τεκμήριο 23, ισχυρισμών επί των οποίων επίσης δεν αντεξετάστηκε. Ο Μ.Ε.6 Λοχίας XXXXX Τσιόλης ανέφερε ότι κατέγραψε την θεληματική κατάθεση του Εναγομένου αρ. 1 Τεκμήριο
- Όσον αφορά στην κατάθεση του Εναγομένου αρ. 5 Τεκμήριο 24 αυτή κατατέθηκε από κοινού με δήλωση ότι αποτελεί την κατάθεση που έλαβε από τον Εναγόμενο αρ. 5 ο Αστ. XXXXX Δ. Χρίστου. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι οι καταθέσεις των Εναγομένων αρ. 1, 2, 3, 4, 5, 7 και 8 βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου για σκοπό ευρύτερο από αυτόν που εισηγούνται οι ευπαίδευτοι συνήγοροι για τους Εναγόμενους αρ. 3, 4, 5 και
- Με την μαρτυρία των Αστυνομικών που τις έλαβαν ότι όντως αυτές αποτελούν τις καταθέσεις που κατέγραψαν από τα όσα είπαν οι Εναγόμενοι, οι καταθέσεις αποτελούν πλέον εξ ακοής μαρτυρία η οποία θα πρέπει να αξιολογηθεί με τον τρόπο που προβλέπει ο Νόμος και η Νομολογία επί του θέματος. Κρίνω χρήσιμο να παραθέσω απόσπασμα από την απόφαση Pakistan Cables Limited v NSB General Trading (Overseas) Co Ltd
(2012)1 Α.Α.Δ.1711 όπου στην διαδικασία ενώπιον του Πρωτόδικου Δικαστηρίου είχαν κατατεθεί πρακτικά προηγούμενης διαδικασίας: «Όπως έχει αναδιπλωθεί η αξιολόγηση της μαρτυρίας από το πρωτόδικο Δικαστήριο, είναι εμφανές ότι προέχει η εξέταση της ορθότητας της πρωτόδικης κρίσης ως προς τη μαρτυρία του XXX Bolden και αυτό γιατί αν η θέση του Δικαστηρίου να μην δεχθεί την εξ ακοής μαρτυρία του είναι λανθασμένη, τότε ολόκληρο το οικοδόμημα της πρωτόδικης κρίσης καταρρέει ως στηριζόμενο σε ελλιπές υπόβαθρο. Ως προς τον πρώτο λόγο έφεσης λοιπόν, όντως το δικαιϊκό σύστημα της Κύπρου στηρίζεται πρωτίστως και κατά κύριο λόγο στην αντιπαράθεση μαρτύρων και εκδοχών επί γεγονότων. Από αυτή την αναμέτρηση προέρχεται η συνθετική δικαστική διεργασία. Με την αξιολόγηση της μαρτυρίας, την αποδοχή και την απόρριψη προβαλλομένων εκδοχών και μαρτυριών, δίνεται η δυνατότητα στο δικάζον Δικαστήριο να επιτελέσει το έργο του, που είναι μονοσήμαντο: να αναγάγει μέσα από τη διαφορετικότητα των θέσεων, τη διάσταση των γεγονότων και την αντιπαράθεση των μαρτύρων, την ουσιαστική εκείνη βάση που, υπό το φως του δικαστικού μανδύα, θεωρείται αντικειμενικά, στα πλαίσια πάντοτε της ανθρώπινης εμπειρίας, η αληθής φυσιογνωμία της ενώπιον του Δικαστηρίου διαφοράς. Αυτό δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς τη δυνατότητα και την ευκαιρία που το αποδεικτικό σύστημα δίνει, της διά ζώσης παρουσίασης της μαρτυρίας. Η πρωτογενής αυτή μαρτυρία προσφέρει στο Δικαστήριο μοναδική ευκαιρία να εξετάσει και να κρίνει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, όπου μέσα από την τέχνη της αντεξέτασης, οι μάρτυρες δοκιμάζονται ως προς την αλήθεια των λόγων τους. Η εξ ακοής μαρτυρία είναι η εξαίρεση στον κανόνα της αναγκαιότητας της παρουσίασης του μάρτυρα ώστε αυτός να υποστεί τη βάσανο της κριτικής αντεξέτασης. Η μη παρουσίαση του επιτρέπεται μόνο για καλό λόγο και σ' αυτό στόχευε η τροποποίηση που επέφερε ο νομοθέτης με το Νόμο υπ' αρ. 32(Ι)/2004, ώστε να άρει πιθανές αδικίες από την αυστηρή εφαρμογή των κανόνων της εξ ακοής μαρτυρίας, όπως προηγουμένως αυτοί ίσχυαν. Οι εφεσείοντες λανθάνονται, με όλη την εκτίμηση στο επιχείρημα τους, περί της αποδεικτικής δύναμης της αποδεκτής εξ ακοής μαρτυρίας. Το κύριο επιχείρημα τους ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο σύγχυσε τα πράγματα διότι δεν αποδέκτηκε τη μαρτυρία ενώ την είχε στην ουσία αποδεχθεί με την κατάθεση των πρακτικών της προηγούμενης διαδικασίας, όπου εμπεριέχετο η μαρτυρία Bolden, στηρίζεται σε λανθασμένη ανάγνωση της θέσης του Δικαστηρίου. Στη σελ. 13 των πρακτικών της διαδικασίας αναπαράγεται η ενδιάμεση κρίση του Δικαστηρίου κατά την προσπάθεια των εφεσειόντων να καταθέσουν τη μαρτυρία του Bolden, μέσα από το βασικό τους μάρτυρα τον XXX Sandruddin, Μ.Ε.2 και την ένσταση που πρόβαλαν οι εφεσίβλητοι 1 και 2. Το Δικαστήριο αποδέχθηκε την κατάθεση των πρακτικών της προηγούμενης διαδικασίας λέγοντας επί λέξει: «Στη συγκεκριμένη περίπτωση πρόκειται για έγγραφο που βρίσκεται στην κατοχή μάρτυρα και πρόκειται για πρακτικά προηγούμενης διαδικασίας. Θα γίνουν αποδεκτά για κατάθεση από το μάρτυρα ως τεκμήριο γι' αυτό που είναι, δηλαδή, ότι είναι τα προηγούμενα πρακτικά κάποιας διαδικασίας. Η βαρύτητα που θα τους δοθεί και η αποδεικτική τους αξία στο τέλος της διαδικασίας παραμένουν έργο του Δικαστηρίου στο τέλος της διαδικασίας.» Με το πιο πάνω απόσπασμα, φανερώνεται ότι η επίκριση του κ. Γεωργιάδη δεν είναι βάσιμη. Το Δικαστήριο ορθά προσέγγισε το ζήτημα ξεχωρίζοντας δύο στάδια. Αυτό της αρχικής αποδοχής των πρακτικών ως μαρτυρίας και αυτό της μετέπειτα βαρύτητας την οποία θα απέδιδε σ' αυτά τα πρακτικά. Όταν αργότερα στην τελική απόφαση του το Δικαστήριο έκρινε ότι τα πρακτικά που κατατέθηκαν «... δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι είναι μαρτυρία ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου στην παρούσα διαδικασία, εφόσον η βαρύτητα που μπορεί να τους αποδοθεί δεν είναι άλλη από αυτή του ότι είναι τα πιστοποιημένα πρακτικά της προηγούμενης διαδικασίας», δεν έθεσε τα πράγματα διαφορετικά, και ασφαλώς δεν εννοούσε ότι δεν ήταν τυπικά μαρτυρία εναντίον του. Και βέβαια ήταν μαρτυρία αφού το ίδιο το Δικαστήριο τη δέχθηκε στη βάση του αποσπάσματος που ήδη παρατέθηκε ανωτέρω. Μπορεί η λεκτική έκφραση της θέσης του Δικαστηρίου να μην ήταν η πλέον κατάλληλη, αλλά δεν πιστοποιείται οποιοδήποτε λάθος αρχής. Γι' αυτό και στη συνέχεια, θεωρώντας τα ενώπιον του πρακτικά της προηγούμενης διαδικασίας, ως μαρτυρία, προχώρησε να την αξιολογήσει στη βάση των παραμέτρων που θέτει το Άρθρο 27
(2)του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9. ................ Το Δικαστήριο δεν έπραξε επομένως οτιδήποτε διαφορετικό στις 19.11.2008 όταν με την ενδιάμεση του απόφαση που αναπαράχθηκε ανωτέρω από τη σελ. 13 των πρακτικών, δέχθηκε μεν την κατάθεση των πρακτικών, θεωρώντας όμως ότι η αξιολόγηση τους αφορούσε ζήτημα βαρύτητας, που παρέμεινε ανοικτό». (Βλ. επίσης Θεοπίστη Τουμαζή ν Vandita Dixit, ECLI:CY:AD:2015:A302, Πολ. Εφ. 274/10 ημερ.5.5.2015). Με την τροποποίηση του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9 το 2004 εισήχθη η πρόβλεψη ότι εξ ακοής μαρτυρίας δεν αποκλείεται πλέον απλώς και μόνο επειδή αυτή είναι εξ ακοής. Η αξιολόγηση τέτοιας μαρτυρίας, όμως, γίνεται με τον τρόπο που προβλέπεται στο αρ. 27 του Κεφ. 9, το λεκτικό του οποίου και παραθέτω: «Αξιολόγηση της βαρύτητας εξ ακοής μαρτυρίας 27.
(1)Κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που θα προσδοθεί σε εξ ακοής μαρτυρία, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το σύνολο των περιστάσεων, από τις οποίες μπορεί εύλογα να συναχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική αξία της εν λόγω μαρτυρίας.
(2)Ειδικότερα, και χωρίς επηρεασμό της γενικότητας του εδαφίου
(1), το Δικαστήριο θα λαμβάνει υπόψη τα πιο κάτω: (α) Κατά πόσο θα ήταν εύλογο και εφικτό ο διάδικος, που έχει προσαγάγει τη μαρτυρία, να είχε κλητεύσει ως μάρτυρα στη διαδικασία το πρόσωπο που έκαμε την αρχική δήλωση· (β) το χρονικό διάστημα μεταξύ της αρχικής δήλωσης και του γεγονότος στο οποίο αυτή αναφέρεται· (γ) το βαθμό της εξ ακοής μαρτυρίας, δηλαδή κατά πόσο η μαρτυρία περιλαμβάνει εξ ακοής μαρτυρία πέραν του πρώτου βαθμού· (δ) κατά πόσο οποιοδήποτε εμπλεκόμενο πρόσωπο είχε οποιοδήποτε κίνητρο να αποκρύψει ή να παραποιήσει τα γεγονότα· (ε) κατά πόσο η αρχική δήλωση μεταφέρθηκε επακριβώς ή όχι· (στ) το πλαίσιο μέσα στο οποίο, ή οποιοσδήποτε σκοπός για τον οποίο έγινε η αρχική δήλωση· (ζ) κατά πόσο η εξ ακοής μαρτυρία είναι ουσιωδώς διαφορετική από την αρχική δήλωση· (η) κατά πόσο, υπό τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες προσάγεται η εξ ακοής μαρτυρία, φαίνεται ότι δεν διευκολύνεται η ορθή αξιολόγηση της βαρύτητας της μαρτυρίας ή γίνεται προσπάθεια παρεμπόδισης της ορθής αξιολόγησης της βαρύτητας της μαρτυρίας.
(3)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που προσδίδεται από το Δικαστήριο σε εξ ακοής μαρτυρία, λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη το κατά πόσο ο διάδικος θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε». Στο σημείο αυτό θεωρώ χρήσιμη την παράθεση μίας σύνοψης των προαναφερόμενων καταθέσεων: Τεκμήριο 12 - κατάθεση Εναγομένου αρ. 1 Η θεληματική κατάθεση αυτή δόθηκε την 26.4.2008, ήτοι 6 μέρες μετά τα επίδικα γεγονότα. Σε αυτήν ο Εναγόμενος αρ. 1 δηλώνει ότι είναι φίλαθλος της ΧΧΧ. Την 20.4.2008 περί ώρα 05.00π.μ. βρισκόταν στην Λαμπρατζιά στον XXX μαζί με τον Εναγόμενο αρ. 5 όταν τους πήρε τηλέφωνο ο Εναγόμενος αρ. 2 και τους είπε να πάνε στο XXX της XXX. Πήγαν με το αυτοκίνητο του Εναγομένου αρ. 5 και εκεί συνάντησαν, μεταξύ άλλων, τον «XXX τον XXX», τον Εναγόμενο αρ. 2, τον «XXX που έσιη τον μπουφέ» και είδαν ότι υπήρχαν ζημιές. Αποφάσισαν να πάνε στο Σωματείο του XXX να τους κάνουν και αυτοί ζημιές. Ο Εναγόμενος αρ. 1 (κρατώντας πλαστική σωλήνα) μαζί με τον «XXX» πήγαν με το αυτοκίνητο του Εναγομένου αρ.
- Στο XXX υπήρχαν 3 άτομα που άρχισαν να ρίχνουν πέτρες και οι φιλάθλοι της XXX (που ήταν περίπου 14 άτομα) άρχισαν και αυτοί να ρίχνουν πέτρες και να κτυπούν τους οπαδούς του XXX με ξύλα και σπρέι. Είδε σε κάποια στιγμή ένα άτομο εκ των οπαδών του XXX να τρέχουν αίματα από το πρόσωπο του. Λέει ότι στα επεισόδια έλαβαν μέρος και ο Εναγόμενος αρ. 5, ο Εναγόμενος αρ. 8 και ο Εναγόμενος αρ.
- Τον Εναγόμενο αρ. 1 μετέφερε σπίτι του ο «XXX». Τεκμήριο 10 - κατάθεση Εναγομένου αρ. 2 Η θεληματική αυτή κατάθεση δόθηκε την 23.4.2008, 3 μέρες μετά τα επεισόδια. Σε αυτήν ο Εναγόμενος αρ. 2 δηλώνει ότι την 20.4.2008 περί ώρα 05.15 του τηλεφώνησε ο «XXX» και του είπε ότι είχε βρει σπασμένα πράγματα στο XXX της XXX. Μετέβη στο XXX όπου βρήκε, μεταξύ άλλων, τον «XXX (τον) XXX» και τους Εναγόμενους αρ. 1, 6, 7 και
- Αποφάσισαν να πάνε να κάνουν και αυτοί ζημιές στο οίκημα του XXX. Από οικοδομή απέναντι από το XXX της XXX πιάσανε ξύλα και μπήκαν σε 2 αυτοκίνητα το ένα εκ των οποίων ήταν του «XXX». Ο Εναγόμενος αρ. 2 πήγε με το αυτοκίνητο του «XXX» μαζί με τον «XXX τον XXX», τον «XXX που την XXX» και κάποιον άλλο που δεν γνώριζε. Στάθμευσαν στην XXX όπου μαζεύτηκαν 15 - 20 άτομα με ξύλα και πέτρες και κατευθύνθηκαν προς το XXX του XXX όπου βρίσκονταν 3 άτομα. Τα άτομα αυτά πιάσανε ρόπαλα και σίδερα και κατευθύνθηκαν προς τους XXX οι οποίοι άρχισαν να ρίχνουν πέτρες. Ο Εναγόμενος αρ. 2 είδε τον Εναγόμενο αρ. 1 να κρατά μια πλαστική μπουκάλα που είχε μέσα είτε πετρέλαιο είτε βενζίνη και να χύνει το υλικό στην πόρτα του XXX του XXX. Μετά κάποιος ψέκασε σπρέι και τον κάψαν τα μάτια του με αποτέλεσμα να μην δει οτιδήποτε άλλο. Μπήκε στο αυτοκίνητο του «XXX» ο οποίος τον πήρε σπίτι. Τεκμήριο 23 - κατάθεση Εναγομένου αρ. 3 Η ανακριτική κατάθεση λήφθηκε την 28.4.2008 και σε αυτήν ο Εναγόμενος αρ. 3 άσκησε το δικαίωμα του να μην απαντήσει. Τεκμήριο 22 - κατάθεση Εναγομένου αρ. 4 Η ανακριτική κατάθεση λήφθηκε 8 μέρες μετά τα επίδικα επεισόδια, ήτοι την 28.4.2008 και σε αυτήν ο Εναγόμενος αρ. 4 δήλωσε ότι το παρατσούκλι του είναι «XXX» και κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν μπουφετζής του XXX της XXX μαζί με τον Εναγόμενο αρ.
- Την 19.4.2008 πήγε στο XXX της XXX απ' όπου έφυγε κατά τα μεσάνυχτα και πήγε σπίτι του και κοιμήθηκε. Μεταξύ των ωρών 05.30 - 06.30π.μ. τον πήρε τηλέφωνο ο Εναγόμενος αρ. 2 και του είπε για ζημιές στο XXX της XXX. Παρέμεινε σπίτι και κοιμόταν με την αρραβωνιαστικιά του και δεν είχε σχέση με τα επεισόδια για τα οποία πληροφορήθηκε το μεσημέρι της ίδιας μέρας. Τεκμήριο 24 - κατάθεση Εναγομένου αρ. 5 Η ανακριτική κατάθεση αυτή δόθηκε την 26.4.2008 όπου ο Εναγόμενος αρ. 5 δήλωσε ότι το παρατσούκλι του είναι «XXX» και είναι οπαδός της XXX. Η τελευταία φορά που πήγε στο XXX της XXX ήταν τον χρόνο προηγουμένως. Το αυτοκίνητο του είναι μάρκας Toyota Cynos. Την 19.4.2008 σχόλασε κατά τις 23.00 και πήγε στην Λαμπρατζιά στον XXX όπου συνάντησε φίλους του μεταξύ αυτών και ο Εναγόμενος αρ.
- Εκεί έμεινε μέχρι τις 08.00π.μ. της 20.4.2008 και δεν ήταν στα επεισόδια. Τεκμήριο 13 - καταθέσεις Εναγομένου αρ. 7 Ο Εναγόμενος αρ. 7 έδωσε θεληματική κατάθεση την 26.4.2008 και συμπληρωματικές καταθέσεις την 26.4.2008 και 2.5.
- Την 26.4.2008 δήλωσε ότι την 20.4.2008 περί η ώρα 05.40π.μ. πήγε στο XXX της XXX όπου συνάντησε τον Εναγόμενο αρ. 4 («XXX») και μετά ήρθαν «ο XXX τζιαι ο XXX» από τον XXX. Κάποιος πήρε τηλέφωνο τον «XXX» και του είπε ότι είχαν γίνει ζημιές στο Σωματείο της XXX και ο «XXX» εισηγήθηκε να πάνε στο Σωματείο του XXX. Μπήκαν στο αυτοκίνητο του XXX (Toyota Corolla Άσπρο) ενώ έφτασαν και 3 άλλα άτομα με ένα άλλο αυτοκίνητο. Πιάσανε ξύλα από μία οικοδομή που ήταν δίπλα από το XXX της XXX και πήγαν προς το Σωματείο του XXX όπου είδαν αρκετά άτομα να φορούν κουκούλες και κασκόλ της XXX. Κατεβήκαν και ο Εναγόμενος αρ. 4, ο «XXX» ο «XXX» και άλλοι πήγαν προς το XXX, είδε τον XXX και τον XXX να κρατούν ξύλα οι δε υπόλοιποι έριχναν πέτρες. Οι πέτρες που έριξε ο Εναγόμενος αρ. 7 πήγαν πάνω στο Σωματείο. Είδε τον Εναγόμενο αρ. 1 να κρατά ένα ξύλο και μία πλαστική μπουκάλα, είδε τους Εναγόμενους αρ. 5 και 6 να δίνουν μπουνιές σε κάποια άτομα, τον «XXX» να «φακκά κάποιον που ήταν χαμέ» και τον Εναγόμενο αρ. 8 να ρίχνει πέτρες. Μετά κάποιος ψέκασε σπρέι και ταυτόχρονα κάποιος είπε ότι έρχεται η Αστυνομία και έφυγαν. Στην συμπληρωματική κατάθεση που έδωσε την ίδια μέρα αναγνώρισε τον Εναγόμενο αρ. 6 ως ένα από τα πρόσωπα με τα οποία είχαν επιτεθεί μαζί στο XXX. Σε γραπτή κατηγορία που του απαγγέλθηκε την ίδια μέρα ο Εναγόμενος αρ. 7 δήλωσε ότι «παραδέχομαι ότι ήμουν στα επεισόδια που αναφέρεις αλλά το μόνο που έκαμνα έσυρνα πέτρες στο σωματείο του XXX». Την 2.5.2008 ο Εναγόμενος αρ. 7 έδωσε άλλη κατάθεση στην οποία ανέφερε ότι, μετά που συμβουλεύτηκε δικηγόρο, επιθυμούσε να αλλάξει την κατάθεση του. Δήλωσε ότι την επίδικη μέρα ήταν με την φίλη του Ειρήνη Αγαθαγγέλου και τα όσα είχε πει στις 26.4.2008 ήταν ψέματα τα οποία είπε απλώς για να αφεθεί ελεύθερος να κάνει Πάσχα με την μητέρα του. Τεκμήριο 21 - κατάθεση Εναγομένου αρ. 8 Η ανακριτική κατάθεση του Εναγομένου αρ. 8 δόθηκε την 20.4.2008 και σε αυτήν ο Εναγόμενος αρ. 8 δήλωσε ότι είναι ο διαχειριστής του μπουφέ της Θύρας 9 μαζί με τον Εναγόμενο αρ.
- Για τα επίδικα θέματα δήλωνε ότι άδικα κατηγορείται και δεν έχει κάνει οτιδήποτε. Σε σχέση με το σπρέι που βρέθηκε σπίτι του δήλωσε ότι το έφερε από την Βραζιλία και ο λόγος που το κατέχει είναι επειδή εργαζόταν ως φρουρός ασφαλείας σε νυχτερινό κέντρο και το ήθελε για την ασφάλεια του. Κατ' επέκταση διαφαίνεται ότι ο Εναγόμενος αρ. 1 εμπλέκει τους Εναγόμενους αρ. 2, 3, 5 και 8, ο Εναγόμενος αρ. 2 τους Εναγόμενους αρ. 1, 5, 6, 7 και 8 και ο Εναγόμενος αρ. 7 τους Εναγόμενους αρ. 1, 4, 5, 6 και
- Όλες οι πιο πάνω καταθέσεις δόθηκαν σε σύντομο χρόνο μετά τα επίδικα γεγονότα και αποτελούν τις δηλώσεις αυτούσιες εκάστου Εναγομένου όπως αυτές έγιναν στον κάθε Αστυνομικό που λάμβανε την κατάθεση. Ο Ενάγοντας δεν ήταν εύλογο ή εφικτό να καλέσει τους Εναγόμενους στο πλαίσιο της εκδίκασης της αγωγής αυτής ώστε να υιοθετήσουν τις δηλώσεις του αυτές. Στους Εναγόμενους αρ. 1 και 7 επιδόθηκε το Κλητήριο Ένταλμα αλλά επέλεξαν να μην εμφανιστούν στην διαδικασία, ο δε Εναγόμενος αρ. 2 επέλεξε να μην δώσει προφορική μαρτυρία. Σημειώνω, όμως, ότι ούτε και οι Εναγόμενοι που κατονομάζονται στις καταθέσεις των Εναγομένων αρ. 1, 2 και 7 υπέβαλαν αίτημα για αντεξέταση των Εναγομένων αρ. 1, 2 και 7 δυνάμει του αρ. 26 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.
- Πέραν των πιο πάνω, οι εκδοχές που προκύπτουν από τις καταθέσεις των Εναγομένων αρ. 1, 2 και 7 είναι ουσιαστικά οι ίδιες. Οι Εναγόμενοι αρ. 1 και 5 συμφωνούν ότι συναντήθηκαν στην Λαμπρατζιά και από τις καταθέσεις των Εναγομένων αρ. 1 και 2 προκύπτει ότι στο XXX της ΧΧΧ παρόντες ήσαν οι Εναγόμενοι αρ. 1, 2, 5, 7 και
- Μοναδική αντίφαση εντοπίζεται σε σχέση με το ποιος πήγε με ποιο αυτοκίνητο, δηλαδή ο Εναγόμενος αρ. 1 λέει ότι μαζί με τους Εναγόμενους αρ. 3 και 5 μετέβησαν στο XXX με το αυτοκίνητο του Εναγομένου αρ. 5 και έφυγε με τον Εναγόμενο αρ. 3, ενώ ο Εναγόμενος αρ. 2 λέει ότι αυτός ήταν στο αυτοκίνητο του Εναγομένου αρ. 5 μαζί με κάποιο XXX «XXX» και κάποιο «XXX που την XXX». Συνεπώς ως προς το ποια άτομα μπήκαν σε ποιο αυτοκίνητο ώστε να μεταβούν στο Σωματείο του XXX, δεν μπορεί να εξαχθεί κάποιο εύρημα από το περιεχόμενο των καταθέσεων. Σε σχέση με τις λοιπές αναφορές, αυτές θα αξιολογηθούν σε συνάρτηση με την υπόλοιπη μαρτυρία που θα εξεταστεί πιο κάτω. Ο Ενάγοντας με έπεισε για την εκδοχή που έδωσε αναφορικά με τα γεγονότα αφού ήταν σταθερός επί τούτων, είχε καθαρότητα σκέψης και ειρμό. Θα πρέπει δε να σημειωθεί ότι ο Ενάγοντας δεν αμφισβητήθηκε βασικά επί του πως εξελίχθηκαν τα γεγονότα την 20.4.2008 ή για τον τραυματισμό του αλλά η ουσιαστική αμφισβήτηση ήταν σε σχέση με την αναγνώριση άλλων Εναγόμενων. Κρίνω χρήσιμο όπως η μαρτυρία του Ενάγοντα αξιολογηθεί σε ενότητες: Γενικά - Θέση του Ενάγοντα ήταν ότι τα άτομα που του επιτέθηκαν ήρθαν στο μέρος ομαδικά και οπλισμένοι. Η θέση αυτή υποστηρίζεται από τις καταθέσεις των Εναγομένων αρ. 1, 2 και 7 ενώ δεν αμφισβητήθηκε ούτε από τους λοιπούς Εναγομένους. - Το όλο τραγικό συμβάν περιέγραψε ως εξής: Ο Ενάγοντας με άλλα 2 άτομα βρίσκονταν στην αυλή του XXX του XXX προς την Λεωφ. Λεμεσού με την πλάτη τους προς το Σωματείο. Οι XXX ήρθαν από την XXX που βρίσκεται απέναντι από το Σωματείο. Δύο άτομα τουλάχιστον κρατούσαν σπρέι και το ψέκασαν αλλά ο Ενάγοντας δεν επηρεάστηκε. Τον χτύπησε κάποιος με το ρόπαλο και σε λίγα δευτερόλεπτα δέχτηκε χτύπημα από πέτρα. Φώναξε ότι του βγάλαν το μάτι του και τα άτομα έφυγαν προς την XXX. Ο Ενάγοντας με τους φίλους του πήγαν από πίσω από τους επιτιθέντες και τότε ήρθαν τα περιπολικά. Η εκδοχή αυτή γίνεται δεκτή αφού δεν αμφισβητήθηκε επί τις ουσίας της ενώ συνάδει και με όσα περιγράφονται στις καταθέσεις των Εναγομένων αρ. 1, 2 και
- - Σημειώνω ότι ο Ενάγοντας δεν αρνήθηκε ότι έπιασε και αυτός ένα ρόπαλο από τον δρόμο όταν κυνήγησε τους XXX. - Λογική επίσης κρίνεται η θέση του Ενάγοντα ότι όλα έγιναν σε τόσο γρήγορο χρόνο που δεν πρόλαβε να αντιδράσει. - Σημειώνω το ότι ο Ενάγοντας δέχτηκε ότι τους Εναγόμενους αρ. 3 και 5 δεν τους είχε αναγνωρίσει ο ίδιος αλλά τους κατονόμασαν άλλοι συγκατηγορούμενοι τους στην ποινική δίκη. Προχωρώ τώρα στην αναγνώριση των Εναγομένων αρ. 2 και 8 από τον Ενάγοντα. Οι κατευθυντήριες γραμμές ως προς το θέμα της αναγνώρισης τέθηκαν στην υπόθεση R. ν. Turnbull
(1976)3 All E.R. 549, η οποία και έχει έκτοτε υιοθετηθεί σε σωρεία αποφάσεων των Κυπριακών Δικαστηρίων. (βλ. Μεταξύ άλλων, Αναστασιάδης ν. Δημοκρατίας
(1977)2 Α.Α.Δ. 97, Κατσιαμάλης ν. Δημοκρατίας
(1980)2 Α.Α.Δ. 107, Ρωσσίδης ν. Δημοκρατίας
(1983)2 Α.Α.Δ. 391, Ιωάννης Σοφοκλέους ν. Δημοκρατίας
(1998)2 A.A.Δ.259, Φώτος Χ' Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ.104 και Δημήτρης Δημητρίου άλλως «Πόμπος» ν. Αστυνομία
(2006)2 Α.Α.Δ. 302). Αφού αναφέρω ότι προειδοποιώ τον εαυτό μου περί του κινδύνου στήριξης με ασφάλεια στην αναγνώριση στην οποία προέβη ο Ενάγοντας και προσαρμόζοντας την πιο πάνω Νομολογία σε αστικές υποθέσεις, προκύπτει ότι τα ακόλουθα λαμβάνονται υπ' όψιν ώστε να αποφασιστεί αν μπορεί να γίνει αποδεκτή η αναγνώριση ή όχι: (α) Για πόσο χρονικό διάστημα διατήρησε ο Ενάγοντας οπτική επαφή με τον Εναγόμενο; (β) από πόση απόσταση; (γ) υπό ποίου είδους φωτισμού; (δ) την ύπαρξη οποιουδήποτε εμπόδιου στην ορατότητα; (ε) το κατά πόσο ο Ενάγοντας είχε ξαναδεί τον Εναγόμενο προηγουμένως και, αν ναι, πόσες φορές; (στ) και το κατά πόσο η αναγνώριση στηρίζεται σε μία παροδική ματιά (fleeting glance); Αν η αναγνώριση, με βάση τα πιο πάνω, είναι καλής ποιότητας, τότε το Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει με ασφάλεια και να κρίνει την αξιοπιστία της μαρτυρίας αυτής, έστω και στην απουσία μαρτυρίας προς υποστήριξη. Όταν, όμως, η αναγνώριση είναι κακής ποιότητας, το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να στηριχθεί επί αυτής για να εξάξει ευρήματα περί εμπλοκής του συγκεκριμένου Εναγόμενου εκτός αν υπάρχει άλλη μαρτυρία που να υποστηρίζει ότι το πρόσωπο που αναγνωρίστηκε από τον μάρτυρα είναι το πρόσωπο που διέπραξε το αδίκημα. Αναγνώριση Εναγομένου αρ. 2 - Θέση του Ενάγοντα ήταν ότι τον Εναγόμενο αρ. 2 δεν τον γνώριζε πριν από το επίδικο συμβάν και του ήταν ένα εντελώς άγνωστο όνομα. Τον αναγνώρισε από φωτογραφίες σε έντυπα και στο διαδίκτυο μετά από έρευνα που έκανε για το οργανωμένο σύνολο της XXX. - Ο ίδιος ο Εναγόμενος αρ. 2 θέτει τον εαυτό του στα επεισόδια να ρίχνει πέτρες, τόσο μέσα από την κατάθεση του όσο και μέσα από τις υποβολές της συνηγόρου του προς τον Ενάγοντα. Αυτό ενισχύει την θέση του Ενάγοντα ότι πράγματι είχε αναγνωρίσει τον Εναγόμενο αρ. 2 ως ένα από τα πρόσωπα που του επιτέθηκαν. - Ο Ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι ο Εναγόμενος αρ. 2 ήταν το πρόσωπο που τον χτύπησε με το ρόπαλο και ότι βρισκόταν πολύ κοντά σε αυτόν. Μνεία έγινε στο έντονο χρώμα των ματιών του Εναγομένου αρ. 2, το οποίο ο Ενάγοντας καθόρισε ως γαλάζιο. Θέση των Εναγομένων είναι ότι από την φωτογραφία Τεκμήριο 17 προκύπτει ότι ο Ενάγοντας έκανε λάθος αναγνώριση λόγω ακριβώς του χρώματος των ματιών του Εναγομένου αρ.
- Δεν θα συμφωνήσω, όμως, με την εισήγηση αυτή. Από την φωτογραφία φαίνεται ότι τα μάτια του Εναγόμενου αρ. 2 είναι ανοιχτού χρώματος και μάλιστα κάτι τέτοιο προβάλλει ως έντονο χαρακτηριστικό του. Η φωτογραφία έχει ληφθεί σε σκοτεινό μέρος από γωνία και δεν θεωρώ ότι από αυτήν μπορεί με βεβαιότητα να υπάρξει εύρημα εάν τα μάτια είναι γαλάζια ή πράσινα. - Τονίζω ότι ο Εναγόμενος αρ. 2 δεν έδωσε μαρτυρία ώστε να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου κάποια διαφορετική εκδοχή. - Η ευπαίδευτος συνήγορος που εκπροσώπησε τον Εναγόμενο αρ. 2 υπέβαλε στον Ενάγοντα ότι ο Εναγόμενος αρ. 2 μετέβηκε στο Σωματείο του XXX «για να προκαλέσεις υλικές και μόνο ζημιές στο Σωματείο» αποδεχόμενη ότι αυτός ήταν εκεί με πρόθεση να λάβει μέρος στα επεισόδια. Υπέβαλε επιπλέον ότι η πέτρα που ο Εναγόμενος αρ. 2 έριξε «έπεσε στο έδαφος» πράγμα που οδηγεί στο ότι Εναγόμενος αρ. 2 έριχνε πέτρες, όμως ότι ήταν άλλο κτύπημα που προκάλεσε την αναπηρία στο μάτι του Ενάγοντα. Με αυτές τις υποβολές κατά νου, εύρημα μου αποτελεί ότι ο Εναγόμενος αρ. 2 ήταν ένα από τα άτομα που επιτέθηκαν στο Σωματείο του XXX την 20.4.
- Επίσης, με δεδομένα τα πάνω, η θέση του Ενάγοντα ότι αναγνώρισε τον Εναγόμενο αρ. 2 ως το πρόσωπο που του χτύπησε με το ρόπαλο γίνεται δεκτή. Αναγνώριση Εναγομένου αρ. 8 - Θέση του Ενάγοντα ήταν ότι τον Εναγόμενο αρ. 8 αναγνώρισε στον χώρο που έλαβαν χώρα τα επεισόδια το ίδιο βράδυ. Ανέφερε ότι ο Εναγόμενος αρ. 8 φορούσε κουκούλα φόρμας και είχε καλυμμένο το πρόσωπο του με κασκόλ μέχρι το ύψος της μύτης, αλλά σε κάποιο στάδιο το Παλαιστινιακού τύπου κασκόλ κατέβηκε και είδε καθαρά το πρόσωπο του Εναγομένου αρ.
- - Πειστική ήταν η απάντηση του Εναγόμενου ότι «κατέβασε το κασκόλ και είδα το πρόσωπο του και άμα κάποιον ξέρεις τον, άμα τον δεις είναι ο τάδε, δεν χρειάζεσαι 3 ώρες για να τον καταλάβεις». Εξήγησε ότι τον Εναγόμενο αρ. 8 γνώριζε ως στέλεχος της Θύρας
- Όπως είπε περαιτέρω, σε επεισόδια που είχαν γίνει σε προγενέστερο στάδιο, κοίταζε φωτογραφίες ώστε να ταυτοποιηθούν άτομα και έτσι έμαθε ότι το πρόσωπο αυτό ήταν ο Εναγόμενος αρ.
- Έπειτα τον είδε αρκετές φορές σε νυχτερινό κέντρο που πήγαινε ο Ενάγοντας όπου δούλευε ο Εναγόμενος αρ.
- Τα πιο πάνω οδηγούν στο ότι ο Ενάγοντας γνώριζε καλά το πρόσωπο του Εναγομένου αρ.
- - Το γεγονός ότι δεν βρέθηκε σπρέι δακρυγόνου σε σάλι που παραλήφθηκε από το σπίτι του Εναγομένου αρ. 8 δεν οδηγεί αυτόματα στο ότι ο Εναγόμενος αρ. 8 δεν ήταν στην σκηνή, αφού δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία ότι το συγκεκριμένο σάλι ήταν αυτό που ο Εναγόμενος αρ. 8 φορούσε το βράδυ της 20.4.
- - Λογική, δεδομένης της έκτασης των τραυμάτων του, είναι και η θέση του Ενάγοντα ότι το πρώτο πράγμα που είπε στην Αστυνομία ήταν να τον πάρουν Νοσοκομείο και όχι ότι είχε αναγνωρίσει τον Εναγόμενο αρ.
- Των πιο πάνω δεδομένων αποδέχομαι ότι ο Ενάγοντας αναγνώρισε τον Εναγόμενο αρ. 8 στην σκηνή των επεισοδίων, τον οποίο και γνώριζε από προηγουμένως. Τραυματισμοί Τα όσα αναφέρονται στα ιατρικά πιστοποιητικά του Δρος Ποταμίτη Τεκμήρια 2 και 3 δηλώθηκαν ότι είναι παραδεκτά, όπως και τα όσα αναγράφονται στο ιατρικό πιστοποιητικό του Δρος Παντέλα Τεκμήριο
- Επιπλέον ο Μ.Ε.2 Δρας XXXXX Κωνσταντινίδης δεν αντεξετάστηκε επί των ευρημάτων του, τα οποία και καθίστανται συναφώς ευρήματα του Δικαστηρίου. Από τον Ενάγοντα προστέθηκε η περιγραφή της καθημερινότητας του με τις δυσκολίες που βιώνει από τους τραυματισμούς του. Από αυτά σημειώνω τα εξής: - Ο Ενάγοντας είπε ότι έχει αλλάξει σημαντικά η ζωή του και αισθάνεται μειονεκτικά. Την θέση αυτή αποδέχομαι εφόσον σε νεαρή ηλικία έχει απολέσει το ένα του μάτι. - Η θέση του Ενάγοντα ότι έχει συνεχόμενο πόνο στο μάτι όμως δεν συνάδει με την μαρτυρία του Μ.Ε.2, ο οποίος είπε ότι υπάρχει πόνος μεν αλλά όχι έντονος. - Θέση του Ενάγοντα ήταν ότι όταν ξυπνήσει χρειάζεται περίπου 1 ώρα ώστε να υποχωρήσει το πρήξιμο στο μάτι του για να μπορέσει να βάλει το ψεύτικο μάτι. Χρειάζεται επίσης ½ ώρα κάθε βράδυ για να βγάλει τον φακό και να τον πλύνει. Η θέση αυτή για την ανάγκη πλύσης υποστηρίχθηκε και από τον Μ.Ε.2 και γίνεται δεκτή. - Ο Ενάγοντας μου έδωσε, όμως, την εντύπωση ότι υπερέβαλλε όταν περιέγραφε την δυνατότητα του για εργασία. Συγκεκριμένα προέβαλε την θέση ότι δεν μπορεί να κρατήσει δουλειά λόγω των συχνών επισκέψεων στον γιατρό, αλλά αντεξεταζόμενος δέχτηκε ότι πλέον αυτό δεν ισχύει αφού επισκέπτεται γιατρό 1 - 2 φορές τον χρόνο. Υπερβολή θεωρώ ότι ήταν και η θέση του ότι δεν μπορεί να δουλέψει επειδή τρέχει συνεχώς το μάτι του. - Όσον αφορά στην ικανότητα του για εργασία από την μαρτυρία προέκυψε ότι κατά τον χρόνο που υπέστη τον τραυματισμό εργάζετο ως Director Manager στην εταιρεία Θεόδωρος Ιωαννίδης Λτδ με μισθό €1.300 τον μήνα και σοβαρές ευκαιρίες εργασιακής ανέλιξης. Μετά τον τραυματισμό έλαβε άδεια ασθενείας 6 μηνών μετά την λήξη της οποίας επέστρεψε στην εργασία του με τον ίδιο μισθό. Ισχυρίστηκε ότι σταμάτησε όταν όλοι διαπίστωσαν ότι ήταν πλέον ανεπαρκής για την δουλειά λόγω των πολλών φορών που έπρεπε να πηγαίνει στου γιατρούς. Το κώλυμα αυτό, όμως, όπως αναφέρεται πιο πάνω, δεν υφίσταται πλέον. Ακολούθως ο Ενάγοντας εργοδοτήθηκε στην εταιρεία Χαραλαμπίδης - Κρίστης ως Merchandiser με ακάθαρτο μισθό €850 ενώ εργάστηκε και στην εταιρεία GAP Vasilopoulos ως Merchandiser με ακάθαρτο μισθό €
- Το 2009 άνοιξε κατάστημα με προϊόντα για φιλάθλους, το δε 2011 καφετέρια. Ο Ενάγοντας δέχτηκε ότι η κατάσταση της υγείας του ήταν τέτοια που του επέτρεπε να το κάνει, ενώ οι επιχειρήσεις αυτές έκλεισαν για λόγους άσχετους με την αναπηρία του. Μάλιστα σε σχέση με την εταιρεία MMSC Trading Ltd που διατηρούσε το κατάστημα Old School Supporters είπε ότι οι εργασίες αυτής συνέχισαν μέχρι και τον Μάρτιο
- Συνεπώς προκύπτει ότι η εργασιακή του πορεία, τουλάχιστον από ένα σημείο και μετά, δεν έχει επηρεαστεί από τους τραυματισμούς του. - Ο Ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι λόγω του τραυματισμού του δεν προχώρησε με μεταπτυχιακό για το οποίο είχε κάνει αίτηση με αποτέλεσμα να σταματήσει η ακαδημαϊκή του πορεία. Η θέση αυτή δεν γίνεται δεκτή δεδομένου ότι δέχτηκε ότι απλώς είχε υποβάλει την αίτηση αλλά δεν πήρε καν απάντηση εάν τον αποδέχτηκαν ή όχι. - Επίσης υπερβολικός κρίνεται ο ισχυρισμός του Ενάγοντα ότι χτυπά στα δέντρα όταν περπατά, εφόσον δήλωσε ότι μπορεί να οδηγεί αυτοκίνητο. Ο Μ.Ε.2 Δρας XXXXX Κωνσταντινίδης δεν αντεξετάστηκε από τους συνήγορους των Εναγομένων αρ. 2, 4 και
- Ο δε συνήγορος για τους Εναγόμενους αρ. 3 και 5 ο οποίος περιόρισε την αντεξέταση του στην αναφορά του Μ.Ε.2 στο ιατρικό πιστοποιητικό Τεκμήριο 1 ότι το τραύμα προήλθε «κατόπιν πλήξεως από πέτρα». Ο Μ.Ε.2 επεξήγησε ότι το γεγονός ότι υπήρχε σπάσιμο και γύρω - γύρω από το μάτι τον οδηγεί στο ότι το χτύπημα μάλλον προήλθε από πέτρα, θέση την οποία αποδέχομαι ως λογική. Αποδεχτά καθίστανται και όσα αναγράφονται στο Τεκμήριο 1 δεδομένου ότι δεν αμφισβητήθηκαν. Ο Υπαστυνόμος XXXXX Χριστοφής μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Παρέμεινε σταθερός στην θέση του ότι ο Εναγόμενος αρ. 5 παραδέχτηκε προφορικά ότι έλαβε μέρος στα επεισόδια πριν να μιλήσει με τον δικηγόρο κ. Πιερή. Παρά το ότι ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον Εναγόμενο αρ. 5 υπέβαλε την θέση ότι ο Εναγόμενος αρ. 5 το είπε μετά από καταπίεση, εντούτοις δεν προσφέρθηκε κάποια τεκμηρίωση του ισχυρισμού αυτού ο οποίος παρέμεινε μετέωρος. Θέση μάλιστα του ίδιου του Εναγόμενου αρ. 5 ήταν ότι μπορεί να είχε παραδεχτεί αλλά «το νόημα των λέξεων του ήταν άλλο». Επιπλέον και ο Μ.Ε.5 Λοχίας XXXXX XXXXX Πιτσιλλίδης δήλωσε ότι ο Εναγόμενος αρ. 5 είχε παραδεχτεί στην παρουσία του, υποστηρίζοντας την θέση του Μ.Ε.
- Ο Μ.Ε.5 δεν κλονίστηκε και παρέμεινε σταθερός στην θέση αυτή, ενώ στα λοιπά περιορίστηκε σε αυτά που θυμόταν. Οι Μ.Ε.5 και 6 Λοχίες XXXXX XXXXX Τόμας και XXXXX XXXXX Τσιόλης έδωσαν μαρτυρία υπό την υπηρεσιακή τους ιδιότητα. Υπήρξαν αντικειμενικοί ενώ δεν αντεξετάστηκαν επί της ουσίας της μαρτυρίας τους, την οποία και αποδέχομαι. Ο Εναγόμενος αρ. 3 έδωσε μαρτυρία με υπεκφυγές προσπαθώντας να αποφύγει οποιαδήποτε συσχέτιση με την υπόθεση. Συγκεκριμένα αρχικά ισχυρίστηκε ότι δεν τον φωνάζουν «XXX» αλλά όταν του υποδείχθηκε ότι ο πατέρας του στο Τεκμήριο 26 κάνει συνεχώς αναφορά σε αυτόν ως «XXX» απάντησε: «Η μάμα μου λαλεί με άγγελο», πράγμα που δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Τελικά παραδέχτηκε ότι είναι γνωστός με τα παρατσούκλια «XXX», «XXX», «XXX», «XXX», «XXX», «XXX» και «XXX ο XXX». Επίσης δέχτηκε ότι κατά τον επίδικο χρόνο ήταν κάτοχος ενός αυτοκινήτου Toyota Corolla άσπρου και ότι γνωρίζει τους Εναγόμενους αρ, 1 και
- Παρά, όμως, την λογική υποψία που γεννάται από τα πιο πάνω, η μοναδική μαρτυρία που εμπλέκει τον Εναγόμενο αρ. 3 με τα επίδικα επεισόδια είναι οι καταθέσεις των Εναγομένων αρ. 1, 2 και
- Ο Ενάγοντας δέχτηκε ότι ο ίδιος δεν είχε δει ή αναγνωρίσει τον Εναγόμενο αρ. 3 στα επεισόδια. Τούτου δεδομένου θεωρώ ότι θα ήταν ακροσφαλές να εξαχθούν ευρήματα από την εξ ακοής και μόνο αυτή μαρτυρία, η οποία διαφέρει και μεταξύ της ως περιγράφεται πιο πάνω. Τα ίδια ισχύουν για τον Εναγόμενο αρ. 4, ο οποίος παρά το ότι δέχτηκε ότι τον φωνάζουν «XXX», εντούτοις ισχυρίστηκε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν στο διαμέρισμα του με την αρραβωνιαστικιά του. Στην περίπτωση του Εναγόμενου αρ. 4 η μαρτυρία εναντίον του προέρχεται μόνο από την κατάθεση που έδωσε ο Εναγόμενος αρ. 7, ο οποίος όμως με συμπληρωματική κατάθεση ημερ. 2.5.2008 αναίρεσε τα όσα είχε πει την 26.4.
- Κατ' επέκταση δεν θεωρώ ότι υπάρχει μαρτυρία τέτοιας ποιότητας από την οποία να μπορεί να εξαχθεί εύρημα που να καταρρίπτει την εκδοχή του Εναγομένου αρ.
- Ο Εναγόμενος αρ. 5 δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση ως μάρτυρας και θεωρώ ότι έδωσε μαρτυρία σε μία προσπάθεια να αποφύγει τις συνέπειες των πράξεων του. Σημειώνω τα εξής: - Ο Εναγόμενος αρ. 5 δέχτηκε ότι το παρατσούκλι του είναι «XXX». - Γνωρίζοντας ότι άλλοι Εναγόμενοι έχουν αναφέρει τον αριθμό του τηλεφώνου του, προσπάθησε να αποφύγει να τον αναφέρει ο ίδιος, λέγοντας ότι δεν θυμάται τι αριθμός ήταν. Η θέση αυτή δεν πείθει. - Ισχυρίζετο ότι δεν γνωρίζει καθόλου τον Εναγόμενο αρ. 2 αλλά ο Εναγόμενος αρ. 2 στην κατάθεση του κάνει αναφορά σε λεπτομέρειες για τον Εναγόμενο αρ. 5 μέχρι και στο που διαμένει ο Εναγόμενος αρ.
- - Ο Εναγόμενος αρ. 5 προέβαλε και ο ίδιος την εκδοχή ότι το βράδυ 19.4.2008 - 20.4.2008 ήταν στην λαπρατζιά μαζί με τον Εναγόμενο αρ. 1, πράγμα που αναφέρει και ο Εναγόμενος αρ. 1 στην κατάθεση του. O Εναγόμενος αρ. 5, όμως, στην κατάθεση του ισχυρίστηκε ότι ο Εναγόμενος αρ. 1 ήταν συνέχεια μαζί του στην λαμπρατζιά μέχρι τις 08.00 της 20.4.2008 πράγμα που διαψεύδει ο ίδιος ο Εναγόμενος αρ. 1 στην δική του κατάθεση Τεκμήριο
- Όταν αυτό υποδείχθηκε στον Εναγόμενο αρ. 5 προέβαλε τον ισχυρισμό ότι δεν ξέρει αν ο Εναγόμενος αρ. 1 έφυγε σε κάποια φάση. Ήταν εμφανής στο σημείο αυτό η προσπάθεια του Εναγομένου αρ. 5 να δικαιολογήσει την αντίφαση, πλην όμως απέτυχε. - Δέχτηκε ότι μπορεί να είπε στην Αστυνομία ότι παραδέχεται αλλά ισχυρίστηκε ότι το νόημα των λέξεων του ήταν άλλο, ο δε δικηγόρος του του είπε ότι «δεν το λέμε ούτε για αστείο εκτός αν το εννοούμε», ενώ είπε και ότι «είχα παραδεχθεί κατά κάποιον τρόπο». Αλλού ισχυρίστηκε ότι το είπε ώστε να μπορέσει να πάει σπίτι του. Τα πιο πάνω δεν έπεισαν και δεν βρίσκουν έρεισμα στην λογική. Παραθέτω απόσπασμα από το σύγγραμμα «Το Δίκαιο της Απόδειξης» των κ.κ. Ηλιάδη και Σάντη, όπου στην σελ. 303 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Επιζήμιες δηλώσεις παραδοχών από διάδικο μπορεί να γίνουν αποδεκτές για απόδειξη της αλήθειας του περιεχομένου τους (Χατζηγιάννης ν Κουμάση και Άλλου
(1995)1 ΑΑΔ 150) Ο κύριος λόγος αποδοχής τέτοιας μαρτυρίας - όπως και των δηλώσεων εναντίον συμφέροντος τις οποίες συζητούμε πιο πάνω - είναι ότι, σε γενικές γραμμές, κανένας δεν προβαίνει σε δηλώσεις που είναι επιβαρυντικές για τον ίδιο εκτός αν είναι αληθείς. Αυτές οι δηλώσεις γίνονται αποδεκτές ασχέτως αν είναι εξ ακοής (Kayat Trading Limited v Genzyme Corporation
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 2330, Γαβριήλ ν Κυπριακής Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ 693, Awake Security Services Limited και Άλλου ν Μαυρομμάτη και Άλλης
(2006)1(Β) ΑΑΔ 1257). Οι παραδοχές αυτές μπορεί να προέρχονται από δηλώσεις σε προηγούμενες δικαστικές διαδικασίες, από δηλώσεις που έγιναν στην παρουσία του διαδίκου ή από δηλώσεις του δικηγόρου, συζύγου ή άλλων αντιπροσώπων του (Αναφορικά με τις Αιτήσεις του Αβραάμ Δίσπυρου
(1990)1 ΑΑΔ 365)». Συναφώς το γεγονός ότι ο Εναγομένος αρ. 5 δήλωσε στον Μ.Ε.4 στην παρουσία του Μ.Ε.5 ότι παραδέχεται πως έλαβε μέρος στα επίδικα επεισόδια, καθίσταται εύρημα του Δικαστηρίου. Ούτε και ο Εναγόμενος αρ. 8 έπεισε ότι έλεγε την αλήθεια στο Δικαστήριο και προέβαλε ισχυρισμούς που δεν μπορούν να γίνουν δεκτοί. Ειδικότερα επισημαίνω τα εξής: - Ο Ενάγοντας αναγνώρισε τον Εναγόμενο αρ. 8 ως ένα από τα άτομα που συμμετείχαν στα επεισόδια. Η θέση αυτή του Ενάγοντα έχει ήδη γίνει δεκτή για τους λόγους που αναφέρονται πιο πάνω. - Στις καταθέσεις των Εναγομένων αρ. 1, 6 και 7 κατονομάζεται ο Εναγόμενος αρ.
- Ερωτηθείς περί τούτου ο Εναγόμενος αρ. 8 ισχυρίστηκε αρχικά ότι δεν αναφέρονταν σε αυτόν. Όταν του υποδείχθηκε ότι γίνεται αναφορά σε «XXX Χαραλάμπους που είχε το μπουφέ» ο Εναγόμενος αρ. 8 ισχυρίστηκε ότι «εμένα XXX Χαραλάμπους δεν με ήξερε κανένας πλην κάποιων κολλητών μου φίλων». Η θέση αυτή δεν είναι λογική δεδομένου ότι «XXX Χαραλάμπους» είναι όντως το όνομα του. Σε κάποιο σημείο ισχυρίστηκε ότι οι Εναγόμενοι αρ. 1 και 7 κάναν λάθος όταν τον ανέφεραν, ενώ αλλού ισχυρίστηκε ότι οι Εναγόμενοι αρ. 1 και 7 ήθελαν να τον μπλέξουν και γι' αυτό είπαν το όνομα του, χωρίς όμως να αιτιολογήσει το γιατί να επιθυμούν τέτοιο πράγμα. - Ήταν κάτοχος σπρέι και κουκούλων αλλά ισχυρίστηκε ότι το σπρέι ήταν «για σκοπούς ασφάλειας δικής» του. Παρά, όμως, ότι ισχυρίζετο ότι ήταν για σκοπούς ασφάλειας, δέχτηκε ότι είναι σπρέι του τύπου αυτών «που επιτίθεσαι». Αποτελεί συνεπώς εύρημα μου ότι ο Εναγόμενος αρ. 8 ήταν εκ των ατόμων που έλαβαν χώρα στα επεισόδια στο οίκημα του ΧΧΧ την 20.4.
- ΕΥΡΗΜΑΤΑ Της πιο πάνω αξιολόγησης δεδομένης αποτελεί εύρημα μου ότι κατά το 2008 ο Ενάγοντας ήταν ηλικίας 29 ετών και εργαζόταν στην ιδιωτική εταιρεία Θεόδωρος Ιωαννίδης Λτδ ως Director Manager με μηνιαίο μισθό €1.
- Είναι απόφοιτος της Σχολής Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Είναι οπαδός της ποδοσφαιρικής ομάδας XXX. Οι Εναγόμενοι αρ. 1, 2, 3, 4, 5, 7 και 8 ήταν οπαδοί της ποδοσφαιρικής ομάδας XXX. Την 20.4.2008 περί ώρα 05.00 ο Ενάγοντας βρισκόταν έξω από το οίκημα του XXX μαζί με άλλα δύο άτομα. Οι Εναγόμενοι αρ. 1, 2, 5, 7 και 8 μαζί με άλλα άτομα συναντήθηκαν στο XXX της ΧΧΧ όπου διαπίστωσαν ότι είχαν γίνει ζημιές. Αποφάσισαν να μεταβούν και αυτοί στο Σωματείο του XXX ώστε να κάνουν και αυτοί ζημιές εκεί. Πήραν μαζί τους ρόπαλα, ξύλα και σπρέι ενώ ο Εναγόμενος αρ. 1 μετέφερε και μία πλαστική σωλήνα. Στον χώρο πλησίον του Σωματείου του XXX μαζεύτηκαν περίπου 20 άτομα οπαδοί της XXX φορώντας κουκούλες και κασκόλ της ΧΧΧ και άλλου είδους σάλια. Κατευθύνθηκαν προς τον Ενάγοντα και τους φίλους αυτού, ρίχνοντας πέτρες και χτυπώντας τους με ξύλα. Ο Εναγόμενος αρ. 1 κρατούσε μία πλαστική μπουκάλα με εύφλεκτη ύλη την οποία έχυσε στην πόρτα του οικήματος του XXX. Ο Εναγόμενος αρ. 2 χτύπησε τον Ενάγοντα με ρόπαλο και οι Εναγόμενοι αρ. 2, 7 και 8 μεταξύ άλλων ατόμων έριχναν πέτρες. Ο Ενάγοντας χτυπήθηκε στο πρόσωπο με πέτρα από το οποίο χτύπημα υπέστη σοβαρό τραυματισμό. Κάποιος ψέκασε σπρέι που προκαλούσε κάψιμο στα μάτια. Όταν ακούστηκε πως ερχόταν οι Αστυνομία, οι οπαδοί της ΧΧΧ έφυγαν από το μέρος. Από την όλη μαρτυρία ενώπιον μου ως την έχω αξιολογήσει πιο πάνω προκύπτει ότι ο Ενάγοντας υπέστη τις ακόλουθες σωματικές βλάβες: - Από τις Α' Βοήθειες μεταφέρθηκε στην Οφθαλμολογική Κλινική του Μακαρείου Νοσοκομείου την 20.4.2008 όπου παρουσίαζε ρήξη σκληρού του αριστερού οφθαλμού ρινικά, απόσπαση ίριδος και ακτινωτού, αιμόφθαλμο και απεξάρθρωση του φακού. - Το μήκος του τραύματος ήταν 22mmHg με σχήμα «Ζ» ρινικά αριστερού οφθαλμού. - Ο Ενάγοντας υποβλήθηκε την ίδια μέρα σε επείγουσα χειρουργική επέμβαση στο αριστερό μάτι υπό γενική αναισθησία στο πλαίσιο της οποίας διαπιστώθηκε απόσπαση της ίριδος στο άνω μέρος και μετακίνηση της ίριδος προς το σκληρικό τραύμα με αρχόμενο καταρράκτη. Διενεργήθηκε διάνοιξη επιπεφυκότος, διερεύνηση τραύματος, εκτομή του προπίπτωντος υαλοειδούς, συρραφή του σκληρικού τραύματος, κρυοπηξία, ανασχηματισμός και πλύση του πρόσθιου θαλάμου, συρραφή του επιπεφυκότος και του χορηγήθηκε παραβόλβιος ένεση Zinocef και Decadron. - Στον Ενάγοντα χορηγήθηκε αντιβίωση. - Την 23.4.2008 παραπέμφθηκε στον Δρα Ποταμίτη για γνωμάτευση υαλοειδούς - αμφιβληστροειδούς. - Κατά την εξέταση από τον Δρα Ποταμίτη η οπτική οξύτητα ήταν 6/6 δεξιά και αντίληψη φωτός αριστερά. - Το συρραφέν ακανόνιστο διαμπερές τραύμα σκληροκερατοειδικού ορίου κάλυπτε περίπου 180 μοίρες του κροταφικού σκληροκερατοειδικού ορίου. - Εξέταση με σχισμοειδή λυχνία ανέδειξε ολικό ύφαιμα αριστερά και δεν υπήρχε θέαση του βυθού. - Υπερηχογραφία ανέδειξε αιμορραγία και καθολική αποδιοργάνωση της υαλοειδικής κοιλότητας. - Αντιμετωπίστηκε με συχνή ενστάλαξη τοπικών αντιβιοτικών και κορτιζόνης. - Την 6.5.2008 υποβλήθηκε σε αριστερή υαλοειδεκτομή κατά την οποία επιχειρήθηκε αποκατάσταση της ανατομίας του οφθαλμού. Κατά την επέμβαση βρέθηκε να έχει ολική αποκόλληση αμφιβληστροειδούς δίκην κλειστής χοάνης με εγκολεασμό του αμφιβληστροειδή στη σκληρική τομή κροταφικά. Έγινε ρετινοτομή 360 μοίρες προς απελευθέρωση του αμφιβληστροειδή και αφαίρεση επί και υποαμφιβληστροειδικών μεμβράνων για διευκόλυνση ένθεσης βαρέως υγρού. Μετά από επιπέδωση του αμφιβληστροειδή έγινε 360 μοίρες λέιζερ και ανταλλαγή βαρέως υγρού - σιλικόνης. - Κατά την 29.10.2008 ο Δρ. Ποταμίτης διαπίστωσε ότι: o μετά από μια περίοδο μετεγχειρητικής φλεγμονής ο οφθαλμός ήταν ήρεμος και ο αμφιβληστροειδής παρέμεινε κολλημένος. o Ο οφθαλμός παραμένει τυφλός και έχει μόνο αντίληψη φωτός χωρίς περιθώρια αποκατάστασης. o Υπάρχει έλαιο σιλικόνης αριστερά και ως εκ τούτου χρήζει μακροχρόνιας παρακολούθησης ένεκα του ότι στο μέλλον μπορεί να αναπτύξει γλαύκωμα ή θόλωση του κερατοειδούς λόγω της σιλικόνης. - Κατά τη νοσηλεία του στο Νοσοκομείο λόγω πόνων παραπέμφθηκε στο Τμήμα Στοματογναθοπροσωποχειρουργικής του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας από 29.4.2008 μέχρι 30.4.2008 όπου διαπιστώθηκε ότι είχε κάταγμα ζυγωματικού οστού αριστερά. - Υποβλήθηκε σε χειρουργείο υπό γενική αναισθησία την 29.4.2008 όπου έγινε ανοικτή κατάταξη κατάγματος ζυγωματικού οστού αριστερά με τοποθέτηση πλάκας οστεοσύνθεσης. - Μετά που το μάτι του Ενάγοντα άρχισε να παθαίνει φθίση ο Μ.Ε.2 παρέπεμψε αυτόν στην κα XXX Σινιόρα η οποία προέβη σε κατασκευή οφθαλμικής πρόθεσης με υλικό P.M.M.A. και τοποθέτησε προσθήκη του πρόσθιου ματιού στο αριστερό μάτι του Ενάγοντα. - Το ψεύτικο μάτι αυτό χρειάζεται να βγαίνει συχνά και να καθαρίζεται. Κάθε 3 - 4 χρόνια θα χρειάζεται αντικατάσταση λόγω του ότι κάθεται πάνω στο φθισικό μάτι και αλλάζει το μέγεθος. - Τον Οκτώβριο 2013 και τον Μάρτιο 2018 έγιναν τέτοιες νέες οφθαλμικές προθέσεις. - Όταν το οπτικό νεύρο πεθάνει εντελώς θα χρειαστεί να γίνει επέμβαση για αφαίρεση του ματιού και τότε η πρόθεση δεν θα είναι με κέλυφος αλλά με βολβό. - Ο Ενάγοντας επισκέφτηκε γιατρούς στην Αθήνα, στο Λονδίνο και στο Ισραήλ. - Ο Ενάγοντας δεν έχει περιφερική όραση. - Υπήρξε αυξημένος κίνδυνος απώλειας της όρασης του δεξιού ματιού ο οποίος όμως μειώνεται με την πάροδο του χρόνου. Εναντίον των Εναγομένων αρ. 1 έως 9 για τα επίδικα γεγονότα καταχωρίστηκε η ποινική υπόθεση με αρ. 14906/08 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Οι Εναγόμενοι αρ. 1 και 7 βρέθηκαν ένοχοι κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας και τους επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως, οι Εναγόμενοι αρ. 3, 5 και 8 αθωώθηκαν ενώ για τους Εναγόμενους αρ. 2 και 4 η ποινική δίωξη αναστάληκε. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Όπως αναφέρεται στο αρ. 26
(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 149: «Επίθεση συvίσταται στηv εκ πρoθέσεως χρήση κάθε είδoυς βίας κατά τoυ πρoσώπoυ άλλoυ, είτε με κτύπημα, επαφή, μετακίvηση είτε άλλως πως, είτε άμεσα είτε έμμεσα, χωρίς τη συvαίvεση τoυ, ή με τη συvαίvεση τoυ αv η συvαίvεση για αυτό λήφθηκε με απάτη, ή κατόπι απόπειρας ή απειλής με πράξη ή χειρovoμία χρήσης τέτoιας βίας κατά τoυ πρoσώπoυ άλλoυ αv τo πρόσωπo πoυ απoπειράται ή απειλεί τη χρήση βίας πρoκαλεί στov άλλo πεπoίθηση η oπoία εδραιώvεται σε εύλoγη αιτία, ότι αυτός έχει κατά τov εv λόγω χρόvo τηv πρόθεση και τηv ικαvότητα για πραγμάτωση τoυ σκoπoύ τoυ». Ο ευπαίδευτος συνήγορος για τους Εναγόμενους 4 και 8 εισηγήθηκε ότι δεν έχει καταδειχθεί η «πρόθεση» των Εναγομένων, εφόσον κάτι τέτοιο εμπεριέχει συνειδητοποίηση για την συμπεριφορά των και τις συνέπειες αυτών με επιθυμία για έλευση των εν λόγω συνεπειών. Η δε ευπαίδευτος συνήγορος για τον Εναγόμενο αρ. 2 εισηγείται ότι ο Εναγόμενος αρ. 2 πήρε μεν ξύλα από κοντινή οικοδομή αλλά η πρόθεση του ήταν αποκλειστικά η πρόκληση υλικών ζημιών. Εάν δε ήθελε κριθεί ότι ο Εναγόμενος αρ. 2 επιτέθηκε στον Ενάγοντα, εισηγήθηκε ότι αυτό έγινε στα πλαίσια προστασίας του ιδίου ή άλλου προσώπου κατά της παράνομης χρήσης βίας από τον Ενάγοντα. Όπως προκύπτει από την Νομολογία επίθεση είναι οποιαδήποτε πράξη, που γίνεται με πρόθεση ή με απερισκεψία (recklessly), να προκαλέσει και που προκαλεί σε ένα άλλο πρόσωπο τον φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του (βλ. R. v. Venna
(1975)3 All E.R. 788[1]). Ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης χρήσης παράνομης βίας από κάποιο άλλο πρόσωπο χωρίς τη συγκατάθεση του. Οι ίδιες οι αυθεντίες που παρέθεσε ο κ. Πιερή οδηγούν στο ότι και η απερισκεψία αρκεί για στοιχειοθέτηση του αδικήματος. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα από το Σύγγραμμα Winfield on Torts, 7η έκδοση σελ. 17: «Then, again, although intention always implies desire for the consequences of an act or omission, many a wrongdoer has found himself responsible in law for consequences which he not only did not desire in the layman's sense but to which he did not even advert». Όπως αναφέρεται στο Σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts, 20η έκδοση σελ. 994 παρ. 15 - 16: «Meaning of intention In Wong v Parkside Health NHS Trust the Court of Appeal held that in order to be categorised as an act 'calculated to cause harm' to the claimant the defendant must have intended to violate the claimant's interest in her freedom from such harm, namely physical injury or a recognised psychiatric illness. The defendant's conduct must be such that that degree of harm was so likely to result that the defendants cannot be heard to say that he did not mean it to do so. He will be taken to have meant it to do so by the combination of the likelihood of such harm being suffered as a result of his behaviour and his deliberately engaging in that behaviour». Οι Εναγόμενοι πήγαν στο Σωματείο του XXX με σκοπό και πρόθεση να προκαλέσουν ζημιές και προς τον σκοπό αυτό εφοδιάστηκαν με ξύλα και πέτρες. Έχοντας δει τον Ενάγοντα και τους φίλους του, έριχναν προς αυτούς πέτρες και χτυπούσαν αυτούς με τα ξύλα. Δεν μπορώ, συνεπώς, να συμφωνήσω ότι δεν έχει καταδειχθεί η πρόθεση αυτών να διαπράξουν επίθεση τη εννοία του αρ. 26 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ.
- Η δε πιθανότητα τραυματισμού ατόμου μέσω των πράξεων αυτών ήταν πέρα για πέρα αναμενόμενη. Ούτε, όμως, και η εισήγηση της ευπαιδεύτου συνηγόρου για τον Εναγόμενο αρ. 2 ότι οι πράξεις του έγιναν στο πλαίσιο προστασίας του ιδίου ή άλλου προσώπου κατά της παράνομης χρήσης βίας από τον Ενάγοντα μπορεί να γίνει δεκτή. Κάτι τέτοιο δεν υποστηρίζεται από την μαρτυρία ή τα ευρήματα του Δικαστηρίου, αλλά ούτε καν από την ίδια την κατάθεση του Εναγομένου αρ.
- Οι Εναγόμενοι, όπως φαίνεται από τα ευρήματα του Δικαστηρίου, ενήργησαν ως σύνολο στην βάση κοινού σχεδίου με κοινό σκοπό την επίθεση στο Σωματείο του XXX. Το αρ. 11 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 149 αναφέρει τα εξής: «Συvαδικoπραγήσαvτες κλπ.
- Αv δύo ή περισσότερoι ευθύvovται παράλληλα βάσει τωv διατάξεωv τoυ Νόμoυ αυτoύ για oπoιαδήπoτε πράξη και η πράξη αυτή συvιστά αστικό αδίκημα, τα πρόσωπα αυτά ευθύvovται από κoιvoύ για τηv πράξη αυτή ως συvαδικoπραγήσαvτες, και δύvαvται vα εvαχθoύv για τo σκoπό αυτό από κoιvoύ ή χωριστά: Νoείται ότι αv πρόσωπo υπoστεί ζημιά εξαιτίας αστικoύ αδικήματoς (είτε αυτό απoτελεί έγκλημα είτε όχι)- (α) δικαστική απόφαση πoυ εκδόθηκε εvαvτίov oπoιoυδήπoτε από τoυς αδικoπραγήσαvτες o oπoίoς ευθύvεται για τη ζημιά αυτή δεv επηρεάζει καθόλoυ τηv έγερση αγωγής κατά oπoιoυδήπoτε άλλoυ, o oπoίoς αv, εvαγόταv, θα ευθυvόταv ως συvαδικoπραγήσας σε σχέση με τηv ίδια ζημιά͘ (β) αv εγερθoύv περισσότερες από μια αγωγές σε σχέση με τη ζημιά αυτή από ή εκ μέρoυς τoυ πρoσώπoυ πoυ ζημιώθηκε, ή για όφελoς της κληρovoμιάς ή της συζύγoυ, τoυ συζύγoυ, γovέα ή τέκvoυ αυτoύ πoυ ζημιώθηκε, εvαvτίov αδικoπραγησάvτωv πoυ ευθύvovται για τη ζημιά (είτε ως συvαδικoπραγήσαvτες είτε άλλως πως), τα πoσά τα oπoία δύvαvται vα αvαζητηθoύv υπό μoρφή απoζημίωσης δυvάμει τωv δικαστικώv απoφάσεωv πoυ εκδίδovται στις αγωγές αυτές δεv δύvαvται vα υπερβoύv στo σύvoλo τo πoσό της απoζημίωσης πoυ επιδικάστηκε από τη δικαστική απόφαση πoυ εκδόθηκε πρώτα. και σε oπoιαδήπoτε από τις αγωγές αυτές, εκτός αυτής κατά τηv oπoία πρώτα εκδόθηκε δικαστική απόφαση, o εvάγωv δεv δικαιoύται έξoδα εκτός αv τo Δικαστήριo κρίvει ότι συvέτρεχε εύλoγη αιτία για τηv έγερση της αγωγής». Όπως αναφέρεται στο Σύγγραμμα «Αστικά Αδικήματα» των Αρτέμη & Ερωτοκρίτου στην σελ. 39, οι από κοινού αδικοπραγούντες ευθύνονται από κοινού και χωριστά. Παραθέτω απόσπασμα από την απόφαση Μάριος Βαττή ν Χρυστάλλας Αυξεντίου κ.α., Πολ. Εφ. 127/09, ημερ. 10.1.2014 όπου αναφέρθηκαν τα εξής: «Η ευθύνη δύο ή περισσότερων αδικοπραγούντων δύναται να είναι αλληλέγγυα ή κεχωρισμένη. Αλληλέγγυα ευθύνη υπάρχει όταν οι αδικοπραγήσαντες ευθύνονται από κοινού έναντι του παραπονούμενου, αδιάφορα από το ποσοστό ευθύνης εκάστου, διότι και οι δύο μαζί ή περισσότεροι, εάν είναι πέραν των δύο, συνέβαλαν παράλληλα ή ταυτόχρονα στην τέλεση πράξης που συνιστά αστικό αδίκημα, είτε αυτό επιφέρει ή όχι και ποινική ευθύνη. Από την αλληλέγγυη ευθύνη πηγάζει και η κεχωρισμένη ευθύνη, η χωριστή δηλαδή υπαιτιότητα ενός εκάστου των συναδικοπραγούντων, εφόσον βεβαίως υπάρχει συνυπευθυνότητα. Σε κάθε περίπτωση ο παραπονούμενος έχει την επιλογή να ενάγει κάθε ένα από αυτούς ξέχωρα από τον άλλο, διατηρώντας το δικαίωμα να επανέλθει σε μεταγενέστερο στάδιο εναντίον του άλλου. Μοναδικός περιορισμός είναι η απαγόρευση ανάκτησης αποζημίωσης μεγαλύτερης από ό,τι επιδικάστηκε στην πρώτη εγερθείσα αγωγή, ο δε ενάγων δεν δικαιούται στα δικαστικά έξοδα στην άλλη ή άλλες αγωγές εκτός αν το Δικαστήριο κρίνει ότι υπήρχε πράγματι εύλογη αιτία για τη μεταγενέστερη έγερση της αγωγής ή των αγωγών. Η πιο πάνω επιτομή αποτελεί τη σύνοψη του κοινοδικαίου, αλλά και την κωδικοποίηση των αρχών στο άρθρο 11 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.
- Όπως εξηγείται στο Salmond on the Law of Torts 16η έκδ. στις σελ. 451-453, υπάρχουν στην ουσία τρεις κατηγορίες συναδικοπραγούντων, οι οποίοι θεωρούνται από κοινού υπεύθυνοι εφόσον ο Νόμος επιβάλλει για διάφορους λόγους την ταυτόχρονη συνυπευθυνότητα για την τέλεση της ίδιας αδικοπραξίας. Οι κατηγορίες αυτές αφορούν την αντιπροσωπεία, την εκ προστήσεως ευθύνη και το κοινό σχέδιο ή την κοινή επιδίωξη κάποιου σκοπού. Η φύση της ευθύνης που καταλογίζεται νομικά διατυπώθηκε στην υπόθεση Dougherty v. Chandler
(1946)46 S.R. (N. S.W.) 370, ως εξής: «If a number of persons jointly participate in the commission of a tort, each is responsible, jointly with each and all of the others, and also severally, for the whole amount of the damage caused by the tort, irrespective of the extent of his participation.» Εξηγείται δε στη συνέχεια στο σύγγραμμα του Salmond ότι: «That is to say, the person injured may sue any one of them separately for the full amount of the loss; or he may sue all of them jointly in the same action, and even in this latter case the judgment so obtained against all of them may be executed in full against any one of them.» Μάλιστα, ο Street on Torts 11η έκδ.
(2003), επεξηγεί έτι περαιτέρω τις κατηγορίες των συναδικοπραγούντων προσθέτοντας τους «several concurrent tortfeasors» (πολλοί ταυτόχρονοι αδικοπραγούντες), όπου η υπευθυνότητα ενός εκάστου είναι διαφορετική έχοντας όμως επιφέρει συνδυαστικά την ίδια ζημιά και τους «several tortfeasors causing different damage» (πολλοί αδικοπραγούντες επιφέροντες διαφορετική ζημιά), άτομα δηλαδή που ενώ δεν ενεργούν με κοινό σκοπό, επιφέρουν διαφορετική ζημιά στον ίδιο παραπονούμενο. Στον Salmond - ανωτέρω - γίνεται παρόμοια λόγος για περιστάσεις όπου η ίδια ζημιά είναι προϊόν ξεχωριστών και ανεξάρτητων παρανόμων πράξεων διαφορετικών προσώπων, «.... as where a plaintiff sustains a single damage from the combined negligence of two motor-car drivers, who are not engaged in a common design (e.g. racing on the road).» Η ταξινόμηση και κατηγοριοποίηση μεταξύ συναδικοπραγούντων («joint tortfeasors»), πολλών ταυτόχρονων αδικοπραγούντων («several concurrent tortfeasors») και άλλων αδικοπραγούντων, είναι ουσιώδης. Οι ταυτόχρονοι αδικοπραγήσαντες, είτε αλληλέγγυοι είτε κεχωρισμένοι είναι υπεύθυνοι, ο κάθε ένας, για ολόκληρη τη ζημιά που υπέστη ο ενάγων.......... Κατά κανόνα τα Δικαστήρια τείνουν να μην αποδίδουν συνυπευθυνότητα καθιστώντας έτσι ένα εναγόμενο υπεύθυνο για μεγαλύτερη από ό,τι του αναλογεί ζημιά, αλλά αντίθετα τείνουν να αποφασίζουν ότι η ζημιά διαχωρίζεται. Το κλειδί βεβαίως σε κάθε υπόθεση είναι να αποδειχθεί δικαστικά ότι ένας εναγόμενος είναι και αδικοπραγών, πριν αποφασιστεί ότι είναι και συναδικοπραγών». Απόλυτα σχετικά είναι και τα πιο κάτω λεχθέντα στην απόφαση Γεώργιος Ερωτοκρίτου ως Διαχειριστής της περιουσίας του Δημήτρη Κουμπαρή ν Δήμου Χρίστου Φούτρη
(2001)1 Α.Α.Δ. 921: «Σε υποθέσεις επίθεσης από δύο ή περισσότερα πρόσωπα δεν έχει σημασία το μέγεθος της συμμετοχής του καθενός χωριστά. Κάθε ένας από τους από κοινού αδικοπραγούντες που προκαλούν την ίδια ζημιά μπορεί να εναχθεί και χωριστά, ευθύνεται δε για ολόκληρη τη ζημιά που προκλήθηκε, ακόμα κι' αν είχε πολύ μικρή συμμετοχή σ' αυτήν (Clark v. Newsam 16 L.J. Ex 297. Βλέπε επίσης Clerk and Lindsell on Torts, 16η έκδοση, παραγρ. 2-53). Έτσι είναι εντελώς άνευ σημασίας αν ο εφεσείων 2 κτύπησε ή όχι τον εφεσίβλητο. Αρκεί ότι έλαβε μέρος στη συμπλοκή, ρίχνοντας τον μάλιστα στο έδαφος». Κατάληξη μου, συνεπώς, αποτελεί ότι οι Εναγόμενοι αρ. 1, 2, 5, 7 και 8 ευθύνονται από κοινού ως αδικοπραγήσαντες έναντι του Ενάγοντα. Παραμένει το ζήτημα των αποζημιώσεων. Αυτές θα εξεταστούν σε κατηγορίες. Ειδικές Ζημιές Η νομολογιακή αρχή είναι ότι ο Ενάγοντας φέρει την υποχρέωση να αποδείξει αυστηρά τις ειδικές ζημιές τις οποίες και αξιοί. Όπως αναφέρθηκε και στις Κούνουνα ν. Κώστα Κυριάκου & Υιού Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 2126: «Η επιδίκαση οποιουδήποτε ποσού κάτω από αυτές τις συνθήκες θα ήταν αποτέλεσμα εικασιών και θα ερχόταν σε ριζική αντίθεση με τον κανόνα που προβλέπει για αυστηρή απόδειξη των αποζημιώσεων. Όπως αναφέρθηκε από τον Λόρδο Goddard στην Bonham-Carter v. Hyde Park Hotel Ltd.
(1948)64 T.L.R. 177, 178. "Plaintiffs must understand that if they bring actions for damages it is for them to prove their damage; it is not enough to write down the particulars, and, so to speak, throw them at the head of the court, saying "This is what I have lost, I ask you to give me these damages". They have to prove it." Στο πιο πάνω απόσπασμα αναφέρθηκε επιδοκιμαστικά και ο Δικαστής κ. Νικήτας στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Ηρακλέους ν. Πέτρου, ανωτέρω. (Βλ. επίσης Cyprus Agriculture and Transport Co. Ltd. and Αnother v. The Attorney General
(1971)1 A.A.Δ. 267, Papakokkinou v. Kanther
(1982)1 A.A.Δ. 65 και Kakoullou v. Kakoulli
(1985)1 Α.Α.Δ. 355)." Κρίνω χρήσιμο να εξετάσω τις αξιούμενες ειδικές ζημιές με τη σειρά που αυτές δικογραφούνται: (α) Απώλεια μισθών για ένα χρόνο 12 x €1.300 σύνολο €15.600 Ενώπιον του Δικαστηρίου δεν έχει τεθεί καμία αποδεικτική μαρτυρία ούτε ως προς το ύψος του μισθού του Ενάγοντα κατά τον ουσιώδη χρόνο αλλά ούτε και πιστοποιητικά αδειών ασθενείας. Συνεπώς η απαίτηση αυτή δεν έχει αποδειχθεί. Μάλιστα κατά την αντεξέταση του ο Ενάγοντας έκανε αναφορά σε άδεια ασθενείας 4-5 μηνών. Σημειώνω δε ότι μετά τον τραυματισμό ο Ενάγοντας μετά τον επίδικο τραυματισμό επέστρεψε, όπως είπε, στην εργασία του για 1 - 2 μήνες και ακολούθως σταμάτησε. Μετέπειτα παρήλθε διάστημα 12 μηνών μέχρι να αυτοεργοδοτηθεί. Συνεπώς, στην απουσία πιστοποιητικών που να συνδέουν την 12μηνή αυτή περίοδο με τον επίδικο τραυματισμό, η σχετική αξίωση δεν μπορεί να επιδικαστεί. (β) Ιατρικά Έξοδα €10.000 Από την αγόρευση του ευπαιδεύτου συνηγόρου για τον Ενάγοντα φαίνεται ότι η αξίωση αυτή έχει εγκαταλειφθεί. Εν πάση περιπτώσει ο ίδιος ο Ενάγοντας κατά την μαρτυρία του ανέφερε ότι «ήταν ένα γενικό ποσό που βάλαμε από τον δικηγόρο και μπορώ να το δικαιολογήσω το οποίο αυξήθηκε πάρα πολύ που την πρώτη φορά που το βάλαμε». Καμία απόδειξη δεν προσκομίστηκε που να το υποστηρίζει και ως εκ τούτου δεν έχει αποδειχθεί. (γ) Οφθαλμική Πρόθεση €1.620 Από το Τεκμήριο 8 προκύπτει, και δηλώθηκε και ως παραδεκτό γεγονός, ότι ο Ενάγοντας κατέβαλε στην κα Φαίδρα Σινιόρα το ποσό των €1.620 ως κόστος για την οφθαλμική πρόθεση. Η αξίωση αποδεικνύεται. (δ) Μεταφορικά στο εξωτερικό και έξοδα παραμονής για θεραπεία €5.000 Στο Τεκμήριο 9 περιέχονται τα εξής αποδεικτικά στοιχεία: · Αεροπορικό Εισιτήριο Λάρνακα - Τελ Αβίβ μετ' επιστροφής την 23.6.2008 - 26.8.2008 €634.82 · Διαμονή στο ξενοδοχείο Apropo από 23.6.2008 - 26.6.2008 $330.00 (€274) · Αεροπορικό Εισιτήριο Λάρνακα - Λονδίνο μετ' επιστροφής την 11.7.2008 - 16.7.2008 €1.058,90 · Αμοιβή Δρος G.W.Aylward £180.00 (€208) · Τιμολόγιο αρ. Ι0113477 £187.00(€216) · Αεροπορικό Εισιτήριο Λάρνακα - Αθήνα μετ' επιστροφής την 27.9.2008 - 2.10.2008 €553.00 · Διαμονή στο ξενοδοχείο El Greco στην Αθήνα από 27.9.2008 - 2.10.2008 €445.00 ΣΥΝΟΛΟ: €3.389,72 Προκύπτει ότι ο Ενάγοντας έχει αποδείξει ότι υπέστη ειδικές ζημιές ύψους €5.009,72. Γενικές Αποζημιώσεις Όσον αφορά στις σωματικές βλάβες που ισχυρίστηκε ο Ενάγοντας ότι υπέστη, θεωρώ ότι αυτές έχουν ως παρατίθενται πιο πάνω κατόπιν της αξιολόγησης της μαρτυρίας. Το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό θα πρέπει να προβεί στην αποτίμηση της δίκαιης αποζημίωσης υπό το φως των πιο πάνω ευρημάτων. Το Δικαστήριο είναι επιφορτισμένο με το καθήκον υπολογισμού των γενικών αποζημιώσεων του φυσικού πόνου, της ταλαιπωρίας καθώς και της απώλειας των ανέσεων και απολαύσεων της ζωής που υπέστη ο Ενάγοντας. Όπως λέχθηκε και στην απόφαση Ειρήνη Ανδρέου ν. Αντώνη Θεμιστοκλέους
(2004)1 (Α) Α.Α.Δ. 355 (απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση το οποίο και κρίθηκε ότι απέδιδε ορθά τις βασικές αρχές που διέπουν το θέμα του υπολογισμού των γενικών αποζημιώσεων): «Οι αποζημιώσεις πρέπει να είναι δίκαιες, εύλογες και κοινωνικά αποδεκτές. Σκοπός είναι να αποδοθεί δικαιοσύνη στην απώλεια και ζημιά του τραυματισθέντος χωρίς να τίθεται υπερβολικό βάρος επί του αδικοπραγήσαντος. Ο ανθρώπινος πόνος και δυσχέρεια πρέπει να αποτιμούνται με φιλελεύθερο πνεύμα, λόγω των πολλαπλών στερήσεων που προκαλούν οι αναπηρίες στα θύματα της αμέλειας και η γενική τάση είναι να αυξάνεται το ποσό των αποζημιώσεων, σε μία προσπάθεια πιο δίκαιης αποτίμησης του πόνου, λαμβανομένης υπόψη της συνεχούς μείωσης της αξίας του χρήματος. Όσον αφορά προηγούμενες αποφάσεις, αυτές μόνο καθοδήγηση παρέχουν, γιατί είναι σχεδόν αδύνατο να βρεθούν δύο υποθέσεις με τα ίδια ακριβώς στοιχεία (βλ. Αντωνιάδης ν. Μακρίδης
(1969)1 Α.Α.Δ. 245, Paraskevaides (Overseas) Ltd v. Christofi
(1982)1 Α.Α.Δ. 789, Νεοφύτου ν. Χ'Δημητρίου
(1982)1 Α.Α.Δ. 430, Παναγής ν. Θεοδώρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 1303, Σπύρου ν. Χ'Χαραλάμπους
(1989)1 Α.Α.Δ (Ε) 298, Miller v. Peter, Πολ. Εφ. 10408/16.12.99)». Παραθέτω επίσης απόσπασμα από την απόφαση Μαυροπετρή ν. Γεώργιου Λουκά
(1995)1 Α.Α.Δ. 66, στις σελ. 74 - 75: «Η νομολογία αποκαλύπτει σταθερή άνοδο του επιπέδου των γενικών αποζημιώσεων, τάση που αντανακλά μεγαλύτερη ευαισθησία για τον ανθρώπινο πόνο, την αγωνία της αναπηρίας και τη ψυχική οδύνη από την περιθωριοποίηση από τις συνήθεις δραστηριότητες του ανθρώπου (βλ. Μεταξύ άλλων Paraskevaides (Overseas) Ltd v. Christofi
(1982)1 C.L.R. 789, Polykarpou v. Adamou
(1988)1 C.L.R.727, Φοινικαρίδης και άλλων ν. Γεωργίου και άλλων
(1991)1 Α.Α.Δ. 475, Παναγή ν. Θεοδώρου
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 1303 Κωνσταντίνου ν. Ιωάννου
(1993)1 Α.Α.Δ 669). Σταθερή είναι όμως η αρχή του δικαίου ότι οι αποζημιώσεις πρέπει να είναι κοινωνικά παραδεκτές. Η αποζημίωση για αστικά αδικήματα δεν έχει σκοπό την τιμωρία αλλά την αποκατάσταση. Αυτή τούτη η ατέλεια του χρήματος ως μέσο για αποκατάσταση, δεν πρέπει να επενεργεί προς επαύξηση των αποζημιώσεων». Έχω μελετήσει την Νομολογία στην οποία παρέπεμψαν οι συνήγοροι. Επισημαίνω τις διαφορές μεταξύ των τραυματισμών που αφορούσαν οι εν λόγω αποφάσεις και της επίδικης περίπτωσης, παρά το ότι σε ορισμένες σωματικές βλάβες μπορεί να υπάρχει ταύτιση. Αφού έλαβα υπόψη το είδος και τη φύση των κακώσεων που υπέστη ο Ενάγοντας, την ηλικία του Ενάγοντα, τον πόνο και την ταλαιπωρία που αυτός πέρασε και την σημερινή του κατάσταση όπως αυτά καταγράφονται στα ευρήματα πιο πάνω, κατέληξα ότι ένα ποσό της τάξεως των €200.000,00 θα αποτελούσε για την περίπτωση του δίκαιη και εύλογη αποζημίωση. Μείωση Εισοδηματικής Ικανότητας και Απώλεια Μελλοντικών Εισοδημάτων Από την μαρτυρία του Ενάγοντα προέκυψε ότι μετά την άδεια ασθενείας του επέστρεψε στην εργασία του, έστω για 2 μήνες. Ο λόγος που επικαλέστηκε για το ότι δεν μπορούσε να εργαστεί ήταν λόγω των πολλών ιατρικών ραντεβού, κώλυμα το οποίο δέχτηκε ότι δεν υφίσταται πλέον. Το 2009 ο Ενάγοντας άνοιξε κατάστημα και το 2011 καφετέρια. Όταν του υποβλήθηκε ότι η κατάσταση της υγείας του ήταν τέτοια που του επέτρεπε το 2009 να ανοίξει δική του επιχείρηση ο Ενάγοντας συμφώνησε. Αναφερόμενος στους λόγους που έκλεισε τα πιο πάνω απάντησε: «Η καφετέρια ήταν στην κρίση με το κούρεμα και όταν έγινε το μπαμ με την παλιά Λευκωσία και μετά, ήταν έξω από το κέντρο και το κατάστημα δεν πήγαινε καλά. Για τους λόγους που κλείνει μία επιχείρηση». Μάλιστα όταν του τέθηκε η θέση ότι δεν είναι από τον τραυματισμό που έχει περιοριστεί η δυνατότητα του να κερδίζει τον ίδιο μισθό, ο Ενάγοντας απάντησε ως εξής: «Α. Θα τολμούσα να πω να είναι η δυνατότητα να είμαι υπάλληλος κάπου παρά να είχα δοκιμάσει λόγω της μόνιμης αναπηρίας που απέκτησα στο μάτι να ανοίξω δικές μου επιχειρήσεις που να είναι εν τέλει ζημιογόνες, που την μια έκανα δάνειο για να την ανοίξω, το οποίο ακόμα να αποπληρωθεί ενώ δεν είχα δουλειά και την άλλη έφαα τα λεφτά του γάμου μου για να τη κάνω και πήγαν. Άρα στέρησε μου την εισοδηματική ικανότητα το χτύπημα. Δικ.: Πως το συνδέετε με το χτύπημα; Α. Μάλιστα. Εάν είχα την δουλειά που είχα δεν θα αναγκαζόμουν να δοκιμάζω πως να ζήσω βιοποριστικά και να ανοίγω διάφορες δουλειές ή να πηγαίνω υπάλληλος και να χάνω την δουλειά μου σε 5 μήνες ή οτιδήποτε. Θεωρώ ότι θα ήμουν στην δουλειά που ήμουν τότε, ένας υπάλληλος, θα πληρωνόμουν τέλος του μήνα όπως θέλουν όλοι να γίνεται». Επισημαίνω επιπλέον ότι μετά τον τραυματισμό του ο Ενάγοντας εργοδοτήθηκε και σε άλλες εταιρείες στον ίδιο τομέα. Συνεπώς δεν έχει καταδειχθεί ότι η εισοδηματική ικανότητα του Ενάγοντα έχει μειωθεί λόγω του επίδικου τραυματισμού. Η σχετική αξίωση δεν έχει αποδειχθεί. Σημειώνω ότι στην αγόρευση του ευπαιδεύτου συνηγόρου για τον Ενάγοντα αξιώνεται η επιδίκαση συντελεστή για αντικατάσταση της οφθαλμικής πρόθεσης καθώς και παραδειγματικές αποζημιώσεις. Τέτοιες αξιώσεις, όμως, δεν δικογραφούνται στην Έκθεση Απαιτήσεως με αποτέλεσμα να μην μπορούν να εξεταστούν. Αναφορικά με την επιδίκαση τόκου σε περιπτώσεις αστικών αδικημάτων σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 58Α του Κεφ. 148 (όπως έχει τροποποιηθεί με το άρθρο 5 του Ν. 156/85) σε αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες ή θάνατο, το Δικαστήριο έχει την διακριτική ευχέρεια να επιδικάζει τόκο από την ημερομηνία δημιουργίας του αστικού αδικήματος (Βλ.Σταύρος Συκοπετρίτης ν. Ανδρέα Χριστοδούλου, (πιο πάνω)). Των πιο πάνω δεδομένων εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον των Εναγομένων αρ. 1, 2, 5, 7 και 8 αλληλέγγυα και κεχωρισμένα για ποσό €5.009,72 πλέον νόμιμο τόκο επί του ποσού αυτού από 23.12.2010 μέχρι εξοφλήσεως. Εκδίδεται επίσης απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον των Εναγομένων αρ. 1, 2, 5, 7 και 8 αλληλέγγυα και κεχωρισμένα για ποσό €200.000 ως γενικές αποζημιώσεις πλέον νόμιμο τόκο επί του ποσού αυτού από 20.4.2008 μέχρι εξοφλήσεως. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον των Εναγομένων αρ. 1, 2, 5, 7 και 8 αλληλέγγυα και κεχωρισμένα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. Η αγωγή εναντίον των Εναγομένων αρ. 3 και 4 απορρίπτεται. Ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον Ενάγοντα εισηγήθηκε ότι τα έξοδα σε σχέση με την εκδίκαση της αγωγής κατά των Εναγομένων αρ. 3 και 4 θα πρέπει να επιβαρυνθούν ανάλογα οι λοιποί Εναγόμενοι. Όπως αναφέρεται στην απόφαση Αναστάσης Χ' Αδάμου ν Προδρόμου Παναγή, ECLI:CY:AD:2017:A3, Πολ. Εφ. 334/11 και 396/11 ημερ. 10.1.2017 στην οποία παρέπεμψε και ο ευπαίδευτος συνήγορος: «Η διαταγή Bullock (από την υπόθεση Bullock v. London General Omnibus Co and Others (1904-1907) All E.R. 44), είναι είδος διαταγής για πληρωμή εξόδων σε πολιτικές υποθέσεις, η οποία εκδίδεται στις περιπτώσεις όπου ο ενάγων βρίσκεται, κατά την κρίση του δικαστηρίου, σε πραγματική αμφιβολία ως προς το ποιος από δύο ή περισσότερους ενεχόμενους σε ένα συμβάν βαρύνεται με επίδειξη αμέλειας έναντι του και δεν είναι σε θέση, με λογική προσπάθεια, να εξακριβώσει τα γεγονότα που σχετίζονται με την αμέλεια. Ετσι, δικαιολογημένα, στρέφεται δικαστικά εναντίον αριθμού εναγομένων. Στην περίπτωση αυτή η υπό αναφορά διαταγή αξιώνει από τον ενάγοντα την πληρωμή των εξόδων του επιτυχόντος εναγόμενου, αλλά, ταυτόχρονα, του επιτρέπει να συμπεριλάβει τα έξοδα αυτά στα έξοδα τα οποία υποχρεούται να καταβάλει σε αυτόν ο αποτυχόντας εναγόμενος. Κατ΄ ακολουθία, το δικαστήριο εκδίδει επιπρόσθετη διαταγή, με την οποία διατάσσεται ο αποτυχών εναγόμενος όπως καταβάλει προς τον ενάγοντα τα έξοδα τα οποία αυτός διατάχθηκε να καταβάλει προς τον επιτυχόντα εναγόμενο. Η έκδοση όμως διαταγής καταβολής εξόδων απευθείας από αποτυχόντα σε επιτυχόντα εναγόμενο, διακρίνεται από τη διαταγή Bullock και καλύπτεται από τη διαταγή Sanderson (από την υπόθεση Sanderson v. Blyth Theatre Co [1903] 2 KB 533). Η διαταγή Sanderson είναι πλεονεκτικότερη για τον ενάγοντα σε σχέση με την Bullock, αλλά δεν συνιστάται η έκδοσή της εάν, για παράδειγμα, ο αποτυχών εναγόμενος είναι αφερέγγυος, καθότι στην περίπτωση αυτή ο επιτυχών εναγόμενος θα αποστερηθεί των εξόδων του». Παρόλο που ο γενικός κανόνας είναι ότι ο διάδικος που αποτυγχάνει καλείται να πληρώσει τα έξοδα του επιτυχόντα διάδικου, οφείλω να επισημάνω ότι στην προκειμένη περίπτωση ο Ενάγοντας ορθά και λογικά επέλεξε να κινηθεί εναντίον όλων των Εναγομένων εφόσον αυτοί κατονομάστηκαν στις καταθέσεις άλλων εμπλεκομένων Εναγομένων, ενώ ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να αναγνωρίσει όλους όσοι ενεπλάκησαν στην επίθεση εναντίον του λόγω και της αμφίεσης αυτών. Με αυτό το δεδομένο δικαιολογημένα ο Ενάγοντας προώθησε την αγωγή εναντίον όλων των Εναγομένων ώστε να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα αναγκαία μέρη από τα οποία αναζητεί την ευθύνη για τα επίδικα γεγονότα και την αποζημίωση του για τους τραυματισμούς που υπέστη συνεπεία αυτού. Καθοδηγούμενη από τις Αγγλικές αποφάσεις Sanderson v Blyth Theatre Company
(1903)2 K.B. 333 και Bullock v London General Omnibus Company
(1907)1 K.B. 264, όπως αυτές υιοθετήθηκαν σε Κυπριακές αποφάσεις, και ειδικότερα στις υποθέσεις Charalambous v Shoham (Cyprus) Ltd. and others
(1983)1(A) C.L.R. 239 (αγωγή Ναυτοδικείου με αντίστοιχους διάδικους), και Karkotis and another v Charalambous
(1976)1 C.L.R. 320, καταλήγω ότι τα έξοδα των Eναγομένων 3 και 4 πρέπει να τα επωμισθούν οι Εναγόμενοι 1, 2, 5, 7 και 8. Ως εκ τούτου τα έξοδα εκδίκασης της αγωγής εναντίον των Εναγομένων αρ. 3 και 4, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, διατάσσεται όπως καταβληθούν από τους Εναγόμενους αρ. 1, 2, 5, 7 και 8 αλληλέγγυα και κεχωρισμένα. (Υπ.) Μ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Π.Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] "Counsel for the appellant argued that the direction is wrong in law because it states that the mental element of recklessness is enough, when coupled with the actus reus of physical contact, to constitute the battery involved in assault occasioning actual bodily harm. Recklessness, it is argued, is not enough; there must be intention to do the physical act the subject matter of the charge. Counsel relied on R. v. Lamb and argued that an assault is not established by proof of a deliberate act which gives rise to consequences which are not intended. In Fagan v. Metropolitan Police Comr,
(1968)3 All E.R. 442 it was said: 'An assault is any act which intentionally or possibly recklessly causes another person to apprehend immediate and unlawful personal violence'. In Fagan it was not necessary to decide the question whether proof of recklessness is sufficient to establish the mens rea ingredient of assault. That question falls for decision in the present case. Why it was considered necessary for the Crown to put the case forward on the alternative basis of "intention" and "recklessness" is not clear to us. This resulted in the direction given in the summing - up". cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο