← Κύπρος

ANDROS MARKET LIMITED ν. Κυριάκου κ.α., Αρ. Αγωγής: 3320/20, 31/5/2021

ANDROS MARKET LIMITED ν. Κυριάκου κ.α., Αρ. Αγωγής: 3320/20, 31/5/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A233 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3320/20 Μεταξύ: ANDROS MARKET LIMITED Ενάγοντες v.

  1. XXXXX Κυριάκου,
  2. XXXXX Bernic, Εναγόμενων ----------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 09/02/2021 για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 31 Μαΐου,
  3. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντες - Αιτητές: κα. Σάββα για Κλεόπα & Παρασκευά Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους - Καθ΄ων η Αίτηση 1 και 2: κα. Κωνσταντίνου για Αρτεμίου, Πιερή & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Ενάγοντες - Αιτητές καταχώρισαν αίτηση με την οποία επιζητούν άδεια για να τους επιτραπεί η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης στην αίτηση ημερομ. 19/11/2020, δυνάμει της οποίας έχει εκδοθεί μονομερώς απαγορευτικό διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στον Εναγόμενο 2 από το να υποθηκεύσει, αποξενώσει, επιβαρύνει, πωλήσει ή δημιουργήσει οποιοδήποτε εμπράγματο βάρος στο μερίδιό του στο ακίνητο με αριθμό εγγραφής 13/XXXXX, Τμήμα/Αρ. Εγγραφής 13/477, Φ/Σχ21/390504, Τεμάχιο XXXXX, μερίδιο 1/
  4. Προσδιορίζουν, οι Αιτητές, ως λόγο που καθιστά αναγκαία την υποβολή του συγκεκριμένου αιτήματος, τα όσα περιέχονται στις παραγράφους 10 έως 18, 20 έως 29, 31 έως 33, 36, 38, 40 μέχρι 46, 48 έως 63 και 68 έως 70 της ένορκης δήλωσης της XXXXX Κυριάκου, Εναγόμενης 1 - Καθ΄ης η Αίτηση 1, καθώς και τα όσα περιέχονται στις παραγράφους 9, 11, 12, 13, 15, 16, 17, 20, 22 και 23 της ένορκης δήλωσης του XXXXX Bernic, Εναγόμενου 2 - Καθ΄ου η Αίτηση 2 που υποστηρίζουν την Ένσταση που καταχωρίστηκε στην κυρίως Αίτηση, στις 22/01/
  5. Νομική βάση για την υπό κρίση αίτηση αποτέλεσαν τα άρθρα 31 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, τα άρθρα 4, 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, η Δ.39 θ.θ 1-21, Δ.40, Δ.48 θ.θ. 1-9 και 12, Δ.57 και Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, τα άρθρα 11, 36, 37, 39, 42, 44 και 67 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, τα άρθρα 78-80 του περί Συμβάσεων Νόμου, οι κανόνες της επιείκειας, η γενική πρακτική και σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου, η νομολογία και οι γενικές συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα που υποστηρίζουν την υπό κρίση αίτηση παρατίθενται στην ένορκη δήλωση του XXXXX Φάντη, διευθυντή των Εναγόντων. Σύμφωνα με τον Ομνύοντα, το περιεχόμενο των παραγράφων 9, 11-13, 15-17, 20, 22 και 23 της ένορκης δήλωσης του Εναγόμενου 2, καθώς και το περιεχόμενο των παραγράφων 10-18, 20-29, 31-33, 36, 38, 40-46, 48-63, 68, 69 και 70 της ένορκης δήλωσης της Εναγόμενης 1, είναι αναληθές και ψευδή. Ισχυρίζεται ότι, αν οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί παραμείνουν αναπάντητοι, θα προκαλέσουν δυσμενείς συνέπειες στην κυρίως Αίτηση των Εναγόντων και ότι τα όσα καταγράφονται στις συγκεκριμένες παραγράφους δεν ήταν δυνατόν να προβλεφθούν και για να διατηρηθεί η αρχή της ισότητας των όπλων θα πρέπει να απαντηθούν. Όσον αφορά την ένορκη δήλωση του Εναγομένου 2, ο Ομνύοντας υποστηρίζει ότι, η θέση του ότι δεν γνώριζε αυτά που έπραττε η μητέρα του δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και ότι η ίδια η Εναγόμενη 1 είχε αναφέρει στον ίδιο προσωπικά αλλά και σε τρίτα πρόσωπα ότι ο Εναγόμενος 2 γνώριζε τα γεγονότα σε σχέση με τη δράση της στην Ενάγουσα Εταιρεία. Προωθεί τη θέση ότι ο ίδιος είχε συνομιλία με τον Εναγόμενο 2 όταν αποκαλύφθηκε η δράση της Εναγόμενης 1, κατά την οποία φάνηκε να έχει πλήρη επίγνωση των πράξεων της μητέρας του. Σε σχέση με το επίδικο διαμέρισμα, η όποια συνομιλία είχαν μεταξύ τους έλαβε χώρα στην παρουσία τρίτων προσώπων. Στη συγκεκριμένη συνομιλία ο Εναγόμενος 2 ξεκάθαρα, με τρόπο πειστικό και άμεσο, τον διαβεβαίωνε για την εξεύρεση αγοραστή για το διαμέρισμα και την εξόφληση της οφειλής της Εναγόμενης 1 προς την Ενάγουσα. Υποστηρίζει ο Ομνύοντας ότι, τόσο ο ίδιος, καθώς και η σύζυγος του, ποτέ δεν παρότρυναν οποιοδήποτε άτομο που βρισκόταν στην υπηρεσία της Ενάγουσας να προχωρήσει σε διαγραφές προϊόντων με σκοπό την εξαπάτηση των φορολογικών αρχών. Τα μόνα ποσά που οι φορολογικές αρχές απώλεσαν, προέκυψαν από τα ποσά που κλάπησαν από την Εναγόμενη 1 εν αγνοία του ιδίου και της συζύγου του. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι οι όποιοι υπαινιγμοί της Εναγόμενης 1 για το ήθος και το χαρακτήρα του δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, αφού τόσο ο ίδιος όσο και η σύζυγος του φρόντιζαν πάντοτε να υπάρχει οικογενειακό κλίμα στην επιχείρηση. Ουδέποτε ο ίδιος ή η σύζυγός του παρότρυναν την Εναγόμενη 1 σε οποιαδήποτε ενέργεια. Η όποια προσπάθεια της Εναγόμενης 1 να προωθήσει τη δική της θέση, ότι η διαγραφή προϊόντων ήταν πάγια τακτική της Ενάγουσας, χρησιμοποιώντας αποσπάσματα από τις καταγραφές του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης που ο ίδιος έχει αποκαλύψει δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και συνιστά ασύστολα ψεύδη. Προς τούτο, επιθυμεί να καταθέσει αποδείξεις από το ηλεκτρονικό σύστημα πωλήσεων της Ενάγουσας. Είναι η θέση του Ομνύοντα ότι, οι ισχυρισμοί της Εναγομένης 1, παράγραφοι 31 μέχρι 36 της ένορκης δήλωσης της, ότι παρέδιδε τα μετρητά που έπαιρνε από το ταμείο στη σύζυγό του, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Ουδέποτε δόθηκαν οδηγίες στην Εναγόμενη 1 για να προβεί στις συγκεκριμένες πράξεις. Αντίθετα, η Εναγόμενη 1 γνώριζε τι έπραττε, εξού και απέστελλε στη σύζυγο του Ομνύοντα μηνύματα μετά που είχε γίνει αντιληπτός ο τρόπος ενέργειας της και απολογείτο για τις πράξεις της. Όλα αυτά αποδεικνύονται και από το ηλεκτρονικό σύστημα που διατηρεί η Ενάγουσα. Η Εναγόμενη 1 προσπαθεί να μεταφέρει στο Δικαστήριο ότι η πραγματική εικόνα είναι διαφορετική από αυτή που παρουσιάστηκε από την Ενάγουσα. Ήτοι, ότι το ποσό που οικειοποιήθηκε ήταν πολύ μεγαλύτερο αλλά συμφώνησαν να επιστρέψει το ποσό των €140.
  6. Η ίδια διάβασε το έγγραφο που της παραδόθηκε και συμφώνησε με το περιεχόμενο του, ενώ το συγκεκριμένο περιεχόμενο επεξηγήθηκε τόσο στην ίδια, καθώς και στην αδελφή της που υπέγραψε ως εγγυητής, από το δικηγόρο της Ενάγουσας που ήταν παρών. Επιπρόσθετα, ο δικηγόρος της Ενάγουσας πρότεινε στην Εναγόμενη 1 να συμβουλευθεί δικηγόρο πριν το υπογράψει, πλην όμως η ίδια είχε αναφέρει ότι είχε μιλήσει με το δικηγόρο της και δεν χρειαζόταν να τον συμβουλευθεί περαιτέρω. Στη συγκεκριμένη συνάντηση, η αδελφή της Εναγομένης 1 όταν αντιλήφθηκε την πράξη της Εναγόμενης 1 λιποθύμησε και όταν συνήλθε χαστούκισε την αδελφής της, Εναγόμενη 1, στην παρουσία όλων. Στην προσπάθεια της να αποδείξει την αλήθεια των λεχθέντων της η Εναγόμενη 1, ισχυρίζεται ότι ο ίδιος ο Ομνύοντας είχε ζητήσει την επιστροφή δυο επιταγών τις οποίες της είχε δώσει μετά που την ανάγκασε να τις υπογράψει, σε μια προσπάθεια να καταδείξει ότι ο Ομνύοντας οικειοποιήθηκε τα ποσά των επιταγών. Κατά τον Ομνύοντα η αλήθεια είναι ότι η ίδια η Εναγόμενη 1 είχε ζητήσει από τη σύζυγο του Ομνύοντα να της αλλάξει τις επιταγές σε μετρητά, κάτι που είχε γίνει. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς της Εναγομένης 1, στις παραγράφους 48 έως 63 της ένορκης δήλωσής της, υποστηρίζει ο Ομνύοντας ότι η ίδια η Εναγόμενη 1 προέβαινε στις όποιες διαγραφές προϊόντων όχι όμως με οδηγίες της συζύγου του. Η ίδια η Εναγόμενη 1, πριν την υπογραφή του γραμματίου αναγνώρισε ότι η λίστα με τις διαγραφές ήταν μόνο ενδεικτική και δεν αφορούσε προϊόντα τα οποία δεν περνούσαν καθόλου από το ταμείο ή προϊόντα που περνούσαν από το ταμείο για δήθεν αναγνώριση τιμών. Υποστηρίζει ότι η Εναγόμενη 1 γνώριζε πολύ καλά ότι το ποσό που οικειοποιήθηκε ήταν πολύ μεγαλύτερο από αυτό που συμφωνήθηκε και γι΄αυτό το λόγο υπέγραψε το γραμμάτιο. Καταλήγει, ο Ομνύοντας, ότι είναι προς το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης και προς αποφυγή πολλαπλότητας της διαδικασίας όπως επιτραπεί η καταχώριση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης έτσι ώστε το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη εικόνα αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι η έγκριση του αιτήματος της Ενάγουσας δεν θα προκαλέσει οποιαδήποτε καθυστέρηση στη διαδικασία αλλά αντίθετα θα αποκαλυφθεί η αλήθεια και η βασιμότητα των ισχυρισμών της κάθε πλευράς, ενώ παράλληλα θα αποκρυσταλλωθούν τα επίδικα θέματα και θα απαντηθούν οι ψευδείς ισχυρισμοί. Οι Καθ΄ων η Αίτηση 1 και 2 αντιμετώπισαν την υπό κρίση αίτηση με την καταχώρηση Ένστασης, στην οποία καταγράφονται είκοσι-επτά

(27)λόγοι ένστασης, οι οποίοι σε συντομία είναι οι ακόλουθοι: Ότι η αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή νομικά και πραγματικά αστήριχτη, ότι η νομική βάση της αίτησης είναι λανθασμένη, ότι δεν προκύπτει κανένας επαρκής και/ή καλός λόγος για να δοθεί άδεια καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ότι δεν προστίθεται τίποτα το ουσιαστικό ή/και δεν διαφοροποιείται η υφιστάμενη εκδοχή της Ενάγουσας, ότι δεν συντρέχουν οι απαραίτητες προϋποθέσεις της νομολογίας για την έκδοση του διατάγματος, ότι συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας η καταχώριση της αίτησης, ότι τα γεγονότα τα οποία επιθυμούν να εισάξουν ήταν γνωστά πριν την καταχώριση της αίτησης, ότι η συμπληρωματική ένορκη δήλωση που προτίθεται να καταχωρίσει η Ενάγουσα συνιστά επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών, ότι είναι αόριστη και δεν αναφέρει ποιοι είναι οι νέοι ισχυρισμοί που πρέπει να απαντηθούν, ότι υποβλήθηκε με μεγάλη καθυστέρηση, ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου, ότι κωλύονται ή/και δεν νομιμοποιούνται γιατί όφειλαν να αποκαλύψουν όλα τα γεγονότα κατά το στάδιο εξέτασης της αίτησης για έκδοση μονομερούς διατάγματος, ότι η καταχώριση της αίτησης εξυπηρετεί αλλότριους σκοπούς, ότι επιχειρείται η εισαγωγή ανεπίτρεπτης μαρτυρίας, ότι δεν εισάγει στοιχεία και ισχυρισμούς που σχετίζονται με τις θέσεις που προέβαλαν οι Καθ΄ων η Αίτηση, ότι η ένορκη δήλωση δεν εισάγει διευκρινήσεις αλλά ισχυρισμούς, ότι δεν εξυπηρετεί το σκοπό της ολοκληρωμένης και σφαιρικής εικόνας των γεγονότων, ότι με την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αποπειράται η επανόρθωση παράλειψης της αρχικής εικόνας που δόθηκε στο Δικαστήριο και ότι με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση καλείται το Δικαστήριο να εξετάσει θέματα πέραν της εξέτασης της συνδρομής των νομικών προϋποθέσεων. Η Ένσταση βασίστηκε στη Δ.2 θ.1, 3, 6 και 12, Δ.16 θ.9, Δ.27, Δ.33 θ.10, Δ.39, Δ.40, Δ.42Α, Δ.48 θ.1-4, 8-10 και 12, Δ.57, Δ.64 θ.1 και 2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στα άρθρα 1-3, 21, 22, 29-32, 41 και 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου, στο Σύνταγμα, στα άρθρα 4, 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, στα άρθρα 11, 36, 37, 39, 42, 44 και 67 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, στα άρθρα 78 -80, στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίχθηκε η Ένσταση καταγράφονται στην ένορκη δήλωση της XXXXX Κυριάκου, Εναγόμενης 1, η οποία είναι εξουσιοδοτημένη και από τον Εναγόμενο 2 στην κατάρτισή της. Υποστηρίζει ότι τόσο η ίδια καθώς και ο Εναγόμενος 2 θεωρούν ότι όλοι οι ισχυρισμοί που επιχειρούνται να εισαχθούν συνιστούν εκ των υστέρων σκέψεις που επινοήθηκαν μετά την καταχώριση των δικών τους ενόρκων δηλώσεων προς υποστήριξη της Ένστασής τους στην κυρίως Αίτηση. Προωθεί τη θέση ότι στην περίπτωση που το Δικαστήριο επιτρέψει την καταχώριση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων, θα καταχωρήσουν και οι ίδιοι συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις. Επαναλαμβάνει, η Ομνύουσα, τους λόγους Ενστάσεως και υποστηρίζει ότι ο Ομνύοντας στην αίτηση τεχνηέντως προσπαθεί να εισάγει εντελώς νέα γεγονότα με μαρτυρία από άλλα πρόσωπα αλλά και έγγραφα. Υποστηρίζει ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να αγνοήσει το περιεχόμενο της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του Ομνύοντα στην υπό κρίση αίτηση γιατί συνιστά παραπλάνηση του Δικαστηρίου και εν πάση περιπτώσει, οι ισχυρισμοί συνιστούν επανάληψη των όσων έχει καταγράψει στην κυρίως Αίτηση ημερ. 18/01/2017. Καταλήγει, ότι η υπό κρίση αίτηση εξυπηρετεί αλλότριους σκοπούς και όχι την απονομή της δικαιοσύνης, αφού οι Αιτητές προσπαθούν να καθυστερήσουν τη διαδικασία ώστε να παραμείνει σε ισχύ το διάταγμα και να προκαλέσουν στους Καθ΄ων η αίτηση ανεπανόρθωτες ζημιές. Και οι δυο πλευρές υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις με εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις, το περιεχόμενο των οποίων το Δικαστήριο έχει κατά νου και θα αναφερθεί σ' αυτό όπου το κρίνει απαραίτητο. Δέον να σημειωθεί ότι στην υπό κρίση αίτηση έχουν επισυναφθεί τέσσερεις ένορκες δηλώσεις, του κ. Φωκά, της συζύγου του, της κας Χατζησάββα και του κ. Ανδρέου, των οποίων επιδιώκεται η κατάθεση, παρά το γεγονός ότι στην Αίτηση γίνεται αναφορά μόνο για μία συμπληρωματική. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σύμφωνα με τη Δ.48 θ.4
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όπως τροποποιήθηκε το 1999: « Το Δικαστήριο ή Δικαστής μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο να επιτρέψει την καταχώριση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39.». Ανάγνωση της συγκεκριμένης δικονομικής πρόνοιας οδηγεί στο αναπόδραστο συμπέρασμα ότι πέραν της αρχικής ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση δια κλήσεως ή την Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης, το Δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει την καταχώριση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Ήτοι, δίδεται στο Δικαστήριο διακριτική ευχέρεια, στην περίπτωση που καταδειχθεί «καλός λόγος» από το διάδικο που το ζητά, όπως παράσχει άδεια για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Η εξουσία, επομένως, η οποία προβλέπεται από τη Δ.48 θ.4
(2)είναι διακριτικής φύσεως και ασκείται στη βάση των γεγονότων που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου και τα οποία θα πρέπει να αποκαλύπτουν την αναγκαιότητα για την παροχή της αιτούμενης άδειας για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης σε συνδυασμό με τη διαπίστωση, στο πλαίσιο αυτό, του τι είναι δίκαιο υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης. Τι συνιστά «καλό λόγο» έχει ερμηνευθεί στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Μαρία Κόκκινου v. Κυριάκου Κόκκινου, Έφ. Αρ. 29/2014, ημερ. 03/11/2016, στην οποία επισημάνθηκε ότι: « καλός λόγος» προϋποθέτει την ύπαρξη κάποιας ανάγκης με απώτερο σκοπό την επίλυση των επίδικων ζητημάτων της ενδιάμεσης διαδικασίας και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης.». Καθοδηγητικά είναι επίσης και τα όσα καταγράφονται επί του θέματος από τον έντιμο κ. Ναθαναήλ Π.Ε.Δ., όπως ήταν τότε, στην υπόθεση Mathew Shaw κ.ά. ν. Depha Investment Bank Ltd Αρ. Αγ. 8869/05, ημερ. 28/02/2007 : « Στόχος της αναμόρφωσης του θ.4 της Δ.48 με την Κ.Δ.Π. 5/99 ημερομηνίας 23/12/99, ήταν να αποφευχθούν τα προβλήματα που δημιουργήθηκαν από την ερμηνεία που δόθηκε στον προηγούμενο θεσμό από νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ... Προσεκτική ανάγνωση και εξέταση του νέου θεσμού δείχνει, με αναφορά και στα όσα καταγράφονται στην παρ. 1 του θ.4, ότι στόχος της καταχώρισης συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων είναι η ολοκληρωμένη παρουσίαση της αίτησης ή της ένστασης αντίστοιχα ώστε αυτή να οδηγηθεί σε ακρόαση επί του πλήρους φάσματος της διαφοράς. Για παράδειγμα, θα μπορούσε να αποτελέσει καλό λόγο για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αν ο αιτητής εύλογα αισθάνεται μετά από την καταχώριση της ένστασης, ότι πρέπει να προσθέσει στα γεγονότα που υποστηρίζουν την αίτηση του, ώστε να έχει δυνατότητα επιτυχίας. Άλλη περίπτωση είναι όπου το Δικαστήριο επί μονομερούς αιτήσεως, συνήθως για απαγορευτικό διάταγμα, εγείρει ερωτηματικά ως προς ορισμένα προαπαιτούμενα της έκδοσης απαγορευτικού διατάγματος, οπότε και ο αιτητής δυνατόν να ζητήσει από το Δικαστήριο πριν την τελειωτική εξέταση και απόφαση επί της αιτήσεως του, την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ώστε να προσθέσει διάφορους ισχυρισμούς και γεγονότα που έχουν σχέση είτε με το επείγον του χρόνου είτε τη γνώση από πλευράς του αιτητή των γεγονότων που οδήγησαν στην διαφορά κ.τ.λ». Σχετικό είναι και το σκεπτικό της απόφασης στην υπόθεση A. Messios & Sons Ltd κ.ά ν. Ανδρέα Λεωνίδα
(2010)1(Α) Α.Α.Δ. 195, η οποία αφορούσε αίτημα το οποίο υποβλήθηκε ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου για επαναφορά έφεσης η οποία είχε απορριφθεί λόγω μη προώθησής της. Τονίστηκαν τα εξής σχετικά και διαφωτιστικά για τον τρόπο άσκησης της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου για το ζήτημα παραχώρησης άδειας καταχώρισης συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Στην σελίδα 199 διαβάζονται τα εξής: « Μελετήσαμε με προσοχή τα ενώπιον μας στοιχεία υπό το φως των εισηγήσεων των δύο πλευρών. Θεωρούμε ότι η διακριτική ευχέρεια που παρέχεται στο δικαστήριο από τις σχετικές δικονομικές πρόνοιες, είναι ορθό και δίκαιο να ασκηθεί, στην προκείμενη περίπτωση υπέρ των εφεσειόντων-αιτητών. Κατά την εκτίμηση μας τα στοιχεία που επιθυμούν να θέσουν ενώπιον του δικαστηρίου, οι εφεσείοντες-αιτητές, με τις δύο ένορκες δηλώσεις για τις οποίες ζητούν την άδεια του δικαστηρίου να καταχωρήσουν, είναι στοιχεία που σχετίζονται με τους ισχυρισμούς και τις θέσεις που πρόβαλε ο εφεσίβλητος-καθ΄ ου η αίτηση στην αρχική του ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης στην αίτηση επαναφοράς της έφεσης. Δεν πρόκειται, κατά την κρίση μας, για ανεπίτρεπτη μαρτυρία ούτε για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών των εφεσειόντων, αλλά για διευκρινίσεις και ισχυρισμούς που είναι επιθυμητό να επιτραπεί στους εφεσείοντες-αιτητές να προβάλουν, ώστε το δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων.». Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για παραχώρηση άδειας για συμπληρωματική ένορκη δήλωση ασκείται με βάση γεγονότα τα οποία τίθενται ενώπιον του. Σημαντικός παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη για τους σκοπούς διαμόρφωσης της κρίσης του Δικαστηρίου είναι η φύση και οι ανάγκες της διαδικασίας, την οποία η συμπληρωματική ένορκη δήλωση επιδιώκει να εξυπηρετήσει. Προκύπτει, ότι μπορεί να δοθεί άδεια για να παρασχεθούν διευκρινίσεις, ώστε το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων. Είναι ζήτημα των εκάστοτε περιστάσεων σε συνάρτηση και με τη φύση της συγκεκριμένης διαδικασίας στα πλαίσια της οποίας επιχειρείται να καταχωρηθεί συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Mε δεδομένο το περιορισμένο αντικείμενο της ενδιάμεσης διαδικασίας εκδίκασης προσωρινού διατάγματος, η καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης κατά τρόπο που να απαντώνται προβαλλόμενοι ισχυρισμοί της άλλης πλευράς ή να προσάγεται πρόσθετη μαρτυρία, δεν είναι επιθυμητή. Αναφορά μπορεί να γίνει στο Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τομ. 24, σελ. 519, παρ. 972, υπό τον τίτλο «No fresh evidence after motion opened»). Ως δε έχει υποδειχθεί στην υπόθεση T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 A.A.Δ. 1802, η διαδικασία της εκδίκασης προσωρινών διαταγμάτων δεν πρέπει να γίνεται «απαραδέκτως πολύπλοκη και μακρά». Έχει νομολογηθεί ότι δεν είναι εκ προοιμίου ανεπίτρεπτη η παραχώρηση άδειας για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης στο πλαίσιο της διαδικασίας αναθεώρησης του προσωρινού διατάγματος. «Το γεγονός ότι στην προκειμένη περίπτωση εξεδόθη προσωρινό διάταγμα στη βάση μονομερούς Αίτησης δεν αποκλείει το ενδεχόμενο καταχώρησης από τον Αιτητή συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης σε απάντηση της ένορκης δήλωσης που κατεχωρήθη προς υποστήριξη της Ένστασης νοουμένου ότι δεν επιδιώκεται μέσω της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης η προσθήκη γεγονότων και δεδομένων που να αιτιολογούν εκ των υστέρων την έκδοση του Διατάγματος, αλλά η απόσειση του βάρους απόδειξης που ο Αιτητής φέρει για να πείσει το Δικαστήριο ότι το εκδοθέν διάταγμα θα πρέπει να συνεχίσει να βρίσκεται σε ισχύ. Όπως είναι νομολογημένο η έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος μονομερώς δεν μεταθέτει το βάρος απόδειξης κατά την ακρόαση και, επομένως, ο Αιτητής έχει το βάρος να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι το διάταγμα θα πρέπει να παραμείνει σε ισχύ. Για να παραμείνει σε ισχύ το διάταγμα πρέπει να ικανοποιούνται δύο παραμέτροι: Ότι στην βάση των δεδομένων που είχαν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από τους Αιτητές ορθά εκδόθηκε το διάταγμα, και ότι στη βάση των δεδομένων κατά την ακρόαση, αφ' ότου ορίστηκε επιστρεπτέο, είναι ορθή η οριστικοποίηση του διατάγματος και συνέχιση της ισχύος του. Τα δεδομένα κατά την ακρόαση περιλαμβάνουν τα επιπλέον στοιχεία που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου από το ενιστάμενο μέρος, τον Καθ' ου η Αίτηση», όπως λέχθηκε από την κα Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ. (όπως ήταν τότε) στην υπόθεση YRAT ISKHAKOV κ.α. ν. LEXBROOK LIMITED κ.α., Αρ. Αγ. 964/2017, ημερ. 21/12/2017. Δεν παρέχεται η δυνατότητα προσαγωγής, από την πλευρά αιτητή ο οποίος έχει εξασφαλίσει μονομερώς θεραπεία, πρόσθετης και εκ των υστέρων μαρτυρίας, τέτοιας που να διαφοροποιεί τη βάση επί της οποίας ασκήθηκε η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου κατά την παραχώρηση του μονομερούς διατάγματος. Ούτε παρέχεται η δυνατότητα στον διάδικο που κατέφυγε μονομερώς στο Δικαστήριο, επιζητώντας και επιτυγχάνοντας την έκδοση μονομερούς διατάγματος, να καλύψει τυχόν κενά της υπόθεσης του. Θα πρέπει ωστόσο να σημειωθεί ότι η έκδοση ήδη του διατάγματος, μονομερώς, δεν καθιστά το εγχείρημα της αναζήτησης άδειας για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης εκ μέρους των εναγόντων-αιτητών, αδύνατο. Στις κατάλληλες περιπτώσεις είναι δυνατό να αντιμετωπιστεί ευνοϊκά από το Δικαστήριο. Όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Κούππα v. Πουλλάς Τσαδιώτης Λτδ κ.ά.
(2014)1(Β) Α.Α.Δ. 1665, αλλά και στις υποθέσεις Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 και Milton Investment Co Ltd κ.ά. v. Dryden Group Ltd
(2014)1(A) Α.Α.Δ. 731, σε ενδιάμεσες αιτήσεις για προσωρινά διατάγματα, το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος που ουσιαστικά θα ισοδυναμούσαν με απόφαση επί της ουσίας της αγωγής. Στην υπόθεση Recnex Trading Ltd v. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ
(2014)1A Α.Α.Δ. 866, αναφέρθηκε ότι ζητήματα αμφισβητούμενα θα πρέπει να αφήνονται να ακουστούν κατά την εκδίκαση της ουσίας, ενώ το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφεύγει να προβαίνει σε τελικά συμπεράσματα τα οποία δυνατόν να αποβούν βλαπτικά για τα δικαιώματα των διαδίκων. Η υπό κρίση Αίτηση θα εξεταστεί και θα κριθεί έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές. Θα πρέπει να εξεταστεί πρώτον, κατά πόσον οι Αιτητές επιδιώκουν να συμπληρώσουν ηθελημένα κενά στην ένορκη δήλωση που συνόδευσε την αίτηση τους για την έκδοση του Διατάγματος ούτως ώστε να τροποποιήσουν ή αλλοιώσουν την εικόνα που αρχικά έδωσαν στο Δικαστήριο. Σε περίπτωση που η απάντηση στο πρώτο πιο πάνω ερώτημα είναι αρνητική, δεύτερον, κατά πόσον οι Αιτητές εκείνο που επιδιώκουν είναι να απαντήσουν σε ισχυρισμούς που προέβαλαν οι Καθ' ων η αίτηση, τους οποίους δεν μπορούσαν να προβλέψουν. Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω τις παραγράφους για τις οποίες οι Αιτητές ζητούν άδεια για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης έτσι ώστε να αντικρούσουν τους ισχυρισμούς των Καθ΄ων η αίτηση, όπως αυτοί διαφαίνονται στις δικές τους ένορκες δηλώσεις. Θα παραθέσω τα σημεία για τα οποία η Ενάγουσα - Αιτήτρια, μέσω του διευθυντή της, ζητά άδεια για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, δίδοντας ταυτόχρονα την κρίση του Δικαστηρίου για το κάθε ένα από αυτά. Για τους σκοπούς της εξέτασης της παρούσας Αίτησης, έχω λάβει υπόψη μου τα επιχειρήματα των ευπαιδεύτων δικηγόρων τα οποία έχουν εκτεθεί με πληρότητα και με τρόπο υποβοηθητικό προς το Δικαστήριο μέσω των γραπτών τους αγορεύσεων. Πρόκειται για τους ισχυρισμούς στις παραγράφους 9, 11, 12, 13, 15, 16, 17, 20, 22 και 23 της ένορκης δήλωσης του Εναγόμενου 2 και αφορούν την γνώση του για τις πράξεις της μητέρας του και για τις θέσεις του σε σχέση με την πώληση του διαμερίσματος. Όπως προκύπτει, από τις παραγράφους 5.1-5.7 της προτιθέμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ο διευθυντής της Αιτήτριας επιθυμεί να προβάλει επιχειρηματολογία και ισχυρισμούς προς απάντηση των όσων καταγράφει ο Εναγόμενος 2 στη δική του ένορκη δήλωση. Αυτό δεν συνιστά «καλό λόγο» για να επιτραπεί η καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Επιπρόσθετα, κανένα από τα στοιχεία που επιθυμούν να εισάξουν οι Ενάγοντες δεν είναι νέο, δηλαδή δεν προέκυψε μετά από την έκδοση του προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος αφού αφορούν, μεταξύ άλλων, σε συζητήσεις που έγιναν μεταξύ του Διευθυντή των Εναγόντων και του Εναγόμενου 2 σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα. Αντίθετα, ήταν στο πεδίο γνώσης των Εναγόντων εξ αρχής, ήτοι από την ημερομηνία καταχώρησης της μονομερούς αίτησης για την έκδοση των προσωρινών διαταγμάτων. Δεν αποτελούν στοιχεία τα οποία να αγνοούσαν οι Ενάγοντες προηγουμένως, έτσι ώστε να τα επικαλούνται τώρα για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν υπάρχει «καλός λόγος» με την έννοια του ότι είναι αναγκαίο να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία που περιήλθαν στην αντίληψή τους πρόσφατα ή/και μετά την καταχώρηση της αρχικής τους ένορκης δήλωσης. Τα ίδια μπορούν να λεχθούν και σε σχέση με τους ισχυρισμούς που καταγράφονται στις παραγράφους 6.1-6.22 της προτιθέμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του κ. Φάντη και αφορούν τις παραγράφους 10, 11, 12, 13-18, 20-29, 31 -33, 36, 38, 40-45, 48-63 και 70 της ένορκης δήλωσης της Εναγόμενης
  1. Όλα αυτά τα γεγονότα δεν προέκυψαν μετά την έκδοση του προσωρινού διατάγματος αλλά αντίθετα προϋπήρχαν. Το Δικαστήριο έκδωσε το απαγορευτικό διάταγμα με βάση τη μαρτυρία που είχε ενώπιόν του. Το εύρος της μαρτυρίας που ο διευθυντής των Εναγόντων θέλει να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση σκοπεί στο να συμπληρώσει τυχόν κενά υπάρχουν στην αρχική ένορκη δήλωση και αυτό είναι ανεπίτρεπτο. Ασφαλώς στο πλαίσιο της εκδίκασης της αγωγής οι Ενάγοντες θα μπορούν να φέρουν μαρτυρία για όλα τα θέματα που θεωρούν ουσιώδη και αναγκαία, για να κρίνει το Δικαστήριο λεπτομερώς και εις βάθος τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς, αλλά στο παρόν στάδιο δεν θα ήταν ορθό να μεταβάλουν με εκ των υστέρων μαρτυρία το πλαίσιο των γεγονότων στη βάση του οποίου στηρίχθηκε το Δικαστήριο για να εκδώσει το προσωρινό διάταγμα μονομερώς. Δικαιότερο είναι να αντιταχθούν οι ισχυρισμοί των Εναγομένων προς τους ισχυρισμούς του ενόρκως δηλούντα στην αρχική Αίτηση, για να αποφανθεί το Δικαστήριο αν ικανοποιείται για το κατεπείγον της αναγκαιότητας παροχής θεραπείας και για το κατά πόσον πληρούνται οι άλλες ουσιαστικές προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/
  2. Έχοντας διευκρινίσει τα ανωτέρω, απορρίπτω την υπό κρίση αίτηση για Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση για το μόνο λόγο ότι θεωρώ δικαιότερο να κριθεί το βάσιμο της διατήρησης και οριστικοποίησης του ήδη εκδοθέντος μονομερώς προσωρινού διατάγματος στη βάση του πραγματικού υποβάθρου που είχε υπόψη του το Δικαστήριο ως εκδοχή των Εναγόντων, χωρίς να επιτραπεί βελτίωση ή/και διόρθωση του υπόβαθρου αυτού μεθύστερα. Η κατάληξη μου αυτή δεν αφαιρεί από τους Ενάγοντες το δικαίωμα να αιτηθούν τυχόν αντεξέταση των Εναγομένων, δυνάμει των προνοιών της Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Κατ' ακολουθία του γενικού κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα, όσον αφορά τα έξοδα της υπό κρίση αίτησης αυτά επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων - Καθ' ων η αίτηση και εναντίον των Εναγόντων - Αιτητών, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα είναι όμως πληρωτέα στο τέλος της εκδίκασης της αίτησης για προσωρινά διατάγματα. (Υπ.) ............... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.