ΘΩΜΑΪΔΟΥ κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αγωγή αρ. 861/2012, 10/5/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A230 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ։ Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 861/2012 Μεταξύ։ XXXXX ΘΩΜΑΪΔΟΥ XXXXX ΘΩΜΑΪΔΗ, αμφοτέρων εκ Λεμεσού, υπό την ιδιότητά τους ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος XXXXX Κ. Θωμαϊδη, τέως από την Αμμόχωστο. Εναγόντων και ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, εκ Λευκωσίας Εναγομένων Ημερομηνία։ 10 Μαΐου, 2021 Εμφανίσεις։ Για τους Ενάγοντες 1 και 2։ Ν. Πιριλίδης, για Ν. Πιριλίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Εναγόμενους։ κα Θ. Καουτζιάνη, για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ. Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή καταχωρήθηκε στις 7.2.2012. Η Έκθεση Απαίτησης ήταν ειδικά οπισθογραφημένη επί του κλητηρίου εντάλματος. Οι Εναγόμενοι καταχώρησαν Έκθεση Υπεράσπισης στις 25.5.2012. Συμπληρώθηκαν τα δικόγραφα στις 27.6.2012, όταν καταχωρήθηκε η Απάντηση των Εναγόντων. Από λάθος που υπήρξε στην Έκθεση Απαίτησης και, κατ'ακολουθίαν στα επόμενα δικόγραφα, σε ό,τι αφορά την κλίμακα της αγωγής, ο φάκελος της παρούσας είχε τεθεί ενώπιον Ανώτερου Επαρχιακού Δικαστή. Το λάθος εντοπίστηκε στις 9.3.2020, οπότε τέθηκε από το Πρωτοκολλητείο ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου για χειρισμό της ακρόασης. Δόθηκε αμέσως προτεραιότητα στην παρούσα για έναρξη. Αξίζει ίσως να σημειωθεί ότι από 16.3.2020 μέχρι 4.5.2020, επικρατούσε στην Κύπρο το πρώτο lockdown ελέω της πανδημίας Covid-19, γι'αυτό και η έναρξη της ακρόασης κατέστη εφικτή στις 23.6.2020. Ακούστηκαν δύο μάρτυρες για την υπόθεση των Εναγόντων και ένας μάρτυρας για την υπόθεση των Εναγομένων. Ακολούθως, η συνήγορος των Εναγομένων ενημέρωσε με e-mail το Δικαστήριο, με κοινοποίηση στον συνήγορο των Εναγόντων, στις 8.2.2021 ότι κατά τη δικάσιμο ημερ. 9.2.2021 που ήταν ορισμένη η υπόθεση για συνέχιση της ακρόασης, δεν θα προσκόμιζε τελικά οποιαδήποτε περαιτέρω μαρτυρία. Έκλεισε την υπόθεση των Εναγομένων στη βάση της μαρτυρίας ενός και μόνου μάρτυρα, του κ. XXXXX Ρωσταντή (ΜΥ1). Προτού ακόμη κλείσουν την υπόθεσή τους οι Εναγόμενοι, ο συνήγορος των Εναγόντων μερίμνησε να καταστήσει γνωστό προς τη συνήγορο Υπεράσπισης και προς το Δικαστήριο, για χάριν καλύτερου προγραμματισμού, ότι αυτός είχε πρόθεση να καταχωρήσει αίτηση για να προσκομίσει αντικρουστική μαρτυρία. Σχετικό το e-mail του κ. Πιριλίδη, ημερ. 12.1.2021, ενόψει της δικασίμου ημερ. 13.1.2021. Το χρονοδιάγραμμα για την καταχώριση τέτοιας αίτησης καθορίστηκε από το Δικαστήριο με e-mail ημερ. 8.2.2021, μόλις έγινε γνωστή η δήλωση της συνηγόρου Υπεράσπισης ότι έκλεισε την υπόθεσή της. Τάχθηκε χρόνος μέχρι 10.2.21 για την καταχώρηση της αίτησης αντικρουστικής μαρτυρίας και δόθηκε χρόνος για τυχόν καταχώριση ένστασης σε αυτήν μέχρι 25.2.21, ημερομηνία κατά την οποία η αίτηση ορίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Εν τέλει, η υπό κρίση αίτηση των Εναγόντων για αντικρουστική μαρτυρία καταχωρήθηκε εμπρόθεσμα στις 9.2.2021 και η Ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης σε αυτήν από τους Εναγομένους καταχωρήθηκε στις 16.3.2021, βάσει άδειας του Δικαστηρίου κατόπιν αιτήματος παράτασης χρόνου, στο οποίο δεν ηγέρθη ένσταση από τους Ενάγοντες. Τέλος, στις 5.4.2021 υποβλήθηκαν, σύμφωνα με τις οδηγίες του Δικαστηρίου, ηλεκτρονικά, οι αγορεύσεις των συνηγόρων των διαδίκων και επιφυλάχθηκε η έκδοση της ενδιάμεσης απόφασης, η οποία και εκδίδεται διά της παρούσης. Η ΑΝΤΙΔΙΚΙΑ ΣΤΗΝ ΑΓΩΓΗ. Αυτό που καθίσταται επίδικο από τους Ενάγοντες στην παρούσα αγωγή είναι τί απέγινε το Πιστωτικό Υπόλοιπο προθεσμιακής κατάθεσης των Εναγόντων ποσού Λ.Κ.35.333,044 (€60.370,09) πλέον τόκο, που ισχυρίζονται ότι αυθαίρετα, παράνομα και αντισυμβατικά κατακρατούν οι Εναγόμενοι από 22.11.1976 μέχρι σήμερα και αρνούνται ή παραλείπουν να το επιστρέψουν στους Ενάγοντες, παρά το ότι επανειλημμένα το ζήτησαν. Αντιτάσσουν οι Εναγόμενοι ότι εξοφλήθηκε η προθεσμιακή κατάθεση στις 19.3.1977 και/ή πληρώθηκε το υπόλοιπο στους διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος XXXXX Θωμαϊδη στις 6.4.1978. Η ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ. Πιο συγκεκριμένα, Στην Έκθεση Απαίτησης, οι Ενάγοντες είχαν δικογραφήσει την εξής εκδοχή։ «5. Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι κατά ή περί την 21.11.1976, διατηρούσαν με τους Εναγόμενους την κατάθεση προθεσμίας υπ' αρ. λογαριασμοXXXXX68, η οποία έφερε τόκο προς 9% ετησίως ύψους Λ.Κ. 40.333,044 (€68.913,10). 6. Κατ' ακολουθία γραπτών οδηγιών των Εναγόντων, κατά ή περί την 02.03.1977, οι Εναγόμενοι εξόφλησαν την πιο πάνω κατάθεση προθεσμίας υπ' αρ. λογαριασμού XXXXX68 και με το προϊόν της εν λόγω κατάθεσης ανοίχθηκε νέα κατάθεση προθεσμίας υπ'αρ. XXXXX86, επ' ονόματι των Εναγόντων για ποσό Λ.Κ.35.333,044 (€60.370,09), πλέον τόκο προς 9% ετησίως από κατά ή περί την 22.11.1976 (στο εξής το «Πιστωτικό Υπόλοιπο»), το δε υπόλοιπο ύψους Λ.Κ. 5.000 (€8.543), πλέον τόκοι επί του εν λόγω ποσού, πλέον οι δεδουλευμένοι τόκοι επί του ποσού των Λ.Κ.35.333,044, μεταφέρθηκε στους λογαριασμούς XXXXX67 και XXXXX7888. Όλη η πιο πάνω συναλλαγή επιβεβαιώθηκε γραπτώς από τους Εναγομένους. 7. Οι Ενάγοντες περαιτέρω ισχυρίζονται ότι οι Εναγόμενοι σε συνεννόηση με τον Έφορο Κληρονομιών, κατά ή περί την 17.01.1968, ανέλαβαν την υποχρέωση και συμφώνησαν όπως ποσό Λ.Κ. 8.026 (€13.713,24), το οποίο ήταν κατατεθειμένο στους Λογαριασμούς των Εναγόντων, παραμείνει δεσμευμένο ως ασφάλεια και/ή μη αποδεσμευτεί και/ή μη αποσυρθεί από οποιονδήποτε χωρίς την προηγούμενη άδεια του Εφόρου Φόρου Κληρονομιών, κάτι που οι Εναγόμενοι την 30.01.1968 επιβεβαίωσαν με επιστολή τους προς τους Ενάγοντες και που επιβεβαιώθηκε εκ νέου την 09.12.1975 από τον Έφορο Φόρου Κληρονομιών προς τους Εναγόμενους, σε απάντηση επιστολής των τελευταίων ημερ. 25.11.1975. 8. Οι Ενάγοντες περαιτέρω ισχυρίζονται ότι ο Έφορος Φόρου Κληρονομιών ουδέποτε μέχρι σήμερα έχει εξουσιοδοτήσει και/ή ζητήσει την αποδέσμευση του εν λόγω ποσού, το οποίο παραμένει μέχρι σήμερα στα χέρια των Εναγομένων και ισόποσο του οποίου οφείλεται από τους Ενάγοντες προς τον Έφορο Φόρου Κληρονομιών. 9. Οι Ενάγοντες λέγουν ότι ουδέποτε μέχρι σήμερα παρέλαβαν και /ή προέβηκαν σε ανάληψη του Πιστωτικού Υπολοίπου, με αποτέλεσμα το ως άνω Πιστωτικό Υπόλοιπο μετά τόκου προς 9% από 22.11.1976 μέχρι την 31.12.2000 και από της 01.01.2001 μετά τόκου προς 9% ετησίως, με κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους μέχρι εξόφλησης, μέχρι σήμερα να βρίσκεται στην κατοχή των Εναγομένων, κατά παράβαση της μεταξύ τους πιο πάνω συμφωνίας και/ή συμφωνιών. 10. Οι Ενάγοντες ζήτησαν επανειλημμένα από τους Εναγόμενους με επιστολές και/ή ηλεκτρονικά τους μηνύματα, όπως τους παράσχουν λογαριασμό, μεταξύ άλλων, για το Πιστωτικό Υπόλοιπο και/ή όπως τους καταβάλουν το Πιστωτικό Υπόλοιπο και/ή οποιοδήποτε μέρος αυτού που βρίσκεται στην κατοχή τους, πλην όμως οι Εναγόμενοι αρνούνται και/ή παραλείπουν να συμμορφωθούν με τις οδηγίες των Εναγομένων προφασιζόμενοι διάφορες αόριστες και/ή αυθαίρετες και/ή ατεκμηρίωτες και/ή άλλως δικαιολογίες, όπως μεταξύ άλλων ότι δεν εντοπίζουν τους λογαριασμούς και/ή ότι λόγω της τουρκικής εισβολής δεν διατηρούν και/ή δεν έχουν στην κατοχή τους ολοκληρωμένα στοιχεία και/ή ότι οι λογαριασμοί εξοφλήθηκαν την 6.4.1978, κάτι που οι Ενάγοντες απορρίπτουν κατηγορηματικά. Οι Ενάγοντες επιφυλάσσονται ν' αναφερθούν στην μεταξύ των διαδίκων αλληλογραφία κατά τη δικάσιμο.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) Με βάση την πιο πάνω δικογραφηθείσα εκδοχή γεγονότων, οι Ενάγοντες αξιώνουν από το Δικαστήριο։ (Α) την έκδοση Δηλωτικής απόφασης ότι οι Εναγόμενοι έχουν παράνομα παραβιάσει την συμφωνία και/ή τις συμφωνίες με τους Ενάγοντες, διά της ανισυμβατικής και/ή αυθαίρετης και/ή παράνομης και/ή άλλως πως άρνησής τους να πληρώσουν και/ή καταβάλουν προς τους Ενάγοντες το Πιστωτικό Υπόλοιπο των Λ.Κ.35.333,044 (€60.370,09), πλέον τόκο προς 9% ετησίως από την 22.11.1976 μέχρι την 3.12.2000 και από της 01.01.2000 μετά τόκου προς 9% ετησίως με κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους μέχρι εξόφλησης, (Β) να εκδώσει Διάταγμα που να διατάσσει τους Εναγομένους να παράσχουν λογαριασμό προς τους Ενάγοντες αναφορικά με το Πιστωτικό Υπόλοιπο και (Γ) να επιδικάσει υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων το εν λόγω Πιστωτικό Υπόλοιπο ως «Γενικές και/ή Ειδικές αποζημιώσεις», Στην Έκθεση Υπεράσπιση, οι Εναγόμενοι απαντούν στις πιο πάνω θέσεις των Εναγόντων ως εξής։ «7. Από την παράγραφο 5 της Έκθεσης Απαίτησης των εναγόντων, οι Εναγόμενοι παραδέχονται μόνο ότι οι ενάγοντες διατηρούσαν τον αναφερόμενο λογαριασμό με τους εναγόμενους. Οι εναγόμενοι αρνούνται ότι ο εν λόγω λογαριασμός έφερε τόκο προς 9% ετησίως, θέτουν τους ενάγοντες σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους και αναφέρουν ότι το επιτόκιο της εν λόγω προθεσμιακής κατάθεσης ήταν 6,75%. Αναφορά στα επίδικα έγγραφα θα γίνει κατά την ακρόαση. 8. Οι Εναγόμενοι παραδέχονται το περιεχόμενο της παραγράφου 6 της Έκθεσης Απαίτησης των εναγόντων και σημειώνουν ότι η κατάθεση προθεσμίας XXXXX68 εξοφλήθηκε στις 19.3.1977. Οι εναγόμενοι επιφυλάσσουν το δικαίωμά τους όπως προσκομίσουν τα σχετικά έγγραφα κατά τη δικάσιμο. 9. Οι Εναγόμενοι παραδέχονται το περιεχόμενο της παραγράφου 7 της Έκθεσης Απαίτησης των εναγόντων και επιφυλάσσουν και πάλι το δικαίωμά τους όπως προσκομίσουν τα σχετικά έγγραφα και επιστολές κατά την ακρόαση της παρούσας αγωγής. 10. Οι Εναγόμενοι αρνούνται το περιεχόμενο των παραγράφων 8 και 9 της Έκθεσης Απαίτησης των εναγόντων και θέτουν αυτούς σε αυστηρή απόδειξη των όσων ισχυρίζονται. Οι εναγόμενοι αναφέρουν ότι το ποσό των £8.026- δεν βρίσκεται στα χέρια των εναγομένων καθότι αυτό περιλαμβανόταν στο ποσό των £35.333,044 που πληρώθηκε στους διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος XXXXX Θωμαΐδη στις 6.4.1978. Οι εναγόμενοι επιφυλάσσουν το δικαίωμά τους όπως προσκομίσουν κατά τη δικάσιμο τα σχετικά μεριδολόγια και λοιπά έγγραφα που αποδεικνύουν την εξόφληση της εμπρόθεσμης κατάθεσης που διατηρούσαν οι ενάγοντες. 11. Εις απάντηση της παραγράφου 10 της Έκθεσης Απαίτησης των εναγόντων, οι Εναγόμενοι επαναλαμβάνουν τα όσα έχουν ήδη αναφέρει στην παράγραφο 9 ανωτέρω και ειδικότερα ότι το επίδικο ποσό είχε παραδοθεί στους ενάγοντες καθώς συμπεριλαμβανόταν στο ποσό των £35.333,044 που είχε πληρωθεί στους διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος στις 6.4.1978. Οι Εναγόμενοι θέτουν τους ενάγοντες σε αυστηρή απόδειξη των όσων ισχυρίζονται στην εν λόγω παράγραφο και αναφέρουν ότι πολλά εκ των σχετικών εγγράφων έχουν όντως καταστραφεί σύμφωνα με τους σχετικούς κανονισμούς της Τράπεζας ενόψει του μακρού χρονικού διαστήματος που έχει παρέλθει. Πλήρης αναφορά στους σχετικούς λογαριασμούς της Τράπεζας θα γίνει κατά τη δικάσιμο.» (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) Με το δικόγραφο της Απάντησης, οι Ενάγοντες αρνήθηκαν τους ισχυρισμούς των Εναγομένων περί εξόφλησης της επίδικης προθεσμιακής κατάθεσης και επανέλαβαν τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην Έκθεση Απαίτησής τους. ΤΟ ΥΠΟΒΑΘΡΟ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗΣ ΤΩΝ ΜΕΡΙΔΟΛΟΓΙΩΝ ΩΣ ΜΕΡΟΣ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΤΟΥ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΥ ΤΟΥΣ ΠΕΡΙ ΕΞΟΦΛΗΣΗΣ ΤΗΣ ΠΡΟΘΕΣΜΙΑΚΗΣ ΚΑΤΑΘΕΣΗΣ. Όπως φαίνεται από την προπαρατεθείσα δικογραφία, οι Εναγόμενοι δικογράφησαν։ τον ισχυρισμό περί εξόφλησης της προθεσμιακής κατάθεσης XXXXX68 με Πιστωτικό Υπόλοιπο Λ.Κ.35.333,044 (€60.370,09), διά της πληρωμής του ποσού αυτού στους διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος στις 6.4.1978, και τον ισχυρισμό ότι κατά την πιο πάνω αναφερόμενη εξόφληση του εν λόγω Πιστωτικού Υπολοίπου, περιλαμβανόταν σε αυτό και το ποσό των £8.026-. Οι Εναγόμενοι, προκειμένου ν' αποδείξουν τον ισχυρισμό περί εξόφλησης της προθεσμιακής κατάθεσης και μη οφειλής οποιουδήποτε Πιστωτικού Υπολοίπου, επικαλέστηκαν στο δικόγραφό τους την ύπαρξη και κατοχή από αυτούς «των Μεριδολογίων» ως αποδεικτικών στοιχείων (βλ. την παρα. 10 της Έκθεσης Υπεράσπισης). Έχοντας ήδη επιφυλαχθεί στο πλαίσιο της Έκθεσης Υπεράσπισης να παρουσιάσουν κατά την ακρόαση «τα Μεριδολόγια», οι Εναγόμενοι προχώρησαν στις 8.10.2012 σε συμμόρφωση προς το σχετικό Δικαστικό Διάταγμα αποκάλυψης ημερ. 20.8.12, στην καταχώρηση Ένορκης Δήλωσης αποκάλυψης των «Μεριδολογίων» ανάμεσα στα λοιπά έγγραφα που είχαν στην κατοχή τους και τα οποία είχαν πρόθεση να χρησιμοποιήσουν κατά την ακρόαση. Συγκεκριμένα, δόθηκαν αναφορικά με τα «Μεριδολόγια» οι εξής λεπτομέρειες περιγραφής։ «1. Μεριδολόγιον υπ' αρ. XXXXX68, ημερ. 20.11.1975 για το ποσό των £40.333,044 το οποίο εξοφλήθη την 19.03.1977. «2. Μεριδολόγιον υπ' αρ. XXXXX68, ημερ. 19.3.1977, για το ποσό των £35.333,044, το οποίο εξοφλήθη την 6.04.1978.». Κατά την ακρόαση της υπόθεσης, πράγματι ο πρώτος και μοναδικός μάρτυρας των Εναγόντων, κ. XXXXX Ρωσταντής (ΜΥ1), παρουσίασε και κατέθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήρια τα εν λόγω δύο «Μεριδολόγια» («Μερίς Εμπροθέσμου Καταθέσεως»). Το Μεριδολόγιο με αριθμό XXXXX68 σημειώθηκε ως Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Β και το Μεριδολόγιο με αριθμό XXXXX86 σημειώθηκε ως Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Β. Στο πλαίσιο της γραπτής του δήλωσης (βλ. το τεκμήριο με ένδειξη «Έγγραφο Β»), την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, ο ΜΥ1 εξήγησε (βλ. τη δεύτερη υποπαράγραφο της παραγράφου 8, σελ. 6 του Εγγράφου Β), ότι το εν λόγω έντυπο Μεριδολογίου։ «είναι πιστό αντίγραφο μιας κατάθεσης προθεσμίας και με το φύλλο αυτό συγκροτείτο αρχείο των καταθέσεων προθεσμίας των πελατών σε κάθε κατάστημα της Τράπεζας. Δηλαδή, στο αρχείο αυτό τοποθετούνταν κατά αύξοντα αριθμό τα μεριδολόγια των καταθέσεων προθεσμίας πελατών του κάθε καταστήματος της Τράπεζας. Στο κάθε μεριδολόγιο υπήρχαν δακτυλογραφημένες όλες οι λεπτομέρειες της κατάθεσης προθεσμίας, όπως το ποσό της κατάθεσης, η περίοδος της κατάθεσης, το επιτόκιο αυτής, κ.α.». Πέραν της ως άνω γενικής περιγραφής του τί εστί Μεριδολόγιο, ο ΜΥ1 αναφέρθηκε, κατά την ένορκη μαρτυρία που έδωσε προφορικά στο Δικαστήριο, σε χειρόγραφες σημειώσεις, καθώς και σε σφραγίδες, που εντόπισε να υπάρχουν στα εν λόγω δύο Μεριδολόγια που ο ίδιος κατέθεσε ως τεκμήρια. Συγκεκριμένα, αυτός εντόπισε։ · Στο Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Β (Μεριδολόγιο XXXXX68), o Σφραγίδα «Εξοφλήθη τη» και χειρόγραφα δίπλα την ημερομηνία «19.3.1977» o Κάτω από αυτά, τη χειρόγραφη σημείωση «XXXXX86» που ήταν η νέα κατάθεση που δημιουργήθηκε από την κατάθεση προθεσμίας XXXXX68 και δίπλα χειρόγραφη σημείωση «XXXXX88, XXXXX67», που ήταν οι αριθμοί λογαριασμών στο όνομα των διαχειριστών του αποβιώσαντος XXXXX Θωμαΐδη. o Στο κάτω μέρος, στις «Παρατηρήσεις», δακτυλογραφημένη σημείωση «Κεφ. Ε.Κ. αρ. XXXXX31. o Στο μέσο περίπου, χειρόγραφη σημείωση «Blocked δια £8.026 του Φόρου κληρονομιών ημ. 9/12/75, Αρ. Περ. E.D.7568» o Στο πλάι αριστερά, χειρόγραφη σημείωση «Παρούσα δ/νσις, 13 XXXXX, XXXXX, London, N.H., U.K.» και δίπλα μία υπογραφή. · Στο Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Β (Μεριδολόγιο XXXXX86), · Πάνω, χειρόγραφη σημείωση «Blocked δια σκοπούς φορολογίας κληρονομιών». · Κάτω από την ένδειξη «ΛΗΞΙΣ 22.11.77», τόξο που δείχνει δεξιά προς τη χειρόγραφη σημείωση «Να μην ανανεωθεί αυτομάτως, οδηγίαι προφορικαί πελάτιδος ημ. 23.11.77 προς τον κ. Ανδρεάδην» και δίπλα μία μονογραφή. · Κάτω αριστερά από την ένδειξη «ΛΗΞΙΣ 22.11.77», μία σφραγίδα «ΕΞΟΦΛΗΘΗ ΤΗ» και δίπλα χειρόγραφα η ημερομηνία «6/4/78». · Στο κάτω μέρος υπό τις «Παρατηρήσεις», η δακτυλογραφημένη ένδειξη «Μέρος Ε.Κ.XXXXX68». Το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε ο ΜΥ1 με βάση την έρευνα που διεξήγαγε, όπως τούτο καταγράφεται στην παρα. 10 του Εγγράφου Β, ήταν ότι։ «Σε συνέχεια των πιο πάνω, θα ήθελα να αναφέρω ότι από τα πιο πάνω στοιχεία φαίνεται ότι το ποσό της κατάθεσης προθεσμίας με αριθμό Κ012686 για ποσό εκ £35.333,44 μιλς πληρώθηκε στη XXXXX Θωμαΐδου ή κατ'εντολή της μεταφέρθηκε σε λογαριασμό της διαχείρισης του αποβιώσαντος συζύγου της. Περαιτέρω, φαίνεται ότι οι οδηγίες της XXXXX Θωμαϊδου ήταν να πληρωθεί σε αυτήν ολόκληρο το ποσό ανεξαρτήτως του ποσού της δέσμευσης, αφού γνώριζε ότι είχε ήδη πληρώσει στον Έφορο Φόρου Κληρονομιάς το μεγαλύτερο ποσό της οφειλής της.». Επεξήγησε ακολούθως ο ΜΥ1 το πιο πάνω συμπέρασμά του με παραπομπή και σε αλληλογραφία που υπήρξε μεταξύ της κας Θωμαΐδου ή/και των διαχειριστών με την τράπεζα και τον Έφορο Κληρονομιάς. Η ΥΠΟ ΚΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ ΓΙΑ ΑΝΤΙΚΡΟΥΣΤΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ. Με την υπό κρίση αίτηση, οι Ενάγοντες / Αιτητές αιτούνται ως εξής։ A. «Άδεια του Σεβαστού Δικαστηρίου για την προσκόμιση αντικρουστικής και/ή απαντητικής μαρτυρίας εκ μέρους των Εναγόντων/Αιτητών σε ό,τι αφορά τους ισχυρισμούς και/ή την μαρτυρία που παρουσιάστηκε από τον μάρτυρα των Εναγόντων/Καθ' ων η Αίτηση, κ. XXXXX Ρωσταντή, Μ.Υ.1 και ειδικότερα σε σχέση - (
- i)με την ταυτότητα του προσώπου που υπέγραψε το μεριδολόγιο της εμπρόθεσμης κατάθεσης υπ' αρ. XXXXX68 ημερ. 20.11.1975, ήτοι του Τεκμηρίου 3 υπό Έγγραφο Β καθώς και του προσώπου που ανέγραψε τη συγκεκριμένη διεύθυνση επί του εν λόγω μεριδολογίου και (
- ii)τις συνθήκες και/ή τη σημασία και/ή τους λόγους της αναγραφής των εν λόγω στοιχείων επί του εν λόγω μεριδολογίου. B. Έξοδα της παρούσας αίτησης, πλέον ΦΠΑ.». Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.33 Θ. 7 (ii)(β)(γ) και Δ.48 Θ. 1-4 και 7-9, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στο άρθρο 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στη νομολογία, στις συμφυείς εξουσίες και στη γενική πρακτική και διακριτική ευχέρεια του Σεβαστού Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η Αίτηση εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση της κας. XXXXX Θωμαΐδου, από τη Λεμεσό, ημερ. 09.02.2021, την οποία και παραθέτω αυτούσια։ «Είμαι η Ενάγουσα 1 στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή και είμαι πλήρως εξουσιοδοτημένη από τον Ενάγοντα 2 να προβώ στην παρούσα ένορκο δήλωση, στην οποία προβαίνω εξ όσων καλύτερα γνωρίζω και πιστεύω τόσο από την προσωπική εμπλοκή μου στα γεγονότα που περιβάλλουν την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, όσο και από νομικές συμβουλές των δικηγόρων μου τις οποίες θεωρώ ως ορθές και αληθείς. Κατά την ακρόαση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής, υπήρξα η πρώτη από δύο μάρτυρες που παρουσίασε η πλευρά των Εναγόντων ενώ ήμουν παρούσα στο Δικαστήριο σε όλες τις δικασίμους που έλαβαν χώρα μέχρι που οι Εναγόμενοι έκλεισαν την υπόθεσή τους. Η πλευρά των Εναγομένων ουσιαστικά στήριξε την υπεράσπιση της περί εξόφλησης την 06.04.1978 του εκ μέρους μας διεκδικουμένου ποσού ύψους ΛΚ.35,333,044 πλέον τόκους, στη συνδυασμένη βάση και το περιεχόμενο δύο μεριδολογίων, του μεν πρώτου της κατάθεσης προθεσμίας με αριθμό XXXXX68 (Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Β) και του μεν δευτέρου της κατάθεσης προθεσμίας με αριθμό XXXXX86 (Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Β). Σημειώνω ότι κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης μου ημερ. 27.03.2020, όχι μόνο δεν αντεξετάστηκα επί του περιεχομένου των Τεκμηρίων 3 και 4 υπό Έγγραφο Β, αλλά ακόμα περισσότερο τα εν λόγω έγγραφα ούτε καν μου υποδείχθηκαν ή μου παρουσιάστηκαν για να σχολιάσω έστω το περιεχόμενο τους. Οι Εναγόμενοι για πρώτη φορά παρουσίασαν και κατέθεσαν τα Τεκμήρια 3 και 4 του Εγγράφου Β μέσω του ΜΥ1 κ. Ρωσταντή (ο «ΜΥ1»)στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασης του. Ο ΜΥ1 αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στο περιεχόμενο των εν λόγω Τεκμηρίων με ιδιαίτερη αναφορά στις χειρόγραφες εγγραφές που περιείχαν τα εν λόγω Τεκμήρια, όπως, μεταξύ άλλων, οι αριθμοί των λογαριασμών στο όνομα των διαχειριστών της περιουσίας του αποβιώσαντος, ο αριθμός κατάθεσης προθεσμίας XXXXX86 (Τεκμήριο 3 του Εγγράφου Β) και οι φερόμενες προφορικές οδηγίες της ΜΕ1 ημερ. 23.11.1997 περί μη αυτομάτου ανανέωσης του γραμματίου καθώς και αναγνώρισης της μονογραφής κάποιου κ. Ανδρεάδη - τότε υπαλλήλου της Τράπεζας - (Τεκμήριο 4 του Εγγράφου Β), συμπεριλαμβανομένης της έννοιας της φράσης «εξοφλήθη τη» που περιέχεται σε αμφότερα τα εν λόγω Τεκμήρια, χωρίς να προβεί σε καμία αναφορά ή σχολιασμό σε σχέση με την ταυτότητα του προσώπου που υπέγραψε το Τεκμήριο 3 του Εγγράφου Β, που ήμουν εγώ, καθώς και του προσώπου που ανέγραψε τη συγκεκριμένη διεύθυνση επί του εν λόγω Τεκμηρίου που ήταν η διεύθυνση μου τότε στο Λονδίνο ή και τους λόγους της αναγραφής των εν λόγω στοιχείων επί του εν λόγω Τεκμηρίου 3 του Εγγράφου Β, γεγονός που με αιφνιδίασε και με κατέβαλε εξ απροόπτου. Ο ΜΥ1 περιορίστηκε να θέσει υπόψη του Δικαστηρίου μόνο τα όσα αναφέρω ανωτέρω στην παράγραφο 6 παρά την θέση που διατύπωσε κατά την αντεξέταση της 19.10.2020, ότι «οποιαδήποτε πληροφορία η οποία αφορούσε την κατάθεση προθεσμίας αναγραφόταν με το χέρι πάνω στο μεριδολόγιο ώστε να βοηθήσει στην καλύτερη εξυπηρέτηση του πελάτη». Ο ΜΥ1 αντεξεταζόμενος από το δικηγόρο μας την 03.11.2020, ερωτηθείς για ποιο λόγο το Τεκμήριο 3 του Εγγράφου Β φέρει την υπογραφή και τη διεύθυνση μου, κάτι που δεν φαίνεται να είναι η περίπτωση στο Τεκμήριο 4 του Εγγράφου Β, απάντησε ότι «δεν μπορώ να γνωρίζω αν η υπογραφή στο Τεκμήριο 3 του Εγγράφου Β είναι της κας Θωμαϊδου. Δεν αναγνωρίζω ποιος έβαλε την υπογραφή και ποιος έγγραψε τη διεύθυνση της Ενάγουσας στο εξωτερικό», ενώ απαντώντας σε ερώτηση κατά πόσο αποτελεί οποιαδήποτε μορφή έγκρισης από πλευράς Τραπέζης η υπογραφή και η διεύθυνση που φαίνεται στο Τεκμήριο 3 του Εγγράφου Β, απάντησε ότι «δεν μπορώ να ξέρω γιατί δεν βλέπω να υπάρχει σαφές λεκτικό», θέση που με αιφνιδίασε ακόμα περισσότερο και μου προκαλεί αδικία, αφού με τον παραπλανητικό τρόπο που παρουσιάστηκε η μαρτυρία αναφορικά με το Τεκμήριο 3 του Εγγράφου Β, χωρίς να έχω δηλαδή την δυνατότητα της «επί τόπου» αντίκρουσης και παροχής εξήγησης των λόγων της αναγραφής των εν λόγω στοιχείων επί του εν λόγω Τεκμηρίου 3 του Εγγράφου Β, έχω καταληφθεί εξ απήνης, ενώ παράλληλα το Δικαστήριο στερείται της δυνατότητας να αξιολογήσει στη σωστή του διάσταση και το κομμάτι αυτό της μαρτυρίας. Σεβόμενη το Δικαστήριο αλλά και την δεοντολογία, δεν θα προτρέξω στο πλαίσιο της παρούσας μου Ένορκης Δήλωσης να παράσχω εξηγήσεις αναφορικά με τους λόγους που οδήγησαν στην υπογραφή του Τεκμηρίου 3 του Εγγράφου Β αλλά και τη σημασία των εν λόγω στοιχείων στην όλη υπόθεση, επιφυλασσόμενη να παράσχω τις εν λόγω εξηγήσεις εάν και εφόσον το Δικαστήριο μου επιτρέψει ούτω να πράξω. Εξ όσων με συμβουλεύει ο δικηγόρος μας και ειλικρινά πιστεύω, η επιδιωκόμενη αντικρουστική μαρτυρία είναι επιτρεπτή προκειμένου να αποτραπεί μία πιθανή αδικία όπου ο διάδικος που την προσφέρει έχει παραπλανηθεί ή έχει καταληφθεί εξ απροόπτου, αλλά και για να διαφυλαχθεί το συμφέρον της δικαιοσύνης, αποσκοπεί δε στο να αντικρουστούν οι θέσεις των Εναγομένων σε ό,τι αφορά την λήψη οδηγιών από τους Ενάγοντες, έτσι που εν τέλει να διαφανεί κατά πόσο οι Εναγόμενοι λάμβαναν γραπτές ή προφορικές οδηγίες από τους Ενάγοντες, ζήτημα το οποίο είναι επίδικο και η απόδειξη του οποίου βαραίνει τους Ενάγοντες. Υπό το φως των πιο πάνω, ευσεβάστως εξαιτούμαι ως η Αίτηση μας.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) Η ΕΝΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ / ΚΑΘ'ΩΝ Η ΑΙΤΗΣΗ. Η ένσταση των Εναγομένων / Καθ'ων η αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.33 Θ7, Δ.48 Θ1,2,3, 4 και 7 έως 9, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος, στη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, καθώς και στις συμφυείς εξουσίες και τη διακριτική ευχέρεια του Σεβαστού Δικαστηρίου. Οι συγκεκριμένοι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι: «(α) Η παρούσα αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικαστικής διαδικασίας (abuse of the process of the Court) και είναι αβάσιμη και/ή παράτυπη και/ή αντικανονική. (β) Η καταχώρηση της παρούσας αίτησης προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου και των δικαιωμάτων του αντιδίκου. (γ) Η παρούσα αίτηση έχει υποβληθεί καθυστερημένα και τυχόν έγκριση της θα προκαλέσει αδικία στους εναγομένους. (δ) Οι αναφορές της ενόρκως δηλούσας στην παρούσα αίτηση είναι εσφαλμένες και καθ' όλα παραπλανητικές και δεν αποτελούν υπόβαθρο ικανό για σκοπούς έγκρισης της παρούσας αίτησης. (ε) Η αιτούμενη να προσαχθεί μαρτυρία δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι προέκυψε κατά την αντεξέταση του ΜΥ1, καθότι τα έγγραφα που σχετίζονται με την αιτούμενη να εισαχθεί μαρτυρία δυνάμει της παρούσας αίτησης είχαν αναφερθεί στην καταχωρηθείσα Υπεράσπιση των εναγομένων, καθώς και στην ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων τους, συνεπώς ήταν στην διάθεση των εναγόντων πολύ πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας στην παρούσα υπόθεση. (στ) Η μαρτυρία της οποίας σκοπείται η προσκόμιση ήταν διαθέσιμη εξ' αρχής στους Ενάγοντες και εάν ευσταθούν οι ισχυρισμοί τους θα ήταν εξ ΄ αρχής απαραίτητη για απόδειξη της όποιας απαίτησής τους εναντίον των εναγομένων, και όχι για την απόδειξη οποιωνδήποτε αναφερόμενων ισχυρισμών των εναγομένων. Δεν πρόκειται ουσιαστικά για αντικρουστική μαρτυρία. (ζ) Οι ενάγοντες/αιτητές κωλύονται (are estopped) από το να αιτούνται το αιτούμενο διάταγμα καθότι η αιτούμενη να προσαχθεί μαρτυρία από την ΜΕ1 δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι σχετίζεται με την μαρτυρία του ΜΥ1, ο οποίος για το θέμα το οποίο οι αιτητές αιτούνται να εισαγάγουν ως νέα μαρτυρία, στην αντεξέταση του απάντησε ότι «δεν γνωρίζει». (η) Οι ενάγοντες/αιτητές δεν εγείρουν καλόπιστο και/ή οποιοδήποτε ειδικό και/ή εξαιρετικό λόγο για την προσκόμιση της αντικρουστικής και/ή απαντητικής μαρτυρίας. (θ) Η παρούσα αίτηση αποτελεί εκ των υστέρων προσπάθεια των αιτητών να δικαιολογήσουν την παράλειψη προσαγωγής επαρκούς μαρτυρίας κατά την παρουσίαση της υπόθεσης τους. (ι) Η μαρτυρία που αιτείται να προσαχθεί μέσω νέας αντικρουστικής και/ή απαντητικής μαρτυρίας, αποτελεί ουσιαστικά προσπάθεια των εναγόντων/αιτητών να πλήξουν την αξιοπιστία του μάρτυρα των εναγομένων και ειδικότερα αποτελεί προσπάθεια προσαγωγής ενισχυτικής και/ή επιβεβαιωτικής μαρτυρίας, πράγμα ανεπίτρεπτο υπό τις παρούσες περιστάσεις. (κ) Οι ενάγοντες/αιτητές δεν προσδιορίζουν επαρκώς το περιεχόμενο της νέας αντικρουστικής και/ή απαντητικής μαρτυρίας που αιτούνται να προσκομίσουν. (λ) Το αιτούμενο διάταγμα δεν θα πρέπει να επιτραπεί για τον λόγο ότι οι ενάγοντες/αιτητές δεν έχουν καταληφθεί εξ' απροόπτου, ούτε έχουν βρεθεί προ εκπλήξεως ή παραπλανηθεί, τις μόνες περιστάσεις κάτω από τις οποίες το Σεβαστό Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να επιτρέψει την προσαγωγή αντικρουστικής και/ή απαντητικής μαρτυρίας. (μ) Το αιτούμενο διάταγμα δεν θα πρέπει να επιτραπεί διότι αποτελεί προϊόν δευτέρας σκέψεως των εναγόντων και/ή μόνο σκοπό έχει την καθυστέρηση και/ή εκτροχιασμό και/ή δυσχέρεια και/ή επιβράδυνση της όλης διαδικασίας. (ν) Εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά και προφανής αδικία στους εναγόμενους. (ξ) Το αιτούμενο διάταγμα θα έχει ως μοναδικό σκοπό να πλήξει την απονομή της δικαιοσύνης και/ή δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να δοθεί υπό τις περιστάσεις.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) Τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται η ένσταση εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση της κας XXXXX Χατζηγεωργίου από τη Λευκωσία, και εις το περιεχόμενο του φακέλου του Δικαστηρίου. Η κα Χρ. Χατζηγεωργίου ορκίζεται και λέγει τα εξής։
- «Είμαι δικηγόρος και εργάζομαι στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων κ.κ. Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε., δικηγόρων των ως άνω εναγομένων. Λαμβάνω γνώση των γεγονότων της παρούσας αγωγής από τον κ. XXXXX Ρωσταντή, ήτοι τον μάρτυρα που κατέθεσε εκ μέρους των εναγομένων(ΜΥ1), καθώς και από την δικηγόρο που χειρίζεται προσωπικά την παρούσα υπόθεση, κα XXXXX Καουτζάνη. Είμαι δε πλήρως εξουσιοδοτημένη από τους εναγομένους να προβώ στην παρούσα ένορκο δήλωση.
- Έχω αναγνώσει την αίτηση των εναγόντων/αιτητών ημερ.9.2.2021, καθώς και την ένορκο δήλωση που συνοδεύει αυτήν, ιδίας ημερομηνίας και διαφωνώ με το περιεχόμενο αυτής για τους λόγους που θα αναφέρω κατωτέρω. Είμαι της άποψης ότι το αιτούμενο διάταγμα δεν θα πρέπει να εκδοθεί και συνεπώς το Σεβαστό Δικαστήριο πρέπει να απορρίψει την παρούσα αίτηση.
- Κατ' αρχάς, οι εναγόμενοι εγείρουν ως προδικαστική ένσταση εις την αίτηση των εναγόντων/αιτητών, τα ακόλουθα επιχειρήματα: (α) Η παρούσα αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικαστικής διαδικασίας (abuse of the process of the Court) και είναι αβάσιμη και/ή παράτυπη και/ή αντικανονική. Οι λόγοι δε τους οποίους οι ενάγοντες προβάλλουν στην παρούσα αίτησής τους, ουδόλως αιτιολογούν στην παρούσα υπόθεση την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. (β) Επιπρόσθετα, η καταχώρηση της παρούσας αίτησης, στο στάδιο αυτό, προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου και των δικαιωμάτων του αντιδίκου, σε μία αγωγή τόσο παλαιά, της οποίας η ακροαματική διαδικασία έχει ολοκληρωθεί και οι ενάγοντες ζητούν να κλητεύσουν ξανά την κύριά τους μάρτυρα για να αναφερθεί σε ένα γεγονός που εάν πράγματι είναι αληθές και ουσιώδες θα έπρεπε να είχε αναφερθεί κατά την μαρτυρία της.
- Άνευ βλάβης των ανωτέρω προδικαστικών ενστάσεων, ισχυρίζομαι και λέγω τα ακόλουθα: Με βάση τις θέσεις των εναγόντων/αιτητών, ως αυτές εκτίθενται με εσφαλμένο και παραπλανητικό, κατά την εισήγησή μας, τρόπο στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την παρούσα αίτηση, ο λόγος για τον οποίο αιτούνται την έκδοση διατάγματος για προσαγωγή αντικρουστικής και/ή απαντητικής μαρτυρίας είναι διότι κατά το στάδιο της αντεξέτασης του ΜΥ1, ο συνήγορός τους, του υπέβαλε ερωτήσεις σε σχέση με μια υπογραφή επί του Τεκμηρίου 3 του Εγγράφου Β, καθώς και σε σχέση με μία αναγραφόμενη διεύθυνση επί του εν λόγω Τεκμηρίου. Ο ΜΥ1 ανέφερε ότι δεν γνωρίζει σε ποιόν ανήκει η υπογραφή επί του εν λόγω εγγράφου, απάντηση η οποία προήλθε σαν αποτέλεσμα του συνόλου της μαρτυρίας του μάρτυρα αυτού, ο οποίος εξήγησε με σαφέστατο τρόπο στο Δικαστήριο για ποιο λόγο κλήθηκε να διερευνήσει την υπόθεση αυτή - στα πλαίσια των καθηκόντων του στον Εσωτερικό Έλεγχο της Τράπεζας - και ποιο ήταν το θέμα των εναγόντων/πελατών της Τράπεζας, το οποίο έχριζε διερεύνησης. Σαφέστατα δε διαφάνηκε κατά την μαρτυρία του ότι ο μάρτυρας δεν είχε κληθεί κατά την έρευνά του να διερευνήσει όλα τα αναγραφόμενα στοιχεία επί του Τεκμηρίου αυτού και η έρευνα του είχε περιοριστεί σε συγκεκριμένα στοιχεία για τις καταθέσεις της περιουσίας του αποβιώσαντος και δεν είχε ερευνήσει τον τρόπο και την λήψη οδηγιών των εναγομένων από τους ενάγοντες, για να μπορεί να θεωρηθεί επίδικο θέμα στην υπόθεση. Η απάντηση δε αυτή του μάρτυρα για την μη αναγνώρισή του συγκεκριμένων στοιχείων επί του προαναφερθέντος τεκμηρίου, ευσεβάστως εισηγούμαστε πως δεν αποτελεί ικανό υπόβαθρο που να αιτιολογεί το αίτημα των εναγόντων για προσαγωγή αντικρουστικής και/ή απαντητικής μαρτυρίας, στο στάδιο αυτό.
- Ειδικότερα, σε απάντηση των ισχυρισμών της ενόρκως δηλούσας στην υπό κρίση αίτηση των εναγόντων/αιτητών, ως αυτοί περιέχονται στις παραγράφους 3 έως και 10 αυτής, ισχυρίζομαι και λέγω τα ακόλουθα: (α) Η πλευρά των εναγομένων στην καταχωρηθείσα Υπεράσπιση της είχε κάνει ρητή αναφορά στα δύο μεριδολόγια (Τεκμήρια 3 και 4 υπό Έγγραφο Β) - σχετικές είναι οι παράγραφοι 8 και 10 αυτής - και παρά το γεγονός ότι η Υπεράσπιση των εναγομένων δεν στηρίζεται μόνο σε αναφορές επί των εν λόγω μεριδολογίων, εντούτοις υπάρχει επαρκής επεξήγηση και σαφής δικογράφιση για το θέμα αυτό. Επιπλέον, αξίζει να σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι η πλευρά των εναγόντων δεν είχε ζητήσει, σε κανένα στάδιο της πορείας της υπόθεσης, με την απαιτούμενη διαδικασία περαιτέρω λεπτομέρειες για το σημείο αυτό της Υπεράσπισης των εναγομένων και στην Απάντηση στην Υπεράσπιση των εναγόντων καμία αναφορά γίνεται για το θέμα αυτό. Επιπρόσθετα των ως άνω, κατά την διαδικασία αποκάλυψης των εγγράφων που ήταν στην κατοχή της πλευράς των εναγομένων, τα δύο αυτά μεριδολόγια είχαν αποκαλυφθεί και ήταν εις γνώση των εναγόντων. Καμία δε διαδικασία λήφθηκε από την πλευρά των εναγόντων για σκοπούς επιθεώρησης ή λήψης αντιγράφων των εν λόγω μεριδολογίων. Αντίθετα, κατά την Ειδοποίηση Προσαγωγής Εγγράφων που καταχώρησαν οι Ενάγοντες πριν από την ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης, καμία αναφορά γίνεται προς τα έγγραφα αυτά προς προσαγωγή. Πέραν τούτου, καμία αναφορά έγινε από την ΜΕ1 και ενόρκως δηλούσα στην υπό κρίση αίτηση για την αναγραφόμενη υπογραφή της επί του Τεκμηρίου 3 του Εγγράφου Β, παρά το γεγονός ότι προέβη σε άλλες αναφορές σχετιζόμενες με το εν λόγω μεριδολόγιο και αν όντως αυτό φέρει την υπογραφή της και θεωρούσε ότι ήταν επίδικο θέμα θα έπρεπε να είχε τουλάχιστον αναφερθεί ως μέρος της ήδη προσαχθείσας μαρτυρίας της. Ισχυρίζομαι δε και λέγω ότι η μαρτυρία της οποίας σκοπείται η προσκόμιση ήταν διαθέσιμη εξ' αρχής στους Ενάγοντες και εάν ευσταθούν οι ισχυρισμοί τους θα ήταν εξ΄ αρχής απαραίτητη για απόδειξη της όποιας απαίτησής τους εναντίον των εναγομένων, και όχι για την απόδειξη οποιωνδήποτε αναφερόμενων ισχυρισμών των εναγομένων περί λήψης οδηγιών από τους ενάγοντες. Δεν πρόκειται ουσιαστικά για αντικρουστική μαρτυρία, αλλά για ενισχυτική μαρτυρία της ΜΕ 1 και των εναγόντων και επιβεβαίωση της θέσης τους, ως αυτή υποβλήθηκε κατά την αντεξέταση του ΜΥ1 από τον συνήγορο των εναγόντων. (β) Επιπλέον, με δεδομένη την απάντηση του ΜΥ1 κατά την αντεξέταση του ως προς την φερόμενη υπογραφή επί του Τεκμηρίου 3 του Εγγράφου Β, ότι δηλαδή δεν γνώριζε ποιου ήταν η υπογραφή επί του εγγράφου αυτού ή εάν αυτή η υπογραφή αποτελούσε οιασδήποτε μορφής έγκρισης από πλευράς Τραπέζης και με δεδομένη την απάντηση του ΜΥ1 ότι επί του εν λόγω Τεκμηρίου δεν φαίνεται να υπάρχει σαφές λεκτικό που να υποδηλώνει ότι απαιτείτο έγκριση/υπογραφή από τον πελάτη στο συγκεκριμένο μεριδολόγιο, δεν θα μπορούσε να είχε αντεξεταστεί για το περιεχόμενο των εν λόγω τεκμηρίων η ΜΕ1 από την συνήγορο των εναγομένων. Συνεπεία δε της συγκεκριμένης απάντησης και των προαναφερθεισών θέσεων του ΜΥ1 για το θέμα της υπογραφής επί του ως άνω Τεκμηρίου (σελ.10 των πρακτικών ημερ.12.10.2020 και σελ.5 των πρακτικών ημερ.03.11.2020), οι ενάγοντες/αιτητές κωλύονται (are estopped) από το να αιτούνται το αιτούμενο διάταγμα, καθότι η αιτούμενη να προσαχθεί μαρτυρία από την ΜΕ1 δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι σχετίζεται με την μαρτυρία του ΜΥ
- Εν πάση όμως περιπτώσει ισχυρίζομαι και λέγω ότι με μια απλή ανάγνωση του εν λόγω τεκμηρίου φαίνεται ξεκάθαρα ότι τα έντυπα αυτά δεν φέρουν υπογραφή πελάτη, συνεπώς ακόμα και να ήταν η υπογραφή της ΜΕ1 σε αυτό δεν θα έχρηζε καμίας σημασίας για την υπόθεση και την έρευνα που είχε προβεί ο ΜΥ
- Όπως προέκυψε επίσης ξεκάθαρα από την μαρτυρία του ΜΥ1 δεν είχε κληθεί να ερευνήσει γενικά το θέμα των καταθέσεων που είχαν οι ενάγοντες στην Τράπεζα, αλλά είχε κληθεί να ερευνήσει το θέμα του δεσμευμένου ποσού των £8.
- Συνεπώς, είναι η θέση των εναγομένων ότι οι ενάγοντες δεν έχουν καταληφθεί εξ' απήνης, ούτε έχουν αιφνιδιαστεί, ούτε έχουν καταβληθεί εξ' απροόπτου από την απάντηση του ΜΥ1 σε σχέση με το Τεκμήριο 3 του Εγγράφου Β. Συγκεκριμένα, είναι η θέση των εναγομένων ότι αν πράγματι η φερόμενη υπογραφή επί του Τεκμηρίου 3 του Εγγράφου Β άνηκε στην ΜΕ1, αυτό το γεγονός θα μπορούσε να είχε αναφερθεί κατά την διάρκεια της μαρτυρίας της, πράγμα το οποίο δεν έπραξε. Επίσης, με την αντεξέταση των μαρτύρων των εναγόντων, καθώς και με την κυρίως εξέταση του μάρτυρα των εναγομένων, οι ενάγοντες γνώριζαν και/ή όφειλαν να γνωρίζουν τις προβαλλόμενες θέσεις των εναγομένων. Δεν είναι υποχρεωτικό και/ή προστακτικό από οιονδήποτε Διαδικαστικό Κανονισμό και/ή Νομοθεσία και/ή Νομολογία για τους εναγόμενους να ενημερώσουν τους ενάγοντες για το ακριβές περιεχόμενο της μαρτυρίας των μαρτύρων αυτών και/ή για το τι θα πεί ο κάθε μάρτυρας εις το Δικαστήριο. Είναι ακόμα η θέση μας ότι σε καμία περίπτωση οι εναγόμενοι απέκρυψαν οιονδήποτε στοιχείο και/ή μαρτυρία την οποία θα προσήγαγαν στο Δικαστήριο προς υποστήριξη της θέσης τους και/ή των ισχυρισμών τους στην Έκθεση Υπεράσπισης.
- Περαιτέρω, ισχυρίζομαι και λέγω ότι με κανένα τρόπο δεν μπορεί να θεωρηθεί παραπλανητικός ο τρόπος που παρουσιάστηκε η μαρτυρία εκ μέρους των εναγομένων αναφορικά με το Τεκμηρίου 3 του Εγγράφου Β και είναι η θέση μας ότι έχουν τεθεί όλα τα επίδικα θέματα ενώπιον του Δικαστηρίου, τα οποία θα αξιολογηθούν και θα κριθούν στο σύνολο τους.
- Στην παράγραφο 8 της ένορκης δήλωσης των εναγόντων αναφέρεται και εξάγεται το συμπέρασμα ότι ο λόγος που οι ενάγοντες αιτούνται την έκδοση διατάγματος για προσκόμιση αντικρουστικής και/ή απαντητικής μαρτυρίας από την ΜΕ1, είναι διότι κατά την μαρτυρία δεν είχε την δυνατότητα «επί τόπου» αντίκρουσης και παροχής εξήγησης για τον λόγο της αναγραφής της φερόμενης υπογραφής της και της διεύθυνσης επί του Τεκμηρίου 3 του Εγγράφου Β και ότι για αυτό τον λόγο έχει καταληφθεί εξ' απροόπτου. Είναι η θέση των εναγομένων ότι ο λόγος αυτός δεν είναι επαρκής, ούτε καλόπιστος, ούτε ειδικός, ούτε εξαιρετικός και/ή δεν συνηγορεί υπέρ της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος για προσαγωγής αντικρουστικής και/ή απαντητικής μαρτυρίας από την ΜΕ
- Οι ενάγοντες σε καμία περίπτωση επαναλαμβάνεται έχουν παραπλανηθεί και/ή καταληφθεί προ εκπλήξεως και/ή εξ' απήνης. Αυτές είναι και οι μόνες εξαιρετικές περιπτώσεις όπου το Δικαστήριο ασκεί την διακριτική του ευχέρεια και διατάσσει την προσαγωγή αντικρουστικής μαρτυρίας, το οποίον ασκείται δικαστικά και κατ' εξαίρεσιν.
- Ο μοναδικός λόγος, όπως εμφαίνεται από την ένορκο δήλωση των εναγόντων/αιτητών που ζητείται να προσκομισθεί αντικρουστική και/ή απαντητική μαρτυρία από την ΜΕ1 είναι για να δοθεί επεξήγηση επί δύο στοιχείων του Τεκμηρίου 3 του Εγγράφου Β και για να αντικρουστούν, κατά τους ισχυρισμούς τους, θέσεις των εναγομένων σε ότι αφορά την λήψη οδηγιών και/ή τον τρόπο λήψης οδηγιών των εναγομένων από τους ενάγοντες. Ισχυρίζομαι και λέγω ότι ο ως άνω ισχυρισμός δεν αποτελεί επίδικο θέμα ή θέση των εναγομένων, αλλά προέκυψε κατά την αντεξέταση του ΜΥ1 και κατόπιν επανειλημμένων ερωτήσεων που του υποβλήθηκαν από τον συνήγορο των εναγόντων.
- Επιπρόσθετα των ως άνω, είναι η θέση των εναγομένων, ότι η καταχώρηση της παρούσας αίτησης αποτελεί προϊόν δεύτερης σκέψης, εφόσον οι ενάγοντες γνώριζαν την Υπεράσπιση των εναγομένων ως αυτή εμφαίνεται τόσον από την δικογραφία - Έκθεση Υπεράσπισης - όσον και από την αντεξέταση της ΜΕ1 και την μαρτυρία του μάρτυρα των εναγομένων, κ. Ρωσταντή. Επίσης, η καταχώρηση της παρούσας αίτησης έχει ως σκοπό την καθυστέρηση και/ή επιβράδυνση και/ή δυσχέρεια της όλης διαδικασίας και συγκεκριμένα της ολοκλήρωσης της ακροαματικής διαδικασίας σε μια αγωγή που οι ενάγοντες όχι μόνο επέμεναν να ξεκινήσει και ολοκληρωθεί τάχιστα αλλά είχαν στείλει και σχετική επιστολή προς το Ανώτατο Δικαστήριο ζητώντας όπως η υπόθεση τους εκδικαστεί άμεσα.
- Συμπερασματικά, είναι η θέση μας ότι ο λόγος που ζητείται από τους ενάγοντες η προσκόμιση νέας αντικρουστικής και/ή απαντητικής μαρτυρίας από την ΜΕ1 είναι όχι μόνο προς ενίσχυση και επιβεβαίωση της θέσης των εναγόντων και/ή της ήδη προσαχθείσας μαρτυρίας της ΜΕ1, αλλά και προς πλήξη της αξιοπιστίας των μαρτύρων των εναγομένων - πράγμα ανεπίτρεπτο.
- Τέλος, ισχυρίζομαι και λέγω ότι εάν εκδοθεί τα αιτούμενο διατάγμα θα δημιουργηθεί προφανής αδικία και ζημιά στους εναγομένους για τον λόγο ότι έχουν ήδη προσάξει μαρτυρία η οποία αντικρούει τους ισχυρισμούς των εναγόντων και των μαρτύρων αυτών. Εάν επιτραπεί στους ενάγοντες να προσκομίσουν αντικρουστική και/ή απαντητική μαρτυρία είναι ως σαν να τους επιτραπεί να διορθώσουν και/ή ενισχύσουν και/ή δικαιολογήσουν την μαρτυρία που έχει ήδη δώσει στο Δικαστήριο. Προφανώς οι εναγόμενοι δεν θα έχουν ξανά την ευκαιρία να προσκομίσουν αντικρουστική και/ή απαντητική μαρτυρία σ'αυτά που θα προσκομίσουν οι ενάγοντες και η ΜΕ1 και κατά συνέπεια θα βρεθούν σε μειονεκτική θέση.
- Υπό το φώς των πιο πάνω, είναι η θέση των εναγομένων ότι η αίτηση των εναγόντων/αιτητών πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο με έξοδα εναντίον τους και υπέρ των εναγομένων.» (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ. Έχω μελετήσει με προσοχή τις γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων. Είναι φανερό ότι η νομική πτυχή της αίτησης δεν παρουσιάζει κάποια δυσκολία, εφόσον τα Επαρχιακά Δικαστήρια έχουν από καιρό ενασχοληθεί με τέτοιου είδους αιτήσεις, αλλά και το Ανώτατο Δικαστήριο έχει ακόμη και πρόσφατα επαναλάβει και αποκρυσταλλώσει τις αρχές δικαίου που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας των δικαστηρίων για την έγκριση ή απόρριψη τέτοιων αιτήσεων. Αποτελεί γενικό κανόνα ότι ένας διάδικος οφείλει να παρουσιάζει την μαρτυρία πάνω στην οποία θα βασιστεί προτού κλείσει την υπόθεσή του. Εν τούτοις, σε αρκετές περιπτώσεις παρατηρείται το φαινόμενο η ακροαματική διαδικασία να παίρνει άλλη πορεία από εκείνη που είχε προβλεφθεί αρχικώς και να εγείρονται θέματα που καταλαμβάνουν έναν από τους διαδίκους εξαπίνης. Για να αποτρέψουν πιθανή αδικία κατά τη δίκη, τα Δικαστήρια έχουν διακριτική εξουσία, την οποία οφείλουν ασφαλώς να ασκούν αιτιολογημένα, να επιτρέπουν μαρτυρία προς αντίκρουση μαρτυρίας που έχει ήδη δοθεί στη δίκη, η οποία είναι γνωστή στο αγγλικό δίκαιο με την ορολογία «evidence in rebuttal» ή «rebutting evidence», η οποία υιοθετείται και από τα Κυπριακά δικαστήρια (Τάκης Ηλιάδης και Νικόλας Σάντης, Το Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές (2η έκδοση 2016) 749 - 750, επίσης Stavros Georgiou & Son (Scrap Metals) Ltd v. Του Πλοίου LIPA
(2000)1(Γ) 1976). Νομική βάση για την άσκηση τέτοιας διακριτικής εξουσίας σε πολιτικές υποθέσεις (civil cases), η παρουσίαση αντικρουστικής μαρτυρίας διέπεται από τη Διαταγή 33, Θεσμό 7 (ii)(β)(γ) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που προνοεί τα εξής: «(
- b)The first party may not adduce evidence in reply except by leave of the Court. If he desires to adduce such evidence, he must ask for leave immediately after the second party's evidence is concluded. If such leave is granted, the second party's summing up shall be postponed until after the evidence in reply is heard. (
- c)When the first party has replied, or, if he has no right to reply, when the second party has addressed the Court, the case shall be closed, unless the Court directs either party to adduce further evidence or itself calls any witness.». Δηλαδή, οι Ενάγοντες, οι οποίοι εισάγουν πρώτη τη μαρτυρία τους, δεν έχουν κατά κανόνα δικαίωμα προσκόμισης απαντητικής / αντικρουστικής μαρτυρίας, εκτός αν κατ' εξαίρεση λάβουν τέτοια άδεια από το Δικαστήριο, στην οποία περίπτωση οφείλουν να ζητήσουν την άδεια του Δικαστηρίου ευθύς μετά που ολοκληρώνουν τη μαρτυρία τους οι Εναγόμενοι. Το Δικαστήριο διατηρεί την διακριτική εξουσία να καλέσει το ίδιο οποιονδήποτε εκ των διαδίκων να προσκομίσει περαιτέρω μαρτυρία ή να καλέσει το ίδιο μάρτυρα. Στην υπόθεση Stavros Georgiou & Son (Scrap Metals) Ltd v. Του Πλοίου LIPA
(2000)1(Γ) 1976) λέχθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο τα εξής σχετικά: «Η Δ.33 Θ.7(ii)(α) οργανώνει τη δομή και τη ροή της πολιτικής δίκης καθορίζοντας τη σειρά με την οποία οι διάδικοι θα καλέσουν μαρτυρία και στη συνέχεια θα αγορεύσουν. Ο θεσμός 7(ii)(β) προβλέπει για την εξαιρετική περίπτωση που το δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει μαρτυρία εκ μέρους του ενάγοντα για να αντικρούσει μαρτυρία του εναγομένου μετά την περάτωση της υπόθεσης του τελευταίου. Είναι η μαρτυρία που είναι γνωστή στο Αγγλικό δίκαιο με τη φράση evidence in rebuttal». Στην υπόθεση Andreas Tsiartas v. Avgerinos Ataliotis
(1989)1 CLR 216 μετά από εκτεταμένη ανασκόπηση και ανάλυση της σχετικής νομολογίας, υιοθετήθηκε η πιο κάτω σύνοψη των σχετικών αρχών από το νομικό σύγγραμμα Phipson on Evidence, 13η έκδοση, παρ. 33-92: «33-92 Evidence in reply, whether oral or by affidavit, must as a general rule, be strictly confined to rebutting the defendant's case, and must not merely confirm that of the plaintiff. [.] With the judge's leave, rebutting evidence may be called by the plaintiff in answer to evidence of the defendant in support of an issue, the proof of which lay upon him. The discretion may still be exercised in the plaintiff's favour where the nature of the defence became apparent during cross-examination of his own witnesses. The judge, however, has a discretion to admit further evidence either for his own satisfaction or where the interests of justice require it, and confirmatory evidence in rebuttal will generally be allowed when the party tendering it has been misled or taken by surprise.». Σε μετάφραση: «33-93 Απαντητική μαρτυρία, είτε αυτή είναι προφορική ή με ένορκη δήλωση, πρέπει κατά γενικό κανόνα να περιορίζεται αυστηρά στο να αντικρούει την υπόθεση το εναγομένου και δεν πρέπει απλώς να επιβεβαιώνει την υπόθεση του ενάγοντα. [.] Με την άδεια του δικαστηρίου μπορεί να δοθεί αντικρουστική μαρτυρία από τον ενάγοντα σε απάντηση της μαρτυρίας του εναγομένου προς υποστήριξη επίδικου θέματος η απόδειξη του οποίου εβάρυνε τον ίδιο. Η διακριτική ευχέρεια μπορεί ακόμη να ασκηθεί υπέρ του ενάγοντα όπου η φύση της υπεράσπισης έχει αποκαλυφθεί κατά την αντεξέταση των δικών του μαρτύρων. Ο Δικαστής έχει διακριτική ευχέρεια να δεχθεί περαιτέρω μαρτυρία είτε για την δική του ικανοποίηση ή όπου αυτό απαιτείται από το συμφέρον της δικαιοσύνης και επιβεβαιωτική αντικρουστική μαρτυρία γενικώς θα γίνεται επιτρεπτή όπου ο διάδικος που την προσφέρει έχει παραπλανηθεί ή έχει καταληφθεί εξ απροόπτου». Tο ανωτέρω απόσπασμα υιοθετήθηκε πιο πρόσφατα από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Αττεσλή και άλλης v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2013)1(Γ) ΑΑΔ 2222. Το Εφετείο, διά του Λιάτσου, Δ., συνόψισε τα πράγματα ως εξής: «Στα πλαίσια της διαδικασίας που διέπει, τόσο ποινικές όσο και πολιτικές υποθέσεις, ο κάθε διάδικος βαρύνεται με την υποχρέωση να παρουσιάσει, ολοκληρωμένα, την υπόθεσή του. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να προβλέψει ποια είναι τα επίδικα θέματα και ανάλογα να προετοιμάσει τη μαρτυρία που είναι αναγκαία για να καλύψει τα θέματα που θα εγερθούν. Σε αρκετές περιπτώσεις, όπως εντοπίζεται και στο Σύγγραμμα «Το Δίκαιο της Απόδειξης (Μία πρακτική προσέγγιση)», Τάκη Ηλιάδη, σελ. 238-240, παρατηρείται το φαινόμενο η ακροαματική διαδικασία να ξεφεύγει από τα όρια που είχαν προβλεφθεί από τους αντιδίκους, με αποτέλεσμα να καταλαμβάνονται τελευταίοι ή ένας από τους αντιδίκους αυτούς εξ απροόπτου. Σε κάποιες υποθέσεις και στα πλαίσια της ακροαματικής τους διαδικασίας, δεν είναι πάντοτε δυνατόν να προβλεφθεί το κάθε στοιχείο μαρτυρίας, ακριβώς διότι, σε αρκετές περιπτώσεις, η ίδια η φύση των διαδικαστικών διαδικασιών ακολουθεί πορεία που είναι δυνατόν να οδηγήσει σε ανατροπές και εκπλήξεις, με αποτέλεσμα, προκειμένου να διαφυλαχθεί το συμφέρον της δικαιοσύνης, το Δικαστήριο να δίνει άδεια για παρουσίαση μαρτυρίας εκ μέρους του διαδίκου, ο οποίος βρέθηκε προ εκπλήξεως. Υπό το πρίσμα αυτό, και προκειμένου να αποτραπεί μια πιθανή αδικία, τα Δικαστήρια έχουν την ευχέρεια να αποδέχονται μαρτυρία σε αντίκρουση μαρτυρίας που έχει ήδη δοθεί. Επισκόπηση της σχετικής νομολογίας καταδεικνύει ότι η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου διέπεται από τις ακόλουθες αρχές: Η απαντητική μαρτυρία πρέπει, κατά γενικό κανόνα, να περιορίζεται αυστηρά στο να αντικρούει την υπόθεση της αντίδικης πλευράς και δεν πρέπει απλώς να επιβεβαιώνει την υπόθεση του διαδίκου που την παρουσιάζει. Με την άδεια του Δικαστηρίου μπορεί να δοθεί αντικρουστική μαρτυρία από Ενάγοντα σε απάντηση της μαρτυρίας Εναγόμενου προς υποστήριξη επίδικου θέματος, η απόδειξη του οποίου βάρυνε τον ίδιο. Η διακριτική ευχέρεια μπορεί ακόμη να ασκηθεί υπέρ του Ενάγοντα, όπου η φύση της υπεράσπισης έχει αποκαλυφθεί κατά την αντεξέταση των δικών του μαρτύρων. Γενικά, αντικρουστική μαρτυρία είναι επιτρεπτή προκειμένου να αποτραπεί μια πιθανή αδικία, όπου ο διάδικος που την προσφέρει έχει παραπλανηθεί ή έχει καταληφθεί εξ απροόπτου (Tsiartas a.ο. v. Taliotis
(1989)1 C.L.R. 216, 228-229)». Στο Σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 17, παρα. 18, κάτω από τον τίτλο «Evidence in Rebuttal» και με παραπομπή στις εκεί αναφερόμενες αποφάσεις, αναφέρονται τ' ακόλουθα: «There is a judicial discretion to allow further evidence to be called, even when it should have been adduced in the first place, where the judge considers it in the interests of justice». ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ. Έχοντας υπόψη μου τη δικονομική βάση της υπό κρίση αίτησης (Δ.33, Θ. 7 (ii)(β)) και την προμνησθείσα νομολογία που την ερμηνεύει, προχωρώ πιο κάτω να αιτιολογήσω τη δικαστική μου κρίση σε σχέση με τους λόγους ένστασης που ηγέρθηκαν. Κατ' αρχάς, κρίνω ότι ο λόγος ένστασης (γ), ότι η αίτηση έχει υποβληθεί καθυστερημένα και τυχόν έγκριση της θα προκαλέσει αδικία στους Εναγομένους, δεν ευσταθεί και θα πρέπει να απορριφθεί. Έχω, στην Εισαγωγή της παρούσας απόφασης, αναφερθεί στο χρονικό σημείο που ο συνήγορος των Εναγόντων διαμήνυσε την πρόθεσή του να υποβάλει Αίτηση για προσκόμιση αντικρουστικής μαρτυρίας, ενόψει της δικασίμου κατά την οποία αναμενόταν να κλείσει η υπόθεση των Εναγομένων. Δήλωσε η συνήγορος Υπεράσπισης στις 8.2.21 ότι κλείνει την υπόθεσή της και στις 9.2.21 καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση από τους Ενάγοντες. Προκύπτει εκ τω πραγμάτων ότι οι Ενάγοντες ουδεμία καθυστέρηση επέδειξαν στη λήψη του δικονομικού τους διαβήματος σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.33 Θ.7(ii)(β) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όπου προβλέπεται ότι ο ενάγων αν επιθυμεί να προσαγάγει μαρτυρία σε απάντηση της μαρτυρίας του εναγόμενου θα πρέπει να ζητήσει άδεια του Δικαστηρίου αμέσως μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του εναγομένου. Συνεπακόλουθα, απορρίπτεται ο λόγος ένστασης (γ). Ο λόγος ένστασης (μ), ότι κατ' ισχυρισμόν η υπό κρίση αίτηση «αποτελεί προϊόν δευτέρας σκέψεως των εναγόντων και/ή μόνο σκοπό έχει την καθυστέρηση και/ή εκτροχιασμό και/ή δυσχέρεια και/ή επιβράδυνση της όλης διαδικασίας», κρίνω ότι δεν θα πρέπει να εξεταστεί σε συσχετισμό μόνο με το πότε (χρονικά) καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση, αλλά και με το κατά πόσον προωθείται με την αίτηση ένα γνήσιο αίτημα, το οποίο συνδέεται εύλογα και επιμελώς με τα επίδικα θέματα της παρούσας αγωγής. Αν δεν είναι γνήσιο το αίτημα, τότε είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι καταχωρήθηκε με τον αλλότριο σκοπό της πρόκλησης καθυστέρησης στην αποπεράτωση της αγωγής. Πάντως, δεν μπορώ να αντιληφθώ ποιο συμφέρον θα είχαν οι Ενάγοντες στην πρόκληση καθυστέρησης της αποπεράτωσης της αγωγής, όταν αυτοί είναι που εμφανίζονται βάσει της δοθείσας μαρτυρίας να επιδιώκουν την ανάκτηση ποσού από την τράπεζα που φέρονται να αναζητούν τουλάχιστον από τον Νοέμβριο του 2010 με αλληλογραφία που είχαν με την τράπεζα και από το 2012 μέσω της παρούσας αγωγής. Η αντικρουστική μαρτυρία δεν αφορά σε κάποια διαδικασία ανταπαίτησης ή ανταγωγής, αλλά στην ίδια την εκδίκαση της απαίτησής τους. Προκύπτει μάλιστα από τον δικαστικό φάκελο, ότι οι ίδιοι οι Ενάγοντες είναι που εκδήλωσαν παράπονο και/ή ανησυχία παλαιότερα για την καθυστέρηση που παρατηρήτο στην έναρξη της ακρόασης της αγωγής, λόγω της προχωρημένης ηλικίας της Ενάγουσας αρ. 1 (βλ. επιστολή ημερ. 14.10.2019, όπου σημειωνόταν τότε η ηλικία της Ενάγουσας αρ. 1, ήδη ετών 88). Τούτο είναι άλλωστε σε γνώση της συνηγόρου Υπεράσπισης (βλ. τη σελ. 12 της γραπτής της αγόρευσης για την υπό κρίση αίτηση) Το αν η αίτηση είναι εύλογο και δίκαιο να επιτραπεί, εξαρτάται από το αν αποδεικνύεται, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, ότι αμέσως μετά το κλείσιμο της υπόθεσης των Εναγομένων, διαφάνηκε ότι οι Ενάγοντες έχουν καταληφθεί εξ' απροόπτου, δηλαδή έχουν βρεθεί προ εκπλήξεως, από τη μαρτυρία που παρουσίασαν οι Εναγόμενοι, ή έχουν παραπλανηθεί από την γραμμή της Υπεράσπισης όπως παρουσιάστηκε με τη μαρτυρία που προσκομίστηκε συγκριτικά προς το πώς παρουσιάστηκε στη δικογραφία, έτσι ώστε να είναι τελικά εύλογο και δίκαιο, για σκοπούς απονομής της δικαιοσύνης, να επιτραπεί στους Ενάγοντες να προσκομίσουν απαντητική / αντικρουστική μαρτυρία. Η απάντηση στο ερώτημα αυτό εξαρτάται και από το κατά πόσο η προτιθέμενη αντικρουστική μαρτυρία αφορά σε επίδικο θέμα, η απόδειξη του οποίου βαραίνει τους Ενάγοντες. Στη γραπτή του αγόρευση, ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγόντων, κ. Πιριλίδης, αναφέρει ότι։ «Είναι η θέση μας ότι η απαντητική μαρτυρία των Εναγόντων αποσκοπεί αποκλειστικά να αντικρούσει τις θέσεις των Εναγομένων σε ό,τι αφορά τη λήψη «οδηγιών» από τους Ενάγοντες έτσι που να διαφανεί εν τέλει κατά πόσο οι Εναγόμενοι λάμβαναν γραπτές ή προφορικές οδηγίες από τους Ενάγοντες (οι οποίες μάλιστα σύμφωνα με τον ΜΥ1 καταγράφηκαν και επί του Τεκμηρίου 4 του Εγγράφου Β), ζήτημα το οποίο είναι επίδικο και η απόδειξη του οποίου βαραίνει τους Ενάγοντες αφενός και σε ότι αφορά τους λόγους και την όποια σημασία της υπογραφής και της αναγραφής της Αγγλικής διευθύνσεως (σε σχέση με το ζήτημα της εξόφλησης του γραμματίου) που τέθηκαν επίσης με το χέρι επί του Τεκμηρίου 3 του Εγγράφου Β (και της κατ' επέκταση απουσίας οποιασδήποτε ανάλογης εγγραφής στο Τεκμήριο 4 του Εγγράφου Β), σε συνδυασμό με τη μαρτυρία που δόθηκε από τον ΜΥ1 καθόσον αφορά την έννοια της φράσης «εξοφλήθη τη» που περιέχεται στα Τεκμήρια 3 και 4 του Εγγράφου Β, ζητήματα αυστηρώς απαραίτητα προς αντίκρουση της υπόθεσης/μαρτυρίας των Εναγομένων αφετέρου. [.] Η πιο πάνω υπερασπιστική γραμμή περί προφορικών οδηγιών από πλευράς Εναγόντων αλλά και οι εν γένει θέσεις τους αναφορικά με τις χειρόγραφες εγγραφές επί των Τεκμηρίων 3 και 4, όχι μόνο δεν συμπεριλήφθηκαν στην Έκθεση Υπεράσπισης τους, αλλά τουναντίον σκόπιμα έγινε προσπάθεια να παρασιωποιηθούν, με αποκορύφωμα βέβαια την εσκεμμένη παράλειψη τους ν' αντεξετάσουν την Ενάγουσα 1 επί του περιεχομένου τους, αλλά και να της τα παρουσιάσουν κατά την αντεξέταση της έστω για να τα σχολιάσει.». Επεξηγεί ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγόντων τη σημασία που έχει το να δοθεί στην Ενάγουσα αρ. 1 (ΜΕ1) η ευκαιρία να επιθεωρήσει τα Τεκμήρια 3 και 4, για να δώσει τη δική της μαρτυρία, παραπέμποντας στα λεγόμενα του ιδίου του ΜΥ1, ο οποίος, στο πλαίσιο της αντεξέτασης του ημερ. 19.10.2020։ - Αφενός, χαρακτήρισε ως απαραίτητη τη χειρόγραφη αναγραφή στα μεριδολόγια οποιασδήποτε πληροφορίας που αφορούσε την κατάθεση προθεσμίας (δέστε σελ. 37 των πρακτικών ημερ. 19.10.2020), και - Αφετέρου, χαρακτήρισε την αποδοχή προφορικών οδηγιών πελατών ως αυτονόητη «για την καλύτερη εξυπηρέτηση του πελάτη, καλύτερη και γρηγορότερη», για να καταλήξει έτσι ότι ήταν φυσιολογικό συνακόλουθο η καταγραφή με το χέρι των συγκεκριμένων προφορικών οδηγιών της Ενάγουσας 1 στο Τεκμήριο 4 (δέστε σελ. 5 και 6 των πρακτικών ημερ. 12.10.2020 στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασης του ΜΥ1). Θεωρεί εσφαλμένη και παραπλανητική για το Δικαστήριο ο συνήγορος των Εναγόντων την εισήγηση της ενόρκως δηλούσας που ορκίστηκε προς υποστήριξη της ένστασης των Εναγομένων στην υπό κρίση αίτηση, ότι δήθεν «ο ΜΥ1 δεν είχε ερευνήσει τον τρόπο και τη λήψη των οδηγιών των Εναγομένων από τους Ενάγοντες», έτσι ώστε «κατ' επέκταση το εν λόγω ζήτημα να μην θεωρείται επίδικο θέμα στην υπόθεση (δέστε παρ. 4 της Ε/Δ Χατζηγεωργίου). Λέγει ο κ. Πιριλίδης ότι αυτή η τοποθέτηση των Εναγομένων σε σχέση με την υπό κρίση αίτηση - «είναι άκρως παραπλανητική και εντάσσεται στο πλαίσιο της προσπάθειας των Εναγομένων να προκαλέσουν συσκότιση των επίδικων θεμάτων. Εν πρώτοις η εν λόγω εισήγηση καταρρίπτεται από την ίδια τη μαρτυρία του ΜΥ1 εν προκειμένω (δέστε σελ. 5 και 6 των πρακτικών ημερ. 12.10.2020 και σελ. 37 των πρακτικών ημερ. 19.10.2020). Το κατά πόσο ένα θέμα είναι επίδικο ή όχι κρίνεται και εξετάζεται από το σύνολο της δικογραφίας και τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο εκατέρωθεν και όχι από την έρευνα στην οποία προέβη ένας μάρτυρας, η οποία μάλιστα ήταν και άκρως επιλεκτική, ως διαφάνηκε». Καταλήγει να εισηγείται στη γραπτή του αγόρευση ο συνήγορος των Εναγόντων ότι - «Η δικονομική συμπεριφορά των Εναγομένων αφεαυτή ενεργοποίησε τις προϋποθέσεις για την προώθηση του υπό κρίση αιτήματος με αποτέλεσμα το Σεβαστό Δικαστήριο να δύναται να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της αποδοχής της αντικρουστικής μαρτυρίας και της έγκρισης της Αίτησης. Είναι συνεπώς η θέση μας ότι άπαντες οι ανωτέρω Λόγοι Ένστασης θα πρέπει να απορριφθούν από το Δικαστήριο ως αβάσιμοι. [.] Με λίγα λόγια, είναι οι Ενάγοντες και όχι οι Εναγόμενοι που θα υποστούν ζημιά και αδικία σε περίπτωση που το Σεβαστό Δικαστήριο δεν ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έγκρισης της Αίτησης και η ορθή απονομή της δικαιοσύνης θα πληγεί σε περίπτωση απόρριψης της Αίτησης.». Από την άλλη, η ευπαίδευτη συνήγορος των Εναγομένων, στη γραπτή της αγόρευση, παραπέμπει το Δικαστήριο στην υπόθεση Cyprus Popular Bank Public Co Ltd "Υπό εξυγίανση δυνάμει των Προνοιών του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013, Ν.17(Ι)/2013(ενεργώντας μέσω της ειδικής διαχειρίστριας της, Άντρης Αντωνιάδου από την Λευκωσία" v. Otis Elevators (Cyprus) Ltd κ.α., (ECLI:CY:AD:2015:A106, Π.Ε.371/2009, ημερ. 16.2.2015), όπου το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι ορθά το Πρωτόδικο Δικαστήριο είχε απορρίψει αίτημα για προσκόμιση αντικρουστικής μαρτυρίας σε σχέση με ζητήματα τα οποία κατά τους ισχυρισμούς των αιτητών προέκυψαν από την μαρτυρία των τριτοδιαδίκων 1, ο μάρτυρας των οποίων σε συγκεκριμένες ερωτήσεις αναφορικά με ένα Τεκμήριο - για το οποίο μεταγενέστερα ζητήθηκε να επιτραπεί η προσκόμιση αντικρουστικής μαρτυρίας - απάντησε ότι δεν γνώριζε. Όπως επισημαίνει η κα Καουτζιάνη, στη γραπτή της αγόρευση, στην πιο πάνω αναφερθείσα απόφαση αναφέρθηκαν τα εξής: «.Με τον έκτο λόγο προσβάλλεται ενδιάμεση απόφαση ημερ. 30/4/09 του πρωτόδικου Δικαστηρίου να μην επιτρέψει στους εφεσείοντες να προσάξουν αντικρουστική μαρτυρία (evidence in rebuttal). Η μαρτυρία που επιθυμούσαν οι εφεσείοντες να προσάξουν θα προερχόταν από την κεντρική υπηρεσία τους στη Λευκωσία όπου αποστέλλοντο ταχυδρομικώς όλα τα έγγραφα εμπορευμάτων γι' είσπραξη (collection documents) για να καταδειχθεί ότι απεστάλη στην προκείμενη περίπτωση μόνο το πρωτότυπο των οδηγιών του πωλητή ή αντιπροσώπου του, χωρίς αντίγραφο ως ήταν η μαρτυρία του τριτοδιάδικου 1, Μ.Α.1 Ανδρέα Ιωάννου. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα επί τη βάσει του ότι «το βάρος να αποδείξουν την ύπαρξη και λήψη των οδηγιών για την πληρωμή με τραπεζική επιταγή και συναφώς το αν και τι ακριβώς τους στάληκε σχετικά με τους τριτοδιάδικους 1, ανήκε εξ αρχής στους εναγομένους». ......... Εξετάσαμε τα σχετικά πρακτικά της διαδικασίας και παρατηρούμε ότι όλη η βάση του αιτήματος εκθεμελιώνεται απ' όσα αναφέρονται σ' αυτά. Ο Μ.Υ.1 της εναγομένης αντεξετάστηκε από το δικηγόρο των τριτοδιαδίκων ακριβώς επί του θέματος. Συγκεκριμένα ρωτήθηκε σε συνάρτηση με το τεκμ. 23 το οποίο είναι πρωτότυπο έγγραφο των οδηγιών αν μαζί με το πρωτότυπο έγγραφο παραδίδεται στην Τράπεζα και «copy» και ο μάρτυρας απήντησε ότι δεν γνώριζε - τονισμός δικός μας. Εν συνεχεία του υποβλήθηκε ότι «μαζί με το πρωτότυπο έγγραφο....., όπως συνηθίζετο στη συνήθη πρακτική, τους είχε παραδοθεί και "copy" και αυτός απάντησε ότι δεν γνώριζε - τονισμός δικός μας. Ακολούθως, τέθηκαν και στην Μ.Υ.2 των εφεσειόντων/εναγομένων σειρά ερωτήσεων και υποβολών προς την ίδια κατεύθυνση, η οποία επίσης απάντησε ότι δεν γνώριζε κατά πόσο το πρωτότυπο μαζί με ένα copy των οδηγιών αποστέλλετο στην Τράπεζα και ένα «copy» παρέμενε στον τριτοδιάδικο
- Από τα πιο πάνω φαίνεται ξεκάθαρα ότι το πραγματικό υπόβαθρο επί του οποίου στηρίχθηκε το αίτημα ήταν εντελώς λανθασμένο και συνεπώς το αίτημα δεν θα μπορούσε να επιτύχει - όπως ακριβώς ευσεβάστως εισηγούμαστε ισχύει και στην υπό κρίση υπόθεση (σχόλιο και υπογράμμιση δική μας).» Περαιτέρω, η κα Καουτζιάνη παρέπεμψε το παρόν Δικαστήριο στην πρωτόδικη απόφαση στην Αγωγή αρ. 1461/14 χχχ Ανδρέου κ.ά v. Λευκαρίτης κ.ά., ημερ. 27.12.2018, η οποία, αν και όχι δεσμευτική, θα μπορούσε να είναι καθοδηγητική, και με την οποία η Έντιμη Δικαστής Π.Ε.Δ. κα Δημητριάδου, απέρριψε αίτηση για προσαγωγή πρόσθετης/απαντητικής μαρτυρίας αναφέροντας, μεταξύ άλλων, ότι σε τέτοιου είδους αιτήματα καθοριστικός παράγοντας για σκοπούς άσκησης διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου είναι «η επίδειξη εύλογης επιμέλειας από τους ενάγοντες να προσκομίσουν την αιτούμενη μαρτυρία στο κατάλληλο στάδιο», κάτι το οποίο απέτυχαν, κατά την εισήγηση της κας Καουτζιάνη, να πράξουν οι Ενάγοντες στην υπό κρίση υπόθεση. Τέλος, η κα Καουτζιάνη παραπέμπει το παρόν Δικαστήριο σε ακόμη μία πρωτόδικη απόφαση, στην υπόθεση Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ v. ΜΚΚ Fashion Showroom Ltd κ.ά, (Αρ. Αίτησης 520/15, ημερ. 3.8.2018), η οποία, αν και όχι δεσμευτική, θα μπορούσε επίσης να είναι καθοδηγητική. Εκεί ο Έντιμος Π.Ε.Δ. κ. Μαλακτός αποφάσισε ότι: «Δεν είναι επιτρεπτό, μετά που ο εναγόμενος έχει παρουσιάσει την υπεράσπιση του, να επιτραπεί στον ενάγοντα να επανέλθει με επιπλέον μαρτυρία για να συμπληρώσει κενά στην υπόθεση του (τονισμός δικός μας). Ιδιαίτερα όταν οι ελλείψεις αυτές αφορούν βασικές παραμέτρους της υπόθεσης του, που εξ' υπαρχής είχε το βάρος να καταδείξει και πολύ περισσότερο όταν αυτές είχαν επισημανθεί πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας». Καταλήγει η κα Καουτζιάνη να εισηγείται προς το παρόν Δικαστήριο την απόρριψη της υπό κρίση αίτησης, λέγοντας ότι։ «Συμπερασματικά, είναι η θέση μας ότι ο λόγος που ζητείται από τους ενάγοντες η προσκόμιση νέας αντικρουστικής και/ή απαντητικής μαρτυρίας από την ΜΕ1 είναι όχι μόνο προς ενίσχυση και επιβεβαίωση ισχυρισμών των εναγόντων και/ή της ήδη προσαχθείσας μαρτυρίας της ΜΕ1, αλλά και προς πλήξη της αξιοπιστίας του μάρτυρα των εναγομένων - πράγμα ανεπίτρεπτο βάσει της σχετικής επί του θέματος Νομολογίας. Σύμφωνα με την γνωστή επί του θέματος Νομολογία, δεν είναι επιτρεπτή η προσαγωγή απαντητικής μαρτυρίας απλά και μόνο για να πληγεί η αξιοπιστία μάρτυρα (σχετική είναι και η Αγωγή αρ. 1765/08 Shipshore (Cyprus) Ltd v. Vineland Development Ltd, ημερ. 19.11.2014), όπως ακριβώς επιδιώκουν οι Ενάγοντες στην υπό κρίση υπόθεση, μέσω της καταχώρησης της παρούσας αίτησης.». Τα πιο πάνω λεχθέντα από πλευράς της κας Καουτζιάνη αφορούν ακριβώς στο κεντρί της ένστασης των Εναγομένων στην υπό κρίση αίτηση, όπως αποτυπώνεται στους λόγους ένστασης (ε) έως (ι). Άλλος λόγος ένστασης, που αρχικά ηγέρθη στην Ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης ως λόγος ένστασης (κ), ότι «Οι ενάγοντες/αιτητές δεν προσδιορίζουν επαρκώς το περιεχόμενο της νέας αντικρουστικής και/ή απαντητικής μαρτυρίας που αιτούνται να προσκομίσουν.», δεν σχολιάστηκε από τη συνήγορο Υπεράσπισης στη γραπτή της αγόρευση και έτσι φάνηκε να εγκαταλείπεται. Προχωρώ πιο κάτω να εξετάσω τα αντιπαραβαλλόμενα επιχειρήματα των συνηγόρων και να αιτιολογήσω τη δικαστική μου θέση και κατάληξη. Κατ' αρχάς, δεν συμφωνώ με τη θέση που διατυπώθηκε από πλευράς της ομνύουσας κας XXXXX Χατζηγεωργίου και της συνηγόρου Υπεράσπισης ότι ο τρόπος που δίδονταν οδηγίες από τους Ενάγοντες προς τους Εναγομένους δεν είναι επίδικο θέμα, για το λόγο ότι ο ΜΥ1 δεν έλαβε όρους εντολής να διερευνήσει αυτό το θέμα. Έχει δίκαιο ο συνήγορος των Εναγόντων όταν απαντά στο επιχείρημα αυτό και λέγει ότι το τί κατέστη επίδικο θέμα κρίνεται βάσει της δικογραφίας και του συνόλου της μαρτυρίας, όχι απομονωμένα βάσει του τί ζητήθηκε από έναν μάρτυρα να μελετήσει, για να μαρτυρήσει. Στην παρούσα υπόθεση, έχει σημασία το γεγονός ότι η Έκθεση Απαίτησης στηρίζεται στην εκδοχή των Εναγόντων (βλ. την παρα. 6 της Ε/Α) ότι αυτοί έδωσαν γραπτές οδηγίες προς τους Εναγόμενους κατά ή περί τις 2.3.1977 και εξοφλήθη η εμπρόθεσμη κατάθεση XXXXX68 και με το προϊόν αυτής ανοίχθηκε νέα εμπρόθεσμη κατάθεση υπ'αρ. XXXXX86 κατά ή περί τις 22.11.1976 για μέρος του ποσού και μέρος μεταφέρθηκε σε άλλους λογαριασμούς. Μετά από την εκτέλεση των εν λόγω γραπτών οδηγιών, οι Ενάγοντες δεν εμφανίζονται στην Έκθεση Απαίτησης να έδωσαν ποτέ άλλες γραπτές οδηγίες για εξόφληση της προθεσμιακής κατάθεσης υπ'αρ. XXXXX
- Απεναντίας, φέρονται να αναζητούν το Πιστωτικό υπόλοιπο αυτής. Επομένως, κρίνω ότι οι Ενάγοντες είχαν το βάρος ν' αποδείξουν την εκδοχή τους μόνον ως προς τις γραπτές οδηγίες που έδωσαν το αργότερο κατά ή περί τις 22.11.1976 για το άνοιγμα της προθεσμιακής κατάθεσης υπ'αρ. XXXXX86 και για τη μεταφορά συγκεκριμένου ποσού σε άλλους λογαριασμούς, καθώς και την εκδοχή τους ότι έκτοτε αναζητούν το Πιστωτικό υπόλοιπο. Από την άλλη, οι Εναγόμενοι είναι εκείνοι που ισχυρίστηκαν στις παραγράφους 10 και 11 της Έκθεσης Υπεράσπισης ότι υπήρξε εξόφληση της προθεσμιακής κατάθεσης στις 6.4.1978, διά της πληρωμής της στους διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος Μ. Θωμαϊδη, επικαλούμενοι τα Μεριδολόγια που αποδεικνύουν την εξόφληση, χωρίς όμως ποτέ να προσδιορίσουν οι Εναγόμενοι στην Έκθεση Υπεράσπισης αν έλαβαν είτε γραπτές είτε προφορικές οδηγίες από τους Ενάγοντες προκειμένου να προβούν στην ισχυριζόμενη εξόφληση. Τονίζω, λοιπόν, ότι στο στάδιο των δικογράφων, οι Εναγόμενοι υπήρξαν σιωπηροί γύρω από το θέμα αυτό. Τούτο όμως δεν αντιστρέφει το βάρος της απόδειξης του ειδικού ισχυρισμού που οι Εναγόμενοι ήγειραν αργότερα, κατά τη δίκη, ότι ενήργησαν βάσει οδηγιών των πελατών για εξόφληση. Το ότι υπήρξε εξόφληση στις 6.4.1978 κατέστη επίδικο, άπαξ και οι Ενάγοντες στην Απάντησή τους αρνήθηκαν το περιεχόμενο της παρα. 10 της Έκθεσης Υπεράσπισης. Το ότι δόθηκαν οδηγίες προς τους Εναγόμενους να προβούν στην εν λόγω εξόφληση, κατέστη επίδικο κατά την ακρόαση, άπαξ και ήγειρε ο ΜΥ1, έστω συμπερασματικά βάσει της έρευνάς του, τον ισχυρισμό ότι οι Εναγόμενοι ενήργησαν βάσει οδηγιών της Ενάγουσας αρ. 1 για εξόφληση ή/και μεταφορά του ποσού της επίδικης εμπρόθεσμης κατάθεσης ως το Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Β προς άλλο/άλλους λογαριασμό/ούς. Είναι γεγονός ότι, όπως ορθά επισημαίνει η συνήγορος Υπεράσπισης στη γραπτή της αγόρευση, οι Εναγόμενοι παρέλειψαν κατά το στάδιο οδηγιών να αιτηθούν την παροχή Περαιτέρω και Καλύτερων λεπτομερειών από τους Εναγόμενους, αναφορικά με το ζήτημα βάσει τί οδηγιών (γραπτών ή προφορικών και από ποιον) έγινε η εξόφληση. Θα μπορούσαν λογικά να είχαν ζητήσει τέτοιες λεπτομέρειες και δεν το έπραξαν. Όμως, δεν μπορεί να αναμενόταν να εγκριθεί ένα τέτοιο αίτημα στο βαθμό που θα αποσκοπούσε να αλιευθεί μαρτυρία για το περιεχόμενο των Μεριδολογίων, τα οποία επιφυλάχθηκαν ρητά οι Εναγόμενοι στην παρα. 10 της Έκθεσης Υπεράσπισης τους να τα παρουσιάσουν κατά την ακρόαση. Η παροχή Περαιτέρω και Καλύτερων Λεπτομερειών δεν δύναται να έχει ως στόχο και σκοπό την αλίευση μαρτυρίας. Οπόταν, δεν μπορώ να θεωρήσω ότι παρέλειψαν οι Ενάγοντες να επιδείξουν εύλογη επιμέλεια στο στάδιο οδηγιών, επί τω ότι δήθεν δεν έλαβαν όλα εκείνα τα διαβήματα που θα περιόριζαν τον κίνδυνο να αιφνιδιαστούν κατά την ακρόαση από την παρουσίαση της υπόθεσης των Εναγομένων. Επίσης, το γεγονός ότι πριν την έναρξη της ακρόασης και συγκεκριμένα στις 5.6.2020 καταχωρήθηκε από πλευράς Εναγόντων η λεγόμενη «Ειδοποίηση Προσαγωγής Εγγράφων κατά την Ακρόαση» δυνάμει της Δ.24, θ. 8, με την οποία οι Ενάγοντες ζητούσαν όπως οι Εναγόμενοι παρουσιάσουν στο Δικαστήριο κατά τη δικάσιμο της 23.6.2020, που ήταν ορισμένη για έναρξη ακρόασης η υπόθεση, συγκεκριμένα έγγραφα που αποκαλύφθηκε ότι θα χρησιμοποιούσαν οι Εναγόμενοι κατά την ακρόαση, χωρίς όμως να ζητήσουν οι Ενάγοντες να προσαχθούν από τους Εναγόμενους ειδικά τα Μεριδολόγια που θα αποδείκνυαν την εξόφληση, κρίνω ότι και πάλιν δεν μπορεί να κριθεί σε βάρος των Εναγόντων, εφόσον εκείνοι δεν είχαν το βάρος να αποδείξουν την εξόφληση. Είναι πάγια νομολογημένο ότι ο ένας διάδικος θέτει έγκαιρα στους μάρτυρες του αντιδίκου του κάθε ουσιώδη ισχυρισμό της δικής του υπόθεσης για να έχουν την ευκαιρία να τον σχολιάσουν ή/και αντικρούσουν (βλ. Frederickou Schools Co Ltd και άλλων Vs. Acuac Ins.
(2002)1 Α.Α.Δ. σελίς 1527 και Μοσχάτου Vs. Μοσχάτου
(1999)1 Α.Α.Δ. σελίς 785). Έτσι, για να μην προκαλούσαν τον κίνδυνο αιφνιδιασμού των Εναγόντων, θα ήταν κατά την κρίση μου ενδεδειγμένο και λογικό οι Εναγόμενοι που ισχυρίζονταν ότι κατείχαν Μεριδολόγια που αποδείκνυαν την εξόφληση της προθεσμιακής κατάθεσης στις 6.4.1978, να τα παρουσίαζαν και /ή υποδείκνυαν προς την Ενάγουσα αρ. 1 κατά την αντεξέταση της, για να έχει την ευκαιρία να δώσει τη δική της επεξήγηση, ειδικά αν αυτά περιείχαν οποιοδήποτε στοιχείο μαρτυρίας που θα επικαλούνταν μετέπειτα οι μάρτυρες υπεράσπισης ότι αποδείκνυε ότι η εξόφληση έγινε κατ' εντολή της Ενάγουσας αρ.
- Τί έγινε στην παρούσα υπόθεση. Δόθηκε ή δεν δόθηκε τέτοια ευκαιρία στην Ενάγουσα αρ. 1 να γνωρίζει την υπερασπιστική γραμμή των Εναγομένων όπως τούτη θα προωθήτο με τη μαρτυρία τους; Έχω ανατρέξει στα πρακτικά της ακροαματικής διαδικασίας και παραθέτω πιο κάτω κρίσιμα αποσπάσματα σε σχέση με το ζήτημα που εδώ απασχολεί. Δικάσιμος 23.6.2020։ Κυρίως εξέταση της Ενάγουσας αρ. 1 (ΜΕ1) Σελ. 17 στενοτυπημένων πρακτικών «Ο κ. Πιριλίδης συνεχίζει: E. Στον χρόνο εκείνον, αμέσως μετά που είχατε την ατυχία να αποβιώσει ο σύζυγός σας, ασχολείστουν με οτιδήποτε; Επιχειρηματικά δηλαδή. A. Ναι, όταν απεβίωσε ο σύζυγός μου είχα διοριστεί σε όλες τις εταιρείες που υπήρχαν, είτε εξαγωγικού εμπορίου, είτε αγοράς βαποριών μετά, μέχρι σήμερα ασχολούμαι με τις επιχειρήσεις μας. E. Στα πλαίσια αυτών των επιχειρηματικών σας δραστηριοτήτων, είχατε την ευκαιρία να έχετε συναλλαγές με τράπεζες και συγκεκριμένα με την Τράπεζα Κύπρου; A. Βεβαίως, όταν χρειάζετουν εγώ έδιδα τις οδηγίες είτε για να αποσυρθούν χρήματα, ήμουν ενήμερη για κάθε κατάθεση ή απόσυρση. E. Έχετε υπογράψει οποιοδήποτε έγγραφο είτε εσείς, είτε από κοινού με τον γιο σας, κύριο XXXXX Θωμαΐδη, για την ανάληψη του ποσού που ήταν κατατεθειμένο τότε στην τράπεζα ή οποιουδήποτε άλλου ποσού; A. Για ορισμένα ποσά ναι, αλλά συγκεκριμένα για το ποσό των 8026, το οποίο είχε δεσμευτεί μέχρι την αποπληρωμή του Φόρου Κληρονομιάς, δεν είχαμε καν το δικαίωμα να υπογράψουμε, το μόνο δικαίωμα για την απόσυρση ήταν ο Έφορος Κληρονομιάς. E. Όταν λέτε "για ορισμένα ποσά ναι", αναφέρεστο μήπως σε γενικά ποσά ή στα ποσά της διαχείρισης; A. Γενικά ποσά. E. Ευχαριστώ. Δεν έχω άλλες ερωτήσεις.». Δικάσιμος 23.7.2020։ Αντεξέταση της ΜΕ1 Σελ. 8 - 10 στενοτυπημένων πρακτικών «Δικαστήριο (προς κα Καουτζάνη): Συγγνώμη, το παράπονο εδώ είναι ότι αποδεσμεύτηκε ποσό προτού δοθούν οι γραπτές οδηγίες από τον φόρο κληρονομιάς ή ότι δεν δόθηκε ποτέ κατάσταση στην άλλη πλευρά; κος Πιριλλίδης: Είναι διπλό το παράπονο, από τις 35 χιλιάδες λίρες, στο οποίο ποσό ήταν δεσμευμένο το ποσό 8 χιλιάδων, δεν δόθησαν λεπτομέρειες και δεν απεδόθη και το ζητούμε. Η κα Καουτζάνη συνεχίζει: E. Έχει σημασία που το κάνω αυτό. Εσείς το '77 πού ζούσατε τον Μάρτιο; A. Στο Λονδίνο, λόγω της εισβολής. E. Και... με την άδειά σας, να επιβεβαιώσω κάτι. Και αντιλαμβάνομαι θυμάστε ότι τους λογαριασμούς σας, όταν επήγαν στη Λάρνακα μετά την εισβολή, μεταφέρθηκαν οι λογαριασμοί λόγω της εισβολής, το κατάστημα που χειριζόταν τους λογαριασμούς ήταν της Λάρνακας και υπεύθυνος των λογαριασμών σας τότε ήταν ο κύριος Ανδρεάδης, τον θυμάστε; A. Ναι, θυμούμαι το όνομα, ναι. E. Όταν εσείς ήσασταν Λονδίνο, ποιος εχειρίζετουν θέματα των λογαριασμών σας, αν χειριζόταν κάποιος; Της διαχείρισης πάντα μιλώ. A. Δεν γινόταν καμία χρήση στον λογαριασμό όταν ήμασταν στο εξωτερικό, επικοινωνούσαμε γραπτώς για να μας δώσουν την κατάσταση. Δεν εκάναμε χρήση των λογαριασμών κίνησης του λογαριασμού, απλώς απευθύναμε επιστολές στην τράπεζα και προσπαθούσαμε να ενημερωθούμε την κατάσταση των λογαριασμών μας και η απάντηση ήταν ότι λόγω της τουρκικής εισβολής, χάθηκαν τα στοιχεία κλπ. E. Τούτο που λέτε τωρά, το τελευταίο σχόλιο, αντιλαμβάνομαι μιλάτε για το '10, όχι το
- A. Ναι, αλλά χρειάστηκε στην τράπεζα 10 χρόνια, όταν ήμουν 80 χρονών και τώρα είμαι 90, για να μας πουν τα σημερινά γεγονότα. E. Πού προκύπτει αυτό; A. Λέτε ότι μας πληρώσατε.». Σελ. 11 στενοτυπημένων πρακτικών δικασίμου 23.7.2020 «Μάρτυρας: Απ' ό,τι θυμούμαι, δεν είχαμε άμεση ανταπόκριση στις ερωτήσεις μας για την κατάσταση του λογαριασμού μας. Είτε αν ήταν τηλεφωνικώς ή email ή επιστολές. Ζητούσαμε... ήταν μόνο δίκαιο να μας πουν ποια είναι η κατάσταση του λογαριασμού μας, δεν ζητούσαμε τίποτε παράλογο. Η κα Καουτζάνη συνεχίζει: E. Θυμάστε ότι είχατε τον λογαριασμό τρεχούμενο XXXXX67; A. Όχι, δεν θυμούμαι τους αριθμούς. Για τι ποσό; E. 7 λίρες. A. Όχι. E. Θυμάστε ότι είχατε ζητήσει να εκδοθεί επιταγή από εκείνον τον λογαριασμό για 1.100 λίρες τον Φεβρουάριο του '77 για πληρωμή προς φόρο κληρονομιάς, μέρος της οφειλής σας; A. Πιθανόν να έγινε, δεν το θυμούμαι. E. Και η τράπεζα ενέκρινε το αίτημά σας, ασχέτως ότι ο λογαριασμός με πιστωτικό υπόλοιπο 7 λίρες κατέστη χρεωστικός με την πληρωμή των 1.100 στον φόρο, το θυμάστε αυτό; A. Όχι. E. Ποιος εχειρίζετουν τους λογαριασμούς τότε τον Φλεβάρη του '77; A. Συγγνώμη, ήμασταν στο εξωτερικό και εκείνο που ήταν το πιο σοβαρό, ήταν με επιστολή προς την τράπεζα για τα υπόλοιπα των λογαριασμών και για την κίνηση των λογαριασμών μας. Ό,τι είχαμε τα έχουμε καταθέσει. Δικαστήριο (προς μάρτυρα): Η ερώτηση ήταν ποιος, όχι πώς. Μάρτυρας: Εγώ τα χειριζόμουν.» Σελ. 12 στενοτυπημένων πρακτικών δικασίμου 23.7.2020 «Η κα Καουτζάνη συνεχίζει: E. Και μάλιστα, μετά από την πληρωμή, είναι η θέση μου, αυτού του ποσού που δώσατε οδηγίες από το Ηνωμένο Βασίλειο εσείς προς την τράπεζα να γίνει αυτή η πληρωμή προς τον έφορο κληρονομιάς, εστείλατε τον επόμενο μήνα, Μάρτιο του '77 από το Ηνωμένο Βασίλειο την επιστολή που έχετε καταθέσει Τεκμήριο 7, έτσι; A. Μάλιστα. E. Που δίδατε συγκεκριμένες οδηγίες ‑ ‑ A. Ο λογαριασμός των 40 να κλείσει και να ανοικτεί 35 και κάτι και 8, που εκτέλεσαν τις οδηγίες το '77 η τράπεζα. E. Μάλιστα. Αφαιρουμένου της πληρωμής των 1.100 λιρών το '77, τι ποσό έμενε για την οφειλή της διαχείρισης προς τον φόρο κληρονομιάς; A. Δεν θυμούμαι αυτήν τη στιγμή. E. Έμενε όμως ποσό; A. Βεβαίως.». Σελ. 16 στενοτυπημένων πρακτικών δικασίμου 23.7.2020 «Η κα Καουτζάνη συνεχίζει: E. Συμφωνείτε μαζί μου ότι μπορούσατε να δώσετε, και δίδατε, προφορικές οδηγίες για ανάληψη χρημάτων από τους λογαριασμούς; A. Συνήθως ήταν γραπτές οδηγίες. E. Δίδατε και προφορικές; A. Δεν νομίζω, ο λογαριασμός... πάντοτε γίνονταν γραπτές. E. Αρνείστε δηλαδή ότι δίδατε προφορικές; A. Αρνούμαι, συνήθως ήταν γραπτώς. Σε ό,τι αφορά γραπτά χρήματα, ήταν πάντα γραπτώς οι οδηγίες μου. E. Οι 1.100 λίρες έφυαν που μόνες τους στον λογαριασμό ή με γραπτή οδηγία; A. Πρέπει να είχα δώσει γραπτές. E. Δεν υπήρχαν γραπτές, ήταν προφορικές. A. Πού αναφέρεται ότι ήταν προφορικές; Γράφει έδωσα προφορικές; Έχετε στοιχεία; E. Σας το είπε τη μέρα που πήγατε. A. Όχι, δεν έχω καμία απόδειξη ότι μου έκανε χάρη η τράπεζα να δώσω προφορικές οδηγίες.». Σελ. 17 στενοτυπημένων πρακτικών δικασίμου 23.7.2020 «Η κα Καουτζάνη συνεχίζει: E. Συμφωνείτε μαζί μου ότι το 22/11/77 δώσατε προφορικές οδηγίες προς τον κύριο Ανδρεάδη να μην ανανεωθεί αυτομάτως η κατάθεσή σας προθεσμίας με αριθμό XXXXX86 για ποσό 35.333, 044; A. Αποκλείεται να έδωσα πληροφορίες προφορικές, συνήθως ήταν γραπτές. Ήταν γραπτές.». Σελ. 18 - 19 στενοτυπημένων πρακτικών δικασίμου 23.7.2020 «Η κα Καουτζάνη συνεχίζει: E. Οκ. Είναι η θέση μου ότι... μισό λεπτό, Εντιμοτάτη. Μετά που δώσατε προφορικές οδηγίες προς τον κύριο Ανδρεάδη τον Νιόβρη του '77 να μην ανανεωθεί αυτομάτως η κατάθεση XXXXX86, για την οποία είχατε δώσει οδηγίες να ανανεωθεί με την επιστολή σας 02/03/77 προηγουμένως, μετά από εκείνη την ημερομηνία, τον Νιόβρη του '77 πήγατε και αποσύρατε όλο το ποσό της κατάθεσης αυτής 06/04/
- A. Διαμαρτύρομαι έντονα ότι πήραμε αυτό το ποσό είτε εγώ είτε ο άλλος διαχειριστής, XXXXX Θωμαΐδης, ούτε έδιδα οδηγίες προφορικά απαραιτήτως, ήταν γραπτά και ήθελα να ρωτήσω, δηλαδή επήα στον κύριο Ανδρεάδη και του είπα θέλω 30 ‑ 40 χιλιάδες να μου τα δώσει χωρίς γραπτές οδηγίες; Σίγουρα έπρεπε να υπογράψω απόδειξη παραλαβής. Έχετε απόδειξη ότι μου παραδώσατε με γραπτές οδηγίες 35 χιλιάδες λίρες; E. Θυμάστε όλα τα γεγονότα που έγιναν το '77 και το '78; A. Θυμούμαι ότι ήταν γραπτώς πάντοτε, ποτέ προφορικά. Με χρήματα ποτέ δεν ασχολούμουν προφορικά. E. Δεν θυμάστε δηλαδή ότι δεν ανανεώθηκε η κατάθεσή σας XXXXX86 τον Μάρτιο του '78 που έπρεπε, αν δεν είχατε δώσει οδηγίες, να ανανεωθεί αυτομάτως, να είχε ανανεωθεί; κος Πιριλλίδης: Υπάρχει ένσταση. Υπάρχει παραπλάνηση. Ο λογαριασμός, στον οποίο αναφέρθηκε η συνάδελφος είναι λογαριασμός ο οποίος δημιουργήθηκε το 1977, κάτι που παραδέχονται στην Υπεράσπισή τους. Δεν είχε λήξει, ούτε έχουν ισχυρισμούς είτε στην Υπεράσπισή τους ή σε αυτές τις επιστολές που έκανε αναφορά προηγουμένως στην 24, αν θέλετε, ότι αυτός ο λογαριασμός XXXXX86 που δημιουργήθηκε για 35 χιλιάδες έληγε αργότερα τον ίδιο χρόνο. Δικαστήριο (προς κα Καουτζάνη): Επειδή είναι θέμα μαρτυρίας αυτό το οποίο θέτει ο κύριος Πιριλλίδης και δεν θέλω να μου δώσει απάντηση η κυρία Καουτζάνη και να εισάξει μαρτυρία, θα ήθελα να αποσύρετε την τελευταία ερώτηση και να έρθετε εσείς να βάλετε κάτω τα πράγματα με χρονολογική σειρά πότε ανοίχθηκε ο λογαριασμός, πότε έληγε για θέμα ανανέωσης. Η κα Καουτζάνη συνεχίζει: E. Αποσύρω. Συμφωνείτε μαζί μου ότι με την επιστολή σας τον Μάρτιο του '77, Τεκμήριο 7, δώσατε οδηγίες όπως το ποσό των 35.333, 044 ανανεωθεί, έτσι; A. Ναι, γραπτές οδηγίες. E. Ναι, μιλώ για το γεγονός. A. Ναι. E. Και αντιλαμβανόσασταν, φαντάζομαι, ότι οι καταθέσεις ανανεώνονταν κάθε χρόνο, έτσι; A. Ναι. E. Άρα με βάση τις οδηγίες σας, είναι η θέση μου ότι αυτή η κατάθεση που μετά πήρε τον αριθμό XXXXX84 από το XXXXX86 έγινε έτσι, έπρεπε, αν θα ανανεωνόταν αυτόματα, να ανανεωνόταν Μάρτιο του 78, έτσι; A. Τι είναι η ερώτησή σας; Μάλιστα, συμφωνώ. E. Έγινε αυτόματη ανανέωση Μάρτιο του '78; A. Μα, μιλούμε γι' αυτόν τον λογαριασμό, στέλλαμε επιστολές για ενημέρωση και είχαμε απάντηση ότι, λόγω της εισβολής, δεν είχατε τα στοιχεία.» Σελ. 20 - 21 στενοτυπημένων πρακτικών ημερ. 23.7.2020 «.E. Είχε γίνει το '74 η εισβολή. A. Η απάντηση στην ερώτησή μας για την κατάσταση, δεν την πήραμε ποτέ. E. Πότε στείλατε επιστολή το '78 να ρωτήσετε για αυτήν την κατάθεση; A. Πρέπει να έχουμε κάποια, αυτή τη στιγμή δεν έχουμε, συνεχίσαμε να ρωτούμε και η απάντηση ήταν ότι χάθηκαν τα στοιχεία. E. Έχετε έστω και μία επιστολή ή έστω κάποια μαρτυρία κάποιου; A. Ναι, έχουμε, ναι. E. Ένα λεπτό, έχετε γραπτή επιστολή που να ρωτάτε την τράπεζα, να λέει «παρακαλώ, πείτε μου τι έγινε η κατάθεση XXXXX86 από το '78 μέχρι το '10»; A. Ναι, έχουμε, κυρία Καουτζάνη. E. Δείξετε μου την. A. Ο γιος μου επικοινώνησε με τους διευθυντές της τράπεζας και ζήτησε πληροφορίες και δεν μπορούσαν να μας δώσουν. Δικαστήριο (προς μάρτυρα): Προφορικά; Μάρτυρας:Μεemail. κα Καουτζάνη: Καταλαβαίνω, αλλά εν γίνεται να μιλά ο κύριος Θωμαΐδης πίσω. Δικαστήριο: Πρώτη φορά τον άκουσα. Μάρτυρας: Λέω ότι ο γιος μου επικοινώνησε με email. Η κα Καουτζάνη συνεχίζει: E. Θέλω να μου δείξετε τα emails από το '78 μέχρι το '10 που λέγατε «δεν ξέρουμε τι γίνεται με την κατάθεσή μας». A. Πρέπει να το παρουσιάσουμε; Δικαστήριο (προς μάρτυρα): Τα έχετε; Μάρτυρας: Ναι, υπάρχουν. Δικαστήριο (προς μάρτυρα): Μην κοιτάζετε πίσω. Αν ξέρετε εσείς αν υπάρχουν τέτοια emails, να τα παρουσιάσετε. Μάρτυρας: Υπάρχουν, αλλά δεν ξέρουμε αν τα δώσαμε στον δικηγόρο. Η κα Καουτζάνη συνεχίζει: E. Ξέρετε κάποιο όνομα που επικοινωνούσατε; Εν υπάρχουν emails, λέμε τώρα, κάποιο όνομα της τράπεζας που λέτε «μα τι έγινε η κατάθεσή μας από το '78 μέχρι το '10;» Δεν θέλω να βλέπετε πίσω! A. Δεν θυμούμαι το όνομα, αλλά θα το παρουσιάσουμε το όνομα.». Σελ. 23 - 24 στενοτυπημένων πρακτικών δικασίμου ημερ. 23.7.2020 «Η κα Καουτζάνη συνεχίζει: E. Είναι η θέση μου, κυρία Θωμαΐδου, ότι σε καμία παραβίαση προέβηκε η τράπεζα ως οι αναφορές σας στην παράγραφο 10 της γραπτής σας κατάθεσης. (Υποδεικνύεται στη μάρτυρα ένα έγγραφο) [.] Μάρτυρας: Βεβαίως έγινε παραβίαση, αφού δεν πήραμε το ποσό και λεν ότι το πλήρωσαν. Εμείς δεν το πήραμε. [.] Μάρτυρας: Οι οδηγίες ήταν πάντα γραπτές. Έχει η τράπεζα οδηγίες και υπάρχει απόδειξη από τον παραλήπτη ότι παρέλαβε το ποσό; E. Και όλη σας την απαίτηση εναντίον της τράπεζας τη βασίζετε και την εκάμετε μετά που η τράπεζα σας είπε ότι κάποια παραστατικά δεν υπάρχουν. A. Ήταν χρήματα. Τα χρήματα πού είναι; Ποιος τα πήρε; Ποιος υπέγραψε; Έχετε αποδείξεις; Σελ. 24 -25 στενοτυπημένων πρακτικών δικασίμου 23.7.2020 «Δικαστήριο (προς κα Καουτζάνη): Το «κάποια παραστατικά» δεν θα γίνει πιο συγκεκριμένο; κα Καουτζάνη: Θα φέρω τη μαρτυρία. Ακριβώς, είναι θέμα μαρτυρίας. Δικαστήριο (προς κα Καουτζάνη): Μιλάτε για εντολές, για αποδείξεις; κα Καουτζάνη: Τούτα όλα... Δικαστήριο (προς κα Καουτζάνη): Απαντώντας στη δική σας θέση, ότι δεν υπήρξε καμία παραβίαση από πλευράς της τράπεζας, σας καλεί η ίδια η Ενάγουσα να παρουσιάσετε αν είχατε γραπτές εντολές, αποπληρωμές της κατάθεσης προς την ίδια και αποδείξεις ότι πληρώθηκαν. Μιλάτε για τα ίδια παραστατικά, για τα ίδια έγγραφα που σας καλεί να παρουσιάσετε; κα Καουτζάνη: Όχι, τώρα θα μπω σε ουσία, επειδή με ρωτάτε. Δικαστήριο (προς κα Καουτζάνη): Σε αυτό το σημείο, αν αυτό που εσείς της υποβάλλετε, ότι αντέδρασε μόνο όταν η τράπεζα είπε ότι δεν υπήρχαν κάποια παραστατικά, το «κάποια», επειδή είναι αόριστο, αναφέρεστε σε αυτά που σας κάλεσε να παρουσιάσετε; κα Καουτζάνη: Η θέση της είναι ότι έπρεπε να δώσει γραπτές οδηγίες, της υπέβαλα είναι προφορικό. Ήταν προφορικές οδηγίες, έχω το μεριδολόγιο, της το δείξαμε, γράφει εξοφλήθηκε την τάδε ημερομηνία, ξέρει επίσης, της εξηγήσαμε, ο εσωτερικός έλεγχος, επειδή είναι πάρα πολλοί λογαριασμοί '78, πάει 10 χρόνια. Αυτά τα λέω στην Υπεράσπιση. Άρα είναι πολύ δύσκολο και το ξέρουν τούντο πράγμα που καλούμαστε να της πούμε και βάσει αυτών ήρτε και έκανε την αγωγή της, αυτό της λέω. Δικαστήριο (προς κα Καουτζάνη): Τώρα αποκτά νόημα. Δικαστήριο (προς μάρτυρα): Θέλετε να πείτε κάτι; κα Καουτζάνη: Και θα πάω σε συγκεκριμένα πράγματα. Μάρτυρας: Δεν συμφωνώ. Χάθηκαν τα στοιχεία τους, τα χρήματα πού πήγαν; Η κα Καουτζάνη συνεχίζει: E. Τα πήρατε---». Σελ. 27 στενοτυπημένων πρακτικών δικασίμου 23.7.2020 «Η κα Καουτζάνη συνεχίζει: E. Ο γιος σας XXXXX, είχε πάει και αυτοπροσώπως στην τράπεζα τότε και εμίλησε και έδωσε κατάθεση στον εσωτερικό έλεγχο, τούτο ξέρετε το; A. Όχι, η επικοινωνία του ήταν με email. Δεν θυμούμαι αν είχε πάει και προσωπικά και ζητούσαμε πληροφορίες σχετικά με τον λογαριασμό που για τόσο καιρό δεν μας έδιναν καμία πληροφορία. E. Οκ, η θέση μου είναι ότι, αφού δεν το θυμάστε, είχατε μιλήσει τηλεφωνικά εσείς με τον κύριο Ρωσταντή στον εσωτερικό έλεγχο της τράπεζας Κύπρου και ο γιος σας XXXXX πήγε αυτοπροσώπως και του έδωσαν λεπτομέρειες και είπε εκείνος κάποια πράγματα στον κύριο Ρωσταντή. Αυτό το ξέρετε; A. Κάτι μου λέει, τώρα που λέτε το όνομα, υπήρχε κάποια επικοινωνία. E. Τηλεφωνική μαζί σας, αυτοπροσώπως με τον γιο σας; A. Ότι τον είδε ο γιος μου, ναι, αλλά προσωπικά δεν θυμούμαι.». Σελ. 31 στενοτυπημένων πρακτικών δικασίμου 23.7.
- «Η κα Καουτζάνη συνεχίζει: E. Όταν αποσύρθηκαν, κατά τη θέση μου, τα χρήματα των 35 χιλιάδων λιρών κατόπιν οδηγιών σας τον Απρίλη του '78, θέση μου, ο λόγος που δεν ελήφθηκε, αν θέλετε, η έγκριση του έφορου, ήταν επειδή ήταν μικρό το υπόλοιπο που απέμενε να πληρωθεί ο φόρος από εσάς και είχατε πει ότι θα αναλάβετε οι ίδιοι να το καταβάλετε. A. Απάντησα ότι ουδέποτε πήραμε το ποσό των 35 χιλιάδων λιρών και κάτι, ποτέ δεν δώσαμε γραπτές οδηγίες να μας το επιστρέψει η τράπεζα και αν έχετε εσείς έτσι έγγραφα, πρέπει να έχετε απόδειξη ότι πήραμε αυτά τα χρήματα. Διαμαρτυρόμαστε έντονα ότι πήραμε ή εγώ ή ο XXXXX τα χρήματα. Όσο για το υπόλοιπο, μικρό ή μεγάλο δεν έχει καμία σχέση με την υποχρέωση που είχε η τράπεζα να μην αποδεσμεύει η τράπεζα πριν την εξόφληση. E. Η τράπεζα το έκανε, κατόπιν οδηγιών σας. A. Θέλουμε να δούμε τις γραπτές οδηγίες και την απόδειξη.». Σελ. 32 στενοτυπημένων πρακτικών δικασίμου 23.7.2020 «Η κα Καουτζάνη συνεχίζει: E. Αποκλείεται δηλαδή να το πήρε ο άλλος διαχειριστής; A. Αποκλείεται, το δηλώνω υπεύθυνα ότι δεν το πήραμε. E. Είναι η θέση μου ότι η τράπεζα καθ' όλους τους χρόνους που σχετίζονται με αυτά τα επίδικα θέματα, ενήργησαν κατόπιν οδηγιών σας, διότι μπορούσατε να δώσατε και προφορικές οδηγίες, τότε ‑ ‑ A. Για χρήματα ουδέποτε έδιδα προφορικές οδηγίες. E. Και καμία ζημιά έχουν υποστεί οι Ενάγοντες από οιανδήποτε πράξη της τράπεζας. A. Είναι θέμα που μπορεί να το αποδείξει η τράπεζα. E. Δεν μπορώ να αποδείξω κάτι. Τελείωσα.». Σκοπός της παρούσας απόφασης στο παρόν στάδιο της δίκης δεν είναι να προβεί το Δικαστήριο βεβιασμένα σε οποιαδήποτε αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας. Θυμίζω ότι μοναδικός σκοπός της παράθεσης των πιο πάνω αποσπασμάτων είναι να καταδείξω πώς εισήγαγε την υπερασπιστική της γραμμή η συνήγορος Υπεράσπισης προς την Ενάγουσα αρ. 1 (ΜΕ1), για να κρίνω αν δημιούργησε κίνδυνο αιφνιδιασμού ή/και παραπλάνησης των Εναγόντων. Προκύπτει αβίαστα από τα πιο πάνω αποσπάσματα ότι το ερώτημα αν η Ενάγουσα αρ. 1 χορηγούσε τις οδηγίες της προς την Τράπεζα γραπτώς ή προφορικά κατέστη επίδικο θέμα, εφόσον υποβλήθηκε πολλάκις στην ΜΕ1 ότι αυτή χορηγούσε προφορικά ορισμένες φορές τις οδηγίες της και ότι η Τράπεζα τις εκτελούσε έστω και αν αφορούσαν στην πληρωμή ποσών, θέση την οποία αρνήθηκε σθεναρά η ΜΕ
- Εκείνο όμως που δεν φανερώθηκε στην ΜΕ1 ήταν αν τα συγκεκριμένα Μεριδολόγια περιείχαν οποιαδήποτε σημείωση που να φανερώνει αντίστοιχα γραπτές ή προφορικές οδηγίες της ΜΕ
- Δεν υποδείχθηκαν τα Μεριδολόγια στην ΜΕ1 για να ξεκαθαρίσει τη θέση της ως προς αυτά. Τούτο παρά την σαφή έκκληση του Δικαστηρίου, όπως καταγράφεται στις σελίδες 24 - 25 των στενοτυπημένων πρακτικών της δικασίμου 23.7.2020, προς τη συνήγορο Υπεράσπισης να γίνει πιο συγκεκριμένη για το τί εννοούσε με τον όρο «παραστατικά». Τότε ήταν που η κα Καουτζιάνη απάντησε προς το Δικαστήριο δείχνοντας ότι ο εσωτερικός έλεγχος της Τράπεζας έκρινε βασιζόμενος στα «μεριδολόγια» ότι υπήρχαν προφορικές οδηγίες από την Ενάγουσα αρ.
- Αλλά, ακόμη και σε αυτό το σημείο, δεν υποδείχθηκαν στην ΜΕ1 τα μεριδολόγια για να αντικρούσει οποιονδήποτε ισχυρισμό που στηριζόταν σε αυτά. Λέχθηκε απλώς από τη συνήγορο Υπεράσπισης ότι θα έφερνε μαρτυρία. Τα επίμαχα Μεριδολόγια εισήχθηκαν πράγματι για πρώτη φορά στην ακρόαση μέσω του κ. XXXXX Ρωσταντή (ΜΥ1) στις 12.10.
- Κατά την ίδια δικάσιμο άρχισε και η αντεξέτασή του, η οποία συνεχίστηκε σε ακόμη 3 δικασίμους ημερ. 19.10.2020, 3.11.2020 και 14.12.
- Κρίνω δίκαιο να παραθέσω ορισμένα αποσπάσματα από τη μαρτυρία του, τα οποία θεωρώ κρίσιμα, σε σχέση με τη λήψη απόφασης για το κατά πόσον τυχόν η αποστέρηση της ευκαιρίας στους Ενάγοντες να δώσουν αντικρουστική μαρτυρία επί του περιεχομένου της μαρτυρίας του ΜΥ1 για τα Μεριδολόγια, θα είχε ως αποτέλεσμα να παραβιασθεί το δικαίωμά τους σε δίκαιη δίκη. Κυρίως εξέταση Ρωσταντή - Δικάσιμος 12.10.2020 Σελ. 5 στενοτυπημένων πρακτικών. «E. Το Τεκμήριο 4, υπό Έγγραφο Β. Το επιτόκιο που έφερε αυτή η κατάθεση με τον προηγούμενο αριθμό της Κ010868, φαίνεται επίσης το μεριδολόγιο; A. Επίσης, ναι. Να κάνω μια διευκρίνιση, το μεριδολόγιο είναι αντίγραφο του πρωτότυπου παραστατικού της κατάθεσης προθεσμίας. Είναι ένα αντίγραφο, ό,τι αναγραφόταν με τη γραφομηχανή πάνω στην πρωτότυπη, κάθε περίπτωση προθεσμίας αποτυπωνόταν και εδώ, διότι βάζαμε λαδόκολλες και έβγαιναν το ίδιο. E. Θα ήθελα να μας πείτε, γνωρίζετε με βάση την πείρα σας, εάν αποδεχόταν η τράπεζα και υπήρχε δυνατότητα να γίνονται δεχτές προφορικές οδηγίες πελατών; A. Ασφαλώς γίνονταν αποδεκτές προφορικές οδηγίες πελατών, γίνονταν αποδεκτές σε αρκετές μπορώ να πω περιπτώσεις και οι λόγοι που γίνονταν δεχτές οι προφορικές οδηγίες, ήταν για την καλύτερη εξυπηρέτηση του πελάτη, καλύτερη και γρηγορότερη. E. Αντιλαμβάνομαι αναφέρεστε σε προγενέστερο χρόνο του σήμερα, για τις προφορικές οδηγίες; A. Και σήμερα μπορούν να γίνουν προφορικές οδηγίες δεχτές, ειδικά όπως γινόταν και τότε στις περιπτώσεις που γίνεται γρηγορότερα η εξυπηρέτηση του πελάτη και στις περιπτώσεις εκείνες που ενδεχομένως ο πελάτης να κωλύεται για πραγματικούς λόγους, να παρουσιαστεί στην τράπεζα. E. Φαντάζομαι λόγους υγείας, απουσίας στο εξωτερικό; A. Λόγους υγείας, απουσίας στο εξωτερικό, ενδεχομένως κάτι το οποίο συνδέεται με τη συναλλαγή, για την οποία δίδει οδηγίες και επειγόντως εκείνην τη στιγμή, δεν μπορεί να παρουσιαστεί.». Σελ. 6 στενοτυπημένων πρακτικών δικασίμου 12.10.2020 «E. Κατόπιν της συνεργασίας σας με αυτά τα άτομα, μπορείτε στο Τεκμήριο 4 που έχετε καταθέσει, να αναφέρετε εάν αναγνωρίζετε κάποια υπογραφή, κάποιου εκ των ατόμων αυτών; A. Το Τεκμήριο 4, εξ' όσων αντιλαμβάνομαι είναι το μεριδολόγιο της καταθέσεως προθεσμίας XXXXX
- Στο μεριδολόγιο αυτό αναγράφεται το εξής: ''Να μην ανανεωθεί αυτομάτως προφορικά και οδηγίες πελάτιδος ημερομηνίας 23.11.77, προς τον κύριο Ανδρεάδη. Η μονογραφή αυτή είναι του κυρίου Ανδρεάδη και επίσης εκείνο το οποίο έχω να αναφέρω είναι το εξής, λόγω του ότι στην υπηρεσία του κυρίου Ανδρεάδη, στη συνέχεια είχα πάει και εγώ για μια περίοδο περίπου 30 χρόνων, έβλεπα σημειώματα του κυρίου Ανδρεάδη και μπορώ να αναγνωρίσω τον γραφικό χαρακτήρα του.». Σελ. 7 στενοτυπημένων πρακτικών δικασίμου 12.10.2020 «Η κα Καουτσιάνη συνεχίζει: E. Αποσύρω και επαναδιατυπώνω. Στα Τεκμήρια 3 και 4, αναγράφεται η φράση εξοφλήθη. Εσείς με βάση την έρευνά σας, την πείρα σας στην τράπεζα, μπορείτε να γνωρίζετε και εάν γνωρίζετε, να μας απαντήσετε τούτη η ένδειξη τι σημαίνει;». Σελ. 8 στενοτυπημένων πρακτικών δικασίμου 12.10.2020 «Μάρτυρας: Κατ' αρχήν η λέξη αυτή, είναι το περιεχόμενο μιας σφραγίδας, η λέξη εξοφλήθηκε έχει 3 έννοιες: Η πρώτη έννοια, είναι η πληρωμή ολόκληρου του κεφαλαίου και των τόκων μιας εμπρόθεσμης κατάθεσης στον δικαιούχο. Η δεύτερη έννοια, είναι το κλείσιμο μιας εμπρόθεσμου καταθέσεως και το άνοιγμα μιας καινούργιας, υπό μορφή αυτόματης ανανέωσης. Και η τρίτη έννοια, είναι η πληρωμή του προϊόντος μιας κατάθεσης προθεσμίας μέρους του κεφαλαίου ή ενδεχομένως και αύξηση του κεφαλαίου, κατά την ημερομηνία που γίνεται η εξόφληση όπως την εξηγήσαμε. Άρα, για τις 3 αυτές έννοιες, χρησιμοποιείται αυτή η λέξη.». Σελ. 9 - 10 στενοτυπημένων πρακτικών δικασίμου 12.10.2020 «Η κα Καουτσιάνη συνεχίζει: E. Και τώρα που αναφέρατε γενικά, θέλω να αναφέρετε και ειδικά στο Τεκμήριο 3 και 4, εάν γνωρίζετε τούτη η ένδειξη, τούτη η σφραγίδα τι σημαίνει; κ. Πιριλίδης: Υπάρχει ένσταση, πώς μπορεί να γνωρίζει ένας μάρτυρας με μια τριπλή επεξήγηση και ερμηνεία που έδωσε στη λέξη «εξοφλήθη», τι έγινε το 1968 ή το 1977 που μιλά; [.] Δικαστήριο: [.] Εντοπίσατε ένα έγγραφο να φέρει τη σφραγίδα με την ένδειξη εξοφλήθη, την τάδε ημέρα. Έχετε καταγράψει στο Έγγραφο Β, ποιος έβαλε αυτήν την ένδειξη, εάν τον αναζητήσατε να τον εντοπίσετε και εάν σας έχει πει εκείνος με ποιο πνεύμα έβαλε αυτήν την ένδειξη; Μάρτυρας: Να σας απαντήσω, όχι, ασφαλώς όχι, το ποιος τοποθέτησε τη σφραγίδα ή ποιος έγραψε οτιδήποτε, εκτός από εκείνο που ανέφερα για τον κύριο Ανδρεάδη, δεν μπορώ να γνωρίζω. Όμως από τα στοιχεία των δύο καταθέσεων προθεσμίας, διαπιστώνεται, όχι μόνο από εμένα, αλλά και ο κύριος Πιριλίδης εάν δει τις δύο καταθέσεις αυτές, θα διαπιστώσει ότι η μια είναι συνέχεια της άλλης, με βάση αυτά που αναγράφονται πάνω. Δηλαδή στην κατάθεση προθεσμίας XXXXX68, υπάρχει χειρόγραφη σημείωση, στην κατάθεση XXXXX68, αναγράφεται χειρόγραφα το νούμερο της επόμενης κατάθεσης προθεσμίας και επίσης οι δύο άλλοι λογαριασμοί των Εναγόντων. Άρα, επομένως, η XXXXX86 είναι η νέα κατάθεση, στην οποία παραπέμπει η παλαιότερη. Οι σημειώσεις αυτές σκοπό είχαν, και τότε και σήμερα και πάντα, να εξηγήσουν και να ξεκαθαρίσουν απορίες, όπως αυτήν που υπέβαλε ο κύριος Πιριλίδης. Άρα, εδώ φαίνεται και η χρησιμότητα του μεριδολογίου, από την οποία μπορούμε να διαπιστώσουμε την πορεία μιας προθεσμιακής κατάθεσης και λέω εξαιρετικά χρήσιμο, διότι για τις καταθέσεις προθεσμίας, δεν εκδιδόταν κατάσταση λογαριασμού, όπως εκδιδόταν για τους τρεχούμενους λογαριασμούς.». Στενοτυπημένα πρακτικά δικασίμου 19.10.2020 (συνέχεια αντεξέτασης ΜΥ1). Σελ. 36 - 38 πρακτικών δικασίμου «Ο κ. Πιριλίδης συνεχίζει: E. Για την επιστολή Τεκμήριο
- Τώρα, στο στάδιο που εργάστηκες σαν υπάλληλος της τραπέζης και στους τρεχούμενους αντιλαμβάνομαι και στους λογαριασμούς γραμματίων κτλ, είχες στην ευκαιρία να διαχειριστείς λογαριασμούς διαχείρισης. A. Ναι, βέβαια. E. Και ασφαλώς θα συμφωνάς μαζί μου ότι όταν υπάρχει πέραν του ενός διαχειριστού, χρειάζονται οι υπογραφές και η συγκατάθεση και των δύο διαχειριστών ή των τριών, ανάλογα με το πόσοι υπάρχουν, έτσι είναι; A. Εκτός εάν εξουσιοδοτηθεί ένας με πληρεξούσιο, να εκπροσωπεί και τους υπόλοιπους. E. Στην προκειμένη περίπτωση, ας πάρουμε το Τεκμήριο 4, που λέτε ότι μιλούμε για το γραμμάτιο XXXXX
- A. Μάλιστα. E. Εκεί λέτε υπάρχει μια εξουσιοδότηση. A. Μάλιστα. E. Και μάλιστα προφορική. A. Ναι, προφορικές οδηγίες της κυρίας XXXXX να μην ανανεωθεί αυτόματα. E. Και ασφαλώς ελλείπει εκεί η εξουσιοδότηση, είτε αυτή λέγεται προφορική, είτε γραπτή, από τον δεύτερο διαχειριστή, συμφωνάτε μαζί μου; A. Όχι. κα Καουτζιάνη: Δεν υπάρχει δικογραφημένος ισχυρισμός ότι έγινε εξόφληση κατάθεσης ή οτιδήποτε, χωρίς συγκατάθεση ενός εκ των δύο διαχειριστών. Δικαστήριο: Μα είμαι με την εντύπωση ότι εκείνοι δεν δέχονται καθόλου ότι έγινε εξόφληση, άρα δεν θα μπορούσαν να δικογραφήσουν κάτι το οποίο διαφωνούν. Εσείς εισάξατε εκδοχή ότι υπήρξε εξόφληση κατόπιν προφορικής οδηγίας. κα Καουτζιάνη: Εννοώ ουδέποτε το έθεσε... δεν επιμένω. Αποσύρω. Ο κ. Πιριλίδης συνεχίζει: E. Δεν υπάρχει επί του Τεκμηρίου 4 του Εγγράφου Β, έτσι; A. Μα αφού τα παραστατικά δεν έχουν εντοπιστεί. Δεν έχουν εντοπιστεί, παρήλθε ο χρόνος κράτησης τους. Λέω ότι ενδεχομένως πάνω στο παραστατικό της εξόφλησης να υπήρχαν συνοδευτικά έγγραφα, τα οποία δεν γνωρίζουμε ποια είναι. Θα μπορούσε να είναι και εξουσιοδότηση από τον δεύτερο, μπορούσε να είναι και πληρεξούσιο έγγραφο και μπορούσε να είναι και οποιοδήποτε άλλο έγγραφο. E. Καλά, μπορούσαν πολλά πράγματα. Μπορούσα να πετώ και εγώ στο διάστημα. Το ερώτημα είναι, αφ' ης στιγμής λέεις ότι μπορούσε να υπάρχει το ένα ή το άλλο παραστατικό ή το πληρεξούσιο όπως λέεις, γιατί θεωρήθηκε αναγκαίο επιλεκτικά να αναγραφεί πάνω στο μεριδολόγιο "προφορικές οδηγίες πελάτιδας" αφ' ης στιγμής, όπως μας λέτε, μπορεί να υπήρχε πληρεξούσιο, μπορεί να υπήρχε εξόφληση. Αφ' ης στιγμής υπήρχε εξοφλητική απόδειξη, ήταν απαραίτητο να γραφτεί και εδώ; A. Ασφαλώς ήταν απαραίτητο, διότι οποιαδήποτε πληροφορία η οποία αφορούσε την κατάθεση προθεσμίας, αναγραφόταν με το χέρι πάνω στο μεριδολόγιο, έτσι ώστε να βοηθήσει στην καλύτερη εξυπηρέτηση του πελάτη. E. Εάν υπήρχε δεύτερο πληρεξούσιο δεν ήταν απαραίτητο, με δεδομένο όπως λέεις και γνωρίζεις ότι όταν υπάρχουν δύο διαχειριστές χρειάζεται είτε η συγκατάθεση και του δεύτερου ή πληρεξούσιο από τον έναν στον άλλον, δεν ήταν απαραίτητο να γραφτεί πάνω στο μεριδολόγιο; A. Όχι, ουδέποτε τέτοια πρακτική ακολουθείτο από την τράπεζα και να προσθέσω ότι όταν έχουμε εταιρείες, διαχειρίσεις και γενικά μη ιδιώτες, πάντοτε το ένταλμα της εξόφλησης, μαζί με όλα τα αναγκαία παραστατικά, πήγαιναν για εξουσιοδότηση στον τμηματάρχη ή στον διευθυντή ή στον βοηθό διευθυντή και εγκρινόταν η πληρότητα των δικαιολογητικών και μετά γινόταν η πληρωμή. Στην προκειμένη περίπτωση οι προφορικές οδηγίες της πελάτισσας γράφτηκαν εδώ, για να μην ανανεωθεί αυτόματα η κατάθεση προθεσμίας. Και σε τέτοιες περιπτώσεις πάντοτε η εντολή για μη ανανέωση, επιδείκνυε τον λόγο της εξόφλησης της πληρωμής του προϊόντος της κατάθεσης προθεσμίας.». Πρακτικά στενογράφου, δικασίμου 3.11.2020 (συνέχεια αντεξέτασης ΜΥ1). Αντεξέταση ΜΥ1 από κ. Πιριλλίδη: Ε. Κύριε Ρωσταντή στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασης σας, της προφορικής εξέτασης σας, ερωτηθήκατε κατά πόσο υπήρχε η δυνατότητα η τράπεζα να κάνει δεκτές προφορικές οδηγίες πελατών και απαντήσατε ασφαλώς γίνεται αποδεκτό αρκετές φορές και η λόγοι που επεξηγήσατε παρουσιάζονται πιο κάτω στη μαρτυρία σας μετά αυτών των λόγων ήταν για την καλύτερη και γρήγορη εξυπηρέτηση του πελάτη ή όταν ο πελάτης απουσίαζε στο εξωτερικό ή κωλύεται λόγω προβλημάτων υγείας, έτσι ήταν, έτσι είπατε; Α. Ναι. Ε. Το ερώτημα που προκύπτει μετά την πραγματοποίηση των προφορικών οδηγιών του πελάτη, μετά την ολοκλήρωση των οδηγιών του πελάτη γινόταν κάτι άλλο από την τράπεζα; [.] Α. Αν χρειαζόταν να ληφθούν και επιπρόσθετες οδηγίες τότε ναι λαμβάνονταν γραπτώς αν χρειάζονται, θέματα τα οποία διακανονίζονταν και έκλειε η υπόθεση μπορούσε να μην ληφθούν γραπτώς οδηγίες. Ε. Σαν ποια; Α. Π.χ. περίπτωση κατά την οποία όπως είναι και στην υπόθεση που εξετάζεται, δίδονται οδηγίες προφορικές να μην ανανεωθεί μια εμπρόθεσμη κατάθεση, επομένως σε αυτή την περίπτωση από την στιγμή που ο πελάτης θα επανέλθει στην τράπεζα και είτε θα προχωρήσει στην είσπραξη του ποσού της καταθέσεως προθεσμίας όπου, που βάζει και την υπογραφή του πάνω στο ένταλμα πληρωμής, γεγονός που υποδηλώνει την συγκατάθεση του για την πληρωμή, τότε δεν χρειάζεται να ληφθεί γραπτή οδηγία. Ε. Ένα άλλο παράδειγμα, Τεκμήριο 2, Έγγραφο Β, το σημείωμα που έφερες. Δέστε το έγγραφο, πίσω έχει μια έγκριση, εδώ ζητήθηκε να εξοφληθεί να πληρωθεί μια επιταγή £1100 προς όφελος του Εφόρου Κληρονομιών. Α. Μάλιστα. Ε. Αυτό ζητήθηκε; Α. Ναι. Ε. Και η πληρωμή αυτή γίνεται αφού εγκρίθηκε από κάποιον, δεν εντοπίζεται από ποιον. Εντοπίζεται εσείς από ποιον ήταν; Α. Ναι, δεν κατάλαβα, δεν έχει σημασία. Ε. Έτυχε έγκρισης, για αυτή την πληρωμή αυτού του μικρού ποσού χρειάστηκε να ζητηθούν οδηγίες της πελάτισσας; Α. Όχι. Ε. Είστε βέβαιος; Α. Εγώ λέω ότι δεν βρήκα στην έρευνα μου οδηγίες της πελάτισσας για αυτό το θέμα και να εξηγήσω λίγο περισσότερο, η επιταγή αυτή παρουσιάστηκε μέσω του συμψηφιστικού γραφείου και η αποδοχή της αποπληρωμής της από την τράπεζα είχε σαν αποτέλεσμα την δημιουργία χρεωστικό υπόλοιπο £
- Ο διευθυντής τότε που χειρίστηκε την τότε υπόθεση δια την καλή και γρήγορη εξυπηρέτηση του πελάτη προέβηκε στην υποβολή εσωτερικού σημειώματος για να περάσει η επιταγή, να δοθεί έγκριση να περάσει η επιταγή. Άρα επομένως δεν λήφθηκαν οδηγίες από τους πελάτες, ούτε και κλήθηκε να καταβάλουν αμέσως το ποσό, ειδάλλως θα επιστρεφόταν η επιταγή και έτσι ο διευθυντής με ίδιο κίνδυνο να μην εγκριθεί το αίτημα υπόβαλε το εσωτερικό σημείωμα. Ε. Είστε βέβαιος για αυτό που λες; Α. Βεβαίως είμαι. Ε. Να δεις το τεκμήριο 7, υπό Α. Εγώ σας υποβάλλω κύριε μάρτυρα ότι όχι μόνο ζητήθηκε η έγκριση η γραπτή της πελάτισσας, έστω και για αυτό το ευτελές ποσό αλλά μάλιστα δόθηκε. [.] Α. Γραπτές οδηγίες για την συγκεκριμένη συναλλαγή δεν έχω υπόψη μου, αν υπάρχει κάποιο έγγραφο το οποίο να καθορίζει τις οδηγίες της πελάτισσας πολύ ευχαρίστως να το δω και να σας πω και να τοποθετηθώ. Ε. Δεν το εντόπισες το όποιο έγγραφο, προς αυτή την κατεύθυνση δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει. Α. Θεωρώ όχι. Ε. Τι σημαίνει αυτό; Α. Εγώ σας λέω το εξής, ότι ό,τι υπάρχει γύρω από την υπόθεση αυτό το εντόπισα, τώρα αν υπάρχει και άλλο ή άλλα μπορώ να σας πω ότι είναι απίθανο να υπάρχουν άλλα. Ε. Θέλω να δείτε το Τεκμήριο 2, του Εγγράφου Β είναι το σημείωμα που είχατε στην κατοχή σας πριν. Α. Εγώ θα ήθελα να μου παρουσιάσετε τις οδηγίες της πελάτισσας που έχουν σχέση με το σημείωμα. Ε. Εσύ λες ότι δεν υπάρχουν; Α. Θέλω να μου παρουσιάσετε να το δω. Ε. Η έρευνα που προβήκατε ήταν υποβολιμαία και παράλληλα ελλιπής. Α. Απορρίπτω τον ισχυρισμό αυτό και αναφέρω το εξής, στην συμπερασματική που κατάληξε η έρευνα, κατάληξε και άλλος συνάδελφος στα ακριβώς ίδια συμπεράσματα. Επομένως θεωρεί ο κ. Πιριλλίδης ότι είμαστε και οι δυο αναξιόπιστοι ή μόνο εγώ για σκοπούς της δίκης; Α. Ποιος είναι αυτός ο άλλος μάρτυρας που λέτε ότι κάματε μαζί; Α. Όχι μάρτυρας. Ε. Ο εξεταστής; Α. Ο κ. Θεοχαρίδης. Ε. XXXXX Θεοχαρίδης; Α. Ναι.». [.] Ε. Θέλω να δεις το τεκμήριο
- Εγώ σας λέω ότι όντως ζητήθηκαν γραπτώς οδηγίες από την πελάτισσα για να καλυφθεί αυτή η υπέρβαση στον τρεχούμενο λογαριασμό που παρουσιάζεται στο τεκμήριο 3 υπό έγγραφο Β και αυτές είναι οι οδηγίες. Διαβάστε αυτό. Α. Το έγγραφο δίδει οδηγίες (διαβάζει), λέει στο ποσό κατάθεσης XXXXX68 για ποσό £40333,044 και συνεχίζει και λέει ότι το ποσό των £35,333,044 και ανανεώθει από 21/11/76 με το ίδιο επιτόκιο, το υπόλοιπο £5000, συν τόκοι και κατατέθει στο λογαριασμό υπό προειδοποίηση 7 ημερών, XXXXX88 και συνεχίζει και λέει παρακαλώ να καλυφθεί το χρεωστικό υπόλοιπο για £892,910 mils του τρεχούμενου λογαριασμού XXXXX
- Αναφέρω ότι η οδηγία αυτή προήλθε από την πελάτισσα στο πλαίσιο του χειρισμού της κατάθεσης της προθεσμίας του ποσού των 40 χιλιάδων. Η πελάτισσα κάλυψε και το θέμα της κάλυψης του χρεωστικού υπολοίπου. Ε. Ποιου υπολοίπου; Α. Του τρεχούμενου λογαριασμού. Ε. Ποιου τρεχούμενου; Α. Τρεχούμενου λογαριασμού όψεως XXXXX67 και διευκρινίζω μόνη της. Ε. Δηλαδή έδωσε αυτή τις οδηγίες με δική της πρωτοβουλία; Α. Ασφαλώς μας έδιδε οδηγίες πως θα χειριστούμε το προϊόν της κατάθεσης της προθεσμίας. Ε. Εγώ σας υποβάλω ότι οι οδηγίες αυτές δόθηκαν μετά που ζητήθηκε από την τράπεζα και μάλιστα γραπτώς από την πελάτισσα. Α. Που το στηρίζετε; Ε. Το αρνείστε κύριε; Α. Αυτή την στιγμή δεν έχω υπόψη μου οτιδήποτε στο οποίο γίνεται αναφορά για τέτοιο αίτημα από μέρους της τράπεζας. [.] Ε. Παράλληλα με αυτό το έγγραφο δέστε και το τεκμήριο που παρουσίασες εσύ, το σημείωμα που είναι τεκμήριο 2, έγγραφο Β, σας δείχνω το τεκμήριο 2 που εντοπίσατε εσείς μετά την έρευνα, και το παρουσιάσατε και γίνεται αναφορά σε αυτή την επιστολή των £1100 για την πληρωμή της οποίας δόθηκε μάλιστα όπως είπατε και έγκριση από κάποιο πρόσωπο της τράπεζας, εσείς τον ονομάζετε ως διευθυντή, δεν έχει σημασία, έτσι είναι; Α. Μάλιστα. Ε. Και αυτό το σημείωμα είναι ημερομηνίας 16/2/77; Α. Μάλιστα. Ε. Και στο τέλος αυτού του σημειώματος στην 1η σελίδα, λέει (διαβάζει), δηλαδή το λέει ότι θα επικοινωνούσε με τους πελάτες για να καλύψουν με οδηγίες ασφάλεια την υπέρβαση των £1093 όπως φαίνεται στο τεκμήριο 2 του εγγράφου Β; Α. Μάλιστα. Ε. Οπότε συμφωνάτε μαζί μου ότι η επιστολή που έστειλε, που γίνεται αναφορά στο Τεκμήριο 7, εγγράφου Α, η επιστολή του Ανδρεάδη, 15/2/77 ήταν εκείνο το οποίο γίνεται αναφορά στην τελευταία παράγραφο του τεκμηρίου 2 του εγγράφου Β; Α. Μάλιστα. Ε. Άρα ζητήθηκε κύριε η έγκριση, η γραπτή έγκριση της πελάτισσας έστω και για την μεταφορά αυτή του ποσού £1100 στον λογαριασμό που παρουσιάσατε; Α. Να σας απαντήσω. Δικαστήριο: Καλύτερα να λέτε την απάντηση σας, όχι συνέχεια μάλιστα γιατί φαίνεται ότι συμφωνάτε. Α. Όταν υποβαλλόταν το σημείωμα η τράπεζα χωρίς γραπτές οδηγίες προχώρησε στην υποβολή του σημειώματος χωρίς να σημαίνει ότι το αίτημα αυτό θα γινόταν αποδεκτό και σωστά το αναφέρει ο κ. Ανδρεάδης πάνω στο σημείωμα. Εκ των υστέρων λήφθηκε και η γραπτή οδηγία της πελάτισσας η οποία βρισκόταν στο εξωτερικό και δεν μπορούσε να ζητήσει από την ίδια να παρουσιαστεί την ίδια ημέρα στην Κύπρο. Θεωρώ ότι το θέμα της λήψης προφορικών ή γραπτών οδηγιών δεν έχει καμία σημασία, διότι στο τέλος τέλος εξυπηρετήσουν η πελάτισσα.». Πρακτικά στενοτυπίστριας, δικασίμου 3.11.2020 (συνέχιση αντεξέτασης ΜΥ1). Σελ. 4 - 5 στενοτυπημένων πρακτικών «E. Κοίταξε το Τεκμήριο 3 και Τεκμήριο
- A. Μάλιστα. E. Θα ήθελα να σας ρωτήσω, για ποιον λόγο το Τεκμήριο 3 έγγραφο φέρει την υπογραφή και τη διεύθυνση της πελάτιδας, κάτι που δεν φαίνεται στο τεκμήριο 4 του Εγγράφου Β; Στα πλάγια. A. Μάλιστα. Μπορείτε να μου δείξετε; Δικαστήριο: Καταρχάς να μου δείξετε ποια είναι η υπογραφή. (Δείχνει ο μάρτυρας στο Δικαστήριο) Δικαστήριο: Αναγνωρίζετε την εσείς ως την υπογραφή της; Μάρτυρας: Όχι, δεν την αναγνωρίζω. Δικαστήριο: Όταν λέτε μάλιστα είναι σαν να συμφωνείτε ότι την έχετε δει και την έχετε αναγνωρίσει ως την υπογραφή της πελάτισσας σας. κ. Πιριλίδης: Παρακαλώ να διαβαστεί η ερώτηση και η απάντηση. (διαβάζεται η ερώτηση και απαντά ο μάρτυρας) Μάρτυρας: Το Τεκμήριο 3 στο συμβόλαιο εδώ που μου υπόδειξε ο κύριος Πιριλίδης βλέπω ότι έχει μια υπογραφή η οποία δεν αναγνωρίζω ποιου είναι. Ο ίδιος αναφέρει ότι είναι της κυρίας Θωμαΐδου. Δεν μπορώ να γνωρίζω την υπογραφή. E. Αναγνωρίζεις ποιος έβαλε εκείνη την υπογραφή και ποιος έγραψε τη διεύθυνση της Ενάγουσας στο εξωτερικό; Στο Λονδίνο στην προκειμένη περίπτωση. A. Όχι, όχι. Θα μπορούσε να είναι οποιοσδήποτε. E. Αποτελεί οποιανδήποτε μορφή έγκρισης από πλευράς τραπέζης εκείνη η υπογραφή και η διεύθυνση αριστερά του Τεκμηρίου 3 του Εγγράφου Β; κα Καουτζιάνη: Εντιμοτάτη, έχει απαντήσει ο μάρτυρας "δεν αναγνωρίζω την υπογραφή". Δικαστήριο: Αλλά η ερώτηση ήταν ότι δεν έχει σχέση με την αναγνώριση, τον ρωτά αν αυτή η καταγραφή, να το θέσω έτσι, διεύθυνσης και μιας υπογραφής μπορεί να υποδηλεί έγκριση της πελάτισσας. κα Καουτζιάνη: Αν είναι έτσι... Μάρτυρας: Δεν μπορώ να ξέρω, διότι δεν βλέπω να υπάρχει σαφές λεκτικό.». Σελ. 9 - 11 στενοτυπημένων πρακτικών 3.11.2020 κ. Πιριλίδης: Στην παράγραφο 10 της δήλωσης σου που είναι και τα ευρήματα της έρευνας που έκαμες λέεις, μας αναφέρεις τα εξής "Θα ήθελα να αναφέρω... (διαβάζει)... της συζύγου της". Επειδή είναι υποθετικό το ένα και το άλλο εάν ίσχυε το δεύτερο τούτο που μας λέεις ότι μεταφέρθηκε σε λογαριασμό διαχείρισης, σε ποιον λογαριασμό διαχείρισης έχει μεταφερθεί κατά τρόπο που επιτρέπει να το βάλεις σαν συμπέρασμα; A. Δεν μπορώ να ξέρω, αν υπήρχε τέτοιος λογαριασμός τότε ενδεχομένως τα παραστατικά τα οποία συμπληρώθηκαν για τη μεταφορά αυτήν να μας δείχναν ποιος λογαριασμός ήταν. Δικαστήριο: Ναι, αλλά η ερώτηση κύριε μάρτυς ήταν ποιος λογαριασμός υπήρχε ώστε να σου επιτρέπει να προβείς σε αυτό το συμπέρασμα. Δηλαδή είναι εντελώς υποθετικά που το θέσατε. Μάρτυρας: Ναι ακριβώς, υποθετικά υπό την έννοια ότι εάν δεν τα πήρε μετρητά σίγουρα αν υπήρχε λογαριασμός ενδεχομένως να μεταφέρονταν στον λογαριασμό εκείνον ή ενδεχομένως να πήγαν σε έναν λογαριασμό άλλον βάσει των οδηγών της. κ. Πιριλίδης: Όμως τούτο εν υπόθεση, δεν έχεις γεγονότα που να το επιβεβαιώνει. A. Ναι είναι υπόθεση, διότι δεν έχω το ένταλμα πληρωμής το οποίο είπαμε χιλιάδες φορές ότι καταστράφηκε. E. Τώρα θα έρθω στο Τεκμήριο 3 του Εγγράφου Β. A. Το μεριδολόγιο εννοείτε; E. Ναι, τα μεριδολόγια. Μπορείτε να δείτε το Τεκμήριο 4 του Εγγράφου Β και να μας πείτε ποιος έδωσε την έγκριση εξόφλησης; Και το λέω σε εισαγωγικά το εξόφλησης, διότι μας είπατε ότι έχει τριπλή. A. 3 έννοιες. E. Αλλά εγώ θέλω να ξέρω ποιος έδωσε την έγκριση για οποιανδήποτε από αυτές τις έννοιες. A. Δεν μπορώ να σας απαντήσω διότι σας ξαναλέω ότι το ένταλμα βάσει του οποίου έγινε χειρισμός της κατάθεσης προθεσμίας έχει καταστραφεί και πάνω σε αυτό το ένταλμα τίθετο η έγκριση. Στο πεδίο εκείνο το οποίο αναφέρεται "έλεγχος." E. Τώρα το ίδιο τεκμήριο αυτό θεωρήθηκε σκόπιμο να καταγραφεί με το χέρι, ο ισχυρισμός ότι δόθηκαν προφορικές οδηγίες της πελάτιδας στις 23/11/77 να μην ανανεωθεί αυτόματα το εν λόγω γραμμάτιο και μάλιστα μας επιβεβαίωσες εδώ, διότι κατάλαβες τη μονογραφή, ότι την έγκριση και τη λήψη αυτών των οδηγών την έδωσε ο κύριος Αντρεάδης, έτσι; A. Μάλιστα. E. Τούτο θεωρήθηκε τόσο σημαντικό να καταγραφεί πάνω στο ίδιο το μεριδολόγιο σε σχέση με την έγκριση της λεγόμενης εξόφλησης; A. Ο λόγος που γράφτηκε πάνω στην κατάθεση προθεσμίας ήταν για να αποφευχθεί η αυτόματη ανανέωση, δεδομένου ότι υπήρχαν οδηγίες για μη ανανέωση και η σημείωση αυτή είναι μια σημείωση πρόληψης ώστε να μην προληφθεί η ανάγνωση και να επιβαρυνθεί ο πελάτης penalty. E. Το βλέπετε σαν ένα σημαντικό στοιχείο να καταγραφεί με το χέρι πάνω στο μεριδολόγιο τούτο που μόλις μας είπατε, για να αποφευχθεί δηλαδή η οποιαδήποτε ευθύνη του πελάτη στην πληρωμή προστίμου ενδεχομένως; A. Όχι ... Ναι, μάλιστα. Να προσθέσω κάτι. Το αν είναι σημαντικό ή όχι ή αν είναι πιο σημαντικό από άλλα είναι υποκειμενικό στοιχείο. E. Δηλαδή το γεγονός ότι εξοφλήθηκε κύριε ένα γραμμάτιο και έπιασε τους παράδες ο πελάτης, ο δικαιούχος, δεν είναι κατά την άποψη σου σημαντικό να σημειωθεί με το χέρι όπως τόσα άλλα που μας ανέφερες την περασμένη φόρα στη μαρτυρία σου; Δικαστήριο: Κύριε Πιριλίδη, θέλω να γίνετε λίγο πιο συγκεκριμένος. Τι ακριβώς είναι που θέλετε να φαίνεται δίπλα από το "εξοφλήθει" για παράδειγμα; κ. Πιριλίδης: Η έγκρισης και πότε εξοφλήθηκε από ποιον δόθηκε η έγκριση, πώς εξοφλήθηκε. Δικαστήριο: Μιλάτε για υπογραφή, μιλάτε για λόγια; κ. Πιριλίδης: Και για υπογραφή αλλά και για λόγια, ασφαλώς λέει εξοφλήθη, ούτε μια υπογραφή ούτε μονογραφή δεν έχει δίπλα.». Στενοτυπημένα πρακτικά δικασίμου ημερ. 14.12.2020 Σελ. 9 «Ε. Μπορείτε να πείτε στο Δικαστήριο κατά πόσο οι τραπεζικές καταθέσεις που δεν έχουν τύχει οποιασδήποτε διακίνησης διότι ο δικαιούχος της εξόφλησε ή δεν είχε ανάγκη ανάληψης χρημάτων, διαγράφονται από τα αρχεία της τράπεζας που σε περίπτωση δεν υπάρχει διακίνηση; Α. Οι καταθέσεις που διατηρούν οι πελάτες της τράπεζας ουδέποτε διαγράφονται και καταχωρούνται σε όφελος της τράπεζας. Οι τράπεζα ουδέποτε θα αφαιρέσει καταθέσεις από τα αρχεία της και να εισπράξει το ποσό. Ε. Το οποίο βεβαίως ο δικαιούχος μπορεί να το ζητήσει να το εισπράξει από τον λογαριασμό της τράπεζας αν έχει μετατεθεί εκεί;». Σελ. 10 πρακτικών 14.12.2020 Κ. Πιριλλίδης: Ε. Διατηρείται η κατάθεση ως έχει μέχρι να ζητηθεί από τους πελάτες; Α. Αν ζητηθεί από τους πελάτες και παρουσιάσουν οι πελάτες τα στοιχεί που την επιβεβαιώνουν, τότε η τράπεζα τους επιστρέφει το ποσό, π.χ., αντικειμένου που ήταν κατατεθειμένο στην τράπεζα για χρόνια πολλά προς φύλαξη επιστράφηκε μετά από 40 περίπου χρόνια, όταν ο πελάτης παρουσίασε το πιστοποιητικό κατάθεσης του αντικειμένου αυτού. Α. Οποιαδήποτε στιγμή, όποια χρόνια και να περάσουν για οποιαδήποτε κατάθεση διατηρούσε πελάτης, μπορεί να την διεκδικήσει, να ζητήσει να του επιστραφεί το ποσό αυτό.». Από τα προπαρατεθέντα αποσπάσματα, κρίνω ότι φαίνεται καθαρά ότι ο συνήγορος των Εναγόντων είχε την ευκαιρία να αντεξετάσει εξαντλητικά τον ΜΥ1 για να αποκρούσει κάθε κίνδυνο αιφνιδιασμού των Εναγόντων ή/και παραπλάνησης αυτών ή/και του Δικαστηρίου αναφορικά με την υπερασπιστική γραμμή που ανέπτυξαν οι Εναγόμενοι μέσω του ΜΥ
- Δεν θεωρώ ότι απέμεινε οποιοσδήποτε τέτοιος κίνδυνος προς αντίκρουση από την ΜΕ1, εφόσον։ - Το βάρος της απόδειξης της γραμμής υπεράσπισης περί ύπαρξης οδηγίας και δη προφορικής οδηγίας από την Ενάγουσα αρ. 1 για εξόφληση της προθεσμιακής κατάθεσης το 1978 είναι στους ώμους των Εναγομένων, όχι των Εναγόντων. - Ο ΜΥ1 δεν αναγνώρισε σε ποιον ανήκε η υπογραφή στο πλάι του Τεκμηρίου 3 υπό Έγγραφο Β δίπλα από τη χειρόγραφη σημείωση διεύθυνσης στο Ηνωμένο Βασίλειο. Εν πάση περιπτώσει η έκβαση του εν λόγω Μεριδολογίου δεν είναι επίδικη, αφού είναι παραδεκτό ότι μετατράπηκε σε νέα προθεσμιακή κατάθεση ως το Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Β, άρα δεν είναι καίριας σημασίας θέμα το να αποδειχθεί ποιος υπέγραψε στο συγκεκριμένο σημείο του Τεκμηρίου
- - Στο Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Β, που είναι το επίμαχο μεριδολόγιο το οποίο αφορά στην προθεσμιακή κατάθεση της οποίας οι Ενάγοντες αξιώνουν να ανακτήσουν το Πιστωτικό της υπόλοιπο από τους Εναγόμενους, ο ΜΥ1 δεν ισχυρίστηκε ποτέ ότι υπάρχει υπογραφή πελάτη δίπλα από τη χειρόγραφη σημείωση περί προφορικών οδηγιών του πελάτη να μην ανανεωθεί αυτόματα η προθεσμιακή κατάθεση. Ουδεμία υπογραφή υπάρχει, την οποία να έχει επεξηγήσει ο ΜΥ1 και με την εξήγηση του οποίου να διαφωνεί η πλευρά των Εναγόντων, ώστε να θέλει να την αντικρούσει. Η χειρόγραφη σημειώση περί προφορικών οδηγιών πελάτη αναφέρεται ρητά στο Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Α ότι δόθηκαν προς κάποιον κ. Ανδρεάδη και αναγνώρισε την μονογραφή αυτού ο ΜΥ
- Όμως, με την υπό κρίση αίτηση, δεν εκφράστηκε πρόθεση προσκόμισης μαρτυρίας από μέρους του ιδίου του κ. Ανδρεάδη για αντίκρουση ή/και αναίρεση όσων αποδίδονται σε αυτόν ως η χειρόγραφη σημείωση του. Είναι η ΜΕ1 εκείνη που ζητεί να της δοθεί προσωπικά ευκαιρία να προσφέρει περαιτέρω αντικρουστική μαρτυρία. Ωστόσο, το ότι η ΜΕ1 αρνείται ότι έδωσε οποτεδήποτε προφορικές οδηγίες για εξόφληση ή/και πληρωμή της εν λόγω προθεσμιακής κατάθεσης τέθηκε ήδη ξεκάθαρα από την ίδια με τις απαντήσεις που έδωσε κατά την αντεξέτασή της. - Πέραν τούτου, με την αντεξέταση που έγινε προς τον ΜΥ1, η αξιοπιστία του τέθηκε υπό αμφισβήτηση με την υποβολή πολλαπλών ερωτήσεων που στόχο είχαν να δείξουν ότι ακόμη και σε εκείνες τις περιπτώσεις που τυχόν δόθηκαν προφορικές οδηγίες προς την τράπεζα από τους Ενάγοντες, ακολούθως επιβεβαιώνονταν τούτες γραπτώς από τους ίδιους κατ' απαίτηση της τράπεζας και πώς ελλείψει γραπτής έγκρισης δεν νομιμοποιήτο η τράπεζα. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι δεν είναι αναγκαίο στο παρόν στάδιο να δοθεί άδεια στους Ενάγοντες να προσκομίσουν αντικρουστική μαρτυρία, εφόσον η μαρτυρία του ΜΥ1 αναφορικά με το κρίσιμο μεριδολόγιο (Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Β) δεν περιείχε οποιαδήποτε υπερασπιστική γραμμή που να μην είχε ήδη την ευκαιρία η Ενάγουσα αρ. 1 (ΜΕ1) να σχολιάσει ή/και απαντήσει κατά την αντεξέτασή της, απεναντίας της υποβλήθηκε ότι η εξόφληση έγινε βάσει προφορικών οδηγιών της και το αρνήθηκε. Κατά δεύτερον, ο συνήγορος των Εναγόντων είχε την ευκαιρία να ελέγξει την αξιοπιστία του ΜΥ1 κατά τη δική του αντεξέταση. Τούτου λεχθέντος, θα ήταν αχρείαστο αλλά και παρακινδυνευμένο στο παρόν στάδιο να επανανοίξει η υπόθεση των Εναγόντων ως αιτούνται με την υπό κρίση αίτηση. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για όλους τους λόγους που εξήγησα ανωτέρω, καταλήγω να απορρίπτω την υπό κρίση αίτηση ημερ. 9.2.21, με έξοδα εναντίον των Εναγόντων και υπέρ των Εναγομένων, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, τα οποία να είναι πληρωτέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.)........................................ Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο