← Κύπρος

ΗΡΟΔΟΤΟΥ κ.α. ν. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC COMPANY LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 5548/14, 13/5/2021

ΗΡΟΔΟΤΟΥ κ.α. ν. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC COMPANY LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 5548/14, 13/5/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A231 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Γεωργίου - Αντωνίου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5548/14 Μεταξύ:

  1. XXXXX ΗΡΟΔΟΤΟΥ
  2. XXXXX ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΗΡΟΔΟΤΟΥ Εναγόντων και
  3. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC COMPANY LTD
  4. ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ Εναγομένων --------------------------------- Αίτηση ημερομ. 12/02/2021 για αναστολή της διαδικασίας ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 13 Μαΐου, 2021 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντες-Καθ' ων η Αίτηση: κα Μ. Σιαμμούτη Για Εναγόμενη 1-Αιτήτρια: κα Κυριάκου για Πολάκης Σαρρής & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση αίτηση η Εναγόμενη 1-Αιτήτρια ζητά διάταγμα με το οποίο να αναστέλλεται η διαδικασία στην αγωγή μέχρι την εκδίκαση της Αίτησης Εκκαθάρισης 1/2021 που καταχωρίστηκε από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου σε σχέση με την CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC COMPANY LTD. Επιπρόσθετα και διαζευκτικά, ζητά διάταγμα που να παρεμποδίζει τους Καθ' ων η Αίτηση-Ενάγοντες 1 και 2 από τη λήψη οποιωνδήποτε επιπρόσθετων δικονομικών μέτρων ή/και διαδικασιών σε σχέση με την αγωγή, καθώς επίσης και διάταγμα με το οποίο να αναστέλλονται οποιεσδήποτε εκκρεμούσες διαδικασίες σε σχέση με την υπό κρίση αγωγή. Τέλος, ζητά όπως η αγωγή τεθεί εκτός πινακίου μέχρι την έκδοση διατάγματος στην Αίτ. Εκκ. 1/2021 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Η αίτηση βασίζεται στην Δ.33 θ.6, Δ.48 θ.θ.1-9 και Δ.64, στο άρθρο 31 του περί Αποδείξεως Νόμου, στα άρθρα 29, 31 και 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, στα άρθρα 2, 213-300 και 337 του Περί Εταιρειών Νόμου, στα άρθρα 3-7, 9, 13-16, 18, 19 και 31 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμου (Ν.17(Ι)/13), στα άρθρα 2-4, 41, 44, 44Α, 45-49, 65-68, 74-76 και 78 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου (Ν. 22(Ι)/16), στα άρθρα 2, 33Α και 33Ο του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου (Ν.66(Ι)/97), στη νομολογία, στη γενική πρακτική και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Υποστηρίχθηκε από ένορκη δήλωση της κας XXXXX Πέτρου, δικηγόρου στο γραφείο των δικηγόρων της Εναγομένης 1-Αιτήτριας, η οποία εξουσιοδοτήθηκε δεόντως στην κατάρτιση της συγκεκριμένης δήλωσης. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, στις 08/01/2021 η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου καταχώρισε αίτηση για εκκαθάριση της Εναγομένης 1-Αιτήτριας η οποία έλαβε τον αριθμό 1/
  5. Η αίτηση επιδόθηκε στον Ειδικό Διαχειριστή στις 28/01/2021 και ορίστηκε από το Δικαστήριο, έτσι ώστε να γίνουν οι δημοσιεύσεις, στις 03/03/
  6. Μετά την ενημέρωση της ύπαρξης της συγκεκριμένης αίτησης έγινε επικοινωνία με τους δικηγόρους των Εναγόντων, στις 02/02/2021, με την οποία τους ζητήθηκε όπως συμφωνήσουν στην αναστολή της διαδικασίας στην υπό κρίση αγωγή μέχρι την εκδίκαση της Αίτησης Εκκαθάρισης 01/
  7. Οι συνήγοροι των Εναγόντων δεν συγκατατέθηκαν στο αίτημα αναστολής της διαδικασίας προβάλλοντας ως λόγο της άρνησής τους το γεγονός ότι η ακρόαση της υπόθεσης είχε ολοκληρωθεί καθώς και ότι η απόφαση του Δικαστηρίου θα αλλάξει τη θέση των Εναγόντων στη διαδικασία εκκαθάρισης. Ακριβώς λόγω αυτής της θέσης καταχωρίστηκε η υπό κρίση αίτηση. Είναι ο ισχυρισμός της Ομνύουσας ότι σύμφωνα με τη νομολογία μετά την υποβολή αίτησης για εκκαθάριση και πριν την έκδοση του διατάγματος εκκαθάρισης, η εταιρεία εναντίον της οποίας εκκρεμεί οποιαδήποτε αγωγή, μπορεί να καταχωρίσει αίτηση για αναστολή της διαδικασίας έτσι ώστε τα πράγματα να παραμείνουν ως έχουν, προς το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Με αυτό τον τρόπο, είναι η θέση της, παρέχεται προστασία και ίση μεταχείριση προς τους πιστωτές της εταιρείας και αποτρέπεται η προώθηση διαδικασιών από ορισμένους πιστωτές προς απόκτηση ωφελημάτων. Εισηγείται ότι το Δικαστήριο, ασκώντας τη διακριτική του εξουσία, οφείλει να διασφαλίσει ότι κανένας πιστωτής δεν θα τύχει προτεραιότητας σε περιουσιακά στοιχεία της υπό εκκαθάριση εταιρείας. Υποστήριξε ότι, στην περίπτωση υποβολής αιτήματος για αναστολή περαιτέρω διαδικασιών, θα πρέπει να συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις που να μην δικαιολογούν την έγκριση της αίτησης αναστολής αφού αν επιτραπεί η συνέχιση της διαδικασίας, κάποιοι εκ των πιστωτών θα αποζημιωθούν στο ακέραιο. Καταλήγει, ότι στην περίπτωση που απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση, υπάρχει σοβαρός κίνδυνος καταστρατήγησης των προνοιών της νομοθεσίας δεδομένης της θέσης των Εναγόντων και για αυτό είναι ορθό και δίκαιο όπως εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Οι Καθ' ων η Αίτηση-Ενάγοντες 1 και 2, στην καταχωρηθείσα ένστασή τους κατέγραψαν 7 λόγους ενστάσεως, οι οποίοι μπορούν να συνοψισθούν σε συντομία ως ακολούθως: Ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων λόγω του ότι η νομική βάση της αιτήσεως δεν μπορεί να στηρίξει την αίτηση, ότι γίνεται προσπάθεια αποστέρησης από τους Ενάγοντες του δικαιώματος τους να αναζητήσουν το δίκαιο τους μέσω της δικαιοσύνης αφού η αγωγή αυτή αποτελεί τον μόνο τρόπο αναζήτησης, από τους Ενάγοντες, του δικαίου τους, ότι η διαδικασία εκδίκασης της υπόθεσης βρίσκεται στο στάδιο των αγορεύσεων και η οποιαδήποτε παύση της διαδικασίας δεν μπορεί να είναι προς το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης, ότι οι Ενάγοντες στο στάδιο που βρίσκεται η διαδικασία θεωρούνται μέτοχοι και επομένως δεν υπάρχει υποχρέωση αποζημίωσης τους με βάση τη νομοθεσία, όμως με την έκδοση της απόφασης θα καταστούν πιστωτές και η Εναγόμενη 1 θα έχει υποχρέωση να τους αποζημιώσει, ότι η έκδοση διατάγματος θα οδηγήσει στην αδικαιολόγητη σπατάλη δικαστικού χρόνου και στην παρεμπόδιση των Εναγόντων της απόλαυσης των συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων τους. Η ένσταση βασίζεται στην Δ.48 θ.θ.1-4 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στα άρθρα 29-31 του περί Δικαστηρίων Νόμου, στα Άρθρα 28 και 30 του Συντάγματος, το Άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α., στις γενικές και συμφυείς εξουσίες, την πρακτική και τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Τα υποστηρικτικά γεγονότα που αφορούν την ένσταση παρατέθηκαν στην ένορκη δήλωση της κας XXXXX Τρυφωνίδου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους Καθ' ων η Αίτηση-Ενάγοντες 1 και
  8. Σύμφωνα με την Ομνύουσα, οι Ενάγοντες θα πρέπει να έχουν την ευκαιρία να αποδείξουν την υπόθεσή τους μέσω της πλήρους ολοκλήρωσης της διαδικασίας εκδίκασης της υπόθεσης. Οποιαδήποτε αναστολή της διαδικασίας, είναι ο ισχυρισμός της, θα θέσει σε δυσμενή θέση τα δικαιώματα των Εναγόντων, αφού η αγωγή καταχωρίστηκε στις 07/10/2014, ακολούθως καταχωρίστηκε η έκθεση υπεράσπισης στις 08/09/2016 και η όποια καθυστέρηση έχει προκληθεί οφείλεται στην Εναγόμενη
  9. Υποστηρίζει η Ομνύουσα ότι η νομική βάση της αίτησης είναι ασύνδετη με τα γεγονότα ή/και είναι αστήρικτη ή/και είναι γενική. Προωθεί τη θέση ότι το αίτημα της Εναγομένης 1 για αναστολή θα οδηγήσει σε περαιτέρω καθυστέρηση, με αποτέλεσμα οι Ενάγοντες να επιβαρύνονται με περιττά ή/και άσκοπα ή/και καταχρηστικά προς τη διαδικασία ποσά. Σύμφωνα με τον ισχυρισμό της, η Εναγόμενη 1-Αιτήτρια προσπαθεί να στερήσει από τους Ενάγοντες το δικαίωμα τους να αναζητήσουν το δίκαιο τους μέσω της υπό κρίση αγωγής, η οποία συνιστά και τη μοναδική οδό αναζήτησης των δικαιωμάτων τους. Καταλήγει, ότι σε περίπτωση επιτυχίας της αίτησης εκκαθάρισης, θα γίνει αλλαγή της οντότητας της Εναγομένης 1, με αποτέλεσμα να πρέπει να γίνουν τροποποιήσεις στη δικογραφία για να μπορεί ο Διαχειριστής να την εκπροσωπεί. Ενόψει του ότι η διαδικασία εκδίκασης της υπόθεσης έχει σχεδόν ολοκληρωθεί, κατά τη δική της άποψη, είναι ορθό και δίκαιο όπως το Δικαστήριο ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και απορρίψει την αίτηση. Και οι δυο πλευρές προώθησαν τις εκατέρωθεν θέσεις με εμπεριστατωμένες και πολύ υποβοηθητικές για το Δικαστήριο αγορεύσεις. Δεν αντεξετάστηκε οποιοσδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες. Η ευπαίδευτη συνήγορος της Αιτήτριας-Εναγόμενης 1 στην αγόρευσή της καθόρισε ως δικαιοδοτικό, για την υποβολή της υπό κρίση αίτησης, το άρθρο 215 του περί Εταιρειών Νόμου και τη Δ.33 θ.6 ως παρέχουσα στο Δικαστήριο εξουσία αναστολής διαδικασίας που εκκρεμεί ενώπιόν του. Η ευπαίδευτη συνήγορος των Καθ' ων η Αίτηση-Εναγόντων 1 και 2 εστίασε την εισήγησή της στο ισοζύγιο της ευχέρειας το οποίο κατά τη δική της άποψη γέρνει υπέρ της απόρριψης της αίτησης γιατί θα προκληθεί αδικία και ζημιά στους Καθ' ων η αίτηση-Ενάγοντες 1 και 2 αν επιτραπεί η αίτηση. Κατά τα λοιπά επαναλαμβάνει τα όσα καταγράφονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Θεωρεί δε πως τα δεδομένα της παρούσας περίπτωσης δεν είναι τέτοια που να επιτρέπουν στο Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της αναστολής. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Αναμφίβολα το ουσιαστικό άρθρο που δίδει έρεισμα στην κρινόμενη αίτηση είναι το άρθρο 215 του περί Εταιρειών Νόμου το οποίο προνοεί: «
  10. Οποτεδήποτε μετά την υποβολή αίτησης για εκκαθάριση, και πριν από την έκδοση του διατάγματος εκκαθάρισης, η εταιρεία ή οποιοσδήποτε πιστωτής ή συνεισφορέας δύναται- (α) όταν οποιαδήποτε αγωγή ή διαδικασία εναντίον της εταιρείας εκκρεμεί σε οποιοδήποτε Επαρχιακό Δικαστήριο ή στο Ανώτατο Δικαστήριο, να κάνει αίτηση στο Δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί η αγωγή ή διαδικασία για αναστολή διαδικασίας σε αυτή· και (β) όταν οποιαδήποτε άλλη αγωγή ή διαδικασία εναντίον της εταιρείας εκκρεμεί, να κάνει αίτηση στο Δικαστήριο που έχει δικαιοδοσία εκκαθάρισης της εταιρείας για παρεμπόδιση της λήψης περαιτέρω επιπρόσθετης διαδικασίας στην αγωγή ή διαδικασία, και το Δικαστήριο στο οποίο υποβάλλεται αίτηση δύναται, ανάλογα με την περίπτωση, να αναστείλει ή περιορίσει τη διαδικασία με τέτοιους όρους που ήθελε θεωρήσει σωστό.». Όπως αποφασίστηκε στην Stefanos & Andreas Cold Stores Trading Limited v. Εταιρείας Αναψυκτικών ΚΕΑΝ Λίμιτεδ (Αρ. 1)

(1998)1 (Γ) ΑΑΔ 1806, στην οποία έκανε αναφορά η συνήγορος της Αιτήτριας, σκοπός των προνοιών των άρθρων 215 και 220, τα οποία πραγματεύονται του δικαιώματος αναστολής, το ένα με την καταχώριση αίτησης εκκαθάρισης και το άλλο μετά την έκδοση τέτοιου διατάγματος, είναι η παροχή προστασίας στους πιστωτές και στην περιουσία της υπό διάλυση εταιρείας με στόχο την ίση πληρωμή των πιστωτών της ίδιας τάξης και την αποτροπή προώθησης διαδικασιών από ορισμένους πιστωτές προς απόκτηση ωφελημάτων. Διαβάζονται τα ακόλουθα σχετικά με το υπό εξέταση θέμα στην προμνησθείσα απόφαση: « Τα πιο πάνω άρθρα του δικού μας Νόμου, είναι παρόμοια με τα άρθρα 231 και 226 του αγγλικού Companies Act 1948. Παρόμοιες πρόνοιες που αφήνουν ανεπηρέαστες τις αρχές που διέπουν τα ερωτήματα ενώπιον μας έγιναν και με τα άρθρα 126, 128 και 130
(3)του Insolvency Act 1986. Κατά συνέπεια, αγγλικά συγγράμματα και δικαστικές αποφάσεις μπορούν να είναι καθοδηγητικές πάνω στα θέματα που μας απασχολούν. Στον Palmer's Company Law, 24η έκδοση, τόμος 1, αναφέρονται τα ακόλουθα στις σελ. 1448-1450: "... Section 126 of the Insolvency Act gives the court power on the application of the company or a creditor or a contributory to restrain proceedings against the company. That power may be exercised at any time in the interval between the presentation of the petition and the making of the order. Section 128
(1)provides that where any company is being wound up by the court any attachment, sequestration, distress or execution put in force against the company after the commencement of the winding up is void. Section 130
(2)provides that when a winding-up order has been made or a provisional liquidator appointed, no action or proceeding shall be proceeded with or commenced against the company except by leave of the court and subject to such terms as the court may impose. In this way creditors and others are compelled to come in and prove their claims in the winding up, and a rateable and just distribution of the company's assets is effected. "Proceedings" under section 130
(2)is given a wide meaning and includes executions and interpleader summonses. The words "any other action or proceeding" in section 126
(1)likewise are general and not limited to actions in England but extend to actions and proceedings in Scotland; Northern Ireland being covered by section 126
(1)(a)................................. Where a winding-up οrder has been made, the combined effect of sections 130
(2)and 128 of the Act is that such order operates automatically as a stay of all actions, executions, distresses, sequestrations, etc., against the company, subject to the discretion of the court to allow such actions, executions, etc., to proceed notwithstanding the winding-up." Ως προς την ερμηνεία των λέξεων "action" και "action or proceeding", που αναφέρονται στα σχετικά προαναφερθέντα άρθρα, τόσο στον αγγλικό νόμο όσο και στο δικό μας, χρήσιμη είναι η απόφαση του Λόρδου Simon of Glaisdale στην υπόθεση Herbert Berry Associates v. IRC [1978] 1 All E.R. 161, στη σελ. 170, όπου αναφέρει τα ακόλουθα: "... The Companies Act 1948 is the statute dealing with technical matters; and one would expect the words therein to be used in their primary sense as terms of legal art. The primary sense of 'action' as a term of legal art is the invocation of the jurisdiction of a court by writ: 'proceeding' the invocation of the jurisdiction of a court by process other than writ. Furthermore, 'action or proceeding' in s. 226(b) must presumably have the same meaning as the same words in s. 226(a), where they undoubtedly refer to the invocation of the jurisdiction of a court." Πέραν των προαναφερθέντων, θα πρέπει να ειπωθεί σε αυτό το στάδιο πως ο δικός μας περί Εταιρειών Νόμος Κεφ. 113, διαφέρει από τον αγγλικό ως προς το θέμα του αρμόδιου για την εκκαθάριση εταιρειών Δικαστηρίου, παρόλο που "το Δικαστήριο" ερμηνεύεται όπως και στο δικό μας νόμο.» Αποτελεί θέση της συνηγόρου της Αιτήτριας πως πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και πως κανένας από τους λόγους ένστασης των Καθ' ων η αίτηση ευσταθεί. Στην απόφαση Λούκος Λτδ (Εμπορική Εταιρεία) v. Εταιρείας Ρεϊνμποου Πλητσιγκ και Ντάιγκ Κο Λτδ
(2001)1(Γ) ΑΑΔ 2055, επεξηγήθηκε ο σκοπός και η πρόθεση του νομοθέτη σε σχέση με τα άρθρα 231 και 226 του Companies Act 1948, τα οποία είναι πανομοιότυπα με τα δικά μας άρθρα: « Απ' όλα τα ανωτέρω καθαρά συνάγεται το συμπέρασμα ότι ο σκοπός και η πρόθεση του νομοθέτη όταν νομοθετούσε τη δυνατότητα αναστολής διαδικασιών μετά την καταχώρηση αίτησης για εκκαθάριση εταιρείας, ήταν να προστατεύσει τα περιουσιακά στοιχεία και την ίση μεταχείριση μεταξύ πιστωτών. Να μην παρατηρείται δηλαδή το φαινόμενο "όποιος προλάβει ό,τι αρπάξει". Με αυτή επομένως την ερμηνεία και έννοια πιστεύω ότι ο όρος "διαδικασίες" που υπόκεινται σε αναστολή μετά την υποβολή αιτήματος για εκκαθάριση εταιρείας δεν περιλαμβάνει και άλλη αίτηση για εκκαθάριση που υποβάλλεται για τον ίδιο σκοπό. Ο λόγος είναι ότι αν αφεθεί και προχωρήσει και η άλλη αίτηση, σε τίποτε δεν επηρεάζει τη διαδικασία προστασίας περιουσίας και πιστωτών.». Εφόσον τηρούνται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις επίκλησης του άρθρου 215 του Κεφ. 113, η εξουσία του Δικαστηρίου είναι δυνητική και ασκείται ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε περίπτωσης. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται δικαστικά, λαμβάνοντας υπόψη τον σκοπό της νομοθεσίας που είναι η παροχή προστασίας στους πιστωτές και στην περιουσία της εταιρείας με στόχο την ίση πληρωμή των πιστωτών της ίδιας τάξης και την αποτροπή προώθησης διαδικασιών από ορισμένους πιστωτές προς απόκτηση πλεονεκτήματος. Αυτός ο σκοπός εξυπηρετείται συνήθως με την αναστολή της αγωγής και μόνο όπου συντρέχουν πολύ εξαιρετικές περιστάσεις δικαιολογείται παρέκκλιση από τον εν λόγω κανόνα. Αναφορά στον τρόπο με τον οποίο ασκείται η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου γίνεται στην αγγλική απόφαση Bowkett v. Fullers United Electric Works Ltd
(1923)1 K.B. 160. Διαβάζονται τα ακόλουθα σχετικά: « The general policy of the Court in exercising this jurisdiction, when a petition has been presented which may result in a winding-up order or a scheme, is to secure that no creditor shall thenceforward gain priority over others of his class, and when an application is made to stay proceedings under s.140 very exceptional circumstances must exist to justify the Court in refusing to accede to the application, because if the plaintiff's action is not stayed he will get payment in full while if his action is stayed he will take his place properly among other creditors of his class. I cannot see any exceptional circumstances in the present case. To allow the plaintiff to proceed would be in effect, during the interval between the presentation of a petition and the working out of a scheme of arrangement, to allow certain creditors to help themselves out of the assets of the company in priority to some others in a less fortunate position. No doubt the Court has a discretion whether it will stay a plaintiff's action, but it is against the policy of the Court to exercise that discretion by allowing the plaintiff to proceed except in special circumstances. Furthermore, when a petition has been presented power is given by s.140 to the High Court to stay proceedings pending in that Court so as to prevent a scramble by the creditors while the Court is considering whether it will wind up the company or not, and to insure that all creditors of the same class shall obtain equal terms. .................................................................................................................................... ... where a petition has been presented Parliament has given the Court power to stay proceedings pending therein. In the present case the Court has that power and the power must be exercised unless there are special circumstances to induce the Court to hold its hand. If there were special circumstances the Court of Appeal would be slow to interfere with the discretion of the judge in chambers, but something must be shown beyond a judgment and an impending execution to induce the Court to depart from what I understand to be the ordinary practice in the Chancery Division, which is to stay proceedings so that all creditors of the same class may be dealt with on equal terms». Έχει ανωτέρω καταγραφεί ο σκοπός του άρθρου 215 του Κεφ. 113 και η σχετική με αυτό νομολογία. Εάν αφεθεί να εκδοθεί απόφαση υπέρ των Εναγόντων, τότε σίγουρα θα προσλάβουν πλεονέκτημα και προνόμιο έναντι των λοιπών πιστωτών που βρίσκονται στην ίδια τάξη με εκείνους. Δεν έχει δε εξηγηθεί πώς θα επηρεασθούν τα δικαιώματα ή η απαίτηση τους εάν η υπόθεση ανασταλεί μέχρι την εκδίκαση της αίτησης εκκαθάρισης. Ούτε έχουν προβληθεί εξαιρετικές περιστάσεις και λόγοι οι οποίοι να συνηγορούν για το αντίθετο. Θα πρέπει δε να αποδειχθεί πως σε περίπτωση που οι Ενάγοντες επιτύχουν στην έκδοση απόφασης υπέρ τους, πέραν του ότι θα καταστούν εξ΄ αποφάσεως οφειλέτες, θα δύνανται να προχωρήσουν με μέτρα εκτέλεσης εναντίον της Εναγόμενης 1, να καταχωρήσουν memo ή ακόμη και αίτηση εκκαθάρισης της εταιρείας αφού τέτοια αίτηση δεν περιλαμβάνεται στις διαδικασίες που αναστέλλονται δυνάμει του άρθρου 215 (βλ. Λούκος (ανωτέρω)). Με όλη την εκτίμηση προς την συνήγορο των Καθ' ων η αίτηση, η αίτηση εκκαθάρισης έχει επισυναφθεί ως Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και παρέχονται σε αυτήν όλες οι αναγκαίες και απαιτούμενες πληροφορίες. Παρατηρώ ότι στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση δεν περιέχονται ισχυρισμοί που να αποδεικνύουν την ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων και που να δικαιολογούν την άρνηση έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος αναστολής της διαδικασίας. Με όσα ανέφερα πιο πάνω κρίνω ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 215 του Κεφ. 113 και πως, στην απουσία οποιωνδήποτε εξαιρετικών περιστάσεων που θα δικαιολογούσαν την άρνηση έκδοσης διατάγματος αναστολής, το αιτούμενο διάταγμα αναστολής της διαδικασίας της αγωγής πρέπει να εκδοθεί. Η πιο πάνω διαπίστωση, εξαντλεί και την όποια δυναμική των υπόλοιπων λόγων ένστασης, οι οποίοι κρίνω πως δεν χρειάζεται να σχολιασθούν περαιτέρω. Ως εκ των ανωτέρω, εκδίδεται διάταγμα αναστολής της διαδικασίας της παρούσας αγωγής σε σχέση με την Εναγόμενη 1 εταιρεία μέχρι την εκδίκαση της Αίτησης Εκκαθάρισης με αρ. 01/2021 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας εναντίον της Εναγόμενης 1 εταιρείας. Συνακόλουθα, ενόψει όλων όσων ανωτέρω έχουν εκτεθεί, εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος Α της αίτησης. Όσον αφορά τα έξοδα, κρίνω πως δεν υπάρχει κανένας λόγος απόκλισης από τον κανόνα ότι ο επιτυχών διάδικος δικαιούται τα έξοδά του. Συνεπώς, τα έξοδα της παρούσας αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας-Εναγόμενης 1 εταιρείας και εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση-Εναγόντων 1 και 2, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ............... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.