← Κύπρος

Ιωάννου ν. Alpha Bank Cyprus Ltd, Αρ. Αγωγής: 635/18, 27/5/2021

Ιωάννου ν. Alpha Bank Cyprus Ltd, Αρ. Αγωγής: 635/18, 27/5/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A251 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 635/18 Μεταξύ: XXXXX Ιωάννου Ενάγουσας v. Alpha Bank Cyprus Ltd Εναγόμενων ΚΑΙ ΔΙΑ ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΕΩΣ: Alpha Bank Cyprus Ltd Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγουσας v. XXXXX Ιωάννου Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενης --------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 14/01/2021 για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 27 Μαΐου,

  1. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγουσα-Αιτήτρια: κα Π. Κωνσταντινίδου για Ιωαννίδης, Δημητρίου ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους-Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Χρ. Ιωσήφ για Χρυσαφίνης & Πολυβίου ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα - Αιτήτρια καταχώρισε αίτηση με την οποία επιζητεί άδεια για να της επιτραπεί η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης στην αίτηση ημερ. 22/05/2020, με την οποία ζητείτο η έκδοση διατάγματος που να απαγορεύει ή/και εμποδίζει την Καθ΄ης η Αίτηση από το να ενεργοποιήσει τη διαδικασία πώλησης του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/XXXXX, Φ/ΣΧ.0/2-207-341, Τμ. 1, Τεμ. ΕΠΙ XXXXX, το οποίο βαρύνεται με την υποθήκη XXXXX/
  2. Νομική βάση για την Αίτηση είναι η Δ.39 θ.θ 1- 11 και Δ.48 θ.θ. 1 - 4 8 και 9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, τα άρθρα 31 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, η νομολογία, οι συμφυείς εξουσίες και η πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα που υποστηρίζουν την Αίτηση παρατίθενται στην ένορκη δήλωση της XXXXX Οράβτσοβα, Ενάγουσας, η οποία έχει νυμφευτεί και για αυτό έχει αλλάξει το επίθετό της από Ιωάννου. Υποστηρίζει ότι στην καταχωρισθείσα, την 01/07/2020, Ένσταση η οποία υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της κας XXXXX Νικολάου εμπεριέχονται ισχυρισμοί οι οποίοι δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και υπάρχει ενδεχόμενο να προκαλέσουν παραπλάνηση και να οδηγήσουν σε άδικο αποτέλεσμα. Προωθεί τη θέση ότι η χορήγηση της αιτούμενης άδειας για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης είναι επιτακτική και επιβεβλημένη έτσι ώστε να της δοθεί το δικαίωμα να απαντήσει στις θέσεις και στους ισχυρισμούς των Καθ΄ων η Αίτηση αφού τα γεγονότα, σε τέτοιου είδους αιτήσεις, τίθενται στο Δικαστήριο μέσω των ενόρκων δηλώσεων. Η προτιθέμενη μαρτυρία αφορά το περιεχόμενο των παραγράφων 58 έως 63 της ένορκης δήλωσης της κας Νικολάου και συγκεκριμένα τους ισχυρισμούς της ότι η ίδια αρνήθηκε να καταχωρίσει αίτηση για ένταξή της στο σχέδιο «ΕΣΤΙΑ» και λόγω αυτού δεν δικαιούται να επιζητεί τις συγκεκριμένες θεραπείες και την προστασία του Δικαστηρίου. Κατά τη δική της άποψη, ένταξη στο σχέδιο «ΕΣΤΙΑ» θα συνεπαγόταν την άμεση απεμπόληση των δικαιωμάτων και συμφερόντων της στην υπό κρίση αγωγή, ήτοι να προβάλλει τους ισχυρισμούς της για καταχρηστικές ρήτρες καθιστώντας την αγωγή άνευ αντικειμένου. Περαιτέρω, δεν πληροί τις ελάχιστες προϋποθέσεις και τα κοινωνικοοικονομικά κριτήρια, όπως έχουν καθοριστεί από το Νόμο για να καταστεί δικαιούχος του εν λόγω Σχεδίου. Υποστηρίζει ότι, λόγω της αμφισβήτησης από την Καθ΄ ης η αίτηση του γεγονότος ότι η συγκεκριμένη οικία συνιστά αποκλειστικά τη μόνιμη και διαρκή κατοικία της, είναι επάναγκες όπως θέσει τεκμήρια τα οποία να επιβεβαιώνουν και αποδεικνύουν τον ισχυρισμό της, όπως πρόσφατους λογαριασμούς ρεύματος, νερού, καθώς και πιστοποιητικό ιδιοκτησίας του συγκεκριμένου ακινήτου. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς της κας Νικολάου που καταγράφονται στις παραγράφους 18 και 19 της ένορκης δήλωσής της που συνοδεύει την Ένσταση και αφορούν την κατ΄ ισχυρισμό υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώριση της αγωγής και της κυρίως αίτησης, είναι η θέση της ότι κατέβαλλε ανελλιπώς τις δόσεις του συγκεκριμένου δανείου μέχρι και το Σεπτέμβριο 2016, οπόταν δεν υπήρξε καθυστέρηση και επιθυμεί όπως τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία αναφορικά με το συγκεκριμένο γεγονός. Κατά τη δική της άποψη υπάρχει επαρκής και καλός λόγος για να της δοθεί άδεια για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης για να δοθούν εξηγήσεις αναφορικά με τους συγκεκριμένους ισχυρισμούς της Καθ΄ης η αίτηση, οι οποίοι δεν μπορούσαν να προβλεφθούν κατά τον χρόνο καταχώρισης της κυρίως Αίτησης. Καταλήγει, ότι η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος είναι εύλογη, δίκαιη και επιτακτική για να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα απαραίτητα γεγονότα για την πλήρη και ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης στην περίπτωση που παραχωρηθεί η αιτούμενη άδεια. Ούτε γίνεται προσπάθεια κάλυψης ή αλλοίωσης της εικόνας που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο αλλά η υπό κρίση αίτηση συνιστά μια προσπάθεια ειλικρινούς παράθεσης των πραγματικών γεγονότων της υπόθεσης. Η Καθ΄ης η Αίτηση αντιμετώπισε την Αίτηση με την καταχώρηση Ένστασης, στην οποία καταγράφονται έντεκα

(11)λόγοι ένστασης, οι οποίοι σε συντομία είναι οι ακόλουθοι: Ότι αδικαιολόγητα καταχωρίστηκε η υπό κρίση αίτηση λόγω του ότι η Αιτήτρια είχε υποχρέωση ειλικρινούς αποκάλυψης κατά το χρόνο της καταχώρισης της κυρίως αίτησης, ότι καταχωρίστηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση, ήτοι 6 μήνες μετά την καταχώριση της Ένστασης, ότι αδικαιολόγητα και κακόπιστα επιδιώκει να καλύψει ή/και διορθώσει τα κενά στην υπόθεσή της αφού τα γεγονότα προϋπήρχαν κατά την καταχώριση της κυρίως αίτησης και τα γνώριζε, ότι αποπειράται να εισάξει ισχυρισμούς και μαρτυρία άσχετη με τα επίδικα θέματα της κυρίως αίτησης, καθώς και να εισάξει αχρείαστο νομικό σχολιασμό και επιχειρηματολογία, ότι επιχειρεί να προσβάλει την αξιοπιστία της κας Νικολάου και αυτό δεν αποτελεί λόγο για να εγκριθεί το αίτημά της, ότι δεν στοιχειοθέτησε «καλό λόγο» ο οποίος θα συνηγορούσε υπέρ της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, ότι τυχόν έγκριση της αίτησης θα αλλοίωνε ανεπίτρεπτα τη φύση και τους ισχυρισμούς της κυρίως αίτησης και θα ανάγκαζε την Καθ΄ ης η αίτηση να καταχωρίσει απαντητική ένορκη δήλωση και ότι η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη. Η Ένσταση βασίστηκε στη Δ.39 θ.θ. 1 και 2, Δ.48 θ.1 - 4, 8 και 9, των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στα άρθρα 44Α και 44ΙΑΑ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου (Ν.9/1965), στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, στην πρακτική, στη νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίχθηκε η Ένσταση καταγράφονται στην ένορκη δήλωση του XXXXX Φερέλη, υπαλλήλου της Καθ΄ ης η Αίτηση, ο οποίος είναι εξουσιοδοτημένος στην κατάρτισή της. Είναι η θέση του Ομνύοντα ότι οι ισχυρισμοί που θέλει να προβάλει η Αιτήτρια στη συμπληρωματική ένορκη δήλωσή της αποτελούν άσχετη και αχρείαστη μαρτυρία και θα περιπλέξουν τα επίδικα ζητήματα που αφορούν την κυρίως αίτηση γιατί επιχειρείται η εισαγωγή ισχυρισμών μετά την απόπειρα εξασφάλισης διαταγμάτων μονομερώς. Επιπρόσθετα, οι προτιθέμενοι ισχυρισμοί προωθούνται με μεγάλη καθυστέρηση μετά την καταχώριση της Ένστασης και επιδιώκουν να καλύψουν κενά στην αρχική ένορκη δήλωση της Αιτήτριας και να πλήξουν την αξιοπιστία της μαρτυρίας της Καθ΄ ης η αίτηση. Παράλληλα, επιχειρείται η νομική επιχειρηματολογία, ο σχολιασμός και η επανάληψη των αρχικών θέσεων της Αιτήτριας. Είναι η θέση του Ομνύοντα ότι δεν υπάρχει «καλός λόγος» που να δικαιολογεί την έγκριση του αιτήματος, αφού η απάντηση και αντίκρουση ισχυρισμών δεν συνιστά καλό λόγο έγκρισης του αιτήματος. Υποστηρίζει ότι η Αιτήτρια κωλύεται να ισχυρίζεται αναγκαιότητα καταχώρισης της υπό κρίση αίτησης, αφού καθυστέρησε στην καταχώρισή της, ήτοι 6 μήνες μετά την καταχώριση της Ένστασης. Σε σχέση με τους ισχυρισμούς που καταγράφονται στην προτιθέμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση όσον αφορά το γιατί δεν υπέβαλε αίτηση για ένταξη στο σχέδιο «ΕΣΤΙΑ», είναι η θέση του ότι η Αιτήτρια δεν επεξήγησε γιατί δεν κατέγραψε το λόγο στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την κυρίως αίτηση. Υποστηρίζει ότι δεν είναι επιτρεπτή η εισαγωγή της συγκεκριμένης μαρτυρίας γιατί η Αιτήτρια έχει προωθήσει τους ισχυρισμούς της σε σχέση με τη φύση του ακινήτου στην κυρίως αίτηση χωρίς όμως να συμπεριλάβει την καταχώριση τεκμηρίων που να υποστηρίζουν τη θέση της. Όλες οι πληροφορίες που η Αιτήτρια επιχειρεί να εισάγει ήταν εις γνώσιν της κατά την ημερομηνία της κυρίως αίτησης, οπόταν δεν υφίσταται η δικαιολογία ότι προέκυψαν κατόπιν μελέτης της Ένστασης. Στην πραγματικότητα, είναι η θέση του Ομνύοντα, η Αιτήτρια συνειδητοποίησε ότι δεν είχε επεξηγήσει, ως όφειλε, την απόφασή της να μην υποβάλει αίτηση για ένταξη στο Σχέδιο «ΕΣΤΙΑ» και αποπειράται με την υπό κρίση αίτηση να πληρώσει το κενό. Με αυτό τον τρόπο αλλοιώνεται η εικόνα που αρχικά είχε παρουσιάσει η Αιτήτρια, ιδιαίτερα λόγω του ότι είχε καταχωριστεί μονομερώς η κυρίως αίτηση και η Αιτήτρια όφειλε να προβεί σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη και σε περίπτωση επιτυχίας της αίτησης, η Καθ΄ης η αίτηση θα πρέπει να καταχωρίσει με τη σειρά της απαντητική ένορκη δήλωση. Επαναλαμβάνει τη θέση ότι η παράγραφος 6 της προτιθέμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης της Αιτήτριας συνιστά νομική επιχειρηματολογία αλλά και μαρτυρία άσχετη με τα επίδικα θέματα. Καταλήγει ότι κατ' ουσία η Αιτήτρια επιδιώκει να καλύψει τα κενά στη μαρτυρία που είχε θέσει στην κυρίως αίτηση όταν επιδίωξε την έκδοση διατάγματος μονομερώς. Και οι δυο πλευρές υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις με εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις, το περιεχόμενο των οποίων το Δικαστήριο έχει κατά νου και θα αναφερθεί σ' αυτό όπου το κρίνει απαραίτητο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σύμφωνα με τη Δ.48 θ.4
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όπως τροποποιήθηκε το 1999: « Το Δικαστήριο ή Δικαστής μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο να επιτρέψει την καταχώριση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39.». Ανάγνωση της συγκεκριμένης δικονομικής πρόνοιας οδηγεί στο αναπόδραστο συμπέρασμα ότι πέραν της αρχικής ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση δια κλήσεως ή την Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης, το Δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει την καταχώριση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Ήτοι, δίδεται στο Δικαστήριο διακριτική ευχέρεια, στην περίπτωση που καταδειχθεί «καλός λόγος» από το διάδικο που το ζητά, όπως παράσχει άδεια για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Η εξουσία, επομένως, η οποία προβλέπεται από τη Δ.48 θ.4
(2)είναι διακριτικής φύσεως και ασκείται στη βάση των γεγονότων που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου και τα οποία θα πρέπει να αποκαλύπτουν την αναγκαιότητα για την παροχή της αιτούμενης άδειας για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, σε συνδυασμό με τη διαπίστωση, στο πλαίσιο αυτό, του τι είναι δίκαιο υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης. Τι συνιστά «καλό λόγο» έχει ερμηνευθεί στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Μαρία Κόκκινου v. Κυριάκου Κόκκινου, Έφ. Αρ. 29/2014, ημερ. 03/11/2016, στην οποία επισημάνθηκε ότι: « καλός λόγος» προϋποθέτει την ύπαρξη κάποιας ανάγκης με απώτερο σκοπό την επίλυση των επίδικων ζητημάτων της ενδιάμεσης διαδικασίας και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης.». Καθοδηγητικά είναι επίσης και τα όσα καταγράφονται επί του θέματος από τον έντιμο κ. Ναθαναήλ Π.Ε.Δ., όπως ήταν τότε, στην υπόθεση Mathew Shaw κ.ά. ν. Depha Investment Bank Ltd Αρ. Αγ. 8869/05, ημερ. 28/02/2007 : « Στόχος της αναμόρφωσης του θ.4 της Δ.48 με την Κ.Δ.Π. 5/99 ημερομηνίας 23/12/99, ήταν να αποφευχθούν τα προβλήματα που δημιουργήθηκαν από την ερμηνεία που δόθηκε στον προηγούμενο θεσμό από νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ... Προσεκτική ανάγνωση και εξέταση του νέου θεσμού δείχνει, με αναφορά και στα όσα καταγράφονται στην παρ. 1 του θ.4, ότι στόχος της καταχώρισης συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων είναι η ολοκληρωμένη παρουσίαση της αίτησης ή της ένστασης αντίστοιχα ώστε αυτή να οδηγηθεί σε ακρόαση επί του πλήρους φάσματος της διαφοράς. Για παράδειγμα, θα μπορούσε να αποτελέσει καλό λόγο για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αν ο αιτητής εύλογα αισθάνεται μετά από την καταχώριση της ένστασης, ότι πρέπει να προσθέσει στα γεγονότα που υποστηρίζουν την αίτηση του, ώστε να έχει δυνατότητα επιτυχίας. Άλλη περίπτωση είναι όπου το Δικαστήριο επί μονομερούς αιτήσεως, συνήθως για απαγορευτικό διάταγμα, εγείρει ερωτηματικά ως προς ορισμένα προαπαιτούμενα της έκδοσης απαγορευτικού διατάγματος, οπότε και ο αιτητής δυνατόν να ζητήσει από το Δικαστήριο πριν την τελειωτική εξέταση και απόφαση επί της αιτήσεως του, την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ώστε να προσθέσει διάφορους ισχυρισμούς και γεγονότα που έχουν σχέση είτε με το επείγον του χρόνου είτε τη γνώση από πλευράς του αιτητή των γεγονότων που οδήγησαν στην διαφορά κ.τ.λ». Σχετικό είναι και το σκεπτικό της απόφασης στην υπόθεση A. Messios & Sons Ltd κ.ά ν. Ανδρέα Λεωνίδα
(2010)1(Α) Α.Α.Δ. 195, η οποία αφορούσε αίτημα το οποίο υποβλήθηκε ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου για επαναφορά έφεσης η οποία είχε απορριφθεί λόγω μη προώθησής της. Τονίστηκαν τα εξής σχετικά και διαφωτιστικά για τον τρόπο άσκησης της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου για το ζήτημα παραχώρησης άδειας καταχώρισης συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Στην σελίδα 199 διαβάζονται τα εξής: « Μελετήσαμε με προσοχή τα ενώπιον μας στοιχεία υπό το φως των εισηγήσεων των δύο πλευρών. Θεωρούμε ότι η διακριτική ευχέρεια που παρέχεται στο δικαστήριο από τις σχετικές δικονομικές πρόνοιες, είναι ορθό και δίκαιο να ασκηθεί, στην προκείμενη περίπτωση υπέρ των εφεσειόντων-αιτητών. Κατά την εκτίμηση μας τα στοιχεία που επιθυμούν να θέσουν ενώπιον του δικαστηρίου, οι εφεσείοντες-αιτητές, με τις δύο ένορκες δηλώσεις για τις οποίες ζητούν την άδεια του δικαστηρίου να καταχωρήσουν, είναι στοιχεία που σχετίζονται με τους ισχυρισμούς και τις θέσεις που πρόβαλε ο εφεσίβλητος-καθ΄ ου η αίτηση στην αρχική του ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης στην αίτηση επαναφοράς της έφεσης. Δεν πρόκειται, κατά την κρίση μας, για ανεπίτρεπτη μαρτυρία ούτε για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών των εφεσειόντων, αλλά για διευκρινίσεις και ισχυρισμούς που είναι επιθυμητό να επιτραπεί στους εφεσείοντες-αιτητές να προβάλουν, ώστε το δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων.». Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για παραχώρηση άδειας για συμπληρωματική ένορκη δήλωση ασκείται με βάση γεγονότα τα οποία τίθενται ενώπιόν του. Σημαντικός παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη για τους σκοπούς διαμόρφωσης της κρίσης του Δικαστηρίου είναι η φύση και οι ανάγκες της διαδικασίας, την οποία η συμπληρωματική ένορκη δήλωση επιδιώκει να εξυπηρετήσει. Προκύπτει, ότι μπορεί να δοθεί άδεια για να παρασχεθούν διευκρινίσεις, ώστε το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων. Είναι ζήτημα των εκάστοτε περιστάσεων σε συνάρτηση και με τη φύση της συγκεκριμένης διαδικασίας, στα πλαίσια της οποίας επιχειρείται να καταχωρηθεί συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Mε δεδομένο το περιορισμένο αντικείμενο της ενδιάμεσης διαδικασίας εκδίκασης προσωρινού διατάγματος, η καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης κατά τρόπο που να απαντώνται προβαλλόμενοι ισχυρισμοί της άλλης πλευράς ή να προσάγεται πρόσθετη μαρτυρία, δεν είναι επιθυμητή. Αναφορά μπορεί να γίνει στο Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τομ. 24, σελ. 519, παρ. 972, υπό τον τίτλο «No fresh evidence after motion opened»). Ως δε έχει υποδειχθεί στην υπόθεση T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation (ανωτέρω), η διαδικασία της εκδίκασης προσωρινών διαταγμάτων δεν πρέπει να γίνεται «απαραδέκτως πολύπλοκη και μακρά». Όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Κούππα v. Πουλλάς Τσαδιώτης Λτδ κ.ά.
(2014)1(Β) Α.Α.Δ. 1665, αλλά και στις υποθέσεις Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 ΑΑΔ 248 και Milton Investment Co Ltd κ.ά. v. Dryden Group Ltd
(2014)1(A) Α.Α.Δ. 731, σε ενδιάμεσες αιτήσεις για προσωρινά διατάγματα το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος που ουσιαστικά θα ισοδυναμούσαν με απόφαση επί της ουσίας της αγωγής. Στην υπόθεση Recnex Trading Ltd v. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ
(2014)1A Α.Α.Δ. 866, αναφέρθηκε ότι ζητήματα αμφισβητούμενα θα πρέπει να αφήνονται να ακουστούν κατά την εκδίκαση της ουσίας, ενώ το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφεύγει να προβαίνει σε τελικά συμπεράσματα τα οποία δυνατόν να παραβλάψουν τα δικαιώματα των διαδίκων. Έχει νομολογηθεί ότι δεν είναι εκ προοιμίου ανεπίτρεπτη η παραχώρηση άδειας για καταχώρηση συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης στο πλαίσιο της διαδικασίας αναθεώρησης του προσωρινού διατάγματος. «Το γεγονός ότι στην προκειμένη περίπτωση εξεδόθη προσωρινό διάταγμα στη βάση μονομερούς Αίτησης δεν αποκλείει το ενδεχόμενο καταχώρησης από τον Αιτητή συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης εις απάντηση της ένορκης δήλωσης που κατεχωρήθη προς υποστήριξη της Ένστασης νοουμένου ότι δεν επιδιώκεται μέσω της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης η προσθήκη γεγονότων και δεδομένων που να αιτιολογούν εκ των υστέρων την έκδοση του Διατάγματος, αλλά η απόσειση του βάρους απόδειξης που ο Αιτητής φέρει για να πείσει το Δικαστήριο ότι το εκδοθέν διάταγμα θα πρέπει να συνεχίσει να βρίσκεται σε ισχύ. Όπως είναι νομολογημένο, η έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος μονομερώς δεν μεταθέτει το βάρος απόδειξης κατά την ακρόαση και, επομένως, ο Αιτητής έχει το βάρος να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι το διάταγμα θα πρέπει να παραμείνει σε ισχύ. Για να παραμείνει σε ισχύ το διάταγμα πρέπει να ικανοποιούνται δύο παράμετροι: Ότι στην βάση των δεδομένων που είχαν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από τον αιτητή ορθά εκδόθηκε το διάταγμα, και ότι στη βάση των δεδομένων κατά την ακρόαση, αφ' ότου ορίστηκε επιστρεπτέο, είναι ορθή η οριστικοποίηση του διατάγματος και συνέχιση της ισχύος του. Τα δεδομένα κατά την ακρόαση περιλαμβάνουν τα επιπλέον στοιχεία που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου από το ενιστάμενο μέρος, τον Καθ' ου η Αίτηση», όπως λέχθηκε από την κα Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ. (όπως ήταν τότε) στην υπόθεση YRAT ISKHAKOV κ.α. ν. LEXBROOK LIMITED κ.α., Αρ. Αγ. 964/2017, ημερ. 21/12/
  1. Δεν παρέχεται η δυνατότητα προσαγωγής, από την πλευρά αιτητή ο οποίος έχει εξασφαλίσει μονομερώς θεραπεία, πρόσθετης και εκ των υστέρων μαρτυρίας, τέτοιας που να διαφοροποιεί τη βάση επί της οποίας ασκήθηκε η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου κατά την παραχώρηση του μονομερούς διατάγματος. Ούτε παρέχεται η δυνατότητα στον διάδικο που κατέφυγε μονομερώς στο Δικαστήριο επιζητώντας και επιτυγχάνοντας την έκδοση μονομερούς διατάγματος, να καλύψει τυχόν κενά της υπόθεσης του. Θα πρέπει ωστόσο να σημειωθεί ότι, η έκδοση ήδη του διατάγματος, μονομερώς, δεν καθιστά το εγχείρημα της αναζήτησης άδειας για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης εκ μέρους των εναγόντων-αιτητών, αδύνατο. Στις κατάλληλες περιπτώσεις είναι δυνατό να αντιμετωπιστεί ευνοϊκά από το Δικαστήριο. Η υπό κρίση Αίτηση θα εξεταστεί και θα κριθεί έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές και μη λησμονώντας ότι το ζητηθέν διάταγμα δεν έχει εκδοθεί μονομερώς. Θα πρέπει να εξεταστεί πρώτον, κατά πόσον η Αιτήτρια επιδιώκει να συμπληρώσει ηθελημένα κενά στην ένορκη δήλωση που συνόδευσε την αίτηση της για την έκδοση του Διατάγματος ούτως ώστε να τροποποιήσει ή αλλοιώσει την εικόνα που αρχικά έδωσε στο Δικαστήριο. Δεύτερον, κατά πόσο οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί δεν θα μπορούσαν να είχαν προβλεφθεί. Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω τις παραγράφους για τις οποίες η Αιτήτρια ζητά άδεια για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης έτσι ώστε να αντικρούσει τους ισχυρισμούς της Καθ΄ης η αίτηση όπως αυτοί διαφαίνονται στη δική της ένορκη δήλωση. Θα παραθέσω τα σημεία για τα οποία η Ενάγουσα - Αιτήτρια ζητά άδεια για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, δίδοντας ταυτόχρονα την κρίση του Δικαστηρίου για το κάθε ένα από αυτά. Για τους σκοπούς της εξέτασης της παρούσας Αίτησης έχω λάβει υπόψη μου τα επιχειρήματα των ευπαιδεύτων δικηγόρων τα οποία έχουν εκτεθεί με πληρότητα και με τρόπο υποβοηθητικό προς το Δικαστήριο μέσω των γραπτών τους αγορεύσεων. Από την επισυναφθείσα προτιθέμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της Αιτήτριας, προκύπτει ότι επισυνάπτονται έγγραφα τα οποία καταδεικνύουν ότι το επίδικο ακίνητο συνιστά τη μόνιμη οικογενειακή κατοικία της. Αυτό απαντά τις θέσεις της Καθ΄ης η αίτηση, ως καταγράφονται στις παραγράφους 16 και 57 της ένορκης δήλωσης της κας Νικολάου. Δεν χωρεί αμφιβολίας ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να γνωρίζει κατά πόσο το περί ου ο λόγος σπίτι είναι ιδιοκτησίας της Ενάγουσας - Αιτήτριας και από τη στιγμή που αμφισβητείται το ιδιοκτησιακό καθεστώς, η Αιτήτρια οφείλει να διευκρινίσει. Δεν τροποποιείται, ούτε και αλλοιώνεται η εικόνα που δόθηκε στο Δικαστήριο. Το ίδιο ισχύει και για την πρόθεση της Αιτήτριας να εξηγήσει γιατί δεν υπέβαλε αίτηση για ένταξή της στο Σχέδιο «ΕΣΤΙΑ», έτσι ώστε να μην υπάρχει η οποιαδήποτε πεπλανημένη εντύπωση. Καταλήγω ότι είναι δικαιολογημένη η παροχή άδειας στην κα Άννα Οράβτσοβα για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης για τους ακόλουθους λόγους։ Πρώτον, δεν έχει εκδοθεί οποιαδήποτε ενδιάμεση θεραπεία μονομερώς. Απεναντίας, η αίτηση για την έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων επιδόθηκε, βάσει οδηγιών του Δικαστηρίου και συνεπώς η ακρόαση της διεξάγεται εξ αρχής δια κλήσεως. Επομένως, δεν απαιτείται να επιδειχθεί από το Δικαστήριο εκείνη η αυστηρότητα που η νομολογία επιβάλλει όταν πρόκειται για αίτηση καταχώρησης συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων για διόρθωση ή συμπλήρωση του πραγματικού υπόβαθρου που είχε υπόψη του ένα Δικαστήριο το οποίο μονομερώς χορηγούσε ενδιάμεση θεραπεία στηριζόμενο στις αρχικές ένορκες δηλώσεις. Δεύτερον, ως Ενάγουσα που είναι, έχει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών της και συνεπώς θα πρέπει να της χορηγηθεί από το Δικαστήριο λογική ευκαιρία να απαντήσει στους ισχυρισμούς της κας Νικολάου, η οποία έθεσε αντικρουστικούς ισχυρισμούς. Διαφορετικά, αν δεν δοθεί στην Αιτήτρια η ευκαιρία να απαντήσει, θα διατρέχει τον κίνδυνο να εκληφθεί από το Δικαστήριο η ανυπαρξία απάντησης εκ μέρους της ως αποδοχή από αυτήν των αντικρουστικών ισχυρισμών της κας Νικολάου. Πράγματι, το προσχέδιο Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης της Ενάγουσας - Αιτήτριας που επισυνάπτεται στην υπό κρίση αίτηση φανερώνει την επιθυμία της να απαντήσει στην κα Νικολάου και πόρρω απέχει από την απλή επανάληψη ισχυρισμών που ήδη ήγειρε στην αρχική της ένορκη δήλωση, ούτε εκθέτει άσχετους ισχυρισμούς. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, κρίνω ότι δικαιολογείται η παροχή άδειας στην Ενάγουσα να καταχωρήσει Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση, ως το προσχέδιο που επισυνάπτεται και συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση. Συνεπακόλουθα, δίδεται άδεια ως το αιτητικό Α της υπό κρίση αίτησης. Η Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση της Ενάγουσας να καταχωρηθεί μέχρι 11/06/
  2. Τα έξοδα που προκλήθηκαν από την υπό κρίση αίτηση, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της Εναγόμενης και εναντίον της Ενάγουσας. Θα είναι όμως πληρωτέα στο τέλος της εκδίκασης της αίτησης για προσωρινά διατάγματα. Η κυρίως αίτηση για προσωρινά διατάγματα, ημερομηνίας 22/05/2020, ορίζεται για Ακρόαση με Γραπτές Αγορεύσεις στις 30/06/
  3. (Υπ.) .............. Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.