Κουκούνης κ.α. ν. ASTRO BANK LIMITED, Αρ. Αγωγής: 1678/18, 25/5/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A247 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1678/18 Μεταξύ:
- XXXXX Κουκούνης
- XXXXX XXXXX Γεωργιάδου
- XXXXX Κουκούνη Ενάγοντες - Αιτητές και ASTRO BANK LIMITED Εναγόμενη - Καθ' ης η Αίτηση -------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 04/03/2021 για έκδοση προσωρινού διατάγματος ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 25 Μαΐου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητές - Ενάγοντες: κα Μεττή, για Ορφανίδης, Χριστοφίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ' ου η Αίτηση - Εναγόμενους: κ. Μενελάου, για Λ. Παπαφιλίππου & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Ενάγοντες - Αιτητές με την Αίτησή τους αιτήθηκαν μονομερώς από το Δικαστήριο την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων που να απαγορεύουν στην Καθ΄ης η Αίτηση να προχωρήσει σε διαδικασία εκποίησης ή/και πλειστηριασμού ή/και να συνεχίσει τη διαδικασία εκποίησης ή/και να διατάξει την αναστολή της διαδικασίας εκποίησης του ακινήτου με αριθμό εγγραφής D-XXXXX, Φ/Σχ.21/60 Ε 2, τεμ. XXXXX, στην Έγκωμη, Λευκωσία, ιδιοκτησίας της Ενάγουσας - Αιτήτριας
- Εκδόθηκε, μονομερώς, διάταγμα με το οποίο απαγορευόταν στην Εναγόμενη - Καθ΄ης η Αίτηση να προχωρήσει σε διαδικασία εκποίησης ή/και πλειστηριασμού του συγκεκριμένου ακινήτου. Σε σχέση με τα υπόλοιπα διατάγματα η αίτηση ορίστηκε για επίδοση. Η Αίτηση βασίστηκε στα άρθρα 29-32 και 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου, στα άρθρα 5, 21, 27, 44Β
(3), 44Α μέχρι 44ΙΑΑ και τα Παραρτήματα του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου (Ν.9/65ως τροποποιήθηκε), στη Δ.39, Δ.48 θ.θ.1-9 και τη Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στα άρθρα 4, 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, στα Άρθρα 1Α, 26, 28, 30 και 35 του Συντάγματος, στις αρχές της Επιείκειας και του Κοινοδικαίου, στον περί Καταχρηστικών Ρητρών Νόμο, στη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στις συμφυείς εξουσίες και την πρακτική του Δικαστηρίου και στη σχετική Οδηγία της Ε.Ε., 93/
- Όσον αφορά τα γεγονότα πάνω στα οποία βασίστηκε η συγκεκριμένη Αίτηση, αυτά κατεγράφησαν στην Ένορκη Δήλωση της κας XXXXX Κουκούνη, Εναγόμενης 3, η οποία είναι γνώστης των γεγονότων. Σύμφωνα με την Ομνύουσα οι Ενάγοντες 1 και 2 είναι γονείς της και αρχές του 2009 είχαν απευθυνθεί στην Εναγόμενη για τη λήψη στεγαστικού δανείου ύψους €359,000 για την ανέγερση κατοικίας στο ακίνητο με αριθμό εγγραφής D-XXXXX, Φ/Σχ.21/60 Ε 2, τεμ. XXXXX, στην Έγκωμη. Το συγκεκριμένο σπίτι της δόθηκε ως δώρο από τους γονείς της και ζει σε αυτό με το σύζυγό της και τα δυο της παιδιά. Ο υπάλληλος της Τράπεζας που εξυπηρέτησε τους γονείς της τους είχε συμβουλέψει να συνάψουν δάνειο σε ελβετικά φράγκα ως τη φθηνότερη λύση γιατί επιβαρυνόταν με πιο χαμηλό επιτόκιο. Δεν τους είχε επεξηγηθεί με τρόπο σαφή και κατανοητό ότι το υπόλοιπο του δανείου θα μεταβάλλετο σύμφωνα με την ισοτιμία του φράγκου έναντι του ευρώ και ότι η μεταβολή αυτή θα μπορούσε ακόμα και να διπλασιάσει τη δόση καθώς και το υπόλοιπο του δανείου. Τα ίδια είχαν λεχθεί και σε εκείνη όσον αφορά τον φθηνότερο δανεισμό και λόγω του ότι μόλις είχε επιστρέψει από τις σπουδές της και δεν είχε συνάψει ξανά δάνειο είχε πεισθεί, αφού τόσο εκείνη καθώς και οι γονείς της ήταν απλοί καταναλωτές. Πείστηκαν ότι η σύναψη του δανείου σε ελβετικά φράγκα ήταν η καλύτερη επιλογή. Στις επιστολές ‑ εγκρίσεις της Εναγόμενης Τράπεζας, που τους απεστάλησαν, καταγράφηκε το ακριβές ποσό που θα εκταμιεύετο σε ευρώ. Οι ίδιοι είχαν θεωρήσει ότι η συγκεκριμένη ισοτιμία ήταν αυτή που θα χρησιμοποιούσε η Εναγόμενη Τράπεζα σε όλη τη διάρκεια του δανεισμού. Το επιτόκιο των δανείων ήταν κυμαινόμενο, με περιθώριο 2%. Το δε συνολικό επιτόκιο, κατά την ημέρα σύναψης των δύο δανείων, ήταν 2.65%. Λόγω της ηλικίας των γονιών της οι υπάλληλοι της Εναγόμενης Τράπεζας τους ζήτησαν όπως συνάψουν δύο δάνεια, ένα στο όνομα των γονιών της, για το ποσό των €188.000 και το άλλο στο όνομά της, για το ποσό των €171.000 με εγγυητές τους γονείς της. Αρχές του καλοκαιριού του 2010, όταν ζητήθηκε επιπρόσθετη χρηματοδότηση και πάλι λόγω ηλικίας των γονιών της την ενημέρωσαν ότι το δάνειο θα έπρεπε να γίνει στο δικό της όνομα, με εγγυητές τους γονείς της. Μέχρι εκείνην τη μέρα, λόγω του ότι τους είχε δοθεί περίοδος χάριτος στην αποπληρωμή του δανείου, δεν είχαν αντιληφθεί τις διακυμάνσεις του ελβετικού φράγκου έναντι του ευρώ και πως αυτό θα μπορούσε να επηρεάσει τον δανεισμό. Οπόταν, το νέο δάνειο έγινε σε ελβετικά φράγκα και πάλι ως η πιο φτηνή επιλογή. Το επιτόκιο για το δεύτερο δάνειο ήταν 2.5% και κατά την εκταμίευση γινόταν 2.7067%. Προς εξασφάλιση όλων των δανείων υποθηκεύτηκε το επίδικο ακίνητο, το οποίο ήταν ιδιοκτησίας της μητέρας της, Ενάγουσας
- Υποστηρίζει η Ομνύουσα ότι η κατάρτιση δανείου σε ελβετικό φράγκο είναι καταχρηστική και ότι η Εναγόμενη Τράπεζα παρέβη τις προ συμβατικές υποχρεώσεις της, ήτοι να ενημερώσει με τρόπο σαφή και κατανοητό τους δανειολήπτες αναφορικά με τη χρέωση της διαφοράς του συναλλάγματος. Περαιτέρω, η χρέωση της διαφοράς του συναλλάγματος, κατά τον ισχυρισμό της, είναι χωρίς αντιπαροχή, αφού το δάνειο είχε εκταμιευθεί σε ευρώ και το ξένο συνάλλαγμα ήταν μια εικονική πράξη, ενώ η Εναγόμενη Τράπεζα χρέωνε τη διαφορά του συναλλάγματος, χωρίς να παρέχει οποιανδήποτε υπηρεσία. Ισχυρίζεται ότι ο όρος που έδιδε το δικαίωμα στην Εναγόμενη Τράπεζα να προβαίνει σε μονομερή αύξηση του επιτοκίου, έπρεπε να είναι σύμφωνος με τις συνθήκες της αγοράς. Αντ' αυτού, η Εναγόμενη Τράπεζα προέβαινε σε μονομερή αύξηση του επιτοκίου κατά το δοκούν. Είναι η δική της θέση ότι δεν επεξηγήθηκε στους Ενάγοντες ότι το δάνειο αποτελεί επενδυτικό προϊόν και ότι ενέχει την αγορά συναλλάγματος. Με τη λήξη της περιόδου χάριτος, η δόση των δύο δανείων άρχισε να αυξάνεται συνεχώς, λόγω της χρέωσης της διαφοράς του συναλλάγματος αλλά και της μονομερούς αύξησης του συμφωνημένου περιθωρίου κέρδους από πλευράς της Τράπεζας. Διαμαρτυρήθηκε έντονα τόσο η ίδια καθώς και οι γονείς της, πλην όμως οι υπάλληλοι της Εναγόμενης Τράπεζας τους καθησύχαζαν ότι ήταν ένα προσωρινό και τυχαίο γεγονός και ότι η ισοτιμία του συναλλάγματος θα επανερχόταν, σε σύντομο χρονικό διάστημα, σε φυσιολογικά επίπεδα. Παρουσίαζαν δε την αναδιάρθρωση των δανείων ως τη μόνη επιλογή, χωρίς να αφήνουν οποιοδήποτε άλλο περιθώριο. Περαιτέρω, οι υπάλληλοι της Εναγόμενης Τράπεζας υποστήριζαν ότι τα δάνεια, εάν δεν αναδιαρθρώνονταν, θα κατατάσσονταν στα μη εξυπηρετούμενα και οι ίδιοι ως μη συνεργάσιμοι δανειολήπτες. Είναι περαιτέρω η θέση της ότι για την ίδια και τους γονείς της, το πιο οδυνηρό ήταν η απειλή ότι εάν δεν προέβαιναν σε αναδιάρθρωση των δανείων, η Εναγόμενη Τράπεζα θα λάμβανε μέτρα για να πωλήσει το υποθηκευμένο ακίνητο, στο οποίο διαμένει η ίδια με την οικογένειά της. Προωθεί τη θέση ότι χρησιμοποιώντας, η Εναγόμενη Τράπεζα, την οικονομική της υπεροχή, δεν άφησε άλλη επιλογή στους Ενάγοντες παρά την αναδιάρθρωση των δανείων και με τους όρους που η ίδια επέβαλε. Το 2012 συμφώνησαν σε αναδιάρθρωση, με προδιατυπωμένες συμφωνίες. Τον Σεπτέμβριο του 2013 η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου δημοσίευσε οδηγία σε σχέση με τις αναδιαρθρώσεις, υποχρεώνοντας τις τράπεζες να συμμορφώνονται με οδηγίες και εγκύκλιους της Κεντρικής Τράπεζας. Συνεπακόλουθο της έκδοσης της οδηγίας ήταν να απευθυνθεί η ίδια, μαζί με τους γονείς της, εκ νέου στην Εναγόμενη Τράπεζα, για εξεύρεση λύσης με βάση τον κώδικα της Κεντρικής Τράπεζας. Η Εναγόμενη Τράπεζα, αντί να βοηθήσει, πρότεινε ως μόνη λύση την ανανέωση των δανείων με χειρότερους όρους. Μη μπορώντας να ρισκάρουν την πώληση του σπιτιού, υπέγραψαν τις αναδιαρθρώσεις, παρά το γεγονός ότι παραβίαζαν κατάφορα τον κώδικα της Κεντρικής Τράπεζας, ο οποίος προβλέπει ότι πρέπει να δίδεται έμφαση στην αποπληρωμή του κεφαλαίου και όχι στους τόκους και στις χρεώσεις της τράπεζας. Σύμφωνα με την Ομνύουσα οι γονείς της απευθύνθηκαν τον Δεκέμβριο του 2017 εκ νέου στην Τράπεζα, με σκοπό την εξεύρεση λύσης, διαμαρτυρόμενοι για τη χρέωση της διαφοράς του συναλλάγματος και την αύξηση του περιθωρίου κέρδους. Αντί απάντησης, η Εναγόμενη Τράπεζα ετοίμασε εκ νέου καινούργια αναδιάρθρωση, με την οποία κεφαλαιοποιούνταν όλες οι παράνομες χρεώσεις, χωρίς να αφαιρεθεί οποιοδήποτε από τα ποσά που οι Ενάγοντες είχαν ζητήσει όπως αφαιρεθούν. Παρά τις διαφωνίες τόσο της ίδιας, όσο και των γονιών της, συνέχιζαν να πληρώνουν τις δόσεις στην Εναγόμενη Τράπεζα. Όταν οι γονείς της αρνήθηκαν να υπογράψουν την αναδιάρθρωση οι υπάλληλοι της Εναγόμενης Τράπεζας άρχισαν να ασκούν ακόμη περισσότερη πίεση μέσω τηλεφώνου και να απειλούν ότι οι συνέπειες θα ήταν τεράστιες. Στις 09/07/2018, η Εναγόμενη Τράπεζα απέστειλε επιστολές Τύπου «Θ». Επειδή είχε αποφασίσει τόσο η ίδια, καθώς και οι γονείς της, να μην υποκύψουν στις απειλές της Τράπεζας, απευθύνθηκαν σε δικηγόρους, οι οποίοι με επιστολή τους ημερομηνίας 22/06/2018 απάντησαν στις επιστολές της Εναγόμενης Τράπεζας, ενώ παράλληλα αρνήθηκαν τα ισχυριζόμενα ποσά και τη νομιμότητα των ενεργειών της Εναγόμενης και καταχώρησαν την υπό κρίση αγωγή. Μετά την καταχώρηση της αγωγής και ενώ τα δάνεια πληρώνονταν κανονικά, η Εναγόμενη Τράπεζα απέστειλε επιστολές τερματισμού των λογαριασμών, ακόμα και ενός τρεχούμενου λογαριασμού στο όνομα του Ενάγοντα 1, ο οποίος λειτουργούσε κανονικά. Η Εναγόμενη Τράπεζα, σύμφωνα με τον ισχυρισμό της Ομνύουσας, απροκάλυπτα εκβίαζε ότι εάν δεν απεσύρετο η αγωγή θα προχωρούσε με μέτρα πώλησης του υποθηκευμένου ακινήτου. Κατά τον χρόνο τερματισμού των συμφωνιών, δεν υπήρχε οποιαδήποτε καθυστέρηση, ακόμα και με βάση τους υπολογισμούς της ίδιας της Εναγόμενης Τράπεζας, αφού καταβάλλονταν ανελλιπώς δόσεις έναντι του νομίμως οφειλόμενου ποσού. Κατά τη δική της άποψη ο τερματισμός των λογαριασμών είναι τελείως αντισυμβατικός, κακόπιστος και η Εναγόμενη Τράπεζα παραβιάζει την υποχρέωσή της να ενεργεί με καλή πίστη. Με τη βοήθεια ορκωτού λογιστή, διαπιστώθηκε ότι το δάνειο με αριθμό XXXXX60 υπερχρεώθηκε με ποσό ύψους €66.560,26, το δάνειο με αριθμό λογαριασμού XXXXX81 υπερχρεώθηκε με ποσό ύψους €73.038,17 και το δάνειο με αριθμό λογαριασμού XXXXX58 υπερχρεώθηκε με ποσό ύψους €17.353,
- Παρά τα δεδομένα αυτά, η ίδια και οι γονείς της συνεχίζουν να καταβάλλουν ανελλιπώς δόσεις έναντι των οφειλόμενων ποσών, αφού δεν έχουν οποιοδήποτε οικονομικό πρόβλημα για να εξυπηρετούν τα νομίμως οφειλόμενα ποσά. Είναι η θέση της Ομνύουσας ότι υποβλήθηκε και στο παρελθόν αίτηση για έκδοση διατάγματος, συγκεκριμένα στις 21/06/2019, αλλά το Δικαστήριο στις 30/09/2019 είχε αποφασίσει ότι δεν πληρούντο οι απαιτούμενες προϋποθέσεις, ήτοι δεν υπήρχε δυσκολία απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Είναι η θέση της ότι η ζημιά που θα υποστούν οι Ενάγοντες - Αιτητές θα είναι ανεπανόρθωτη, αφού χωρίς την προστασία του Δικαστηρίου, θα επιτύχει ο εκβιασμός της Εναγόμενης - Καθ΄ης η Αίτηση και θα εξαναγκαστούν να αποποιηθούν τα δικαιώματά τους. Με την προώθηση της παρούσας αγωγής, χωρίς την έκδοση διατάγματος, θα αποστερηθούν οι Ενάγοντες του δικαιώματος να ακουστούν και η αγωγή θα καταστεί άνευ αντικειμένου. Σκοπός της υπό κρίση αγωγής, είναι να εκδοθούν διατάγματα του Δικαστηρίου που να αναγνωρίζουν τις υπερχρεώσεις, στις οποίες προέβαινε η Εναγόμενη Τράπεζα σε σχέση με τα δάνεια. Η Εναγόμενη Τράπεζα ουδέποτε είχε δικαίωμα να τερματίσει τους λογαριασμούς και να προχωρήσει στην ενεργοποίηση της διαδικασίας εκποίησης. Είναι ο ισχυρισμός της ότι το υποθηκευμένο ακίνητο συνιστά την κατοικία της ίδιας και της οικογένειάς της στην οποία διαμένουν και επιπρόσθετα η ίδια εργάζεται από αυτή λόγω της πανδημίας. Υποστηρίζει ότι καμιά χρηματική αποζημίωση δεν θα είναι αρκετή εάν η ίδια και τα δύο ανήλικα παιδιά της ηλικίας 10 ετών βρεθούν στο δρόμο, ιδιαίτερα ενόψει του γεγονότος ότι καταβάλλεται η δόση του δανείου. Η Εναγόμενη Τράπεζα από την άλλη δεν θα υποστεί οποιαδήποτε ζημιά από την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων αφού είναι πλήρως εξασφαλισμένη από το υποθηκευμένο ακίνητο. Είναι η θέση της ότι ουδέποτε αρνήθηκαν, οι Ενάγοντες, να καταβάλουν το ποσό που πραγματικά οφείλεται από τους ίδιους στην Εναγόμενη Τράπεζα. Αυτό που επιδιώκει όμως η Εναγόμενη Τράπεζα είναι να στερήσει στους Ενάγοντες τη δυνατότητα να ακουστούν. Υποστηρίζει ότι για να μπορέσουν οι Ενάγοντες να σταματήσουν τη διαδικασία εκποίησης, σύμφωνα με τη συμβουλή του δικηγόρου της, θα πρέπει να υπάρχει απαγορευτικό διάταγμα. Εξού και καταχωρίστηκε η υπό κρίση αίτηση με την οποία αμφισβητείται το δικαίωμα της Εναγόμενης Τράπεζας να ενεργοποιήσει τη διαδικασία που προβλέπεται στο Μέρος VIA του Νόμου. Η Ομνύουσα αναφέρεται στα άρθρα 44(β)
(3)και επέκεινα του Νόμου και υποστηρίζει ότι παραβιάζουν το Άρθρο 26 του Συντάγματος. Επεξηγεί πώς κατά την άποψη της παραβιάζεται το συγκεκριμένο άρθρο του Συντάγματος από την τροποποίηση του Νόμου. Υποστηρίζει περαιτέρω ότι η Εναγόμενη - Καθ' ης η αίτηση Τράπεζα καταχράται τη διαδικασία και τη χρησιμοποιεί με σκοπό να προκαλέσει ζημιά στην ίδια, ενώ με τις ενέργειες της υπαναχωρεί από δεσμεύσεις της που είχαν γίνει προς την ίδια και τους γονείς της από την Τράπεζα. Καταλήγει, ότι θα πρέπει να διατηρηθεί η κατάσταση ως έχει μέχρι την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής ούτως ώστε οι ενέργειες της Εναγόμενης - Καθ' ης η αίτηση Τράπεζας να μην καταστήσουν την αγωγή άνευ αντικειμένου και να προκαλέσουν ανεπανόρθωτη ζημιά στην ίδια και τους γονείς της. Άμεση ήταν η αντίδραση της Εναγόμενης - Καθ΄ης η αίτηση Τράπεζας αφού με την επίδοση του εκδοθέντος μονομερούς διατάγματος καταχώρησε Ένσταση. Παρατέθηκαν οκτώ
(8)λόγοι Ενστάσεως, οι οποίοι μπορούν να συνοψιστούν σε συντομία ως ακολούθως: Δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 αφού δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, δεν υπάρχουν οποιεσδήποτε πιθανότητες επιτυχίας της αγωγής και δεν θα υποστούν, οι Ενάγοντες, οποιαδήποτε ανεπανόρθωτη βλάβη ή ζημιά από τη μη έκδοση του διατάγματος, ότι δεν έχει ικανοποιηθεί η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 αφού η μόνη ζημιά που μπορεί να υποστούν οι Ενάγοντες - Αιτητές είναι οικονομική και μπορεί να υπολογιστεί και να αποζημιωθεί σε χρήμα ενώ η Εναγόμενη - Καθ΄ης η αίτηση έχει την οικονομική δυνατότητα, ως μια από τις μεγαλύτερες τράπεζες του τόπου, να τους αποζημιώσει. Ότι η αίτηση είναι πρόωρη και/ή εκπρόθεσμη αφού η Εναγόμενη - Καθ΄ης η αίτηση δεν έχει αποστείλει στους Ενάγοντες Ειδοποίηση Τύπου «Ι» και/ή Τύπου «ΙΑ» οπόταν δεν έχει ενεργοποιηθεί η διαδικασία πλειστηριασμού και δεν εκκρεμεί οποιαδήποτε διαδικασία εκποίησης του συγκεκριμένου ακινήτου. Ότι οι Ενάγοντες - Αιτητές επιχειρούν να αποκτήσουν λόγο έφεσης για καταχώριση Αίτησης - Έφεσης με τρόπο καταχρηστικό ή/και παράτυπο. Ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της απόρριψης της αίτησης γιατί δεν είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθούν οι αιτούμενες θεραπείες αφού σε περίπτωση που εκδοθούν τα διατάγματα θα επηρεαστούν τα συμβατικά δικαιώματα που προκύπτουν από τη νομοθεσία ενώ οι Ενάγοντες δεν θα υποστούν ζημιά. Ότι οι Ενάγοντες δεν έχουν αγώγιμο δικαίωμα και ότι η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη και υποστηρίζεται με αόριστη και γενική ένορκη δήλωση. Βασίζεται, η Ένσταση, στα άρθρα 4, 5, 7 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, στα άρθρα 21, 29, 31, 32 και 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου, στα άρθρα 5, 21, 27, 44Α μέχρι 44ΙΑΑ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου (Ν.9/65ως τροποποιήθηκε), στα άρθρα 89, 300 και 334 του περί Εταιρειών Νόμου, στους περί Συμβούλων Αφερεγγυότητας Νόμο του 2015 και τους Κανονισμούς, στη Δ.39 θ.θ. 1- 21, Δ.45 θ.4, Δ.48 θ.θ.1-9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στις αρχές της Επιείκειας και του Κοινοδικαίου, στη σχετική νομολογία, στη διακριτική εξουσία, την πρακτική και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Υποστηρίχθηκε, η Ένσταση, με ένορκη δήλωση της XXXXX Ζήνωνος, η οποία είναι στην υπηρεσία της Εναγόμενης - Καθ΄ης η Αίτηση, στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών και είναι εξουσιοδοτημένη στην κατάρτιση της ένορκης δήλωσης αφού γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα. Είναι ο ισχυρισμός της ότι, τον Απρίλη 2009 οι Ενάγοντες 1 και 2 είχαν αιτηθεί στεγαστικό δάνειο από την Εναγόμενη Τράπεζα για την ανέγερση οικίας της θυγατέρας τους, Ενάγουσα
- Στην πρώτη συνάντηση ο ίδιος ο Ενάγοντας 1 είχε ζητήσει όπως το στεγαστικό δάνειο γίνει σε ελβετικά φράγκα. Όλοι οι Ενάγοντες ενημερώθηκαν λεπτομερώς από λειτουργούς της Εναγόμενης Τράπεζας για τους κινδύνους δανεισμού σε ελβετικά φράγκα και της πιθανότητας διαφοροποίησης της συναλλαγματικής ισοτιμίας μεταξύ του ευρώ και του ελβετικού φράγκου, αλλά και των πλεονεκτημάτων που είχε ο δανεισμός σε ξένο συνάλλαγμα. Ουδέποτε λειτουργός της Εναγόμενης Τράπεζας συμβούλευσε τους Ενάγοντες ότι το δάνειο σε ελβετικά φράγκα θα ήταν πιο φτηνή λύση. Κατά τη δική της άποψη, οποιοσδήποτε μπορεί να αντιληφθεί το ρίσκο της αλλαγής στη συναλλαγματική ισοτιμία του ευρώ με οποιοδήποτε ξένο συνάλλαγμα. Όμως, το συγκεκριμένο προϊόν όντως είχε χαμηλό επιτόκιο καθώς και περίοδο χάριτος 18 μηνών, πλεονεκτήματα τα οποία πιθανόν να έλαβαν υπόψη οι Ενάγοντες πριν τη σύναψη των δανείων. Υποστηρίζει, ότι η Ενάγουσα 3 είναι και κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν δικηγόρος και ως εκ τούτου οι Ενάγοντες θεωρούνταν καταρτισμένα πρόσωπα για να μπορούν να αντιληφθούν κατά πόσο το επίδικο προϊόν ήταν το πλέον κατάλληλο για τις δικές τους περιστάσεις και συνθήκες και όλοι είχαν συμφωνήσει ότι ήταν προς όφελος τους να λάβουν δάνειο σε ελβετικό φράγκο. Λόγω της ηλικίας των Εναγόντων 1 και 2 τους είχε προταθεί όπως η Ενάγουσα 3 αναλάβει μέρος του δανείου. Η συγκεκριμένη εισήγηση έγινε αποδεκτή και παραχωρήθηκαν δύο δάνεια, στους Ενάγοντες 1 και 2 παραχωρήθηκε δάνειο ύψους CHF285.704 και στις Ενάγουσες 2 και 3 εγκρίθηκε δάνειο ύψους CHF259.
- Στις επιστολές εγκρίσεως των δανείων που απεστάλησαν στους Ενάγοντες αναφέρεται το ύψος του δανείου σε ελβετικά φράγκα και ενδεικτικά σε παρένθεση το ποσό του δανείου σε ευρώ με βάση την ισοτιμία της συγκεκριμένης μέρας. Μια από τις εξασφαλίσεις που παραχωρήθηκαν ήταν και το ακίνητο, το συγκεκριμένο, το οποίο υποθηκεύτηκε, καθώς και προσωπική εγγύηση της Ενάγουσας
- Ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες υπέγραψαν ξεχωριστές δηλώσεις, ημερομ. 29/04/2009, με τις οποίες δήλωναν ότι παρά την ενημέρωση για τους κινδύνους που ενέχει ο δανεισμός σε ξένο συνάλλαγμα, είχαν επιλέξει ανεπηρέαστοι να προχωρήσουν με τη σύναψη των επίδικων δανειακών συμβάσεων. Η εκταμίευση του ποσού των επιδίκων δανείων έγινε σε ελβετικά φράγκα και η αντίστοιχη δόση από τους Ενάγοντες πληρωνόταν σε ελβετικά φράγκα. Για κάθε δάνειο υπήρχαν δύο λογαριασμοί. Ο λογαριασμός του δανείου σε ελβετικά φράγκα και ο λογαριασμός του πελάτη μέσω του οποίου αποπληρωνόταν το δάνειο που ήταν σε ευρώ. Την ημέρα καταβολής της δόσης γινόταν πίστωση σε ελβετικά φράγκα στο λογαριασμό του δανείου και χρέωση του αντίστοιχου ποσού με βάση τη συναλλαγματική ισοτιμία της ημέρας σε ευρώ στον τρεχούμενο λογαριασμό του πελάτη. Η ισοτιμία δεν ήταν σταθερή, αφού η Εναγόμενη Τράπεζα ουδέποτε μπορούσε να επηρεάσει την ισοτιμία μεταξύ του ελβετικού φράγκου και του ευρώ. Είναι η θέση της Ομνύουσας ότι οι Ενάγοντες ήταν ευχαριστημένοι με τους όρους των δανείων τους και αρχές του 2010 η Ενάγουσα 3 αιτήθηκε νέο δάνειο σε ελβετικά φράγκα ύψους CHF139.000, το οποίο της παραχωρήθηκε. Από το 2010 μέχρι το 2015, μετά από αιτήματα των Εναγόντων, είχαν γίνει διάφορες αναδιαρθρώσεις και τροποποιήσεις των συμβάσεων των επιδίκων δανείων. Στις 09/05/2018 σε μια προσπάθεια αναδιάρθρωσης του δανείου των Εναγόντων 1 και 2, λόγω του ότι δεν υπήρξε ανταπόκριση, η Εναγόμενη Τράπεζα αναγκάστηκε να τους ταξινομήσει ως μη συνεργάσιμους. Ακολούθησε, στις 25/06/2018, η καταχώρηση της υπό κρίση αγωγής, με αποτέλεσμα η Εναγόμενη Τράπεζα να τερματίσει τους λογαριασμούς των επίδικων δανείων στις 09/07/
- Ισχυρίζεται ότι η Εναγόμενη Τράπεζα πριν από κάθε αναδιάρθρωση των δανείων των Εναγόντων τους ενημέρωνε για τις επιλογές αναδιάρθρωσης που υπήρχαν, με βάση τα δικά τους δεδομένα και γινόταν διαπραγμάτευση μεταξύ των μερών. Ουδέποτε απειλήθηκαν ή εξαναγκάστηκαν, οι Ενάγοντες, να υπογράψουν οποιαδήποτε συμφωνία. Κατά τη δική της άποψη, κάθε φορά που οι Ενάγοντες αιτούντο αναδιάρθρωση των δανείων τους, αποδέχονταν την ορθότητα και το ύψος των δανείων. Περαιτέρω υποστηρίζει ότι οι Ενάγοντες ουδέποτε αμφισβήτησαν την ύπαρξη των υποθηκών επί του ακινήτου και λαμβάνοντας υπόψη ότι το ενυπόθηκο χρέος έχει καταστεί υπερήμερο, δεν υπάρχει καλός λόγος που να δικαιολογεί τη χορήγηση των αιτούμενων θεραπειών. Συνεπακόλουθα, δεν υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. Όσον αφορά την έλλειψη ανεπανόρθωτης ζημιάς, είναι η θέση της ότι σε περίπτωση πώλησης του ακινήτου από την Εναγόμενη Τράπεζα, μπορεί με πολλή ευκολία να υπολογιστεί η ζημιά της Ενάγουσας 3 σε χρήμα. Επίσης, η Εναγόμενη Τράπεζα έχει την οικονομική δυνατότητα να αποζημιώσει τους Ενάγοντες για οποιοδήποτε ποσό αποφασίσει το Δικαστήριο. Οπόταν, στην περίπτωση που δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, η ζημιά των Εναγόντων θα είναι καθαρά χρηματική. Υποστηρίζει ότι εφόσον πωληθεί το ακίνητο μπορεί να αφαιρεθεί από το οφειλόμενο ποσό η τιμή πώλησης και αν το οφειλόμενο ποσό είναι, όπως ισχυρίζεται η Ενάγουσα 3, χαμηλότερο, θα μπορεί να υπολογιστεί η διαφορά μεταξύ της τιμής πώλησης και του οφειλόμενου χρέους, αφού το μόνο που αμφισβητείται είναι το ύψους του χρέους. Καταλήγει, ότι το ισοζύγιο γέρνει υπέρ της απόρριψης της αίτησης αφού η έκδοση των διαταγμάτων θα επηρεάσει άμεσα και αρνητικά τα συμβατικά δικαιώματα της Εναγόμενης. ΓΕΓΟΝΟΤΑ Δεν υπάρχει καμιά αμφισβήτηση ότι οι Ενάγοντες 1, 2 και 3-Αιτητές είχαν λάβει τρία
(3)δάνεια σε ελβετικό φράγκο, το 2009, από την Εναγόμενη Τράπεζα- Καθ΄ης η αίτηση και ως μια από τις εξασφαλίσεις ήταν η υποθήκευση του ακινήτου με αριθμό εγγραφής D-XXXXX, Φ/Σχ.21/60 Ε 2, τεμ. XXXXX, στην Έγκωμη, το οποίο συνιστά την κατοικία της Ενάγουσας 3 στην οποία διαμένει με τα δυο της παιδιά. Λόγω της συναλλαγματικής ισοτιμίας του ελβετικού φράγκου με το ευρώ, παρά την καταβολή των δόσεων από τους Ενάγοντες, τα δάνεια δεν αποπληρώνονταν με τον απαιτούμενο ρυθμό και οι Ενάγοντες αναγκάστηκαν να προβούν σε αναδιαρθρώσεις. Αντιλαμβανόμενοι το πρόβλημα της κατάρτισης των δανείων σε ελβετικό φράγκο, το 2018 καταχώρισαν την υπό κρίση αγωγή και ένα μήνα μετά την καταχώρισή της τερματίστηκαν οι συμβάσεις δανείων από την Εναγόμενη Τράπεζα, ήτοι στις 09/07/2018. Ακολούθησε η αποστολή της Ειδοποίησης Τύπου «Θ» και στις 26/01/2021 η αποστολή της Ειδοποίησης Τύπου «ΙΒ». ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Προτού προχωρήσω να εξετάσω τα ζητήματα που έχουν εγερθεί θεωρώ κατάλληλο στάδιο να συνοψίσω τη νομική πτυχή που διέπει αιτήσεις για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων παρέχεται στο άρθρο 32 το Ν.14/60, ενώ η δικονομία για τέτοια διατάγματα προσδιορίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο και Κανονισμούς. Το άρθρο 32 παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που το άρθρο αυτό καθορίζει ότι πρέπει να συντρέχουν για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα που θα έκρινε δίκαια ή πρόσφορα, είναι οι εξής: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση (β) η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία (γ) το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Επομένως, το Δικαστήριο περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Με την υπό κρίση Αίτηση ουσιαστικά ζητήθηκε η έκδοση απαγορευτικού διατάγματος. H έκδοση παρεμπίπτον απαγορευτικού διατάγματος αποτελεί θεραπεία του δικαίου της επιείκειας. Στην υπόθεση Γιαβρή κ.ά. ν. Πάσιου
(2004)1(Α) Α.Α.Δ. 125, στη σελίδα 134 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: « Η διακριτική ευχέρεια η οποία παρέχεται για την έκδοση ή μη απαγορευτικού διατάγματος, ασκείται δικαστικά με κύριο έρεισμα το σκοπό για τον οποίο επιζητείται η θεραπεία. Εφόσον αντικείμενο του διατάγματος είναι η προστασία έναντι συνεχιζόμενης παραβίασης των δικαιωμάτων του ενάγοντος, η έκδοση απαγορευτικού διατάγματος αποτελεί το φυσικό επακόλουθο. Μπορεί το δικαστήριο να αρνηθεί την έκδοση διατάγματος, εφόσον άλλης μορφής προστασία γνωστή στο δίκαιο, ως οι αποζημιώσεις, μπορεί να αποκαταστήσει τον ενάγοντα.» Θα εξεταστούν στη συνέχεια οι προϋποθέσεις για την έκδοση ενός απαγορευτικού διατάγματος. Οι αποφάσεις των Κυπριακών Δικαστηρίων που έχουν αναλύσει τις προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων βάσει του άρθρου 32 του Ν.14/60, είναι πολλές. Ενδεικτικά και μόνο αναφέρω τις υποθέσεις Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, A.B.P. Holdings Ltd ν. Κιταλίδη κ.ά. (Αρ. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694. Στην τελευταία απόφαση τονίζεται ότι το άρθρο 32 του Ν.14/60 παρέχει στα Δικαστήρια ευρύτατες εξουσίες για έκδοση οποιωνδήποτε διαταγμάτων, όταν κάτι τέτοιο κρίνεται δίκαιο ή πρόσφορο χωρίς να τίθεται κανένας περιορισμός. Τα ίδια επαναλήφθηκαν και στην υπόθεση Παντελίδη ν. Πιερή
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 2111. Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω παρατεθείσες προϋποθέσεις, το Δικαστήριο έχει καθήκον να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει το διάταγμα (βλ. Bacardi v. Vinco
(1996)1(B) A.A.Δ. 788, Mitsingas v. Timberland
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791 και Akis Express v. Aris Express
(1998)1(A) A.A.Δ. 149). Σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Recnex Trading Limited, Ιωάννη Μιχαηλίδη ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λίμιτεδ ECLI:CY:AD:2014:A269, Πολ. Εφ. 71/2011 ημερ. 16/04/2014: « Βρίσκουμε ότι τα γεγονότα της υπόθεσης είναι τέτοια ώστε δεν κρίνουμε σκόπιμο να προσθέσουμε οτιδήποτε άλλο παρά μόνο να παραπέμψουμε στις ΑΒΡ Holdings v. Κιταλίδη
(1994)1 Α.Α.Δ. 694, 699, C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 785 και στην Πολιτική Έφεση 52/10 Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. E. Σιακατίδου, ημερ. 19.3.2014. Αποδίδεται ευρύτατη εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει οποιοδήποτε παρεμπίπτον απαγορευτικό, προστακτικό διάταγμα όταν κρίνει ότι αυτό είναι δίκαιο ή πρόσφορο υπό τις περιστάσεις χωρίς οποιοδήποτε περιορισμό..». Στην υπόθεση T. A. Micrologic Consultants Ltd ν. Microsoft Corporation
(2002)1(Γ) ΑΑΔ 1802, ο έντιμος Δικαστής κ. Νικολάου διατύπωσε το θέμα ως εξής: « Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα των επί του θέματος αποφάσεων μας: βλ. ενδεικτικά τις υποθέσεις Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R. 585, Odysseos v. Pieris Estates & Others
(1982)1 C.L.R. 557 και Κυτάλα v. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253. Αυτό συχνά παραγνωρίζεται στα Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από Δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέκτως πολύπλοκη και μακρά». (Βλ. επίσης Hazelwood Investment & Finance Ltd v. XXX Manuel κ.α. Πολ. Εφ. Ε14/17 και Ε209/17 ημερ. 16/07/19). Ο αιτητής είναι αυτός που πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, ως επίσης και για το δίκαιο και εύλογο της έκδοσής του και της διατήρησης του σε ισχύ. Το πραγματικό υπόβαθρο των γεγονότων στα πλαίσια των οποίων εξετάζεται η αίτηση τίθεται με τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα, δεδομένης πάντα της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από την Δ.39 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί σε σχέση με τις πρώτες δυο προϋποθέσεις, των οποίων η αλληλουχία επιτρέπει την από κοινού εξέταση, είναι αν έχουν καταδειχθεί τέτοιες σοβαρές ενδείξεις δικαιωμάτων εκ μέρους των Αιτητών ώστε σε συσχετισμό με τη δικογραφία της αίτησης και το αγώγιμο του δικαίωμα να οδηγούν στη διαπίστωση σοβαρού ζητήματος με ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας (βλ. Ανδρέας Σάββα Κυτάλα v. Άννα Χρυσάνθου
(1996)1 Α.Α.Δ. 253, 257-8). Σχετική είναι και η πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Α. Χατζηπιερής Λίμιτεδ ν. Γενικού Εισαγγελέα Πολ. Εφ. Ε.1/2015 ημερ. 05/04/2021, στην οποία διαβάζονται τα ακόλουθα σχετικά: « Θεωρούμε χρήσιμο εδώ να υπομνήσουμε ότι το Δικαστήριο σε τέτοιες διαδικασίες, πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, ζήτημα το οποίο εμπίπτει στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης. Η αρχή, όπως επαναλήφθηκε και σε πιο πρόσφατη νομολογία (βλ. Trafalgar Developments Limited κ.ά. ν Uralchem Holdings P.L.G. κ.α, Πολ. Εφ. 331/2017 ημερ. 21 Φεβρουαρίου, 2019) είναι ότι δεν απαιτείται διατύπωση κρίσης ως προς την ύπαρξη ουσιαστικών δικαιωμάτων, παρά μόνο σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης τους, (βλ. T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1Γ ΑΑΔ 1802 και Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita-Aluminium Co Ltd κ.ά.
(2002)1 ΑΑΔ 2015). ». Υπάρχει στο φάκελο καταχωρημένο το Κλητήριο Ένταλμα από το οποίο αποκαλύπτεται ότι ζητείται γνωστή στο νόμο αιτία αγωγής, ήτοι εγείρονται ζητήματα ακυρότητας χρεώσεων στους λογαριασμούς των δανείων και ακυρότητας κάποιων όρων των δανειακών συμβάσεων λόγω του ότι είναι καταχρηστικοί. Αν οι αξιώσεις αυτές επιτύχουν τελικά, θα παρασχεθούν στους Ενάγοντες οι αιτούμενες θεραπείες. Οπόταν, η πρώτη προϋπόθεση ικανοποιείται. Σύμφωνα με τη νομολογία, αν ο αιτητής είναι σε θέση να δείξει κάτι πέρα από την απλή πιθανολόγηση αλλά κάτι λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, θεωρείται ότι ικανοποιεί το δεύτερο κριτήριο (βλ. Κυτάλα ν. Χρυσάνθου, ανωτέρω). Η διακρίβωση της πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία, ήτοι τη μαρτυρία που εξάγεται από τις ένορκες δηλώσεις. Δεν είναι επιθυμητό για το Δικαστήριο σε αυτό το στάδιο να υπεισέρθει σε βάθος στα επίδικα θέματα. Οπόταν, θα πρέπει να εξεταστούν οι ισχυρισμοί των πλευρών όπως αυτοί προκύπτουν μέσα από τις ένορκες δηλώσεις. Διαπιστώνεται ότι παραχωρήθηκε αριθμός δανείων σε ελβετικά φράγκα στους Ενάγοντες, τα οποία μέχρι και τώρα συνεχίζουν να αποπληρώνουν. Σημειώνεται ότι η συγκεκριμένη θέση δεν αμφισβητήθηκε από την Εναγόμενη Τράπεζα. Αμφισβητούνται, από τους Ενάγοντες, τα οφειλόμενα υπόλοιπα των συγκεκριμένων δανείων τα οποία, σύμφωνα με τον ισχυρισμό τους, είναι κατά πολύ χαμηλότερα, σύμφωνα με μελέτη ορκωτού λογιστή. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Εναγόμενης Τράπεζας οφείλεται το ποσό των €450.000, ενώ οι ίδιοι οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι από εκείνο το ποσό θα πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των €156.951. Προκύπτει επίσης ότι η Εναγόμενη Τράπεζα ταξινόμησε τους Ενάγοντες ως «μη συνεργάσιμους» και μετά την καταχώριση της παρούσας αγωγής τερμάτισε τις συμφωνίες δανείων και απέστειλε, στους Ενάγοντες, την Ειδοποίηση Τύπου «Θ», στις 09/05/2018 για καθυστερήσεις ύψους CHF16.256, ενώ ακολούθησε η αποστολή των Ειδοποιήσεων «ΙΒ», η οποία καταδεικνύει ότι η Εναγόμενη Τράπεζα σκοπεί να πωλήσει το ακίνητο. Συνάγεται από την τεθείσα μαρτυρία, όπως συμπληρώνεται από τα Τεκμήρια που έχουν επισυναφθεί και από τις δυο πλευρές, ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας ιδιαίτερα όσον αφορά το θέμα των υπερχρεώσεων, αφού τίθεται το θέμα του κατά πόσο ο όρος αποπληρωμής του δανείου σε ελβετικά φράγκα είναι καταχρηστικός, καθώς επίσης εγείρεται το θέμα της ισοτιμίας του ελβετικού φράγκου έναντι του ευρώ. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση, αυτή της ανεπανόρθωτης ζημιάς, απαιτείται να διαφανεί ότι, χωρίς την έκδοση του διατάγματος, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στο πλαίσιο της προϋπόθεσης αυτής. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά η θεραπεία των αποζημιώσεων επαρκή θεραπεία, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρείται η προϋπόθεση αυτή. Με δεδομένο ότι η θεραπεία του προσωρινού διατάγματος ανάγεται κατ' εξοχή στο δίκαιο της Επιείκειας, αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύκολα, τότε η έκδοση του αποκλείεται. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση των ζημιών δεν δικαιολογεί κατ' ανάγκη την έκδοση προσωρινού διατάγματος. Όπως έχει νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της χρηματικής ζημιάς, αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία. Στην παρούσα υπόθεση, η ίδια Ενάγουσα 3 - Αιτήτρια επιζητεί την έκδοση των συγκεκριμένων διαταγμάτων για να προστατεύσει την οικία της στην οποία ζει με την οικογένειά της. Το γεγονός ότι συνεχίζεται η καταβολή των δόσεων του δανείου, περίτρανα καταδεικνύει ότι οι οποιεσδήποτε αποζημιώσεις σε χρήμα δεν θα συνιστούν ικανοποιητική θεραπεία, δηλαδή η όποια ζημιά των Αιτητών και συγκεκριμένα της Ενάγουσας 3 δεν αποτιμάται σε χρήμα. Αναφορά μπορεί να γίνει στο σκεπτικό της απόφαση στην υπόθεση Αρκτίνος Εκδόσεις Λτδ ν. Λοϊζίδου Πολ. Εφ. Ε7/18 ημερ.21/03/2019 στην οποία διαβάζονται τα ακόλουθα: « Με δεδομένο ότι σε ορισμένες περιπτώσεις δεν θα ήταν επαρκής η θεραπεία των αποζημιώσεων για να απονεμηθεί ορθά η δικαιοσύνη, τα Δικαστήρια της επιείκειας προχωρούν στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων. Το τρίτο αυτό κριτήριο εξετάζεται προτού το Δικαστήριο ασκήσει τη διακριτική του εξουσία προκειμένου να αποφασίσει κατά πόσο θα είναι δίκαιο ή πρόσφορο να προχωρήσει στην έκδοση διατάγματος. Εν τέλει, η αδυναμία στην απονομή πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο συναρτάται από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση, υπό την αίρεση πάντα ότι δεν αρκούν γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί προς τεκμηρίωση και ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης, αλλά αιτιολόγηση με σαφή και θετική μαρτυρία. Μεταξύ των περιπτώσεων όπου η θεραπεία των αποζημιώσεων δεν μπορεί να κριθεί επαρκής εντάσσεται και η περίπτωση όπου γίνεται επίκληση παραβίασης δικαιωμάτων, ιδίως όπου η επικαλούμενη ζημιά ή βλάβη συνεχίζεται, με απρόβλεπτες προεκτάσεις.». Επίσης, στην πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Α. Χατζηπιερής Λίμιτεδ ν. Γενικού Εισαγγελέα (ανωτέρω), διαβάζονται τα ακόλουθα: « Ορθά παρατήρησε το Δικαστήριο, ότι οι αποζημιώσεις δεν αποτελούν την μοναδική παράμετρο του υπό εξέταση θέματος. Κατά πάγια νομολογία, «Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου την θεραπεία.» (Mitsingas Trading Ltd v The Timberland Co of USA
(1997)1 ΑΑΔ 1791). Λέχθηκε, περαιτέρω στην Όξυνος κ.ά. ν. Λού
(2011)1 ΑΑΔ 1066: « Υπόψη λαμβάνονται και άλλα στοιχεία και μεταβλητά κριτήρια και σε τελική ανάλυση η αδυναμία ή η δυσκολία απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, εξαρτάται από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν το αίτημα . Ας μη μας διαφεύγει ότι η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται, όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση M. and Ch. Mitsingas Trading Ltd. κ.ά. v. The Timberland Co.
(1977)1Γ ΑΑΔ 1791, με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του διαδίκου που επιδιώκει τη θεραπεία.». Η Ενάγουσα 3 προωθεί τη θέση ότι το επίδικο ακίνητο είναι η πρώτη της κατοικία στην οποία διαμένει με την οικογένειά της, ήτοι το σύζυγό της και τα δυο παιδιά της και πως αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα κινδυνεύει να εκδιωχθεί από το σπίτι της. Η θέση της αυτή δεν αντικρούστηκε από την Εναγόμενη Τράπεζα. Η διαδικασία εκποίησης όπως έχει διαμορφωθεί από το Μέρος VIA του Ν.9/1965, ως έχει τροποποιηθεί, συνιστά μια γρήγορη πλέον διαδικασία και από τη στιγμή που αποστέλλεται η Ειδοποίηση Τύπου «Ι» σε διάστημα περίπου 60 ημερών το ακίνητο εκποιείται. Έχει ήδη σταλεί η ειδοποίηση Τύπου «Θ», σύμφωνα με το άρθρο 44Β
(2)του Ν.9/65, η οποία ακολουθείται από την αποστολή της Ειδοποίησης Τύπου «Ι» που σηματοδοτεί την έναρξη της διαδικασίας πώλησης του ακινήτου. Αυτό ακριβώς σκοπούν να αποτρέψουν οι Ενάγοντες, κυρίως η Ενάγουσα 3, το να βρεθεί σε μια μη ανατρέψιμη κατάσταση όταν η Εναγόμενη Τράπεζα αποφασίσει να προχωρήσει με την εκποίηση της οικίας της. Θεωρώ ότι η παρούσα είναι από τις περιπτώσεις που ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση. Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις, το Δικαστήριο έχει καθήκον να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει ή/και διατηρήσει το διάταγμα. Αυτό εξετάζεται με βάση το ισοζύγιο των αναγκών της δικαιοσύνης, όπως χαρακτηρίστηκε στην πρόσφατη απόφαση Αντώνης και Φουλής Μιχαήλ Λιμιτεδ ν. Ιωαννίδη Πολ. Εφ. Ε44/14 ημερ. 16/07/19. Όπως συνοψίζεται και στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Εκδόσεις «Αρκτίνος» Λτδ κ.ά. ν. Λοϊζίδου (ανωτέρω): « Με δεδομένη την πλήρωση των τριών κριτηρίων του άρθρου 32
(1), υπεισέρχεται στην όλη εικόνα το ζήτημα της εξέτασης του πιο σημαντικού ίσως παράγοντα στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, ήτοι, η ευρεία διακριτική εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο από το πιο πάνω άρθρο να εκδίδει διατάγματα στις περιπτώσεις όπου κρίνει ότι κάτι τέτοιο είναι «δίκαιον ή πρόσφορον». Το Δικαστήριο ενεργώντας με βάση τους κανόνες του δικαίου της επιείκειας, διατηρεί σε κάθε περίπτωση την ευχέρεια να αρνηθεί την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, έστω και αν τηρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις έκδοσής του. Το όλο ζήτημα συνίσταται στον ισοζυγισμό των ιδιαίτερων αναγκών των διαδίκων, υπό το φως πάντοτε των στοιχείων που καλύπτουν την κάθε περίπτωση. Στην όλη πορεία εντοπισμού ενός δίκαιου ισοζυγίου ο κάθε παράγοντας που καλύπτει την κάθε συγκεκριμένη υπόθεση αποκτά τη δική του σημασία στη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος. Ζητούμενο είναι η άσκηση από το Δικαστήριο, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, της διακριτικής του εξουσίας, ώστε να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη και να εξαλειφθεί, στο μέτρο του δυνατού, ο κίνδυνος αδικίας στην περίπτωση κατά την οποία φανεί ότι λανθασμένα χορηγήθηκε το παρεμπίπτον διάταγμα. Η εν προκειμένω άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου δεν λαμβάνει τη μορφή αυθαίρετης απόφασης, αφού ενυπάρχει σε κάθε περίπτωση η υποχρέωση παράθεσης αιτιολογημένης απόφασης και παροχής εξηγήσεων ως προς τους λόγους άσκησης της διακριτικής ευχέρειας κατά συγκεκριμένο τρόπο. Παράγοντες που επιδρούν στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου είναι, μεταξύ άλλων, οι διαβλεπόμενες επιπτώσεις από την έκδοση ή μη του παρεμπίπτοντος διατάγματος στο πρόσωπο των διαδίκων ή ακόμη και σε τρίτα πρόσωπα, η ίδια η συμπεριφορά των διαδίκων, η καθυστέρηση προσφυγής προς αναζήτηση θεραπείας προσωρινού διατάγματος, αλλά και τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, δεδομένου ότι η άσκηση της υπό αναφορά διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εδράζεται στις αρχές του δικαίου της επιείκειας. Όπως είναι νομολογιακά αναγνωρισμένο (Καλογήρου ν. C.C.F. Credit Capital Finance Ltd
(2005)1(B) AΑΔ 1237, το Εφετείο δεν επεμβαίνει στον τρόπο άσκησης της διακριτικής εξουσίας πρωτόδικου Δικαστηρίου προς έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, εκτός εάν διαπιστώσει ότι ασκήθηκε έξω από κάθε πλαίσιο αρχών που η νομολογία αναγνωρίζει, υπό το φως πάντα των ιδιαίτερων γεγονότων που περιβάλλουν την κάθε συγκεκριμένη υπόθεση. » Το απαιτούμενο «ισοζύγιο της ευχέρειας», όπως εξηγείται στην BACARDI & CO LTD v. VINCO LTD
(1996)1(Β) ΑΑΔ 788, σχετίζεται με το καθήκον του Δικαστηρίου να σταθμίσει τον κίνδυνο αδικίας που θα προκύψει για τον ενάγοντα ή τον εναγόμενο αναλόγως, αν φανεί ότι η ενδιάμεση απόφαση του είναι εσφαλμένη και να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται να έχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας. Οι φόβοι που έχει καταγράψει η Ενάγουσα 3 - Αιτήτρια στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση είναι συγκεκριμένοι και εύλογοι. Στην περίπτωση που εκδοθεί απόφαση υπέρ της στην Αγωγή, το σπίτι της θα έχει εκποιηθεί αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα αφού θα προχωρήσει η διαδικασία εκποίησης της υποθήκης. Από την άλλη, η Εναγόμενη Τράπεζα πιθανόν να μην υποστεί καμιά ζημιά αφού αν οι Ενάγοντες - Αιτητές αποτύχουν στην αγωγή τους θα ενεργοποιήσει τη διαδικασία του Μέρους VIA του Νόμου, θα πωλήσει τη συγκεκριμένη κατοικία και αν υπολείπεται από το λαβείν της θα κυνηγήσει προσωπικά την Ενάγουσα 3, η οποία έχει δώσει και προσωπική εγγύηση. Ενώ όλα αυτά εξελίσσονται, το υπόλοιπο θα συνεχίσει να τοκίζεται. Στην προκειμένη περίπτωση, κρίνω ότι το ισοζύγιο των αναγκών της δικαιοσύνης κλίνει υπέρ των Εναγόντων - Αιτητών και εξηγώ το γιατί. Η παρούσα συνιστά υπόθεση δανεισμού στην οποία οι δανειζόμενοι συνεχίζουν να καταβάλλουν τις δόσεις τους παρά τον τερματισμό των δανείων, καταδεικνύοντας με αυτό τον τρόπο την επιθυμία τους να κρατήσουν το ακίνητο. Αυτό ενισχύεται και από το γεγονός ότι προέβαιναν σε αναδιαρθρώσεις των δανείων. Δεν ήταν αδιάφοροι στο τι συνέβαινε. Οπόταν θεωρώ ότι οι ανάγκες της δικαιοσύνης εξυπηρετούνται με τη διατήρηση του εκδοθέντος διατάγματος. Κρίνω ότι η ταλαιπωρία που θα υποστεί η Εναγόμενη Τράπεζα - Καθ' ης η αίτηση από την έκδοση και διατήρηση των οποιωνδήποτε εκ των ζητούμενων διαταγμάτων, είναι πολύ λιγότερη από αυτή που θα υποστούν οι Ενάγοντες - Αιτητές και ιδιαίτερα η Ενάγουσα 3 από τη μη έκδοση των συγκεκριμένων διαταγμάτων, ιδιαίτερα ενόψει του γεγονότος ότι μετά την αποστολή της Ειδοποίησης Τύπου «Θ» στις 09/07/2018, δεν έχει προβεί σε οποιαδήποτε περαιτέρω διαβήματα, οπόταν δεν φαίνεται να έχει δυσανάλογες επιπτώσεις στην Καθ΄ης η αίτηση η έκδοση των διαταγμάτων. Αντίθετα θα διατηρηθεί το status quo ante μέχρι την εκδίκαση της αγωγής. Υπό τις περιστάσεις και με δεδομένο ότι έχω ικανοποιηθεί από τους Ενάγοντες - Αιτητές ότι συντρέχουν σωρευτικά οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/1960, θα ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια και θα διατάξω όπως το εκδοθέν διάταγμα παραμείνει σε ισχύ μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης. Όσον αφορά τα διατάγματα που ζητούνται με τις παραγράφους (Β) και (Γ) της Αίτησης, θεωρώ ότι καλύπτονται από το εκδοθέν διάταγμα. Ως εκ τούτου, το εκδοθέν διάταγμα καθίσταται απόλυτο μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής. Προς διασφάλιση τυχόν οποιασδήποτε ζημιάς από την έκδοση του διατάγματος έχει ήδη διαταχθεί η υπογραφή εγγύησης ύψους €100.000 από οποιονδήποτε εκ των Εναγόντων. Όσον αφορά το θέμα των εξόδων της παρούσας Αίτησης, δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα, εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής και, συνεπώς, οι Αιτητές δικαιούνται στα έξοδα τους, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, τα οποία όμως θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) ............... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α.Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο