A&E ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ ΤΕΧΝΟΧΗΜΙΚΗ ΛΤΔ ν. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, Αρ. Αγωγής: 4200/12, 31/5/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A253 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4200/12 Μεταξύ: A&E ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ ΤΕΧΝΟΧΗΜΙΚΗ ΛΤΔ Ενάγοντες και XXXXX ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Εναγόμενη (Αίτηση εναγόντων ημερ. 03/11/20 για συμψηφισμό και/ή αναστολή ) Ημερομηνία: 31 Μαΐου 2021 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντες - Αιτητές: κα Κ. Φράγκου για Κάκκουρα & Παναγίδη ΔΕΠΕ Για Εναγόμενη - Καθ' ου η Αίτηση: κος Κυριακίδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 08/12/12 οι ενάγοντες εξασφάλισαν εναντίον της εναγόμενης τελική απόφαση στην πιο πάνω αγωγή για το ποσό των €41.931 πλέον έξοδα €761 και τόκο 5.5% επί αμφότερων των εν λόγω ποσών από 25/06/12 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον €16 έξοδα επίδοσης και ΦΠΑ. Όταν δεν καταβλήθηκε οποιοδήποτε ποσό από πλευράς εναγομένης έναντι ή προς εξόφληση του εν λόγω εξ' αποφάσεως χρέους, οι ενάγοντες προέβηκαν σε διάφορα μέτρα εκτέλεσης, ήτοι εξέδωσαν ένταλμα κατάσχεσης της κινητής περιουσίας της εναγόμενης, ενέγραψαν ΜΕΜΟ επί της ακίνητης περιουσίας της (487/13) και καταχώρησαν διαδικασία εξέτασης της οικονομικής της δυνατότητας στα πλαίσια της οποίας η τελευταία εκ συμφώνου διατάχθηκε να καταβάλλει έναντι του χρέους της το ποσό των €1000 μηνιαίως από 01/02/
- Παρά ταύτα, μέχρι και το 2018 το εξ' αποφάσεως χρέος δεν είχε εξοφληθεί. Αιτήθηκαν τότε οι ενάγοντες από το Δικαστήριο όπως διατάξει την εκποίηση των ΜΕΜΟ που είχαν εγγράψει επί της ακίνητης ιδιοκτησίας της εναγόμενης όμως με ενδιάμεση απόφαση που εκδόθηκε στις 03/10/19, η εν λόγω αίτηση των εναγόντων απερρίφθη κατόπιν ακρόασης και οι τελευταίοι καταδικάστηκαν να καταβάλουν στην εναγόμενη ως έξοδα της διαδικασίας, ποσό περί τις €3500 ως αργότερα υπολογίστηκε. Ενόψει των διαδικαστικών λόγων για τους οποίους απορρίφθηκε η αίτηση τους, οι ενάγοντες επεδίωξαν στη συνέχεια να λάβουν περαιτέρω μέτρα εκτέλεσης της υπέρ τους τελικής απόφασης στην αγωγή, οπόταν και στις 12/11/19 εξέδωσαν νέο ένταλμα κατάσχεσης της κινητής περιουσίας της εναγόμενης το οποίο μέχρι και τις 19/03/20 φέρεται να μην κατέστη δυνατό να εκτελεστεί επιτυχώς λόγω μη εντοπισμού τέτοιας κινητής περιουσίας της εναγόμενης που να μπορεί να κατασχεθεί. Εκκρεμούσης της πιο πάνω κατάστασης πραγμάτων και ενόσω εκκρεμούσε ακόμη η από μέρους της εναγόμενης η εξόφληση, η τελευταία εξέδωσε ένταλμα κατάσχεσης της κινητής περιουσίας των εναγόντων προς είσπραξη των €3500 που επιδικάστηκαν υπέρ της ως έξοδα με την ενδιάμεση απόφαση της 03/10/
- Το συγκεκριμένο ένταλμα, το οποίο εκδόθηκε στις 19/06/20 από το Ε.Δ. Λ/σιας και διαβιβάστηκε προς εκτέλεση στην Επαρχία Λάρνακας όπου βρίσκεται η έδρα των εναγόντων, φέρει αρ. διπλότυπου 110535 και αρ. Σιέρριφ 453/
- Με το που επιχειρήθηκε να εκτελεστεί το εν λόγω ένταλμα της εναγόμενης στις 23/10/20, οι ενάγοντες επιχείρησαν αρχικά να προτείνουν στην πλευρά της πρώτης συμψηφισμό του ποσού των €3500 με το μεγαλύτερο ποσό που εκείνη τους όφειλε δυνάμει της προγενέστερης τελικής απόφασης, όμως το αίτημα αυτό η εναγόμενη το απέρριψε επιμένοντας στο δικαίωμα της να εισπράξει τα προς όφελος της επιδικασθέντα έξοδα. Καταχώρησαν λοιπόν οι ενάγοντες την υπό κρίση δια κλήσεως αίτηση στις 03/11/20, ζητώντας, στη βάση της Δ.36 Θ.3, Δ.40 Θ.3, 7, 11 και 15, Δ.48 και Δ.59 και των αρ. 21, 31, 41 και 47 του Ν.14/60, συμψηφισμό του εκ της απόφασης της 03/10/19 χρέους τους, με όλα τα ποσά που επιδικάστηκαν προηγουμένως υπέρ τους και εναντίον της εναγόμενης, περιλαμβανομένων και των ποσών της τελικής απόφασης του 2012, αναστολή της ισχύος του μέρους της απόφασης της 03/10/19 που τους διατάσσει να καταβάλουν έξοδα στην εναγόμενη μέχρι εξόφλησης του ποσού που η τελευταία τους οφείλει δυνάμει της απόφασης της 08/10/12 και/ή οδηγίες σε σχέση με το ένταλμα της εναγόμενης. Ταυτόχρονα με την εν λόγω αίτηση οι ενάγοντες αιτήθηκαν μονομερώς και εξασφάλισαν προσωρινό διάταγμα αναστολής της εκτέλεσης του εντάλματος της εναγόμενης, διάταγμα το οποίο στη συνέχεια κατέστη απόλυτο με την άνευ βλάβης συγκατάθεση της τελευταίας. Θέση των εναγόντων είναι ότι όταν ο Πρωτοκολλητής προέβη στον υπολογισμό των εξόδων της εναγόμενης για σκοπούς της απόφασης της 03/10/19, έπρεπε να προβεί στον εδώ αιτούμενο συμψηφισμό και να αφαιρέσει το ποσό που επιδικάστηκε προς όφελος της εναγόμενης από το μεγαλύτερο ποσό που είχε ήδη επιδικαστεί εναντίον της και προς όφελος των εναγόντων. Από τη στιγμή όμως που δεν έγινε ο εν λόγω συμψηφισμός, ισχυρίζονται οι ενάγοντες, προκαλείται σοβαρή αδικία σε βάρος τους και αυτό γιατί, ενώ είναι οι ίδιοι οι «κύριοι» επιτυχόντες διάδικοι στην αγωγή και εδώ και 8 χρόνια δικαιούνται να απαιτούν να λάβουν από την εναγόμενη ποσό πέραν των €50.000, υποχρεούνται τώρα, αν εκτελεστεί ως έχει το writ που η εναγόμενη έχει εκδώσει εναντίον τους, να καταβάλουν αυτοί στην εναγόμενη €3500, χωρίς όμως η τελευταία να έχει καταβάλει ή να έχει την πρόθεση ή την ικανότητα να καταβάλει, οποιοδήποτε ποσό έναντι του χρέους που αυτή οφείλει δυνάμει της απόφασης του
- Ουσιαστικά, ισχυρίζονται οι ενάγοντες, ενώ αυτοί υπόκεινται τα τελευταία 8 χρόνια σε τεράστια οικονομική ζημιά συνεπεία της μη ικανοποίησης των προς όφελος τους επιδικασθέντων ποσών, επιχειρείται τώρα όπως τους προκληθεί αδίκως περαιτέρω οικονομική ζημιά και δη, απ' ότι φαίνεται, μη ανακτήσιμη. Στην αίτηση των εναγόντων η εναγόμενη καταχώρησε ένσταση με την οποία, ενώ δεν αμφισβητεί ότι μέχρι σήμερα κανένα ποσό δεν κατέβαλε έναντι του εξ' αποφάσεως χρέους που αυτή οφείλει στους ενάγοντες, υποστηρίζει ότι, εφόσον τα έξοδα που αυτή δικαιούται συνιστούν αντικείμενο δικαστικής κρίσης η οποία δεν εφεσιβλήθηκε και στην οποία δεν έγινε πρόνοια για οποιοδήποτε συμψηφισμό, το παρόν Δικαστήριο δεν μπορεί να αναθεωρήσει την κρίση του επί του θέματος αλλά ούτε και θα πρέπει αυτή να εμποδιστεί από του να δρέψει τους καρπούς της δικής της δικαστικής επιτυχίας. Συνεπώς, υποστηρίζει η εναγόμενη, το υπό κρίση αίτημα δύναται και να θεωρηθεί ότι εκφεύγει των εξουσιών του παρόντος Δικαστηρίου αλλά και ότι είναι καταχρηστικό, αν μη τι άλλο διότι υποβάλλεται με καθυστέρηση ενός και πλέον έτους από τις 03/10/19 που εκδόθηκε η υπέρ της απόφαση. Την εκατέρωθεν επιχειρηματολογία τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών ανέπτυξαν ενώπιον μου με εμπεριστατωμένες αγορεύσεις αναφορά στις οποίες κάνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Επί του παρόντος περιορίζομαι να αναφέρω ότι αμφότερες οι πλευρές παρέπεμψαν το Δικαστήριο μεταξύ άλλων και σε κάποιες πρωτόδικες αποφάσεις, μία από τις οποίες είναι και απόφαση που εξέδωσε το παρόν Δικαστήριο στην υπόθεση ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΜΕΛΑΧΡΙΝΟΣ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. GAF COLLECTIONS CARS LIMITED, Αρ. Αγωγής: 531/17, 23/12/
- Σημειώνω εδώ ότι στην Μελαχρινός, όπου είχα την ευκαιρία να εξετάσω παρόμοια θέματα με αυτά που εγείρονται στην παρούσα, είχα υιοθετήσει απόσπασμα από προηγούμενη απόφαση που είχα εκδώσει σε σχέση με τα συγκεκριμένα θέματα στα πλαίσια της Ε.Σ. κ.α. ν. Ά.Β. κ.α., Αρ. Αγωγής: 2843/2011, 19/7/
- Επειδή σε αμφότερες τις εν λόγω υποθέσεις οι εκεί συνήγοροι με είχαν παραπέμψει στις ίδιες ουσιαστικά αποφάσεις στις οποίες με παρέπεμψαν και οι εδώ συνήγοροι, κρίνω σκόπιμο όπως παραθέσω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από τις εν λόγω αποφάσεις μου, όπου συνόψισα τις σχετικές με τα εγειρόμενα θέματα αρχές: «.Συνιστά πάγια νομολογιακή αρχή ότι η τελική κρίση του Δικαστηρίου ως προς το θέμα των εξόδων, είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την τελική απόφαση και συνιστά δικαστική εργασία που γίνεται και πρέπει να γίνει, για να ολοκληρωθεί πλήρως η αγωγή (βλ. Mιχαηλίδης Mιχάλης και Άλλη,
(2008)1 Α.Α.Δ. 1153). Υπό αυτή την έννοια, η απόφαση στην οποία καταλήγει το εκδικάσαν την αγωγή Δικαστήριο σε σχέση με τα έξοδα των διαδίκων, ανάγεται αποκλειστικά στη κρίση και διακριτική εξουσία εκείνου του Δικαστηρίου και μόνο κατόπιν σχετικής έφεσης μπορεί η εν λόγω κατάληξη να ανατραπεί (βλ. μεταξύ άλλων Nικολάου Aνδρέας ν. Bάσου Bασιλείου
(1999)1 ΑΑΔ 1566). Μάλιστα δε, όπως αναφέρεται και στο Annual Practice 1958 σελ. 1824, αυτή η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου δεν μπορεί να ανατεθεί ούτε στον αρμόδιο για ψήφιση Πρωτοκολλητή εκτός εκεί όπου κάτι τέτοιο προβλέπεται από τους Θεσμούς: «.Discretion as to costs expressly given to the Court or a Judge cannot be delegated to the Taxing Officer (Lambton v Parkinson
(1887), 35 W.R. 545); but see O.54, r.12, and (nn); but where the defendant was given the costs of unnecessary proceedings, and the Taxing Master was left to decide what proceedings were taken unnecessary, the order was held to be good as not being a delegation (Musman v. Boret
(1892), 40 W.R. 352). Τούτου λεχθέντος, η εκτέλεση μιας δικαστικής απόφασης, η οποία συνιστά ξεχωριστή αυτοτελή διαδικασία (βλ. Μιχαλάκης Κιταλίδης ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(2000)1 ΑΑΔ 1759 Pilavachi & Co. Ltd. v. International Chemical Co. Ltd.
(1965)1 C.L.R. 97 και Central Co-Operative Bank v. CY.E.M.S.
(1984)1 C.L.R. 435)., τελεί πάντοτε υπό τον έλεγχο και την εποπτεία του Δικαστηρίου ούτως ώστε να αποφευχθούν άδικες και καταχρηστικές διαδικασίες (βλ. Panaou ν. Haji Christofi a.o
(1963)2 Α.Α.Δ. 19). Η άσκηση αυτής της εποπτείας δεν περιορίζεται στο «πρόσωπο» του συγκεκριμένου Δικαστή που εκδίκασε την υπόθεση αλλά δύναται να γίνει από οποιοδήποτε δικαιοδοτικά αρμόδιο Δικαστή στον οποίο έχει ανατεθεί ο φάκελος της υπόθεσης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα αλλοιωθεί η κρίση του Δικαστηρίου που εκδίκασε την αγωγή ως προς το ποιοι είναι οι επιτυχόντες και αποτυχόντες διάδικοι της αγωγής καθώς και το ύψος των επιδικασθέντων ποσών στα οποία κατέληξε ο εκδικάσας Δικαστής. Ο εν λόγω περιορισμός εκτείνεται και στην τελική κρίση για τα έξοδα της υπόθεσης υπό την έννοια ότι το δικαστήριο που εποπτεύει την εκτέλεση της απόφασης δεν μπορεί να μεταβάλει το ποιος διάδικος δικαιούται σε έξοδα και εναντίον ποιου διαδίκου. Αυτό όμως δεν επηρεάζει την εξουσία του Δικαστηρίου να ρυθμίσει τη διαδικασία εκτέλεσης της απόφασης με τον οποιοδήποτε τρόπο κρίνει ορθό και δίκαιο (βλ. Δ.40 Θ.11 και Θ.15[1]). Ως προς το θέμα των εξόδων, οι ακόλουθες περικοπές από τις σελ. 1930-1931 του Annual Practice 1958, είναι σχετικές: "By way of deduction or set-of."-Where several points are in dispute, and each party succeeds on some of them, the costs may be set off one against the other and the plaintiff or defendant ordered to pay the balance (Bankart v. Tennant
(1870)L. R. 10 Eq. 141, 150; and see Knight v. Purssell
(1879), 49 L. J. Ch. 120; Badische Anilin v. Levinstein
(1885), 29 Ch. D. 366; Jenkins v. Jackson, (1891] 1 Ch. 89: Johnson v. Kearley, [1908] 2 K. B., p. 88; Bechstein v. Barker
(1910), 27 R. P. C 490; and cases cited under r. 1 (n.) "Costs Section-Apportionment of costs", supra. So, costs payable under different orders in the same suit, and notwithstanding change of solicitors (Robarts v. Bu?e
(1878), 8 Ch. D. 198), or in two suits in which the same estate is being administered (Lee v. Pain
(1844), 4 Hare 255), may be set off against each other; but the costs of two independent proceedings in different Courts cannot be set off against each other (Collett v. Preston
(1852), 15 Beav. 458; Wright v. Mudie
(1823), 1 Sim. & Stu. 266; Ex p. Griffin
(1880), 14 Ch. D. 37); . but costs ordered by an arbitrator to be paid by one party to the arbitration may be set off against costs ordered to be paid to him on a case stated in the Q.B.D, and Court of Appeal the proceedings being the same as the proceedings in the arbitration (Welch v. Roy Exchange Assurance, [1939] 3 All E. R. 305). Incidentally, it was there decided that, the application for a set-off was properly made to the Judge who heard the special case. Where the C.A. dismissed an action, and remitted a cross-action for trial, but the order was silent as to any set-off of costs, an application for stay of taxation and for set-off of the costs which might be ordered to be paid by the plaintiffs in the cross action against costs payable to them in the original action, was refused, the Court declining to deprive the party of the present right to costs given to him by the order of the C.A. (Automatic Weighing Machine Co. v. Combined Weighing Co.
(1889), 58 L.J. CH. 647). The fact that two actions are consolidated makes no difference provided the costs sought to be set off are recoverable under an order prior to the consolidation (Bake v. Prench, [1907]1 Ch. 428).» (έμφαση δική μου). Το ότι τα έξοδα που επιδικάζονται σε μια υπόθεση αφορούν στα δικηγορικά έξοδα που ο επιτυχών διάδικος δικαιούται να λάβει ώστε να καλύψει τις υπηρεσίες που του προσέφερε ο δικηγόρος του είναι δεδομένο (βλ. μεταξύ άλλων Spinneys Cyprus Ltd ν. Χριστάκη Χρίστου και Άλλων,
(2004)1 Α.Α.Δ. 1833, ΤΟΥΛΛΑ ΤΡΥΦΩΝΟΣ ΤΟ ΓΕΝΟΣ ΚΥΡ. ΜΑΡΚΙΔΗ ν. ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ, Πολιτική Έφεση Αρ. 411/2011, 27/3/2018, ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤHN ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΟΥ ΤΟΥ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΚΑΣ ΜΑΡΙΑΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 22.5.2017 ΣΤΗΝ ΑΓΩΓΗ ΑΡ. 353/15, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ Αρ. 188/2017, 6/12/2017 και cf. Γρηγορίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1996)1 ΑΑΔ 1111 όπου ο διάδικος χειρίστηκε την υπόθεση αυτοπροσώπως). Η επιδίκαση εξόδων όμως προς όφελος ενός διαδίκου, δεν συνεπάγεται τη δημιουργία δικαιωμάτων προς όφελος του ίδιου του δικηγόρου. Άλλωστε, όπως προκύπτει και από τους σχετικούς Κανονισμούς που ανέφερα πιο πάνω, η αμοιβή του τελευταίου διέπεται από τη συμφωνία δικηγόρου-πελάτη, όπως αυτή αποτυπώνεται στο retainer ή σε άλλο νομικά έγκυρο και δεσμευτικό έγγραφο και ούτε εξαρτάται αλλά ούτε και πρέπει να εξαρτάται από το αποτέλεσμα της υπόθεσης του πελάτη του. Αντίθετη προσέγγιση θα σήμαινε ότι ένας δικηγόρος του οποίου ο πελάτης του έχασε την υπόθεση, θα πρέπει να μείνει απλήρωτος παρά τις υπηρεσίες που προσέφερε στον τελευταίο. Είναι ακριβώς προς αποφυγή αυτού του ενδεχομένου, που τόσο η νομολογία όσο και η δικαστική πρακτική, έχουν αναγνωρίσει ότι, εκτός όπου είναι απόλυτα αναγκαίο, η ανάκτηση των εξόδων δεν θα πρέπει να εμποδίζεται, ούτε ακόμη και όταν διατάσσεται αναστολή εκτέλεσης μιας δικαστικής απόφασης (βλ. Ιωάννου Τάσος ν. Α/φοί Ανδρέα Καξίσιη Λτδ και Άλλων
(2013)1 ΑΑΔ 1998 και Δημητρούδης Mιχάλης ν. Aνδρέα Nίκου Λουγκρίδη,
(2011)1 Α.Α.Δ. 687). Ακόμη όμως και σε αυτή την περίπτωση, δικαιούχος των εξόδων δεν είναι ο ίδιος δικηγόρος αλλά ο διάδικος, ο οποίος άλλωστε έχει και την υποχρέωση να καταβάλλει τα έξοδα στον αντίδικο του αν χάσει την υπόθεση. Τυχόν δημιουργία δικαιωμάτων προς όφελος του ίδιου του δικηγόρου για την ανάκτηση εξόδων, θα συνεπάγετο και την ταυτόχρονη επιβολή υποχρέωσης σε αυτόν να καταβάλει τα έξοδα σε περίπτωση που ο πελάτης του χάσει την υπόθεση. Ως προς τη σημασία του retainer βλ. Simillides ν. Neophytou
(1986)1 CLR 363 απόφαση Πική Δικαστή ως ήταν τότε και Τρύφωνος ανωτέρω).. Θα σημειώσω όμως ότι υπάρχουν περιπτώσεις όπου ο δικηγόρος ενός διαδίκου, δυνάμει ειδικής συμφωνίας με τον πελάτη του, δύναται να αποκτήσει εναντίον του τελευταίου, δικαιώματα σε σχέση με τα έξοδα που ο τελευταίος έχει εξασφαλίσει από την υπόθεση. Αυτού του είδους η συμφωνία δικηγόρου πελάτη όμως, η οποία αναγνωρίζεται ως το λεγόμενο «solicitor's lien as to costs», αφορά αποκλειστικά αυτούς τους δύο «αντισυμβαλλόμενους» και όχι τον οποιοδήποτε τρίτο όπως π.χ. τον αντίδικο, ο οποίος δύναται να καταβάλει τα σχετικά έξοδα για τα οποία καταδικάστηκε σε οποιοδήποτε εκ των δύο τους και να θεωρηθεί έτσι ότι έχει ικανοποιήσει πλήρως το σχετικό μέρος της απόφασης. Παραδοσιακά, το «solicitor's lien» θεωρείτο ιερό και σεβαστό και η οποιαδήποτε προσπάθεια να παρακαμφθεί, ιδιαίτερα μέσω ενδεχόμενου συμψηφισμού εξόδων, αντιμετωπίζετο αρνητικά από τα Δικαστήρια. Αυτή όμως η προσέγγιση έχει προ πολλού εγκαταλειφθεί και τα Δικαστήρια δύναται πλέον, με γνώμονα τα συμφέροντα όλων των διαδίκων και της δικαιοσύνης γενικότερα, να αγνοήσουν το οποιοδήποτε τυχόν δικαίωμα έχει αποκτήσει ο δικηγόρος ενός διάδικου κατόπιν ειδικής ρύθμισης ως προς τα έξοδα που έχουν επιδικασθεί προς όφελος του τελευταίου. Οι ακόλουθες περικοπές από τις σελ. 1899-1900 του Annual Practice 1958, όπου οι έγκριτοι συγγραφείς ασχολούνται με την εμβέλεια και το πεδίο εφαρμογής της τότε Ο.65 R.14, αντίστοιχης της δικής μας Δ.59.Θ.7, είναι άκρως κατατοπιστικές « A set-off for damages or costs between parties may be allowed notwithstanding the solicitor's lien for costs in the particular cause or matter in which the set-off is sought. .The Rule does not apply to costs in independent proceedings (Edwards v. Hope
(1885), 11 Q. B. D, 922, followed in Blakey V. Latham
(1889), 41 Ch. D. 518; Hassell v. Stanley, [1896] 1 Ch. 607: David v. Rees, [1904] 2 K. B. 435: Johnston v. Mackenzie, [1911] 2 Ir. R. 118), even though they are subsequently consolidated (Bake v. French, [1907] 1 Ch. 428), so a set-off was refused of costs payable to a respondent under a winding-up order against costs subsequently ordered to be paid by him to the liquidator (Re Beer Brewer & Bowman
(1915), 113 L. T.990). In independent actions the Court has discretion to allow the set-off either subject to or notwithstanding the lien, under the practice existing previously to Reg. Gen H. T. 1853 (Edwards v. Hope
(1885), 14 Q. B. D. 922, followed in Reid v. Cupper [1915] 2 K. B. 147, C. A.; and see r. 27
(37), infra). The old views as to the sanctity of a solicitor's lien no longer obtain (Puddephat v. Leith No. 2, [1916] 2 Ch 168, applied Knight v. Knight, [1925] Ch. 835; Re A Debtor (No. 21 of 1950) (No. 2). An order may be made allowing a judgment debtor to set off against the damages due from him damages due to him from the judgment creditor on a judgment in another action, notwithstanding the existence of an order under the Solicitors Act, 1932, s. 69, Pt. VIII, charging the first-mentioned damages with a solicitor's costs (Goodfellow v. Gray, [1899] 2 Q. B. 498). And so the costs of a dismissed judgment summons can be set off against the judgment in spite of the debtor's solicitor's lien (Young v. Mead, [1917] 2 Ir. R. 258).» Όπως καταλήγει η πιο πάνω περικοπή του Annual Practice 1958, κατά την εκτέλεση μιας Δικαστικής απόφασης, όταν ο διάδικος που δικαιούται σε έξοδα έχει ταυτόχρονα καταδικαστεί να καταβάλει στον αντίδικο του ποσό μεγαλύτερο από αυτό που δικαιούται να λάβει, τότε δύναται, κατόπιν αίτησης, να εμποδιστεί από του να προχωρήσει με την εκτέλεση της απόφασης μέχρις ότου εξοφλήσει πρώτα το δικό του χρέος: «Where the party to receive costs was indebted at the issue of the writ to his opponent to an amount exceeding the amount he is to receive, he will on motion be restrained from levying execution except to the extent to which he has paid that debt» Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 5η έκδοση, τόμος 11, παράγραφος 721, δίνονται κατευθυντήριες γραμμές ως προς το πώς δύναται να ασκηθεί η εξουσία του Δικαστηρίου όταν προκύψουν εκατέρωθεν διαταγές εξόδων: Halsbury's Laws of England «The court's discretion. The court has discretion as to whether costs are payable by one party to another, the amount of those costs, and when they are to be paid. The general rule is that the unsuccessful party will be ordered to pay the costs of the successful party, but the court may make a dίfferent order. In deciding what order (if any) to make, the court must have regard to all the circumstances, including
(1)the conduct of all the parties;
(2)whether a party has succeeded only part of his case, eνen if he has not been wholly successful; and
(3)any payment into court or admissible offer to settle made by a party which is drawn to the court's attention and which is not an offer to which costs consequences apply. Where a party entitled το costs is also liable to pay costs the court may assess the costs which that party is liable to pay and either (
- a)set off the amount assessed against the amount the party is entitled to be paid and direct him to pay any balance; or (
- b)delay the issue of a certificate for the costs to which the party is entitled until he has paid the amount which he is liable to pay. ...». (έμφαση δική μου)». Έχοντας εκ νέου διεξέλθει της νομολογίας, διαπιστώνω ότι δεν συντρέχει κανένας λόγος για να προσθέσω ή να αφαιρέσω οτιδήποτε στα πιο πάνω τα οποία υιοθετώ και επαναλαμβάνω για σκοπούς της παρούσας απόφασης μου. Εφαρμόζοντας λοιπόν τις ανωτέρω αρχές στα γεγονότα της υπό κρίση περίπτωσης σημειώνω τα εξής. Είναι θεωρώ αδιαμφισβήτητο ότι κανένας εκ των διαδίκων δεν θα πρέπει να αποστερηθεί της δυνατότητας να επιχειρήσει να εισπράξει τα ποσά που επιδικάστηκαν υπέρ του και εναντίον του αντιδίκου του και ούτε διαπιστώνω με την υπό κρίση αίτηση η πλευρά των εναγόντων να ζητά να γίνει κάτι το διαφορετικό. Αντιθέτως, με την παρούσα αίτηση οι ενάγοντες ζητούν απλά αλλά και ρητά, όπως τεθούν επί ίσοις όροις με την εναγόμενη σε σχέση με τις προσπάθειες είσπραξης των ποσών που οφείλονται εκατέρωθεν δυνάμει των αντίστοιχων αποφάσεων που εκδόθηκαν στα πλαίσια της ίδιας αγωγής, χωρίς όμως να δημιουργείται άδικη ανατροπή της ισορροπίας των εκατέρωθεν συμφερόντων, ιδιαίτερα λαμβανομένων υπόψη των ποσών που ο καθένας τους οφείλει στον άλλο. Θεωρώ ότι αυτού του είδους η επιδιωκόμενη ρύθμιση της διαδικασίας εκτέλεσης των δύο αποφάσεων όχι μόνο δεν συνιστά ανεπίτρεπτη αναθεώρηση προγενέστερης δικαστικής κρίσης ως υποστηρίζει η εναγόμενη, αλλά εμπίπτει και στις γενικότερες εξουσίες που παρέχονται στο Δικαστήριο από τη Δ.40 κατά την άσκηση του εποπτικού ρόλου που αυτό έχει στις διαδικασίες εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων (βλ. αναφορά στη νομολογία ανωτέρω). Υπό αυτή την σκοπιά συνεπώς, δεν διαπιστώνω να τίθεται ούτε οποιοδήποτε θέμα κατάχρησης από πλευράς εναγόντων αλλά ούτε και θέμα έλλειψης εξουσίας του Δικαστηρίου να αποδώσει κάποια από τις αιτούμενες και αναγνωρισμένες από τη νομολογία θεραπείες, αν δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις. Των πιο πάνω λεχθέντων, επισημαίνω ότι δεν αμφισβητείται ότι από της έκδοσης της απόφασης της 08/10/12 και μέχρι σήμερα η εναγόμενη ουδέν ποσό κατέβαλε στους ενάγοντες έναντι του εξ' αποφάσεως χρέους της, το οποίο είναι και μεγαλύτερο αλλά και προηγείται του χρέους των εναγόντων. Μάλιστα δε, καμία θέση δεν προβάλλει η εναγόμενη ως προς την πρόθεση ή έστω τη δυνατότητα της να προβεί σε οποιαδήποτε πληρωμή έναντι του εν λόγω χρέους της. Αδιαμφισβήτητο γεγονός είναι επίσης και το ότι οι ενάγοντες καταδικάστηκαν στις 03/10/19 να πληρώσουν στην εναγόμενη τα έξοδα της διαδικασίας στην οποία αφορούσε εκείνη η απόφαση και ότι μέχρι σήμερα δεν το έχουν πράξει. Όπως όμως δεν θα πρέπει να αποστερηθεί η εναγόμενη από την ευκαιρία να δρέψει τους οικονομικούς καρπούς της δικής της επιτυχίας έναντι των αντιδίκων της, έτσι και οι ενάγοντες δεν θα πρέπει να αποστερηθούν από το δικαίωμα τους να εισπράξουν το μεγαλύτερο και προγενέστερο εξ αποφάσεως χρέος που τους οφείλει η εναγόμενη. Θεωρώ περιττό να επισημάνω εδώ ότι αν ένας διάδικος αδυνατεί να εξοφλήσει το εξ αποφάσεως χρέος του αλλά ταυτόχρονα του οφείλεται και εκείνου κάποιο μικρότερο ποσό, τότε ναι μεν θα πρέπει να του δοθεί κάθε ευκαιρία να εισπράξει το ποσό που αυτός δικαιούται, όμως την ίδια στιγμή, η αδυναμία ή η άρνηση του να εκπληρώσει τις δικές του μεγαλύτερες υποχρεώσεις δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως πλεονέκτημα προς όφελος του και εναντίον του αντιδίκου του και ούτε μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να επηρεάσει με οποιοδήποτε τρόπο την εκτέλεση του μεγαλύτερου εξ' αποφάσεως χρέους που αυτός οφείλει. Άλλωστε, στη μοναδική περίπτωση που προβλέπουν οι Θεσμοί για αναστολή εκτέλεσης μιας απόφασης, ο γενικός κανόνας είναι ότι το πρόσωπο που εξασφαλίζει τέτοια αναστολή θα πρέπει να «διασφαλίσει» με βέβαιο τρόπο την υφιστάμενη οικονομική επιτυχία του αντιδίκου του αλλιώς η αναστολή δεν θα ενεργοποιηθεί. Υπό το φως των πιο πάνω συνεπώς, κρίνω ότι τα συγκεκριμένα δεδομένα της υπόθεσης ως αυτά αναφέρονται ανωτέρω καθιστούν βάσιμη την αίτηση των εναγόντων και δικαιολογούν την απόδοση κάποιας από τις αιτούμενες θεραπείες. Ειδικότερα θεωρώ ότι οι συγκεκριμένες περιστάσεις δικαιολογούν όπως το θέμα προσεγγισθεί κατά τον τρόπο που αναφέρεται στις περικοπές του Annual Practice 1958 που παρέθεσα ανωτέρω σε σχέση με την περίπτωση όπου κατά την εκτέλεση μιας Δικαστικής απόφασης, ο διάδικος που δικαιούται σε έξοδα έχει ταυτόχρονα καταδικαστεί να καταβάλει στον αντίδικο του ποσό μεγαλύτερο από αυτό που δικαιούται εκείνος να λάβει. Σε μια τέτοια περίπτωση, αναφέρει το εν λόγω σύγγραμμα με παραπομπή σε σχετικές αρχές, ο εν λόγω διάδικος δύναται κατόπιν αίτησης του αντιδίκου του να εμποδιστεί από του να προχωρήσει με την εκτέλεση της προς όφελος του απόφασης μέχρις ότου εξοφλήσει πρώτα το δικό του χρέος ή έστω «καλύψει» με τις πληρωμές του το ποσό που αυτός δικαιούται να λάβει - «.to the extent to which he has paid that debt.». Αυτή κατά την κρίση μου είναι και η πιο ορθή και δίκαια «λύση» υπό τις περιστάσεις εφόσον με τον τρόπο αυτό δεν διατάσσεται να γίνει κάποιος συμψηφισμός ο οποίος δεν διατάχτηκε να γίνει κατά την έκδοση της απόφασης της 03/10/19, και την ίδια στιγμή, τα δικαιώματα σε εκτέλεση αμφότερων των διαδίκων ως εξ' αποφάσεως πιστωτές ο ένας του άλλου, και διατηρούνται πλήρως αλλά και τίθενται επί ίσοις όροις. Η αίτηση συνεπώς επιτυγχάνει και δίδονται οδηγίες όπως μην εκτελεστεί το ένταλμα κινητών που εξέδωσαν οι εναγόμενοι στις 19/06/20 με αρ. διπλότυπου 110535 και αρ. Sheriff 453/20, μέχρις ότου παρουσιαστεί στον αρμόδιο Πρωτοκολλητή, ο οποίος είναι και το αρμόδιο πρόσωπο που είναι επιφορτισμένο με βάση τη Δ.40 Θ.6 να κρίνει για σκοπούς εκτέλεσης εντάλματος ποιο είναι «.το οφειλόμενον και πληρωτέο πραγματικό ποσό.», είτε βεβαίωση εξόφλησης του συνολικού εξ' αποφάσεως χρέους που η εναγόμενη οφείλει στους ενάγοντες δυνάμει της απόφασης της 08/10/12 ή έστω απόδειξη πληρωμής έναντι του εν λόγω χρέους, ποσού τουλάχιστον ίσου με το ποσό που επιδικάστηκε προς όφελος της εναγόμενης με την απόφαση της 03/10/19. Υπό την ίδια δε προϋπόθεση εξόφλησης ή πληρωμής διατάσσεται να τεθεί και το γενικότερο δικαίωμα της εναγόμενης σε εκτέλεση της απόφασης της 03/10/19. Όσον αφορά τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας, λαμβανομένου υπόψη ότι οι ενάγοντες συνιστούν τους «επιτυχόντες διαδίκους» και ότι την παρούσα αίτηση οι τελευταίοι την καταχώρησαν μόνο όταν οι προσπάθειες τους για εξώδικη και φιλική διευθέτηση του θέματος που προέκυψε απορρίφθηκαν από την εναγόμενη τα έξοδα αυτά επιδικάζονται προς όφελος των εναγόντων και εναντίον της εναγόμενης θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Υπ.) ............. Πιστό Αντίγραφο Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πρωτοκολλητής [1] Θ.11.Any party against whom judgment has been given on an order made may apply to the Court or a Judge for a stay of execution or other relief against such judgment upon the ground of facts which have arisen too late to be pleaded; and the Court or Judge may give such relief and upon such terms as may be just. Θ.15. If either the deputy sheriff executing a writ or any person interested in or affected by the execution thereof wishes to have the Court's directions in any matter relating to it, he may apply to the Court out of which the writ issued or to a Judge thereof, for directions to the deputy sheriff; and the Court or Judge may, either ex parte or upon notice given to such person as the Court or Judge may think fit, give such directions as may be just. Directions given to the deputy sheriff on his own application need not be entered as an order. In other cases any person interested in or affected thereby may require the directions to be entered as an order and deliver an office copy of the order to the deputy sheriff for compliance therewith, or may appeal therefrom if dissatisfied : cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο