A&E ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ ΤΕΧΝΟΧΗΜΙΚΗ ΛΤΔ ν. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, Αρ. Αγωγής: 4200/12, 30/5/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A252 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4200/12 Μεταξύ: A&E ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ ΤΕΧΝΟΧΗΜΙΚΗ ΛΤΔ Ενάγοντες και XXXXX ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Εναγόμενη (Αίτηση εναγόντων ημερ. 03/11/20 για εκποίηση ΜΕΜΟ) Ημερομηνία: 30 Μαΐου 2021 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντες - Αιτητές: κα Κ. Φράγκου για Κάκκουρα & Παναγίδη ΔΕΠΕ Για Εναγόμενη - Καθ' ου η Αίτηση: κος Κυριακίδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 08/12/12 οι ενάγοντες εξασφάλισαν εναντίον της εναγόμενης τελική απόφαση στην πιο πάνω αγωγή για το ποσό των €41.931 πλέον έξοδα €761 και τόκο 5.5% επί αμφότερων των εν λόγω ποσών από 25/06/12 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον €16 έξοδα επίδοσης και ΦΠΑ. Όταν δεν καταβλήθηκε οποιοδήποτε ποσό από πλευράς εναγόμενης έναντι ή προς εξόφληση του εν λόγω εξ' αποφάσεως χρέους, οι ενάγοντες προέβηκαν σε διάφορα μέτρα εκτέλεσης, ήτοι εξέδωσαν ένταλμα κατάσχεσης της κινητής περιουσίας της εναγόμενης, ενέγραψαν ΜΕΜΟ επί της ακίνητης περιουσίας της (ΕΒ487/13) και καταχώρησαν διαδικασία εξέτασης της οικονομικής της δυνατότητας στα πλαίσια της οποίας η τελευταία εκ συμφώνου διατάχθηκε να καταβάλλει έναντι του χρέους της το ποσό των €1000 μηνιαίως από 01/02/
- Παρά ταύτα, μέχρι και το 2018 το εξ' αποφάσεως χρέος δεν είχε εξοφληθεί. Αιτήθηκαν τότε οι ενάγοντες όπως το Δικαστήριο ασκήσει τις εξουσίες που του παρέχονται από τη Δ.42 και το Μέρος V Κεφ.6 και διατάξει την εκποίηση του ΜΕΜΟ που είχαν εγγράψει επί της ακίνητης ιδιοκτησίας της εναγόμενης ώστε να εισπραχθεί από την εν λόγω πώληση το εξ αποφάσεως χρέος. Με ενδιάμεση όμως απόφαση που εκδόθηκε στις 03/10/19, κρίθηκε ότι δεν πληρούνταν τότε οι επιτακτικές προϋποθέσεις της Δ.42 και του Κεφ. 6 οπόταν η εν λόγω αίτηση απορρίφθηκε με έξοδα €3500, ως αργότερα υπολογίστηκαν, υπέρ εναγόμενης και εναντίον εναγόντων. Σημειώνω εδώ ότι με την απόφαση της 03/10/19 είχε μεταξύ άλλων κριθεί ότι το ένταλμα κατάσχεσης και πώλησης της κινητής ιδιοκτησίας της εναγόμενης που είχαν εκδώσει τότε οι ενάγοντες, δεν είχε επιστραφεί ως ανεκτέλεστο, ως επιβάλλεται να επιστραφεί ώστε να ενεργοποιηθεί η εξουσία έκδοσης διαταγής εκποίησης των ΜΕΜΟ (βλ. αρ.22 Κεφ.6). Ακολούθως οι ενάγοντες αιτήθηκαν και πέτυχαν την έκδοση νέου εντάλματος κατάσχεσης και πώλησης της κινητής περιουσίας της εναγόμενης, ήτοι το ένταλμα 911/19 (αρ.διπλότυπου 100095). Ισχυριζόμενοι ότι αυτό το νέο ένταλμα κινητών έχει επιστραφεί ανεκτέλεστο, οι ενάγοντες καταχώρησαν στις 03/11/19 την παρούσα αίτηση, η οποία εδράζεται στις πρόνοιες της Δ.42 και των αρ. 14 και 22-71 του Κεφ.6 και με την οποία ζητούν, όπως ζητούσαν και με την αίτηση τους που είχε απορριφθεί στις 03/10/19, όπως εκδοθεί διάταγμα εκποίησης του ΜΕΜΟ 487/13 και πώλησης μέρους της ακίνητης περιουσίας της τελευταίας ώστε το προϊόν πώλησης να χρησιμοποιηθεί για την πληρωμή και/ή έναντι ολόκληρου του χρέους που επιδικάστηκε υπέρ τους και εναντίον της εναγόμενης με την τελική απόφαση της 08/10/12, ήτοι το ποσό των €41.931 πλέον τόκους και έξοδα. Σημειώνω εδώ ότι το συγκεκριμένο μέρος της ακίνητης περιουσίας της εναγόμενης που ζητείται να πουληθεί και για την οποία περιουσία ζητείται και ο καθορισμός από το Δικαστήριο επιφυλαχθείσας τιμής πώλησης, αναφέρεται στην αίτηση ότι συνίσταται στα εξής ακίνητα: · 0/XXXXX - ΛΕΥΚΩΣΙΑ/ΠΕΡΑ/ ΑΛΩΝΙΑ - «ΤΟΠΟΣ» - Μερίδιο όλο - 139 τ.μ · 0/XXXXX- ΛΕΥΚΩΣΙΑ/ΠΕΡΑ/ ΑΛΩΝΙΑ - «ΤΟΠΟΣ» - Μερίδιο όλο - 42 τ.μ Η αίτηση υποστηρίζεται από Ε/Δ του διευθυντή των εναγόντων, στην οποία αναφέρεται το ιστορικό της υπόθεσης, ήτοι ότι μετά που εκδόθηκε η τελική απόφαση στην αγωγή, η εκτέλεση της οποίας δεν ανεστάλη, η εναγόμενη δεν κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό έναντι του χρέους της και ότι στα πλαίσια των μέτρων που λήφθηκαν προς εκτέλεση της απόφασης του 2012 εγγράφηκε το ΜΕΜΟ υπ' αρ. ΕΒ 487/13 επί όλης της ακίνητης περιουσίας της τελευταίας, περιλαμβανομένης και της ακίνητης περιουσίας στην οποία αφορά η παρούσα αίτηση. Προχωρεί δε ο ομνύοντας και ισχυρίζεται ότι το νέο ένταλμα κινητών που εκδόθηκε εναντίον της εναγόμενης, αυτή τη φορά έχει δεόντως βεβαιωθεί στις 17/03/20 από τον δικαστικό επιδότη ότι επιστράφηκε ανεκτέλεστο για το λόγο ότι δεν εντοπίστηκε κινητή περιουσία της εναγόμενης που να μπορεί να κατασχεθεί για σκοπούς εκτέλεσης της απόφασης του 2012 (Τεκ.8). Βεβαίωσε επίσης ο επιδότης, ισχυρίζεται ο ομνύοντας, και ότι, αν και η εναγόμενη παρουσιάζεται να έχει και άλλη ακίνητη περιουσία στην οποία παρουσιάζονται να έχουν αναγερθεί κατοικίες, εντούτοις δεν μπορεί να διερευνηθεί κατά πόσο υπάρχει εκεί κινητή περιουσία της εφόσον οι κατοικίες αυτές βρίσκονται εκτός των περιοχών ελέγχου του επιδότη αλλά και της Κυπριακής Δημοκρατίας γενικότερα, ήτοι βρίσκονται στην κατεχόμενη περιοχή της Κύπρου (Τεκ.9). Καταλήγει ο ομνύοντας στο ότι, εφόσον μέχρι σήμερα δεν έχει γίνει καμία πληρωμή ή πίστωση έναντι του χρέους που οφείλει η εναγόμενη δυνάμει της τελικής απόφασης του 2012 και εφόσον η τελευταία στερείται κινητής περιουσίας ως επιβεβαιώνει και ο αρμόδιος επιδότης και δεν είναι ούτε γεωργός ώστε η ακίνητη της περιουσία να επιδέχεται προστασίας από εκποίηση, τα ακίνητα που αναφέρονται στην αίτηση και τα οποία αξίζουν, σύμφωνα με τα επίσημα αρχεία του Κτηματολογίου, συνολικά €12.300 (Τεκ.10), θα πρέπει να εκποιηθούν στην τιμή που θα καθορίσει το Δικαστήριο ώστε να πληρωθεί το ποσό που οφείλεται σύμφωνα με την τελική απόφαση του
- Στην αντίπερα όχθη η εναγόμενη καταχώρησε ένσταση στην υπό κρίση αίτηση προβάλλοντας συνολικά τέσσερεις λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Κύριοι λόγοι της ένστασης είναι ότι η αίτηση στερείται νομικού και πραγματικού υπόβαθρου, ότι δεν έχουν εξαντληθεί όλα τα προαπαιτούμενα μέτρα εκτέλεσης και συνεπώς η αίτηση είναι πρόωρη, ότι οι ενάγοντες είναι ένοχοι υπέρμετρης και αδικαιολόγητης καθυστέρησης και τέλος ότι τυχόν έγκριση της αίτησης θα προκαλέσει στην εναγόμενη καταστροφικές οικονομικές συνέπειες. Η Ε/Δ που υποστηρίζει την ένσταση ουσιαστικά υιοθετεί και επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης κάμνοντας ειδική αναφορά στην πάροδο του χρόνου που παρήλθε από την έκδοση της απόφασης καθώς επίσης και στο ότι, επειδή η εναγόμενη, ως βεβαιώθηκε στις 26/04/21 από τον κοινοτάρχη Πέρα Ορεινής και τις υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων, είναι γεωργός η οποία εκμεταλλεύεται τα επίδικα ακίνητα για σκοπούς του εν λόγω επαγγέλματος της, θα ήταν άδικο αυτά να εκποιηθούν, ως ζητούν οι αιτητές. Στην Ε/Δ της εναγόμενης επισυνάπτονται ως Τεκμήρια οι βεβαιώσεις του κοινοτάρχη Πέρα Ορεινής και των Κοινωνικών Ασφαλίσεων, αμφότερες ημερομηνίας 26/04/
- Σημειώνω εδώ ότι η παρούσα αίτηση επιδόθηκε και στο Κτηματολόγιο, το οποίο επέλεξε όπως περιοριστεί να καταχωρήσει στο φάκελο της υπόθεσης τη θέση ότι αν και δεν έχει ένσταση στην αιτούμενη πώληση, εντούτοις θεωρεί αναγκαίο να ενημερώσει το Δικαστήριο ότι επίδικη περιουσία βαρύνεται και με ΜΕΜΟ που κάποιος άλλος πιστωτής της εναγόμενης ενέγραψε μετά το ΜΕΜΟ των εναγόντων. Η ύπαρξη αυτής της επιβάρυνσης που έχει εγγραφεί προς όφελος άλλου πιστωτή, επιβεβαιώνεται και από τα στοιχεία που επεσύναψαν στην αίτηση τους οι ενάγοντες. Εφόσον οι ενάγοντες δεν επεδίωξαν να απαντήσουν στους ισχυρισμούς της εναγόμενης με οποιαδήποτε συμπληρωματική Ε/Δ και ούτε και ζητήθηκε απ' οποιαδήποτε πλευρά όπως αντεξεταστεί ο ομνύοντας της άλλης πλευράς σε σχέση με τους ισχυρισμούς του, αμφότερες οι πλευρές ζήτησαν όπως η ακρόαση ολοκληρωθεί με την κατάθεση τελικών αγορεύσεων. Αφού λοιπόν δόθηκαν οι ανάλογες οδηγίες από το Δικαστήριο, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων προχώρησαν και κατέθεσαν εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις αναφορά στις οποίες κάνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου και θεωρώ κατ' αρχήν σκόπιμο να αναφέρω το εξής σημαντικό. Την ημέρα που καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση, ήτοι στις 03/11/20, καταχωρήθηκαν ακόμη δύο αιτήσεις από πλευράς εναγόντων, μια μονομερής και μία διά κλήσεως, με τις οποίες οι τελευταίοι ζητούσαν αφ' ενός την αναστολή εκτέλεσης του μέρους της απόφασης της 03/10/19 με το οποίο διατάχθηκαν να καταβάλουν στην εναγόμενη έξοδα €3500 και αφ' ετέρου το συμψηφισμό του εν λόγω ποσού των €3500 με το ποσό που επιδικάστηκε προς όφελος τους με την τελική απόφαση του
- Με την μονομερή τους αίτηση δε, οι ενάγοντες ζήτησαν, και την ίδια μέρα πέτυχαν, στις 03/11/20 δηλαδή, την έκδοση προσωρινού διατάγματος με το οποίο η εκτέλεση τόσο της διαταγής εξόδων της 03/10/19 όσο και το ένταλμα κινητών που είχε εκδώσει στις 19/06/20 η εναγόμενη για να εισπράξει από αυτούς το ποσό των €3.500, αναστάληκε μέχρι την πλήρη εκδίκαση της αίτησης για συμψηφισμό, διάταγμα το οποίο στη συνέχεια κατέστη εκ συμφώνου απόλυτο. Είναι δυστυχώς άγνωστο τώρα το ποια αίτηση είχε καταχωρηθεί πρώτα ή το κατά πόσο η παρούσα αίτηση που αφορά σε προσπάθεια των εναγόντων να ικανοποιήσουν το πλήρες ποσό της απόφασης του 2012, καταχωρήθηκε πριν ή μετά που αυτοί επεδίωξαν και πέτυχαν μονομερώς την έκδοση διατάγματος που να αναστέλλει προσωρινά την εναντίον τους απόφαση. Το σίγουρο όμως είναι ότι ούτε στην αίτηση για αναστολή και συμψηφισμό γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στην παρούσα αλλά ούτε και στην παρούσα γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στην ύπαρξη της αίτησης για αναστολή και συμψηφισμό. Μάλιστα δε, τα γεγονότα επί των οποίων εδράζεται η παρούσα αίτηση, είναι, όπως και με την αίτηση για αναστολή και συμψηφισμό, τα γεγονότα που ίσχυαν μέχρι τις 03/11/19, ήτοι προτού καταχωρηθεί οποιαδήποτε αίτηση. Με άλλα λόγια, οι ενάγοντες καταχώρησαν και προώθησαν την παρούσα αίτηση ως χωριστό και ανεξάρτητο αίτημα από την αίτηση τους για αναστολή και συμψηφισμό και αυτό επιβεβαιώνεται και από ότι στο τέλος, οι τελευταίοι ζήτησαν και αυτοί όπως το Δικαστήριο εκδικάσει ταυτόχρονα τις δύο αιτήσεις, εξ' ου και η απόφαση στην κάθε αίτηση επιφυλάχθηκε την ίδια μέρα. Μάλιστα δε, σε κάποιο στάδιο που ζητήθηκε χρόνος για καταχώρηση ένστασης μόνο στην αίτηση συμψηφισμού, οι ενάγοντες ζήτησαν όπως εκδοθεί διάταγμα στη βάση της παρούσας αίτησης, έστω και αν η αίτηση για συμψηφισμό θα προχωρούσε σε ακρόαση (βλ. email 06/04/21 και 26/04/21). Φαίνεται λοιπόν ότι οι ενάγοντες, παρά το γεγονός ότι το αίτημα τους για συμψηφισμό συνιστά ουσιαστικά αίτημα για μείωση του εξ αποφάσεως χρέους της εναγόμενης και του ποσού που αυτοί δικαιούνται να λάβουν δυνάμει της απόφασης του 2012, δεν θεώρησαν και δεν θεωρούν ότι το αίτημα αυτό άπτεται και επηρεάζει άμεσα και την παρούσα αίτηση. Όμως, τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά όσο φαίνεται να τα θεωρούν οι ενάγοντες. Εξηγώ. Όπως ανέφερα και στην ενδιάμεση απόφαση που εξέδωσα στις 03/10/19 επί της τότε αίτησης των εναγόντων για εκποίηση του επίδικου memo: «Η αίτηση αφορά σε αίτημα για πώληση ακίνητης περιουσίας της εναγόμενης στα πλαίσια εκτέλεσης της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον της και υπέρ των εναγόντων στην πιο πάνω αγωγή στις 8/10/
- Η εξουσία για έγκριση του αιτούμενου μέτρου προκύπτει κυρίως από τα αρ. 22-28, 31 και 33 του Μέρους V του Κεφ.6 και τη Δ.42 Θ.1-
- Ένεκα της δραστικότητας του υπό κρίση μέτρου, η νομολογία έχει υιοθετήσει αυστηρή προσέγγιση στην ικανοποίηση του. Άλλωστε, όπως και η ίδια η νομοθεσία επιβάλλει, «κανένα ένταλμα εκτέλεσης με πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας δεν θα εκδίδεται παρά μόνο με τη συναίνεση του εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους, εκτός αν ένταλμα πώλησης της κινητής ιδιοκτησίας του οφειλέτη χρέους... επεστράφηκε στο Δικαστήριο ανεκτέλεστο ή εκτός αν φαίνεται ότι ο οφειλέτης χρέους δεν έχει πράγματι στην κατοχή του κινητή ιδιοκτησία» (βλ. αρ. 22 Κεφ.6). Το ακόλουθο απόσπασμα από την Αρέστη v. Ερμογένους (Κοκόνα)
(2010)1 Α.Α.Δ. 1844 είναι άκρως διαφωτιστικό ως προς την επιτακτική ανάγκη ικανοποίησης και όλων των προϋποθέσεων που επιβάλλει η Δ.42: «Η ευπαίδευτη πρωτόδικος δικαστής, η οποία απέρριψε την αίτηση του εφεσείοντα, έκαμε αναφορά στη Δ.42 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και παρατήρησε ότι στην αίτηση δεν είχε επισυναφθεί ούτε επίσημο αντίγραφο της απόφασης, ούτε και πιστοποιητικό του Κτηματολογίου που να δείχνει ότι η περιουσία που επρόκειτο να πωληθεί ήταν εγγεγραμμένη στο όνομα του χρεώστη, δηλαδή της εφεσίβλητης. Επιπρόσθετα, παρατήρησε το πρωτόδικο δικαστήριο, ότι στην αίτηση δεν αναφερόταν και η έκταση της περιουσίας που επρόκειτο να πωληθεί. Έκρινε, συναφώς, το πρωτόδικο δικαστήριο, ότι από το λεκτικό της Δ.42, θ.1 προέκυπτε ότι οι πρόνοιες της είναι επιτακτικές, λαμβανομένης υπόψη της λέξης «shall» στη Δ.42, θ.1, η οποία ερμηνεύτηκε από τη νομολογία ως επιτακτική. Στη Δ.42, θ.1 πράγματι αναγράφεται ότι σε κάθε αίτηση, σύμφωνα με το Μέρος 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, για την πώληση ακίνητης περιουσίας θα αναφέρεται η περιουσία που πρόκειται να πωληθεί, ο αριθμός εγγραφής της, η τοποθεσία, το είδος της περιουσίας και η έκτασή της. Θα υπάρχουν επίσης, συνημμένα στην αίτηση, ένα επίσημο αντίγραφο της απόφασης ή του διατάγματος που θα εκτελεστούν καθώς και πιστοποιητικά του Κτηματολογικού Γραφείου που να δείχνουν ότι η περιουσία που πρόκειται να πωληθεί είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του χρεώστη. Δεν αμφισβητείται, στην παρούσα υπόθεση, ότι στην αίτηση του εφεσείοντα δεν επισυνάπτονταν ούτε αντίγραφα της απόφασης ή του διατάγματος τα οποία θα εκτελούνταν, ούτε και πιστοποιητικά του Κτηματολογίου δεικνύοντα ότι η περιουσία ήταν εγγεγραμμένη στο όνομα του χρεώστη, κατά τον ουσιώδη χρόνο. Στην πραγματικότητα εκτός από τον αριθμό εγγραφής, το χωριό στο οποίο βρίσκεται η περιουσία και την περιγραφή της ως διατηρητέας κατοικίας δεν αναφέρεται οτιδήποτε άλλο σε σχέση με την περιγραφή του ακινήτου, όπως π.χ. η έκτασή της..... Μελετήσαμε με προσοχή όλα τα ενώπιόν μας στοιχεία και καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι τα ζητήματα για τα οποία το πρωτόδικο δικαστήριο απέρριψε την αίτηση, ήταν επίδικα θέματα και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η εφεσίβλητη παραδεχόταν τους σχετικούς ισχυρισμούς του εφεσείοντα. Συγκεκριμένα στην ένσταση της η εφεσίβλητη ήγειρε ρητά το ζήτημα της μη πλήρωσης των νομικών προϋποθέσεων για την έκδοση των ζητούμενων διαταγμάτων ενώ στην ένορκη δήλωσή της, που συνοδεύει την ένσταση, γίνεται ρητός και πάλι ισχυρισμός ότι η αίτηση είναι ελλιπής, ότι δεν στηρίζεται στην ορθή νομική βάση και ότι δεν πληρούνται οι νομικές προϋποθέσεις για την έκδοση των ζητούμενων διαταγμάτων.» (έμφαση δική μου)» Έχοντας κατά νου λοιπόν ότι έχει νομολογιακά αναγνωριστεί ότι οι πρόνοιες της Δ.42 αναφορικά με αιτήματα της παρούσας φύσης είναι, ως και το λεκτικό της εν λόγω διάταξης υποδηλοί, επιτακτικής φύσης και ότι η μη συμμόρφωση με την κάθε μία εκ των εν λόγω προνοιών συνεπάγεται αναπόφευκτα την απόρριψη του αιτήματος, δεν θα μπορούσε να αγνοηθεί ότι μία εκ των εν λόγω επιτακτικών προϋποθέσεων είναι όπως ο αιτητής βεβαιώσει θετικά με την Ε/Δ που υποστηρίζει το αίτημα του, το ακριβές ποσό που εξακολουθεί να του οφείλεται και το οποίο ζητά να του καταβληθεί με την αιτούμενη πώληση - «Every application under Part 5 of the Civil Procedure Law, Cap. 7, for the sale of immovable property shall be by summons and.shall be supported by affidavit verifying the sum stated to be still due under the judgment or order and all sums claimed as expenses incidental to the execution..» (βλ. 42 θ1 και 2). Το στοιχείο αυτό, το οποίο είναι άρρηκτα συνδεδεμένο και με την εξουσία του Δικαστηρίου να καθορίζει την επιφυλαχθείσα τιμή για τη σκοπούμενη πώληση (βλ. αρ.40 μέρος V Κεφ.6), είναι κάτι που προφανώς και οι ίδιοι οι εδώ αιτητές αναγνώριζαν ότι θα έπρεπε να βεβαιωθεί θετικά και ξεκάθαρα μέσω της αίτησης τους, αν μη τι άλλο διότι ένα από τα αιτήματα τους είναι και ο δικαστικός καθορισμός επιφυλαχθείσας τιμής πώλησης. Ενώ όμως οι αιτητές γνώριζαν ότι η νομοθεσία και η νομολογία τους επιβάλλει όπως βεβαιώσουν θετικά το ακριβή ποσό για το οποίο ζητούν την πώληση της ακίνητης ιδιοκτησίας της εναγόμενης, εξ ου και αναφέρουν στην παρούσα αίτηση ότι ζητούν να διαταχθεί η πώληση ώστε να ικανοποιηθεί, έστω μερικώς, το πλήρες ποσό που επιδικάστηκε προς όφελος τους με την απόφαση του 2012, την ίδια στιγμή, με το άλλο χωριστό και ανεξάρτητο αίτημα που καταχώρησαν και προώθησαν ταυτόχρονα με την παρούσα αίτηση, και το οποίο αίτημα ακόμη εκκρεμεί, ζητούν όπως το ποσό της απόφασης του 2012 διαφοροποιηθεί και δη μειωθεί αναλόγως του ποσού που αυτοί διατάχθηκαν στις 03/10/19 να καταβάλουν στην εναγόμενη. Κοντολογίς, επιλέγοντας να καταχωρήσουν και να προωθήσουν ταυτόχρονα και τα δύο αιτήματα τους ως χωριστά και ανεξάρτητα το ένα από το άλλο, οι ίδιοι οι ενάγοντες κατέστησαν ουσιαστικά αδύνατο να μπορεί προς το παρόν να βεβαιωθεί με θετικό τρόπο το πραγματικό ποσό που τους οφείλεται από την εναγόμενη. Αυτό γιατί, είτε το πραγματικό ποσό είναι αυτό που προβάλλεται στην παρούσα αίτηση να είναι, ήτοι ως προκύπτει από την απόφαση του 2012, €41.931 πλέον έξοδα και τόκους μέχρι την 03/11/19, είτε είναι το ποσό που θα προκύψει από την εκδίκαση της αίτησης για συμψηφισμό. Δεν μπορούν όμως την ίδια στιγμή να ισχύουν και τα δύο ποσά, και σίγουρα, εφόσον και οι ίδιοι οι ενάγοντες ζήτησαν όπως αμφότερες οι αιτήσεις τους εκδικαστούν ταυτόχρονα, δεν θα ήταν επιτρεπτό για το Δικαστήριο να επιλέξει το ίδιο ποια αίτηση να αποφασίσει πρώτα ώστε να εξυπηρετηθούν καλύτερα τα συμφέροντα των εναγόντων. Άλλωστε, εφόσον καμία αναφορά δεν κάμνει η μία αίτηση στην άλλη και εφόσον συνεπεία των ενεργειών και των επιλογών των εναγόντων, αμφότερες οι αιτήσεις εκδικάστηκαν στη βάση των γεγονότων που ίσχυαν αμέσως πριν την καταχώρηση τους, όποιο και αν είναι το αποτέλεσμα της αίτησης για συμψηφισμό, αυτό δεν θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Το μόνο λοιπόν σχετικό γεγονός που μπορεί να ληφθεί υπόψη για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας είναι ότι σύμφωνα με το αδιαμφισβήτητο περιεχόμενο του φακέλου της υπόθεσης, το πραγματικό ποσό που οφείλει η εναγόμενη στους ενάγοντες και για το οποίο ζητείται με την παρούσα αίτηση η πώληση της περιουσίας της, δεν έχει ακόμη αποκρυσταλλωθεί συνεπεία της ύπαρξης της χωριστής και ανεξάρτητης αίτησης των εναγόντων για συμψηφισμό. Συνεπώς, έστω και αν τα πιο πάνω δεν απασχόλησαν τους διαδίκους, εντούτοις, υπό το φως των ανωτέρω διαπιστώσεων και με γνώμονα το επιτακτικό λεκτικό των νομοθετικών προνοιών επί των οποίων εδράζεται η παρούσα αίτηση, κρίνω ότι αυτή δεν μπορεί παρά να απορριφθεί ως πρόωρη. Μάλιστα δε, κάποιος ίσως να μπορούσε να υποστηρίξει και ότι υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης, οι ενέργειες των εναγόντων συνιστούν κατάχρηση της διαδικασίας και αυτό γιατί ενώ με τη μία αίτηση τους οι τελευταίοι επιδιώκουν την αναστολή και τη ρύθμιση των δικαιωμάτων που η εναγόμενη έχει αποκτήσει εναντίον τους συνεπεία της απόφασης της 03/10/19, με την άλλη αίτηση τους επιχειρούν ν' ασκήσουν πλήρως τα δικά τους δικαιώματα εναντίον της τελευταίας, παρακάμπτοντας όμως τις δικές τους δικαστικές υποχρεώσεις απέναντι της. Εφόσον όμως δεν ηγέρθηκε κάτι τέτοιο από πλευράς εναγόμενης, το θέμα της κατάχρησης υπό αυτή τη σκοπιά δεν θα με απασχολήσει περαιτέρω. Ακόμη όμως και να μην κατέληγα ως ανωτέρω, την παρούσα αίτηση θα την απέρριπτα και για τους εξής πρόσθετους λόγους. Κατά πρώτο, ενώ οι ενάγοντες ισχυρίστηκαν ότι η εναγόμενη δεν είναι γεωργός και αυτό προφανώς λόγω του ότι είναι κοινώς αποδεκτό ότι η νομοθεσία επί της οποίας εδράζεται η παρούσα αίτηση, εξαιρεί ρητά από εκποίηση γη που χρησιμοποιεί ένας γεωργός «.για τη συντήρηση αυτού και της οικογένειας του.» (βλ. αρ.23 Κεφ.6), αυτοί, οι ενάγοντες δηλαδή, δεν επιχείρησαν να αντικρούσουν ή να αμφισβητήσουν με οποιοδήποτε τρόπο τους τεκμηριωμένους με γραπτή και ανεξάρτητη μαρτυρία ισχυρισμούς της εναγόμενης, ότι αυτή είναι όντως γεωργός και ότι τα επίδικα ακίνητα όντως χρησιμοποιούνται και είναι αναγκαία για το συγκεκριμένο επάγγελμα της. Υπενθυμίζω εδώ ότι προς επίρρωση του εν λόγω ισχυρισμού της, η εναγόμενη παρουσίασε πρόσφατη γραπτή βεβαίωση ότι ασκεί το επάγγελμα του γεωργού, τόσο από τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις όσο και από τον κοινοτάρχη της περιοχής στην οποία βρίσκονται τα επίδικα ακίνητα. Η παράλειψη όμως των εναγόντων να αμφισβητήσουν τους εκ πρώτης όψεως τεκμηριωμένους αυτούς ισχυρισμούς της εναγόμενης με οποιοδήποτε τρόπο, έστω «.για να αποδειχθεί η έλλειψη υπόβαθρου...(και) να επισημανθούν αντιφάσεις και ανακρίβειες.» σε μια ουσιώδη πτυχή της υπόθεσης, ισοδυναμεί ουσιαστικά με αποδοχή των εν λόγω ισχυρισμών και επιτρέπει στην εναγόμενη να βασιστεί στην εξαίρεση του αρ.23 Κεφ.6 (βλ. Δημήτρης Σκάρος ν. Χριστοδούλου κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ. 291, Μοσχάτου ν. Μοσχάτου
(1999)1 Α.Α.Δ. 785, Κ. Λ. ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 547, Frederickou Schools Co Ltd v. Acuac Inc
(2002)1(Γ) A.A.Δ.1527, Αdidas v. Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383) και ΛΕΟΝΤΙΟΥ ΚΩΣΤΡΙΚΗ ν. 4 ΜΟΤΙΟN AUTOMOTIVES LTD κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 226/2014, 10/7/2015). Κατά δεύτερο, ενώ οι ενάγοντες είχαν υπόψη τους ότι τα επίδικα ακίνητα βαρύνονται και με ΜΕΜΟ που έχει εγγράψει επί αυτών τρίτο πρόσωπο, έστω και μεταγενέστερα του δικού τους ΜΕΜΟ, εντούτοις επέλεξαν να μην επιδώσουν την παρούσα αίτηση στο εν λόγω πρόσωπο, παρά το ότι τυχόν επιτυχία της αίτησης τους θα αποστερούσε ουσιαστικά από τον τελευταίο την εξασφάλιση του. Δεν αγνοώ βεβαίως ότι συνεπεία του χρόνου που καταχωρήθηκαν τα ΜΕΜΟ των εναγόντων και του τρίτου προσώπου οι πρώτοι θα είχαν προτεραιότητα στην είσπραξη του προϊόντος πώλησης (βλ. αρ.62 Κεφ.6), όμως την ίδια στιγμή δεν θα έπρεπε να αγνοηθούν ούτε τα εκ του Νόμου δικαιώματα που ένα τέτοιο πρόσωπο μπορεί να επιχειρήσει να ασκήσει, όταν πληροφορηθεί ότι επιχειρείται η εκποίηση της γης που και αυτό έχει επιβαρύνει με το εξ αποφάσεως χρέος που του οφείλεται (βλ. αρ.30 και αρ.32 Κεφ.6[1]). Υπό αυτά τα δεδομένα συνεπώς, ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί ότι η παρούσα αίτηση δεν είναι πρόωρη για τους λόγους που ανέφερα ανωτέρω, επί της ουσίας της αυτή δεν θα δικαιολογούσε όπως η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκηθεί προς έγκριση της. Για τους λόγους λοιπόν που έχω εξηγήσει, η παρούσα αίτηση απορρίπτεται. Ενόψει του ότι ο λόγος για τον οποίο έχω αποφασίσει να απορρίψω την αίτηση δεν απασχόλησε καμία πλευρά και λαμβανομένου υπόψη ότι η πλευρά της εναγόμενης δεν αμφισβητεί ότι όντως οφείλει κάποια ποσά στους ενάγοντες και ότι μέχρι σήμερα δεν έχει ικανοποιήσει σε οποιοδήποτε βαθμό την εν λόγω οφειλή της, κρίνω ορθό και δίκαιο όπως μην επιδικάσω έξοδα για τη διαδικασία υπέρ ή εναντίον οποιασδήποτε πλευράς και συνεπώς διατάσσω όπως η κάθε πλευρά επωμιστεί τα έξοδα της. Υπ.) ............. Πιστό Αντίγραφο Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πρωτοκολλητής [1] 30 - Κάθε φορά που εκδίδεται ένταλμα πώλησης ακίνητης ιδιοκτησίας, το Δικαστήριο δύναται με αίτηση οποιουδήποτε άλλου εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή, να εκδώσει ένταλμα για την πώληση τόσου μέρους της ιδιοκτησίας, όσο παρέμεινε απώλητο δυνάμει του πρώτου εντάλματος και δύναται, με την ίδια αίτηση, να διατάξει όπως το υπόλοιπο, αν υπάρχει, μετά την πληρωμή κάθε οφειλομένου δυνάμει του πρώτου εντάλματος, διατεθεί προς ικανοποίηση του χρέους που οφείλεται στον πιστωτή που υπόβαλε την αίτηση. 32 - Κάθε πρόσωπο που αξιώνει συμφέρον επί ακίνητης ιδιοκτησίας για την πώληση της οποίας εκδόθηκε ένταλμα, δύναται να ζητήσει από το Δικαστήριο αναστολή της πώλησης και το Δικαστήριο δύναται, αφού ακούσει όλους τους ενδιαφερόμενους, να εκδώσει τέτοιο διάταγμα ως ήθελε θεωρήσει δίκαιο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο