← Κύπρος

ΚΑΝΤΟΥΝΑ ν. ΓΕΝΙΚΟ ΕΙΣΑΓΕΛΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 4220/17, 26/5/2021

ΚΑΝΤΟΥΝΑ ν. ΓΕΝΙΚΟ ΕΙΣΑΓΕΛΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 4220/17, 26/5/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A248 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΠΑΣΧΑΛΙΔΗ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4220/17 Μεταξύ: XXXXX ΚΑΝΤΟΥΝΑ Ενάγοντας και

  1. ΓΕΝΙΚΟ ΕΙΣΑΓΕΛΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
  2. XXXXX ΤΣΑΓΓΑΡΙΔΗ Εναγόμενοι --------------------------------------------- Ημερομηνία: 26 Μαΐου 2021 Εμφανίσεις: Για ενάγοντα: κ. Χ. Γαλανός Για εναγόμενους: κα Σ. Δαμιανού ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 14 Οκτωβρίου 2012 και περί ώρα 1630-1657, έλαβε χώρα περιστατικό στην μονόδρομο οδό Νικοκλέους στη Λευκωσία (περιοχή Φανερωμένης) μεταξύ του ενάγοντα, ο οποίος είναι δικηγόρος και οδηγούσε το όχημα του στην εν λόγω οδό, και του εναγόμενου 2, ο οποίος είναι αστυνομικός και εκτελούσε τότε τροχονομικό έλεγχο στην συγκεκριμένη οδό και στην ευρύτερη περιοχή. Το περιστατικό έληξε με τον εναγόμενο 2 να καταγγέλλει τον ενάγοντα για τα ποινικά αδικήματα της απείθειας σε οδηγίες ένστολου αστυνομικού και παρακώλησης κυκλοφορίας και να εκδίδει για το σκοπό αυτό εξώδικο πρόστιμο προς τον ενάγοντα συνολικού ύψους €115 (Τεκ.1). Την επόμενη μέρα του περιστατικού, ο ενάγοντας έστειλε ηλεκτρονική επιστολή (email) προς τον Αρχηγό Αστυνομίας διαμαρτυρόμενος τόσο για την καταγγελία, την οποία θεωρούσε αδικαιολόγητη, όσο και για την συμπεριφορά του εναγόμενου 2 την οποία χαρακτήρισε «απρεπή» και «σκαιότατη» (Τεκ.2). Στην εν λόγω επιστολή του ο ενάγοντας ανέφερε στον Αρχηγό ότι δεν προτίθετο να πληρώσει το εξώδικο πρόστιμο ούτως ώστε η υπόθεση να οδηγηθεί και να κριθεί ενώπιον Δικαστηρίου, ενώ παράλληλα τον κάλεσε και όπως λάβει και τα όποια μέτρα θεωρούσε αναγκαία. Όταν παρήλθε η προθεσμία πληρωμής του εξωδίκου και ο ενάγοντας δεν είχε πληρώσει, ως ήταν δικαίωμα του άλλωστε να πράξει, σχηματίστηκε ποινικός φάκελος από την αστυνομία στη βάση της κατάθεσης του καταγγέλοντα αστυνομικού, ήτοι του εναγόμενου 2 (Τεκ. 6 και 7) και ακολούθως καταχωρήθηκε ποινική δίωξη εναντίον του ενάγοντα, ήτοι η ποινική υπόθεση υπ. αρ. 29546/13 του Ε.Δ Λ/σιας, με κατήγορο τον Αστυνομικό Διευθυντή Λευκωσίας. Η εν λόγω ποινική υπόθεση περιλάμβανε δύο κατηγορίες οι οποίες αφορούσαν, κατόπιν τροποποίησης, στο αδίκημα της απείθειας σε οδηγίες ένστολου αστυνομικού και στο αδίκημα της παρακώλυσης κυκλοφορίας. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων, ο ενάγοντας φερόταν στις 14/10/12 να είχε αφ' ενός παραλείψει να υπακούσει σε οδηγίες ένστολου αστυνομικού ενώ είχε την ευθύνη και έλεγχο μηχανοκινήτου οχήματος και αφ' ετέρου να εμπόδιζε με το όχημα του την κανονική διέλευση των άλλων οχημάτων (Τεκ.4 και 5). Ο ενάγοντας, ο οποίος σ' εκείνη τη ποινική διαδικασία εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο της επιλογής του, δήλωσε μη παραδοχή σε αμφότερες τις κατηγορίες και η υπόθεση οδηγήθηκε σε πλήρη ακρόαση. Μοναδικός και βασικός μάρτυρας της κατηγορούσας αρχής ήταν ο εναγόμενος 2, στη βάση της μαρτυρίας του οποίου και στην απουσία οποιασδήποτε περί του αντιθέτου εισήγησης από πλευράς της υπεράσπισης του ενάγοντα, το ποινικό Δικαστήριο έκρινε ότι είχε αποδειχτεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του τελευταίου σε σχέση και με τις δύο κατηγορίες οπόταν και τον κάλεσε να προβάλει την υπεράσπιση του. Ο ενάγοντας επέλεξε όπως δώσει ο ίδιος μαρτυρία ενόρκως και όπως μην καλέσει οποιουσδήποτε μάρτυρες προς υπεράσπιση του (βλ. Τεκ.9). Ακολούθως το Δικαστήριο άκουσε επιχειρηματολογία από τους ευπαίδευτους συνηγόρους και επεφύλαξε την τελική απόφαση του. Για σκοπούς της υπόθεσης πραγματοποιήθηκαν συνολικά περί τις 25 εμφανίσεις στο Δικαστήριο. Στις 23/10/15 το ποινικό Δικαστήριο εξέδωσε αιτιολογημένη απόφαση με την οποία έκρινε και αποδέχτηκε ως πλήρως αξιόπιστη τη μαρτυρία του ενάγοντα σε σχέση με τα αμφισβητούμενα γεγονότα της υπόθεσης ενώ απέρριψε τη μαρτυρία του εναγόμενου 2 ως αναξιόπιστη. Ακολούθως το Δικαστήριο βρήκε ότι τα γεγονότα που περιέβαλλαν τα εξεταζόμενα αδικήματα ήταν ως τα ισχυρίστηκε ο ενάγοντας και στη βάση εκείνων των γεγονότων προχώρησε να εξετάσει αν στοιχειοθετείτο η ενοχή του τελευταίου στον απαιτούμενο για τις ποινικές υποθέσεις βαθμό, ήτοι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η κατάληξη του Δικαστηρίου ως προς το θέμα αυτό ήταν αρνητική οπόταν και αθώωσε και απάλλαξε τον ενάγοντα και από τις δύο κατηγορίες λόγω ύπαρξης αμφιβολίας ως προς την ενοχή του (Τεκ. 8). Ειδικότερη αναφορά στο περιεχόμενο της εν λόγω απόφασης κάνω σε κατοπινό στάδιο της παρούσας. Επικαλούμενος την απόφαση του ποινικού Δικαστηρίου, ο ενάγοντας απέστειλε νέο email στον Αρχηγό Αστυνομίας στις 21/10/16 ζητώντας να μάθει κατά πόσο είχαν, στο χρόνο που παρήλθε, ληφθεί οποιαδήποτε μέτρα σε σχέση με τον εναγόμενο 2 και την κατά τον ενάγοντα παράνομη συμπεριφορά που ο εν λόγω αστυνομικός είχε επιδείξει στις 14/10/12 όταν τον κατήγγειλε ψευδώς για τα δύο αδικήματα που διώχθηκε. Η απάντηση του Αρχηγού ήρθε στις 17/11/16 και σύμφωνα με αυτή είχε μελετηθεί προσεκτικά η απόφαση του ποινικού Δικαστηρίου όμως δεν προέκυπταν πειθαρχικά αδικήματα εναντίον του εναγόμενου 2 για μόνο το λόγο ότι η μαρτυρία του κρίθηκε ανεπαρκής για να στοιχειοθετήσει την υπόθεση. Παρά ταύτα, αναφέρετο στην απάντηση του Αρχηγού, ο εναγόμενος 2 είχε κληθεί από το Βοηθό Αρχηγό και «.του έγιναν συστάσεις ώστε να είναι πιο προσεκτικό(ς) και να αξιολογεί καλύτερα τα γεγονότα και τις συνθήκες για τον ορθότερο χειρισμό κάθε περιστατικού.» (Τεκ.11Α και 11Β). Προφανώς η απάντηση της Αστυνομίας δεν ικανοποίησε τον ενάγοντα εφόσον στις 14/11/17 αυτός καταχώρησε την παρούσα αγωγή στη βάση του αστικού αδικήματος της κακόβουλης δίωξης, αξιώνοντας από αμφότερους τους εναγόμενους γενικές και παραδειγματικές και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις. Με την Ε/Α απαίτησης του δε, ο ενάγοντας επέκτεινε την αξίωση του και σε ειδικές αποζημιώσεις ύψους €3200 ισχυριζόμενος ότι το ποσό αυτό αντιπροσωπεύει τα εισοδήματα που απώλεσε λόγω του ότι χρειάστηκε να εμφανιστεί στην ποινική διαδικασία 16 φορές τουλάχιστο. Η δικογραφημένη λοιπόν εκδοχή του ενάγοντα, η οποία ήταν ουσιαστικά η ίδια με αυτή που ο τελευταίος πρόβαλε και κατά την ποινική διαδικασία, συνοψίζεται στη γραπτή δήλωση που αυτός υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του στην παρούσα υπόθεση (Έγγραφο Α) καθώς και στο ηλεκτρονικό μήνυμα που ισχυρίστηκε ότι έστειλε στο δικηγόρο που θα τον εκπροσωπούσε στη ποινική διαδικασία 12 μέρες μετά το περιστατικό, όπου κατέγραψε την ακριβή, ως ισχυρίστηκε, στιχομυθία που είχε με τον εναγόμενο 2 στις 14/10/12 (Τεκ.3). Σημειώνω εδώ ότι το συγκεκριμένο μήνυμα παρουσιάστηκε ως μέρος της μαρτυρίας του ενάγοντα και στην ποινική διαδικασία και το μεγαλύτερο μέρος της στιχομυθίας που εκεί καταγράφεται έγινε αποδεκτό από το ποινικό Δικαστήριο και κατέστη μέρος των ευρημάτων εκείνου του Δικαστηρίου (βλ.σελ. 11 Τεκ.8). Παραθέτω συνεπώς αυτούσια τα σχετικά αποσπάσματα της εκδοχής που πρόβαλε ο ενάγοντας μέσω του Εγγράφου Α, παρεμβάλλοντας σε αυτά με μαύρο φόντο τη στιχομυθία που καταγράφεται στο Τεκ.3: «Στις 14.10.2012, περίπου κατά τις 16:45 το απόγευμα και ενώ οδηγούσα το αυτοκίνητό μου με αριθμό εγγραφής XXXXX26 επί της οδού Νικοκλέους, κοντά στο ζαχαροπλαστείο Hurricane, βρήκα μπροστά μου ένα άλλο όχημα το οποίο παρέμενε στάσιμο στη μέση του δρόμου. Μου φάνηκε πως ο οδηγός άλλου προπορευόμενου αυτοκινήτου, δηλαδή δύο ή τρία αυτοκίνητα πιο μπροστά, είχε σταματήσει και μιλούσε με οδηγό άλλου οχήματος το οποίο ήταν σταθμευμένο παράνομα πάνω σε πεζοδρόμιο, με αποτέλεσμα να φράσσεται εντελώς η διέλευση των οχημάτων και να σχηματιστεί ουρά από αυτοκίνητα. Με σκοπό να αντιληφθούν οι οδηγοί ότι υπήρχαν άλλα αυτοκίνητα πίσω τους που περίμεναν και να σταματήσουν να κουβεντιάζουν και να μπορέσουν τα αυτοκίνητα να προχωρήσουν, κόρναρα μία φορά, ούτε συνεχόμενα ούτε επανειλημμένα. Αμέσως τότε εμφανίστηκε πεζός ο Εναγόμενος 2 φορώντας στολή αστυνομικού. Ο Εναγόμενος 2 είναι αστυνομικός στο επάγγελμα, με αριθμό XXXXX, και κατά τον ουσιώδη χρόνο υπηρετούσε στο ΚΕΜ/ΟΥΛΑΕ Λευκωσίας. Ως μέλος του αστυνομικού σώματος βρισκόταν στην υπηρεσία της Κυπριακής Δημοκρατίας. Παρόλο που ήταν το προπορευόμενο όχημα εκείνο που έφρασσε το δρόμο, και παρόλο που ο οδηγός εκείνου του αυτοκινήτου ομιλούσε με οδηγό παράνομα σταθμευμένου οχήματος, ο εναγόμενος 2 κατευθύνθηκε προς εμένα και με ρώτησε γιατί κορνάρω. Το απάντησα ότι κόρναρα διότι ο οδηγός μπροστά μου έκλεισε το δρόμο. «Αστυνομικός: Τι παίζεις πουρού; Κ.Κ: Αφού έκλεισε το δρόμο. Αστυνομικός: Απαγορεύεται να παίζεις πουρού δαμαί είναι κατοικημένη περιοχή. Κανονικά έπρεπε να σε γράψω. Άτε φύε.» Σημειώνω ότι εκείνη τη στιγμή ο δρόμος μπροστά μου ήταν ακόμη φραγμένος λόγω της συμπεριφοράς των οδηγών που έχω ήδη περιγράψει. Δεν μπορούσα δηλαδή να «φύω» εκείνη τη στιγμή. Ρώτησα τον Εναγόμενο 2 γιατί να με γράψει εμένα τη στιγμή που ο οδηγός μπροστά μου είχε κλείσει το δρόμο. «Κ.Κ: Εμένα να γράψετε; Αφού τούτος έκλεισε το δρόμο.» Ο Εναγόμενος 2 μου απάντησε με τρόπο απότομο και αγενέστατο. «Αστυνομικός: Άκουσες που σου είπα; Φύε που δαμαί.» Βρήκα εντελώς απρεπή τον τρόπο που μου μιλούσε ο Εναγόμενος 2 και του το είπα. «Κ.Κ: Σας πολίτες νομίζω να μιλάτε με καλύτερο τρόπο.» Η απάντηση του Εναγόμενου 2 ήταν να μου πει πάλι με τον ίδιο απότομο και αγενή τρόπο. Αστυνομικός: Ακουσες που σου είπα; Φύε που δαμαί.» Σε αυτό το σημείο ζήτησα από τον Εναγόμενο 2 να μου δώσει τον αριθμό του για να τον καταγγείλω «Κ.Κ: Να μου δώσετε τον αριθμό σας διότι θέλω να σας καταγγείλω. Αστυνομικός: Εν να φύεις; Κ.Κ: Να μου δώσετε τον αριθμό σας και θα φύγω. Τότε, εκείνη τη στιγμή, ο Εναγόμενος 2 άρχισε να ετοιμάζει καταγγελία και τη διαδικασία για να μου εκδώσει εξώδικο. Εν τω μεταξύ ο δρόμος είχε αδειάσει και για να μην εμποδίζουμε την κίνηση εισηγήθηκα στον Εναγόμενο 2, μέχρι αυτός να ολοκληρώσει την καταγγελία, να σταθμεύσω το όχημά μου στα αριστερά του δρόμου σε σημείο που δεν θα εμποδίζαμε την κυκλοφορία, ως και έκανα. «Αστυνομικός: Το όνομα σου; Κ.Κ: XXXXX Καντούνας, XXXXX Αστυνομικός: Ήντα που μου λαλείς το XXXXX. Για να σε φοηθώ. Κ.Κ: Αφού πάντα ρωτάτε επάγγελμα. Για να κερδίζουμε χρόνο. Να πιάσω πάντα να μεν ενοχλούμε τον κόσμο; Αστυνομικός: Πιάσε αριστερά. Ο Εναγόμενος 2 προχώρησε στην καταγγελία και στην έκδοση του εξωδίκου προστίμου. «Κ.Κ: Γράφει τον αριθμό σας; Αστυνομικός: Με φοάσαι γράφει τον. Κ.Κ: Πού το γράφει; Αστυνομικός: Δαμαί. Τζιε ελπίζω να μεν πιερώσετε να τα πούμε στο Δικαστήριο. Κ.Κ: Έμαθες και τον πληθυντικό; Αστυνομικός: Εσύ έμαθες τον ενικό; Κ.Κ: Η διαφορά μας είναι ότι εσείς βρίσκεστε σε υπηρεσία για την οποία πληρώνεστε. Αστυνομικός: Τώρα να το γράψω δαμέ ότι μου είπες ότι μας πληρώνεις τζιόλας. Τζιέ βάλε να δείς τηλεόραση εν εμείς που σας πληρώνουμε εσάς.» Είναι λοιπόν η θέση του ενάγοντα ότι η καταγγελία του εναγόμενου 2 συνιστούσε καθαρά κατασκεύασμα του τελευταίου ώστε να τον εκδικηθεί «για τον μοναδικό λόγο ότι τόλμησα να του κάνω παρατήρηση για τον τρόπο του και να του ζητήσω τον αριθμό του για να υποβάλω σχετικό παράπονο». Συνεπώς, υποστηρίζει ο ενάγοντας ο οποίος ισχυρίζεται ότι «.ούτε εμπόδισα εγώ την κυκλοφορία ούτε αρνήθηκα να συμμορφωθώ με οδηγίες του Εναγόμενου (2.Το μόνο που έκανα ήταν να επιμένω να μου δώσει τον αριθμό του, πράγμα το οποίο θεωρώ ότι δικαιούμουν να ζητήσω.», τόσο η καταγγελία όσο και η ποινική δίωξη που του έγινε στη βάση της εν λόγω καταγγελίας ήταν προϊόν κακοβουλίας του εναγόμενου 2, ενώ ο εναγόμενος 1 ουσιαστικά «συνέπλευσε και υποβοήθησε» στη διάπραξη του σχετικού αστικού αδικήματος, αφού και το παράπονο του ενάγοντα για τη συμπεριφορά του εναγόμενου 2 αλλά και το άμεσο αίτημα του για διερεύνηση θέματος κατάχρησης εξουσίας από τον εναγόμενο 2 είχαν αγνοηθεί πλήρως. Λαμβανομένων των πιο πάνω υπόψη, ισχυρίστηκε ο ενάγοντας, καθώς και ότι το ποινικό Δικαστήριο έκρινε πλήρως αναξιόπιστη την εκδοχή του εναγόμενου 2 και αθώωσε τον ίδιο από τη δίωξη που τα όργανα του κράτους αδικαιολόγητα αποφάσισαν να ασκήσουν εναντίον του, αυτός, ο ενάγοντας δηλαδή, δικαιούται να αποζημιωθεί τόσο για τη ζημιά που υπέστη η φήμη και η υπόληψη του λόγω του ότι αναγκαζόταν να εμφανίζεται δημοσίως ως κατηγορούμενος σε ποινική υπόθεση, εικόνα που δεν περιποιά τιμή για κανέναν πόσο μάλλον για ένα δικηγόρο, όσο και για την πραγματική ζημιά που υπέστη αφού «έχασε» πάνω από 20 ώρες εργασίας για σκοπούς των εμφανίσεων του στη ποινική διαδικασία, για τις οποίες ώρες κανονικά θα χρέωνε περί τα €200 την ώρα, ήτοι €4.000 στο σύνολο. Σημειώνω εδώ ότι κατά την ακρόαση της παρούσας υπόθεσης ο ενάγοντας περιόρισε την πραγματική ζημιά του στο ποσό της Ε/Α ενώ κατέθεσε και δύο αποδείξεις πληρωμής €127 που αφορούσαν στα τέλη που κατέβαλε για να εξασφαλίσει τα πρακτικά της ποινικής διαδικασίας ώστε να τα καταθέσει ως τεκμήριο στην παρούσα διαδικασία (Τεκ.10). Όσον αφορά δε το κατά πόσο πλήρωσε ή όχι το δικηγόρο που τον εκπροσώπησε στη ποινική διαδικασία, ο ενάγοντας ανέφερε ότι ο «άνθρωπος (που) εν μου έπιασε μπακκίρα». Στην αντιπέρα όχθη, την κοινή υπεράσπιση των εναγομένων με την οποία απορρίπτονται τόσο οι πραγματικές όσο και οι νομικές θέσεις του ενάγοντα περί κακόβουλης δίωξης του, κλήθηκε να την προωθήσει με τη μαρτυρία του ο εναγόμενος 2, η ουσία της οποίας μαρτυρίας έλαβε τη μορφή γραπτής δήλωσης (Έγγραφο Β): «Έχοντας διαβάσει τον ανακριτικό φάκελο έχω επαναφέρει στην μνήμη μου τα σχετικά γεγονότα στο βαθμό που αυτό είναι εφικτό αφού από τότε έχουν περάσει 8 χρόνια. Παρόλα αυτά, τα γεγονότα της παρούσας αγωγής τα θυμόμουν εν πάση περιπτώσει σε γενικές γραμμές και πριν την μελέτη του φακέλου καθότι η εν λόγω περίπτωση μου είχε κάνει ιδιαίτερη εντύπωση. Στις 14/10/2012 ημέρα Κυριακή κατά τις 16:30 βρισκόμουν σε τροχονομικό έλεγχο πεζός στο κέντρο της Λευκωσίας σε μονόδρομο στην οδό Νικοκλέους όπου υπήρχαν παράνομα παρκαρισμένα οχήματα και ως εκ τούτου είχα προχωρήσει στην έκδοση εξώδικων καταγγελιών. Θα ήθελα να αναφέρω ότι λόγω της ημέρας, της ώρας και του τόπου που βρισκόμουν υπήρχε πυκνή τροχαία κίνηση. Κάποια στιγμή αντιλήφθηκα τον Ενάγοντα να κορνάρει, ενώ μπροστά του υπήρχε μια ηλικιωμένη κυρία η οποία ήταν επιφυλακτική να προχωρήσει επειδή στην δεξιά πλευρά του μονόδρομου υπήρχε σταθμευμένο παράνομα ένα όχημα. Του έκανα παρατήρηση να σταματήσει να κορνάρει και άρχισε να φωνάζει. Όταν προχώρησε το προπορευόμενο αυτοκίνητο ο Ενάγοντας αρνιόταν να προχωρήσει παρά τις παραινέσεις μου λέγοντας μου ότι δεν του αρέσει η συμπεριφορά μου και να του απολογηθώ, προκαλώντας συμφόρηση, δεδομένου ότι ήταν μέρα Κυριακή και ώρα αιχμής και είχε αρχίσει να δημιουργείται ουρά από αυτοκίνητα. Επίσης θυμάμαι ότι μου ανέφερε με έπαρση μεταξύ άλλων ότι είναι Δικηγόρος και θα τα πούμε. Του ζήτησα να παρκάρει και τον κατάγγειλα για τα αδικήματα απείθεια στις οδηγίες αστυνομικού και παρακώλυση της κυκλοφορίας. Όταν τον πληροφόρησα ότι θα τον καταγγείλω αυτός μου απάντησε ότι «Εμείς σας πληρώνουμε». Σημειώνω ότι η εν λόγω απάντηση φαίνεται και στον ανακριτικό φάκελο, την οποία την συμπληρώνουμε την στιγμή της καταγγελίας στο ηλεκτρονικό μηχανάκι που εκδίδουμε το εξώδικο αν και η απάντηση δεν φαίνεται στο εξώδικο. Τα αδικήματα για τα οποία τον κατάγγειλα φαίνονται στο εξώδικο που του έδωσα και το οποίο εξ όσων με ενημερώνει η δικηγόρος που χειρίζεται την παρούσα υπόθεση έχει κατατεθεί στην παρούσα διαδικασία ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ
  3. Περαιτέρω, του έδωσα τα στοιχεία μου τα όποια μου τα είχε ζητήσει για να με καταγγείλει. Καθότι ο Ενάγοντας τταρέλειψε να εξοφλήσει το ττεριγραφόμενο στην παράγραφο 9 ποσό διαβιβάστηκε σε έμενα από το αρχείο της άμεσης επέμβασης ο ανακριτικός φάκελος με οδηγίες να συντάξω σχετική έκθεση για σκοπούς προώθησης ποινικής υπόθεσης εναντίον του Ενάγοντα και στην συνέχεια ο φάκελος διαβιβάστηκε στην Εισαγγελία για τον περαιτέρω χειρισμό της υπόθεσης. Η έκθεση που συνέταξα για σκοπούς της ποινικής υπόθεσης είναι η περιγραφόμενη στην παράγραφο 3 πιο πάνω. Εν τέλει ο Ενάγοντας αθωώθηκε με απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 23/10/
  4. Θα ήθελα να σημειώσω ότι η καταγγελία μου ήταν ειλικρινής και πίστευα ότι είχαν διαπραχθεί τα αδικήματα για τα οποία είχα εκδώσει το εξώδικο, δηλαδή η μη συμμόρφωση στις οδηγίες μου να προχωρήσει γεγονός το οποίο δεν βοηθούσε την τροχαία κίνηση που υπήρχε τον δεδομένο χρόνο. Σε καμία περίπτωση δεν έκδωσα το εξώδικο επειδή μου ζήτησε τα στοιχεία μου. Έχω κάνει πολλές σχετικές καταγγελίες από τότε που υπηρετώ στην αστυνομία ουδέποτε οποιοσδήποτε πολίτης δεν παραπονέθηκε ότι η καταγγελία μου ήταν κακόβουλη...» Σημειώνω εδώ ότι η αντεξέταση τόσο του ενάγοντα όσο και του εναγόμενου 2 επεκτάθηκε σε διάφορες πτυχές του επίδικου περιστατικού και αμφότερες οι πλευρές έδωσαν έμφαση σε διάφορες λεπτομέρειες όπως μεταξύ άλλων το αν ο εναγόμενος 2 ξεκίνησε να καταγγέλλει τον ενάγοντα πριν ή μετά που στάθμευσε το όχημα του στο πλάι του δρόμου, ή αν ήταν πριν ή μετά που ο τελευταίος εκδήλωσε την πρόθεση να καταγγείλει τον πρώτο ή αν τελικά η αρχική αναστάτωση προκλήθηκε από παράνομα σταθμευμένο όχημα ή απλά μια φοβισμένη οδηγό. Όπως όμως θα εξηγήσω σε κατοπινό στάδιο της απόφασης μου, αν και οι εν λόγω λεπτομέρειες έχουν κάποια σημασία για την υπόθεση, εντούτοις αυτές δεν έχουν την καθοριστική σημασία που τους απέδωσαν οι διάδικοι. Περιορίζομαι όμως στο παρόν στάδιο να αναφέρω ότι κατά τη μαρτυρία του ο εναγόμενος 2 δήλωσε ότι λόγω της παρέλευσης 8 χρόνων από το επίδικο περιστατικό δεν ήταν σε θέση να θυμάται επακριβώς τα γεγονότα που είχαν λάβει χώρα, δεν αμφισβητεί όμως τα όσα τα πρακτικά της ποινικής διαδικασίας τον παρουσιάζουν να είχε ισχυριστεί τότε ενώπιον εκείνου του Δικαστηρίου. Η ακρόαση ολοκληρώθηκε με την κατάθεση εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των μερών, οι οποίοι, για να υποστηρίξουν το νομικά και πραγματικά βάσιμο της εκδοχής των πελατών τους αντίστοιχα, έκαμαν μεταξύ άλλων εκτεταμένες αναφορές στις νομικές αρχές που διέπουν το υπό κρίση αστικό αδίκημα του αρ. 32 Κεφ.148, ως οι εν λόγω αρχές προκύπτουν από την κυπριακή νομολογία αλλά και τα σχετικά αγγλικά και κυπριακά νομικά συγγράμματα. Ειδική αναφορά στις θέσεις των συνηγόρων κάνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, παρακολουθώντας παράλληλα τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν, έχοντας κατά νου τις νομολογιακές αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας ως επίσης και την δυνατότητα του Δικαστηρίου να αποδεχτεί ή να απορρίψει είτε όλη είτε μέρος της προσκομισθείσας μαρτυρίας (βλέπε Παύλου v. Αστυνομίας

(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Κρίνω σκόπιμο στο σημείο αυτό όπως συνοψίσω τις νομικές αρχές που περιβάλλουν το υπό κρίση αστικό αδίκημα της κακόβουλης δίωξης του αρ.32[1] εφόσον όπως θα διαφανεί, πιο κάτω, οι εν λόγω αρχές καθιστούν αχρείαστη και μη εξυπηρετούσα οποιοδήποτε ουσιαστικό σκοπό, την παράθεση και αξιολόγηση όλης ανεξαιρέτως της ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσας μαρτυρίας στην παρούσα υπόθεση (βλ. Ιωάννου κ.α. ν. Αληφαντή κ.α., Ποινικές Εφέσεις Αρ. 163/2017, 164/2017, 165/2017, 7/10/2019, Οδυσσέα ν. Αστυνοµίας
(1999)2 ΑΑΔ 490 και Γενικού Εισαγγελέα ν. Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα, Αιτ. αρ. 1/2015, 24/9/2015). Οι σχετικές λοιπόν αρχές που έχουν συνοψιστεί και υιοθετηθεί από την νομολογία σε σχέση με το αστικό αδίκημα του αρ.32, για το οποίο έχει επίσης νομολογηθεί ότι ως αστικό αδίκημα προερχόμενο από το κοινοδίκαιο δεν είναι αντίθετο ή ασύμβατο με το Σύνταγμα (βλ. Paikkos v. Kontemeniotis
(1989)1 C.L.R. 50 και ΦΩΤΙΟΥ ν. ΖΕΝΙΟΥ, ECLI:CY:AD:2018:A349, Πολιτική Έφεση αρ. 31/2009, 10/7/2018, επιβάλλουν στον ενάγοντα να αποδείξει: «1. Έναρξη ποινικής δίωξης εναντίον του ενάγοντα. Για την έννοια του όρου "ποινική δίωξη", σε συνάρτηση με την κακόβουλη δίωξη, βλ. Paikkos v. Kontemeniotis
(1989)1 C.L.R. 50,
  1. Λήξη της ποινικής δίωξης υπέρ του ενάγοντα,
  2. Έλλειψη εύλογης και πιθανής αιτίας,
  3. Κακοβουλία και
  4. Ζημιά στον ενάγοντα συνεπεία της δίωξης» (Βλ. μεταξύ άλλων ΑΝΤΩΝΙΟΥ ν. ΕΥΘΥΜΙΟΥ, ECLI:CY:AD:2019:A218, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 72/2013, 5/6/2019, Πίτσιλλος ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1994)1 Α.Α.Δ. 268 και Τσίβικου ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.ά., ECLI:CY:AD:2018:A255, ECLI:CY:AD:2018:A255, Πολ. Έφ. 350/2011, ημερ. 29/5/2018). Η έννοια της δίωξης έχει νομολογηθεί να σημαίνει ότι με τις άμεσες ενέργειες του συγκεκριμένου εναγόμενου, οι οποίες δεν μπορούν να συνίστανται απλά σε καταγγελία στην Αστυνομία, κινήθηκε η διαδικασία του Νόμου για ποινική δίωξη του ενάγοντα (βλ. ΑΝΤΩΝΙΟΥ ανωτέρω και Κλεάνθους ν. Μιλτιάδους
(2006)1 (Β) Α.Α.Δ. 1111) και «.στην εξέλιξη του κοινοδικαίου η πιο πάνω αρχή δεν διαφοροποιήθηκε. Αντίθετα, επιβεβαιώθηκε. Όπως αναφέρεται στον Street on Torts 11η έκδ. σελ. 541-542, στην Gregory v. Portsmouth City Council [2000] 1 A.C. 419, απόφαση του House of Lords.το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν υπήρχαν λόγοι επέκτασης του αστικού αδικήματος της κακόβουλης δίωξης πέραν των καθ' αυτών ποινικών διώξεων και των εξαιρετικών περιπτώσεων της πτώχευσης και της εκκαθάρισης εταιρείας. Περαιτέρω, στην Gizzonio v. Chief Constable of Derbyshire [1998] Times 29 April, C.A., το Αγγλικό Εφετείο επίσης απέρριψε εισήγηση ότι μπορούσε να θεμελιωθεί αστικό αδίκημα λόγω κακόβουλης απόρριψης εγγύησης για μη παραμονή υπό κράτηση.» (βλ. ΛΑΖΑΡΟΥ ν. ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΕΩΝ ΛΑΡΝΑΚΑΣ, ECLI:CY:AD:2019:A120, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ.121/2013, 2/4/2019). Ούτε όμως το αδίκημα εφαρμόζεται σε πολιτικές διαδικασίες ή πειθαρχικές διώξεις (βλ. Αριστοδήμου ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2005)1 Α.Α.Δ. 728 και Κλεάνθους ανωτέρω). Όταν τώρα η αγωγή στρέφεται εναντίον της Δημοκρατίας, για να πετύχει ο ενάγοντας στην αγωγή του θα πρέπει να αποδείξει τη διάπραξη του αδικήματος από υπάλληλο ή όργανο της Δημοκρατίας κατά την εκτέλεση ή κατ' επίκληση της άσκησης των καθηκόντων του, έτσι ώστε να ενεργοποιηθούν οι πρόνοιες του αρ. 172 του Συντάγματος, σύμφωνα με τις οποίες η Δημοκρατία ευθύνεται για κάθε ζημιογόνο, άδικη πράξη ή παράλειψη των υπαλλήλων ή αρχών της, στην άσκηση των καθηκόντων τους ή κατ' επίκληση άσκησης των καθηκόντων τους (βλ. Πίτσιλλος και Τσιβίκου ανωτέρω). Όσον αφορά το στοιχείο της κακοβουλίας, η νομολογία έχει καθορίσει το στοιχείο αυτό να συνίσταται σε «.ποινική δίωξη . που γίνεται πρώτιστα για εξυπηρέτηση σκοπού άλλου από την προσαγωγή παραβάτη ενώπιον της δικαιοσύνης. Η κακοβουλία περιέχει το στοιχείο του ελατηρίου για ποινική δίωξη ενάγοντα, όταν δεν υπάρχει έντιμη και εύλογη πίστη στην ύπαρξη πιθανής αιτίας. Η κακοβουλία υπάρχει όταν αποδειχθεί ότι η κύρια επιθυμία κατήγορου δεν είναι η προσαγωγή παραβάτη ενώπιον της δικαιοσύνης.» (βλ. Πίτσιλλος και Αντωνίου ανωτέρω). Τέλος, όσον αφορά το θέμα της ζημιάς, τα λεχθέντα στην υπόθεση ΦΩΤΙΟΥ ανωτέρω είναι θεωρώ πλήρως κατατοπιστικά: «.μπορούμε να αντλήσουμε καθοδήγηση από το κοινό δίκαιο ως προς την ερμηνεία του άρθρου 32. Στην υπόθεση Berry (
(1960)3 All E.R. 322) έγινε εκτενής ανάλυση της αγγλικής νομολογίας από τα πολύ παλιά χρόνια (17ον αιώνα) μέχρι το 1960. Στην καθοδηγητική απόφαση του Δικαστή Diplock (όπως ήταν τότε) γίνεται αναφορά σε πληθώρα αποφάσεων, μεταξύ των οποίων, στην πολύ παλιά υπόθεση Savile v. Roberts
(1698)Carth 416, στην οποίαν αποφασίστηκε ότι ο όρος «scandalous» (σκανδαλώδης), που απαντάται σε αντίστοιχη παλιά αγγλική πρόνοια, είναι συνώνυμο του δυσφημιστικού «slanderous» υπό την έννοιαν του ότι εξυπακούει κάτι, που αν λεγόταν προφορικά, θα δημιουργούσε, από μόνο του, καλό αγώγιμο δικαίωμα για προφορική δυσφήμιση (slander). Με αναφορά στην υπόθεση Wiffen (Wiffen΄s case)
(1915)1 KB, 608, επεξηγήθηκε ότι δεν προκαλείται σκάνδαλο εάν η μαρτυρία, που είναι απαραίτητη για να επιτευχθεί καταδίκη (στην ιδιωτική ποινική υπόθεση), δεν προσβάλλει την καλή φήμη του κατηγορουμένου. Το ζήτημα είναι νομικό και το κριτήριο είναι κατά πόσον η καλή φήμη του κατηγορουμένου θα επηρεαζόταν αρνητικά. Το δικαστήριο θα πρέπει, δηλαδή, να διερωτηθεί κατά πόσον η κατηγορία . εναντίον του ενάγοντα-κατηγορούμενου είναι τέτοια που κατ΄ ανάγκην και κατά τη φυσική πορεία των πραγμάτων, είναι δυσφημιστική για τον ενάγοντα. Ακολουθώντας τις κατευθυντήριες γραμμές που δόθηκαν στην Berry (ανωτέρω) το νομικό ερώτημα, που θα έπρεπε να είχε υποβάλει στον εαυτό του και να απαντήσει το πρωτόδικο δικαστήριο, ήταν το κατά πόσον η μαρτυρία που ήταν απαραίτητη για απόδειξη της κατηγορίας της χρήσης μεγαφώνων, χωρίς άδεια, κατά παράβαση του άρθρου 187
(1)(α) του Ποινικού Κώδικα του Κεφ. 154, θα προκαλούσε σκάνδαλο για την υπόληψη του ενάγοντα-εφεσίβλητου υπό την έννοιαν του ότι θα ήταν δυσφημιστική γι΄ αυτόν και θα επηρέαζε αρνητικά την καλή του φήμη, θα μείωνε δηλαδή την υπόληψη του. Κατά την εκτίμηση μας τα όσα έλαβε υπόψιν του το πρωτόδικο δικαστήριο για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η υπόληψη του ενάγοντα-εφεσίβλητου επηρεάστηκε αρνητικά, δηλαδή η ντροπή που αισθάνθηκε και η δύσκολη θέση στην οποία βρέθηκε, καθώς και η άδικη συμμετοχή του στη διαδικασία της επίδικης ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης, δεν ήταν σχετικά με την απόδειξη του απαραίτητου αυτού συστατικού στοιχείου του αστικού αδικήματος της κακόβουλης δίωξης, δυνάμει του άρθρου 32 του Κεφ. 148 και του κοινού δικαίου. Η κατηγορία που προσήφθη στον κατηγορούμενο-ενάγοντα-εφεσίβλητο, αυτή δηλαδή της χρήσης μεγαφώνων, χωρίς την άδεια του Επάρχου, και η μαρτυρία που θα ήταν απαραίτητη για να αποδειχθεί αυτή η κατηγορία, λαμβανομένων υπόψιν και των λεπτομερειών του αδικήματος σύμφωνα με τις οποίες, μεταξύ των ωρών 18.00 και 20.00, στον αερολιμένα της Πάφου, χρησιμοποιούσε μεγάφωνα και μετέδιδε ήχους χωρίς άδεια του Επάρχου, δεν είναι τέτοιας φύσης που θα μπορούσε να προκαλέσει σκάνδαλο για την υπόληψη του εφεσίβλητου. Ακόμη και αν προσφερόταν μαρτυρία ότι ο εφεσίβλητος έκαμε χρήση μεγαφώνων στον προαναφερόμενο χώρο και χρόνο, χωρίς την άδεια του Επάρχου και όντας, αδιαμφισβήτητα, αξιωματικός της Αστυνομίας, τέτοια μαρτυρία δεν θα ήταν δυσφημιστική γι΄ αυτόν, δεν θα επηρέαζε αρνητικά την καλή του φήμη και δεν θα αφαιρούσε από την υπόληψη του κατά τρόπο που να προκαλεί σκάνδαλο, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες αυθεντίες. Τέτοια μαρτυρία, δηλαδή, δεν θα αφορούσε σε έγκλημα ανεντιμότητας (Δέστε: Rayson v. South London Tramways Company
(1893)2 Q.B. 304 και Wiffen v. Bailey and Romford Urban District Council
(1915)1 K.B. 600) και δεν θα παρείχε, αφεαυτής, αγώγιμο δικαίωμα στον εφεσίβλητο, σε περίπτωση προφορικής δυσφήμισης (slander). Το αδίκημα της χρήσης μεγαφώνων, στον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο που του αποδόθηκε, κακόβουλα, δεν είναι τέτοιο που, ανυπερθέτως και κατά τη φυσική πορεία των πραγμάτων (necessarily and naturally) μειώνει την καλή φήμη του εφεσίβλητου-ενάγοντα (Δέστε: Rayson και Wiffen, ανωτέρω). Κατά συνέπεια θεωρούμε πως το πρωτόδικο δικαστήριο έσφαλε κατά την εφαρμογή των ορθών κριτηρίων της νομολογίας επί των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης και λανθασμένα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, στην παρούσα υπόθεση, προκλήθηκε σκάνδαλο για την υπόληψη του εφεσίβλητου, όπως είναι απαραίτητο για την απόδειξη του αστικού αδικήματος της κακόβουλης δίωξης...» Ενώ όμως όλα σχεδόν τα συστατικά στοιχεία του συγκεκριμένου αδικήματος φαίνεται να έχουν κατά καιρούς απασχολήσει σε κάποιο εκτενή βαθμό την κυπριακή νομολογία, εντούτοις από την έρευνα μου, πλην μιας αναφοράς που γίνεται στην Τσιβίκου ανωτέρω ως προς το ότι «.η ύπαρξη κακοβουλίας αποτελεί πραγματικό γεγονός και η απουσία εύλογης και πιθανής αιτίας από την ποινική δίωξη αποτελεί γενικώς μαρτυρία περί της ύπαρξης κακοβουλίας.», δεν έχω εντοπίσει οποιαδήποτε κυπριακή εφετειακή απόφαση στην οποία να εξετάστηκε σε βάθος το συστατικό στοιχείο της «δίωξης χωρίς εύλογη και πιθανή αιτία» καθώς και το πώς το εν λόγω στοιχείο συνυπάρχει στο αδίκημα με το στοιχείο της κακοβουλίας. Εν τη απουσία λοιπόν κυπριακής απόφασης επί του θέματος, ανέτρεξα για καθοδήγηση κυρίως στο σύγγραμμα Clerk and Lindsell on Torts, στο οποίο αμφότεροι οι συνήγοροι με παρέπεμψαν και του οποίου οι σχετικές με το συγκεκριμένο αστικό αδίκημα αναφορές έχουν ήδη υιοθετηθεί και από την κυπριακή νομολογία (βλ. Κλεάνθους ανωτέρω). Συνοψίζω πιο κάτω σε ελεύθερη μετάφραση τα όσα σχετικά αναφέρονται στις παραγράφους 1898 - 1915 της 14ης έκδοσης του εν λόγω συγγράμματος, παρεμβάλλοντας ταυτόχρονα και κάποιες σχετικές αγγλικές αποφάσεις αλλά και κάποιες σχετικές αναφορές που γίνονται στο κυπριακό σύγγραμμα «Αστικά Αδικήματα, Δίκαιο και Αποφάσεις» των Αρτέμη και Ερωτοκρίτου. Επισημαίνω εδώ ότι οι αναφορές που γίνονται στην 14η έκδοση του συγγράμματος CLERK & LINDSELL δεν φαίνεται να έχουν υποστεί οποιεσδήποτε ουσιαστικές αλλαγές κατά τις μεταγενέστερες εκδόσεις του συγγράμματος στις οποίες παραπέμπουν οι συνήγοροι και οι διάφορες πρωτόδικες αποφάσεις στις οποίες οι τελευταίοι έκαμαν αναφορά. Το ζήτημα λοιπόν της απουσίας εύλογης και πιθανής αιτίας για τη δίωξη, περιλαμβάνει την απόδειξη ενός αρνητικού ουσιαστικά στοιχείου, το οποίο δεν εξαρτάται από τo ποια είναι τα πραγματικά γεγονότα που έλαβαν χώρα αλλά από το ποια ήταν τα γεγονότα που είχε ή όφειλε να έχει ο εναγόμενος - κατήγορος στο μυαλό του κατά το χρόνο της δίωξης, ήτοι το κατά πόσο οι πληροφορίες και η πεποίθηση που είχε τότε κατά νου ο τελευταίος καταδεικνύουν ότι αυτός είχε ή δεν είχε τότε ειλικρινή πίστη για την πιθανότητα ενοχής του ενάγοντα κατηγορουμένου ή στις κατηγορίες που του πρόσαπτε - «.reasonable and probable cause depends not on the actual facts but upon the facts of which the prosecutor had knowledge or believed on reasonable grounds to exist.reasonable and probable cause depends upon the information and belief of the defendant.» (βλ. παρ. 1902 και 1913). Για το θέμα της ειλικρινούς πίστης του κατηγόρου δεν χρειάζεται να υπάρχει κατά το χρόνο της δίωξης θετική πίστη του τελευταίου για την ενοχή του κατηγορούμενου ενάγοντα αλλά είναι αρκετό να υπάρχει μόνο εύλογη πίστη στο δικαίωμα για τη δίωξη ή στο βάσιμο αυτής, και ο κατήγορος να ήταν πεπεισμένος τουλάχιστον για την πιθανότητα ενοχής του κατηγορούμενου - «.A prosecutor ought to be convinced , if not of the guilt of the accused, at least of the probability of his guilt. When this question of honest belief arises it seems that it is sufficient for the prosecutor to believe in his right to prosecute or that the prosecution is justifiable and it is not necessary that he should have a positive belief in the guilt of the accused.» (βλ. παρ. 1911 και Broad v Ham
(1839)5 Bing.N.C. 722.) Η εύλογη και πιθανή αιτία λοιπόν δεν εξαρτάται από την πραγματική ύπαρξη μιας κατάστασης πραγμάτων, αλλά από το κατά πόσο υπήρχε εύλογη και καλόπιστη πίστη για την ύπαρξη μιας τέτοιας κατάστασης πραγμάτων, η οποία, αν θεωρηθεί αληθινή, εύλογα θα οδηγούσε ένα μέσο και συνετό άνθρωπο που βρισκόταν στη θέση του κατηγορούμενου στο συμπέρασμα ότι ο ενάγοντας ήταν πιθανόν ένοχος για το αδίκημα που κατηγορήθηκε και ότι η δίωξη ήταν δικαιολογημένη- «.The question of reasonable and probable cause depends in all cases not upon the actual existence, but upon the reasonable bona fide belief in the existence, of such a state of things as would amount to a justification of the course pursued in making the accusation complained of.» - «.An honest belief in the guilt of the accused based upon a full conviction, founded upon reasonable grounds, of the existence of a state of circumstances which, assuming them to be true, would reasonably lead any ordinary prudent and cautious man, placed in the position of the accuser, to the conclusion that the person charged was probably guilty of the crime imputed...» (βλ. παρ. 1903, Herniman v. Smith [1938] A.C. 305 και Hicks v. Faulkner
(1878)8 QBD 167). Πρέπει δηλαδή να διαπιστωθεί μια λογική αιτία όπως αυτή θα γινόταν αντιληπτή από ένα διακριτικό άνθρωπο, μια πιθανή αιτία όπως αυτή θα γινόταν αντιληπτή από ένα λογικό άνθρωπο, και σε κάθε περίπτωση ότι έτσι έγιναν τα στοιχεία αυτά αντιληπτά από τον συγκεκριμένο κατήγορο - «There must be a reasonable cause—such as would operate on the mind of a discreet man; there must be a probable cause—such as would operate on the mind of a reasonable man; at all events such as would operate on the mind of the party making the charge; otherwise there is no probable cause for him: I cannot say that the defendant acted on probable cause, if the state of facts was such as to have no effect on his mind.» (βλ. Broad v Ham
(1839)5 Bing.N.C. 722). Ο ενάγοντας λοιπόν θα πρέπει να παρουσιάσει κάποια αποδεικτικά στοιχεία που τείνουν να αποδείξουν την απουσία ύπαρξης εύλογης και πιθανής αιτίας στο μυαλό του εναγομένου και για να το επιτύχει αυτό πρέπει να δείξει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες κινήθηκε η δίωξη. Δεν αρκεί ο ενάγοντας να αποδείξει ότι στην πραγματικότητα ήταν αθώος ή ότι στη βάση των πραγματικών γεγονότων δεν μπορούσε να αποδειχθεί η ποινική του ευθύνη, εκτός εάν φαίνεται ότι τα συγκεκριμένα γεγονότα ήταν στην προσωπική γνώση του εναγομένου. Εάν όμως δεν ήταν, τότε θα πρέπει να αποδειχθεί ποιες ήταν οι πληροφορίες με βάση τις οποίες ενήργησε ο εναγόμενος, κάτι που μερικές φορές γίνεται με την παρουσίαση των καταθέσεων που ήταν ενώπιον του ποινικού δικαστή - «.The plaintiff has, in the first place, to give some evidence tending to establish an absence of reasonable and probable cause operating on the mind of the defendant. To do this he must show the circumstances in which the prosecution was instituted. It is not enough to prove that the real facts established no criminal liability against him, unless it also appear that those facts were within the personal knowledge of the defendant. If they were not, it must be shown what was the information on which the defendant acted.» (βλ. παρ.1898). Αυτό βεβαίως δεν σημαίνει ότι στα πλαίσια της αγωγής για κακόβουλη δίωξη θα εκδικαστεί εκ νέου η ποινική ευθύνη του ενάγοντα αφού ακόμη και αν ήθελε φανεί στα πλαίσια της αγωγής ότι ο ενάγοντας ήταν στην πραγματικότητα ένοχος στην ποινική κατηγορία που του είχε προσαφθεί, αυτός μπορεί παρά ταύτα να πετύχει στην αγωγή του αν φανεί ότι ο εναγόμενος δεν πίστευε ειλικρινά και εύλογα σε μια τέτοια κατάληξη (βλ. μεταξύ άλλων παρ. 1913 και Hicks v. Faulkner
(1878)8 QBD 167). Άλλωστε, όπως ανέφερα πιο πάνω, το στοιχείο της εύλογης και πιθανής αιτίας δεν εξαρτάται από τα πραγματικά γεγονότα αλλά από τα γεγονότα που είτε γνώριζε είτε εύλογα πίστευε ο εναγόμενος κατήγορος ότι υπήρχαν. Είναι γι' αυτό το λόγο επομένως που αν αποδειχθεί ότι ο εναγόμενος δεν πίστευε στο βάσιμο της δίωξης τότε η αγωγή μπορεί να επιτύχει, όποια και να ήταν η «πραγματική» κατάσταση πραγμάτων (βλ. παρ.1898). Την ίδια στιγμή όμως, αν ο κατήγορος είχε ενώπιον του μαρτυρία η οποία εύλογα θα μπορούσε να θεωρηθεί ως μαρτυρία που καταδείκνυε εκ πρώτης όψεως ενοχή του ενάγοντα, η μαρτυρία αυτή ενδέχεται να είναι αρκετή για να καταδειχθεί η ύπαρξη εύλογης και πιθανής αιτίας εφόσον ο κατήγορος δεν υποχρεούτο κατά το χρόνο της δίωξης να θεωρήσει ως ορθή την εκδοχή της υπεράσπισης ή να βεβαιωθεί ότι θα υπήρχαν τέτοια αποδεικτικά στοιχεία που στο τέλος θα κρίνονταν και νομικά επαρκή ώστε να εξασφάλιζαν την καταδίκη του ενάγοντα (βλ. Lister v Perryman
(1870)LR 4 HL 521). Άλλωστε, «ένας συνεργός ή ένας μολυσμένος μάρτυρας μπορεί να δώσει επαρκή μαρτυρία ώστε να στοιχειοθετηθεί εκ πρώτης όψεως (ποινική) υπόθεση και να δικαιολογηθεί έτσι η καταχώρηση μιας ποινικής δίωξης παρόλο που η μαρτυρία του ενδέχεται στο τέλος να μην είναι επαρκής για να οδηγήσει σε καταδίκη» (Dawson v. Vansandau
(1863)11 W.R. 516). Με άλλα λόγια, ο κατήγορος πρέπει να ήταν πεπεισμένος, αν όχι για την ενοχή του κατηγορουμένου ενάγοντα, τουλάχιστον για την πιθανότητα ενοχής του και κανένα καθήκον δεν είχε να εξακριβώσει αν υπήρχε καλή υπεράσπιση στην προτιθέμενη δίωξη αλλά μόνο αν υπήρχε εύλογη και πιθανή αιτία για να διωχθεί ο ενάγοντας (Herniman v. Smith [1938] A.C. 305). Είναι δε αρκετό για τον κατήγορο αν η ενέργεια του να προχωρήσει με τη δίωξη με βάση τις πληροφορίες που είχε, θα ήταν αποδεκτή από ένα συνετό και προσεκτικό άνθρωπο κατά τη συνήθη πορεία της καθημερινότητας. Βεβαίως, η δίωξη μπορεί να φανεί ότι δεν ήταν εύλογη, όχι διότι ο κατήγορος δεν είχε ουσιαστικές πληροφορίες που καταδείκνυαν την πιθανότητα της ενοχής του ενάγοντα, αλλά διότι αυτός γνώριζε και για την ύπαρξη μαρτυρίας η οποία παρείχε έρεισμα για βάσιμη αμφισβήτηση της κατηγορίας και παρά ταύτα την αγνόησε. Αυτό γιατί ο κατήγορος δεν έχει δικαίωμα να διαλέξει και να επιλέξει τη μαρτυρία που έχει ενώπιον του ώστε να ενεργήσει μόνο στη βάση του μέρους της μαρτυρίας που καταδεικνύει καλή αιτία για να προχωρήσει με τη δίωξη. Συνεπώς, αν η μαρτυρία που είχε ενώπιον του ο κατήγορος ήταν ελλιπής ή αναξιόπιστη, τότε ίσως αυτός να έπρεπε είτε να γνωρίζει είτε να φροντίσει να ενημερωθεί για τα πραγματικά περιστατικά πριν προχωρήσει με τη δίωξη. Εναπόκειται λοιπόν στον ενάγοντα να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι οι συγκεκριμένες πληροφορίες της υπόθεσης δεν έτυχαν ορθής και επιμελούς αξιολόγησης από τον εναγόμενο (βλ. παρ.1904 και 1906). Θα πρέπει βεβαίως να σημειωθεί εδώ ότι η κακοβουλία και η απουσία εύλογης και πιθανής αιτίας είναι δύο ξεχωριστά στοιχεία που πρέπει όμως να συνυπάρχουν για να πετύχει μια αγωγή για κακόβουλη δίωξη[2] και όπως έχει τονιστεί και από την αγγλική νομολογία, ακόμη και αν παρουσιαστεί μαρτυρία που καταδεικνύει κακοβουλία από πλευράς εναγόμενου, αυτή καθ' αυτή η μαρτυρία δεν αποδεικνύει άνευ ετέρου και απουσία ειλικρινούς πίστης από πλευράς του τελευταίου, αφού ένας κατήγορος που διακατέχεται από κακοβουλία μπορεί παρά ταύτα να πιστεύει ειλικρινά στην ενοχή του κατηγορουμένου. Μάλιστα δε, ενώ η απουσία ειλικρινούς πίστης μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα κακοβουλίας εντούτοις το ανάποδο δεν ισχύει, εφόσον είναι απόλυτα πιθανό η κακοβουλία να συνυπάρχει με γνήσια πίστη στην ενοχή ή πιθανότητα ενοχής του κατηγορούμενου ενάγοντα - «.From lack of honest belief it may well be inferred that there is lack of honest motive; but it by no means follows that the converse inference may be made.it is perfectly possible that the most malicious motives may coexist with a genuine belief in the guilt of the accused.» (βλ. παρ. 1912 και Brown v Hawkes [1891] 2 QB 718 kai Turner v Ambler
(1847)10 QB 252. Κατά παρόμοιο τρόπο, η διαπίστωση ότι ο κατήγορος πίστευε ειλικρινά στην ενοχή του ενάγοντα δεν σημαίνει απαραίτητα ότι υπήρχε και εύλογη και πιθανή αιτία για τη δίωξη (βλ. Glinski v. McIver [1962] A.C. 726 και Tempest v Snowden [1952] 1 KB 130). Αναφέρω εδώ παρενθετικά ότι για το στοιχείο της κακοβουλίας, στο σύγγραμμα των Αρτέμη και Ερωτοκρίτου αναφέρεται ότι από τις υποθέσεις Brown και Glinski προκύπτει ότι η απλή αγανάκτηση του κατηγόρου ή η πρόθεση του να εκδικηθεί τον ενάγοντα για τη ζημιά που του προκλήθηκε από το ποινικό αδίκημα για το οποίο τον κατήγγειλε, δεν είναι αρκετά για να καταδείξουν κακοβουλία. Την ίδια στιγμή θα πρέπει να σημειωθεί ότι στην υπόθεση Gibbs v Rea [1998] AC 786 (PC) όπου έγιναν παραπομπές στις Brown και Glinski ανωτέρω, η πλειοψηφία του Ανακτοσυμβουλίου ανέφερε ότι η κακοβουλία σε αυτές τις αγωγές έχει την ειδική έννοια που είναι κοινή σε όλα τα αστικά αδικήματα και η οποία καλύπτει όχι μόνο την εχθρότητα και την μοχθηρία αλλά και τα ανάρμοστα και απρεπή κίνητρα - «Malice in this context has the special meaning common to other torts and covers not only spite or ill-will but also improper motive». Η μειοψηφία δε, συμφωνώντας με την πλειοψηφία ως προς τη σχετική αρχή, ανέφερε ότι η έννοια της κακοβουλίας δεν καλύπτει μόνο την εχθρότητα και την μοχθηρία αλλά και κάθε περίπτωση όπου η κύρια επιθυμία κατήγορου δεν είναι η προσαγωγή του αντιδίκου στη δικαιοσύνη - «.it covered not only spite and ill-will but also any position other than the desire to bring the other party to justice.». Είναι βεβαίως προφανές ότι η Gibbs δεν καθιέρωσε κάποια καινούρια αρχή, αλλά απλά επιβεβαίωσε την ήδη πάγια αρχή ότι η εχθρότητα και η κακοπροαίρεση λαμβάνονται μεν υπόψη ως ενδείξεις πιθανής κακοβουλίας, αλλά τα στοιχεία αυτά δεν μπορούν από μόνα τους να οδηγήσουν σε τέτοιο συμπέρασμα αν δεν διαπιστώνεται γενικότερα η ύπαρξη ενός απρεπούς και ανάρμοστου κινήτρου, ότι δηλαδή ειπώθηκε και στην Πίτσιλλος ανωτέρω. Θεωρώ λοιπόν ότι η πιο εύστοχη τοποθέτηση επί του θέματος είναι αυτή που γίνεται στην παρ. 1915 του συγγράμματος CLERK & LINDSELL, όπου κατόπιν παραπομπής μεταξύ άλλων στις Mitchell v Jenkins
(1833)5 B.&Ad. 588 και Brown ανωτέρω, αναφέρεται ότι «ο όρος κακοβουλία σε τέτοιες αγωγές δεν θα πρέπει να εξετάζεται υπό την έννοια της εχθρότητας ή του μίσους εναντίον κάποιου αλλά υπό την έννοια της πρόθεσης πρόκλησης βλάβης ή διάπραξης μιας παράνομης ή ανήθικης πράξης (malus animous), η οποία υποδηλοί ότι ο διάδικος υποκινείται από ανάρμοστα και αλλότρια κίνητρα.(και ότι).ένας ενάγοντας μπορεί κάποιες φορές να μπορεί να δείξει ποιο ήταν το πραγματικό κίνητρο (του κατήγορου) με απόδειξη εκφράσεων εχθρότητας ή κακοπροαίρεσης.» (βλ. επίσης Πίτσιλλος ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1994)1 Α.Α.Δ. 268) . Των πιο πάνω λεχθέντων, επισημαίνω και ότι αν διαπιστωθεί ότι υπήρχε εύλογη και πιθανή αιτία για τη δίωξη του ενάγοντα, τότε η συζήτηση για το αν υπήρχε ή όχι κακοβουλία από πλευράς εναγόμενου καθίσταται άνευ ουσίας (παρ.1915) και αυτό γιατί όπως γλαφυρά λέχθηκε στην Young (William) & Co. v. Leven
(1822), 1 Sh. Sc. App. 179 στην οποία παρέπεμψε το Ανακτοσυμβούλιο στην Gibbs ανωτέρω, «.αν η κακοβουλία ενός ανθρώπου είναι τόσο άσχημη και μαύρη όσο μπορεί να είναι, αλλά παρά ταύτα αυτός έχει πιθανή αιτία για την καταγγελία, δεν μπορεί να ευθύνεται για κακόβουλη δίωξη, «. Αν η κακία ενός ανθρώπου είναι τόσο άσχημη και μαύρη όσο μπορεί να εκπροσωπηθεί, αλλά όμως εάν έχει πιθανή αιτία για την καταγγελία, δεν μπορεί να ευθύνεται για οποιαδήποτε ενέργεια για κακόβουλη δίωξη. ". If a person's wickedness is as ugly and black as it can be represented, but if it has a possible cause for denunciation, it cannot be held responsible for any action for malicious prosecution. «... αν κακία του ανθρώπου είναι τόσο αποκρουστική και μαύρο καθώς μπορεί να αναπαρασταθεί, αλλά ακόμα και αν έχει πιθανή αιτία για την καταγγελία, δεν μπορεί να υπόκειται σε οποιαδήποτε ενέργεια για μια κακόβουλη δίωξη? "... if man's wickedness is as disgusting and black as it can be represented, but even if it has a probable cause for denunciation, it cannot be subjected to any action for a malicious prosecution; Can't load full results Try again Retrying... Retrying... και από την άλλη, αν φανεί ότι δεν έχει πιθανή αιτία καταγγελίας, αλλά το μυαλό του στερείται κακοβουλίας, ούτε τότε μπορεί να πετύχει η αγωγή.» - και από τη μία πλευρά, εάν έχει διαπιστωθεί ότι δεν έχει πιθανή αιτία καταγγελίας, αλλά εάν το μυαλό του στερείται κακίας, ούτε μπορεί να διατηρηθεί μια ενέργεια. and on the one hand, if it has been established that he has no probable cause for denunciation, but if his mind is devoid of evil, nor can an action be maintained. και από τη μία πλευρά, αν έχει βρεθεί ότι δεν έχει καμία πιθανή αιτία της καταγγελίας, αλλά αν το μυαλό του είναι χωρίς κακία, δεν μπορεί να διατηρηθεί η δράση ... and on the one hand, if he has been found to have no possible cause for the complaint, but if his mind is without malice, the action cannot be maintained ... Can't load full results Try again Retrying... Retrying... «.if a man's malice is as foul and black as it can be represented, but yet if he has probable cause for the complaint, he cannot be liable to any action for a malicious prosecution; and on the one hand, if it has been found that he has no probable cause of complaint, but if his mind is devoid of malice, neither can an action be maintained.» Κατά την εξέταση λοιπόν του συστατικού στοιχείου της απουσίας εύλογης και πιθανής αιτίας, το Δικαστήριο αναλαμβάνει ένα εξαιρετικής φύσης καθήκον διότι εναπόκειται αποκλειστικά στο Δικαστή να καταλήξει με βάση τα ενώπιον του στοιχεία στο τελικό συμπέρασμα αναφορικά με το ποια είναι τα πραγματικά γεγονότα που είχε υπόψη του ο κατήγορος και στη βάση των οποίων ενήργησε, καθώς και το κατά πόσο τα γεγονότα αυτά καταδεικνύουν την παρουσία ή την απουσία εύλογης και πιθανής αιτίας στο μυαλό του τελευταίου, ήτοι το κατά πόσο ο κατήγορος ενήργησε εύλογα και με ειλικρινή πίστη στην πιθανότητα της ενοχής του ενάγοντα ή στην κατηγορία που πρόσαψε (σ.σ. η συζήτηση που γίνεται στο CLERK & LINDSELL ως προς το ρόλο του Δικαστή και των ενόρκων για το συγκεκριμένο θέμα δεν αφορά το κυπριακό δικαιικό σύστημα). Το καθήκον αυτό του Δικαστή έχει λεχθεί ότι δεν είναι καθόλου απλό διότι ο Δικαστής δεν μπορεί να βασιστεί σε οποιοδήποτε νομολογιακό προηγούμενο ή σε γεγονότα που μπορεί να έχουν καταγραφεί στα πρακτικά άλλων διαδικασιών αφού ακόμη και το γεγονός ότι ο ενάγοντας καταδικάσθηκε αρχικά για το αδίκημα που διώχθηκε - με την αθώωση του να επήλθε κατ' έφεση - δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποδεικνύει νομικά (as a mater of law), ότι ο εναγόμενος κατήγορος είχε τότε εύλογη και πιθανή αιτία για την δίωξη (βλ. παρ. 1898, 1900 και 1913 και τις παραπομπές που εκεί γίνονται σε διάφορες αγγλικές αποφάσεις και νομικά συγγράμματα). Ο λόγος που έκρινα σκόπιμο να αναφερθώ σε κάποια περισσότερη έκταση στα συστατικά στοιχεία της εύλογης και πιθανής αιτίας και της κακοβουλίας είναι διότι στην παρούσα υπόθεση δεν αμφισβητείται ότι στην υπό κρίση υπόθεση συνυπάρχουν τα πρώτα δύο συστατικά στοιχεία του αδικήματος του αρ.32 και ότι όντως πρόκειται για περίπτωση όπου αν αποδειχθεί κακόβουλη δίωξη, τότε τυγχάνουν εφαρμογής και οι πρόνοιες του αρ. 172Σ αναφορικά με την ευθύνη της Δημοκρατίας. Αυτό γιατί είναι κοινώς αποδεκτό ότι όλες οι επίδικες ενέργειες του εναγόμενου 2 αφορούν στον τρόπο με τον οποίο ο τελευταίος εκτέλεσε τα καθήκοντα του ως όργανο της αστυνομικής δύναμης και ότι η ανεπιτυχής ποινική δίωξη που ασκήθηκε εναντίον του ενάγοντα στη βάση των ισχυρισμών του εναγόμενου 2, είχε ασκηθεί από την διωκτική αρχή της Δημοκρατίας η οποία εκπροσωπείται στην αγωγή από τον εναγόμενο
  1. Το ουσιαστικό λοιπόν ζήτημα, για το οποίο θα προχωρήσω να εξετάσω την προσκομισθείσα μαρτυρία, είναι το κατά πόσο η δίωξη του ενάγοντα στη βάση της καταγγελίας και της μαρτυρίας του εναγόμενου 2 ήταν υπό τις περιστάσεις κακόβουλη και χωρίς εύλογη και πιθανή αιτία, ως οι σχετικές αρχές ορίζουν. Επί αυτού του θέματος συνεπώς σημειώνω τα εξής. Συνιστά κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων ότι η καταγγελία και η δίωξη του ενάγοντα αφορούσε μόνο στα αδικήματα της απείθειας σε οδηγίες ένστολου αστυνομικού και της παρακώλησης κυκλοφορίας. Είναι δε επίσης κοινώς αποδεκτό, ότι ο εναγόμενος 2 προχώρησε στην καταγγελία του ενάγοντα για απείθεια και παρακώληση μετά που ο τελευταίος αρνήθηκε, όταν το απαίτησε ο εναγόμενος 2, να «φύει που δαμέ», ήτοι από το σημείο της οδού Νικοκλέους όπου το όχημα του ενάγοντα είχε ακινητοποιηθεί λόγω της τροχαίας συμφόρησης που δημιουργήθηκε συνεπεία κάποιου προπορευόμενου οχήματος και η οποία συμφόρηση είχε προκαλέσει αρχικά κάποια αντίδραση του ενάγοντα. Με άλλα λόγια, τόσο ο εναγόμενος 2 όσο και ο ενάγοντας δέχονται ότι η καταγγελία έγινε όταν ο δεύτερος δεν συμμορφώθηκε με την απαίτηση του ένστολου πρώτου να «φύει», και σύμφωνα με τον ίδιο τον ενάγοντα και το Τεκμήριο 3 που αυτός παρουσίασε, ο εναγόμενος 2 «άρχισε να ετοιμάζει την καταγγελία» μετά που είχε ήδη πει στον ενάγοντα τέσσερεις φορές «να φύει», εκ των οποίων οι τρεις φορές, ή τουλάχιστο οι δύο, όταν «.εν τω μεταξύ ο δρόμος είχε αδειάσει.» (βλ. παρ.10 Έγγραφο Α). Την ίδια στιγμή, ενόσω λάμβανε χώρα αυτή η στιχομυθία μεταξύ εναγόμενου 2 και ενάγοντα, ο ίδιος ο τελευταίος διαπίστωσε ότι το όχημα του θα έπρεπε να μετακινηθεί για «να μεν ενοχλούμε τον κόσμο» (Τεκ.3) και «για να μην εμποδίζουμε την κίνηση.(και).την κυκλοφορία.» (Έγγραφο Α παρ.9). Κοντολογίς, σύμφωνα με την εκδοχή του ίδιου του ενάγοντα, τα δεδομένα που είχε ενώπιον του ο εναγόμενος 2 όταν αποφάσισε να τον καταγγείλει ήταν τα εξής: Ο ενάγοντας είχε ακινητοποιήσει το όχημα του εντός του δρόμου λόγω κάποιας συμφόρησης που είχε προκληθεί από προπορευόμενο όχημα, γεγονός το οποίο τον είχε κάμει ν' αντιδράσει κορνάροντας. Ο εναγόμενος 2 τότε, ο οποίος βρισκόταν στην περιοχή για τροχονομικό έλεγχο και ο οποίος καμία προηγούμενη σχέση δεν είχε με τον ενάγοντα ούτε και είχε εμπλακεί στο περιστατικό που είχε προκαλέσει τη συμφόρηση, υπέδειξε στον ενάγοντα ότι ήταν, κατ' εκείνον, παράνομο να κορνάρει στο συγκεκριμένο σημείο και αναφέροντας του ότι κανονικά θα έπρεπε να τον καταγγείλει για το εν λόγω αδίκημα, του είπε να «φύει». Αν και ο δρόμος μπροστά από τον ενάγοντα δεν ήταν ελεύθερος εκείνη τη στιγμή ώστε ο τελευταίος να μπορεί να προχωρήσει, ο τελευταίος δεν επικαλέστηκε εκείνη τη στιγμή αδυναμία να «φύει» λόγω προπορευόμενων οχημάτων ούτε και ανέφερε κάτι τέτοιο στον εναγόμενο
  2. Αντιθέτως, αντιδρώντας στις υποδείξεις του εναγόμενου 2 περί παράνομου κορναρίσματος, ο ενάγοντας «δεν έφυε» αλλά επιχείρησε να αντιδικήσει με τον τελευταίο για το κατά πόσο είχε διαπράξει ή όχι κάποια τροχαία παράβαση. Ο εναγόμενος 2 ξαναείπε τότε με έντονο ύφος στον ενάγοντα «να φύει» όμως ο τελευταίος και πάλι δεν «έφυε», ούτε αυτή τη φορά επικαλούμενος κάποια αδυναμία να το πράξει, αλλά διότι θεώρησε τη συμπεριφορά του εναγόμενου 2 αδικαιολόγητη και θέλησε να διαμαρτυρηθεί προς τούτο. Ο εναγόμενος 2 τότε, μη απαντώντας στη διαμαρτυρία του ενάγοντα, ξαναείπε για τρίτη φορά και με έντονο τρόπο στον τελευταίο να «φύει», όμως ο ενάγοντας συνέχισε να παραμένει στο σημείο παρά το ότι «.εν τω μεταξύ ο δρόμος είχε αδειάσει.» μπροστά του. Αυτή τη φορά η άρνηση του ενάγοντα συνοδεύτηκε και με ρητή έκφραση της πρόθεσης του να υλοποιήσει τη διαμαρτυρία του με το να καταγγείλει τον εναγόμενο
  3. Αφού ο τελευταίος του ξαναείπε «να φύει», ο ενάγοντας αρνήθηκε να το πράξει, θέτοντας αυτή τη φορά και όρο για να «φύει», ήτοι να του δώσει ο εναγόμενος 2 τα στοιχεία του. Τότε ήταν που σύμφωνα με τον ενάγοντα ο εναγόμενος 2 «άρχισε να ετοιμάζει την καταγγελία». Εν τω μεταξύ, η κατάσταση του δρόμου είχε διαμορφωθεί κατά τέτοιο τρόπο που και ο ίδιος ο ενάγοντας έκρινε ότι ενδεχομένως να εμποδιζόταν ο κόσμος, η κίνηση και η κυκλοφορία συνεπεία της θέσης που βρισκόταν το όχημα του. Με άλλα λόγια, σύμφωνα με την εκδοχή του ίδιου του ενάγοντα, αυτό που ουσιαστικά είχε ενώπιον του ο εναγόμενος 2 κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν ένα πολίτη ο οποίος αντιδρούσε και αρνείτο να συμμορφωθεί με τις επανειλημμένες τροχονομικές του υποδείξεις να «φύει» και ο οποίος επέμενε να παραμένει με το όχημα του σε σημείο του δρόμου όπου ενδεχομένως να εμποδιζόταν ο κόσμος, η κίνηση και η κυκλοφορία, όχι διότι επικαλείτο κάποια πραγματική αδυναμία να «φύει», αλλά διότι ήθελε να διαμαρτυρηθεί για τη συμπεριφορά και τον τρόπο εκτέλεσης των καθηκόντων του τροχονόμου, θέτοντας παράλληλα ως όρο του για να «φύει», όπως ο τροχονόμος συμμορφωθεί με τις δικές του απαιτήσεις. Προσεκτική τώρα ανάγνωση της εκδοχής που πρόβαλε ο εναγόμενος 2 ως προς το τι είχε αυτός υπόψη του τη δεδομένη στιγμή, φανερώνει ότι και η δική του εκδοχή κινείται ουσιαστικά πάνω στις ίδιες γραμμές με τον ενάγοντα και αυτό γιατί η ουσία της εκδοχής του εναγόμενου 2 ήταν ότι «.ο Ενάγοντας αρνιόταν να προχωρήσει παρά τις παραινέσεις μου λέγοντας μου ότι δεν του αρέσει η συμπεριφορά μου και να του απολογηθώ, προκαλώντας συμφόρηση.». Στα πιο πάνω δεδομένα τώρα θα πρέπει να προστεθεί και το γεγονός ότι για τα αδικήματα που καταγγέλθηκε και εν τέλει διώχθηκε ο ενάγοντας, έχει νομολογηθεί ότι για το μεν αδίκημα της απείθειας στις οδηγίες αστυνομικού, το δικαίωμα διαμαρτυρίας, ως έκφανση του δικαιώματος έκφρασης, δεν λειτουργεί ως πανάκεια ώστε να δύναται κάποιος κατά το δοκούν να παρανομεί επικαλούμενος «δικαίωμα έκφρασης» (βλ. ΔΩΡΟΣ ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΥ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Πoινική ΄Εφεση αρ.149/2015, 25/4/2017), για το αδίκημα δε της παρακώλυσης, ότι το τι συνιστά παρακώλυση κυκλοφορίας είναι θέμα πραγματικό και θέμα βαθμού για το οποίο δεν υπάρχει γενικός ή εξαντλητικός ορισμός διότι εξαρτάται από όλους εκείνους τους παράγοντες που προσδίδουν σε ένα δρόμο τη δική του δυναμική όπως διαμορφώνεται κατά τη διάρκεια της ημέρας (βλ. ΝΕΟΦΥΤΟΥ ΠΙΡΙΛΛΙΔΗ ν. ΔΗΜΟΥ ΛΕΜΕΣΟΥ, Ποινική Έφεση Αρ. 331/2015, 11/12/2017 και ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΝΙΚΟΛΑΣ ν. ΔΗΜΟΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ, ΠΟΙΝΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 149/16, 26/4/2018). Λαμβανομένων των πιο πάνω υπόψη συνεπώς και υπενθυμίζοντας ότι για σκοπούς του υπό κρίση αστικού αδικήματος του αρ.32, ο εναγόμενος κατήγορος δεν θα πρέπει να θεωρείται ότι είχε καθήκον να εξακριβώσει αν ο κατηγορούμενος ενάγοντας είχε καλή υπεράσπιση στην προτιθέμενη δίωξη, κρίνω ότι η κατάσταση πραγμάτων που ο ίδιος ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι είχε ενώπιον του ο εναγόμενος 2, όπως και αν η εν λόγω κατάσταση ήθελε ιδωθεί, ήτοι είτε μέσα από τα μάτια ενός μέσου αντικειμενικού ανθρώπου είτε του συγκεκριμένου αστυνομικού, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως κατάσταση πραγμάτων η οποία δεν παρείχε στον εναγόμενο 2 την εύλογη και πιθανή αιτία για να καταγγείλει τον ενάγοντα ή την ειλικρινή πίστη για την πιθανότητα ενοχής του τελευταίου σε σχέση με τα αδικήματα που τον κατήγγειλε. Ούτε όμως θεωρώ ότι θα μπορούσε υπό τις περιστάσεις να λεχθεί ότι ο εναγόμενος 2 εθελοτύφλησε σε σχέση με την ύπαρξη μαρτυρίας που καθιστούσε την καταγγελία και τη δίωξη παντελώς παράλογη. Αυτό αν μη τι άλλο διότι δεν θα ήταν θεωρώ εύλογο να θεωρηθεί ότι ο εναγόμενος 2, ο οποίος είχε ενώπιον του ένα πολίτη που αρνείτο να συμμορφωθεί με τις υποδείξεις του διότι ήθελε να διαμαρτυρηθεί, είχε καθήκον να διερευνήσει το κατά πόσο αυτή η διαμαρτυρία ήταν ή όχι δικαιολογημένη ή αν συνιστούσε βάσιμη ή όχι υπεράσπιση. Άλλωστε, το ποινικό Δικαστήριο στο οποίο και ο ίδιος ο ενάγοντας είχε ζητήσει να οδηγηθεί η υπόθεση, έκρινε ότι η εκδοχή του εναγόμενου 2 σε σχέση με το τι έλαβε χώρα τη δεδομένη στιγμή ήταν επαρκής για να αποδείξει εκ πρώτης όψεως την ενοχή του ενάγοντα και για τα δύο αδικήματα που καταγγέλθηκε και διώχθηκε, ενώ ακόμη και στο τέλος της ποινικής υπόθεσης, η αθώωση του τελευταίου δεν επήλθε διότι τα γεγονότα που αυτός ισχυρίστηκε καταδείκνυαν την ύπαρξη οποιασδήποτε νόμιμης υπεράσπισης, αλλά απλά διότι προέκυψε αμφιβολία ως προς το κατά πόσο τελικά αυτός διέπραξε τα αδικήματα που κατηγορήθηκε. Εφόσον λοιπόν είναι στη βάση των ίδιων γεγονότων που ο ενάγοντας προωθεί και την παρούσα αγωγή, δεν θα ήταν θεωρώ δίκαιο να λεχθεί ότι υπό αυτά τα γεγονότα ο εναγόμενος 2 ενήργησε χωρίς εύλογη και πιθανή αιτία και χωρίς ειλικρινή πίστη στην πιθανότητα της ενοχής του ενάγοντα. Υπενθυμίζω ότι για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, δεν αρκεί ο ενάγοντας να αποδείξει ότι στην πραγματικότητα ήταν αθώος ή ότι στη βάση των πραγματικών γεγονότων δεν μπορούσε να αποδειχθεί η ποινική του ευθύνη αλλά ότι ο εναγόμενος δεν πίστευε ειλικρινά και εύλογα σε μια τέτοια κατάληξη, κάτι που στην προκειμένη περίπτωση, με βάση τα γεγονότα που παρουσίασε ο ίδιος ο ενάγοντας, δεν θεωρώ ότι ισχύει. Κρίνω λοιπόν ότι όπως και αν ήθελε ιδωθεί η παρούσα περίπτωση, δεν μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι κατά το χρόνο της δίωξης ο εναγόμενος 2 δεν είχε εύλογη και πιθανή αιτία ή ειλικρινή πίστη για την πιθανότητα ενοχής του ενάγοντα σε σχέση με τα αδικήματα που τον κατήγγειλε και κατ' επέκταση κρίνω ότι ούτε και η μεταγενέστερη δίωξη του ενάγοντα έπασχε από έλλειψη εύλογης και πιθανής αιτίας. Η ουσιαστική λοιπόν διαφωνία των διαδίκων ως προς το κατά πόσο η καταγγελία του ενάγοντα προήλθε ή όχι ως εκδικητική αντίδραση στην διαμαρτυρία του και στην εκδηλωθείσα πρόθεση του να καταγγείλει τον εναγόμενο 2, καθίσταται υπό τις περιστάσεις δευτερεύουσας αν όχι μηδαμινής σημασίας, εφόσον, ως ανέφερα ανωτέρω, ακόμη και αν ένας κατήγορος διακατέχεται από εχθρότητα και μοχθηρία, στοιχεία που μπορεί να καταδείξουν κακοβουλία, εντούτοις αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπήρχε εύλογη και πιθανή αιτία για τη δίωξη ή ειλικρινή πίστη στην ενοχή του κατηγορουμένου. Το αν λοιπόν ο εναγόμενος 2 αποφάσισε να καταγγείλει τον ενάγοντα τη χρονική στιγμή που ο τελευταίος αποφάσισε να του κάνει «.παρατήρηση για τον τρόπο του και να του ζητήσω τον αριθμό του για να υποβάλω σχετικό παράπονο.», δεν συνεπάγεται άνευ ετέρου και απουσία εύλογης και πιθανής αιτίας για τη δίωξη ή ειλικρινή πίστη στην ενοχή του ενάγοντα. Άλλωστε, δεν θα πρέπει να μας διαφεύγει ότι σύμφωνα με τον ίδιο τον ενάγοντα, το όλο περιστατικό ξεκίνησε συνεπεία της αντίδρασης του ιδίου στην προειδοποίηση που του έκανε ο εναγόμενος 2 ότι διέπραττε άλλο τροχονομικό αδίκημα και ότι στο τέλος ο τελευταίος, ενήργησε όπως αρχικά είχε δηλώσει στον ενάγοντα, ήτοι δεν τον κατήγγειλε για το εν λόγω αδίκημα έστω και αν στην πορεία «απειλήθηκε» με καταχώρηση καταγγελίας εναντίον του. Παρά το ότι η πιο πάνω διαπίστωση μου καθιστά περιττή και αχρείαστη την ενασχόληση με το κατά πόσο υπήρχε κακοβουλία στις ενέργειες του εναγόμενου 2 - «.if reasonable and probable cause is found, the question of malice or no malice is irrelevant.» (παρ. 1915 CLERK & LINDSELL), εντούτοις για σκοπούς πληρότητας θεωρώ ορθό να αναφέρω ότι στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται ανωτέρω, δεν διαπιστώνω να υπάρχει ούτε το στοιχείο της κακοβουλίας στην παρούσα υπόθεση. Αυτό γιατί ενώ σίγουρα κάποιος θα μπορούσε να υποστηρίξει ότι αν δεν ήταν για τον εκατέρωθεν εκνευρισμό και ένταση, το όλο θέμα, έστω και αν υπήρχε εύλογη και πιθανή αιτία για καταγγελία του ενάγοντα, ίσως να μην οδηγείτο στο σημείο που κατέληξε, την ίδια στιγμή, η απλή αγανάκτηση του κατηγόρου ή ακόμη και η απόφαση του να ενεργήσει τελικά στη βάση της εύλογης και πιθανής αιτίας που είχε απλά διότι θύμωσε ή εκνευρίστηκε με τον ενάγοντα, που φαίνεται να ήταν και η παρούσα περίπτωση, δεν αρκεί για να καταδείξει κακοβουλία (βλ. σχετική αναφορά που γίνεται στο σύγγραμμα Αρτέμη και Ερωτοκρίτου ανωτέρω). Ορθή λοιπόν φαίνεται να ήταν η πιο «συνετή» προσέγγιση που υιοθέτησε στην υπό κρίση περίπτωση ο Βοηθός Αρχηγός Αστυνομίας, ο οποίος ναι μεν δεν θεώρησε ότι ο υφιστάμενος του ενήργησε αντινομικά ή κατά τρόπο που αντίκειται στους κανονισμούς της αστυνομίας εφόσον ούτε η απόφαση του ποινικού Δικαστηρίου καταδείκνυε να είχε γίνει κάτι τέτοιο, όμως την ίδια στιγμή έκρινε ορθό και όπως συστήσει στον υφιστάμενο του «.να είναι πιο προσεκτικό(ς) και να αξιολογεί καλύτερα τα γεγονότα και τις συνθήκες για τον ορθότερο χειρισμό κάθε περιστατικού.» ώστε να αποφευχθεί παρόμοιο περιστατικό στο μέλλον. Με άλλα λόγια, πέραν της μη απόδειξης απουσίας εύλογης και πιθανής αιτίας, διαπιστώνεται ότι ούτε κακοβουλία αποδεικνύεται να περιέβαλλε την καταγγελία και τη δίωξη του ενάγοντα. Πέραν και ανεξάρτητα των πιο πάνω όμως, θα πρέπει να αναφέρω εδώ ότι με τα στοιχεία που έθεσε ενώπιον μου ο ενάγοντας δεν αποδεικνύεται ούτε το χωριστό και επιβαλλόμενο να αποδειχτεί, στοιχείο της πρόκλησης ζημιάς. Αυτό αφ' ενός γιατί η μεν «.ντροπή που αισθάνθηκε και η δύσκολη θέση στην οποία βρέθηκε, καθώς και η άδικη συμμετοχή του στη διαδικασία της . ποινικής υπόθεσης, δεν ήταν σχετικά με την απόδειξη του απαραίτητου αυτού συστατικού στοιχείου του αστικού αδικήματος της κακόβουλης δίωξης, δυνάμει του άρθρου 32 του Κεφ. 148 και του κοινού δικαίου.» και αφ' ετέρου γιατί τα αδικήματα για τα οποία διώχθηκε «.δεν είναι τέτοιας φύσης που θα μπορούσε να προκαλέσει σκάνδαλο για την υπόληψη του . (και ούτε η ).μαρτυρία .ήταν τέτοιας φύσης (που) θα επηρέαζε αρνητικά την καλή του φήμη και (δεν) θα αφαιρούσε από την υπόληψη του κατά τρόπο που να προκαλεί σκάνδαλο, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες αυθεντίες. Τέτοια μαρτυρία, δηλαδή, δεν θα αφορούσε σε έγκλημα ανεντιμότητας.» (βλ. Φωτίου ανωτέρω). Όσον αφορά δε την ειδική ζημιά που ο ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι υπέστη, θα περιοριστώ να αναφέρω απλά ότι έστω και αν δεν αμφισβητείται ότι ο τελευταίος αναγκάστηκε να εμφανιστεί στο ποινικό Δικαστήριο 16 φορές, εντούτοις, δεν κατέβαλε οποιαδήποτε αμοιβή στον τότε δικηγόρο του ενώ η υποθετική ουσιαστικά θέση του ότι αν δεν εμφανιζόταν στην ποινική διαδικασία, τότε πιθανόν να αξιοποιούσε το εν λόγω χρόνο για την εργασία του, και αν το έκανε αυτό, τότε αν χρέωνε €200 την ώρα που συνήθως χρεώνει, θα εισέπραττε €4000, δεν αρκεί θεωρώ για να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό την ειδική ζημιά που αυτός ισχυρίζεται ότι υπέστη. Με άλλα λόγια, η παρούσα αγωγή δεν μπορεί να επιτύχει και λόγω της μη απόδειξης του χωριστού και ανεξάρτητου στοιχείου της ζημιάς, που «.είναι απαραίτητο για την απόδειξη του αστικού αδικήματος της κακόβουλης δίωξης..» (βλ. Φωτίου ανωτέρω). Για όλους τους πιο πάνω λόγους συνεπώς, κρίνω ότι ο ενάγοντας απέτυχε να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό την υπόθεση του εναντίον αμφότερων των εναγομένων και επομένως η αγωγή απορρίπτεται. Των πιο πάνω λεχθέντων όμως δεν θα μπορούσα να μην αναφέρω και το εξής. Παρά το ότι ο ενάγοντας δεν κατάφερε να αποδείξει ότι διώχθηκε κακόβουλα εν τη εννοία του αρ.32 Κεφ.148, εντούτοις σε κανένα σημείο της υπόθεσης δεν διαπίστωσα τον τελευταίο να υποκινείται από οποιαδήποτε οικονομικά ή αλλότρια κίνητρα. Αντιθέτως, η εντύπωση που απεκόμισα από τον ενάγοντα ήταν ότι επρόκειτο για ένα πολίτη ο οποίος δυσανασχέτησε με τον τρόπο που του συμπεριφέρθηκε ένα μέλος της αστυνομικής δύναμης και ο οποίος προσπαθούσε απλά να αναδείξει το πώς αυτή η συμπεριφορά δεν περιποιεί τιμή στην αστυνομία και στο κράτος γενικότερα. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι ο ενάγοντας είχε δικαίωμα να ανταποδώσει ανάλογη συμπεριφορά, όμως φαίνεται ότι και ο ίδιος ο Βοηθός Αρχηγός Αστυνομίας έκρινε ότι η αναστάτωση που ένιωσε ο ενάγοντας από τον τρόπο με τον οποίο τον χειρίστηκε ο εναγόμενος 2 δεν ήταν παντελώς αδικαιολόγητη. Σε αντίθεση όμως με τον ενάγοντα, ο οποίος έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου και τη δική του συμπεριφορά κατά το επίδικο περιστατικό, μη προσπαθώντας να αποκρύψει το γεγονός ότι κάποιες πτυχές της συμπεριφοράς του αυτής θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ειρωνικές ή ερειστικές, ο εναγόμενος 2 επέμενε μέχρι τέλους ότι η δική του συμπεριφορά ήταν ουσιαστικά άψογη και αυτό παρά το ότι για τη συμπεριφορά που αυτός επέδειξε είχε δεχθεί συστάσεις από τον προϊστάμενο του. Δεν θα μπορούσε λοιπόν να μη λεχθεί ότι θα ήταν πολύ πιθανόν να μην καταχωρείτο ή να μην προωθείτο ποτέ η παρούσα αγωγή αν ο εναγόμενος 2, ο οποίος εκ της φύσης της εργασίας του έχει καθήκον να δείχνει περισσότερη ανοχή και καλύτερο έλεγχο από τους πολίτες που αστυνομεύει, αναγνώριζε, έστω και την υστάτη, ότι ίσως ο λόγος που τα πράγματα πήραν την τροπή που πήραν να ήταν ο τρόπος με τον οποίο συμπεριφέρθηκε και χειρίστηκε το όλο περιστατικό. Έχοντας τούτο κατά νου λοιπόν, παρά το ότι ο ενάγοντας απέτυχε στην αγωγή του, κρίνω ορθό και δίκαιο όπως μην εκδώσω οποιαδήποτε διαταγή εξόδων εναντίον του αλλά όπως διατάξω η κάθε πλευρά να επωμιστεί τα έξοδα της και αυτή είναι και η διαταγή που εκδίδω. (Υπ.).......... Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] «Κακόβoυλη δίωξη συvίσταται στηv πραγματική, κακόβoυλη και χωρίς εύλoγη και πιθαvή αιτία έvαρξη ή συvέχιση αvεπιτυχoύς πoιvικής, πτωχευτικής ή για διάλυση εταιρείας διαδικασίας κατά άλλoυ πρoσώπoυ, αv η διαδικασία αυτή- (α) Πρoκάλεσε σκάvδαλo για τηv πίστη ή τηv υπόληψη τoυ πρoσώπoυ αυτoύ ή πιθαvή απώλεια της ελευθερίας τoυ͘ και (β) κατέληξε, αv στηv πραγματικότητα μπoρoύσε με τov τρόπo αυτό vα καταλήξει, υπέρ τoυ πρoσώπoυ αυτoύ: Νoείται ότι καμιά αγωγή για κακόβoυλη δίωξη δεv εγείρεται κατά oπoιoυδήπoτε πρoσώπoυ για μόvo τo λόγo ότι τo πρόσωπo αυτό παρείχε πληρoφoρίες σε κάπoια αρμόδια αρχή η oπoία και άρχισε oπoιαδήπoτε διαδικασία.» [2] Βλ. Αρτέμης και Ερωτοκρίτου Τόμος 1, σελ. 106 - 107 και cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.