ΚΑΛΑΚΟΥΤΗΣ ν. RONIC ENTERPRISES LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 3852/14, 7/5/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A236 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΠΑΣΧΑΛΙΔΗ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3852/14 Μεταξύ: XXXXX ΚΑΛΑΚΟΥΤΗΣ Ενάγοντας και
- RONIC ENTERPRISES LIMITED
- G.S.K ARISTIDOU INVESTMENTS LIMITED
- XXXXX ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ Εναγόμενοι -------------------------------------------------------------- Αίτηση ημερ. 27/01/20 από εναγόμενους 1, 2 και 3 για παραμερισμό και/ή ακύρωση και/ή αναστολή απόφασης ημερ. 13/12/19 Ημερομηνία: 07 Μαΐου 2021 Εμφανίσεις: Για εναγόμενους - αιτητές: κ. Κ. Λαμπριανίδης με κα Φ. Ιωσήφ για Γ. Γ. Γιάγκου ΔΕΠΕ Για ενάγοντα - Καθ' ου η αίτηση: κ. Β. Χατζηχάννας ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 23/03/21 το Πρωτοκολλητείο του Ε.Δ Λ/σιας έθεσε για πρώτη φορά ενώπιον μου την παρούσα υπόθεση αφού ο αδελφός Επαρχιακός Δικαστής που της επιλαμβανόταν μέχρι τότε, εξαιρέθηκε. Κατά την εν λόγω ημερομηνία εκκρεμούσαν δύο αιτήσεις, η μία ήταν η υπό κρίση αίτηση που καταχωρήθηκε στις 27/01/20 και η άλλη ήταν αίτηση που καταχώρησε ο ενάγοντας στις 04/02/20 για εξέταση της οικονομικής δυνατότητας των εναγομένων 1 και 2 να ικανοποιήσουν την τελική απόφαση που εκδόθηκε εναντίον τους στις 13/12/19 και στην απουσία τους. Από μελέτη του φακέλου αλλά και από πληροφορίες που έδωσαν οι συνήγοροι, διαπίστωσα ότι το ιστορικό της υπόθεσης ήταν κάπως ιδιόμορφο, και δυστυχώς ταλαιπωρημένο, και όχι εξ αποκλειστικής υπαιτιότητας των διαδίκων. Παραθέτω το εν λόγω ιστορικό ως αυτό προκύπτει από το περιεχόμενο του φακέλου της υπόθεσης. Η αγωγή, η οποία καταχωρήθηκε στις 04/07/14 από τον ενάγοντα, ο οποίος είναι αρχιτέκτονας, αφορούσε σε μια απλή απαίτηση του τελευταίου εναντίον των τριών τότε εναγομένων για παράλειψη τους να του καταβάλουν την κατ' ισχυρισμό οφειλόμενη αμοιβή του ύψους €32.000, η οποία κατά τον ισχυρισμό του είχε προκύψει ύστερα από συγκεκριμένη αρχιτεκτονική εργασία που εκτέλεσε προς όφελος των εναγομένων. Όλοι οι εναγόμενοι είχαν καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή στις 09/09/14 μέσω των ίδιων τότε δικηγόρων, ήτοι του δικηγορικού οίκου Ανδρέας Καρύδης & Σια ΔΕΠΕ, και ακολούθως, μέσω των ίδιων δικηγόρων, καταχώρησαν στις 05/12/14 κοινή υπεράσπιση καθώς και ανταπαίτηση εναντίον του ενάγοντα. Αν και η ανταπαίτηση των εναγομένων ανέρχετο περί τις €500.000, γεγονός το οποίο όχι μόνο αύξανε την κλίμακα της υπόθεσης αλλά και την έθετε εκτός της δικαιοδοσίας Επαρχιακού Δικαστή, εντούτοις το στοιχείο αυτό φαίνεται να διέλαθε της προσοχής όλων των εμπλεκομένων, περιλαμβανομένου και του Πρωτοκολλητείου. Αυτό γιατί οι μεν δικηγόροι των εναγομένων είχαν παραλείψει να καταβάλουν τα επιβαλλόμενα επιπρόσθετα τέλη για την αύξηση της κλίμακας συνεπεία του ύψους της ανταπαίτησης, ο δε δικηγόρος του ενάγοντα, όταν καταχώρησε την υπεράσπιση στην ανταπαίτηση και στη συνέχεια ζήτησε με επιστολή του όπως η υπόθεση οριστεί για οδηγίες, παρέλειψε να αντιληφθεί την αύξηση της κλίμακας και δήλωσε ότι η επίδικη διαφορά εξακολουθούσε να ήταν μεταξύ €10.000 - €50.000 που ήταν η κλίμακα της απαίτησης. Την ίδια στιγμή όμως, το Πρωτοκολλητείο δεν αντιλήφθηκε ότι συνεπεία του ύψους της ανταπαίτησης είχε αυξηθεί η κλίμακα οπόταν επέτρεψε την καταχώρηση της ανταπαίτησης χωρίς να απαιτήσει την καταβολή των επιπρόσθετων τελών, ενώ όταν όρισε την υπόθεση στις 16/02/15 για πρώτη φορά για οδηγίες, επειδή τη θεώρησε ως υπόθεση στην οποία η επίδικη διαφορά δεν υπερέβαινε τις €50.000, ως είχε δηλώσει και ο δικηγόρος του ενάγοντα, την όρισε ενώπιον δικαιοδοτικά αναρμόδιου Επαρχιακού Δικαστή. Το θέμα πέρασε απαρατήρητο από όλους μέχρι και τις 31/10/17 και αυτό παρά το ότι μέχρι τότε είχαν λάβει χώρα σωρεία εμφανίσεων για σκοπούς των προδικαστικών οδηγιών της Δ.30 και για αναβολές των ημερομηνιών που είχαν δοθεί για ακρόαση. Είχε μάλιστα μεσολαβήσει και ακρόαση ενδιάμεσης αίτησης που είχε καταχωρήσει ο ενάγοντας στις 20/11/15 ζητώντας προσωρινά διατάγματα και η οποία αποπερατώθηκε με σχετική ενδιάμεση απόφαση που εξέδωσε στις 29/07/16 η Επαρχιακός Δικαστής που επιλαμβάνετο τότε της υπόθεσης. Στις 31/10/17 λοιπόν, ήτοι την τελευταία εμφάνιση πριν τις 18/05/18 και ενώ η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση, οι τότε δικηγόροι των εναγομένων, ήτοι ο δικηγορικός οίκος Καρύδη, ζήτησαν άδεια από το Δικαστήριο όπως αποσυρθούν από δικηγόροι των τελευταίων. Αφού με το αίτημα συμφώνησε και ο εναγόμενος 3 ο οποίος ήταν παρών κατ' εκείνη την ημερομηνία και ο οποίος εκπροσωπούσε και τους άλλους δύο εναγόμενους ως διευθυντής τους, το αίτημα εγκρίθηκε και ενόψει του ότι ζητήθηκε χρόνος εκ μέρους των εναγομένων για να διορίσουν νέο δικηγόρο, η Επαρχιακός Δικαστής που επιλαμβανόταν ως τότε της υπόθεσης την όρισε εκ νέου για ακρόαση στις 18/05/
- Στις 18/05/18 εμφανίστηκαν ενώπιον της αδελφής Επαρχιακού Δικαστού ο συνήγορος του ενάγοντα από τη μια και από την άλλη ο κ. Λαμπριανίδης, ο οποίος ανέφερε στο Δικαστήριο ότι αν και θα εκπροσωπούσε τους εναγόμενους εντούτοις ανέμενε από τους τελευταίους να του υπογράψουν το σχετικό διοριστήριο ώστε να καταχωρήσει και το σχετικό σημείωμα αλλαγής δικηγόρου. Τότε ήταν και που για πρώτη φορά έγιναν αντιληπτά όλα τα θέματα που προέκυπταν συνεπεία της ανταπαίτησης των εναγομένων, αφού ο κ. Λαμπριανίδης επεσήμανε στο Δικαστήριο το ύψος της ανταπαίτησης και ότι αυτή υπερέβαινε την καθ' ύλη δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστή. Η αδελφή Δικαστής τότε, σημειώνοντας στο πρακτικό ότι «.θεωρώ ορθό να δοθεί η ευκαιρία στους εναγόμενους να προωθήσουν τις θέσεις τους.» και ότι «.ανατρέχοντας στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση διαπιστώνω ότι το ύψος της ανταπαίτησης εκφεύγει της δικαιοδοσίας μου.», ανέβαλε την ακρόαση της υπόθεσης δίνοντας οδηγίες στο Πρωτοκολλητείο όπως διασφαλίσει αφ' ενός ότι θα καταβληθούν τα επιπρόσθετα τέλη για την ανταπαίτηση και αφ' ετέρου όπως μεριμνήσει η υπόθεση να τεθεί ενώπιον δικαιοδοτικά αρμόδιου Δικαστή, ήτοι Ανώτερου Επαρχιακού Δικαστή. Νέα ημερομηνία δεν δόθηκε και αυτό προφανώς διότι η υπόθεση θα ορίζετο από το νέο Δικαστή όταν θα ξεκαθάριζε και το θέμα με τα εκκρεμούντα τέλη. Λίγες μέρες αργότερα, ήτοι στις 22/05/18, η πλευρά του ενάγοντα αποφάσισε να καταχωρήσει συμπληρωματική Ε/Δ αποκάλυψης εγγράφων. Παρά όμως του τι είχε προηγηθεί κατά την τελευταία εμφάνιση, όχι μόνο καταγράφηκε στην εν λόγω Ε/Δ ως κλίμακα της υπόθεσης η κλίμακα €10.000 - 50.000 αλλά και αντίγραφο της Ε/Δ αυτής καταγραφόταν να είχε αφεθεί στη δικαστική θυρίδα των προηγούμενων δικηγόρων των εναγομένων, ήτοι του δικηγορικού οίκου Καρύδης. Τούτο βεβαίως δεν έγινε αντιληπτό από κανένα εφόσον η υπόθεση δεν είχε ακόμη τεθεί ενώπιον οποιουδήποτε νέου Δικαστή για να της επιληφθεί. Για άγνωστο λόγο η υπόθεση παρέμεινε στάσιμη για τους επόμενους έξι μήνες, ήτοι μέχρι και τον Νοέμβριο
- Ως τότε δεν είχε οριστεί ούτε νέα ημερομηνία ούτε νέος Δικαστής αλλά ούτε και φαίνεται να είχε καταχωρηθεί σημείωμα αλλαγής δικηγόρων για τους εναγόμενους ή να είχαν καταβληθεί τα πρόσθετα τέλη για την ανταπαίτηση τους. Αποφάσισε τότε η πλευρά του ενάγοντα να επανεκκινήσει τη διαδικασία, το έπραξε όμως τούτο καταχωρώντας στις 15/11/18 μια άγνωστη στο δικαιικό μας σύστημα αίτηση, ήτοι αίτηση για απόφαση «λόγω μη καταχώρησης εμφάνισης από το νέο δικηγόρο στη θέση του παραιτηθέντα δικηγόρου». Ο συνήγορος του ενάγοντα προφανώς θεώρησε, εσφαλμένα βέβαια, ότι η παραίτηση δικηγόρου επιβάλλει την εκ νέου καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης από τους εναγόμενους δυνάμει της Δ.17, εξ' ου και βάσισε την αίτηση του στις πρόνοιες της συγκεκριμένης διάταξης. Η Δ.17 όμως είχε παύσει πλέον να εφαρμόζεται στην υπόθεση εφόσον μία φορά καταχωρείται εμφάνιση και αυτή είχε ήδη καταχωρηθεί. Θέμα λοιπόν έκδοσης απόφασης στη βάση της Δ.17 λόγω παράλειψης καταχώρησης εμφάνισης ή ακόμη λόγω παράλειψης καταχώρησης υπεράσπισης στη βάση των Δ.21 και Δ.26 δεν ετίθετο (βλ. Ανδρέου Παναγιώτης ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2003)1 ΑΑΔ 1596). Λόγω όμως αυτής της εσφαλμένης αντίληψης του συνηγόρου, η συγκεκριμένη αίτηση καταχωρήθηκε ως μονομερής αίτηση, χωρίς δηλαδή να επιδοθεί στους εναγόμενους, έστω προσωπικά αφού ακόμη δεν εκπροσωπούνταν από δικηγόρο, με αποτέλεσμα στις 26/11/18 που η αίτηση τέθηκε ενώπιον Δικαστή, μόνο ο συνήγορος του ενάγοντα γνώριζε για την εν λόγω ημερομηνία ώστε να εμφανιστεί στο Δικαστήριο. Στην πορεία όμως το αντινομικό που περιέβαλλε την αίτηση αυτή κατέστη ουσιαστικά άνευ σημασίας και αυτό γιατί το Πρωτοκολλητείο έθεσε εκ παραδρομής την αίτηση ενώπιον της ίδιας Επαρχιακού Δικαστή που επιλαμβανόταν της υπόθεσης προηγουμένως, η οποία, αφού διαπίστωσε ότι δεν είχαν τηρηθεί οι οδηγίες που είχε δώσει ώστε η υπόθεση να τεθεί ενώπιον δικαιοδοτικά αρμόδιου Δικαστή, παρέπεμψε τόσο την αίτηση όσο και όλη την υπόθεση πίσω στο Πρωτοκολλητείο και χωρίς να δώσει νέα ημερομηνία. Η υπόθεση παρέμεινε και πάλι αδρανής για τους επόμενους τέσσερεις σχεδόν μήνες, ήτοι μέχρι τις 08/03/19, όταν και το Πρωτοκολλητείο αποφάσισε να τη θέσει πλέον ενώπιον Ανώτερου Επαρχιακού Δικαστή ώστε να δοθούν από εκείνον οι περαιτέρω οδηγίες. Στο σχετικό σημείωμα του Πρωτοκολλητή που βρίσκεται στο φάκελο της υπόθεσης, αναφερόταν ότι «.στις 07/10/14 έχει καταχωρηθεί ανταπαίτηση χωρίς να έχουν καταβληθεί τα ανάλογα τέλη. Οι εναγόμενοι έχουν παύσει το δικηγόρο τους και έχουν εμφανισθεί στις 18/05/18 δηλώνοντας ότι θα προχωρούσαν με τον διορισμό νέου δικηγόρου ενώπιον του Δικαστηρίου καταβάλλοντας και τα ανάλογα τέλη. Μέχρι σήμερα δεν έχουν διορίσει νέο δικηγόρο ούτε έχουν καταβληθεί τα ανάλογα τέλη.» Οι οδηγίες που έδωσε τότε ο ΑΕΔ στο Πρωτοκολλητείο ήταν απλές και ξεκάθαρες, «Αγωγή ορίζεται στις 21.5.19 9πμ. Παρακαλώ όπως ειδοποιηθούν οι δικηγόροι/ενάγοντες/εναγόμενοι.» Συμμορφούμενο το Πρωτοκολλητείο με τις πιο πάνω οδηγίες του ΑΕΔ, έστειλε στις 11/04/19 τη σχετική ειδοποίηση για τη νέα ημερομηνία της υπόθεσης, για άγνωστο όμως λόγο, την εν λόγω ειδοποίηση, η οποία βρίσκεται στο φάκελο της υπόθεσης (στο μέρος των επιδόσεων), το Πρωτοκολλητείο την έστειλε μόνο στο δικηγόρο του ενάγοντα και στους πρώην δικηγόρους των εναγομένων, ήτοι στο δικηγορικό οίκο Καρύδη και δεν την έστειλε και στους ίδιους τους διαδίκους ως ήταν οι οδηγίες του ΑΕΔ. Στις 21/05/19 λοιπόν, ενώπιον του ΑΕΔ εμφανίστηκε μόνο ο συνήγορος του ενάγοντα, ο οποίος υποδεικνύοντας την απουσία της άλλης πλευράς, ζήτησε όπως η υπόθεση οριστεί για ακρόαση στην απουσία των εναγομένων εφόσον αυτοί δεν εμφανίστηκαν. Θεωρώντας προφανώς ο ΑΕΔ ότι το Πρωτοκολλητείο είχε δεόντως ενημερώσει όλα τα πρόσωπα ως οι οδηγίες του, αν μη τι άλλο διότι η πλευρά του ενάγοντα φάνηκε ότι είχε λάβει τη σχετική ειδοποίηση, ικανοποίησε το αίτημα και όρισε την υπόθεση για ακρόαση στις 13/12/
- Κατ' εκείνη την ημερομηνία, όπου και πάλι μόνο η πλευρά του ενάγοντα εμφανίστηκε, ο ΑΕΔ κατέγραψε στο πρακτικό του ότι «Η παρούσα υπόθεση τέθηκε ενώπιον μου λόγω της κλίμακας της ανταπαίτησης και στη βάση αυτή επιλαμβάνομαι της υπόθεσης αφού μου αποστάληκε από το Πρωτοκολλητείο. Ορίστηκε σήμερα για ακρόαση. Τόσο την προηγούμενη δικάσιμο, όσο και σήμερα δεν υφίσταται οποιαδήποτε εμφάνιση εκ μέρους των Εναγομένων με βάση τις πρόνοιες των θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας», και ακολούθως κάλεσε την πλευρά του ενάγοντα να προχωρήσει στην ακρόαση στην απουσία των εναγομένων. Κατέθεσε τότε ένας μάρτυρας, ο ενάγοντας, και ακολούθως επιχειρηματολόγησε ο συνήγορος του, ο οποίος περιόρισε την απαίτηση του πελάτη του μόνο σε σχέση με τους εναγόμενους 1 και 2, αποσύροντας την αγωγή εναντίον του εναγόμενου 3 με επιφύλαξη δικαιωμάτων. Στη συνέχεια ο ΑΕΔ, αφού αξιολόγησε το μάρτυρα εξέδωσε αιτιολογημένη απόφαση με την οποία επεδίκασε υπέρ ενάγοντα και εναντίον εναγομένων 1 και 2 αλληλέγγυα και κεχωρισμένα το ποσό της απαίτησης πλέον τόκο και έξοδα ενώ απέρριψε την αγωγή εναντίον του εναγόμενου 3 ως αποσυρθείσα άνευ βλάβης. Όσον αφορά την ανταπαίτηση των εναγομένων, σημειώνοντας ότι οι τελευταίοι παρέλειψαν να εμφανιστούν και να την προωθήσουν, ο ΑΕΔ την απέρριψε λόγω μη προώθησης της με έξοδα σε βάρος των εναγομένων. Μετά από ένα μήνα και συγκεκριμένα στις 27/01/20, οι εναγόμενοι καταχώρησαν την παρούσα αίτηση με την οποία, ως ανέφερα πιο πάνω, ζητούν τον εξ' ολοκλήρου παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε ερήμην τους στις 13/12/19, ήτοι τόσο της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον των εναγομένων 1 και 2 όσο και της απόφασης με την οποία απορρίφθηκε η ανταπαίτηση. Με την ίδια αίτηση οι εναγόμενοι ζητούν επίσης και αναστολή εκτέλεσης της εναντίον τους απόφασης αλλά και άρση της εγγραφής της απόφασης ως επιβάρυνσης επί της ακίνητης ιδιοκτησίας τους (ΜΕΜΟ), στην οποία εγγραφή είχε προβεί ο ενάγοντας στα πλαίσια εκτέλεσης της απόφασης. Λίγες μέρες μετά την καταχώρηση της παρούσας αίτησης και συγκεκριμένα στις 04/02/21, καταχωρήθηκε και μια δεύτερη αίτηση, αυτή τη φορά από τον ενάγοντα, με την οποία ο τελευταίος ζητούσε όπως εξεταστούν οι εναγόμενοι 1 και 2 ως προς την οικονομική τους δυνατότητα να ικανοποιήσουν την εναντίον τους απόφαση. Σ' αυτή την αίτηση του ενάγοντα δόθηκε ως ημερομηνία ορισμού από το Πρωτοκολλητείο η 04/03/
- Σημειώνω εδώ ότι στην υπό κρίση αίτηση των εναγομένων είχε δοθεί ως ημερομηνία ορισμού από το Πρωτοκολλητείο αρχικά η 24/02/20 και ο λόγος που λέω αρχικά είναι διότι για άγνωστο λόγο η υπόθεση δεν τέθηκε ενώπιον Δικαστή στις 24/02/20 ενώ επί της αίτησης η εν λόγω ημερομηνία φαίνεται να διαγράφηκε και να αντικαταστάθηκε με την ημερομηνία 09/03/
- Απ' ότι με ενημερώνουν οι συνήγοροι, φαίνεται ότι δεν μπορούσε να εντοπιστεί ο φάκελος της υπόθεσης μέχρι τις 24/02/20 ώστε να τεθεί εντός αυτού η αίτηση οπόταν το Πρωτοκολλητείο την επαναόρισε για τις 09/03/
- Αυτό φαίνεται να επιβεβαιώνεται τόσο από το γεγονός ότι ο φάκελος φαίνεται να ήταν από τις 10/01/20 «δεσμευμένος» για σκοπούς υπολογισμού του καταλόγου εξόδων που είχε υποβάλει ο ενάγοντας (ο οποίος κατάλογος πλέον βρίσκεται στο φάκελο), όσο και από το γεγονός ότι όταν η αίτηση επιδόθηκε στην πλευρά του ενάγοντα στις 18/02/20, σ' αυτή αναγραφόταν ακόμη ως ημερομηνία ορισμού η 24/02/20 (σχετική Ε/Δ επίδοσης βρίσκεται στο φάκελο). Ακολούθως όμως τα πράγματα περιπλέχτηκαν ακόμη περισσότερο. Στις 04/03/20 που ήταν ορισμένη η αίτηση του ενάγοντα, ο φάκελος της υπόθεσης εντοπίσθηκε και τέθηκε ενώπιον του ΑΕΔ που είχε εκδώσει την απόφαση της 13/12/
- Από το πρακτικό όμως εκείνης της ημερομηνίας φαίνεται ότι ενώπιον του ΑΕΔ δεν είχε τεθεί η αίτηση των εναγομένων αλλά μόνο η αίτηση του ενάγοντα εφόσον είναι μόνο εκείνη την αίτηση που επιλήφθηκε ο ΑΕΔ. Επειδή όμως η αίτηση του ενάγοντα δεν είχε ως τότε επιδοθεί στους εναγόμενους, μόνο ο συνήγορος του ενάγοντα εμφανίστηκε, ο οποίος δεν φαίνεται από το πρακτικό της ημέρας να είχε ενημερώσει τον ΑΕΔ ότι εκκρεμούσε και μια δεύτερη αίτηση, ήτοι η υπό κρίση, η οποία υπενθυμίζω ότι είχε επιδοθεί στο συνήγορο από τις 18/02/
- Ο ΑΕΔ θεώρησε συνεπώς ότι η μόνη αίτηση που εκκρεμούσε ήταν αυτή του ενάγοντα, η οποία αφορούσε σε μέτρο εκτέλεσης της απόφασης που εκδόθηκε στην αγωγή για το ποσό των €32.000 και λόγω τούτου έκρινε ορθότερο όπως η υπόθεση τεθεί ενώπιον Επαρχιακού Δικαστή και παρέπεμψε το φάκελο στο Πρωτοκολλητείο δίνοντας και σχετικές οδηγίες . Η υπόθεση λοιπόν στη συνέχεια τέθηκε ενώπιον Επαρχιακού Δικαστή, και φαίνεται ότι μέχρι να γίνει αυτό, εντοπίσθηκε και τέθηκε στο φάκελο και η αίτηση των εναγομένων, η οποία, ως ανέφερα, είχε επαναοριστεί από το Πρωτοκολλητείο για τις 09/03/
- Διαπιστώνοντας λοιπόν ο αδερφός Επαρχιακός Δικαστής και την ύπαρξη της αίτησης των εναγομένων καθώς και ότι η αίτηση του ενάγοντα δεν είχε ακόμη επιδοθεί, όρισε την αίτηση του ενάγοντα στις 31/03/20 για επίδοση. Μέχρι τότε όμως ξέσπασε η πανδημία του κορωνοϊού και συνεπεία των μέτρων που λαμβάνονταν καθώς επίσης και της σύγχυσης που είχε προκληθεί, η πρώτη φορά που κατέστη δυνατό για τον αδελφό Επαρχιακό Δικαστή να επιληφθεί της ουσίας αμφότερων των αιτήσεων ήταν στις 17/02/21, όταν κατόπιν αιτήματος των συνηγόρων των εναγομένων η υπόθεση τέθηκε ενώπιον του εκείνη την ημέρα αντί στις 23/06/21 που είχε οριστεί συνεπεία των μέτρων που λαμβάνονταν. Διαπίστωσε τότε ο αδελφός Δικαστής ότι έπρεπε να εξαιρεθεί από την υπόθεση για τους λόγους που κατέγραψε στο πρακτικό του, οπόταν όρισε την υπόθεση στις 03/03/21 ώστε να τεθεί ενώπιον άλλου Δικαστή. Φαίνεται όμως ότι οι οδηγίες του δεν έγιναν αντιληπτές από το Πρωτοκολλητείο εφόσον η υπόθεση ξανατέθηκε ενώπιον του στις 03/03/21 οπόταν αυτός, με νέο πρακτικό, επέστρεψε την υπόθεση στο Πρωτοκολλητείο ορίζοντας την παράλληλα για τον ίδιο λόγο στις 23/03/21 όταν και με οδηγίες του Διοικητικού Προέδρου τέθηκε ενώπιον μου για πρώτη φορά. Αφού λοιπόν το πιο πάνω ιστορικό τέθηκε ενώπιον μου και διαπιστώθηκε ότι ακόμη δεν είχε καταχωρηθεί ένσταση στην αίτηση των εναγομένων, ανέφερα στους συνηγόρους ότι εκείνη η αίτηση έπρεπε να εκδικαστεί πρώτα και δη το συντομότερο, αν μη τι άλλο διότι εκκρεμούσε για πάνω από 1 χρόνο. Επειδή δε κανένας ουσιαστικός λόγος δεν υπήρχε για να εκκρεμεί παράλληλα και η αίτηση του ενάγοντα, η οποία άλλωστε ενδέχετο να επηρεαστεί καθοριστικά από το αποτέλεσμα της αίτησης των εναγομένων, εισηγήθηκα ότι εκείνη η αίτηση θα μπορούσε να αποσυρθεί άνευ βλάβης με ανάλογη πρόνοια, ως προς τα έξοδα. Οι συνήγοροι συμφώνησαν οπόταν και η αίτηση του ενάγοντα απεσύρθη άνευ βλάβης και δόθηκαν οδηγίες όπως ο τελευταίος καταχωρήσει την ένσταση του στην υπό κρίση αίτηση. Συνοψίζω τις εκατέρωθεν θέσεις. Οι εναγόμενοι από τη μια επικαλούνται τα προαναφερθέντα γεγονότα που οδήγησαν στο να προχωρήσει ερήμην τους η υπόθεση για ακρόαση ενώπιον του ΑΕΔ, και ισχυρίζονται ότι με τον ορισμό της υπόθεσης αρχικά για οδηγίες και στη συνέχεια για ακρόαση χωρίς όμως αυτοί να ενημερωθούν ως οι οδηγίες του εν λόγω Δικαστή, η συνακόλουθη έκδοση απόφασης στην απουσία τους παραβίασε το συνταγματικό τους δικαίωμα σε δίκαιη δίκη και τους αποστέρησε το δικαίωμα τους να προσφύγουν και εκείνοι ελεύθερα και απρόσκοπτα στη δικαιοσύνη. Ισχυρίζονται επίσης οι εναγόμενοι ότι οι νυν δικηγόροι τους είχαν καταχωρήσει σημείωμα αλλαγής δικηγόρου στις 13/09/19, πλην όμως αυτό, για άγνωστο λόγο δεν βρισκόταν στο φάκελο όταν η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση και δυστυχώς, δεν κρατήθηκε πιστό αντίγραφο αυτού παρά μόνο ανυπόγραφο αντίγραφο (Τεκ.1). Όσον αφορά την εκδοθείσα απόφαση, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι πληροφορήθηκαν για την ύπαρξη της μόλις στις 10/01/20, όταν είχαν μεταβεί στο Κτηματολόγιο για να προβούν σε κάποιες μεταβιβάσεις περιουσίας της εναγόμενης 2 η οποία πωλήθηκε σε τρίτα πρόσωπα. Είναι τότε δε που έμαθαν προς έκπληξη τους ότι η μεταβίβαση δεν μπορούσε να γίνει διότι ο ενάγοντας είχε επιβαρύνει την περιουσία με την απόφαση της 13/12/19 οπόταν και έδωσαν οδηγίες στους δικηγόρους τους να προβούν άμεσα σε έρευνα του φακέλου της υπόθεσης για να μάθουν τι είχε γίνει και ακολούθως να καταχωρήσουν την παρούσα αίτηση. Παραπέμποντας δε στο καταχωρηθέν δικόγραφο τους, οι εναγόμενοι υποστηρίζουν ότι έχουν καλή και συζητήσιμη υπεράσπιση και ανταπαίτηση και συνεπώς θα πρέπει να τους δοθεί το δικαίωμα να προωθήσουν κανονικά τις θέσεις τους. Ο ενάγοντας από την άλλη υποστηρίζει ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί και ως νομικά αλλά και ως πραγματικά ανυπόστατη. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ο ενάγοντας, εφόσον η επίδικη απόφαση εκδόθηκε στα πλαίσια ακρόασης και δη λόγω της μη εμφάνισης των εναγομένων την ημέρα της δίκης, ο μόνος τρόπος παραμερισμού της ήταν κατ' επίκληση των προνοιών της Δ.33 Θ.5 και εντός της αυστηρής προθεσμίας που η εν λόγω διάταξη προνοεί, ήτοι 15 μέρες από την απόφαση. Εφόσον η αίτηση δεν εδράζεται επί οποιασδήποτε πρόνοιας της Δ.33 και εφόσον δεν καταχωρήθηκε εντός 15 ημερών, αυτή, υποστηρίζει ο ενάγοντας, δεν μπορεί να διασωθεί και είναι καταδικασμένη σε απόρριψη. Επί της ουσίας δε της αίτησης, θέση του ενάγοντα είναι ότι οι εναγόμενοι δεν αποκαλύπτουν ούτε καλό λόγο για την μη εμφάνιση τους στη διαδικασία ή για την μετέπειτα αδράνεια τους να ενδιαφερθούν έστω για την τύχη της υπόθεσης αλλά ούτε και το πώς είναι που έχουν καλή υπεράσπιση και ανταπαίτηση αφού επί του θέματος αυτού οι τελευταίοι απλά παραπέμπουν γενικά και αόριστα στο δικόγραφο τους. Η ακρόαση της αίτησης ολοκληρώθηκε με την κατάθεση εμπεριστατωμένων αγορεύσεων από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των μερών, στις οποίες η μεν πλευρά των εναγομένων ουσιαστικά περιόρισε τις θέσεις στο ότι η παρούσα συνιστά κλασική περίπτωση εφαρμογής της εξουσίας του Δικαστηρίου να παραμερίζει απόφαση ως οφειλόμενο προς τη δικαιοσύνη χρέος - ex debito justitiae - και ότι η εν λόγω εξουσία δεν περιορίζεται από δικονομικούς κανόνες ούτε απαιτεί τη λήψη συγκεκριμένου προδιαγεγραμμένου δικονομικού διαβήματος, η δε πλευρά του ενάγοντα ότι η απουσία της Δ.33 από τη νομική βάση της αίτησης και η ελλιπής εικόνα που παρουσιάζει η Ε/Δ που υποστηρίζει την αίτηση θα πρέπει να οδηγήσουν σε απόρριψη του αιτήματος και σε διατήρηση της ισχύς της αρχής της τελεσιδικίας. Σημειώνω εδώ ότι κατά τις αγορεύσεις των δικηγόρων έθεσα στους τελευταίους το δικαιοδοτικό προβληματισμό του κατά πόσο μπορούσα, ως Επαρχιακός Δικαστής, όχι μόνο να παραμερίσω αιτιολογημένη απόφαση που εξέδωσε Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής αλλά και να επαναφέρω ουσιαστικά και μία ανταπαίτηση που υπερβαίνει την καθ' ύλη δικαιοδοσία μου, θέτοντας σε προσοχή τους μεταξύ άλλων και την υπόθεση Pilavachi & Co Ltd v. International Chemical Co Ltd
(1965)1 C.L.R. 97. Αν και αμφότεροι οι συνήγοροι υποστήριξαν, ο καθένας με τη δική του επιχειρηματολογία, ότι έχω την απαιτούμενη δικαιοδοσία, το θέμα αυτό θα πρέπει ούτως ή άλλως να εξεταστεί και να αποφασιστεί από το Δικαστήριο εφόσον η καθ' ύλη αναρμοδιότητα ενός Δικαστηρίου δεν μπορεί να θεραπευτεί από την όποια στάση ήθελαν τηρήσουν οι διάδικοι αλλά ούτε και συμφωνία ή ανοχή μεταξύ των διαδίκων δύναται να επεκτείνει ή να δώσει σε Δικαστήριο δικαιοδοσία που ουδέποτε είχε (βλ. Ρ.Ι.Κ. κ.ά. ν. Νικολαΐδη
(1993)1 ΑΑΔ 364, ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ TΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ TOLKACHEVA, Πολιτική Έφεση Αρ. 151/2019, 6/9/2019, Philippou v. Philippou
(1986)1 C.L.R. 689 και Γενικός Εισαγγελέας (Αρ.7)
(1993)1 ΑΑΔ 793, Ηλίας Ηλία (Αρ. 1)
(1995)1 ΑΑΔ 1), Επεφύλαξα λοιπόν να αποφασίσω και αυτό το θέμα με την παρούσα απόφαση μου εφόσον έκρινα ότι θα έπρεπε πρώτα να αποκρυσταλλωθεί το πραγματικό και νομικό πεδίο που περιβάλλει την υπό κρίση αίτηση. Εξέτασα λοιπόν με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου και σημειώνω τα εξής. Θα μπορούσε κατ' αρχή να λεχθεί ότι η παρούσα περίπτωση προσομοιάζει σε κάποιο βαθμό με την περίπτωση στην υπόθεση Ann-Clair Developments Ltd ν. Στέλιου Kυριακίδη
(1999)1 ΑΑΔ 537 όπου εκεί, αφού συμπληρώθηκαν οι έγγραφες προτάσεις η αγωγή ορίστηκε για ακρόαση σε συγκεκριμένη ημερομηνία κατά την οποία όμως εμφανίστηκε μόνο ο ενάγοντας. Με αίτημά του τελευταίου η αγωγή ορίστηκε για απόδειξη σε μεταγενέστερη ημερομηνία όταν και προσκομίστηκε αναντίλεκτη μαρτυρία εκ μέρους του με αποτέλεσμα να εκδοθεί απόφαση εναντίον των εναγομένων και να απορριφθεί και η ανταπαίτησή τους. Ακολούθως οι τελευταίοι καταχώρησαν αίτηση για παραμερισμό της απόφασης και το πρωτόδικο δικαστήριο την απέρριψε κρίνοντας ότι αυτή ήταν εκπρόθεσμη αφού είχαν παρέλθει οι 15 μέρες από τη δίκη όπως προβλέπει η Δ.33 θ.
- Επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα εξής: «Στην προκείμενη περίπτωση, η Δ.33 θ. 5 είναι σαφής. Η απόφαση που εκδίδεται όταν ένας από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη δίκη, μπορεί να παραμεριστεί μετά από αίτηση υποβαλλόμενη μέσα σε 15 μέρες από τη δίκη. Δεν παρέχεται περιθώριο για εφαρμογή άλλης δικονομικής διάταξης στην περίπτωση. Το αντίθετο θα σήμαινε πως για το ίδιο θέμα ένας θεσμός προβλέπει προθεσμία και άλλος όχι. Οι εφεσείοντες, υποστηρίζοντας ουσιαστικά πως ως ημερομηνία δίκης πρέπει να θεωρείται εκείνη κατά την οποία η υπόθεση ορίστηκε για απόδειξη, εκλαμβάνουν πως οποτεδήποτε τίθεται ζήτημα μή παροχής ειδοποίησης για την ημερομηνία της δίκης, είναι επιτρεπτή η υποβολή αίτησης για παραμερισμό, χωρίς περιορισμό από προθεσμία, έξω από το πλαίσιο της Δ.33 θ.
- Σε τέτοια περίπτωση θα έπρεπε να συζητηθεί το δικονομικό έρεισμα τέτοιας αίτησης και, συνακολούθως, το δικαιοδοτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο θα παραμεριζόταν τέτοια απόφαση. Δεν παρίσταται ανάγκη να επεκταθούμε σ' αυτά γιατί, όπως θα εξηγήσουμε, λείπει η προϋπόθεση στην οποία στηρίζεται η εισήγηση του εφεσείοντα. Σημειώνουμε όμως την αναφορά στο Αnnual Practice του 1956 σελ. 614, σε σχέση με αγγλική νομολογία ως προς το διαθέσιμο και του ένδικου μέσου της έφεσης στις περιπτώσεις έκδοσης απόφασης λόγω παράλειψης εμφάνισης κατά τη δίκη. (Βλ. Γιαννάκης Χρυσάνθου κ.α. ν. Μariala Constructions Limited
(1996)1 A.A.Δ. 1129). Μια ήταν η ημερομηνία που ορίστηκε για τη δίκη και αυτή ήταν η 11.9.
- Ο εφεσείων ειδοποιήθηκε κανονικά και η παράλειψη εμφάνισης του ενεργοποίησε τις πρόνοιες της Δ.33 θ.
- Ο εφεσίβλητος είχε το δικαίωμα να αποδείξει την υπόθεση, στο βαθμό που το βάρος απόδειξης ήταν στους ώμους του, και μπορούσε να εκδοθεί απόφαση ανάλογα. Στις 11.9.96 συντελέστηκε πλήρως η μή εμφάνιση κατά την ορισθείσα ημερομηνία και όσα ακολούθησαν δεν μπορούσαν να ταξινομούνται ως δίκη, με την έννοια του όρου στο πλαίσιο της Δ.33 θ.
- Με τροχιοδρομημένη πλέον τη διαδικασία της απόδειξης, την οποία ρητά προσδιορίζει ο Κανονισμός ως ξεχωριστή έννοια, θα μπορούσε να είχε προσαχθεί η οποιαδήποτε μαρτυρία χρειαζόταν αυθημερόν ή σε περισσότερες της μιας ημερομηνίες, ή σε άλλη ημερομηνία, ανάλογα με τις ανάγκες της περίπτωσης. Ο ορισμός νέας ημερομηνίας για απόδειξη, κατά ενάσκηση διακριτικής εξουσίας από το Δικαστήριο, ή ακόμα το γεγονός της μή συμπλήρωσης της απόδειξης σε μια ημερομηνία, δεν την αποχαρακτηρίζει για να τη μεταβάλει σε "δίκη" με την έννοια της Δ.33 θ.
- Όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση Αθανασιάδη ν. Αλεξάνδρου (ανωτέρω) και τις άλλες που αναφέρθηκαν δεν ήταν δυνατό να παρακαμφθεί το γεγονός ότι η αίτηση για παραμερισμό ήταν εκπρόθεσμη, κατ' επίκληση της Δ.
- Το γεγονός ότι είχε παρέλθει ελάχιστος χρόνος από την εκπνοή της προθεσμίας, όπως παρατηρήθηκε και στην πιο πάνω υπόθεση, θα μπορούσε να ήταν σχετικός παράγοντας στο πλαίσιο αίτησης για παράταση της προθεσμίας.» Αν και ο πιο πάνω λόγος (ratio) φαίνεται εκ πρώτης όψεως να παρέχει έρεισμα στις θέσεις του ενάγοντα στην παρούσα περίπτωση, αν μη τι άλλο διότι είναι κοινώς αποδεκτό ότι η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε ένα και πλέον μήνα μετά την έκδοση της επίδικης απόφασης και δεν εδράζεται επί οποιασδήποτε πρόνοιας της Δ.33, η σημαντική διαφορά της υπό κρίση περίπτωσης με την υπόθεση Ann-Clair έγκειται στο ότι στην παρούσα υπόθεση οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι δεν είχαν ποτέ ειδοποιηθεί για την ημερομηνία της δίκης ή έστω για την ημερομηνία που η υπόθεση τέθηκε ενώπιον του ΑΕΔ για πρώτη φορά οπόταν και ορίστηκε για ακρόαση στην απουσία τους. Το ερώτημα λοιπόν είναι το κατά πόσο ο ισχυρισμός αυτός των εναγομένων, αν ευσταθεί, θέτει την περίπτωση επί μιας εντελώς διαφορετικής διάστασης. Προτού όμως εξετάσω την ουσία του ισχυρισμού των εναγομένων, κρίνω σκόπιμο όπως παραθέσω μία σύνοψη των αρχών που πηγάζουν από τη νομολογία αναφορικά με την εξουσία παραμερισμού απόφασης ex debito justitiae, που είναι ουσιαστικά και η μόνη βάση επί της οποίας προωθείται η παρούσα αίτηση. Αν και για το θέμα αυτό υπάρχουν σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, εντούτοις θα παραπέμψω μόνο σε κάποιες από τις πιο πρόσφατες αποφάσεις, ήτοι στις CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LIMITED v. ΠΙΤΣΙΛΛΙΔΗΣ, Πολιτική Έφεση Αρ. 245/18, 17/7/2020, ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ ν. ΕΜΚΙΝ CONSULTING LTD κ.α., Πολιτική ECLI:CY:AD:2019:B131, Αίτηση Αρ. 80/2018, 4/4/2019 Ηλία Μανώλη ν. Ελληνικής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ, ECLI:CY:AD:2017:A37, ECLI:CY:AD:2017:A37, Πολ. Έφ. Αρ. 413/2011, ημερ. 3.2.2017, HOSSAN v. Γ. & Χ. ΛΑΜΨΗ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΛΤΔ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. E134/2014, 21/4/2021, MASLENIKOVA v. Μ. ΧΑΤΖΗΧΑΝΝΑ ΩΣ ΠΑΡΑΛΗΠΤΗ/ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ REALBACK MANAGEMENT LIMITED (ΥΠΟ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ), Πολιτική Έφεση Αρ. Ε197/2019, 15/1/2021, στις οποίες όχι μόνο παρατίθενται και εξηγούνται με περισσή επάρκεια οι αρχές που έχουν διαχρονικά εδραιωθεί από τη νομολογία αναφορικά με το συγκεκριμένο θέμα, αλλά και απαντούνται πλήρως όλα τα θέματα που εγείρονται στην παρούσα. Οι αρχές λοιπόν που συνάγονται από τις προαναφερθείσες αποφάσεις είναι ότι το κατά πόσο οι αιτητές είχαν γνώση της ημερομηνίας που ορίστηκε η υπόθεση τους είναι η αφετηρία αλλά και η ουσία του πράγματος (βλ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ) και διαδικασία που δεν επιδόθηκε και δεν περιήλθε σε γνώση του εναγομένου είναι άκυρη και όχι ακυρώσιμη, μη υποκείμενη σε θεραπεία ή νομιμοποίηση με οποιαδήποτε μεταγενέστερη πράξη ή διάβημα οποιουδήποτε μέρους (βλ. Μανώλη και Maslenikova). Η ερήμην δε έκδοση απόφασης υπό αυτές τις συνθήκες συνιστά απόφαση που εδράζεται επί ανυπόστατου νομικά υποβάθρου και κατ' επέκταση είναι εξ υπαρχής άκυρη και μη δυνάμενη να διασωθεί, οπόταν και ο εναγόμενος νομιμοποιείται δικαιωματικά σε παραμερισμό της (βλ. Hossan, Μανώλη και Maslenikova). Για τον παραμερισμό αυτό δεν απαιτείται να ληφθεί προδιαγεγραμμένη ενέργεια ή συγκεκριμένο δικονομικό διάβημα αλλά ούτε και χρειάζεται να υποβληθεί αίτηση ή να γίνει επίκληση συγκεκριμένων δικονομικών προνοιών. Μάλιστα δε, μπορεί να μην υπάρχουν καν δικονομικές πρόνοιες που να καλύπτουν την συγκεκριμένη περίπτωση (βλ. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LIMITED και την αναφορά που εκεί γίνεται στις Δημοκρατία ν. Πουλλή
(2001)3 ΑΑΔ και Τουβλοποιεία Παλαικύθρου ΓΙΓΑΣ ν. Ουστά (Αρ.1)
(1994)1 ΑΑΔ
- Αφ' ης στιγμής όμως τίθεται θέμα παραβίασης του θεμελιακού δικαιώματος της πρόσβασης στη δικαιοσύνη, το Δικαστήριο, ως «δικαστήριο της δικαιοσύνης» (court of law), έχει κάθε δυνατότητα, συμφυή εξουσία αλλά και καθήκον, να επιληφθεί του θέματος, ακόμη και αυτοβούλως, όχι για να αναθεωρήσει προηγούμενη απόφαση του, αλλά για να αναγνωρίσει και να διακηρύξει ότι η προηγούμενη απόφαση του είναι άκυρη ώστε να την παραμερίσει και να εκπληρώσει έτσι το οφειλόμενο προς τη δικαιοσύνη χρέος (βλ. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LIMITED), χωρίς να έχει σημασία η όποια καθυστέρηση έχει επιδείξει ο αιτητής ή να χρειάζεται να εξεταστεί το κατά πόσο ο τελευταίος αποκαλύπτει εκ πρώτης όψεως μια καλή και συζητήσιμη υπόθεση επί της ουσίας της αγωγής (βλ. Hossan και Μανώλη, καθώς και την αναφορά γίνεται στην τελευταία στην υπόθεση Hewitson v. Fabre 21 Q.B.D. 6). Συνεπώς, εφόσον κατά την εξέταση αιτήματος για ex debito justitiae παραμερισμό δεν είναι αναγκαίο να εξεταστεί η ουσία της υπόθεσης έστω για να διαπιστωθεί η αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπεράσπισης και ή ανταπαίτησης, αυτό επιλύει το δικαιοδοτικό προβληματισμό που είχα θίξει στους συνηγόρους κατά το στάδιο των αγορεύσεων. Αυτό διότι εφόσον η παρούσα αίτηση περιορίζεται ουσιαστικά στην άσκηση της δικαστικής εξουσίας παραμερισμού απόφασης ex debito justitiae, το Δικαστήριο δεν θα υπεισέλθει ούτε στην ουσία της αγωγής αλλά ούτε και στους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην αίτηση και ένσταση να αφορούν στην ουσία της αγωγής (βλ. κατ' αντίθεση την περίπτωση στην Pilavachi ανωτέρω). Κανένα λοιπόν θέμα δεν υφίσταται με την καθ' ύλη δικαιοδοσία μου ως Επαρχιακός Δικαστής να εξετάσω και να αποφασίσω τελεσίδικα την αίτηση, έστω και αν αυτή αποσκοπεί στον εξ ολοκλήρου παραμερισμό της απόφασης της 13/12/19 και στην επαναφορά ανταπαίτησης €500.000 περίπου. Προχωρώ λοιπόν να εξετάσω τον ισχυρισμό των εναγομένων ως προς το θέμα της ειδοποίησης τους, είτε σε σχέση με τον ορισμό της υπόθεσης ενώπιον του ΑΕΔ στις 21/05/19 όταν και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση, είτε σε σχέση με τις 13/12/19 που η υπόθεση ορίστηκε γι' ακρόαση και αυτοί δεν εμφανίστηκαν οπόταν και εκδόθηκε απόφαση ερήμην τους. Επισημαίνω τα εξής. Από το αδιαμφισβητήτο περιεχόμενο του φακέλου που παρέθεσα ανωτέρω, προκύπτει ότι η πλευρά των εναγομένων γνώριζε για τις διαδικασίες που λάμβαναν χώρα στην υπόθεση μόνο μέχρι και τις 18/05/18 που ο φάκελος παραπέμφθηκε στο Πρωτοκολλητείο ώστε να τεθεί ενώπιον δικαιοδοτικά αρμόδιου ΑΕΔ. Ευνόητο είναι ότι εφόσον δεν είχε τότε δοθεί νέα ημερομηνία στην υπόθεση, αμφότερες οι πλευρές ανέμεναν ότι θα ειδοποιούνταν από το Πρωτοκολλητείο για το πότε θα έπρεπε να προσέλθουν εκ νέου στο Δικαστήριο. Υπενθυμίζω εδώ ότι εφόσον υπήρχε σημείωμα εμφάνισης στο φάκελο εκ μέρους των εναγομένων, έστω από τους προηγούμενους δικηγόρους τους, οι εναγόμενοι θεωρούνταν ότι συμμετείχαν στη διαδικασία και μέχρι να διορίσουν νέο δικηγόρο, ότι εκπροσωπούσαν οι ίδιοι τον εαυτό τους. Αυτά άλλωστε επιβεβαιώνονται και από τις ρητές και ξεκάθαρες οδηγίες του ΑΕΔ ημερ. 08/03/21, ο οποίος ζήτησε «όπως ειδοποιηθούν οι δικηγόροι/ενάγοντες/εναγόμενοι» για να προσέλθουν στο Δικαστήριο στις 21/05/
- Τέτοιαν ειδοποίηση όμως οι εναγόμενοι δεν έλαβαν ποτέ, αφού όπως ήδη ανέφερα, η συγκεκριμένη ειδοποίηση που έστειλε το Πρωτοκολλητείο στις 11/04/19, αντίγραφο της οποίας είναι στο φάκελο της υπόθεσης, στάληκε μόνο στο δικηγόρο του ενάγοντα και στους πρώην δικηγόρους των εναγομένων, οι οποίοι όμως είχαν παύσει να εκπροσωπούν τους τελευταίους και να έχουν σχέση με αυτούς από τις 31/10/
- Ούτε όμως στάληκε οποιαδήποτε άλλη ειδοποίηση προς τους εναγόμενους είτε για τις 21/05/19 είτε για τις 13/12/19 που η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση. Περιττό είναι θεωρώ να αναφέρω ότι με την παύση ενός διορισμένου δικηγόρου παύει και η διεύθυνση του εν λόγω δικηγόρου να θεωρείται ως διεύθυνση για την επίδοση εγγράφων στον πελάτη του (βλ. Δ.16 Θ.3), ενώ επειδή η απόσυρση των δικηγόρων των εναγομένων έγινε κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος προς το Δικαστήριο και όχι με την καταχώρηση σημειώματος αλλαγής δικηγόρου, οι πρόνοιες της Δ.3 δεν τύγχαναν εφαρμογής. Με άλλα λόγια, δεν υπάρχει τίποτα στο φάκελο που να καταδεικνύει ότι οι εναγόμενοι γνώριζαν για τις 21/05/19 ή για τις 13/12/19 ή ότι ειδοποιήθηκαν να προσέλθουν στο Δικαστήριο στις 21/05/19 που δόθηκε ημερομηνία ακρόασης ή στις 13/12/19 που ήταν η ημέρα της δίκης, όπως και δεν υπάρχει τίποτα που να υποδηλοί ότι οι εναγόμενοι είχαν λόγο να θεωρούν ότι η διαδικασία επανεκκίνησε μετά τις 18/05/18 που η υπόθεση αναβλήθηκε στην παρουσία τους χωρίς νέα ημερομηνία,. Υπό το φως των πιο πάνω αρχών της νομολογίας, οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου αναπόφευκτα θα πρέπει να οδηγήσουν σε επιτυχία της παρούσας αίτησης εφόσον από τα γεγονότα που προκύπτουν από το φάκελο της παρούσας υπόθεσης διαπιστώνεται ότι οι εναγόμενοι δεν είχαν δεόντως ειδοποιηθεί ή λάβει γνώση για την ημερομηνία που η υπόθεση τέθηκε ενώπιον του ΑΕΔ οπόταν και ορίστηκε για ακρόαση στην απουσία τους ή για την ημέρα της δίκης, ήτοι για τις 13/12/
- Το Δικαστήριο είναι συνεπώς υποχρεωμένο ex debito justitiae να παραμερίσει την απόφαση της 13/12/19 στο σύνολο της, χωρίς να τίθεται θέμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας και χωρίς να χρειάζεται να εξεταστούν θέματα καθυστέρησης ή αποκάλυψης συζητήσιμης υπεράσπισης και αναταπαίτησης. Επισημαίνω εδώ ότι δεν έχω παραγνωρίσει ότι η αίτηση υποβάλλεται και από τον εναγόμενο 3, για τον οποίο όμως η αγωγή δεν είχε εκδικασθεί στις 13/12/19 ώστε να καλύπτεται από τον αιτούμενο παραμερισμό αλλά είχε αποσυρθεί εκείνη την μέρα αυτοβούλως από τον ενάγοντα. Επί αυτού του θέματος όμως υπενθυμίζω ότι ο ενάγοντας είχε προβεί στην απόσυρση της αγωγής εναντίον του εναγόμενου 3 επιφυλάσσοντας το δικαίωμα του να επανέλθει εναντίον του τελευταίου με νέα αγωγή ή με άλλη διαδικασία εντός αυτής της αγωγής και ότι με την απόφαση της 13/12/19 απορρίφθηκε και η ανταπαίτηση που είχε ο εν λόγω εναγόμενος, γεγονός που επιτρέπει στον τελευταίο να προωθεί και εκείνος την παρούσα αίτηση ώστε να πετύχει την αποκατάσταση και της δικής του ανταπαίτησης Η αίτηση επομένως επιτυγχάνει και εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος υπό στοιχείο Γ της αίτησης, με το οποίο παραμερίζεται η απόφαση της 13/12/19 με την οποία πέτυχε η αγωγή εναντίον των εναγομένων 1 και 2 και απορρίφθηκε η ανταπαίτηση των εναγομένων, περιλαμβανομένων και των ανάλογων διαταγών ως προς τα έξοδα. Κατά συνέπεια, τόσο η αγωγή όσο και η ανταπαίτηση αποκαθίστανται, με την επισήμανση όμως ότι η αποκατάσταση της αγωγής δεν εκτείνεται και σε σχέση με τον εναγόμενο 3 εφόσον εναντίον εκείνου του εναγόμενου η αγωγή αποσύρθηκε αυτοβούλως και ότι με την αποκατάσταση της ανταπαίτησης επιβάλλεται από το Δικαστήριο σε όλους τους εναγόμενους η υποχρέωση όπως καταβάλουν τα επιπρόσθετα τέλη που πρέπει να καταβληθούν για την ανταπαίτηση τους εντός 45 ημερών από σήμερα. Αν οι εναγόμενοι εκπληρώσουν την υποχρέωση τους αυτή, τότε θα εξεταστεί το θέμα του κατά πόσο η υπόθεση θα πρέπει πλέον να παραπεμφθεί σε δικαιοδοτικά αρμόδιο Δικαστή. Αν όμως δεν συμμορφωθούν οι εναγόμενοι, τότε η ανταπαίτηση τους, αν και προς το παρόν αποκατασταθείσα, θα υπόκειται εκ νέου σε απόρριψη, θέμα το οποίο θα εξεταστεί όταν παρέλθει η προθεσμία των 45 ημερών. Πρόσθετα όμως των πιο πάνω, η ex debito justitiae αναγνώριση και διακήρυξη της απόφασης της 13/12/19 ως εξ' υπαρχής άκυρη απόφαση, συνεπάγεται αναπόφευκτα και αναγνώριση και διακήρυξη των όποιων μέτρων εκτέλεσης λήφθηκαν μέχρι σήμερα στη βάση αυτής της άκυρης απόφασης ως επίσης εξ' υπαρχής άκυρες διαδικασίες. Συνεπώς, το ΜΕΜΟ που έχει εγγραφεί επί της ακίνητης περιουσίας των εναγομένων θα πρέπει να διαγραφεί ενώ τα όποια τυχόν εντάλματα εκτέλεσης έχουν εκδοθεί και εκκρεμούν, αυτά θα πρέπει επίσης να ακυρωθούν. Εκδίδεται επομένως διάταγμα και ως η παράγραφος υπό στοιχείο Β της αίτησης Ενόψει των πιο πάνω διαταγών, η υπό στοιχείο Α της αίτησης θεραπεία, ήτοι η αναστολή εκτέλεσης της απόφασης της 13/12/19, καθίσταται άνευ αντικειμένου και συνεπώς το εν λόγω αιτητικό απορρίπτεται. Αναφορικά με το θέμα των εξόδων της διαδικασίας, εφόσον η ευθύνη της μη γνωστοποίησης της ημερομηνίας ορισμού της υπόθεσης δεν μπορεί να αποδοθεί σε κανένα εκ των διαδίκων και εφόσον ο παραμερισμός έχει αποφασιστεί ex debito justitiae, κρίνω ορθό και δίκαιο όπως η κάθε πλευρά επωμιστεί τα έξοδα της και εκδίδω ανάλογη διαταγή (βλ. μεταξύ άλλων ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ και Hossan ανωτέρω). Η υπόθεση ορίζεται για έλεγχο των ανωτέρω οδηγιών στις 30/06/21 και ώρα
- (Υπ.).......... Πιστόν Αντίγραφο Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο