ΠΑΠΑΘΕΟΔΩΡΟΥ ν. ΠΑΠΑΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Αρ. Αίτησης: 5/2017, 10/5/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A237 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΠΑΣΧΑΛΙΔΗ, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 5/2017 Μεταξύ: XXXXX ΠΑΠΑΘΕΟΔΩΡΟΥ Αιτητής και XXXXX ΠΑΠΑΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ Καθ' ης η αίτηση --------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 10 Μαΐου 2021 Εμφανίσεις: Για αιτητή: κ. Σ. Παπαθεοδώρου Για καθ' ης η αίτηση: κ. Π. Α. Μιχαήλ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 12/01/21 το Πρωτοκολλητείο του Ε.Δ Λ/σιας έθεσε για πρώτη φορά ενώπιον μου την παρούσα υπόθεση λόγω του ότι η αδελφή Δικαστής που της επιλαμβανόταν ως τότε, προήχθη σε Ανώτερο Επαρχιακό Δικαστή. Από το φάκελο της υπόθεσης καθώς επίσης και από τα όσα με ενημέρωσαν αμφότεροι συνήγοροι κατά τις μετέπειτα εμφανίσεις τους, το ιστορικό που περιβάλλει την υπό κρίση διαδικασία έχει ως εξής. Στις 05/01/17 ο αιτητής, ο οποίος είναι δικηγόρος, καταχώρησε μονομερή γενική αίτηση με την οποία ζητούσε άδεια και/ή διάταγμα του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την εγγραφή και εκτέλεση «.της απόφασης του Πρωτοκολλητή του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην ECLI:CY:AD:2015:A301, Πολιτική Έφεση Αρ.263/2010 ημερομηνίας 11.11.2015.(η οποία).αφορά τα ψηφισθέντα και πιστοποιημένα έξοδα τα οποία είναι πληρωτέα από την Καθ' ης η Αίτηση προς τον Αιτητή.». Σύμφωνα πάντα με τον αιτητή, αυτός είχε διοριστεί από την καθ' ης η αίτηση για να την εκπροσωπήσει στην αγωγή 4208/2005, η οποία αφού αποπερατώθηκε πρωτόδικα οδηγήθηκε σε έφεση, ήτοι την Π.Ε. 263/10, όπου και πάλι ο αιτητής εκπροσώπησε την καθ' ης η αίτηση. Όταν ολοκληρώθηκε και η έφεση, επειδή δεν υπήρξε συμφωνία μεταξύ αιτητή και καθ' ης η αίτηση αναφορικά με την αμοιβή του πρώτου σε σχέση με τις υπηρεσίες του στην έφεση, το θέμα τέθηκε ενώπιον του Πρωτοκολλητή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ο οποίος, σύμφωνα πάντα με τον αιτητή, κατόπιν της διαδικασίας της ψήφισης εξέδωσε στις 11/11/15 σχετικό πιστοποιητικό με το οποίο πιστοποιούνταν προς όφελος του αιτητή και εναντίον της καθ' ης η αίτηση €1785 έξοδα πλέον ΦΠΑ 19% πλέον €267,25, ήτοι σύνολο €2391.
- Το εν λόγω πιστοποιητικό, την εγγραφή και εκτέλεση του οποίου ο αιτητής επεδίωξε με την μονομερή γενική αίτηση του, επισυνάφθηκε στην εν λόγω αίτηση ως Τεκ.Β και εφόσον η αίτηση ήταν μονομερής, αυτή εγκρίθηκε από το Δικαστήριο στις 20/01/17 με την έκδοση σχετικού διατάγματος χωρίς να επιδοθεί ή άλλως πως γνωστοποιηθεί στην καθ' ης η αίτηση. Τρία περίπου χρόνια αργότερα, ήτοι στις 09/01/20, ο αιτητής καταχώρησε την παρούσα αίτηση ως πιστωτής δυνάμει δικαστικής απόφασης πλέον, και ισχυριζόμενος ότι η καθ' ης η αίτηση δεν έχει ικανοποιήσει καθόλου το χρέος της προς αυτόν, ζητά όπως εξεταστεί η οικονομική κατάσταση της τελευταίας με σκοπό την έκδοση διατάγματος πληρωμής του χρέους της με μηνιαίες δόσεις. Η αίτηση εδράζεται ουσιαστικά επί των προνοιών των 82, 87, 90 και 91Κεφ.6 και αν και περιλαμβάνει και αιτητικό για ενδεχόμενη έκδοση και άλλων διαταγμάτων, εντούτοις στην ουσία περιορίζεται μόνο στην έκδοση διατάγματος πληρωμής ολόκληρου του εξ' αποφάσεως χρέους με τέτοιες δόσεις που το Δικαστήριο ήθελε κρίνει εύλογες και εντός των οικονομικών δυνατοτήτων της καθ' ης η αίτηση. Το προαναφερόμενο πιστοποιητικό του Πρωτοκολλητή του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 11/11/15 που ο αιτητής επεσύναψε στην γενική αίτηση, επισυνάπτεται και στην παρούσα ως Τεκ.
- Αυτή τη φορά η αίτηση, ένεκα της φύσης της, επιδόθηκε στην καθ' ης η αίτηση και αν και δεν φαίνεται από το φάκελο να εκδόθηκε και η ανάλογη κλήση μάρτυρα, η τελευταία εμφανίστηκε αυτοπροσώπως στη διαδικασία και έθεσε τις θέσεις της γραπτώς, καταχωρώντας στις 12/06/20 έγγραφο που έφερε τίτλο «Ένορκη Δήλωση». Από το φάκελο φαίνεται ότι η Επαρχιακός Δικαστής που επιλήφθηκε τότε της υπόθεσης θεώρησε ότι τα όσα πρόβαλλε η καθ' ης η αίτηση έπρεπε να είχαν τεθεί σε ένσταση με τον ενδεδειγμένο τρόπο, οπόταν και αφού έδωσε σχετικές οδηγίες προς στο σκοπό αυτό, η τελευταία, διορίζοντας πλέον δικηγόρο, καταχώρησε στις 30/10/20 ένσταση η οποία περιλάμβανε μεταξύ άλλων και τα όσα αναφέρονταν στην «Ένορκη Δήλωση» της. Για ό,τι αφορά την παρούσα απόφαση, η θέση που προβάλλει η καθ' ης η αίτηση, τόσο στην «Ένορκη Δήλωση» όσο και στην ένσταση της είναι ότι η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει εφόσον το πραγματικό εξ αποφάσεως χρέος που ισχυρίζεται ο αιτητής ότι του οφείλεται δεν είναι αυτό που αναφέρετο στο πιστοποιητικό του Πρωτοκολλητή του Ανωτάτου που διατάχθηκε στις 20/01/17 να εγγραφεί και να εκτελεστεί, διότι κατά την καθ' ης η αίτηση το πραγματικό πιστοποιητικό είναι άλλο. Σύμφωνα με την καθ' ης η αίτηση, το πραγματικό πιστοποιητικό που εξέδωσε στην παρουσία της ο Πρωτοκολλητής στις 11/11/15 κατόπιν της διαδικασίας της ψήφισης, πιστό αντίγραφο το οποίου η καθ' ης η αίτηση επισυνάπτει ως Τεκμήριο, αναφέρει ότι το ποσό των εξόδων που επιδικάστηκαν εναντίον της ως δικηγορική αμοιβή είναι μεν το συνολικό ποσό των €2391.40 όμως το εν λόγω ποσό είχε επιδικαστεί και πιστοποιηθεί όχι ως αμοιβή αποκλειστικά του αιτητή αλλά και των δύο δικηγόρων που την εκπροσωπούσαν τότε από κοινού, ήτοι του αιτητή και του αποβιώσαντα σήμερα Γ. Μυλωνά. Είναι δε η θέση της καθ' ης η αίτηση ότι αρχικά ο Πρωτοκολλητής εξέδωσε το πιστοποιητικό που παρουσίασε και ενέγραψε ο αιτητής, καταγράφοντας όμως εσφαλμένα επί αυτού μόνο το όνομα του αιτητή ως δικαιούχου των επιδικασθέντων εξόδων, και στη συνέχεια, όταν του υπεδείχθη το λάθος του και ότι οι δικηγόροι ήταν δύο, το διόρθωσε εκδίδοντας νέο πιστοποιητικό της ίδιας ημερομηνίας. Επειδή λοιπόν σύμφωνα με το ορθό πιστοποιητικό η αμοιβή του αιτητή συνίστατο ουσιαστικά στο 1/2 του πιστοποιηθέντος ποσού, ήτοι €1195.70 και επειδή η ίδια είχε ήδη καταβάλει προς τον αιτητή προσωπικά €1.000 το 2010 με επιταγή και ακολούθως, στις 04/03/16, γνωστοποιώντας στον αιτητή το ορθό και πραγματικό πιστοποιητικό, του κατέβαλε προσωπικά ακόμη €195,70, και πάλι με επιταγή, αυτή είχε ουσιαστικά εξοφλήσει ό,τι ποσό όφειλε στον αιτητή ως πιστοποιηθείσα αμοιβή. Μάλιστα δε, ισχυρίζεται η καθ' ης η αίτηση, την εξόφληση τόσο του αιτητή όσο και του μ. Μυλωνά για τις υπηρεσίες που της προσέφεραν την επιβεβαίωσε γραπτώς ο τελευταίος προτού αποβιώσει, εκδίδοντας και παραδίδοντας της «Υπεύθυνη Δήλωση» στην οποία αναφέρετο στον από κοινού διορισμό του με τον αιτητή καθώς και στις πληρωμές που έγιναν σε αμφότερους προς πλήρη και τελεία εξόφληση της αμοιβής τους. Το περιεχόμενο της υπογεγραμμένης από τον μ. Μυλωνά «Υπεύθυνης Δήλωσης» ημερ. 20/01/17 δε, ο τελευταίος φαίνεται να το επανέλαβε και ενόρκως στα πλαίσια της αγωγής 53/17 που είχε καταχωρήσει ο αιτητής εναντίον της καθ' ης η αίτηση σε σχέση με την αμοιβή του για τις υπηρεσίες που της προσέφερε πρωτόδικα στην αγωγή 4208/05, αγωγή η οποία να σημειωθεί, σύμφωνα με τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, φαίνεται ότι εν τέλει απορρίφθηκε από το Δικαστήριο κατόπιν ακρόασης διότι ο αιτητής δεν είχε μεριμνήσει να ζητήσει πρώτα όπως και εκείνη η αμοιβή του ψηφιστεί από τον Πρωτοκολλητή. Σημειώνω εδώ ότι στις γραπτές παραστάσεις της, η καθ' ης αίτηση επεσύναψε ως Τεκμήρια και την «Υπεύθυνη Δήλωση» μ.Μυλωνά, και την μαρτυρία που έδωσε ο τελευταίος στην αγωγή αλλά και αντίγραφα των επιστολών και των επιταγών που έστειλε στον αιτητή. Υποστηρίζοντας λοιπόν η καθ' ης η αίτηση ότι η πιστοποιηθείσα αμοιβή του αιτητή έχει εξοφληθεί και ότι ο αιτητής «εν γνώση του λανθασμένα» προώθησε και προωθεί το εσφαλμένο πιστοποιητικό του Πρωτοκολλητή ώστε να πληρωθεί ποσά που δεν δικαιούται, ζητά από το Δικαστήριο όπως απορρίψει την παρούσα αίτηση τόσο ως αφορώσα χρέος που έχει εξοφληθεί όσο και ως καταχρηστική και κακόβουλη. Σημειώνω εδώ ότι η καθ' ης η αίτηση αναφέρει στην ένσταση της και ισχυρισμούς που αφορούν την οικονομική της δυνατότητα, οι οποίοι όμως ισχυρισμοί, για τους λόγους που θα εξηγήσω, δεν αποτελούν προς το παρόν αντικείμενο εξέτασης στην παρούσα. Κατά την πρώτη λοιπόν ουσιαστική εμφάνιση αμφότερων των πλευρών ενώπιον μου, έθεσα στους συνηγόρους τον προβληματισμό του Δικαστηρίου ως προς το αν και πώς είναι που θα μπορούσαν να εξεταστούν στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας τα όσα η καθ' ης η αίτηση ισχυριζόταν αναφορικά με το εσφαλμένο του πιστοποιητικού που εγγράφηκε με Δικαστικό διάταγμα στις 20/01/17 και τα περί εξόφλησης του πραγματικού χρέους προτού αυτό αποτελέσει αντικείμενο του εν λόγω Δικαστικού διατάγματος. Ο λόγος που έθεσα στους συνηγόρους τον εν λόγω προβληματισμό ήταν διότι η διαδικασία αποσκοπεί στην εξέταση της οικονομικής δυνατότητας της καθ' ης η αίτηση να αποπληρώσει το Δικαστικά πλέον αναγνωρισμένο χρέος της, νοουμένου βέβαια ότι δεν διαπιστώνεται να προκαλείται κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και διότι η πλευρά της καθ' ης η αίτηση εξέφρασε πρόθεση να κλητεύσει τον Πρωτοκολλητή που εξέδωσε το πιστοποιητικό για να καταθέσει περί του θέματος, τη στιγμή όμως που η διαδικασία οικονομικής εξέτασης ενός εξ αποφάσεως χρεώστη είναι εξεταστικού χαρακτήρα και όχι αντιπαραθετικού ώστε να παρέχεται περιθώριο αξιολόγησης ενός μάρτυρα με τον τρόπο που γίνεται κατά τη διαδικασία ακρόασης μιας αγωγής. Θέση του κ. Μιχαήλ ήταν ότι οι ισχυρισμοί της καθ' ης η αίτηση μπορούσαν να εξεταστούν, αν μη τι άλλο διότι άπτονταν και του ισχυρισμού περί κατάχρησης της διαδικασίας ενώ θέση του αιτητή, οι οποίος δεν αναγνωρίζει ούτε και αποδέχεται την ύπαρξη ή την ορθότητα ενός δεύτερου πιστοποιητικού, ως αυτό που παρουσίασε ως τεκμήριο η καθ' ης η αίτηση ήταν ότι το παρόν Δικαστήριο είναι δεσμευμένο για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας από το διάταγμα της 20/01/17 με το οποίο δόθηκε άδεια για εγγραφή και εκτέλεση του πιστοποιητικού που αυτός παρουσίασε. Στη βάση των πιο πάνω τοποθετήσεων των δύο πλευρών έκρινα ορθό αλλά και αναγκαίο όπως ζητήσω από τους συνηγόρους να αγορεύσουν επί του συγκεκριμένου θέματος προτού το Δικαστήριο προχωρήσει με την οικονομική εξέταση της καθ' ης η αίτηση. Αυτό όχι μόνο γιατί η απόφαση επί του συγκεκριμένου θέματος θα καθορίσει την αναγκαιότητα ή μη της κλήτευσης του Πρωτοκολλητή για να δώσει μαρτυρία, με ό,τι διαδικαστικά θέματα μια τέτοια μαρτυρία συνεπάγεται, αλλά και διότι αν ήθελε φανεί ότι οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί της καθ' ης η αίτηση δεν μπορούν κατ' ουδένα λόγο να απασχολήσουν την παρούσα διαδικασία, τότε το μόνο θέμα που θα παραμείνει να εξεταστεί θα είναι η οικονομική εξέτασης της τελευταίας. Ευνόητο είναι βέβαια ότι αν ήθελε φανεί ότι οι επί του προκειμένου ισχυρισμοί ης καθ' ης η αίτηση μπορούν και θα πρέπει με κάποιο τρόπο να επηρεάσουν την παρούσα διαδικασία, τότε ανάλογη θα είναι και η απόφαση του Δικαστηρίου επί αυτού του «προδικαστικού» θέματος. Συμμορφούμενοι λοιπόν με τις οδηγίες του Δικαστηρίου οι δύο συνήγοροι προχώρησαν με εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις επί του θέματος με τον μεν κ. Μιχαήλ να υποστηρίζει ότι οι νομολογιακές αρχές που αφορούν στο θέμα κατάχρησης της διαδικασίας επιτρέπουν στο εδώ Δικαστήριο να καταλήξει σε τέτοιο συμπέρασμα με βάση τα όσα τέθηκαν ενώπιον του, τον δε κ. Παπαθεοδώρου να υποστηρίζει μεταξύ άλλων ότι η καθ' ης η αίτηση εμποδίζεται να προβάλλει τους συγκεκριμένους ισχυρισμούς λόγω του ότι τους είχε ήδη προβάλει στην αγωγή 53/17 και το Δικαστήριο τους απέρριψε κατόπιν ακρόασης. Σημειώνω εδώ, και αυτό προς το παρόν καθαρά για σκοπούς αναφοράς, ότι αμφότεροι συνήγοροι επισύναψαν στις αγορεύσεις τους αντίγραφα των Δικαστικών διαδικασιών που σχετίζονται με τους επίδικους ισχυρισμούς, ο μεν κ. Μιχαήλ τα πρακτικά που τηρήθηκαν ενώπιον του Πρωτοκολλητή κατά τη διαδικασία της ψήφιση, ο δε κ. Παπαθεοδώρου την απόφαση στην αγωγή 53/17, ώστε να αποδείξουν αντίστοιχα τους σχετικούς ισχυρισμούς τους περί γεγονότων. Και οι δύο βέβαια συνήγοροι υποστήριξαν στις αγορεύσεις τους ότι ήταν απόλυτα επιτρεπτό να προβούν στους εν λόγω παραπομπές με τις αγορεύσεις τους εφόσον απλά παρέπεμπαν σε αποφάσεις και διατάγματα Δικαστηρίου. Ο λόγος που το αναφέρω τούτο είναι διότι κατά τη δική του αγόρευση, ο κ. Παπαθεοδώρου ζήτησε όπως αγνοηθεί το σχετικό μέρος της αγόρευση του κ. Μιχαήλ εφόσον συνιστούσε προσκόμιση μαρτυρίας με ανεπίτρεπτο τρόπο, θεωρώντας προφανώς ότι στη δική του περίπτωση ότι ο ίδιος κανόνας δεν ισχύει. Το συγκεκριμένο θέμα όμως, για τους λόγους που θα αναφέρω πιο κάτω δεν θα με απασχολήσει. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου. Σημειώνω τα εξής. Κατά πρώτο, τα όρια και το πεδίο εμβέλειας των εξουσιών που έχει ένα Δικαστήριο που επιλαμβάνεται αίτησης της παρούσας φύσης είχαν την ευκαιρία να τα εξετάσω στην υπόθεση Παναγιώτου ν. Λάπας κ.α., Αγωγή 3538/16 Ε.Δ. Λεμεσού, 20/10/17, το σχετικό απόσπασμα από την οποία παραθέτω αυτούσιο και υιοθετώ για σκοπούς της παρούσας απόφασης. «Το ότι η διαδικασία αίτησης για την έρευνα της οικονομικής κατάστασης ενός εξ' αποφάσεως οφειλέτη, είναι, ως εξαίρεση στο αντιπαραθετικό (adversarial) δικαιικό μας σύστημα, εξεταστικού χαρακτήρα (inquisitorial) που σκοπό έχει τη «...διερεύνηση των μέσων του εξ αποφάσεως χρεώστη ως εφόδιο για την κατίσχυση της δικαστικής διαδικασίας και των αποτελεσμάτων της», έχει πολλάκις επισημανθεί από τη νομολογία[1]. Μάλιστα δε, αυτό προνοεί και το ίδιο το Κεφ.6 (βλ. αρ.83, 84 και 85). Σύμφωνα με τις εν λόγω πρόνοιες, το Δικαστήριο, κέκτηται επίσης των εξουσιών εξαναγκασμού της παρουσίας του εξ αποφάσεως οφειλέτη στο Δικαστήριο καθώς και όποιου άλλου μάρτυρα κρίνει αναγκαίο αναφορικά με το θέμα της εξέτασης, ούτως ώστε τέτοια πρόσωπα να εξεταστούν, αναφορικά με την ικανότητα πληρωμής του οφειλόμενου ποσού από τον χρεώστη, την αποκάλυψη περιουσιακών στοιχείων τα οποία μπορούν να διατεθούν για την πληρωμή του χρέους και τη διάθεση οποιωνδήποτε περιουσιακών στοιχείων μετά τη δημιουργία ή τη γένεση της αστικής ευθύνης στην βάση της οποίας προέκυψε το εξ αποφάσεως χρέος (βλ. αρ. 84
(1)). Με την ολοκλήρωση της εξέτασης, το Δικαστήριο, δύναται να εκδώσει, ανάλογα με την περίπτωση, ένα ή περισσότερα από τα Διατάγματα που προνοούνται στο αρ.87
(1)Κεφ.6[2] ενώ δεν έχει εξουσία να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα ή ένταλμα που δεν ζητήθηκε με την αίτηση (βλ. αρ.87
(6)). Δεν θα πρέπει να παραγνωρίζεται όμως ότι, η διαδικασία οικονομικής εξέτασης ενός εξ' αποφάσεως χρεώστη, εισήχθη στην κυπριακή έννομη τάξη ως το τότε Μέρος ΙΧ του Κεφ.6 μαζί με τη διαδικασία του τότε Μέρους VIII, για φυλάκιση του χρεώστη (committal proceedings), σε περίπτωση που διαπιστώνετο πρόθεση του να αποφύγει να πληρώσει το χρέος του (wilful evasion). Με τον τροποποιητικό όμως Ν.134(I)/1999, η διαδικασία φυλάκισης καταργήθηκε και τα Μέρη VIII και IX αντικαταστάθηκαν με νέες πρόνοιες. Πλέον, το Μέρος VIII αφορά στη διαδικασία οικονομικής εξέτασης του οφειλέτη και το ΙΧ σε «ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΑΔΙΚΗΜΑΤΑ ΚΑΤΑΔΟΛΙΕΥΣΗΣ ΕΞ ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ ΠΙΣΤΩΤΩΝ». Οι αρχές όμως που αφορούσαν αμφότερες τις διαδικασίες, παραμένουν ακόμα και μετά την τροποποίηση, οι ίδιες. Για να γίνουν αντιληπτά τα όρια και η εμβέλεια της εξουσίας και δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου που επιλαμβάνεται αιτήσεις της φύσης της παρούσας, καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από την αγγλική και κοινοπολιτειακή νομολογία που αφορά στο νομοθέτημα από το οποίο εισήχθηκαν οι πιο πάνω διαδικασίες στο Κεφ.6, ήτοι το παλιό αγγλικό Debtor's Act 1869 - S.5 (βλ. Gesico ανωτέρω στην οποία ο μ.Στυλιανίδης Δ. ως ήταν τότε, προβαίνει σε μια ενδιαφέρουσα ιστορική αναδρομή των υπό κρίση προνοιών του Κεφ.6 και αντιπαραβολή τους με το Debtor's Act 1869). Οι σχετικές με το υπό εξέταση θέμα αποφάσεις που έχω εντοπίσει, είναι οι Bundy v Motor Cab Owner Drivers' Association [1930] All ER Rep 351, T C Trustees Ltd & Another v J S Darwen (Successors) Ltd [1969] 1 All ER 271 και η Ulla and another v Shivraj (t/a Shivraj's Agri and Heavy Duty Machinery)
(2014)84 WIR 368 του Ανωτάτου Δικαστηρίου της κοινοπολιτειακής Γουιάνας, όπου εφαρμόζεται τόσο το Debtors Act όσο και η αγγλική νομολογία και κοινοδίκαιο. Από τις πιο πάνω αποφάσεις, την κυπριακή νομολογία και νομοθεσία, προκύπτουν τα εξής σχετικά: Α) Η διαδικασία οικονομικής εξέτασης ενός εξ' αποφάσεως οφειλέτη, συνιστά διαδικασία εκτέλεσης της απόφασης. (βλ. Bundy ανωτέρω - «...It is plain that this procedure is, in truth, a form of execution ... It is a mode of enforcing the judgment...» Β) Σκοπός της διαδικασίας είναι να βοηθηθεί ο εξ' αποφάσεως πιστωτής να εξασφαλίσει τους «καρπούς» της προς όφελος του απόφασης και κατ' επέκταση «..η κατίσχυση της δικαστικής διαδικασίας και των αποτελεσμάτων της» (βλ. Giseco και Ulla ανωτέρω - «...The object of the Debtors Act was to come to the aid of a judgment creditor in securing the fruits of his judgment...») Γ) Αφ' ης στιγμής παρουσιάζεται δεόντως πιστοποιημένη απόφαση Δικαστηρίου για συγκεκριμένο ποσό, το οποίο προκύπτει να μην πληρώθηκε, ενεργοποιείται η εξουσία του Δικαστηρίου να εξετάσει τον οφειλέτη για την οικονομική του δυνατότητα να το πληρώσει (βλ. Bundy ανωτέρω «Accordingly, as soon as the judgment of the High Court whereby the plaintiff was ordered to pay a certain sum to the defendants was produced to the county court the judge had, in our opinion, the power and, if he thought it just and if the conditions of the statute were fulfilled, the duty to do what he did - namely, order the payment by instalments of the judgment debt....» Δ) Στα πλαίσια της εν λόγω διαδικασίας, το Δικαστήριο περιορίζεται αποκλειστικά στην εξέταση των οικονομικών πόρων του εξ' αποφάσως οφειλέτη με μόνο σκοπό τη διαπίστωση του κατά πόσο δύναται να εκδοθούν οποιοδήποτε από τα Διατάγματα που προνοεί ο Νόμος (βλ. Bundy και Ulla ανωτέρω). Ε) Η εξουσία του Δικαστηρίου όμως δεν είναι ευρεία και διακριτική αλλά περιορίζεται νομοθετικά, στην έκδοση των συγκεκριμένων Διαταγμάτων που προνοεί ο Νόμος και που ζητούνται με την αίτηση. Η έκδοση οποιουδήποτε άλλου Διατάγματος που δεν προνοείται στο Νόμο δεν επιτρέπεται. (βλ. αρ. 87 και Ulla - «...the exercise of that jurisdiction was statutory and not discretionary... the court might make one of ... specified orders ... The Act did not permit it or any other order akin to it and its terms ran contrary to the whole purpose and intent of the legislation »). Στ) Καμία εξουσία παρέχεται στο Δικαστήριο στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας για έλεγχο ή ακόμη και διερεύνηση της ορθότητας της απόφασης που δημιούργησε το χρέος ή αν ορθά αυτό προέκυψε (βλ. Bundy και Ulla ανωτέρω - «He had no power to inquire whether the judgment of the High Court was correct or not.») Ζ) Η απαλλαγή του εξ' αποφάσεως χρεώστη από το εξ' αποφάσεως χρέος, είτε με διάταγμα είτε με σχετική απόφαση του Δικαστηρίου εκφεύγει της νομοθετικά περιορισμένης εξουσίας που έχει το Δικαστήριο σε διαδικασίες όπως η παρούσα (βλ. T C Trustees Ltd, Bundy και Ulla ανωτέρω). Η) Ο ρόλος και εξουσία του Δικαστηρίου, η οποία περιορίζεται στην οικονομική εξέταση του οφειλέτη, τερματίζεται με την έκδοση ενός ή περισσοτέρων από τα επιτρεπόμενα από το Νόμο Διατάγματα. Απ' εκεί και πέρα, το Δικαστήριο καθίσταται «functus officio» (βλ. Ulla ανωτέρω «...the trial judge in judgment proceedings had to exercise the authority given to him under the Debtors Act once and for all and thereafter became functus officio...». Θ) Τυχόν απαλλαγή (relief) από το χρέος στην οποία ο εξ' αποφάσεως χρεώστης ισχυρίζεται ότι δικαιούται εξ' υπαρχής, έστω και αν το αίτημα του παρουσιάζεται δικαιολογημένο, μπορεί και θα πρέπει να εξεταστεί, μόνο, πριν την έκδοση απόφασης στην αγωγή και μόνο κατά την διαδικασία εκδίκασης της. Kάτι τέτοιο, δεν μπορεί να γίνει κατά τη διαδικασία εκτέλεσης της απόφασης. (βλ. T C Trustees Ltd - «...relief must be sought in the action itself, before judgment is given, and not afterwards.... It is too late to come after judgment.»» Υπό το φως των πιο πάνω αρχών επομένως, οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί που προβάλλει η καθ' ης η αίτηση για να καταδείξει ουσιαστικά ότι εσφαλμένα είναι που εκδόθηκε η απόφαση της 20/01/17 με την οποία εγγράφηκε το πιστοποιητικό που κατέθεσε ο αιτητής και για το οποίο δόθηκε άδεια του Δικαστηρίου όπως ληφθούν μέτρα εκτέλεσης προς είσπραξη του, είτε διότι κατ' εκείνη δεν ενεγράφη το ορθό πιστοποιητικό του Πρωτοκολλητή είτε διότι στην πραγματικότητα το χρέος που προέκυψε από το πιστοποιητικό του Πρωτοκολλητή εξοφλήθηκε πριν το διάταγμα της 20/01/17, δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας για να «σπάσουν» τη δεσμευτικότητα του δικαστικού διατάγματος της 20/01/17 και των συνεπειών που το εν λόγω διάταγμα συνεπάγεται. Η απόφαση American Home Assurance Co. κ.ά. ν. Παναγιώτη A Xρίστου
(1998)1 ΑΑΔ 1702 στην οποία με παρέπεμψε ο κ. Μιχαήλ απλά επιβεβαιώνει την εξουσία που έχει ένα Δικαστήριο να διορθώνει λάθη στις αποφάσεις του με βάση τη Δ.25 και καμία σχέση δεν έχει με το θέμα που εγείρεται στην παρούσα, ήτοι το κατά πόσο μπορεί στα πλαίσια των μέτρων εκτέλεσης να εξεταστεί το ορθό ή εσφαλμένο της έκδοσης της δικαστικής απόφασης που επιχειρείται να εκτελεστεί. Άλλωστε, τα όσα ισχυρίζεται η καθ' η ης η αίτηση δεν αφορούν σε «λάθος» του Δικαστηρίου κατά την έκδοση του διατάγματος της 20/01/17, αν μη τι άλλο εφόσον το κατ' ισχυρισμό «σφάλμα» που έγινε τότε είναι στον αιτητή που καταλογίζεται, αλλά ακόμη και λάθος να είχε κάμει τότε το Δικαστήριο, δεν είναι στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας που θα διορθωθεί. Των πιο πάνω λεχθέντων όμως, όπως επίσης επεσήμανα στην προαναφερθείσα απόφαση μου, οι αιτήσεις της παρούσας φύσης, ήτοι αιτήσεις για εκτέλεση δικαστικής απόφασης, τελούν πάντοτε υπό τον έλεγχο και την εποπτεία του Δικαστηρίου ούτως ώστε να αποφευχθεί η πρόκληση αδικίας και κατάχρησης (βλ. Panaou v. Haji Christofi
(1963)2 C.L.R 19 και μεταξύ άλλων Ν.Κ. v. Μ.Κ., Έφεση Αρ. 19/2017, 15/6/2020). Άλλωστε, το καθήκον του Δικαστηρίου είναι να ενεργεί πάντοτε ως Δικαστήριο της δικαιοσύνης (court of law) και το καθήκον αυτό, το οποίο αναδύεται και από το λόγο της Panaou σε σχέση με αιτήσεις αυτής της φύσης, δεν επιτρέπει σε ένα Δικαστήριο να εθελοτυφλήσει ή να τηρήσει παθητικό ρόλο αν διαπιστώσει ότι υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να προκληθεί κατάφορη αδικία σε οποιοδήποτε εκ των ενώπιον του διαδίκων - miscarriage of justice (βλ. κατ' αναλογία CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LIMITED v. ΠΙΤΣΙΛΛΙΔΗΣ, Πολιτική Έφεση Αρ. 245/18, 17/7/2020). Χωρίς λοιπόν να παραγνωρίζω ότι για σκοπούς της παρούσας αίτησης είμαι δεσμευμένος από το Δικαστικό διάταγμα της 20/01/17 και τις συνέπειες που αυτό συνεπάγεται, το καθήκον μου να διασφαλίσω ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε κατάφορη αδικία ή εκτροχιασμός της δικαιοσύνης (miscarriage of justice) στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας μου επιβάλλει να μην αγνοήσω παντελώς την ανεξήγητη φερόμενη ύπαρξη ενός πιστοποιητικού της ίδιας ημερομηνίας με αυτό που εγγράφηκε με το διάταγμα της 20/01/17 και το οποίο είναι με τον ίδιο τρόπο σφραγισμένο και υπογραμμένο από τον ίδιο Πρωτοκολλητή αλλά έχει διαφορετικό περιεχόμενο. Αν μη τι άλλο, η ύπαρξη και μόνο ενός τέτοιου πιστοποιητικού, το οποίο μάλιστα φέρεται να περιέχει, όπως και το πιστοποιητικό που παρουσίασε ο αιτητής, όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που έχει ένα έγκυρο και νόμιμο πιστοποιητικό Πρωτοκολλητή, εγείρει σοβαρά ερωτηματικά τα οποία πρέπει να ξεκαθαρίσουν προτού το Δικαστήριο αποφασίσει αν θα προχωρήσει με την εξέταση της οικονομικής δυνατότητας της καθ' ης η αίτηση. Αυτό γιατί προς το παρόν, όσες πιθανότητες υπάρχουν να φανεί ότι το πιστοποιητικό της καθ' ης η αίτηση είναι προϊόν δόλου, απάτης ή ακόμη και πλαστογραφίας, ως είναι και η θέση που απορρέει από την κατηγορηματική άρνηση του αιτητή να το αναγνωρίσει ως έγκυρο και νόμιμο, τόσες είναι και οι πιθανότητες να ευσταθούν οι ισχυρισμοί της καθ' ης η αίτηση, ήτοι ότι το εν λόγω πιστοποιητικό εκδόθηκε έγκυρα, νόμιμα και σε αντικατάσταση του πιστοποιητικού που ενέγραψε ο αιτητής αλλά παρά ταύτα ο τελευταίος ενσυνείδητα και σκόπιμα το αγνόησε και το απέκρυψε από το Δικαστήριο όταν υπέβαλε την αίτηση του για εγγραφή και εκτέλεση. Μπορεί βεβαίως και το όλο θέμα να συνιστά τελικά μια απλή παρεξήγηση, υπό την έννοια ότι ο Πρωτοκολλητής όντως διόρθωσε το πιστοποιητικό του αλλά δεν πληροφόρησε τον αιτητή για την εν λόγω διόρθωση χωρίς όμως αυτό να μεταβάλλει ότι στο τέλος μπορεί να μην είναι το ορθό πιστοποιητικό που έχει εγγραφεί. Όποια όμως και να είναι η περίπτωση, η ουσία είναι ότι θα πρέπει με κάποιο τρόπο να αναδυθεί η αλήθεια προτού το Δικαστήριο προχωρήσει να εξετάσει την οικονομική δυνατότητα της καθ' ης η αίτηση και αυτό γιατί αν το Δικαστήριο προχωρήσει με τη διαδικασία υπό αυτά τα προς το παρόν αβέβαια αλλά ουσιαστικά δεδομένα, τα οποία δεν μπορούν να ξεκαθαρίσουν στα πλαίσια της παρούσας αίτησης, υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να προκληθεί εκτροχιασμός της δικαιοσύνης (miscarriage of justice) και κατάφορη αδικία σε εκατέρωθεν τους διαδίκους. Θα πρέπει εδώ να αναφέρω ότι ενόψει των θεμάτων εντιμότητας που εγείρονται και δη σε σχέση με δικηγόρους, καθώς και ένεκα του ότι η διαδικασία ψήφισης συνιστά οιωνοί δικαστική λειτουργία που υπόκειται στον ίδιο έλεγχο στον οποίο υπόκειται και μια δικαστική απόφαση, είχα αρχικά εισηγηθεί στους συνηγόρους όπως η παρούσα αίτηση αποσυρθεί άνευ βλάβης με την ανάλογη πρόνοια ως προς τα έξοδα ώστε αμφότερες οι πλευρές να αποταθούν στον Πρωτοκολλητή του Ανωτάτου Δικαστηρίου και να ξεκαθαρίσουν τελεσίδικα το θέμα. Η εισήγηση μου όμως αυτή τελικά δεν έγινε αποδεκτή. Έχω λοιπόν προβληματιστεί πολύ σοβαρά ως προς το ποια θα ήταν υπό αυτές τις ιδιόμορφες περιστάσεις η πιο ορθή και δίκαιη προσέγγιση ώστε και να αναδυθεί η αλήθεια αλλά και να εκπληρωθεί το καθήκον του Δικαστηρίου να ενεργήσει ως Δικαστήριο της δικαιοσύνης (court of law) και να διασφαλίσει τα δικαιώματα όλων των εμπλεκομένων. Έχω συνεπώς καταλήξει στο εξής συμπέρασμα. Εφόσον τυχόν απαλλαγή (relief) από το χρέος στην οποία ο εξ' αποφάσεως χρεώστης ισχυρίζεται ότι δικαιούται εξ' υπαρχής, μπορεί και θα πρέπει να εξεταστεί μόνο κατά το στάδιο της έκδοσης της απόφασης από την οποία προκύπτει το χρέος που επιχειρείται να εισπραχθεί με τη διαδικασία εκτέλεσης, και εφόσον στην παρούσα περίπτωση η εκτελεστότητα του επίμαχου χρέους προέκυψε από δικαστικό διάταγμα που εκδόθηκε στα πλαίσια μονομερούς διαδικασίας και όχι διαδικασίας στην οποία η καθ' ης η αίτηση παρέλειψε να εμφανιστεί αν και είχε δεόντως ειδοποιηθεί, μόνο στα πλαίσια παραμερισμού του διατάγματος της 20/01/17 θα φανεί η αλήθεια και θα ξεκαθαρίσουν τα συγκεκριμένα θέματα που εγείρονται. Αυτό γιατί αν οι ισχυρισμοί της καθ' ης η αίτηση είναι όντως γνήσιοι και καλόπιστοι τότε αυτή δεν έχει κανένα πρόβλημα να τους προβάλει και να τους προωθήσει στα πλαίσια διαδικασίας παραμερισμού του διατάγματος της 20/01/17 όπου και θα μπορούν οι εν λόγω ισχυρισμοί να εξεταστούν και να ξεκαθαρίσουν. Αν όμως από την άλλη η καθ' ης η αίτηση αποφασίσει να μην αιτηθεί τον παραμερισμό ή αποτύχει σε μια τέτοια προσπάθεια της, τότε ο αιτητής θα είναι απόλυτα δικαιολογημένος να επιμένει στη δεσμευτικότητα του διατάγματος της 20/01/17 και στην εκτέλεση του εκεί αναφερόμενου χρέους με τη συνέχιση της παρούσας διαδικασίας και την οικονομική εξέταση της καθ' ης η αίτηση. Στη βάση των πιο πάνω συνεπώς, κρίνω ότι η πιο ορθή και δίκαιη λύση υπό τις περιστάσεις είναι να αναστείλω την παρούσα διαδικασία για περίοδο 30 ημερών από σήμερα ώστε να δοθεί η ευκαιρία να εγερθούν και να εξεταστούν οι ισχυρισμοί της καθ' ης η αίτηση στα πλαίσια της ορθής διαδικασίας που είναι αυτή του παραμερισμού του διατάγματος της 20/01/7 και εκδίδω ανάλογο διάταγμα. Αν εντός των 30 ημερών καταχωρηθεί διαδικασία παραμερισμού του διατάγματος της 20/01/17, τότε η διαταχθείσα αναστολή θα επεκτείνεται μέχρι και την αποπεράτωση εκείνης της διαδικασίας οπόταν και περαιτέρω οδηγίες για την παρούσα θα δοθούν αναλόγως του αποτελέσματος της διαδικασίας παραμερισμού. Αν όμως δεν καταχωρηθεί οποιαδήποτε διαδικασία παραμερισμού εντός της καθορισθείσας προθεσμίας, τότε η παρούσα αίτηση θα προχωρήσει κανονικά και αποκλειστικά με την εξέταση της οικονομικής δυνατότητας της καθ' ης η αίτηση να αποπληρώσει το χρέος που προκύπτει από το διάταγμα της 20/01/17. Ενόψει της ιδιομορφίας του θέματος αλλά και ενόψει του ότι είναι άγνωστο το ποια τελικά θα είναι η τελική έκβαση της παρούσας αίτησης, ιδιαίτερα αν τελικά καταχωρηθεί κάποια διαδικασία παραμερισμού, κρίνω ορθό και δίκαιο όπως μην επιδικάσω έξοδα υπέρ ή εναντίον οποιασδήποτε πλευράς σε σχέση με την εμφάνιση και ακρόαση των όσων αποφασίστηκαν με την παρούσα και εκδίδω ανάλογη διαταγή. Η υπόθεση ορίζεται για σκοπούς ελέγχου των εξελίξεων στις 15/06/21 0900πμ. (Υπ.).......... Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Βλ. μεταξύ άλλων Gesico Photographics Ltd v JK. Video Art Co. Ltd
(1991)1 A.A.Δ. 134 και Αντώνης Φλαγκοφάς ν Αταλέζα Λτδ
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 686. [2] (α) διάταγμα πληρωμής του χρέους με μηνιαίες δόσεις, (β) διάταγμα ακύρωσης καταδολιευτικών μεταβιβάσεων ή επιβαρύνσεων, (γ) διάταγμα αποκοπής απολαβών, (δ) διάταγμα με το οποίο να παρεμποδίζεται ο εξ αποφάσεως οφειλέτης να διαθέσει, αποξενώσει ή επιβαρύνει την περιουσία του ή μέρος της, (ε) ένταλμα κατάσχεσης εις χείρας τρίτου. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο