Sharot κ.α. ν. Γεωργιάδη, διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα Γκουτ κ.α., Αρ. Γεν. Αιτ.: 331Α/19, 14/5/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A241 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α.Ε.Δ. Αρ. Γεν. Αιτ.: 331Α/19 Μεταξύ:
- XXXXX Sharot,
- XXXXX Asharonson, Αιτητές v.
- XXXXX Γεωργιάδη, διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα XXXXX Γκουτ,
- XXXXX Κυριακίδη, διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα XXXXX Γκουτ, Καθ' ων η Αίτηση ----------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 22/10/2020 για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 14 Μαΐου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητές: κα. Νεοφύτου για Γεωργιάδης & Πελίδης Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ΄ου η Αίτηση 1: κα. Ανέμου για Χρ. Γεωργιάδη & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για Καθ΄ου η Αίτηση 2: κα Σαββίδου για Χ. Κυριακίδη ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Αιτητές καταχώρισαν Εναρκτήρια Αίτηση, η κυρίως αίτηση, με την οποία αιτούνται από το Δικαστήριο όπως αποφασίσει τον τρόπο υπολογισμού της αμοιβής του Καθ' ου η Αίτηση 1, εκ των διαχειριστών της περιουσίας του αποβιώσαντα XXXXX Γκουτ, καθώς επίσης και διάταγμα που να διατάσσει τους Καθ' ων η Αίτηση/Διαχειριστές της περιουσίας όπως προχωρήσουν σε διανομή της περιουσίας. Με την υπό κρίση αίτηση, οι Αιτητές, επιζητούν άδεια για την έκδοση διατάγματος με το οποίο να τους επιτρέπεται η καταχώρηση συμπληρωματικής, στην κυρίως αίτηση, ένορκης δήλωσης. Προσδιορίζουν ως λόγο που καθιστά αναγκαία την υποβολή του συγκεκριμένου αιτήματος τα όσα περιέχονται στις παραγράφους 5, 6, 10 και 11 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την Ένσταση που καταχωρίστηκε στην κυρίως αίτηση εκ μέρους του Καθ' ου η Αίτηση
- Νομική βάση για την Αίτηση αποτέλεσαν η Δ.39, Δ.48 θ.θ. 1 - 4 και 7 - 9, Δ.55 και Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, τα άρθρα 33, 42, 45, 52, 53 και 58 του περί Διαχειρίσεως Κληρονομιών Αποθανόντων Νόμου (Κεφ 189), οι Δικαστικοί Θεσμοί (Μεταβατικαί Πρόνοιαι) του 1960, ο περί Διαχειρίσεως Περιουσιών Αποθανόντων Διαδικαστικός Κανονισμός 1955, η πρακτική και η συμφυής εξουσία του Δικαστηρίου. Όσον αφορά τα γεγονότα που υποστηρίζουν την Αίτηση αυτά παρατίθενται στην ένορκη δήλωση της κας XXXXX Ζαχαριάδου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους Αιτητές, η οποία είναι εξουσιοδοτημένη στην κατάρτιση της συγκεκριμένης ένορκης δήλωσης και είναι γνώστης των γεγονότων που αφορούν την υπό κρίση Αίτηση. Σύμφωνα με τον ισχυρισμό της οι Αιτητές διαμένουν μόνιμα στο εξωτερικό, είναι ηλικιωμένοι και εμπίπτουν στις ευπαθείς ομάδες και αυτός είναι ο λόγος που η ίδια προέβη στη συγκεκριμένη ένορκη δήλωση. Ισχυρίζεται ότι οι Αιτητές διαβάζοντας την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση στην κυρίως Αίτηση ένοιωσαν την ανάγκη να απαντήσουν σε συγκεκριμένους ισχυρισμούς του κ. XXXXX Γεωργιάδη. Συγκεκριμένα διαφωνούν πλήρως με τους ισχυρισμούς που περιέχονται στις παραγράφους 5, 6, 10 και
- Όσον αφορά την παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσης του κ. Άγη Γεωργιάδη, ο ισχυρισμός του ότι οι Αιτητές είχαν συμφωνήσει μαζί του για τον τρόπο υπολογισμού της αμοιβής του χρησιμοποιώντας την αξία της περιουσίας, €1.400.000 πλέον οποιοδήποτε ποσό αποζημίωσης, είναι αναληθής αφού όπως προκύπτει από το Τεκμήριο Α στην ένορκη δήλωσή του η χρήση του ποσού του €1.400.000 ήταν μόνο για σκοπούς παραδείγματος και επιθυμούν να επισυνάψουν σχετική μεταγενέστερη αλληλογραφία ημερομηνίας 30/12/2009 και 31/12/2009 που να επιβεβαιώνει ότι ουδέποτε συμφωνήθηκε ο υπολογισμός της αμοιβής χρησιμοποιώντας την αξία της επίδικης περιουσίας. Ο ισχυρισμός του κ. XXXXX Γεωργιάδη ότι εξασφαλίστηκε εκτίμηση του ακινήτου με την οποία προσδιορίστηκε η αξία του ακινήτου στο ποσό του €1.606.000 δεν ευσταθεί, αφού έχει επισυναφθεί ως Τεκμήριο Γ προσχέδιο εκτίμησης, τιτλοφορείται «Draft», του κ. Φιντικλή. Οι Αιτητές επιθυμούν να προωθήσουν τον ισχυρισμό ότι ουδέποτε παραδόθηκε στους σε αυτούς επίσημη τελική εκτίμηση γιατί ο κ. Φιντικλής ήθελε να πληρωθεί επιπλέον ποσό, το οποίο δεν είχε συμφωνηθεί. Οι ίδιοι έχουν εκτίμηση του συγκεκριμένου ακινήτου του εκτιμητή κ. XXXXX Ιωάννου, ο οποίος καθορίζει την αξία του ακινήτου στις €265.000 την οποία θέλουν να θέσουν στο Δικαστήριο και ο μόνος τρόπος είναι με την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Τέλος, σε σχέση με τις παραγράφους 10 και 11 της ένορκης δήλωσης του κ. XXXXX Γεωργιάδη, υποστηρίζει ότι δεν ανταποκρίνονται οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί στα διαμειφθέντα, αφού οι Αιτητές μέσω του κ. Sharot, δικηγόρου στο Ισραήλ, είχαν δώσει οδηγίες στον κ. Γεωργιάδη να σταματήσει την περαιτέρω προώθηση της διαδικασίας της Αίτ. Παραπομπής 72/10, πλην όμως ήταν σε διαρκείς συζητήσεις, μέσω ηλεκτρονικών μηνυμάτων, με σκοπό να ανευρεθεί μια κοινώς αποδεκτή λύση αναφορικά με την αμοιβή του. Σύμφωνα με την Ομνύουσα η απάντηση στα πιο πάνω θέματα, τα οποία προέκυψαν από την καταχωρηθείσα Ένσταση και χρήζουν απάντησης, μέσω συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, θα βοηθήσει το Δικαστήριο να έχει μια σφαιρική εικόνα των γεγονότων που περιβάλλουν την κυρίως Αίτηση. Υποστηρίζει ότι καταδεικνύεται καλός λόγος για να δοθεί άδεια στους Αιτητές για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, η οποία ουδόλως θα επηρεάσει δυσμενώς τον Καθ' ου η Αίτηση 1 ή τον Καθ' ου η Αίτηση 2, αλλά θα είναι προς όφελος της δίκαιης απονομής της δικαιοσύνης. Ο Καθ' ου η Αίτηση 1 αντιμετώπισε την Αίτηση με την καταχώρηση Ένστασης, στην οποία καταγράφει επτά
(7)λόγους ενστάσεως, οι οποίοι σε συντομία είναι οι ακόλουθοι: Ότι οι Αιτητές παρέλειψαν να επιδώσουν την αίτηση στον Καθ' ου η Αίτηση 2, ότι η αίτηση στηρίζεται σε μη αποδεκτή μαρτυρία και συγκεκριμένα στην ένορκη δήλωση ενός εκ των δικηγόρων των Αιτητών, ότι η αίτηση είναι αόριστη ως προς το περιεχόμενο και/ή τον ομνύσαντα και/ή τα έγγραφα που ζητείται να περιληφθούν ως τεκμήρια στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, ότι ζητείται η καταχώρηση μη αποδεκτής μαρτυρίας, ότι δεν καταδείχθηκε καλός λόγος για να επιτραπεί η καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ότι η αίτηση καταχωρίστηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση, ότι οι Αιτητές απέτυχαν να αποσείσουν το βάρος έτσι ώστε η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να ασκηθεί υπέρ τους και ότι θα προκληθεί αδικία σε βάρος του Καθ' ου η Αίτηση 1 αν επιτραπεί η αίτηση. Η Ένσταση βασίστηκε στη Δ.48 θ.4
(1)και 4
(2)των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίχθηκε η Ένσταση κατεγράφησαν στο σώμα της Αίτησης και κατ' ουσία επαναλαμβάνονται οι λόγοι Ένστασης. Ο Καθ' ου η Αίτηση 2 δεν έφερε ένσταση στο αίτημα των Αιτητών για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Και οι δυο πλευρές υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις με εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις, το περιεχόμενο των οποίων το Δικαστήριο έχει κατά νου και θα αναφερθεί σ' αυτό όπου το κρίνει απαραίτητο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σύμφωνα με τη Δ.48 θ.4
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όπως τροποποιήθηκε το 1999: « Το Δικαστήριο ή Δικαστής μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο να επιτρέψει την καταχώριση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39.». Ανάγνωση της συγκεκριμένης δικονομικής πρόνοιας οδηγεί στο αναπόδραστο συμπέρασμα ότι, πέραν της αρχικής ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση δια κλήσεως ή την Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης, το Δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει την καταχώριση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Ήτοι, δίδεται στο Δικαστήριο διακριτική ευχέρεια, στην περίπτωση που καταδειχθεί «καλός λόγος» από το διάδικο που το ζητά, όπως παράσχει άδεια για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Η εξουσία, επομένως, η οποία προβλέπεται από τη Δ.48 θ.4
(2), είναι διακριτικής φύσεως και ασκείται στη βάση των γεγονότων που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου και τα οποία θα πρέπει να αποκαλύπτουν την αναγκαιότητα για την παροχή της αιτούμενης άδειας για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης σε συνδυασμό με τη διαπίστωση, στο πλαίσιο αυτό, του τι είναι δίκαιο υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης. Τι συνιστά «καλό λόγο» έχει ερμηνευθεί στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Μαρία Κόκκινου v. Κυριάκου Κόκκινου, Έφ. Αρ. 29/2014, ημερ. 03/11/2016, στην οποία επισημάνθηκε ότι: « καλός λόγος» προϋποθέτει την ύπαρξη κάποιας ανάγκης με απώτερο σκοπό την επίλυση των επίδικων ζητημάτων της ενδιάμεσης διαδικασίας και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης.». Καθοδηγητικά είναι επίσης και τα όσα καταγράφονται επί του θέματος από τον έντιμο κ. Ναθαναήλ Π.Ε.Δ., όπως ήταν τότε, στην υπόθεση Mathew Shaw κ.ά. ν. Depha Investment Bank Ltd, Αρ. Αγ. 8869/05, ημερ. 28/02/2007: « Στόχος της αναμόρφωσης του θ.4 της Δ.48 με την Κ.Δ.Π. 5/99 ημερομηνίας 23/12/99, ήταν να αποφευχθούν τα προβλήματα που δημιουργήθηκαν από την ερμηνεία που δόθηκε στον προηγούμενο θεσμό από νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ... Προσεκτική ανάγνωση και εξέταση του νέου θεσμού δείχνει, με αναφορά και στα όσα καταγράφονται στην παρ. 1 του θ.4, ότι στόχος της καταχώρισης συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων είναι η ολοκληρωμένη παρουσίαση της αίτησης ή της ένστασης αντίστοιχα ώστε αυτή να οδηγηθεί σε ακρόαση επί του πλήρους φάσματος της διαφοράς. Για παράδειγμα, θα μπορούσε να αποτελέσει καλό λόγο για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αν ο αιτητής εύλογα αισθάνεται μετά από την καταχώριση της ένστασης, ότι πρέπει να προσθέσει στα γεγονότα που υποστηρίζουν την αίτηση του, ώστε να έχει δυνατότητα επιτυχίας. Άλλη περίπτωση είναι όπου το Δικαστήριο επί μονομερούς αιτήσεως, συνήθως για απαγορευτικό διάταγμα, εγείρει ερωτηματικά ως προς ορισμένα προαπαιτούμενα της έκδοσης απαγορευτικού διατάγματος, οπότε και ο αιτητής δυνατόν να ζητήσει από το Δικαστήριο πριν την τελειωτική εξέταση και απόφαση επί της αιτήσεως του, την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ώστε να προσθέσει διάφορους ισχυρισμούς και γεγονότα που έχουν σχέση είτε με το επείγον του χρόνου είτε τη γνώση από πλευράς του αιτητή των γεγονότων που οδήγησαν στην διαφορά κ.τ.λ». Σχετικό είναι και το σκεπτικό της απόφασης στην υπόθεση A. Messios & Sons Ltd κ.ά ν. Ανδρέα Λεωνίδα
(2010)1(Α) Α.Α.Δ. 195, η οποία αφορούσε αίτημα το οποίο υποβλήθηκε ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου για επαναφορά έφεσης η οποία είχε απορριφθεί λόγω μη προώθησής της. Τονίστηκαν τα εξής σχετικά και διαφωτιστικά για τον τρόπο άσκησης της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου για το ζήτημα παραχώρησης άδειας καταχώρισης συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Στην σελίδα 199 διαβάζονται τα εξής: « Μελετήσαμε με προσοχή τα ενώπιον μας στοιχεία υπό το φως των εισηγήσεων των δύο πλευρών. Θεωρούμε ότι η διακριτική ευχέρεια που παρέχεται στο δικαστήριο από τις σχετικές δικονομικές πρόνοιες, είναι ορθό και δίκαιο να ασκηθεί, στην προκείμενη περίπτωση υπέρ των εφεσειόντων-αιτητών. Κατά την εκτίμηση μας τα στοιχεία που επιθυμούν να θέσουν ενώπιον του δικαστηρίου, οι εφεσείοντες-αιτητές, με τις δύο ένορκες δηλώσεις για τις οποίες ζητούν την άδεια του δικαστηρίου να καταχωρήσουν, είναι στοιχεία που σχετίζονται με τους ισχυρισμούς και τις θέσεις που πρόβαλε ο εφεσίβλητος-καθ΄ ου η αίτηση στην αρχική του ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης στην αίτηση επαναφοράς της έφεσης. Δεν πρόκειται, κατά την κρίση μας, για ανεπίτρεπτη μαρτυρία ούτε για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών των εφεσειόντων, αλλά για διευκρινίσεις και ισχυρισμούς που είναι επιθυμητό να επιτραπεί στους εφεσείοντες-αιτητές να προβάλουν, ώστε το δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων.». Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για παραχώρηση άδειας για συμπληρωματική ένορκη δήλωση ασκείται με βάση γεγονότα τα οποία τίθενται ενώπιόν του. Σημαντικός παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη για τους σκοπούς διαμόρφωσης της κρίσης του Δικαστηρίου είναι η φύση και οι ανάγκες της διαδικασίας την οποία η συμπληρωματική ένορκη δήλωση επιδιώκει να εξυπηρετήσει. Προκύπτει ότι μπορεί να δοθεί άδεια για να παρασχεθούν διευκρινίσεις, ώστε το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων. Είναι ζήτημα των εκάστοτε περιστάσεων σε συνάρτηση με τη φύση της συγκεκριμένης διαδικασίας στα πλαίσια της οποίας επιχειρείται να καταχωρηθεί συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Η υπό κρίση Αίτηση θα εξεταστεί και θα κριθεί έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές. Κρίνω σκόπιμο να εξετάσω πρωταρχικά την εισήγηση των ευπαιδεύτων συνηγόρων για τον Καθ' ου η Αίτηση 1 ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση έχει συνταχθεί από δικηγόρο χωρίς να δίδεται επαρκής δικαιολογία και/ή χωρίς επαρκή εξήγηση, με μόνη αναφορά την πανδημία. Η νομολογία έχει κατ' επανάληψη επισημάνει το ανεπιθύμητο της πρακτικής κατάρτισης και υποβολής ένορκης δήλωσης από δικηγόρο και ότι σε τέτοιες περιπτώσεις, αν δεν είναι εμφανής ο λόγος, θα πρέπει να δίδεται εξήγηση ως προς το γιατί ομνύων είναι δικηγόρος και όχι ο διάδικος ή άλλο πρόσωπο. Στην υπόθεση Dmitry Rybolovlev v. Elena Rybolovleva
(2010)1 Α.Α.Δ. 82, διαβάζονται τα εξής σχετικά: « Το θέμα της κατάρτισης και υποβολής σε δικαστική διαδικασία ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, διέπεται από καλά καθιερωμένες αρχές που εκπηγάζουν από τη νομολογία. Αν χρειάζεται να τις συνοψίσουμε ξανά, θα λέγαμε ότι γενικά ομιλούντες, μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος. Οι δικηγόροι όμως θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και τυγχάνει γενικά ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο. Αφ' ης όμως στιγμής δικηγόρος έχει με τον ένα ή άλλο τρόπο καταστεί μάρτυρας γεγονότων, τότε κωλύεται, λόγω ασυμβιβάστου, να συνεχίζει να εμφανίζεται χειριζόμενος την υπόθεσή του πελάτη του ως δικηγόρος. (Ahapittas v. Roc-Chic Ltd
(1968)1 C.L.R. 1, In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 319, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036). Στις πιο πάνω καλά καθιερωμένες αρχές δεν κρίνουμε ορθό να προσθέσουμε ή να αναγνωρίσουμε και άλλη αρχή σύμφωνα με την οποία εάν ο ομνύων είναι δικηγόρος και δεν επεξηγεί με επάρκεια γιατί προβαίνει ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και όχι ο πελάτης του, τότε η ένορκη δήλωση πάσχει και θα πρέπει ν' αγνοηθεί ή απορριφθεί. ......................................... Με αυτά ως δεδομένα, μπορούμε να δεχθούμε ως αρχή της νομολογίας αναφορικά με το θέμα παροχής εξήγησης ως προς το γιατί ομνύων είναι δικηγόρος και όχι διάδικος ή άλλο πρόσωπο, ότι κάποια εξήγηση προς τούτο απαιτείται, εκεί όπου δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος, όπως είναι η διαμονή του διαδίκου στο εξωτερικό και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών..........». Το πιο πάνω σκεπτικό υιοθετήθηκε και στην απόφαση Penderhill Holdings Ltd κ.α ν. Ιωάννη Κλούκινα κ.α. ECLI:CY:AD:2014:A21, Πολ. Εφ.319/11 ημερ. 13/01/2014. Παρά το ανεπιθύμητο της συγκεκριμένης πρακτικής, η νομολογία δεν απαγορεύει την κατάρτιση ένορκης δήλωσης από δικηγόρο σε περιπτώσεις, όπως η παρούσα, που οι Αιτητές διαμένουν στο εξωτερικό, συγκεκριμένα στο Ισραήλ, σε συνάρτηση με τις συνθήκες που επικρατούν, ιδιαίτερα με την ισχύουσα κατάσταση που έχει επιφέρει η πανδημία, ήτοι την απαγόρευση των ταξιδιών και της ελεύθερης μετακίνησης ατόμων που ανήκουν σε ευάλωτες ομάδες. Με βάση αυτά τα δεδομένα, δεν νοείται να αγνοηθεί ή να απορριφθεί η συγκεκριμένη ένορκη δήλωση. Όπως έχει νομολογηθεί, «η απαγόρευση αφορά την όμνυση ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, ο οποίος είναι ή στη συνέχεια της διαδικασίας, καθίσταται μάρτυρας γεγονότων οπότε και θεωρείται ασυμβίβαστος ο περαιτέρω εκ μέρους του χειρισμός της υπόθεσης ..» σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης Investylia Public Company Ltd ν. Τζόζεφιν Γαβριηλίδου
(2013)1 ΑΑΔ
- Προχωρώ στη συνέχεια να παραθέσω τα σημεία για τα οποία οι Αιτητές ζητούν άδεια για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης δίδοντας ταυτόχρονα την κρίση του Δικαστηρίου για το κάθε ένα από αυτά. Πρόκειται για τους ισχυρισμούς στην παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσης του κ. XXXXX Γεωργιάδη ημερομηνίας 26/11/19, η οποία συνοδεύει την Ένσταση στην κυρίως Αίτηση. Γίνεται αναφορά, στη συγκεκριμένη παράγραφο, σε συμφωνία με τον κ. Sharot για υπολογισμό της αμοιβής του κ. Γεωργιάδη, σύμφωνα με τη φόρμουλα που προβλέπεται στον Περί Ελαχίστων Ορίων Αμοιβής των Ασκούντων Δικηγορία (Εξωδικαστηριακές Υποθέσεις) Κανονισμών, χρησιμοποιώντας ως αξία της περιουσίας το ποσό των €1,4εκ, πλέον οποιοδήποτε ποσό λάμβανε η κληρονομιά ως αποζημίωση για το ακίνητο. Προβάλλεται η θέση ότι η χρήση του ποσού του €1,4εκ ως αξία δεν υποστηρίζεται από οποιαδήποτε έγγραφα και ζητείται όπως επισυναφθεί, σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση, μεταγενέστερη αλληλογραφία, ημερ. 30/12/2009 και 31/12/2009, που να επιβεβαιώνει ότι ουδέποτε είχε συμφωνηθεί η αμοιβή με τον τρόπο που προβάλλεται δια μέσου της συγκεκριμένης παραγράφου. Ενόψει του ότι με την κυρίως Αίτηση ζητείται ο καθορισμός της αμοιβής του κ. Γεωργιάδη, θεωρώ ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης η διαλεύκανση του θέματος κατά πόσο υπήρχε ή δεν υπήρχε συγκεκριμένη συμφωνία σε σχέση με την αμοιβή του κ. Γεωργιάδη, καθώς και τον τρόπο υπολογισμού της, εάν τέτοια συμφωνία υφίστατο. Υπό αυτές τις συνθήκες προκύπτει, κατά την άποψη μου, καλός λόγος για να επιτραπεί η συμπερίληψη του πιο πάνω ισχυρισμού σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Εξετάζοντας τους ισχυρισμούς που αφορούν την παράγραφο 6 της ένορκης δήλωσης του κ. Γεωργιάδη, οι Αιτητές επιθυμούν να παραθέσουν στο Δικαστήριο εκτίμηση του κ. Ιωάννου, εκτιμητή, με την οποία καθορίζεται η αγοραία αξία του επίδικου ακινήτου στις €265.000, σε αντίθεση με το προσχέδιο εκτίμησης που επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο Γ στην Ένσταση και καθορίζει ως αξία του ακινήτου το ποσό του €1.4εκ., το οποίο πρόχειρο προσχέδιο ουδέποτε παραδόθηκε στους Αιτητές ως επίσημη τελική εκτίμηση. Των πιο πάνω λεχθέντων θεωρώ ότι προκύπτει καλός λόγος για να επιτραπεί η καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης στην οποία να επισυνάπτεται επίσημη εκτίμηση του συγκεκριμένου ακινήτου έτσι ώστε, αν κριθεί από το Δικαστήριο ότι όντως υπήρχε συμφωνία υπολογισμού της αμοιβής του διαχειριστή χρησιμοποιώντας τη φόρμουλα, η οποία περιλαμβάνει την αξία του ακινήτου, να υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου μια επίσημη εκτίμησή του στην οποία το Δικαστήριο να μπορεί να βασιστεί. Επιδιώκεται να απαντηθούν οι αναφορές που γίνονται στις παραγράφους 10 και 11 της ένορκης δήλωσης του κ. Γεωργιάδη έτσι ώστε να τεθούν τα γεγονότα στην πραγματική τους διάσταση σε σχέση με την επικοινωνία που υπήρχε μεταξύ του κ. Sharot και του κ. Γεωργιάδη, παρά το γεγονός ότι είχαν δοθεί στον κ. Γεωργιάδη οδηγίες για να σταματήσει την περαιτέρω προώθηση της Αίτησης Παραπομπής 72/
- Ως εκ τούτου, προκύπτει και σε αυτή την περίπτωση καλός λόγος για παραχώρηση άδειας για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Το Δικαστήριο έκρινε ότι έχει αποκαλυφθεί καλός λόγος για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και ότι η υπό κρίση αίτηση δεν αποτελεί περίπτωση όπου επιχειρείται η εισαγωγή επιχειρηματολογίας ή η επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών του Αιτητή, αλλά επιχειρείται η απάντηση και/ή αμφισβήτηση και/ή η παροχή διευκρινήσεων αναφορικά με συγκεκριμένους ισχυρισμούς της ένορκης δήλωσης του Καθ' ου η Αίτηση
- Ούτε διαπιστώνεται ότι μέσω της συμπερίληψης των συγκεκριμένων ισχυρισμών στην προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση θα αλλοιωθεί το υπόβαθρο των γεγονότων που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου μέσω της κυρίως Αίτησης, αλλά, αντίθετα, θα τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου το σύνολο των γεγονότων που αφορά τη διαφορά μεταξύ των διαδίκων. Συνεπακόλουθα της πιο πάνω κατάληξης, η υπό κρίση αίτηση εγκρίνεται και δίδεται άδεια στον Αιτητή για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης στην οποία να περιληφθούν οι ισχυρισμοί οι οποίοι παρατίθενται στις παραγράφους 5, 6 και 7 της ένορκης δήλωσης της κας Ζαχαριάδου. Ενόψει της επιτυχίας του Αιτητή στην παρούσα, τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ του και εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση 1, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, να καταβληθούν δε στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ.) ............... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο