← Κύπρος

Αναφορικά με αίτηση της εταιρείας APLYSEA HOLDINGS LTD ν. Αναφορικά με την εταιρεία UC HALL PROPERTY LIMITED, Αρ. Αίτησης: 941/2018, 7/4/2021

Αναφορικά με αίτηση της εταιρείας APLYSEA HOLDINGS LTD ν. Αναφορικά με την εταιρεία UC HALL PROPERTY LIMITED, Αρ. Αίτησης: 941/2018, 7/4/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A255 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 941/2018 Αναφορικά με την εταιρεία UC HALL PROPERTY LIMITED και Αναφορικά με αίτηση της εταιρείας APLYSEA HOLDINGS LTD και XXXXX Γεωργίου, μετόχων της εταιρείας UC HALL PROPERTY LIMITED Αίτηση ημερομηνίας 20.05.2020 Ημερομηνία: 07.04.2021 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια: κ. Ν. Γεωργίου για Καλλή & Καλλή ΔΕΠΕ. Για Καθ' ης η αίτηση: κ. Α. Πετρίδης για Πολύκαρπο Δ. Πετρίδη & Σία. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 23.11.2018, η Aplysea Holdings Ltd και ο XXXXX Γεωργίου, μέτοχοι της εταιρείας UC HALL PROPERTY LIMITED, καταχώρησαν αίτηση η οποία τιτλοφορείται «ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ UC HALL PROPERTY LIMITED» (στο εξής η κυρίως αίτηση), μέσω της οποίας επιζητούν: «Ι. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να ακυρώνει την παραχώρηση 1.050.000 μετοχών ονομαστικής αξίας €1,00 εκάστη μετοχή στην ονομαστική τους αξία που αποφασίστηκε από το Διοικητικό Συμβούλιο της Καθ' ων η αίτηση την 6/11/

  1. ΙΙ. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου δια του οποίου να διατάσσεται η διόρθωση του Μητρώου Μελών της Καθ' ων η αίτηση εταιρείας δια της διαγραφής : • Της εγγραφής της έκδοσης και παραχώρησης 407.142 συνήθων μετοχών ονομαστικής αξίας €1,00 εκάστη μετοχή στην ονομαστική τους αξία η οποία έγινε την 6/11/2018 προς τον μέτοχο της Καθ' ων η αίτηση εταιρείας CONVA HOLDINGS LTD ( 407.142 μετοχές) και • Της εγγραφής της έκδοσης και παραχώρησης 132.714 συνήθων μετοχών ονομαστικής αξίας €1,00 εκάστη μετοχή στην ονομαστική τους αξία η οποία έγινε την 6/11/2018 προς τον μέτοχο της Καθ' ων η αίτηση εταιρείας ANFECO ENTERPRISES LTD. • Της εγγραφής της έκδοσης και παραχώρησης οποιονδήποτε άλλων μετοχών τυχόν έγιναν σύμφωνα με την απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 6/11/
  2. ΙΙΙ. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να διατάσσει την Καθ' ων η αίτηση εταιρεία να επιστρέψει στον μέτοχο της εταιρείας CONVA HOLDINGS LTD το ποσό των €407,142 σε περίπτωση που διαφανεί κατά τη δικάσιμο ότι η εταιρεία CONVA HOLDINGS LTD πράγματι κατέβαλε στην Καθ' ων η αίτηση εταιρεία το ποσό των €407,142 την 6/11/2018 ως αντάλλαγμα δια την έκδοση και παραχώρηση εις αυτήν 407.142 συνήθων μετοχών της Καθ' ων η αίτηση εταιρείας ονομαστικής αξίας €1,00 εκάστη μετοχή στην ονομαστική τους αξία. ΙV. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να διατάσσει την Καθ' ων η αίτηση εταιρεία να επιστρέψει στον μέτοχο της εταιρείας ANFECO ENTERPRISES LTD το ποσό των € 132.714 σε περίπτωση που διαφανεί κατά τη δικάσιμο ότι η εταιρεία ANFECO ENTERPRISES LTD πράγματι κατέβαλε στην Καθ' ων η αίτηση εταιρεία το ποσό των €132.714 την 6/11/2018 ως αντάλλαγμα δια την έκδοση και παραχώρηση εις αυτήν 132.714 συνήθων μετοχών της Καθ' ων η αίτηση εταιρείας ονομαστικής αξίας €1,00 εκάστη μετοχή στην ονομαστική τους αξία. V. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να διατάσσει την Καθ' ων η αίτηση εταιρεία να επιστρέψει στον μέτοχο της εταιρείας Γεώργιο Γεωργίου το ποσό των € 135.715 που κατέβαλε στην Καθ' ων η αίτηση εταιρεία άνευ βλάβης την 22/11/2018 ως αντάλλαγμα δια την έκδοση και παραχώρηση εις αυτόν 135.715 συνήθων μετοχών της Καθ' ων η αίτηση εταιρείας ονομαστικής αξίας €1,00 εκάστη μετοχή στην ονομαστική τους αξία. VI. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να διατάσσει την Καθ' ων η αίτηση εταιρεία να επιστρέψει στον μέτοχο της εταιρείας Aplysea Holdings Ltd το ποσό των € 271.429 που κατέβαλε στην Καθ' ων η αίτηση εταιρεία άνευ βλάβης την 22/11/2018 ως αντάλλαγμα δια την έκδοση και παραχώρηση εις αυτόν 271.429 συνήθων μετοχών της Καθ' ων η αίτηση εταιρείας ονομαστικής αξίας €1,00 εκάστη μετοχή στην ονομαστική τους αξία. VII. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η απόσυρση από το Τμήμα Εφόρου Εταιρειών της Έκθεσης Παραχώρησης Μετοχών (ΗΕ12) ημερομηνίας 06/11/2018 η οποία καταχωρήθηκε στο Τμήμα Εφόρου Εταιρειών την 6/11/2018 και δια της οποίας κοινοποιήθηκε στο Τμήμα Εφόρου Εταιρειών η παραχώρηση 542,856 συνήθων μετοχών της Καθ' ων η αίτηση ονομαστικής αξίας €1,00 εκάστη μετοχή στην ονομαστική τους αξία ως ακολούθως: • 407.142 μετοχές προς την εταιρεία CONVA HOLDINGS LTD 132.714 μετοχές προς την εταιρεία ANFECO ENTERPRISES LTD. VIII. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσονται οι UC HALL INVESTMENTS LTD, CONVA HOLDINGS LTD και ANFECO ENTERPRISES LTD να αγοράσουν τις μετοχές που η εταιρεία Aplysea Holdings Ltd κατέχει στην εταιρεία UC HALL PROPERTY LTD και UC HALL INVESTMENTS LTD στην συνολική τιμή των €1,589,944.90 και/ή σε οποιαδήποτε τιμή αποφασίσει το Σεβαστό Δικαστήριο και διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσονται οι UC HALL INVESTMENTS LTD, CONVA HOLDINGS LTD και ANFECO ENTERPRISES LTD να αγοράσουν τις μετοχές που ο Γεώργιος Γεωργίου κατέχει στην εταιρεία UC HALL PROPERTY LTD και UC HALL INVESTMENTS LTD στην συνολική τιμή των €794,974.60 και/ή σε οποιαδήποτε τιμή αποφασίσει το Σεβαστό Δικαστήριο IX. Διαζευκτικά με τα ανωτέρω, διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η καθ' ης η αίτηση εταιρεία UC HALL PROPERTY LIMITED να αγοράσει τις μετοχές που η εταιρεία Aplysea Holdings Ltd κατέχει στην εταιρεία UC HALL PROPERTY LTD και UC HALL INVESTMENTS LTD στην συνολική τιμή των €1,589,944.90 και/ή σε οποιαδήποτε τιμή αποφασίσει το Σεβαστό Δικαστήριο και διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η καθ' ης η αίτηση εταιρεία UC HALL PROPERTY LIMITED να αγοράσει τις μετοχές που ο XXXXX Γεωργίου κατέχει στην εταιρεία UC HALL PROPERTY LTD και UC HALL INVESTMENTS LTD στην συνολική τιμή των €794,974.60 και/ή σε οποιαδήποτε τιμή αποφασίσει το Σεβαστό Δικαστήριο ΔΙΑΖΕΥΚΤΙΚΑ ΤΩΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΩΝ I - XI ανωτέρω Χ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η εκκαθάριση της εταιρείας UC HALL PROPERTY LTD της οποίας το εγγεγραμμένο γραφείο βρίσκεται στην οδό Πανεπιστημίου 20, Αγλαντζιά, 2109, Λευκωσία, Κύπρος σύμφωνα με το Άρθρο 211(στ), 202, 203

(1)(α), 209 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113. ΧΙ. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να δηλώνει ότι οι υποθέσεις και τα λογιστικά βιβλία, οικονομικά δεδομένα της εταιρείας UC HALL PROPERTY LYD και της μητρικής της UC HALL INVESTMENTS LTD πρέπει να ερευνηθούν και να διατάσσει όπως ερευνηθούν από επιθεωρητή και/ή επιθεωρητές διορισμένους από το Υπουργικό Συμβούλιο και που να διατάσσει περαιτέρω όπως ο επιθεωρητή και/ή επιθεωρητές που θα διοριστούν ως ανωτέρω αναφέρεται να υποβάλουν ενδιάμεσες οικονομικές εκθέσεις και τελική έκθεση αναφορικά με τις υποθέσεις της εταιρείας UC HALL PROPERTY LTD και της μητρικής της UC HALL INVESTMENTS LTD. ΧΙΙ. Διάταγμα του Δικαστηρίου, με το οποίο οι επιθεωρητές που θα ορίσει το Υπουργικό Συμβούλιο να διατάσσονται να επιδώσουν αντίγραφα των ενδιάμεσων εκθέσεων και της τελικής έκθεσης τους στους αιτητές και το Δικαστήριο. ΕΠΙΠΡΟΣΘΕΤΑ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΠΙΟ ΠΑΝΩ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΩΝ: XIII. Οποιαδήποτε άλλη διαταγή εύλογη υπό τις περιστάσεις. XIV. Τα έξοδα της παρούσας Αίτησης, πλέον ΦΠΑ.» Παρεμβάλλεται ότι στο πλαίσιο ενδιάμεσης αίτησης που ταυτόχρονα καταχώρησαν και μονομερώς προώθησαν οι πιο πάνω αιτητές, εξασφάλισαν προσωρινό διάταγμα σε σχέση με την περαιτέρω αύξηση του κεφαλαίου της ως άνω καθ΄ ης η αίτηση εταιρείας και την παραχώρηση νέων μετοχών της, διάταγμα που στην εξέλιξη της διαδικασίας - αφού τροποποιήθηκε κατά τρόπο που να ικανοποιεί όλες τις πλευρές - κατέστη απόλυτο. Με την προώθηση της υπό συζήτηση αίτησης τους, ημερ. 20.05.2020, οι ως άνω Aplysea Holdings Ltd και XXXXX Γεωργίου επιζητούν όπως η ακροαματική διαδικασία της κυρίως αίτησης διεξαχθεί με την προσαγωγή δια ζώσης μαρτυρίας (viva voce). Διαζευκτικά δε, σε περίπτωση που το Δικαστήριο δεν υιοθετήσει την ως άνω εισήγηση τους, επιζητούν την άδεια του Δικαστηρίου για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης εκ μέρους του αιτητή XXXXX Γεωργίου, σε απάντηση των όσων αναφέρονται στις ένορκες δηλώσεις των XXXXX Μιχαηλίδη και XXXXX Νεοφύτου που συνοδεύουν και υποστηρίζουν την ένσταση της UC Hall Property Limited στην κυρίως αίτηση. Παράλληλα, επιζητείται η άδεια του Δικαστηρίου για αντεξέταση των ως άνω προσώπων επί του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων τους, ως επίσης διάταγμα που να επιτρέπει στους αιτητές όπως κλητεύσουν τους XXXXX Καλογήρου και XXXXX Αντωνίου για να αντεξεταστούν τόσο επί της εμπειρογνωμοσύνης/πραγματογνωμοσύνης τους, όσο και επί του περιεχομένου γνωματεύσεων τους που επισυνάπτονται ως Τεκμήρια 2 και 3 αντίστοιχα στην ένορκη δήλωση του XXXXX Μιχαηλίδη, ημερ. 20.09.2019, που υποστηρίζει την ένσταση στην κυρίως αίτηση. Η αίτηση, ως καταγράφεται στο σώμα της, βασίζεται στα άρθρα 202, 202(α)- 202ΑΗ, 203
(1)(α), 209, 210, 211 (στ) 213, 214, 215, 216, 217, 218 και στα άρθρα 158 - 166,136,141, 141 Α, 142, 142 Α, 143, 148 - 155, 178, 103
(1)α, 120, 125
(1), 191 του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, και στους Περί Εταιρειών Κανονισμούς Καν. 3, 4, 6(α) 6(δ), στο κοινό δίκαιο, στους Περί Εταιρειών (εκκαθάρισης) Κανονισμούς του 1933-1999, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.32, Δ.33 Θ.Θ.1-15, Δ.36 Θ.Θ 1-5, Δ.38 Θ.Θ1-6 Δ.39
(1)-
(11), Δ.48 Θ.Θ.1-13,Δ.57 Θ. 2,Δ.64, στον περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9 και ιδίως επί των άρθρων 23-26 και 27, στα άρθρα 29 και 31 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, στο άρθρο 30 του Συντάγματος επί των Γενικών Αρχών του Νόμου και των Κανόνων της επιείκειας και ως επί των Συμφυών Εξουσιών του Δικαστηρίου. Την αίτηση συνοδεύει και υποστηρίζει ένορκη δήλωση του XXXXX Γεωργίου. Μέσω της, ο τελευταίος επεξηγεί τους λόγους για τους οποίους επιζητούνται από την πλευρά των αιτητών οι αιτούμενες θεραπείες, θέτοντας ταυτόχρονα προσχέδιο της προτεινόμενης προς καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Αποτελεί εισήγηση του ως άνω ομνύοντα πως με δεδομένο ότι οι θέσεις των αιτητών για παράνομες και/ή δόλιες και/ή ανήθικες συμπεριφορές και ενέργειες των καθ΄ ων η αίτηση, μέσω των οποίων καταπιέζουν τους μετόχους μειοψηφίας, δεν γίνονται αποδεκτές από τους καθ΄ ων η αίτηση, θα πρέπει να δοθεί μαρτυρία για την διακρίβωση των πραγματικών γεγονότων. Ομοίως, οι ισχυρισμοί των αιτητών περί οικονομικών ατασθαλιών και πρόσληψης ανύπαρκτου προσωπικού, αποτελούν ζητήματα που το Δικαστήριο θα πρέπει να διερευνήσει και να τοποθετηθεί. Παράλληλα, εκτιμήσεις από φερόμενους εμπειρογνώμονες, οι οποίες τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου από τους καθ' ων η αίτηση θα πρέπει στο τέλος της ημέρας να αξιολογηθούν από το τελευταίο, όπως θα πρέπει να εξηγηθούν οι εκ διαμέτρου αντίθετοι ισχυρισμοί των πλευρών όσον αφορά την αξία των μετοχών της καθ΄ ης η αίτηση εταιρείας. Ακόμα και αν το Δικαστήριο απορρίψει την ως άνω εισήγηση, υποστηρίζει, θα πρέπει να παραχωρήσει άδεια καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ως η προτεινόμενη, ώστε το Δικαστήριο, καθ' ην έκταση στην ένσταση εγείρονται σωρεία ζητημάτων τα οποία χαρακτηρίζει ψευδή, ανυπόστατα και παραπλανητικά, να έχει μια σφαιρική εικόνα των γεγονότων. Είναι αναγκαία η καταχώρηση από την πλευρά των αιτητών συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, υποδεικνύει, για να διασαφηνιστούν και απαντηθούν τα ως άνω γεγονότα. Παράλληλα, υποστηρίζει ότι είναι αναγκαίο να αντεξεταστούν οι XXXXX Μιχαηλίδης και XXXXX Νεοφύτου επί συγκεκριμένων ζητημάτων που προβάλλουν στις ένορκες τους δηλώσεις, ως ειδικότερα αυτά προσδιορίζονται, υποστηρίζοντας ταυτόχρονα την αναγκαιότητα να κλητευθούν πρόσωπα που οι γνωματεύσεις τους τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου μέσω της ένορκης δήλωσης του XXXXX Μιχαηλίδη, για να αντεξεταστούν, πέραν από το ζήτημα της εμπειρογνωμοσύνης/ πραγματογνωμοσύνης τους και επί του περιεχομένου της γνωμάτευσης τους. Το ως άνω δικονομικό διάβημα αντιμετωπίστηκε αρνητικά από τους καθ' ων η αίτηση. Οι τελευταίοι καταχώρισαν Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης, προκρίνοντας ικανό αριθμό λόγων προς τούτο. Για σκοπούς πληρότητας, μεταφέρονται αυτούσιοι στην παρούσα. Ως ειδικότερα προτάσσεται: «(α) Η παρούσα Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί ως ουσία και/ή νόμω αβάσιμη και/ή ως παράτυπη. (β) Η Αίτηση συνιστά κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας και εγείρεται κακόπιστα προς καθυστέρηση και μόνο της εκδίκασης της υπόθεσης σε σχέση με την Κυρίως Αίτηση, αφού η υπόθεση ήταν ήδη ορισμένη σε προηγούμενη δικάσιμο, ήτοι στις 10/3/2020 για ακρόαση και τα μέρη τότε, διά των δικηγόρων τους, δήλωσαν προς το Δικαστήριο ετοιμότητα. Η ακρόαση στις 10/3/2020 δεν διεξήχθη τελικά, διότι το Δικαστήριο παρατήρησε από τον ενώπιον του φάκελο, ότι δεν είχε δώσει οδηγίες στους Αιτητές για δημοσιεύσεις. Ουδέποτε, μέχρι και τις 8/5/2020, οι Αιτητές ήγειραν προς το Δικαστήριο, είτε ζήτημα προσαγωγής μαρτυρίας, είτε καταχώρησης συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως, είτε αντεξέτασης ενόρκως δηλούντα και είναι πάγια νομολογημένη αρχή, ότι η συμπεριφορά και οι δηλώσεις των συνηγόρων προς το δικαστήριο δεσμεύουν τους διαδίκους - πελάτες τους. (γ) Η προώθηση της υπό εξέταση Αίτησης γίνεται για αλλότριους σκοπούς και συγκεκριμένα την πρόκληση καθυστέρησης και/ή κωλυσιεργίας αναφορικά με την εκδίκαση της Κυρίως Αιτήσεως Εκκαθάρισης, λόγω των διαφόρων ελλείψεων που υπάρχουν, τόσο στην Κυρίως Αίτηση, όσο και στην ένορκο δήλωση που τη συνοδεύει, η οποία είναι και παράτυπη. (δ) Η Αίτηση υποβάλλεται σε πολύ καθυστερημένο στάδιο της δικαστικής διαδικασίας και αφού το Δικαστήριο είχε ήδη ορίσει την Κυρίως Αίτηση για Ακρόαση 2 φορές, ήτοι στις 10/3/2020 και στις 8/5/2020. Ουδεμία σημασία έχει το γεγονός της μη έναρξης της ακροαματικής διαδικασίας, διότι, όπως ορίζεται από την νομολογία, το Δικαστήριο, σε τέτοιου είδους Αιτήσεις, θα πρέπει να ολοκληρώσει την ακροαματική διαδικασία σε εύλογο χρόνο. Επιτακτικά, μάλιστα, στην ενώπιον του υπόθεση, το Δικαστήριο, με βάση και πάλι τη νομολογία, θα πρέπει να εκδικάσει την υπόθεση σε πολύ σύντομο χρόνο, λαμβανομένης υπόψη της έκδοσης σχετικού Απαγορευτικού Διατάγματος εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση. (ε) Η Αίτηση έχει καταχωρηθεί με υπέρμετρη καθυστέρηση και χωρίς αυτή να δικαιολογείται και/ή σε στάδιο που επηρεάζονται αρνητικά τα δικαιώματα της Καθ' ης η Αίτηση. Τυχόν έκδοση των υπό αναφορά Διαταγμάτων θα επιφέρει άμεσο αρνητικό επηρεασμό των δικαιωμάτων της, αδικία, κωλυσιεργία, εκτροχιασμό της δικαστικής διαδικασίας και πρόκλησης ζημίας εις βάρος της. Αναφορικά με τα Αιτητικά Α 1 και 2, της Αίτησης: (στ) Δεν συντρέχουν οι εξαιρετικές εκείνες περιστάσεις και δεδομένα, που, με βάση τη νομολογία, θα μπορούσε να επιτραπεί από το Δικαστήριο προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας από τους Αιτητές. Αντίθετα, η υπό εκδίκαση Αίτηση για προσαγωγή μαρτυρίας επιβεβαιώνει την δικογραφημένη θέση της Καθ' ης η Αίτηση, ως εγείρεται με την Ένσταση της στην Κυρίως Αίτηση, ότι οι διαφορές των μερών δεν είναι απλές και δεν είναι ζήτημα Αιτήσεως Εκκαθάρισης, δηλαδή "Petition", αλλά οι Αιτητές θα έπρεπε να μεταχειριστούν άλλο ένδικο μέσο. Αναφορικά με το Αιτητικό Β 1, της Αίτησης: (ζ) Το αιτητικό Β1, πρέπει να απορριφθεί, γιατί οι Αιτητές όφειλαν να προσκομίσουν εξ' αρχής όλα τα έγγραφα και/ή αποδεικτικά στοιχεία και/ή μαρτυρία στην ένορκη δήλωση τους που υποστηρίζει την Κυρίως Αίτηση για Εκκαθάριση της Καθ' ης η Αίτηση. Η αναγκαιότητα αυτή, υπό τις περιστάσεις, επιβάλλεται και για το επιπρόσθετο λόγο, ότι στη βάση των ισχυρισμών τους οι Αιτητές, στα πλαίσια Μονομερούς Αιτήσεως, αλλά με πανομοιότυπη ένορκη δήλωση, εξασφάλισαν από το Δικαστήριο σχετικό Απαγορευτικό Διάταγμα. (η) Οι Αιτητές παρέλειψαν να δείξουν καλό λόγο ως προς την αναγκαιότητα καταχώρησης της προτιθέμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του XXXXX Γεωργίου (Τεκμήριο 1) και ως εκ τούτου δε θα πρέπει να γίνει επιτρεπτή η καταχώρηση της. Εν πάση περιπτώσει, τα όσα ο ομνύοντας αναφέρει και επιχειρεί να εισάξει στη δικαστική διαδικασία συνιστούν Απαντητική Ένορκη Δήλωση και όχι Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση, αφού, ξεκάθαρα, αυτός επιχειρεί να μετατρέψει τη διαδικασία της Αίτησης σε αντιπαράθεση στη βάση ενόρκων δηλώσεων, κάτι που, νομολογιακά, δεν επιτρέπεται. (θ) Το προσχέδιο της σχετικής προτεινόμενης Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης, που επισυνάπτει ο ενόρκως δηλών στην ένορκο του δήλωση που υποστηρίζει την παρούσα Αίτηση, καθιστά προφανές, ότι οι Αιτητές, κατά παράβαση της σχετικής επί του θέματος νομολογίας, επιχειρούν σε Αίτηση Εκκαθάρισης να εισάξουν μαρτυρία με ανεπίτρεπτο και υστερόβουλο τρόπο. (ι) Η επιχειρούμενη έγκριση προς καταχώρηση του προσχεδίου ένορκης δήλωσης (Τεκμήριο 1) θα πρέπει να απορριφθεί, διότι δεν πληροί τις στοιχειώδεις παραμέτρους που ορίζει η νομολογία ήτοι: (α) Κατά ανεπίτρεπτο τρόπο, στο προσχέδιο ένορκης δήλωσης, ο XXXXX Γεωργίου καταφεύγει σε ερωτήματα, ρητορικά και μη, είτε προς το Δικαστήριο, είτε προς το Δ.Σ. της Καθ' ης η Αίτηση. (β) Δεν έχει οτιδήποτε να προσθέσει υπό μορφή νέου στοιχείου στην υπόθεση για τους Αιτητές, αλλά αναμασά και επαναλαμβάνει τη θέση και τα επιχειρήματα των Αιτητών. (γ) Δεν παρουσιάζει νέα στοιχεία που να έχουν δημιουργηθεί μετά την καταχώρηση της Κυρίως Αίτησης για Εκκαθάριση και να είναι καταλυτικής σημασίας για την υπόθεση των Αιτητών. Αναφορικά με το Αιτητικό Β 2, της Αίτησης: (ια) Το αίτημα, ως προβάλλεται στην παράγραφο Β 2, της Αίτησης, για αντεξέταση των XXXXX Μιχαηλίδη και XXXXX Νεοφύτου, υπόκειται σε απόρριψη, γιατί οι Αιτητές δεν εξειδίκευσαν, ούτε αιτιολόγησαν, επαρκώς, τους συγκεκριμένους ισχυρισμούς, για τους οποίους θεωρούν, ότι θα πρέπει να τους επιτραπεί η αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Οι αναφορές στην ένορκο δήλωση του XXXXX Γεωργίου περί του ζητήματος (παρ. 7) είναι γενικές και αόριστες και αποκαλύπτουν την εμπάθεια του σε σχέση με τα πρόσωπα αυτά και όχι καλούς λόγους, που, με βάση τη νομολογία, το Δικαστήριο θα μπορούσε να διατάξει αντεξέταση. Αναφορικά με τα Αιτητικά Β 3 και 4, της Αίτησης: (ιβ) Δεν εξυπηρετεί, με οποιοδήποτε τρόπο, το συμφέρον της δικαιοσύνης και/ή το συμφέρον της διαδικασίας η κλήτευση στο Δικαστήριο του Λάμπρου Καλογήρου. Η εμπειρογνωμοσύνη του συγκεκριμένου προσώπου ευρίσκεται, ήδη, ενώπιον του Δικαστηρίου, προς αξιολόγηση. (ιγ) Δεν εξυπηρετεί, με οποιοδήποτε τρόπο, το συμφέρον της δικαιοσύνης και/ή το συμφέρον της διαδικασίας η κλήτευση, γενικά και αόριστα, οποιουδήποτε τρίτου προσώπου, το οποίον οι Αιτητές δεν κατονομάζουν και δεν εξειδικεύουν.» Ως νομική βάση της ένστασης καθορίζονται από τους ενιστάμενους ο Περί Εταιρειών Νόμος, Κεφ. 113, άρθρα 202, 203, 209, 210, 211 (e & f), 212 (α), 213, 214, 216, 218
(2), 226, 233, 286, 292, 324 και 333, οι περί Εταιρειών θεσμοί «Companies Rules», θεσμοί 1, 2, 3, 4 και 5, οι Companies (Winding - up) Rules 1949 της Αγγλίας, Καν. 26 και 27, ο Περί Εταιρειών Διαδικαστικός Διακανονισμός ( the Companies Rules) θ. θ. 1-13, οι θεσμοί Περί Πολιτικής Δικονομίας, Δ.33, Δ.36, θ. θ. 1-5, Δ.38, θ. θ. 1 - 6, Δ.39, 1-7, Δ.48, 1-13, Δ.64, οι Γενικές και Συμφυείς Εξουσίες του Δικαστηρίου, η γενική πρακτική και το περιεχόμενο του φακέλου της υποθεσης. Με την ένορκη δήλωση του XXXXX Μιχαηλίδη, ημερ. 01.06.20, η οποία την συνοδεύει, υιοθετούνται και ουσιαστικά επαναλαμβάνονται οι προβαλλόμενοι λόγοι ένστασης. Δεν υφίσταται οποιαδήποτε αναγκαιότητα να ακουστεί μαρτυρία στα πλαίσια της κυρίως αίτησης, υποστηρίζει ο ως άνω ομνύων, προκρίνοντας ταυτόχρονα ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση δεν συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις που θα επέτρεπαν κάτι τέτοιο. Ο μόνος λόγος για τον οποίο οι αιτητές σε αυτό το καθυστερημένο στάδιο της διαδικασίας επιθυμούν να τους δοθεί η δυνατότητα να παρουσιάσουν μαρτυρία, υποστηρίζει, είναι για να καλύψουν κενά και παραλείψεις τους. Ούτε το αίτημα για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης θα πρέπει να εγκριθεί, υποστηρίζει, σημειώνοντας πως όσα περιλαμβάνονται στο προσχέδιο της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης θα έπρεπε οι αιτητές ευθύς εξαρχής να τα θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου. Τυχόν έγκριση του αιτήματος για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, υποστηρίζει, θα περιπλέξει τα επίδικα ζητήματα αντί να τα απλοποιήσει, εξέλιξη ανεπιθύμητη σε μια διαδικασία εκκαθάρισης ως η υπό συζήτηση. Εν πάση περιπτώσει, προκρίνει, το περιεχόμενο της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης δεν έχει οτιδήποτε νέο να προσφέρει στη διαδικασία αφού οι θέσεις των μερών είναι ήδη αποτυπωμένες ενώπιον του Δικαστηρίου. Σχολιάζοντας περαιτέρω το αίτημα για αντεξέταση τόσο των ενόρκως δηλούντων που με τις δηλώσεις τους συνοδεύουν και υποστηρίζουν την ένσταση στην κυρίως αίτηση, όσο και των προσώπων στις εκθέσεις/γνωματεύσεις των οποίων οι τελευταίοι παραπέμπουν, υποστηρίζει ότι τα όσα προβάλλονται για να δικαιολογήσουν την αναγκαιότητα αντεξέτασης τους συνιστούν γενικότητες, οι οποίες δεν μπορούν να αποτελέσουν υπόβαθρο για έγκριση αιτήματος του είδους. Οι εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης και των δύο πλευρών, συμπληρώνει, βρίσκονται ήδη ενώπιον του Δικαστηρίου και θα τύχουν ανάλογης αξιολόγησης. Το αίτημα για εμφάνιση των τελευταίων στη διαδικασία, προκρίνει, πέραν του γεγονότος ότι δεν θα προσφέρει οτιδήποτε στη διαδικασία, όπως και το σύνολο των αιτημάτων που απασχολούν στο πλαίσιο της υπό συζήτηση αίτησης, υποβάλλεται με υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Με τις τελικές τους εισηγήσεις, τις οποίες οι ευπαίδευτοι συνήγοροι προνόησαν να καταγράψουν και να θέσουν υπόψη του δικαστηρίου, υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Τούτο έπραξαν και διά ζώσης κατά στο στάδιο της ακρόασης στο βαθμό που θεώρησαν αναγκαίο. Υποστήριξαν τις θέσεις τους με αναφορά τόσο στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν αντίστοιχα την αίτηση και ένσταση στην κυρίως αίτηση και στα τεκμήρια που μέσω τους τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου, παραπέμποντας ταυτόχρονα σε σχετική με τα ζητήματα που αναδείκνυαν νομοθεσία και νομολογία. Έχω σημειώσει με πολλή προσοχή τις αναφορές, τις τοποθετήσεις, τα επιχειρήματα και εισηγήσεις των πλευρών για τα ζητήματα που εγείρονται στα πλαίσια της παρούσας. Ειδικότερη αναφορά στις εισηγήσεις τους γίνεται σε μεταγενέστερο στάδιο και όπου τούτο κρίνεται σκόπιμο και αναγκαίο για σκοπούς της παρούσας απόφασης, έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται (βλ. Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2019:B4, Ποιν. Έφ. Αρ. 176/2018, ημερομηνίας 11.01.2019 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490). Πριν από την ενασχόληση με τα ουσιαστικότερα ζητήματα που απασχολούν στην παρούσα, κρίνεται αναγκαία η εξέταση, κατά προτεραιότητα, της εισήγησης της πλευράς των καθ΄ ων η αίτηση για καθυστέρηση και ολιγωρία που παρατηρείται στην προώθηση της υπό συζήτηση αίτησης, απολήγοντας σε κατάχρηση της διαδικασίας εκ μέρους των αιτητών. Είναι φανερό ότι τυχόν αποδοχή των ως άνω εισηγήσεων, δυνατό να έχει καταλυτική επίδραση στην περαιτέρω προώθηση της υπό συζήτηση αίτησης, σφραγίζοντας εκ των πραγμάτων την τύχη της. Είναι γεγονός ότι η καθυστέρηση και η αδράνεια κάποιου να προωθήσει ένα δικονομικό διάβημα μπορεί από μόνη της να αποτελέσει ανυπέρβλητο ανάχωμα για την προώθηση του και τη χορήγηση τελικά θεραπείας. Παράλληλα, αδιαμφισβήτητη είναι η σύμφυτη δικαιοδοσία και εξουσία του Δικαστηρίου να ανακόψει και να καταστείλει τη δεδομένη στιγμή διαδικασίες οι οποίες καταχρηστικά προωθούνται ενώπιον του (Διευθυντής των Φυλακών ν. Τζεννάρο Περέλλα
(1995)1 A.A.Δ. 217). Ως έχει άλλωστε υποδειχθεί από τον σεβαστό Δικαστή Καλλή, στην υπόθεση Loucos Trading Co Ltd κ.α. ν. Ρέινμπ. Πλ. και Ντάιγκ Κο, Λτδ,
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 1014, η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές και ανάλογα ευρεία είναι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για την παρεμπόδισή της. Η καθυστέρηση στη διεκδίκηση μιας θεραπείας ή προώθησης ανάλογου ενδιάμεσου διαβήματος, μπορεί να αποτελέσει μεταβλητή - εντασσόμενη πάντα στο σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την εκάστοτε υπό συζήτηση υπόθεση - που λαμβάνεται υπόψη κατά πόσο αυτό θα εγκριθεί ή όχι. Κατ' επανάληψη έχει κριθεί ότι μπορεί να αποτελέσει έκφανση και μορφή της κατάχρησης των διαδικασιών. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα ζητήματα που σήμερα απασχολούν μέσω της υπό συζήτηση αίτησης, θα μπορούσαν να προβληθούν και σε προγενέστερο στάδιο. Η όποια όμως καθυστέρηση στην προώθηση τους, υπό το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση και ειδικότερα πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, δεν φαίνεται να έχει προκαλέσει, από μόνη της, ειδικότερη ζημιά στην καθ' ης η αίτηση. Περαιτέρω, κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες και γεγονότα της παρούσας υπόθεσης ως έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, θα πρέπει να σημειωθεί ότι δεν εντοπίζονται στοιχεία τα οποία θα επέτρεπαν στο τελευταίο να διαγνώσει κακοπιστία από την πλευρά των αιτητών σε σχέση με την καταχώριση και την προώθηση της παρούσας αίτησης. Ούτε επιτρέπουν την υπαγωγή του εγχειρήματος της προώθησης της υπό κρίση αίτησης στα γενικότερα όρια της κατάχρησης, ως η έννοια του όρου έχει ερμηνευθεί από τη Νομολογία των Δικαστηρίων μας, κατά τρόπο που θα επέβαλλε την δραστική παρέμβαση του Δικαστηρίου όπως εισηγείται η πλευρά των καθ΄ ων η αίτηση. Στρέφοντας την προσοχή στα ουσιαστικότερα ζητήματα που απασχολούν στην παρούσα, είναι φανερό ότι αυτή σχετίζεται, πρωτίστως, με τον τρόπο διεξαγωγής της ακροαματικής διαδικασίας σε εταιρικές αιτήσεις και δη αιτήσεις εκκαθάρισης ως η υπό συζήτηση. Στην Κασπαρής Σάββας Ιωάννη
(2013)1(Γ) Α.Α.Δ. 2476, υποδείχθηκε ότι η ακρόαση αίτησης εκκαθάρισης, κατά κανόνα, γίνεται στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που έχουν καταχωρηθεί, παραπέμποντας επί του θέματος στην απόφαση του Πλήρους Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, στην Εταιρική Αίτηση 259/89, Επί τοις αφορώσι την εταιρεία D.J. Demades and Sons Ltd, ημερ. 28.05.
  1. Στην εν λόγω απόφαση αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η ιδιαιτερότητα μιας εταιρικής αίτησης έγκειται στο μηχανισμό παρουσίασής της με βάση τις πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου ΚΕΦ. 113 και τους περί Εταιρειών Κανονισμούς του
  2. Η εκδίκαση γίνεται κατά κανόνα με βάση τα γεγονότα που στηρίζουν την αίτηση και ένσταση αντίστοιχα όπως πιστοποιούνται από τις ένορκες δηλώσεις που τις συνοδεύουν. Κατά τα άλλα το δίκαιο της απόδειξης ισχύει όσο αφορά την αποδοχή και αξιολόγηση μαρτυρίας, ιδιαίτερα, όταν ζητείται η αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Οι πιο κάτω αναφορές ενισχύουν τα προαναφερόμενα. Στο σύγγραμμα του Pennington "Company Law" 3η Έκδοση σελ 681-2 γίνεται αναφορά στην ακολουθητέα διαδικασία. Στη σελίδα 683 διαβάζουμε: «The Petition is heard in open Court by one of the judges of the Companies Court. The evidence on the hearing will consist of the Affidavits filed in support of and against the Petition, unless the Court permits testimony to be given orally. "The alleged by it and suffices to prove the petitioners' case unless there are affidavits filed in opposition»». Την ως άνω προσέγγιση ενισχύουν άλλωστε όλα όσα σε προγενέστερο χρόνο έχουν αναφερθεί από το πλήρες Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στις 22.05.1979, στο πλαίσιο της Εταιρικής Αίτησης 92/78, In the matter of the Company Sofroniou & Charalambides (Supermarket) Ltd. Ως υποδεικνύεται μεταξύ άλλων στην ως άνω απόφαση επί του ζητήματος: «This aspect of the case has caused to us some concern because we have been unable to find any authorities to the effect that the Petitioner or even the Respondent is bound to prove his case by evidence other than affidavits and documents. The parties may cross-examine each other if they so wish and provided they obtain the prior leave of the Court, but are not bound to take the oath and give evidence viva voce for the purpose of reiterating facts and allegations contained in their affidavits and which do not amount to hearsay and are on the face of them sufficient to justify the making of a necessary to adduce direct evidence on material aspects of the case raised as hearsay in the affidavits. Such direct evidence may be either oral or admissible documentary evidence. It is also necessary if the statutory affidavit is not necessary to supplement the statutory or any of the affidavits by oral evidence in lieu of filing a supplementary affidavit. It is at first sight a peculiar situation but not without good logic behind it. A winding up petition is fled together with its affidavits and the right of cross-examination is controlled by the Court. The object of the cross-examination is to shake the witness and obtain from him either admissions or statements, making his evidence improbable. .............................................. By the above, we are not implying that when oral evidence is adduced by both sides the Court can ignore the domeanour of the witnesses or can decide the case in any way different than in a trial by action, but if no oral evidence is adduced the Court is entitled to draw its conclusions from the affidavits or contest of affidavits; on material points on which there is a diametrically opposite version the Court may treat that issued as not proven unless judging it by comparison to other admitted or incontrovertible facts appears more probable than the other version». Την ως άνω θεώρηση πραγμάτων, το γεγονός δηλαδή ότι η ακρόαση σε αιτήσεις τύπου «petition», όπως είναι η αίτηση εκκαθάρισης εταιρείας, διεξάγεται κατά κανόνα στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που καταχωρούνται, χωρίς όμως τούτο να αποκλείει, κατ' εξαίρεση, τη δυνατότητα προσαγωγής επιπρόσθετης μαρτυρίας είτε με τη μορφή συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων είτε ακόμη με την προσαγωγή προφορικής μαρτυρίας μέσω αντεξέτασης των ενόρκως δηλούντων ή άλλης μαρτυρίας - σχετικής πάντα με το αντικείμενο και το εύρος που είναι δυνατό να λάβει μια αίτηση του είδους - δικαιολογεί άλλωστε, κατά την αντίληψή μου, το συμφέρον της δικαιοσύνης και η ανάγκη διασφάλισης της δίκαιης δίκης, με την τελευταία ουσιαστικά να συναρτάται, αφενός με το δικαίωμα εκατέρωθεν των διαδίκων να ακουστούν στην υπόθεση και αφετέρου με εκείνο της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης. Αυτός είναι ο λόγος που κατά την ταπεινή μου αντίληψη σεβαστή δικαστής Σταματίου υποδεικνύει στην ως άνω απόφασή της (Κασπαρής) πως παρά το γεγονός ότι κατά κανόνα η εκδίκαση παρόμοιων εταιρικών αιτήσεων διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που στηρίζουν την αίτηση και την ένσταση ως περιλαμβάνονται στις συνοδευτικές ένορκες δηλώσεις, στις κατάλληλες περιπτώσεις και πάντα κατ' εξαίρεση του κανόνα, το Δικαστήριο δύναται να καθορίσει/ρυθμίσει το ζήτημα διαφορετικά. Των ως άνω λεχθέντων θα πρέπει παράλληλα να σημειωθεί ότι το περιθώριο προσκόμισης προφορικής μαρτυρίας θα πρέπει να ασκείται με ιδιαίτερη φειδώ, εφόσον ο τρόπος με τον οποίο προσεγγίζεται μια αίτηση εκκαθάρισης δεν θα πρέπει να μετατρέπει τούτη σε μια «εφ' όλης της ύλης» δίκη επί της ουσίας. Η «συνοπτική φύση» και ο «ειδικός χαρακτήρας» που ούτως ή άλλως χαρακτηρίζει τη διαδικασία της εκκαθάρισης, είναι αποτέλεσμα προφανώς των «δικονομικών ελλείψεων και περιορισμών» του δικαστηρίου που ασκεί εταιρική δικαιοδοσία, η άσκηση της οποίας περιορίζεται αποκλειστικά στους εταιρικούς κανόνες και πρακτική. Όπως χαρακτηριστικά υπεδείχθη στην Re UOC Corp. Alipour v Ary
(1997)B.C.C. 377, το δικαστήριο που ασκεί εταιρική δικαιοδοσία δεν είναι κατάλληλα δικονομικά εξοπλισμένο για να επιλύει διαφορές επί γεγονότων και να προβαίνει σε ανάλογα ευρήματα, ούτε και η δικαιοδοσία του είναι τόσο ευρεία όσο η δικαιοδοσία που έχει το δικαστήριο κατά την άσκηση της συνήθους πολιτικής του δικαιοδοσίας ως δικαστήριο γεγονότων. Είναι γι' αυτό το λόγο που η προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας συνήθως δεν είναι ανεκτή και τα «επίδικα» θέματα αποφασίζονται, κατά κανόνα, στη βάση της έγγραφης μαρτυρίας. Ως άλλωστε κατ' επανάληψη έχει υποδειχθεί από τη νομολογία η διαπίστωση και μόνο ύπαρξης πληθώρας καλόπιστα (bona fide) αμφισβητούμενων γεγονότων, η ορθότητα των οποίων μπορεί να εξακριβωθεί στο πλαίσιο ενδελεχούς αξιολόγησης κατά τρόπο που θα οδηγούσε τη μετατροπή της διαδικασίας σε δίκη επί της ουσίας, είναι δυνατό από μόνη της, να σφραγίσει και την τύχη ολόκληρης της αίτησης εκκαθάρισης (βλ. Σπανού ν. G.I.P. Constructions Ltd
(1999)1(A) AAΔ.315, Χατζηγιάννης ν. C. & J Kyprianou Promotions Ltd
(2010)1(A) AAΔ.991 ως επίσης Palmer's Company Law, 21η έκδοση σελ. 738 και Pennington Company Law 4η έκδοση σελ. 679). Δεν διαλανθάνει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι στο πλαίσιο της υπό συζήτηση αίτησης προωθούνται διάφορα αιτητικά. Μεταξύ αυτών, διαζευκτικά έστω, και το αίτημα της εκκαθάρισης της καθ΄ ης η αίτηση εταιρείας, με τους αιτητές να στηρίζουν το αίτημα τους στην προβαλλόμενη από την πλευρά τους καταπίεση των συμφερόντων τους ως μετόχων μειοψηφίας, αποδίδοντας παράλληλα στους καθ' ων η αίτηση δόλο, απάτη, κακή διαγωγή και αποκλεισμό των μετόχων μειοψηφίας. Πρόκειται, ωστόσο, για ζητήματα που έχουν ήδη αναδειχθεί με πλήρη και λεπτομερή τρόπο, τόσο στην πολυσέλιδη ένορκη δήλωση των XXXXX Γεωργίου και XXXXX Παττίχη που υποστηρίζει την κυρίως αίτηση και στην πληθώρα των τεκμηρίων που αυτή παραπέμπει, όσο και στην επίσης πολυσέλιδη ένορκη δήλωση του XXXXX Μιχαηλίδη, που συνοδεύει και υποστηρίζει την ένσταση στην κυρίως αίτηση και την οποία ρητά υιοθετεί και επαναλαμβάνει ο XXXXX Νεοφύτου μέσω της δικής του ένορκης δήλωσης που επίσης συνοδεύει και υποστηρίζει την ένσταση. Υπό το σύνολο όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου και χωρίς επ' ουδενί να παραβλέπω το ειδικότερο αντικείμενο της κυρίως αίτησης, αισθάνομαι ότι δεν συντρέχουν οι εξαιρετικές εκείνες περιστάσεις που θα επέτρεπαν, αν όχι θα επέβαλλαν, μια διαφορετική προσέγγιση του Δικαστηρίου όσον αφορά την παρουσίαση των αιτήσεων του είδους. Η ως άνω κατάληξη του Δικαστηρίου διασυνδέεται άλλωστε με το διαζευκτικό αίτημα των αιτητών για εξασφάλιση άδειας αντεξέτασης των ενόρκως δηλούντων που με τις ένορκες τους δηλώσεις υποστηρίζουν την ένσταση, ως ειδικότερα επιζητείται και εξειδικεύεται τούτο στις παραγράφους 7.2 και 7.3 της ένορκης δήλωσης του XXXXX Γεωργίου που συνοδεύει και υποστηρίζει την υπό συζήτηση αίτηση. Η Δ.39 Θ.1 των Διαδικαστικών Κανονισμών Περί Πολιτικής Δικονομίας, επί της οποίας επίσης εδράζεται η υπό εξέταση αίτηση, προβλέπει ότι: «Upon an application evidence may be given by affidavit; but the Court or a Judge may, on the request of either party, order the attendance of the deponent for cross-examination.» Είναι σαφές από τα πιο πάνω ότι το ζήτημα ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία μάλιστα μπορεί να ασκηθεί ανεξάρτητα και από τυχόν συναίνεση των αντιδίκων πλευρών για τέτοια αντεξέταση (βλ. Αναφορικά με Αίτηση Λ. Μήλου κ.ά.
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 280). Η παραχώρηση άδειας για αντεξέταση ή όχι, θα πρέπει πάντα να κρίνεται σε συνάρτηση με την φύση και τις ανάγκες της συγκεκριμένης, κάθε φορά, διαδικασίας. Η αντεξέταση επιτρέπεται σε ζητήματα τα οποία είναι αναγκαία για την επίλυση του θέματος που αφορά η εκάστοτε υπό συζήτηση αίτηση και δεν θα πρέπει να επιτρέπεται η επέκταση της σε ζητήματα αδιάφορα για την εξέταση της. (Βλ. Halsbury' s Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 17, σελ. 216, παρ. 311). Στην υπό συζήτηση περίπτωση, το αίτημα για εκκαθάριση της εταιρείας δεν στηρίζεται στον «κλασσικό» ή «συνήθη» (ας μου επιτραπούν οι όροι) λόγο της ανικανότητας της εταιρείας να πληρώσει τα χρέη της (άρθρο 211(ε) του Κεφ. 113). Ως λόγος για την προτεινόμενη εκκαθάριση της, προκρίνεται η καταπίεση της μειοψηφίας, με την προβολή πλειάδας γεγονότων, θέσεων και περιστατικών που κατά τη θέση πάντα των αιτητών δικαιολογούν τούτο. Ούτε αφορά διαδικασία έκδοσης ενδιάμεσου διατάγματος, πραγματικότητα που από μόνη της επιτρέπει την έγκριση αιτήματος του είδους με μεγαλύτερη ευκολία. Παρεμβάλλεται, ως στοιχείο που ενδυναμώνει το ειδικότερο αίτημα της αντεξέτασης, ότι η πλευρά των αιτητών δεν επιδιώκει γενικά και αόριστα την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων που με τις δηλώσεις τους υποστηρίζουν την ένσταση της καθ΄ ης η αίτηση στην κυρίως αίτηση. Αντίθετα, από την πλευρά των αιτητών προσδιορίζονται επ' ακριβώς τα σημεία και ζητήματα για τα οποία επιζητείται η άδεια του Δικαστηρίου για αντεξέταση των ως άνω ενόρκως δηλούντων (βλ. παράγραφοι 7.2 και 7.3 στην ένορκη δήλωση του XXXXX Γεωργίου που υποστηρίζει την υπό συζήτηση αίτηση), «προστατεύοντας» έτσι την διαδικασία από τυχόν αχρείαστους και ανεπιθύμητους πλατειασμούς. Η επιδίωξη άλλωστε από την πλευρά των αιτητών της δυνατότητας να κλονίσουν την αξιοπιστία των ως άνω ενόρκως δηλούντων, αποτελεί από μόνη της ένα δικαιολογημένο στόχο που η νομολογία αναγνωρίζει, ειδικότερα στην υπό συζήτηση περίπτωση όπου η προσπάθεια αυτή συναρτάται με συγκεκριμένους ισχυρισμούς. Έχοντας καταλήξει ότι η παρούσα, υπό το σύνολο των περιστάσεων που την περιβάλλουν, είναι η πρέπουσα περίπτωση για την παραχώρηση άδειας αντεξέτασης των ενόρκως δηλούντων, απασχολεί αν η δυνατότητα αυτή θα πρέπει να καλύπτει το σύνολο των ζητημάτων για τα οποία υποβάλλεται το ειδικότερο τούτο αίτημα από την πλευρά των αιτητών. Εξετάζοντας με προσοχή τα ειδικότερα ζητήματα για το οποία υποβάλλεται το αίτημα, ως οριοθετούνται από τους αιτητές στις παραγράφους 7.2 και 7.3 της ένορκης δήλωσης του XXXXX Γεωργίου, ημερ. 20.05.2020, αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι δεν φαίνεται να δικαιολογείται η παραχώρηση άδειας αντεξέτασης σε σχέση με τα ζητήματα που ειδικότερα αφορούν οι παράγραφοι 7.2.6, 7.2.7 και 7.2.11. Τα ως άνω ζητήματα, είτε άπτονται ζητημάτων που δεν φαίνεται ειδικότερα να απασχολούν στα πλαίσια της παρούσας ή να σχετίζονται με συμπεριφορές που αποδίδονται στους καθ΄ ων η αίτηση (βλ. αιτητικό 7.2.6), είτε δεν απασχολούν κατά ουσιαστικό τρόπο στα πλαίσια της υπό συζήτηση αίτησης (βλ. αιτητικό 7.2.7), είτε άπτονται ζητημάτων που με ευκολία προκύπτουν και αποσαφηνίζονται από τεκμήρια (βλ. Τεκμήριο 55 στην ένορκη δήλωση των XXXXX Γεωργίου και XXXXX Παττίχη, ημερ. 23.11.2018) που έχουν ήδη τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου (βλ. αιτητικό 7.2.11). Σύμφωνα με το άρθρο 26
(1)του Περί Αποδείξεως Νόμου (Κεφ. 9): «Σε περίπτωση κατά την οποία οποιοσδήποτε διάδικος προσάγει εξ ακοής μαρτυρία και δεν κλητεύει ως μάρτυρα στη διαδικασία το πρόσωπο, το οποίο είχε προβεί στην αρχική δήλωση, τότε οποιοσδήποτε άλλος διάδικος δύναται, με την άδεια του Δικαστηρίου, πριν ο διάδικος που έχει προσάξει την εξ ακοής μαρτυρία κλείσει την υπόθεσή του, να κλητεύει το εν λόγω πρόσωπο για να το αντεξετάσει σε σχέση με την αρχική του δήλωση: Νοείται ότι το Δικαστήριο δύναται να μην επιτρέψει την κλήτευση, αν κρίνει ότι η κλήτευση του εν λόγω προσώπου δεν είναι, υπό τις περιστάσεις, εύλογη και εφικτή ή ότι δεν είναι αναγκαία για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης». Με δεδομένο ότι το άρθρο 2 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 2 του Περί Αποδείξεως Νόμου (Κεφ. 9), προνοεί ότι ««πολιτική διαδικασία» περιλαμβάνει οιανδήποτε διαδικασίαv άλληv ή πoιvικήv διαδικασίαv», είναι φανερό ότι οι δυνατότητες που παρέχει το ως άνω άρθρο 26 του Κεφ. 9, τυγχάνουν εφαρμογής και σε διαδικασίες ως η κυρίως αίτηση. Στην υπό συζήτηση περίπτωση φαίνεται να αμφισβητείται, όχι μόνον αυτή καθ΄ αυτή η εμπειρογνωμοσύνη των δύο προσώπων που οι εκθέσεις τους παρουσιάζονται μέσω της ως άνω ένορκης δήλωσης του Μ. Μιχαηλίδη, ημερ. 20.09.2019, αλλά ταυτόχρονα και τα αποτελέσματα-συμπεράσματα τους. Αμφισβητείται δηλαδή, όχι μόνο το υπόβαθρο τους ως εμπειρογνώμονες/πραγματογνώμονες για τα ζητήματα για τα οποία έχουν μεταφερθεί οι απόψεις και οι τοποθετήσεις τους κατά τον πιο πάνω τρόπο στο Δικαστήριο, αλλά παράλληλα ρητά αμφισβητούνται τα συμπεράσματα και τοποθετήσεις τους σε ζητήματα που απασχολούν στα πλαίσια της κυρίως αίτησης. Συνακόλουθα, η παραχώρηση άδειας στη βάση των προνοιών του άρθρου 26 του Κεφ. 9 για κλήτευση τους με σκοπό να αντεξεταστούν τόσο επί της εμπειρογνωμοσύνης και επιστημοσύνης τους για τα ζητήματα επί των οποίων ετοίμασαν τις σχετικές γνωματεύσεις-εκθέσεις τους, όσο και για τα συμπεράσματα τους που αναγράφονται σε αυτές, κρίνεται αρκούντως δικαιολογημένη. Ως πιο πάνω έχει ήδη σημειωθεί, η πλευρά των αιτητών δεν περιορίζει το διαζευκτικό αίτημα της στην παραχώρηση άδειας για αντεξέταση τόσο των ενόρκως δηλούντων όσο και των προσώπων που η μαρτυρία τους έχει τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου κατά τον πιο πάνω τρόπο από την πλευρά των καθ΄ ων η αίτηση στην κυρίως αίτηση. Επιζητούν ταυτόχρονα την άδεια του Δικαστηρίου για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, προσχέδιο της οποίας έθεσαν υπόψη του Δικαστηρίου. Είναι γεγονός ότι στα πλαίσια διαδικασίας εκκαθάρισης εταιρείας, η δυνατότητα καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δεν είναι άγνωστη στο δίκαιο (Κασπαρή (ανωτέρω). Ως έχει άλλωστε κατ' επανάληψη υποδειχθεί, όπου οι περί Εταιρειών Κανονισμοί και οι περί Εταιρειών (Εκκαθάριση) Κανονισμοί δεν προβλέπουν διαδικασία ή μέσο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για κάλυψη του κενού που παρατηρείται, δύναται να χρησιμοποιηθούν οι Διαδικαστικοί Κανονισμοί περί Πολιτικής Δικονομίας. (K.M.C. Motors Ltd v. Jorephanco Trading and Contracting Company
(1984)1 CLR 390 και In Re Pelmaco Developments Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 246). Στη βάση της Δ.48 θ4
(2)των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας, σε συνδυασμό θεωρούμενης με τις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου, εξετάζεται το ειδικότερο αυτό αίτημα της αιτήτριας. Σκοπός της Δ.48 θ.4, όπως αυτή ισχύει από το 1999, είναι η παρουσίαση ενώπιων του Δικαστηρίου όλων εκείνων των γεγονότων και στοιχείων που είναι αναγκαία στα πλαίσια της εξέτασης ενός συγκεκριμένου αιτήματος, για να υποστηριχθούν εκατέρωθεν οι θέσεις των διαδίκων. Είναι φανερό ότι το ζήτημα της καταχώρησης ή μη συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου. Δεν προβλέπεται ούτως ή άλλως οποιοσδήποτε περιορισμός όσον αφορά την άσκηση αυτής της εξουσίας του Δικαστηρίου, παρά μόνο υποδεικνύεται ότι σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να καταδεικνύεται η ύπαρξη καλού λόγου, ο οποίος να καθιστά αναγκαία την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Η παραχώρηση βέβαια άδειας για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, θα πρέπει πάντα να κρίνεται σε συνάρτηση με τη φύση και τις ανάγκες της συγκεκριμένης, κάθε φορά, διαδικασίας. (Αναφορικά με την αίτηση του Φιλόκυπρου Ματθαίου κ.α.
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 510 και Παπακόκκινου κ.α. v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (αρ.1)
(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 643). Ως έχει επιβεβαιωθεί στην Κώστα v. Κώστα,
(2003)1 Α.Α.Δ. 269, ο «καλός λόγος» είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με τη φύση της αίτησης και το είδος των θεραπειών που αυτή επιδιώκει. Στην υπόθεση Α. Messios & Sons Ltd ν. Λεωνίδα (Αρ.1),
(2010)1 (Α) Α.Α.Δ. 195, που αφορούσε αίτηση επαναφοράς έφεσης, δόθηκε άδεια στους εφεσείοντες - αιτητές για καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων, αφού τα στοιχεία που επιχειρούσαν να θέσουν υπόψη του δικαστηρίου σχετίζονταν με τους ισχυρισμούς που προέβαλε ο εφεσίβλητος - καθ' ου η αίτηση στην αρχική του ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης στην αίτηση επαναφοράς της έφεσης. Θεωρήθηκε ότι δεν επρόκειτο για ανεπίτρεπτη μαρτυρία, ούτε για επανάληψη αρχικών ισχυρισμών των εφεσειόντων, αλλά για διευκρινίσεις και ισχυρισμούς που ήταν επιθυμητό να τους επιτραπεί να προβάλουν, ώστε το Δικαστήριο να έχει ενώπιων του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων. Άλλωστε, στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Λτδ (Αρ.4) 1997 1 (Β) Α.Α.Δ. 970, με αναφορά στην Αγγλική Διάταξη Ο.59, r.6 των Αγγλικών Θεσμών, λέχθηκε ότι το δικαστήριο δύναται να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης εάν σε αυτή θα γίνει αναφορά σε γεγονότα που προκύπτουν από ένορκες δηλώσεις που καταχωρίστηκαν από αντιδίκους. Επανερχόμενος στην υπό συζήτηση περίπτωση, ευθύς εξ΄ αρχής θα πρέπει να σημειωθεί ότι η προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, ουσιαστικά αναλώνεται σε συζήτηση και σχολιασμό ζητημάτων τα οποία έχουν ήδη τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Η επανάληψη θέσεων όπως και η επιχειρηματολογία προς υποστήριξη τους, μέσω της καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, δεν φαίνεται να εξυπηρετεί εκ των πραγμάτων οποιοδήποτε ουσιαστικό σκοπό. Θεώρηση της, εξάλλου, με ευκολία αποκαλύπτει ότι σημαντικό της μέρος αναλώνεται σε σχολιασμό θέσεων ή τεκμηρίων τα οποία έχουν ήδη τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, με τον προτεινόμενο ομνύοντα, πέραν από την προβολή ρητορικών ερωτημάτων να προβαίνει σε συμπερασματικές απολήξεις στο πλαίσιο του ευρύτερου σχολιασμού θέσεων και τεκμηρίων που βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου. Η υποστήριξη άλλωστε διάφορων οικονομικών θεωρήσεων σε συνάρτηση πάντα με στοιχεία που βρίσκονται ήδη ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν φαίνεται επίσης να εξυπηρετεί οποιοδήποτε σκοπό για σκοπούς της παρούσας. Η προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, στην έκταση που έχει την ως άνω μορφή και χαρακτηριστικά, σε συνδυασμό θεωρούμενα με το γεγονός ότι ήδη οι αιτητές έχουν εξασφαλίσει την δυνατότητα αντεξέτασης επί συγκεκριμένων ζητημάτων τους ενόρκως δηλούντες Μιχαηλίδη και Νεοφύτου, ως επίσης των προσώπων που οι γνωματεύσεις-εκθέσεις τους τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου (Τεκμήρια 2 και 3 στην ένορκη δήλωση του Μ. Μιχαηλίδη, ημερ. 20.09.2019), κρίνεται ότι δεν θα εξυπηρετούσε οποιοδήποτε ωφέλιμο σκοπό και ως εκ τούτου η παραχώρηση της αιτούμενης άδειας, δεν δικαιολογείται. Συνακόλουθα, ενόψει όλων όσων πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η παρούσα είναι η πρέπουσα περίπτωση για να δοθεί η δυνατότητα στους αιτητές να αντεξετάσουν τους XXXXX Μιχαηλίδη και τον XXXXX Νεοφύτου για τα ζητήματα όπως αυτά προσδιορίζονται στις παραγράφους 7.2.1, 7.2.2, 7.2.3, 7.2.4, 7.2.5, 7.2.8, 7.2.9, 7.2.10 της ένορκης δήλωσης του XXXXX Γεωργίου, ημερ. 20.05.2020, που συνοδεύει και υποστηρίζει την υπό συζήτηση αίτηση. Σε σχέση δε με τον XXXXX Νεοφύτου και για τα ζητήματα που προσδιορίζονται στην παράγραφο 7.3.2 της ως άνω ένορκης δήλωσης του XXXXX Γεωργίου. Περαιτέρω, κατ' εφαρμογή των προνοιών του άρθρου 26 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, παρέχεται η άδεια στους αιτητές να κλητεύσουν για σκοπούς αντεξέτασης τους Λάμπρο Καλογήρου και Δημήτριο Αντωνίου, τόσο σε σχέση με «το υπόβαθρο τους ως εμπειρογνώμονες» όσο και σε σχέση με τα συμπεράσματα τους, ως αυτά καταγράφονται στις εκθέσεις/γνωματεύσεις τους (Τεκμήρια 2 και 3 αντίστοιχα στην ένορκη δήλωση του Μ. Μιχαηλίδη, ημερ. 20.09.2019, που υποστηρίζει την ένσταση στην κυρίως αίτηση). Η αίτηση όσον αφορά τα υπόλοιπα αιτητικά, απορρίπτεται. Τα έξοδα της υπό συζήτηση αίτησης, θα είναι έξοδα στην πορεία της κυρίως αίτησης ημερ. 23.11.2018. (Υπ.) ............ Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.