← Κύπρος

BETWEEN FRIENDS LIMITED κ.α. ν. ALPHA BANK CYPRUS LTD, Αρ. Αγωγής: 1379/2018, 12/3/2021

BETWEEN FRIENDS LIMITED κ.α. ν. ALPHA BANK CYPRUS LTD, Αρ. Αγωγής: 1379/2018, 12/3/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A254 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΔΑΥΙΔ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1379/2018 Μεταξύ:

  1. BETWEEN FRIENDS LIMITED (ΗΕ 168983)
  2. XXXXX ΖΕΡΒΟΥ Εναγόντων και ALPHA BANK CYPRUS LTD Εναγομένης Αίτηση ημερ. 28.05.2020 Ημερομηνία: 12.03.2021 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες-Αιτητές: κα Χ. Μεττή για Ορφανίδη, Χριστοφίδη και Συνεργάτες ΔΕΠΕ. Για Εναγόμενη-Καθ΄ ης η αίτηση: κ. Χρ. Ιωσήφ για Χρυσαφίνη και Πολυβίου ΔΕΠΕ. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 25.05.2018, οι ενάγοντες, μέσω του Γενικά Οπισθογραφημένου Κλητήριου Εντάλματος που καταχώρισαν, δρομολόγησαν την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Παραπέμποντας σε συμφωνίες στη βάση των οποίων εξασφάλισαν αριθμό τραπεζικών διευκολύνσεων από την εναγόμενη τράπεζα, αρχής γενομένης το 2005, αξιώνουν από την τελευταία Γενικές και Ειδικές αποζημιώσεις τις οποίες εδράζουν σε διάφορες βάσεις, ως επίσης αναγνωριστικές αποφάσεις και διατάγματα με τα οποία να κηρύσσονται άκυρες και/ή παράνομες οι σχετικές με την παραχώρηση των πιο πάνω πιστωτικών διευκολύνσεων συμφωνίες δανείου, εγγυήσεων και/ή υποθηκών. Στις 13.09.2018, καταχωρήθηκε από την πλευρά των εναγόντων η Έκθεση Απαίτησης τους, μέσω της οποίας ξεδιπλώνουν και αναπτύσσουν με λεπτομέρεια τις θέσεις και την υπόθεση τους σε βάρος της εναγόμενης τράπεζας. Η τελευταία, στις 22.10.2019, καταχώρησε την Υπεράσπιση της. Στην εξέλιξη της διαδικασίας, ήτοι στις 28.05.2020, οι ενάγοντες καταχώρησαν την υπό συζήτηση αίτηση, μέσω της οποίας αξιώνουν την έκδοση αριθμού ενδιάμεσων διαταγμάτων, με τα οποία να απαγορεύεται στην εναγόμενη τράπεζα να προχωρήσει με εκποίηση ενυπόθηκων ακινήτων τα οποία περιγράφονται και αφορούν 15 συνολικά υποθήκες του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου, οι οποίες είχαν συσταθεί στο πλαίσιο της ευρύτερης συνεργασίας των δύο πλευρών και της παραχώρησης από την εναγόμενη τράπεζα στους ενάγοντες των ως άνω πιστωτικών διευκολύνσεων. Η ως άνω εξέλιξη προκάλεσε την αντίδραση της ως άνω εναγόμενης τράπεζας. Η τελευταία, στις 25.09.2020, προχώρησε στην καταχώριση σχετικής Ειδοποίησης Πρόθεσης Ένστασης. Στην ως άνω ένσταση, ως οι Διαδικαστικοί Κανονισμοί Περί Πολιτικής Δικονομίας προβλέπουν, πέραν από τη νομική βάση στην οποία αυτή στηρίζεται, προβάλλονται και οι λόγοι επί των οποίων εδράζεται. Για σκοπούς πληρότητας, μεταφέρονται αυτούσιοι στην παρούσα. Ως ειδικότερα προτάσσεται: «
  3. Η Αίτηση στην ολότητα της και συγκεκριμένα τα Αιτητικά υπό (Δ), (Λ), (Ν) και (Ο) αυτής, αναιτιολόγητα και χωρίς καμία επεξήγηση προωθούνται πρόωρα, επιδιώκοντας να ανατρέψουν ένα status quo το οποίο δεν έχει καν διαμορφωθεί, καθότι η διαδικασία πλειστηριασμού δεν έχει τροχιοδρομηθεί και δεν υφίσταται, επί της παρούσης, κανένας κατ' ισχυρισμό κίνδυνος σε σχέση με τις Υποθήκες XXXXX/2010, XXXXX/2007, XXXXX/2009 και XXXXX/2013 του Ε.Δ. Πάφου.
  4. Η παρούσα Αίτηση καταχωρίστηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση καθώς η πρώτη Συμφωνία Δανείου συνεφωνήθη το 2005, η Αγωγή καταχωρήθηκε το 2018, ενώ η παρούσα Αίτηση τον Μάιο του
  5. Η Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση επισυνάπτει επιλεκτικά και/ή κακόπιστα μέρος των εγγράφων αφαιρώντας συγκεκριμένες σελίδες και/ή μέρη και/ή δεν αποκαλύπτει ουσιώδη έγγραφα, με σκοπό να παραπλανήσει το Δικαστήριο και ως εκ τούτου είναι κακόπιστη.
  6. Η Αίτηση καταχωρήθηκε κακόπιστα και/ή με σκοπό να παραπλανήσει το Δικαστήριο και να φέρει την Καθ' ης η Αίτηση προ τετελεσμένων γεγονότων και ως τέτοια θα πρέπει να απορριφθεί.
  7. Δεν πληρούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Ν. 14/1960 αναφορικά με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων και/ή δεν έχει τεκμηριωθεί με μαρτυρία η στοιχειοθέτηση των προϋποθέσεων του άρθρου 32, ήτοι: (α) Δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. (β) Δεν υπάρχουν πιθανότητες οι Αιτητές να δικαιούνται σε θεραπεία στην παρούσα Αγωγή. (γ) Δεν έχει διαφανεί ότι εκτός και εάν δεν εκδοθούν οι αιτούμενες θεραπείες, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο.
  8. Το μόνο γνήσιο επίδικο ζήτημα στην Αγωγή 1379/2018 αφορά στον καθορισμό του ακριβούς οφειλόμενου ποσού. Ακόμα και αν παρ' ελπίδαν αποδειχθεί κατόπιν ακρόασης της Αγωγής ότι οφείλεται μικρότερο ποσό από αυτό που αξιώνει η Καθ' ης η Αίτηση, αυτό δεν θα οδηγήσει σε ακύρωση των Συμβάσεων Δανείου, Υποθηκών και Πληρεξουσίων Εγγράφων, συνεπώς δεν υπάρχει καμία πιθανότητα οι Αιτητές να δικαιούνται σε ακύρωση της οποιασδήποτε διαδικασίας πλειστηριασμού.
  9. Οι Αιτητές δυνάμει των επίδικων Συμβάσεων Υποθηκών οι οποίες υπογράφηκαν και κατατέθηκαν προς όφελος και εις εξασφάλιση της Καθ' ης η Αίτηση, παραχώρησαν ανέκκλητα το δικαίωμα στην Καθ' ης η Αίτηση να πωλήσει τα επιβαρυμένα ακίνητα με οποιοδήποτε τρόπο επιθυμεί.
  10. Η Αιτήτρια 1 κατέστησε την Καθ' ης η Αίτηση πληρεξούσιο αντιπρόσωπο της δυνάμει μεγάλου αριθμού πληρεξουσίων εγγράφων ημερ. 28.9.2013 για πράξεις και ενέργειες που αναφέρονται και περιγράφονται στα έγγραφα αυτά, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων.
  11. Οι αξιώσεις των Αιτητών είναι χρηματικής φύσεως και/ή αποτιμώνται σε χρήμα και η Καθ' ης η Αίτηση είναι σε θέση να καταβάλει τυχόν επιδικασθείσες αποζημιώσεις στους Αιτητές σε περίπτωση επιτυχίας της Αγωγής τους και δεν έχει προσκομιστεί θετική μαρτυρία και/ή οιαδήποτε μαρτυρία περί του αντιθέτου, παράγων ο οποίος οδηγεί σε απόρριψη της ενδιάμεσης Αίτησης καθότι δεν πληρείται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου
  12. Τα αιτητικά που καταγράφονται στην Αίτηση δεν μπορούν να επιτύχουν καθώς είναι δυσανάλογα και/ή υπέρμετρα επαχθείς με το αποτέλεσμα που θα έχουν για την Καθ' ης η Αίτηση, διότι σε περίπτωση έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων η Καθ' ης η Αίτηση θα αποστερηθεί του δικαιώματος που της παρέχουν οι Συμβάσεις Υποθηκών, τα Πληρεξούσια Έγγραφα, το Σύνταγμα και ο Νόμος 9/1965, με αποτέλεσμα το ισοζύγιο της ευχέρειας να γέρνει υπέρ της απόρριψης της Αίτησης, καθώς δεν είναι δίκαιο και εύλογο όπως εκδοθούν οι αιτούμενες θεραπείες.
  13. Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων δεν θα διατηρήσει αλλά θα ανατρέψει το υφιστάμενο status quo, με βάση το οποίο έχει παραχωρηθεί στην Καθ' ης η Αίτηση δια των Συμβάσεων Υποθηκών και των Πληρεξουσίων Εγγράφων, το δικαίωμα πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων.
  14. Η Αίτηση και η Ένορκη Δήλωση που την συνοδεύει είναι γενικές και αόριστες και καταπιάνονται με άσχετα θέματα και/ή και/ή με θέματα που άπτονται της ουσίας της Αγωγής και/ή με θέματα που δεν σχετίζονται με τα επίδικα ζητήματα της Αγωγής, επομένως δεν αποσείουν το απαιτούμενο βάρος απόδειξης ώστε να εκδοθούν οι αιτούμενες θεραπείες.» Την ως άνω αίτηση των εναγόντων, συνοδεύει και υποστηρίζει ένορκη δήλωση του XXXXX Ζερβού (Εναγόμενος αρ. 2), ίδιας ημερομηνίας. Το ίδιο σκοπό εξυπηρετεί συμπληρωματική ένορκη δήλωση του ως άνω προσώπου, ημερ. 01.02.2021, η οποία καταχωρήθηκε μετά την εξασφάλιση σχετικής άδειας του Δικαστηρίου προς τούτο. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση της εναγόμενης τράπεζας, παρατίθενται στην ένορκη δήλωση υπαλλήλου της εναγόμενης, της XXXXX Στυλιανίδου, ημερ. 24.09.2020, ως επίσης του XXXXX Τοφαρίδη, ημερ. 12.02.2021, Διευθυντή Οικονομικών Υπηρεσιών της εναγόμενης τράπεζας. Παρέλκει η αναγκαιότητα επανάληψης των πολυσέλιδων ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν τόσο την αίτηση όσο και την ένσταση. Σημειώνοντας ότι μέσω τους τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου αριθμός τεκμηρίων στα οποία οι ομνύοντες παραπέμπουν προς υποστήριξη των θέσεων τους, φαίνεται χρησιμότερη μια αδρομερής παράθεση των θέσεων των πλευρών ως αυτές αναδύονται από τις ως άνω δηλώσεις, αποτυπώνουσα ταυτόχρονα τον πυρήνα της υπόθεσης και των θέσεων της κάθε πλευράς ως αυτές προωθούνται στο Δικαστήριο, χωρίς ασφαλώς να σημαίνει ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη κάθε σχετική λεπτομέρεια, στοιχείο και γεγονός που στις σχετικές ένορκες δηλώσεις καταγράφεται, παρατίθεται και στο οποίο γενικότερα ή ειδικότερα στρέφεται η προσοχή του από τα μέρη. Σύμφωνα με τον ως άνω ομνύοντα, XXXXX Ζερβού, Διευθυντή ως εξηγεί της ενάγουσας 1, το 2005, στα πλαίσια υπάρχουσας στρατηγικής της εναγόμενης τράπεζας να χρηματοδοτεί εταιρείες ανάπτυξης γης, ξεκίνησε η συνεργασία μεταξύ της ενάγουσας 1 και της εναγόμενης, στο πλαίσιο της οποίας η τελευταία θα χρηματοδοτούσε την ενάγουσα 1 για την αγορά και ανάπτυξη γης με τη χορήγηση δανείων. Υποδεικνύοντας ότι βασική αντίληψη μεταξύ των μερών ήταν το γεγονός ότι τα ως άνω δάνεια πολλών εκατομμυρίων, στις συμβάσεις των οποίων παραπέμπει, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν και για την αγορά των ακινήτων, θα αποπληρώνονταν μέσω της πώλησης των διαμερισμάτων/επαύλεων που θα αναπτύσσονταν στα ακίνητα. Ειδικότερα, από τα στεγαστικά δάνεια που οι αγοραστές των ως άνω ακινήτων θα σύστηναν με την εναγόμενη. Η στρατηγική της καθ' ης η αίτηση τράπεζας να προωθήσει τη χορήγηση δανείων σε Ελβετικό Φράγκο, υποστηρίζει, οδήγησε την τράπεζα να παρουσιάζει λανθασμένες οικονομικές καταστάσεις και να παρανομήσει. Εν πάση περιπτώσει, η τράπεζα απέκρυψε σοβαρά γεγονότα και ζητήματα σε σχέση με τη χορήγηση δανείων σε Ελβετικό Φράγκο, προβαίνοντας παράλληλα σε παραστάσεις για τα «υπέρμετρα οφέλη» τέτοιων δανείων, χωρίς ταυτόχρονα να ενημερώνει για τον συναλλαγματικό κίνδυνο και τις μεθόδους προστασίας έναντι της μεταβλητότητας του Ελβετικού Φράγκου. Αντίθετα, η εναγόμενη προέβαινε σε αντιστάθμιση του συναλλαγματικού κινδύνου, κερδοσκοπώντας στην διαφορά της εκάστοτε συναλλαγματικής ισοτιμίας με την ισοτιμία της αντιστάθμισης. Παρά το γεγονός ότι ο ομνύων δεν αρνείται πως συναίνεσε στην μετατροπή των δανείων σε Ελβετικό Φράγκο, υποστηρίζει ωστόσο ότι έπραξε τούτο λαμβάνοντας προηγουμένως υπόψη τη συμβουλή των αντιπροσώπων της εναγόμενης τράπεζας. Η ενάγουσα 1, υποστηρίζει, με δεδομένο ότι η μετατροπή των δανείων της σε Ελβετικό Φράγκο έγινε με απόκρυψη σοβαρών δεδομένων από την πλευρά της εναγόμενης τράπεζας, δικαιούται να απαλλαγεί από την αποπληρωμή των ποσών αυτών. Άλλωστε, σημειώνει, δεν ακολουθήθηκε η δέουσα διαδικασία για τη λήψη της συγκατάθεσης του προς τούτο, ενώ το γεγονός ότι δεν υπάρχει ψήφισμα της ενάγουσας εταιρείας που να εξουσιοδοτεί την υπογραφή υποθηκών για κάλυψη δανείου σε Ελβετικό Φράγκο, αποτελεί πραγματικότητα - σύμφωνα με νομική συμβουλή ως προβάλλει ότι έλαβε - που εμποδίζει την εναγόμενη τράπεζα να προχωρήσει με εκποίηση των υποθηκών επί τη βάση των δανείων σε Ελβετικό Φράγκο. Αποτελεί θέση του πως η μη αλλαγή και του νομίσματος των υποθηκών καθ' ον χρόνο έγινε η μετατροπή των δανείων από εγχώριο νόμισμα σε Ελβετικό Φράγκο, έχει σαν αποτέλεσμα να καταστούν οι εν λόγω υποθήκες άκυρες. Η παράβαση των ως άνω συμφωνιών δανειοδότησης από την εναγόμενη τράπεζα αλλά και οι περαιτέρω ενέργειες και παραλείψεις της τελευταίας, συμπληρώνει, οδήγησαν σε σοβαρή ζημιά την ενάγουσα
  15. Επί τούτου, προβάλει πως η εναγόμενη τράπεζα, κατά παράβαση των ως άνω συμφωνιών, παρέλειπε να αποδεσμεύει μέρος των χρημάτων για πληρωμή των τελικών διατακτικών στους εργολάβους, τους υπεργολάβους και τους προμηθευτές των διάφορων έργων, παρακρατώντας έναντι των δανείων χρήματα, με αποτέλεσμα να δημιουργήσει σοβαρότατα προβλήματα ρευστότητας και κακής φήμης στην ενάγουσα 1, βάζοντας φραγμό στην ανάπτυξη των άλλων ακινήτων. Περαιτέρω, ενεργώντας αντίθετα με τα όσα είχαν συμφωνηθεί και την κοινή συνεννόηση των πλευρών, παρά την προσπάθεια της ενάγουσας 1 να προωθήσει την πώληση των ακινήτων της μέσω διαφήμισης και μάρκετινγκ, οι πωλήσεις παρεμποδίστηκαν από την εναγόμενη τράπεζα η οποία, μεταξύ άλλων, παρέλειπε να προβαίνει σε απαλλαγή των ακινήτων από τις υποθήκες για να μπορέσουν να πραγματοποιηθούν πωλήσεις. Όχι μόνο αρνιόταν να εγκρίνει τα πολλά αιτήματα της ενάγουσας 1 για απαλλαγή από τις υποθήκες των μεριδίων που θα πωλούντο - νοουμένου ότι το 70% της τιμής πώλησης θα καταβαλλόταν στην εναγόμενη έναντι των δανειακών υποχρεώσεων της ενάγουσας 1 - αλλά πολλές φορές δεν απαντούσε στα πολλαπλά σχετικά αιτήματα της ενάγουσας. Ως αποτέλεσμα της ως άνω στάσης αλλά και της κωλυσιεργίας που επεδείκνυε η εναγόμενη τράπεζα, υποστηρίζει, αγοραστές ακινήτων απέσυραν το ενδιαφέρον τους. Περαιτέρω, η εναγόμενη τράπεζα αρνιόταν να χρηματοδοτήσει τους αγοραστές, οι οποίοι δεν μπορούσαν να εξασφαλίσουν χρηματοδότηση από αλλού για την αγορά των ακινήτων ενόψει του γεγονότος ότι άλλα πιστωτικά ιδρύματα ζητούσαν κατοχύρωση ότι θα απαλλάσσονταν τα μερίδια στα οποία ήταν κτισμένα τα διαμερίσματα και/ή οι επαύλεις για να τα υποθηκεύσουν. Η εναγόμενη, υποστηρίζει, με την πιο πάνω στάση της, εμπόδισε την ενάγουσα 1 να αναπτυχθεί και να κερδοφορήσει. Το συνολικό κέρδος που η ενάγουσα 1 έχει απολέσει, αποτέλεσμα των πράξεων, της συμπεριφοράς και των παραλείψεων της εναγόμενης τράπεζας, ανέρχεται σε €46.331.
  16. Οι ενάγοντες- αιτητές, αμφισβητούν περαιτέρω το υπόλοιπο των λογαριασμών της ενάγουσας 1, οι οποίοι αφορούν και συνδέονται με τις ως άνω δανειοδοτήσεις, προκρίνοντας επί τούτου ότι η εναγόμενη τράπεζα ουδέποτε ενημέρωσε την ενάγουσα 1 για την αλλαγή του επιτοκίου. Προβάλλεται περαιτέρω ότι σε περίπτωση που η εναγόμενη τράπεζα προχωρήσει με πλειστηριασμό των ενυπόθηκων ακινήτων, οι όποιες αξιώσεις σε σχέση με τις υποθήκες θα καταστούν άνευ αντικειμένου, αφού η αιτήτρια 1 θα απολέσει τα ακίνητά της χωρίς να μπορεί να ανατραπεί η κατάσταση. Είναι γι' αυτό το λόγο που από την πλευρά των εναγόντων - αιτητών προκρίνεται η θέση ότι στην υπό συζήτηση υπόθεση η επιδίκαση αποζημιώσεων δεν είναι επαρκείς θεραπεία μέσω της οποίας θα μπορούσε να απονεμηθεί ορθά η δικαιοσύνη. Ακόμα όμως και αν το Δικαστήριο καταλήξει ότι η διαφορά είναι καθαρά χρηματική, σημειώνουν, το ύψος των ποσών που διεκδικούνται μέσω της παρούσας αγωγής, σε συνδυασμό θεωρούμενο με την οικονομική κατάσταση της εναγόμενης τράπεζας, την έλλειψη φερεγγυότητας της, τις υποχρεώσεις της προς τους πελάτες της, τις απαιτήσεις τρίτων σε βάρος της και γενικότερα άλλες υποχρεώσεις της τελευταίας, όπως και οι πραγματικές συνέπειες που έχει η πανδημία covid-19 για την επιβίωση της, ικανοποιούν και την τρίτη προϋπόθεση που ο σχετικός νόμος και νομολογία απαιτούν για την έκδοση διαταγμάτων του είδους. Εν πάση περιπτώσει, σημειώνεται καταληκτικά, υπό το σύνολο των περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα αφού ουδέποτε τα μέρη αναγνώρισαν τις υποθήκες ως την κύρια εξασφάλιση των δανείων και η καθ' ης η αίτηση τράπεζα καταχρηστικά προωθεί τα δικαιώματα της που απορρέουν από τις συμφωνίες υποθήκευσης. Η υπό συζήτηση αίτηση, υποδεικνύουν, καταχωρήθηκε μόλις δρομολογήθηκε η διαδικασία για τον πλειστηριασμό και τούτο ήταν ευχερές, ενόψει των μέτρων που υπήρχαν για την αντιμετώπιση της πανδημίας covid-
  17. Εύλογο ήταν και το χρονικό διάστημα που έχει διαρρεύσει μέχρι την καταχώριση της αγωγής, υποστηρίζουν, παραπέμποντας στην εύλογη προσδοκία των εναγόντων για εξώδικη διευθέτηση και τελική λύση πριν την καταχώριση της τελευταίας. Η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, υποδεικνύεται, δεν θα επιφέρει οποιαδήποτε ζημιά στην καθ' ης η αίτηση τράπεζα, σε αντίθεση με την ενάγουσα 1 της οποίας τα λειτουργικά έξοδα αποτελούνται αποκλειστικά από την ενοικίαση των ενυπόθηκων ακινήτων. Άλλωστε, ο πλειστηριασμός σε αυτήν την χρονική περίοδο, σημειώνουν, θα εξυπηρετήσει δολίως την καθ' ης η αίτηση, αφού τυχόν αποτυχία του πλειστηριασμού θα ενεργοποιήσει τη δυνατότητα του άρθρου 44

(1)Α του Ν 9/1965 επιτρέποντας στην καθ' ης η αίτηση τράπεζα να αποκτήσει τα ακίνητα στη βάση της τελευταίας εκτίμησης. Η XXXXX Στυλιανίδου με την ένορκη δήλωση της η οποία συνοδεύει την ένσταση, ουσιαστικά επαναλαμβάνει και εξειδικεύει τους προβαλλόμενους λόγους ένστασης, θέτοντας ταυτόχρονα υπόψη του Δικαστηρίου διάφορα τεκμήρια και στοιχεία. Αναφερόμενη με λεπτομέρεια στη σχέση αλλά και τη συνεργασία της εναγομένης τράπεζας με τους ενάγοντες, παραπέμπει στις συμφωνίες δανειοδότησης της ενάγουσας 1 από την εναγόμενη, υποδεικνύοντας ουσιαστικά ότι αυτές αφορούν πολυνομισματικά δάνεια (Multicurrency Loαn Agreement), οι οποίες σε διάφορες περιπτώσεις είχαν ανάλογα τροποποιηθεί. Είτε μέσω παραρτημάτων σε κάποιες από αυτές, είτε μέσω επιστολών της ενάγουσας 1, η τελευταία, δίδει ρητές οδηγίες στην εναγόμενη όπως ολόκληρο το ποσό του σχετικού δανείου ληφθεί σε Ελβετικό Φράγκο ή όπως μετατρέψει το συνάλλαγμα της συμφωνίας σε Ελβετικά Φράγκα, ενώ παράλληλα υποδεικνύει ότι στο ίδιο το σώμα κάποιων από αυτές, καταγράφεται ότι έχει επεξηγηθεί ο συναλλαγματικός κίνδυνος σε σχέση με τον δανεισμό της ενάγουσας 1 σε ξένο νόμισμα. Η ενάγουσα 1, υποδεικνύει, κατέστησε την καθ' ης η αίτηση τράπεζα πληρεξούσιο πρόσωπο της, ανάμεσα σε άλλα και σε σχέση με τη δυνατότητα πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων που αφορά η υπό συζήτηση αίτηση, παραπέμποντας προς τούτο σε σχετικά πληρεξούσια έγγραφα τα οποία έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου. Κατ' επανάληψη, υποδεικνύει η ομνύουσα, η καθ' ης η αίτηση τράπεζα συμφώνησε σε τροποποίηση των συμφωνιών και παραχώρηση περιόδου χάριτος στην ενάγουσα 1, σε μια προσπάθεια να βοηθήσει την τελευταία να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της. Ένεκα της μη αποπληρωμής των χρεωστικών υπολοίπων των συμβάσεων παροχής των πιστωτικών διευκολύνσεων οι σχετικές συμβάσεις τερματίστηκαν με σχετικές επιστολές ημερ. 30.09.2019. Σε κάθε περίπτωση, προκρίνει, μέσω επιστολών και άλλα υπογραμμένων δηλώσεων τους αλλά και μέσω δικών τους υπολογισμών, οι αιτητές παραδέχονται την εκκρεμότητα ογκωδών υπολοίπων που οφείλονται εκ μέρους τους προς την καθ' ης η αίτηση τράπεζα. Επιβεβαιώνοντας το γεγονός, ότι για τα ενυπόθηκα ακίνητα που περιγράφονται στις υποθήκες XXXXX/2005, XXXXX/2007, XXXXX/2007, XXXXX/2007, XXXXX/2007, XXXXX/2007, XXXXX/2008, XXXXX/2008, XXXXX/2008 και XXXXX/2009, του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου, αποστάληκαν εκ μέρους της εναγομένης οι σχετικές Ειδοποιήσεις Τύπος «Θ», «Ι», «ΙΑ» και «ΙΒ», ως αυτές προβλέπονται στο στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο (Ν.9/1965), καθορίζοντας ως ημερομηνία πλειστηριασμού την 24.03.2021, υποδεικνύει ότι σε σχέση με τα ενυπόθηκα ακίνητα που περιγράφονται στα αιτητικά «Δ», «Λ», «Ν» και «Ο» της υπό συζήτηση αίτησης, τα οποία ως εξηγεί περιγράφονται και αφορούν οι υποθήκες XXXXX/2010, XXXXX/2007, XXXXX/2009 και XXXXX/2013, δεν έχει δρομολογηθεί οποιαδήποτε διαδικασία πλειστηριασμού ούτε έχουν αποσταλεί οποιεσδήποτε Ειδοποιήσεις σύμφωνα με τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο (Ν.9/1965). Εξαιτίας τούτου, υποστηρίζει ότι η υπό συζήτηση αίτηση είναι πρόωρη και άνευ αντικειμένου, αφού αποσκοπεί στη λήψη προληπτικών μέτρων για μελλοντικούς και ενδεχόμενους κινδύνους οι οποίοι δεν είναι βέβαιο ότι θα υλοποιηθούν και δεν υφίστανται επί του παρόντος. Υποδεικνύοντας ότι τα ενυπόθηκα ακίνητα αποτελούν ουσιαστικά επενδυτικά οχήματα των αιτητών, απορρίπτει τη θέση ότι μέσω της ενδιάμεσης αίτησης και της έκδοσης των αιτούμενων απαγορευτικών διαταγμάτων επιδιώκεται η διατήρηση του υφιστάμενου status quo, προβάλλοντας τη θέση ότι με δεδομένη την από μακρού χρόνου παραχώρηση των υποθηκών και των σχετικών πληρεξούσιων εγγράφων προς την εναγόμενη τράπεζα για την αξιοποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων, η δρομολογηθείσα διαδικασία εκποίησης τους, δεν ανατρέπει, αλλά, κατ' εφαρμογή των συμφωνηθέντων, ουσιαστικά στοχεύει να εφαρμόσει το ισχύων status quo. Σε κάθε περίπτωση, παραπέμποντας στο χρόνο σύναψης των συμφωνιών παραχώρησης των επίδικων χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων, επισημαίνοντας ότι η πρώτη εξ' αυτών υπεγράφη το 2005, με την παρούσα αγωγή να καταχωρείται μόλις το 2018 και την υπό συζήτηση αίτηση το 2020, προκρίνει ότι τούτο έγινε με υπέρμετρη καθυστέρηση γεγονός που από μόνο του θα πρέπει να επιδράσει αρνητικά στην υπό συζήτηση αίτηση. Προκρίνοντας και εξηγώντας τη θέση της εναγομένης τράπεζας ότι δεν πληρείται καμία από τις προϋποθέσεις του άρθρου 32, υποστηρίζει ταυτόχρονα ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας δεν μπορεί παρά να λειτουργήσει προς όφελος της πλευράς της καθ' ης η αίτηση. Αποτελεί συνακόλουθα καταληκτική τοποθέτηση της ότι δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος επιτυχίας της αίτησης, αιτούμενη την απόρριψη της με έξοδα σε βάρος των αιτητών. Ο XXXXX Τοφαρίδης, απορρίπτοντας σωρηδόν τις θέσεις, αναλύσεις και συμπεράσματα του XXXXX Ζερβού, ως αυτές προβάλλονται στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του τελευταίου, επικεντρώθηκε ουσιαστικά στο ζήτημα της οικονομικής κατάστασης της εναγόμενης, αναφερόμενος στη γενική εικόνα, το μέγεθος και οικονομική ευρωστία της τελευταίας, η οποία, ως υποδεικνύει, έχει χαρακτηριστεί από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ως «Συστημικά Σημαντικό Ίδρυμα». Παραπέμποντας στους δείκτες ρευστότητας και κεφαλαιακής επάρκειας της εναγόμενης τράπεζας, τα αποθέματα και τα στοιχεία ενεργητικού της, προτάσσει ότι η τελευταία «μπορεί αδιαμφισβήτητα να υπερκαλύψει την οποιαδήποτε ζημιά έχουν υποστεί ή θα υποστούν οι Ενάγοντες και να αποζημιώσει αυτούς σε περίπτωση επιτυχίας της Αγωγής τους», ενδεχόμενο που εν πάση περιπτώσει απορρίπτει. Κατά την ακρόαση της αίτησης, οι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους, τις οποίες προνόησαν να καταγράψουν και να θέσουν υπόψη του Δικαστηρίου, ανέπτυξαν και υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους για τα ζητήματα που απασχολούν στα πλαίσια της παρούσας. Τούτο έπραξαν και δια ζώσης κατά το στάδιο της ακρόασης. Το Δικαστήριο με πολλή προσοχή έχει σημειώσει τις αναφορές, τοποθετήσεις και εισηγήσεις όλων των πλευρών, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τα επιχειρήματα όσο και τις νομικές αυθεντίες στις οποίες αναφέρθηκαν όπως και άλλες, σχετικές πάντα με τα ζητήματα που εδώ απασχολούν. Ειδικότερη αναφορά στις εισηγήσεις τους θα γίνει σε μεταγενέστερο στάδιο και όπου τούτο κρίνεται αναγκαίο για τις ανάγκες της παρούσας απόφασης, έχοντας πάντα κατά νουν ότι δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται. Άλλωστε η δραστικότητα ενός επιχειρήματος συναρτάται με την επίδραση που μπορεί να έχει στην θεώρησι των επιδίκων θεμάτων (βλ. Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2019:B4, Ποιν. Έφ. 176/2018, ημερ. 11.01.2019 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490). Πρόωρη και αναιτιολόγητη χαρακτηρίζει την υπό συζήτηση αίτηση ο ευπαίδευτος συνήγορος της εναγομένης, στην έκταση τουλάχιστον που αφορά τα ενυπόθηκα ακίνητα που περιγράφονται στα αιτητικά «Δ» «Λ», «Ν» και «Ο» της υπό συζήτηση αίτησης τα οποία αφορούν και περιγράφονται στις υποθήκες XXXXX/10, XXXXX/07, XXXXX/09 και XXXXX/13, Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου. Τούτο, εισηγείται, γιατί δεν έχουν δρομολογηθεί οποιεσδήποτε διαδικασίες εκποίησης τους ούτε έχουν σταλεί οποιεσδήποτε Ειδοποιήσεις σύμφωνα με το Μέρος VIA του Ν.9/1965. Η υπό συζήτηση αίτηση, συμπληρώνει, στην έκταση που αφορά τα πιο πάνω ακίνητα, δρομολογήθηκε καταχρηστικά και κακόπιστα, με τους αιτητές να αποπειρώνται να λάβουν προληπτικά μέτρα για μελλοντικούς ενδεχόμενους κινδύνους οι οποίοι δεν είναι βέβαιο ότι θα υλοποιηθούν και εν πάση περιπτώσει δεν υφίστανται επί του παρόντος. Με κάθε σεβασμό, αποκλίνω από την ως άνω προσέγγιση. Δεν υπάρχει αμφισβήτηση ότι τα ως άνω ακίνητα αποτελούν ενυπόθηκα ακίνητα, στη βάση των συγκεκριμένων υποθηκών. Με τούτο σαν δεδομένο, ορατός και υπαρκτός είναι ο κίνδυνος να δρομολογηθεί και γι' αυτά - σε οποιοδήποτε στάδιο - η εκ του νόμου προβλεπόμενη διαδικασία εκποίησής τους, εξέλιξη που η πλευρά των αιτητών, μέσω της παρούσας αίτησης, επιχειρεί να αποτρέψει. Ό,τι προσμετρά, είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση των ως άνω ενυπόθηκων ακινήτων στην δικαστική απόφαση που ενδεχομένως να εκδοθεί. Δεν αποτελεί προϋπόθεσή ο κίνδυνος αποξένωσης τους, πέραν από υπαρκτός να είναι και άμεσος, όπως ουσιαστικά έχει ήδη εκδηλωθεί με την δρομολόγηση της διαδικασίας εκποίησης που προβλέπεται στο Μέρος VIA του Ν. 9/1965 για τα υπόλοιπα ενυπόθηκα ακίνητα που αφορά η υπό συζήτηση αίτηση (βλ. κατ' αναλογίαν C. Phasarias (Aut. Centre) Ltd v. Σκυρ. Λεωνικ Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 785). Το ζήτημα είναι πραγματικό και θα πρέπει να αποφασίζεται στη βάση του συνόλου των περιστατικών που περιβάλλουν την εκάστοτε υπό συζήτηση περίπτωση, στη βάση πάντα των αρχών του δικαίου που δικαιολογούν ή όχι την έκδοση διατάγματος αυτής της φύσης. Πριν από την ενασχόληση με τα ουσιαστικότερα των ζητημάτων που απασχολούν σε αιτήσεις του είδους, κρίνεται χρήσιμη η κατά προτεραιότητα συζήτηση της εισήγησης του ευπαίδευτου συνηγόρου της καθ΄ ης η αίτηση, ότι δηλαδή η προώθηση εκ μέρους των αιτητών της υπό συζήτηση αίτησης είναι αδικαιολόγητα καθυστερημένη. Η υπέρμετρη καθυστέρηση και ολιγωρία, που ως εισηγείται παρατηρείται στην καταχώριση όχι μόνον της υπό κρίση αίτησης αλλά και γενικότερα της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής, σε συνδυασμό με το γενικότερο πλαίσιο των γεγονότων που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, αποτελούν στοιχεία που από μόνα τους είναι ικανά να οδηγήσουν στην απόρριψη της αίτησης. Είναι γεγονός ότι η καθυστέρηση αποτελεί ένα από τους παράγοντες που μπορούν να επιδράσουν στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου όταν καλείτε να λειτουργήσει στη βάση των αρχών της επιείκειας. Έχει κατ' επανάληψη κριθεί ότι κατ' ουσία αποτελεί έκφανση και μορφή της κατάχρησης των διαδικασιών. Ως η νομολογία των Δικαστηρίων μας υποδεικνύει, ο παράγοντας του χρόνου, δεν έχει σημασία μόνον στην περίπτωση προώθησης μονομερώς (ex parte) αιτήσεων του είδους. Αναμφίβολα, έχει τη δική του σημασία, ακόμα και στις περιπτώσεις που μια αίτηση εξ' αρχής προωθείται δια κλήσεως ή στην πορεία μετατρέπεται ως τέτοια μετά από οδηγίες του Δικαστηρίου. Με δεδομένο ότι τα προσωρινά διατάγματα έλκουν την καταγωγή τους στο δίκαιο της επιείκειας, τομέα δικαίου στον οποίον η αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθηση μιας υπόθεσης λαμβάνεται σοβαρά υπόψη, δυνάμενη ενίοτε να αποβεί μοιραία για την υπόθεση του αιτητή, η καθυστέρηση και η αδράνεια κάποιου να προωθήσει αίτηση του είδους, μπορεί από μόνη της να αποτελέσει ανυπέρβλητο ανάχωμα για την προώθηση της και την χορήγηση τελικά θεραπείας ως η συζητούμενη στην παρούσα (βλ. Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 (Β) Α.Α.Δ. 788 και Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου ν. Αντώνη Κλεάνθους
(2013)1 Α.Α.Δ. 158). Παράλληλα, αδιαμφισβήτητη είναι η σύμφυτη δικαιοδοσία και εξουσία του Δικαστηρίου να ανακόψει και να καταστείλει, τη δεδομένη στιγμή, διαδικασίες οι οποίες καταχρηστικά προωθούνται ενώπιον του (Διευθυντής των Φυλακών ν. Τζεννάρο Περέλλα
(1995)1 AAΔ 217). Ως έχει άλλωστε υποδειχθεί από τον σεβαστό Δικαστή Καλλή, στην υπόθεση Loucos Trading Co Ltd κ.α. ν. Ρέινμπ. Πλ. και Ντάιγκ Κο, Λτδ,
(2000)1(Β) ΑΑΔ 1014, η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές και ανάλογα ευρεία είναι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για την παρεμπόδισή της. Στην υπό συζήτηση περίπτωση αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η συνεργασία των εναγόντων με την εναγομένη τράπεζα ξεκίνησε από τον Δεκέμβριο του
  1. Ειδικότερα, στις 13.12.2005, υπεγράφη η πρώτη συμφωνία τραπεζικής διευκόλυνσης της ενάγουσας 1 από την εναγόμενη τράπεζα. Έκτοτε μεσολάβησε η συνομολόγηση ικανού αριθμού τέτοιων συμφωνιών, με τελευταία τη συμφωνία δανείου ημερ. 29.09.
  2. Στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου από την πλευρά των ίδιων των αιτητών, ήδη από τις αρχές του 2011, προέκυπταν διάφορα προβλήματα στην πιο πάνω συνεργασία των διαδίκων και την χρηματοδότηση των εναγόντων μέσω των ως άνω συμφωνιών, προκαλώντας διαμαρτυρίες από την πλευρά της ενάγουσας 1, η οποία, με διάφορους τρόπους, εγγράφως αλλά και προφορικά, τηλεφωνικά αλλά και στο πλαίσιο συναντήσεων με στελέχη της εναγόμενης εκδήλωνε τούτες. Το σύνολο των ζητημάτων που προκρίνονται από την πλευρά των αιτητών στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή αλλά και στην υπό συζήτηση αίτηση παρανομιών της εναγομένης, οι παραβιάσεις των ως άνω συμφωνιών και ρητών όρων τους από την τελευταία, η ισχυριζόμενη συναλλαγματική ζημιά την οποία η ενάγουσα 1 υποστηρίζει ότι υπέστη, συναρτώντας τούτο με τη μετατροπή του νομίσματος των δανείων σε Ελβετικό Φράγκο, αλλά και ζημιές που προκλήθηκαν σε αυτήν ως αποτέλεσμα κακοδιαχείρισης και παράνομων ενεργειών της εναγομένης τράπεζας, προβάλλονταν από την πλευρά της ενάγουσας 1 από μακρού χρόνου, χρόνια πριν την προώθηση της υπό συζήτηση αίτησης. Ομοίως, η ενάγουσα 1 παρουσιάζεται να προβάλλει, ήδη από τότε, την άρνηση της εναγόμενης τράπεζας να εγκρίνει στεγαστικά δάνεια σε προτειθέμενους αγοραστές αλλά και να εκδώσει απαλλαγές μεριδίων ενυπόθηκων ακινήτων για να μπορούν οι προτειθέμενοι αγοραστές να προχωρήσουν σε δανεισμό από άλλη τράπεζα με σκοπό την ολοκλήρωση της αγοράς. Σύμφωνα δε με ειδικότερα στοιχεία που η πλευρά των εναγόντων έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου, η ενάγουσα 1 προέβαλλε τη θέση και έψεγε από μακρού χρόνου, το γεγονός ότι, (σύμφωνα πάντα με τη δική της εκδοχή) η εναγόμενη τράπεζα ενεργώντας αντίθετα με διαβεβαιώσεις τις οποίες είχαν παρασχεθεί προς τους ενάγοντες, αποφάσισε να χρησιμοποιήσει τα υπόλοιπα συγκεκριμένων λογαριασμών Escrow accounts έναντι των δανείων της ενάγουσας
  3. Τα πιο πάνω γεγονότα και γενικότερα η πρακτική της εναγόμενης τράπεζας να προβάλλει εμπόδια στην πραγματοποίηση πωλήσεων από την πλευρά της ενάγουσας 1, από τον Μάϊο του 2011 μέχρι τον Απρίλιο του 2013, κατά τους ενάγοντες πάντα, αποτελούσαν πραγματικότητες που οδήγησαν τους ενάγοντες, εκ νέου, με επιστολή τους, ημερ. 08.05.2013, να διαμαρτυρηθούν για τα προβλήματα που δημιουργούνταν από την στάση της εναγόμενης τράπεζας. Η ως άνω απαράδεκτη όπως την χαρακτηρίζουν συμπεριφορά της εναγόμενης τράπεζας όσον αφορά την τήρηση των συμφωνηθέντων και η πρόκληση ζημιών στους ενάγοντες, επαναλήφθηκε και περί το τέλος του
  4. Παρά την ως άνω συμπεριφορά και στάση της εναγόμενης τράπεζας, όπως αυτή σκιαγραφείται στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν και υποστηρίζουν την αίτηση, η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή καταχωρήθηκε μόλις στις 13.09.2018, επτά περίπου χρόνια μετά την απαράδεκτη, αντισυμβατική και παράνομη ως χαρακτηρίζεται από τους ενάγοντες συμπεριφορά και στάση της εναγόμενης τράπεζας, ενώ η υπό συζήτηση αίτηση, καταχωρήθηκε δύο περίπου χρόνια μετά, ήτοι στις 28.05.2020, όταν πλέον, ως καταδεικνύεται από τα στοιχεία που έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, είχε δρομολογηθεί η διαδικασία εκποίησης αριθμού εκ των ενυπόθηκων ακινήτων, μέσω της αποστολής των Ειδοποιήσεων Τύπος «Θ» και «Ι», (Τεκμήριο 15 στην ένορκη δήλωση της XXXXX Στυλιανίδου, ημερ. 24.09.2020) οι οποίες, ως τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου και από την ευπαίδευτη συνήγορο των εναγόντων, επιδόθηκαν στους τελευταίους στις 11.03.
  5. Έχοντας κατά νουν όλα όσα έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου όσον αφορά τον χρόνο που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των εναγόντων - αιτητών προέκυψαν τα αλλεπάλληλα προβλήματα, οι έκνομες και αντισυμβατικές συμπεριφορές της εναγόμενης τράπεζας απέναντι τους και η πρόκληση σε αυτούς των ζημιών που ειδικότερα επεξηγούν και τη δρομολόγηση τελικά από την πλευρά τους, μόλις τον Σεπτέμβριο του 2018 της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και τον Μάιο του 2020 της υπό συζήτηση αίτησης, είναι φανερό ότι ο χρόνος που αφέθηκε από την πλευρά τους να διαρρεύσει, δεν μπορεί παρά να έχει τη δική του σημασία στην προώθηση της υπό συζήτηση αίτησης. Υπό τις περιστάσεις που περιβάλλουν την υπό εξέταση περίπτωση ως η πλευρά των εναγόντων τις παραθέτει, θα ανέμενε κανείς ότι οι τελευταίοι, αν πράγματι υπήρχαν ειλικρινή ελατήρια στην επιδίωξη της αιτούμενης με την υπό συζήτηση αίτηση θεραπείας, να επιζητούσαν την προστασία του Δικαστηρίου κατ' επίκληση μάλιστα των αρχών της επιείκειας, λαμβάνοντας άμεσα σχετικά ένδικα διαβήματα. Η παρατηρούμενη πολύχρονη καθυστέρηση στην προώθηση του υπό κρίση ενδιάμεσου αιτήματος, σε συνδυασμό θεωρούμενη με τις περιστάσεις που περιβάλλουν την υπό εξέταση περίπτωση και την εν γένει συμπεριφορά των αιτητών, όπως οι ίδιοι οι ενάγοντες την περιγράφουν, οδηγεί στην κατάληξη ότι η προώθηση της υπό συζήτηση αίτησης γίνεται κατά τρόπο αδικαιολόγητα καθυστερημένο, κινούμενο στα όρια της κατάχρησης των διαδικασιών, ως η έννοια του όρου έχει ερμηνευτεί από τη νομολογία, κατά τρόπο που επιβάλλει την παρέμβαση του Δικαστηρίου, κατά την εισήγηση της πλευράς της καθ΄ ης η αίτηση. Των ως άνω λεχθέντων, δεν παραβλέπω ασφαλώς το γεγονός ότι οι προβαλλόμενες παρανομίες της εναγόμενης τράπεζας και η αντισυμβατική της συμπεριφορά, ως περιγράφεται από την πλευρά των αιτητών, δεν περιορίστηκαν μόνον κατά το 2011 αλλά επεκτάθηκαν και στα αμέσως επόμενα χρόνια. Είναι καλά γνωστό ότι ένας διάδικος που είτε συνειδητά είτε κατόπιν δικής του επιλογής, είτε αμέλειας ή ολιγωρίας, παραλείπει να προσφύγει στο Δικαστήριο, η πιο πάνω στάση και συμπεριφορά του δεν πρέπει να ορθώνεται εναντίον του ως εμπόδιο στην απόδοση προσωρινής θεραπείας, όταν μεσολαβήσει μια δεύτερη ή και τρίτη παρανομία σε βάρος του, επιτρέποντας έτσι στον τελευταίο να τις επικαλεστεί αναζητώντας γι' αυτές θεραπεία (βλ. κατ' αναλογία, Πλακίδη ν. Nomisko Devel. Ltd
(2010)1(Α) A.A.Δ. 577). Υπό το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, ο χρόνος ο οποίος έχει διαρρεύσει από την τελευταία φορά που οι ίδιοι παρουσιάζονται να διαμαρτύρονται για την έκνομη και αντισυμβατική συμπεριφορά της εναγόμενης απέναντι τους, μέχρι την καταχώρηση τελικά της υπό συζήτηση αίτησης το 2020, είναι πραγματικά τόσο μεγάλος, που από μόνος του κρίνεται ότι μπορεί να λειτουργήσει καταλυτικά και να αποβεί μοιραίος για την πορεία της υπό συζήτηση αίτησης. Ούτε οι περιστάσεις που περιβάλλουν την υπό συζήτηση υπόθεση, ως έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου από τους ίδιους τους ενάγοντες-αιτητές, φαίνεται να επιτρέπουν την προβαλλόμενη από την πλευρά των τελευταίων προσδοκία φιλικού διακανονισμού και εξώδικης διευθέτησης, ως επαρκούς δικαιολογίας για την υπέρμετρη καθυστέρηση, την απραξία ή την ολιγωρία τους στην λήψη μέτρων ως η υπό συζήτηση αίτηση. Παρά την ως άνω κατάληξη του Δικαστηρίου για την καθοριστικό ρόλο της καθυστέρησης εκ μέρους των εναγόντων αιτητών στην υπό συζήτηση περίπτωση, δυνάμενης να σφραγίσει την τύχη της υπό εξέταση αίτησης, για σκοπούς πληρότητας της παρούσας το δικαστήριο θα προχωρήσει στην εξέταση των ουσιαστικών ζητημάτων που απασχολούν στα πλαίσια της παρούσας. Οι αρχές με βάση τις οποίες το Δικαστήριο εκδίδει ενδιάμεσα διατάγματα στη βάση του άρθρου 32 του Ν. 14/60, είναι πολύ καλά γνωστές και έχουν διαμορφωθεί, διατυπωθεί, αποκρυσταλλωθεί και αναλυθεί από μακρού χρόνου, σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. (Βλ. Acropol Shipping Co Ltd and other v. Rossis
(1975)1 C.L.R. 38, Constantinides ν. Makriyiorghou & Another
(1978)1 C.L.R. 585, Μ & M Transport ν. Eteria Astikon Leoforion
(1981)1 C.L.R. 605, Odysseos ν. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, KOT ν. Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ. σελ. 244, Πουργουρίδη κ.α. ν. Μέζου κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 201 και Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Τρεις είναι οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος με βάση την πιο πάνω νομολογία: (α) Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δικάσιμο. Αυτό δεν πρέπει να ερμηνευθεί ότι επιβάλλει οτιδήποτε πέραν από την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δικογραφία. (β) Πιθανότητα ότι ο ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία. Επιβάλλεται στον αιτητή να δείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας που σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή πιθανότητα αλλά πάντως κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. (γ) Πρέπει να φανεί στο Δικαστήριο ότι χωρίς την έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Περαιτέρω, μετά την ικανοποίηση των πιο πάνω προϋποθέσεων, το Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του εξουσία θα πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο στα πλαίσια της εκάστοτε υπό συζήτηση υπόθεσης, να εκδώσει το διάταγμα. Είναι γεγονός ότι οι δύο πρώτες προϋποθέσεις για την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων ως τα υπό συζήτηση είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετες, αφού η πρώτη έχει άμεση σχέση με την νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ η δεύτερη επεκτείνεται στην θεώρηση της προσφερόμενης μαρτυρίας και την τυχόν θεμελίωση της αίτησης - στον περιορισμένο βαθμό που τούτο είναι αναγκαίο σε διαδικασίες ως η υπό συζήτηση- μέσω αυτής. Το Δικαστήριο κατά την εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης, θα πρέπει να προσδιορίσει τις αιτίες αγωγής που αποκαλύπτονται από τους ενάγοντες και τα συστατικά στοιχεία κάθε μιας από αυτές. Η εξέταση αυτή οφείλει να είναι αυτοτελής. Όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα των Ερωτοκρίτου και Αρτέμη, Διατάγματα, στη σελ. 124 «.δεν πρέπει να συγχέεται ή να συνδέεται με το δεύτερο κριτήριο του οποίου η εξέταση δεν εστιάζεται στα δικόγραφα αλλά σε κάτι άλλο.», δηλαδή κατά πόσον υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. Όπως υπεδείχθη στην υπόθεση Κωνσταντίνος Λόρδος κ.α. ν. Πέτρου Σιακόλα κ.α. Πολιτική Έφεση Ε143/2015 ημερ.27/3/2017 σε σχέση με την 1η προϋπόθεση του άρθρου 32, εντοπίζοντας την αναγκαιότητα διακριτής ενασχόλησης με αυτή: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εξέτασε την συνδρομή της πρώτης προϋπόθεσης αυτοτελώς, σε συνάρτηση με την έκθεση απαίτησης και τις επικαλούμενες αιτίες αγωγής, παρά μόνο σωρευτικά, μαζί με την δεύτερη προϋπόθεση (..) εν πάση περιπτώσει, δεν εξετάστηκαν σε σχέση με τη συνδρομή ή μη της πρώτης προϋπόθεσης του άρθρου 32, ως απαιτείτο και στο βαθμό βεβαίως που απαιτείτο, οι προβαλλόμενες αιτίες αγωγής, η συνομωσία και ο δόλος. Δεν προσδιορίστηκαν οι έννοιες των αστικών αυτών αδικημάτων με ζητούμενο κατά πόσο από την έκθεση απαίτησης αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση». Εξετάζοντας το ζήτημα κατά πόσο στην υπό συζήτηση περίπτωση έχει αποκαλυφθεί σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, αισθάνομαι ότι δεν χρειάζεται να λεχθούν πολλά. Σημειώνοντας το ευρύτερο πλέγμα γεγονότων που την περιβάλλει, ως έχει τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, τόσο με τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την υπό συζήτηση αίτηση όσο και με την πολυσέλιδη έκθεση απαίτησης, σε συνδυασμό θεωρούμενες με τις αρχές που διέπουν τη θεώρηση του ζητήματος της αποκάλυψης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση σε αιτήσεις ως η υπό συζήτηση, οι ειδικότερες βάσεις αγωγής που προκρίνονται στην παρούσα, όπως ζητήματα παράβασης συμφωνιών, αμέλειας, δόλου, ψευδών παραστάσεων, παράβασης θέσμιου καθήκοντος και διεκδίκηση αποζημιώσεων (γενικών και ειδικών) που οι ενάγοντες εδράζουν σε βάσεις αναγνωρισμένες από τον νόμο και τη νομολογία, φαίνεται να ικανοποιούν την πρώτη τουλάχιστον προϋπόθεση που η νομολογία θέτει, αποκαλύπτοντας συζητήσιμη επί τούτων υπόθεση. Η δεύτερη προϋπόθεση που ο νόμος και η νομολογία τάσσουν για την επιτυχία αιτήματος ως το υπό συζήτηση, ως έχει ήδη αναφερθεί, είναι η ανάγκη κατάδειξης από τον αιτητή κάτι περισσότερο από μιας απλής πιθανότητας επιτυχίας αλλά πάντως, κάτι πολύ λιγότερο από απόδειξή της στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Θα πρέπει, όπως κατ' επανάληψη έχει υπογραμμιστεί, με βάση τη μαρτυρία και τα στοιχεία που έχουν προσαχθεί ενώπιων του Δικαστηρίου, αυτή να συγκεντρώνει πιθανότητες επιτυχίας. (Βλ. Κυτάλα κ.α v. Χρυσάνθου κ.α., 1996 1(Α) Α.Α.Δ. 253). Στο στάδιο της ακρόασης αίτησης ως η υπό συζήτηση θα πρέπει να αποφεύγεται η ενασχόληση με αντικρουόμενους ισχυρισμούς των διαδίκων, η αξιολόγηση της μαρτυρίας και η επακόλουθη κατάληξη σε συμπεράσματα για τα ουσιαστικά ζητήματα της εκάστοτε υπό συζήτηση υπόθεσης. Η έρευνα του Δικαστηρίου θα πρέπει να σταματά στο σημείο όπου από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και γενικότερα τα στοιχεία που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου επιτρέπεται η διαπίστωση της ύπαρξης ή ανυπαρξίας κάποιας προοπτικής επιτυχίας. (Βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas και Κωνσταντίνος Λόρδος κ.α. ν. Πέτρου Σιακόλα (ανωτέρω)). Η πλήρης εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της κάθε υπόθεσης και κατάληξη στα συμπεράσματα εναπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης, χωρίς ασφαλώς να διαλανθάνει η υπόδειξη πως κάποια, πρωταρχική έστω αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι αναγκαία, για να μπορεί το Δικαστήριο να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς έστω στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σε αυτό το στάδιο. (βλ. Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1980. Επανερχόμενος στην υπό συζήτηση περίπτωση και έχοντας πάντα κατά νου ότι η διατύπωση απλώς και μόνο μιας αναγνωρισμένης στο Νόμο αιτίας αγωγής, γενικά και αόριστα, χωρίς την παράθεση οποιωνδήποτε στοιχείων που να αποκαλύπτουν όχι μόνο συζητήσιμη υπόθεση επί τούτων αλλά και «προοπτική» επιτυχίας της, δεν είναι από μόνη της αρκετή για να ικανοποιηθεί η δεύτερη προϋπόθεση, έχοντας υπόψη το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν στο Δικαστηρίου και με δεδομένο το ανεπιθύμητο της αξιολόγησης και κατάληξης σε τελικά συμπεράσματα σε αυτό το στάδιο, δεν φαίνεται εκ προοιμίου να μπορεί να αποκλειστεί η πιθανότητα οι ενάγοντες να δικαιούνται σε κάποιες τουλάχιστον από τις αιτούμενες θεραπείες. Στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, κρίνεται ότι οι τελευταίοι έχουν υπερβεί, το ούτος ή άλλως χαμηλό ύψος του πήχη που καλούνται να υπερπηδήσουν σε διαδικασίες ως η υπό συζήτηση, για να καταδείξουν ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Τα πιο πάνω, χωρίς ασφαλώς να παραβλέπω τα γεγονότα, θέσεις και ισχυρισμούς που προκρίνονται από την πλευρά της εναγόμενης-καθ΄ ης η αίτηση, τοποθετήσεις όμως που σε κάθε περίπτωση δεν οδηγούν, αυτόματα, στον αποκλεισμό κάθε πιθανότητας επιτυχίας για την πλευρά των αιτητών. Το Δικαστήριο, συνειδητά αποφεύγει την ουσιαστική και σε βάθος εξέταση και ανάλυσή τους σε αυτό το στάδιο, καταλήγοντας σε τελικά συμπεράσματα. Τούτα στην ώρα τους, κατά το στάδιο της ακρόασης. Στα πλαίσια της εξέτασης του ζητήματος κατά πόσο ικανοποιείται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/1960), είναι σημαντικό να σημειωθεί πως ότι διερευνάτε για να κριθεί δικαιολογημένη και αναγκαία η έκδοση ενός διατάγματος, είναι κατά πόσο στην περίπτωση που τελικά ένας ενάγοντας επιτύχει στην αγωγή θα είναι αρκετή η κατοχύρωση των δικαιωμάτων του με επιδίκαση αποζημιώσεων. Ως έχει καθιερωθεί από την νομολογία των Δικαστηρίων μας, δεν εκδίδεται προσωρινό διάταγμα όπου η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να κριθεί ως ικανοποιητική θεραπεία, έστω και εάν χρειάζεται να γίνει ουσιαστικά εκτίμηση της ζημιάς. Όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα Διατάγματα των Ερωτοκρίτου και Αρτέμη, στη σελίδα 132: «.αν η επιδίκαση αποζημιώσεων στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του ενάγοντα και ο εναγόμενος είναι φερέγγυος, τότε η έκδοση του διατάγματος με βάση τις αρχές του δικαίου της επιείκειας δεν είναι απαραίτητη». Στην υπόθεση Ανδρέου Αντώνης ν. Colossos Signs Ltd (Αρ. 2), 2008 1 A.A.Δ. 626, ανάμεσα σε άλλα, επισημάνθηκε ότι στις περιπτώσεις που η επιδίκαση αποζημίωσης στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων ενός ενάγοντα και ο εναγόμενος είναι φερέγγυος, τότε η έκδοση του διατάγματος με βάση τις αρχές του δικαίου της επιείκειας δεν είναι απαραίτητη. Κρίθηκε ότι η επιδίκαση αποζημιώσεων αποτελεί επαρκή θεραπεία όταν η φύση της υπόθεσης επιτρέπει δίκαιο υπολογισμό της ζημιάς. Η προβολή άλλωστε της θέσης για ανεπανόρθωτη ζημιά, είναι αναγκαίο να τεκμηριωθεί με την προσκόμιση κατάλληλων λεπτομερειών και εξηγήσεων. Σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να δίδονται συγκεκριμένα στοιχεία για την οικονομική κατάσταση ενός ατόμου ή εταιρείας, διασυνδέοντας τα με την αμεσότητα του κινδύνου να παραμείνει τυχόν εκδοθείσα απόφαση υπέρ των εναγόντων - αιτητών ανικανοποίητη. Οι γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί σε σχέση με τη φερεγγυότητα ή την αδυναμία να ικανοποιηθεί οποιαδήποτε απόφαση υπέρ των εναγόντων - αιτητών, δεν είναι αρκετοί. Είναι γεγονός ότι εξετάζοντας τον παράγοντα της ανεπανόρθωτης ζημιάς, ως η έννοια του όρου περιλαμβάνεται στην τρίτη θεμελιακή προϋπόθεση του άρθρου 32, η νομολογία έχει αναγνωρίσει ότι σε αυτήν εμπίπτουν και άλλα μεταβλητά κριτήρια και παράγοντες. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης, δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη. Η δικαιοσύνη άλλωστε δεν συναρτάται πάντα με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των συμφερόντων του αιτούμενου τη θεραπεία (βλ. Papastratis v. Pierides
(1979)1 C.L.R. 231, M & Ch Mitsingas Trading Ltd κ.α. ν. Timberland Co
(1997)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1791), Κυρίσαββα κ.α. ν. Κύζη
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 1245, και Highgate Primary School Ltd κ.α. v. Φυλακτίδη κ.α.
(2009)1(Α) Α.Α.,Δ.317) Η ευπαίδευτη συνήγορος των εναγόντων, πραγματευόμενη το ζήτημα της δυσκολίας ή αδυναμίας να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, υπέδειξε πως αν επιτραπεί στην καθ΄ ης η αίτηση να προχωρήσει με τους σκοπούμενους πλειστηριασμούς των ενυπόθηκων ακινήτων, οι διεκδικούμενες, μεταξύ άλλων, θεραπείες ακύρωσης των ως άνω υποθηκών, θα καταστούν άνευ αντικειμένου. Περαιτέρω, σημείωσε, με δεδομένο, ότι η ενάγουσα 1 για την κάλυψη των λειτουργικών της εξόδων και την συντήρηση των έργων μισθώνει τα ενυπόθηκα ακίνητα, τυχόν εκποίησή τους μέσω πλειστηριασμού, ουσιαστικά θα οδηγήσει στο κλείσιμο της ενάγουσας 1 εταιρείας και σε απώλεια της εργασίας των υπαλλήλων της. Παράλληλα, υποστηρίζοντας ότι η πανδημία covid-19 έχει επιδράσει αρνητικά και στην αγορά ακινήτων, υπέδειξε ότι στην περίπτωση που προχωρήσουν οι σκοπούμενοι πλειστηριασμοί των ενυπόθηκων ακινήτων, υπάρχουν πολλές πιθανότητες τα ακίνητα να πωληθούν σε πολύ χαμηλή τιμή ή να περιέλθουν στο τέλος της ημέρας στην εναγόμενη τράπεζα σε τέτοια χαμηλή τιμή προκαλώντας ζημιά στην ενάγουσα
  1. Εισηγήθηκε επίσης ότι η ως άνω πανδημία έχει δημιουργήσει προβλήματα που άπτονται αυτής καθ΄ αυτής της επιβίωσης της ίδιας της εναγομένης-καθ΄ ης η αίτηση τράπεζας, υποστηρίζοντας ότι στην προσπάθεια της τελευταίας να αντιμετωπίσει τις συνέπειες της πανδημίας, προβαίνει ήδη σε σχέδια εθελούσιας εξόδου του προσωπικού της. Αναφερόμενη ειδικότερα στην οικονομική κατάσταση και δυνατότητα της εναγόμενης τράπεζας, παραπέμποντας στις οικονομικές καταστάσεις της τελευταίας υποστήριξε ότι από αυτές αναδύεται η αφερεγγυότητα της, υποδεικνύοντας ότι το μεγαλύτερο μέρος του ενεργητικού της καθ΄ ης η αίτηση είναι τα δάνεια και οι απαιτήσεις της εναντίον πελατών της, σημειώνοντας ότι για ένα σημαντικό ποσό της τάξης του €1.139.000 εκατομμύριων, αφορούν μη εξυπηρετούμενες χορηγήσεις. Οι καταθέσεις όψεως των πελατών της, υποδεικνύει, αποτελούν το 46.3% των συνολικών καταθέσεων, με αποτέλεσμα να υπάρχει μεγάλος κίνδυνος η τράπεζα να μην έχει επαρκή ρευστότητα για την εκπλήρωση των συναλλακτικών της υποχρεώσεων, ενώ η υπερβολική εξάρτηση από καταθέσεις πρώτης ζήτησης (όψεως και ταμιευτήριου), αναδεικνύει τον μεγάλο κίνδυνο έλλειψης ρευστότητας της τελευταίας και αποτελεί από μόνη της μεγάλη πηγή κινδύνου, αφού μαζική απόσυρσή τους, για οποιοδήποτε λόγο, μπορεί να επιφέρει άμεση κατάρρευση της τράπεζας. Τα πιο πάνω, σε συνδυασμό θεωρούμενα με τις απαιτήσεις τρίτων, άλλες υποχρεώσεις της εναγόμενης τράπεζας και τις νομικές υποθέσεις που εκκρεμούν εναντίον της, υποστήριξε ότι καταδεικνύουν, όχι μόνο τα προβλήματα που αυτή αντιμετωπίζει αλλά και ότι δεν αποτελεί τον μεγάλο τραπεζικό οργανισμό που επιθυμεί να παρουσιάζεται. Αντίθετα, εδραιώνουν τη γνήσια ανησυχία ότι σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής η εναγόμενη τράπεζα δεν θα είναι σε θέση να ανταποκριθεί. Εντελώς διαφορετική είναι η εισήγηση της πλευράς της καθ΄ ης η αίτηση επί του συζητούμενου. Υποστηρίζοντας ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση το ζήτημα δεν μπορεί παρά να κριθεί στην οικονομική και μόνο του διάσταση, αφού οι όποιες επικαλούμενες ζημιές από τη μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων είναι μετρήσιμες οικονομικά, παραπέμποντας στα στοιχεία που έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, τόσο από την πλευρά των εναγόντων-αιτητών όσο και από την πλευρά της εναγομένης-καθ΄ ης η αίτηση, έστρεψε την προσοχή του Δικαστηρίου στο γεγονός ότι η καθ' ης η αίτηση ανήκει στον όμιλο της Alpha Bank Ελλάδας, ο οποίος, ως εισηγήθηκε, όντας ένας από τους μεγαλύτερους τραπεζικούς ομίλους στην Ελλάδα, διαθέτει ενεργητικό ύψους 63 δισεκατομμυρίων. Ταυτόχρονα σημείωσε ότι η εναγόμενη τράπεζα, η οποία δραστηριοποιείται στην Κυπριακή αγορά από το 1960, έχει οριστεί από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ως Άλλο Συστημικά Σημαντικό Ίδρυμα - Other Systemically Important Institution (O-SII). Προς τούτο, ως σημαντικό Τραπεζικό Ίδρυμα στη Δημοκρατία, διατηρεί επιπλέον κεφάλαια και αποθέματα ασφαλείας. Ως τέτοιο ίδρυμα, υπέδειξε, έχει προχωρήσει ήδη στην μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων από 54% στο 25.5% στις 30.09.2020, με τον σχετικό δείκτη της τράπεζας να βρίσκεται κοντά στα επίπεδα του υπόλοιπου τραπεζικού συστήματος της Κύπρου. Ομοίως, η τράπεζα ικανοποιεί όλους τους εποπτικούς δείκτες ρευστότητας όπως αυτοί υπολογίζονται σύμφωνα με τις σχετικές οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου και της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών, διαθέτοντας πολύ καλύτερη ρευστότητα από αυτήν που προνοεί η Εποπτική Αρχή ενώ η κεφαλαιουχική επάρκεια της είναι σε πολύ καλύτερη κατάσταση από το ελάχιστο εποπτικό όριο. Τα πιο πάνω, υπέδειξε, επιβεβαιώνει και ο ανεξάρτητος ελεγκτικός οίκος Deloitte. Ούτε οι τρέχουσες νομικές διαδικασίες που αφορούν την τράπεζα αναμένεται να έχουν οποιαδήποτε σημαντική επίπτωση στην οικονομική θέση της τράπεζας γεγονός που επιβεβαιώνεται επίσης από τον πιο πάνω ελεγκτικό οίκο Deloitte. Οι όποιες ζημιές έχουν καταγραφεί στις οικονομικές καταστάσεις του Ομίλου, συμπλήρωσε, τις οποίες η πλευρά των εναγόντων επικαλείται, αυτές αφορούν το σύνολο των ενεργειών του Ομίλου και όχι την εναγόμενη. Αποτελούν δε αποτέλεσμα της πανδημίας covid-19, που ευρύτερα έχει επηρεάσει την παγκόσμια οικονομία. Εν πάση περιπτώσει, αποτέλεσε θέση του ότι οι δείκτες ρευστότητας και κεφαλαιακής επάρκειας της εναγόμενης τράπεζας καταδεικνύουν ότι αυτή, ακόμα και υπό τις περιστάσεις της πανδημίας, όχι μόνον είναι βιώσιμη και οικονομικά εύρωστη αλλά οπωσδήποτε είναι σε θέση να αποζημιώσει τους ενάγοντες σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής τους. Σχολιάζοντας τέλος τα σχέδια εθελούσιας εξόδου του προσωπικού της εναγομένης τράπεζας, υπέδειξε ότι η τελευταία, όπως όλοι οι τραπεζικοί οργανισμοί, προβαίνει σε συνεχείς ενέργειες με σκοπό την μείωση του λειτουργικού της κόστους, χωρίς αυτό να αποτελεί ένδειξη οικονομικής αδυναμίας και αφερεγγυότητας. Οι ενάγοντες προκρίνουν ότι τυχόν απόρριψη του αιτήματος και συνακόλουθη εκποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων, θα οδηγήσει σε απώλεια των ακινήτων, χωρίς να υπάρχει η ευχέρεια ανάκτηση τους, ενώ τυχόν επιτυχία στη διεκδίκηση της ακύρωσης των σχετικών υποθηκών, θα καταστεί άνευ αντικειμένου. Προκρίνουν ακόμα ότι θα απειληθεί η βιωσιμότητα της ενάγουσας
  2. Εξετάζοντας το ζήτημα που εδώ απασχολεί, την ικανοποίηση δηλαδή ή όχι της ως άνω τρίτης προϋπόθεσης για την έκδοση ενδιαμέσου διατάγματος σύμφωνα με το άρθρο 32 του Ν. 14/1960, είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η χρηματοδότηση, τόσο της αγοράς των ακινήτων όσο και της ανάπτυξης τους, έγιναν στο πλαίσιο επενδύσεων που η ενάγουσα 1 επέλεξε να προβεί δραστηριοποιούμενη στο συγκεκριμένο επιχειρηματικό τομέα. Περαιτέρω, η ίδια η ενάγουσα 1 επέλεξε, στα πλαίσια των πιο πάνω επιχειρηματικών δραστηριοτήτων της, να διαθέσει την συγκεκριμένη ακίνητη περιουσία ως εγγύηση προς εξασφάλιση της εναγόμενης τράπεζας για την παραχώρηση των συγκεκριμένων πιστωτικών διευκολύνσεων. Συνέστησε τις πιο πάνω υποθήκες, εξαρχής αποδεχόμενη - σύμφωνα με ρητές πρόνοιες των σχετικών συμβάσεων - τη δυνατότητα της τράπεζας να προβεί σε εκποίηση της ενυπόθηκης περιουσίας, εξέλιξη άλλωστε καθόλα επιτρεπτή και αναγνωρισμένη από τον νόμο για την προστασία των δικαιωμάτων τρίτων. Επιπρόσθετα δε, στην υπό συζήτηση περίπτωση υπέγραψε και σχετικά πληρεξούσια έγγραφα, εξουσιοδοτώντας την εναγόμενη τράπεζα να ενεργήσει προς την συγκεκριμένη κατεύθυνση. Όπως επισημάνθηκε στην απόφαση Loucas Panayiotou Estates Ltd κ.α. v. Hellenic Bank Public Company Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε203/2013, ημερ. 11.09.2019, όπου το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε έφεση εναντίον πρωτόδικης απόφασης με την οποία δεν εκδόθηκε προσωρινό διάταγμα μέσω του οποίου να απαγορεύεται στην εφεσίβλητη τράπεζα να πωλήσει και/ή εκποιήσει και/ή μεταβιβάσει ακίνητη περιουσία των εφεσειόντων που βαρυνόταν με αριθμό υποθηκών: «Η «παραμονή» της ιδιοκτησίας στους εφεσείοντες με δική τους συγκατάθεση έχει, εκ των προτέρων, τεθεί υπό αμφισβήτηση καθότι τα συγκεκριμένα ακίνητα έχουν αποτελέσει αντικείμενο υποθήκης. Με αυτό τον τρόπο οι ίδιοι οι εφεσείοντες έχουν απεμπολήσει ένα μέρος της δικής τους απολύτου ιδιοκτησίας, θέτοντας την περιουσία υπό ενδεχόμενη πώληση λόγω εκποίησης της υποθήκης.». Είναι παράλληλα σημαντικό να επισημανθεί πως πέραν από την εθελούσια διάθεση των ενυπόθηκων ακινήτων για τον πιο πάνω σκοπό, τίποτε δεν έχει τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου ικανό να πείσει ότι η όποια ζημιά ήθελε προκληθεί από τυχόν αδικαιολόγητη τελικά εκποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων, δεν είναι δυνατόν να αποτιμηθεί σε χρήμα ή έστω ότι δεν θα ήταν ευχερής ο υπολογισμός της προς το σκοπό χρηματικής αποκατάσταση της. Τα μεγέθη, οι παράγοντες και τα στοιχεία που απαιτούνται προς τούτο, παραμένουν μετρήσιμα και δυνάμενα να καθοριστούν, επιτρέποντας, στην περίπτωση που τούτο τελικά χρειαστεί, τον δίκαιο υπολογισμό σχετικών αποζημιώσεων. Οι όποιες πιθανολογήσεις άλλωστε για τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει στην τιμή πώλησης ενός ενδεχόμενου πλειστηριασμού των ενυπόθηκων ακινήτων η πανδημία covid-19, δεν θα μπορούσαν ούτως ή άλλως να αποτελέσουν ικανό ανάχωμα για την ανάσχεση ενός δικαιώματος, που όχι μόνον προβλέπεται στον νόμο αλλά η παραχώρηση του συνομολογήθηκε κάτω από συγκεκριμένους και αυστηρούς όρους μεταξύ των μερών. Έχοντας εξετάσει με προσοχή και διερευνητική διάθεση - στην έκταση και το βαθμό που τούτο είναι αναγκαίο σε διαδικασίες του είδους - τις εκ διαμέτρου αντίθετες θέσεις των πλευρών σε σχέση με το ζήτημα της φερεγγυότητας και οικονομικής ευρωστίας της εναγόμενης τράπεζας και της δυνατότητας της τελευταίας να ανταποκριθεί, αν στο τέλος της ημέρας κληθεί προς τούτο μέσω ενδεχόμενης δικαστικής απόφασης που ήθελε εκδοθεί σε βάρος της, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, την εγκυρότητα κάποιων από τα οποία διαβεβαιώνει ανεξάρτητος ελεγκτικός οίκος, δεν διατηρώ οποιαδήποτε αμφιβολία ότι ο γενικότερος χαρακτηρισμός της καθ΄ ης η αίτηση τράπεζας ως «αφερέγγυου οργανισμού», δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί δικαιολογημένος. Αντίθετα, ως αναδύεται από τα στοιχεία που έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, είναι προφανές ότι η οικονομική της κατάσταση θα μπορούσε να της επιτρέψει να ικανοποιήσει οποιαδήποτε απόφαση αποκατάστασης και αποζημίωσης ήθελε εκδοθεί προς όφελος των εναγόντων στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής. Οι οικονομικοί της δείκτες, τους οποίους φαίνεται να διατηρεί σε επίπεδα υψηλότερα από το εποπτικό όριο τόσο της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου όσο και της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών, η κεφαλαιακή της επάρκεια και τα επιπρόσθετα αποθέματα ασφαλείας που φαίνεται να διατηρεί, έχοντας χαρακτηριστεί ως «Άλλο Συστημικά Σημαντικό Ίδρυμα - Other Systemically Important Institution (O-SII)» από την Κεντρική Τράπεζα της Δημοκρατίας, σε συνδυασμό με τα καθαρά στοιχεία ενεργητικού της, δεν επιτρέπουν την υιοθέτηση της θέσης της πλευράς των εναγόντων-αιτητών επί του συζητούμενου. Συνεκτιμώντας όλα όσα έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου για το ζήτημα, αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι οι ενάγοντες - αιτητές δεν έχουν καταδείξει ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/1960, ειδικότερα ότι χωρίς την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων εάν επιτύχουν στην αγωγή τους, δεν θα μπορέσουν να αποζημιωθούν δεόντως και πλήρως σε μεταγενέστερο στάδιο. Με δεδομένη την κατάληξη του Δικαστηρίου ότι δεν ικανοποιούνται, σωρευτικά, οι ως άνω τρεις θεμελιακές προϋποθέσεις για την έκδοση διαταγμάτων ως τα αιτούμενα, παρέλκει η αναγκαιότητα ενασχόλησης του Δικαστηρίου με το ευρύτερο ζήτημα αν τελικά, υπό τις περιστάσεις πάντα που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, θα ήταν δίκαιο και πρόσφορο να εκδοθούν όλα ή κάποια τουλάχιστον από τα αιτούμενα διατάγματα. Κάτι τέτοιο, όχι μόνο δεν επιβάλλεται αλλά αντίθετα, ως η νομολογία υποστηρίζει, αντενδείκνυται. Για τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, αποτελεί κατάληξη του δικαστηρίου ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εκείνες που θα επέτρεπαν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Πέραν από την κατάληξη πως υπό τις περιστάσεις που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση η αίτηση φαίνεται να προωθείται με υπέρμετρη καθυστέρηση, επιβάλλοντας την παρέμβαση του Δικαστηρίου προς ανακοπή της, οι ενάγοντες-αιτητές, απέτυχαν εν πάση περιπτώσει να πείσουν, ότι σωρευτικά συντρέχουν οι προϋποθέσεις που τίθενται από το άρθρο 32 του Ν.14(Ι)/1960, κατά τρόπο που θα μπορούσε να δικαιολογηθεί η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Αναπόδραστα, η αίτηση οδηγείται σε απόρριψη, με έξοδα προς όφελος της εναγομένης- καθ' ης η αίτηση και εναντίον των εναγόντων-αιτητών, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον αρμόδιο προς τούτο πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, στο τέλος της πρωτόδικης διαδικασίας. (Υπ.) ............. Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΓΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.