Cleverpath Holdings Ltd ν. Ιωάννου, Αρ. Αγωγής: 3872/2020, 18/5/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A261 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3872/2020 Μεταξύ: Cleverpath Holdings Ltd Ενάγουσας -και- XXXXX Ιωάννου Εναγομένου Αίτηση ημερομηνίας 22.2.2021, για έκδοση ενδιαμέσων διαταγμάτων Ημερομηνία: 18.05.2021 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα - Αιτήτρια: κα Θ. Σπετσιώτη για Αγγελίδης, Ιωαννίδης, Λεωνίδου ΔΕΠΕ Για Εναγόμενο - Καθ' ου η αίτηση: κα Θεοχάρη για Αντώνης Καράς ΔΕΠΕ Ενδιάμεση Απόφαση Εισαγωγή Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η οριστικοποίηση ή όχι του ενδιάμεσου διατάγματος, ημερομηνίας 23.2.2021, το οποίο εκδόθηκε μονομερώς στη βάση της αίτησης ημερομηνίας 22.2.
- Επίσης, η επίδικη αίτηση παρέμεινε για ακρόαση σε σχέση με την έκδοση των διαταγμάτων ως υπόλοιπα αιτητικά αυτής. Συνολικά με την επίδικη αίτηση η Ενάγουσα ζητούσε τις ακόλουθες θεραπείες : «
- Διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται ο Καθ' ου η Αίτηση και/ή οι αντιπρόσωποι του και/ή υπαλλήλοι και/ή οι εντολείς και/ ή οι συνεργάτες του και/ή οποιαδήποτε άλλα πρόσωπα έχουν στην κατοχή τους τον εξοπλισμό ο οποίος βρίσκεται εντός του υποστατικού επί της οδού XXXXX 1, Τ.Κ. XXXXX XXXXX Λευκωσία, και ο οποίος ανήκει στην Αιτήτρια, να επιστρέφουν και/ ή παραδώσουν την κατοχή του σε εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο της Αιτήτριας εντός 2 ημερών από της επιδόσεως του παρόντος Διατάγματος σ' αυτούς, μέχρι την εκδίκαση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και /ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.
- Διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται ο Καθ' ου η Αίτηση και/ή οι αντιπρόσωποι του και/ή υπαλλήλοι και/ή οι εντολείς και/ ή οι συνεργάτες του και/ή οποιαδήποτε άλλα πρόσωπα έχουν στην κατοχή τους τον εξοπλισμό ο οποίος βρίσκεται εντός του υποστατικού επί της οδού XXXXX 1, Τ.Κ. XXXXX XXXXX, Λευκωσία, και ο οποίος ανήκει στην Αιτήτρια, να παύσουν να χρησιμοποιούν αυτόν, μέχρι την παράδοση της κατοχής του στην Αιτήτρια και/ή μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.
- Διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στον Καθ' ου η αίτηση και/ή στους αντιπροσώπους του και/ή στους υπαλλήλους του και/ή στους εντολείς του και/ ή στους συνεργάτες του από το να καταστρέφουν και / ή πωλήσουν και / ή μεταβιβάσουν και /ή εκχωρήσουν και/ ή ενεχυριάσουν και/ ή διαθέσουν με οποιοδήποτε άλλο τρόπο τον εξοπλισμό του υποστατικού ο οποίος βρίσκεται επί της οδού XXXXX 1, Τ.Κ. XXXXX, XXXXX, Λευκωσία και ο οποίος ανήκει στην Αιτήτρια, μέχρι την παράδοση του εν λόγω εξοπλισμού στην Αιτήτρια και/ή μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.» Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται στα άρθρα 4, 5, 7 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, όπως τροποποιήθηκε, στα άρθρα 21, 29, 30, 31, 32 και 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60, όπως τροποποιήθηκε, στα άρθρα 37, 38, 39 και 42 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, στη Δ.34 Θ.5, Δ.39, Δ.42Α, Δ.43Α θ.1-3, Δ.40 θ.1-17, Δ.48 θ.θ 1-9, Δ.64 θ.1
(1)και
(3)των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στο άρθρο 23 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στις αρχές της νομολογίας και του κοινοδικαίου, και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της XXXXX Ελισσαίου, υπαλλήλου της Ενάγουσας. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρεται στις συμβατικές σχέσεις μεταξύ Ενάγουσας και Εναγομένου. Ο Εναγόμενος στις 24.3.2021 καταχώρησε ειδοποίηση περί προθέσεως ένστασης. Οι λόγοι ένστασης παρατίθενται αυτούσιοι κατωτέρω :
- Οι Αιτητές δεν προσφέρουν στοιχεία δυνάμει των οποίων το Δικαστήριο να δύναται να οριστικοποιήσει το εκδοθέν Διάταγμα.
- Δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/
- Δεν υπάρχει το στοιχείο του κατεπείγοντος.
- Δεν υπάρχει ζημιά ή και θέμα ανεπανόρθωτης ζημιάς εφόσον αυτή μπορεί να απονεμηθεί σε χρήμα.
- Η Αίτηση βασίζεται σε αόριστους και αβάσιμους ισχυρισμούς.
- Η παρούσα αίτηση έγινε καταχρηστικά και για εκδικητικούς λόγους.
- Υπάρχει αδικαιολόγητη καθυστέρηση εις την καταχώριση της αίτησης για έκδοση προσωρινού Διατάγματος.
- Δεν πληρούνται οι τυπικές αλλά και ουσιαστικές προϋποθέσεις για την έκδοση και διατήρηση του προσωρινού διατάγματος έως την αποπεράτωση της Αγωγής με βάση το ισοζύγιο της ευχέρειας (balance of convenience).
- Οι Αιτητές δεν προσφέρουν ξεκάθαρη μαρτυρία για το ποια είναι τα περιουσιακά στοιχεία τα οποία τους ανήκουν και τα οποία βρίσκονται εντός του επίδικου υποστατικού.
- Οι Αιτητές δεν προσέφεραν θετική μαρτυρία για την εξακρίβωση των περιουσιακών τους στοιχείων και την αξία των περιουσιακών τους στοιχείων για τα οποία με την αίτησή τους ζητούν να μην αποξενωθούν και ως εκ τούτου το Δικαστήριο δεν μπορεί να ασκήσει τη δικαιοδοτική του κρίση.
- Οι Αιτητές με την Αίτησή τους δεν επιδιώκουν την διατήρηση της κατάστασης πραγμάτων ως είχε κατά το χρόνο που προέκυψε η διαφορά μεταξύ των διαδίκων μέχρι την εκδίκαση της Αγωγής, αλλά ανατροπή της υπάρχουσας κατάστασης πραγμάτων (status quo ante) για σκοπούς αλλότριους.
- Δεν εμπεριέχεται ισχυρισμός στην Αίτηση των Εναγόντων - Αιτητών και την ένορκο δήλωση που τη συνοδεύει ότι υπάρχει κίνδυνος να μην μπορεί να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη μετά το τέλος εκδίκασης της Αγωγής, εκτός και εάν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα.
- Δεν υπήρξε ειλικρινής και πλήρης αποκάλυψη των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης από τους Αιτητές οι οποίοι δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια.
- Με την αίτηση τους ζητούν όπως κριθεί η ουσία της Αγωγής πριν την ακρόαση της ίδιας της Αγωγής.
- Οι Ενάγοντες - Αιτητές κωλύονται (they are estopped) από το να εγείρουν την αγωγή και την Αίτηση ημερομηνίας 22/02/
- H Ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Εναγομένου. Διαδικασία - Γεγονότα Στην υπό κρίση υπόθεση οι διάδικες πλευρές δεν ζήτησαν αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων και ούτε καταχωρίστηκε οποιαδήποτε συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Έτσι, κατά την ακρόαση και οι δύο πλευρές προώθησαν τις θέσεις τους μέσω ιδιαίτερα εμπεριστατωμένων αγορεύσεων, το περιεχόμενο των οποίων το Δικαστήριο έχει κατά νου. Συνεπώς, για όσα γεγονότα δεν εμφαίνονται από τον φάκελο της διαδικασίας, το Δικαστήριο θα βασισθεί στις κατατεθειμένες ένορκες δηλώσεις, λαμβανομένου υπόψη του βάρους απόδειξης εκάστης πλευράς και της παράλειψης αντεξέτασης των ενόρκως δηλούντων. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Louis Vuitton ν. Δέρμοσακ
(1992)1(Β) Α.Α.Δ 1453, Iacovou brothers (constructions) Ltd v Fashionwise ltd
(2000)1Β ΑΑΔ 1377, Thinking Steel International BV ν. Caramondani Bros Public Co Ltd,
(2012)1 Α.Α.Δ. 1460 και Α. Messios & Sons Ltd κ.ά v. Ανδρέας Λεωνίδα
(2010)1 ΑΑΔ
- Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω προχωρώ να εξετάσω τη νομική πτυχή της υπόθεσης. Νομική Πτυχή Ο δικαιοδοτικός όρος του κατεπείγοντος Στην υπό κρίση υπόθεση εκδόθηκε μονομερώς ένα εκ των τριών αιτούμενων διαταγμάτων. Αποτελεί δε καλά θεμελιωμένη αρχή ότι η συνδρομή του στοιχείου του κατεπείγοντος αποτελεί προϋπόθεση για επίκληση της δικαιοδοσίας υπό το άρθρο 9 του Κεφ.
- Θεμελιακές επί του προκειμένου, είναι οι αποφάσεις Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 598, Έλενα Αμβροσιάδου ν. MartinCoward,
(2013)1 ΑΑΔ 78 και η πιο πρόσφατη Μυλωνάς ν. Τράπεζας Κύπρου Πολιτική Έφεση Ε176/2019, ημερομηνίας 10.12.2019. Στην υπό κρίση υπόθεση η έλλειψη του δικαιοδοτικού όρου του κατεπείγοντος εγέρθηκε ρητά στην ένσταση του Καθ' ου η αίτηση και ως εκ τούτου καθίσταται επιτακτική η εξέταση του ζητήματος. Όπως είναι καλά νομολογημένο, το ζήτημα του κατεπείγοντος κρίνεται, σε κάθε υπόθεση με βάση τα δικά της περιστατικά. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Eπίσημος Παραλήπτης ως παραλήπτης της περιουσίας της Άννας Σπανού κ.ά. ν. Nicantony Trading Co. Ltd.
(1998)1 ΑΑΔ 1653. Επιπρόσθετα, το ζήτημα του κατεπείγοντος είναι άμεσα συνυφασμένο με το πότε πληροφορήθηκε ο αιτών τα κρίσιμα γεγονότα και το πότε καταχώρησε την αίτησή του. Χατζηβασιλείου Χριστόδουλος ν. White Knight Holdings Ltd,
(2004)1 Α.Α.Δ.
- Στην υπό κρίση υπόθεση, όπως προκύπτει μέσα από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, η Ενάγουσα πληροφορήθηκε τις κατ' ισχυρισμόν προσπάθειες του Εναγομένου για αποξένωση των επίδικων αντικειμένων στις 21.2.20121 και καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση στις 22.2.
- Προκύπτει, συνεπώς, ότι η Ενάγουσα καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση εντός μιας ημέρας από τον χρόνο που πληροφορήθηκε τα κατ' ισχυρισμόν κρίσιμα γεγονότα. Επομένως, κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις συντρέχει ο δικαιοδοτικός όρος του κατεπείγοντος. Η απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων Ο καθ' ου η αίτηση προβάλλει ως λόγο ένστασης την κατ' ισχυρισμόν απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων. Αποτελεί καλά εμπεδωμένη αρχή ότι η προσφυγή στο Δικαστήριο για έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος μονομερώς, κατά παρέκκλιση της αρχής «audi alteram partem», επιφορτίζει τον αιτητή με το καθήκον πλήρους αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων. Ενδεικτικά παραπέμπω στην απόφαση Στυλιανού ν. Στυλιανού
(1992)1 ΑΑΔ 583. Περαιτέρω, όπως έχει αποκρυσταλλωθεί στην νομολογία, ο διάδικος που αποτείνεται στο δικαστήριο, μονομερώς, για εξασφάλιση θεραπείας έχει καθήκον να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Τσιερκέζου Κατερίνα ν. Dragon Tourist Enterprises Ltd,
(2009)1 Α.Α.Δ. 734. Η μη αποκάλυψη θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου, το οποίο αρνείται πλέον να ακούσει αυτόν που το εξαπατά, είτε υπάρχει πρόθεση εξαπάτησης ή όχι. Σχετική είναι η πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Sobolev κ.ά. ν. Weitzer, Πόλ. Έφεση Ε 177/2018, ημερομηνίας 21.5.2019, όπου επαναδιατυπώθηκε η πιο πάνω αρχή με αναφορά στη σχετική πάγια νομολογία επί του θέματος. Όμως, όπως έχει κριθεί στην απόφαση Χριστοφόρου v. Γρηγορίου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, δεν είναι η κάθε απόκρυψη που οδηγεί σε ακύρωση του διατάγματος. Περαιτέρω, στην απόφαση Commerzbank Auslandsbanken Holding AG κ.ά ν. Adeona Holdings Ltd Πολιτική Έφεση Αρ. Ε6/2014, 27.2.2015, λέχθηκε ότι τα δικαστήρια δεν πρέπει να αποπροσανατολίζονται από αβάσιμες εισηγήσεις που δίνουν έμφαση στη μη αποκάλυψη κάποιου ασήμαντου στοιχείου, το οποίο δεν αφορά σε ουσιώδες γεγονός. Τονίστηκε, επίσης, ότι ο κανόνας πρακτικής για ακύρωση διατάγματος σε περίπτωση μη αποκάλυψης δεν πρέπει να αφεθεί να μετατραπεί σε εργαλείο αδικίας. Ως προς το κριτήριο με το οποίο προσδίδεται ο χαρακτηρισμός «ουσιώδες γεγονός» θεμελιακή είναι η απόφαση M & CH Mitsingas Trading Ltd κ.ά. v. The Timberland Co
(1997)1 Α.Α.Δ. 1791, όπου κρίθηκε πως ουσιώδες είναι κάθε γεγονός, το οποίο άπτεται και μπορεί εξ αντικειμένου να επιδράσει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για τη χορήγηση ή όχι της αιτούμενης θεραπείας. Περαιτέρω, το κριτήριο με το οποίο προσδιορίζεται ο χαρακτηρισμός ουσιώδες γεγονός είναι αντικειμενικό και συναρτάται με τις, εξ αντικειμένου, συνέπειες στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Σχετική είναι η απόφαση The Timberland of U.S.A. ν. Evans & Sons Ltd κ.ά.
(1998)1 Α.Α.Δ.
- Στην υπό κρίση υπόθεση παρά την προβολή του ισχυρισμού περί απόκρυψης ουσιώδους γεγονότος δεν έχει προσδιοριστεί οποιοδήποτε γεγονός που θα μπορούσε να επιδράσει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, κατά τον χρόνο έκδοσης του επίδικου διατάγματος, και δεν αποκαλύφθηκε. Συνεπώς προχωρώ να εξετάσω το κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Η έκδοση των αιτούμενων και η οριστικοποίηση του ήδη εκδοθέντος διατάγματος Όπως είναι καλά νομολογημένο, η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει ενδιάμεσα διατάγματα πηγάζει από το δίκαιο της Επιείκειας και η δικαιοδοσία για έκδοσή τους υπό το Κυπριακό Δίκαιο παρέχεται από το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/
- Στην υπό κρίση υπόθεση η Ενάγουσα με την αίτησή της ζητεί την έκδοση τόσο απαγορευτικών όσο και προστακτικών διαταγμάτων. Στο σύγγραμμα Injunctions, των David Bean, Isabel Parry, Andrew Burns 12η έκδοση παράγραφος 1-01 καταγράφονται τα ακόλουθα ως προς την έννοια του όρου διάταγμα ( injunction): «An injunction is an order of a court requiring a party either to do a specific act or acts (a mandatory or positive injunction) or to refrain from doing a specific act or acts (a prohibitory or negative injunction). » Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τον πιο πάνω ορισμό, τα διατάγματα, ανάλογα με τη φύση τους, διακρίνονται σε προστακτικά και απαγορευτικά. Ως προς την έννοια του προστακτικού διατάγματος διαφωτιστικά είναι τα όσα καταγράφονται στο σύγγραμμα των Ερωτοκρίτου & Αρτέμη Διατάγματα Injunctions, όπου στην σελ. 10 καταγράφεται ότι: «Προστακτικό είναι κάθε διάταγμα το οποίο με σαφή τρόπο προστάσσει τον εναγόμενο να τελέσει κάποια συγκεκριμένη πράξη.» Παράλληλα, όπως έχει νομολογηθεί, είναι δυνατή η έκδοση παρεμπίπτοντος προστακτικού διατάγματος, αλλά τέτοια διατάγματα δίδονται σπάνια, με φειδώ και με εξαιρετική περίσκεψη. Σχετική είναι η απόφαση Starport Nominees Ltd και Άλλη (Aρ. 1),
(2010)1 Α.Α.Δ. 1271. Περαιτέρω, στο σύγγραμμα Snell's Principles Of Equity 27η έκδοση σελ. 641 καταγράφονται τα ακόλουθα ως προς τη δυνατότητα έκδοσης παρεμπιπτόντων προστακτικών διαταγμάτων : «Mandatory Injunctions: The Court has jurisdiction to grant a mandatory injunction on an interlocutory application but it will very seldom do so, the Court usually requires a high degree of assurance that at the trial it will appear that the injunction was rightly granted.» Προκύπτει από τα ανωτέρω ότι, για την έκδοση παρεμπίπτοντος προστακτικού διατάγματος πέραν των προϋποθέσεων του άρθρου 32, ο εκάστοτε αιτητής θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο για την ύπαρξη υψηλής πιθανότητας κατά την ακρόαση να διαφανεί ότι το διάταγμα ορθώς δόθηκε. Επομένως, προχωρώ να εξετάσω το κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις οριστικοποίηση του ήδη εκδοθέντος διατάγματος και έκδοσης των υπόλοιπων αιτούμενων διαταγμάτων. Το άρθρο 32 του Νόμου 14/1960 Τόσο η έκδοση προστακτικού όσο και απαγορευτικού διατάγματος διέπεται από το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, σύμφωνα με το οποίο ο αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το δικαστήριο ότι : α) υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση β) ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία γ) είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Οι πιο πάνω προϋποθέσεις έχουν καταστεί αντικείμενο ενδελεχούς νομολογιακής ανάλυσης από το Ανώτατο Δικαστήριο. Στη θεμελιακή απόφαση στην υπόθεση Οδυσσέως v. Pieris Estates 1982 1 Α.Α.Δ
(557)το Ανώτατο Δικαστήριο αναλύοντας τις προϋποθέσεις που τίθενται από το άρθρο 32 του 14/1960 έκρινε τα ακόλουθα σχετικά:
- «Η προϋπόθεση για σοβαρό ζήτημα προς ακρόαση δεν υπάρχει λόγος να ερμηνευθεί ότι εξυπακούει οτιδήποτε περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δύναμη των δικογράφων.
- Η έννοια της πιθανότητας επιτυχίας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων.
- Η Τρίτη προϋπόθεση σχετίζεται με την επάρκεια της θεραπείας των αποζημιώσεων υπό το φως των γεγονότων της κάθε υπόθεσης.» Η συνδρομή των τριών πιο πάνω προϋποθέσεων δεν είναι αρκετή για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος, αλλά το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα. Σχετική είναι η απόφαση Ιπποδρομιακή Αρχή v. Χατζηβασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ 152 και Αβερκίου ν. ΘΕΟ Κτηματική Λτδ κ.ά.
(2013)1 Α.Α.Δ. 222. Στην απόφαση Άκης, άλλως Γρηγόρης Ν. Γρηγορίου και άλλοι ν. Χριστίνας Σταύρου Χριστοφόρου και άλλων,
(1995), 1 Α.Α.Δ. 248, έχει τονισθεί ότι το Δικαστήριο, κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης. Στην απόφαση Κωνσταντίνου Λόρδου κ.ά. ν. Πέτρου Σιακόλα κ.ά Πολιτική Έφεση Ε 143/2015 ημερομηνίας 27.3.2017 επαναεπιβεβαιώθηκε η θέση ότι κατά το στάδιο εκδίκασης αίτησης για έκδοση ή οριστικοποίηση ενδιάμεσου διατάγματος το δικαστήριο δεν υπεισέρχεται σε αξιολόγηση και ευρήματα επί της ουσίας πέραν του ό,τι είναι αναγκαίο για τους περιορισμένους σκοπούς της διαδικασίας που συνίστανται στη διαπίστωση του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 και οι σχετικές αρχές της νομολογίας. Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται πέραν από το άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου και στο άρθρο 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ 6. Οι προϋποθέσεις του άρθρου 4 εξετάζονται αυτοτελώς από το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου στις περιπτώσεις που η περιουσία αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Ανδρέας Σάββα Κυτάλα v. Άννα Χρυσάνθου
(1996)1 Α.Α.Δ. 253, Cyprus Plantations Ltd v. Olivier & Co (Cyprus) Ltd 16 CLR 122, Compania Portuguessa De Transporters Maritime of Lisbon v. Sponsalia Shipping Co Ltd
(1987)1 CLR 11, καθώς και το σύγγραμμα Αρτέμη & Ερωτοκρίτου Injunctions 1η έκδοση σελ. 103. Στην υπό κρίση υπόθεση η αίτηση έχει ως αντικείμενο δικαίωμα επί περιουσίας που να αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής. Επομένως. πέραν το προϋποθέσεων του άρθρου 32 το Δικαστήριο θα εξετάσει, εάν παραστεί ανάγκη, και την δυνατότητα οριστικοποίησης του εκδοθέντος απαγορευτικού διατάγματος υπό το άρθρο 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου. Η συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 32 στην παρούσα. 1η προϋπόθεση - σοβαρό Ζήτημα προς εκδίκαση Η προϋπόθεση για κατάδειξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση δεν εξυπακούει οτιδήποτε περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δύναμη των δικογράφων. Στην απόφαση Αθανάσιος Κυριάκου κ.ά ν. Πραξούλλα Αντωνιάδου Κυριάκου Πολ. Έφεση Ε301/16, ημερομηνίας 26.9.2017, με αναφορά στο σύγγραμμα Διατάγματα (ανωτέρω) υποδείχθηκε ότι : «με την πρώτη προϋπόθεση εισάγεται η υποχρέωση στο Δικαστήριο να βεβαιωθεί ότι υφίσταται αγώγιμο δικαίωμα αναγνωρισμένο από τον Νόμο ή το Δίκαιο της Επιείκειας, προτού προχωρήσει στην έκδοση απαγορευτικού διατάγματος.» Ο όρος δικόγραφα δεν χρησιμοποιείται υπό την τεχνική του έννοια αλλά χρησιμοποιείται με την ευρεία του έννοια. Σχετική είναι η απόφαση Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ.
- Στην υπό κρίση υπόθεση η αίτηση μέσα από το κλητήριο της αγωγής αλλά και την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση προκύπτει ότι η Ενάγουσα επικαλείται την ύπαρξη σύμβασης μεταξύ των διαδίκων και οι αξιώσεις της στην αγωγή προκύπτουν εκ της κατ΄ ισχυρισμόν παράβασης σύμβασης. Είναι δε προφανές ότι το αγώγιμο δικαίωμα που επικαλείται η Ενάγουσα είναι αναγνωρισμένο από τον Νόμο. Επομένως, πληρούται η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου
- 2η προϋπόθεση - ορατή Πιθανότητα επιτυχίας Η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 συσχετίζεται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του εκάστοτε αιτητή. Η αξιολόγηση της πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με αναφορά στις ένορκες δηλώσεις, όπου αναμένεται η εκεί μαρτυρία να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Γενικές αναφορές εν είδει κατάληξης δεν επαρκούν για την κατάδειξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Ανδρέας Σάββα Κυτάλα (ανωτέρω) και Lawford Ltd κ.ά ν. Χατζηγαβριήλ κ.ά,
(2004)1 Α.Α.Δ.818. Ασφαλώς, όπως έχει κριθεί επανειλημμένα σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα, εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του. Σχετική είναι η απόφαση T. A. Micrologic Computer Consultants Ltd ν. Microsoft Corporation
(2002)1 ΑΑΔ 1802 και το σύγγραμμα των Ερωτοκρίτου & Αρτέμη Διατάγματα, (ανωτέρω) σελ. 127-128. Για την κρίση επί των πιο πάνω το Δικαστήριο προβαίνει σε κάποια πρωταρχική αξιολόγηση της μαρτυρίας, ώστε να μπορέσει να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς. Σχετική είναι η απόφαση Σεβαστού Μαίρη Νίκου ν. Εμμανουήλ Νίκου Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ 1980. Όπως έχει εξηγηθεί στην πρόσφατη απόφαση Κωνσταντίνου Λόρδου (ανωτέρω) δεν αρκεί η υιοθέτηση της εκδοχής της μιας πλευράς μόνο, αλλά απαιτείται κάποια αξιολόγηση για τους περιορισμένους σκοπούς της παρούσας. Σχετική επίσης είναι η απόφαση Αθανάσιος Κυριάκου (ανωτέρω). Το απαύγασμα της σχετικής νομολογίας κατατείνει στο συμπέρασμα ότι για την κατάδειξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας θα πρέπει να προκύπτουν από την ένορκη δήλωση του εκάστοτε αιτητή συγκεκριμένα γεγονότα, τα οποία να παρέχουν ενδείξεις περί της ύπαρξης του ουσιαστικού δικαιώματος. Η έρευνα, όμως, του Δικαστηρίου αναφορικά με τη διακρίβωση της συνδρομής της δεύτερης προϋπόθεσης, θα πρέπει να σταματά στο σημείο όπου επιτρέπεται η διαπίστωση της ύπαρξης ή ανυπαρξίας της ορατής πιθανότητας επιτυχίας, για τους περιορισμένους πάντα σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Στην υπό κρίση υπόθεση βάση του επικαλούμενο δικαιώματος είναι η κατ' ισχυρισμόν συμφωνία διορισμού εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου στοιχημάτων. Περαιτέρω, η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι παρέδωσε το επίδικο υποστατικό στον Εναγόμενο πλήρως επιπλωμένο. Επισυνάπτει σχετικά ως Τεκμήριο 12 την κατάσταση εξοπλισμού που παρέλαβε ο Εναγόμενο. Επιπλέον, κατέθεσε ως Τεκμήριο 13 κατάσταση των εξόδων στα οποία προέβη για την επίπλωση του υποστατικού και ως Τεκμήριο 14 φωτογραφίες με τον εξοπλισμό που κατ' ισχυρισμό υφίστατο στο υποστατικό και τοποθετήθηκε από την Ενάγουσα. Ταυτόχρονα μέσα από το Τεκμήριο 11 εμφανίζονται έπιπλα και μέρος του επίδικου εξοπλισμού να προσφέρονται προς πώληση. Ταυτόχρονα ο Εναγόμενος μέσα από την επιστολή των δικηγόρων του, ημερομηνίας 10.11.2020, αποδέχεται ότι υφίσταται κάποιος εξοπλισμός που ανήκει στην Ενάγουσα. Είναι προφανές ότι το ποιος εξοπλισμός ανήκει τελικά σε ποιον διάδικο, θα κριθεί στο τέλος της διαδικασίας και δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας. Στην υπό κρίση διαδικασία το Δικαστήριο θα πρέπει να διαπιστώσει εάν υπάρχουν ενδείξεις ότι η Ενάγουσα είναι ιδιοκτήτρια του εξοπλισμού που υφίσταται στο υποστατικό. Επιπλέον, το Δικαστήριο δεν θα κρίνει την αποδεικτική βαρύτητα των τεκμηρίων που κατατέθηκαν και εάν τελικά αποδεικνύουν την αξίωση της Ενάγουσας, αλλά θα περιοριστεί στο να εξετάσει το κατά πόσο αυτά παρέχουν επαρκείς ενδείξεις περί της ύπαρξης του επικαλούμενου δικαιώματος. Μέσα από τα πιο πάνω Τεκμήρια και την επιστολή των δικηγόρων του Εναγομένου, ημερομηνίας 10.11.2020, αναδύονται επαρκείς ενδείξεις περί της ύπαρξης του επικαλούμενου δικαιώματος. Υπό το φως των πιο πάνω, κρίνω ότι αναδύονται οι απαιτούμενες ενδείξεις περί της ύπαρξης του επικαλούμενου αγώγιμου δικαιώματος και ως εκ τούτου αναδύεται η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής. Η 3η προϋπόθεση Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου συνδέεται με την επάρκεια των αποζημιώσεων, χωρίς όμως οι αποζημιώσεις να αποτελούν τη μοναδική παράμετρο κρίσης του Δικαστηρίου. Σχετική είναι η απόφαση Όξυνου Iωάννης Kυριάκου και Άλλη ν. Mαρίας Pόλη Λου,
(2011)1 Α.Α.Δ. 1066. Σύμφωνα με την πιο πάνω απόφαση η έννοια της ζημίας δεν συναρτάται με την υλική ζημία αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του προσώπου που αιτείται την ενδιάμεση θεραπεία. Σχετικές, επίσης, είναι οι αποφάσεις Papastratis v. Pierides
(1979)1 C.L.R. 231, M & CH Mitsingas Trading Ltd v. The Timberland Co
(1997)1 A.A.Δ. 1791 και Κώστας Κυρίσαββας κ.ά ν. Χάρη Κύζη
(2001)1Β Α.Α.Δ. 1245. Σημειώνεται ότι για την ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 δεν αρκούν γενικοί ισχυρισμοί, αλλά όπως έχει εξηγηθεί στην απόφαση Aνδρέου Aντώνης ν. Colossos Signs Ltd (Aρ. 2),
(2008)1 Α.Α.Δ. 626, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση πρέπει να παρέχονται λεπτομέρειες που να υποστηρίζουν και να αιτιολογούν τον ισχυρισμό περί ανεπανόρθωτης βλάβης. Στην υπό κρίση υπόθεση ο εξοπλισμός που βρίσκεται εντός του επίδικου ακινήτου είναι αντικείμενο της αγωγής. Επομένως, σε περίπτωση που αυτός αφεθεί να διατεθεί ή να αποξενωθεί στο τέλος δεν θα μπορούν να αποδοθούν οι αιτούμενες με την αγωγή θεραπείες. Συνακολούθα, υπό τις περιστάσεις της παρούσας, κρίνω ότι πληρείται και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32. Το ισοζύγιο της δικαιοσύνης Η κατάληξη στο ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου δεν οδηγεί αυτόματα στην οριστικοποίηση του επίδικου διατάγματος ή στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Το Δικαστήριο έχει καθήκον να σταθμίσει το κατά πόσο η οριστικοποίηση του διατάγματος ή έκδοση των υπόλοιπων διαταγμάτων είναι δίκαιη και πρόσφορη. Το ζήτημα αυτό εξετάστηκε στην πρόσφατη απόφαση Κοινοτικό Συμβούλιο ν. Σουλή, Πολ. ΄Έφεση Ε75/2015, ημερομηνίας 7.12.2018, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά : «Κατά την άσκηση που το δικαστήριο διενεργεί, στο πλαίσιο εφαρμογής της αρχής του ισοζυγίου της ευχέρειας, η προσοχή του εστιάζεται, όλως ιδιαιτέρως, στο «να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφασή του που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη». Σχετική, επίσης, είναι η απόφαση Ευστρατίου ν. Ouzounian and Company Ltd, Εμπορευόμενη με την επωνυμία Lexus Cyprus, ECLI:CY:AD:2014:A38, Πολιτική Έφεση Αρ. 292/2010, 20.1.2014, όπου υποδείχθηκαν τα ακόλουθα : «Ο κίνδυνος αυτός εναποθέτει στο Δικαστήριο το καθήκον όπως, κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, ισοζυγίζει τα ενώπιον του στοιχεία και υιοθετεί εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται να ενέχει τους λιγότερους κίνδυνους αδικίας (βλ. Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1(B) A.A.Δ. 788, η οποία υιοθέτησε τα λεχθέντα από το Δικαστή Hoffman στην Films Rover International Ltd v. Cannon Film Sales Ltd[1987] 1 W.L.R. 670).» Περαιτέρω, όπως υποδείχθηκε στη θεμελιακή απόφαση Bacardi & co v. Vinco Ltd 1996 1 ΑΑΔ 788, ένας από τους παράγοντες που επηρεάζουν το ζήτημα του ισοζυγίου της ευχέρειας είναι η διατήρηση του status quo. Όπως επισημάνθηκε στην απόφαση Εκδόσεις «Αρκτίνος» Λτδ κ.ά. ν. xxx Λοϊζίδου, Π.Ε. 7/2018, ημερ. 21.3.2019 στη στάθμιση των πιο πάνω κρίσιμοι παράγοντες είναι, μεταξύ άλλων, οι διαβλεπόμενες επιπτώσεις από την έκδοση ή μη του παρεμπίπτοντος διατάγματος στο πρόσωπο των διαδίκων ή ακόμη και σε τρίτα πρόσωπα, η ίδια η συμπεριφορά των διαδίκων, η καθυστέρηση προσφυγής προς αναζήτηση θεραπείας προσωρινού διατάγματος, αλλά και τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, δεδομένου ότι η άσκηση της υπό αναφορά διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εδράζεται στις αρχές του δικαίου της επιείκειας. Ταυτόχρονα, όπως έχει αναφερθεί ανωτέρω, παρεμπίπτον προστακτικό διάταγμα εκδίδεται σπάνια, με φειδώ και με εξαιρετική περίσκεψη. Σχετική είναι η απόφαση Starport Nominees Ltd και Άλλη (Aρ. 1),
(2010)1 Α.Α.Δ. 1271. Στην Αγγλική απόφαση στην υπόθεση Shepherd Homes v. Sandham [1971] Ch. 340 λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά: «The court is far more reluctant to grant a mandatory injunction than it would be to grant a comparable prohibitory injunction. In a normal case the court must, inter alia, feel a high degree of assurance that at the trial it will appear that the injunction was rightly granted; and this is a higher standard than is required for a prohibitory injunction». Στην υπό κρίση υπόθεση προκύπτει ότι σε περίπτωση μη οριστικοποίησης του εκδοθέντος απαγορευτικού διατάγματος υπάρχει κίνδυνος αποξένωσης του αντικειμένου της αγωγής. Συνεπώς, ως προς τον εκδοθέν απαγορευτικό διάταγμα κρίνω ότι το ισοζύγιο της δικαιοσύνης κλίνει υπέρ της οριστικοποίησής του. Αντίθετα, σε περίπτωση που εκδοθούν τα αιτούμενα προστακτικά διατάγματα υπάρχει κίνδυνος να διεκπεραιωθεί η ουσία της αγωγής, αφού με αυτή επιζητείται η παράδοση του επίδικου εξοπλισμού. Επίσης, μέσα από τα ενώπιον μου δεδομένα δεν αναδύονται ενδείξεις τέτοιας έκτασης που να δημιουργούν υψηλού βαθμού πεποίθηση πως κατά την ακρόαση της ουσίας της υπόθεσης τα διαφανεί ότι ορθώς εκδόθηκαν τα αιτούμενα προστακτικά διατάγματα. Συνεπώς, σε σχέση με τα διατάγματα υπ' αριθμόν 1 και 2 επί της αίτησης το ισοζύγιο της δικαιοσύνης κλίνει προς τη μη έκδοσή τους. Κατάληξη Συνεπακόλουθα της πιο πάνω κατάληξής μου, το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα, ημερομηνίας 23.2.2021 καθίσταται απόλυτο. Τα αιτητικά 1 και 2 της αίτησης απορρίπτονται. Ενόψει της μερικής επιτυχίας της αίτησης τα έξοδα επιδικάζονται κατά το ήμισυ υπέρ της Ενάγουσας - Αιτήτριας, ως αυτά υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. Υπ. ............... Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΜΧ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο