← Κύπρος

Αλεξάνδρου ν. Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Κυβερνητικών Εργατών Κύπρου (ΣΤΑΚΕΚ) Λτδ, Αρ. Αίτησης: 1659/2013, 31/5/2021

Αλεξάνδρου ν. Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Κυβερνητικών Εργατών Κύπρου (ΣΤΑΚΕΚ) Λτδ, Αρ. Αίτησης: 1659/2013, 31/5/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A267 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 1659/2013 Μεταξύ: XXXXX Αλεξάνδρου Εφεσείοντα - Αιτητή και Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Κυβερνητικών Εργατών Κύπρου (ΣΤΑΚΕΚ) Λτδ Εφεσίβλητου - Καθ' ου η Αίτηση Ημερομηνία: 31.05.2021 Εμφανίσεις : Για Εφεσείοντα/Αιτητή: κα Β. Κασαπιάν με κ. Χ. Πατσαλίδη Για Εφεσίβλητο/Καθ' ου η Αίτηση: κα Μ. Παπαευσταθίου ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η αίτηση ημερομηνίας 20.08.2013, με την οποία ο Αιτητής εφεσιβάλλει την διαιτητική απόφασης, ημερομηνίας 30.03.

  1. O Αιτητής με την υπό κρίση αίτηση προέβαλε τους ακόλουθους λόγους Έφεσης, τους οποίους κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιους: «
  2. Η απόφαση του Διαιτητή λήφθηκε παράνομα και αντικανονικά και παραβιάζει τα συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα του Εφεσείοντα - Αιτητή και τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης.
  3. Ο Διαιτητής έλαβε την εν λόγω απόφαση καθ' υπέρβαση και/ή κατάχρηση των εξουσιών που του παρέχει ο Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμος και/ή οι τροποποιητικοί αυτού νόμοι και/ή οι Περί συνεργατικών Εταιρειών Θεσμοί και/ή το Σύνταγμα της Δημοκρατίας.
  4. Ο Διαιτητής κατά την έκδοση της απόφασή του, παραγνώρισε και/ή αμέλησε να αναφερθεί και/ή να αποφανθεί στους ισχυρισμούς που προβλήθηκαν από την Δικηγόρο που εκπροσώπησε τον Εφεσείοντα - Αιτητή στην διαιτησία.
  5. Η απόφαση του Διαιτητή είναι πλήρως αναιτιολόγητη και/ή η μη επαρκώς αιτιολογημένη.
  6. Η απόφαση του Διαιτητή δεν περιέχει ευρήματα ως προς τα γεγονότα και τους ισχυρισμούς που προβλήθηκαν από την Δικηγόρο που εκπροσώπησε τον Εφεσείοντα - Αιτητή στην διαιτησία.
  7. Ο Διαιτητής, διά της συμπεριφοράς του κατά τη διαδικασία διαιτησίας επέδειξε κακοπιστία και μεροληψία εις βάρος του Εφεσείοντα - Αιτητή.
  8. Η απόφαση του Διαιτητή είναι εσφαλμένη και αυθαίρετη και στηρίζεται σε πλάνη περί τα πραγματικά γεγονότα και/ή το νόμο και/ή σε κάθε περίπτωση είναι προϊόν ελλιπούς και/ή μη πλήρους και/ή ανεπαρκούς έρευνας και/ή λανθασμένης εκτίμησης.
  9. Η απόφαση του Διαιτητή είναι άδικη και/ή σε κάθε περίπτωση προξενεί αδικία και/ή ζημιώνει και/ή ταλαιπωρεί ανεπανόρθωτα τον Εφεσείοντα - Αιτητή.» H υπό κρίση αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του ιδίου του Αιτητή. Τέλος, η υπό κρίση Αίτηση βασίζεται στους Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμους 22/85 και 68/87 ως αυτοί έχουν τροποποιηθεί μέχρι σήμερα και συγκεκριμένα στα άρθρα 2, 52

(1)(α-δ)
(2)(α-β)
(3)
(4), 53
(1)-
(3)55
(1)-
(6), στους Περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμούς, Θεσμοί 78
(1)-
(3), 79
(1)-
(3)(α)-(γ)και
(4), στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.33 Θ.6, Δ.48 Θ.1-9, στον Περί Διαιτησίας Νόμο ΚΕΦ.4, άρθρα 2- 28 και 33, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 άρθρο 36, στο Σύνταγμα της Δημοκρατίας άρθρο 30 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Στον αντίποδα, το Καθ' ου η αίτηση πιστωτικό ίδρυμα καταχώρησε στις 9.9.2013 ειδοποίηση περί προθέσεως ένστασης. Οι λόγοι ένστασης μπορούν να συνοψισθούν στο ότι η διαδικασία διαιτησίας διεξήχθη νομότυπα και στο ότι η απόφαση του διαιτητή ήταν ορθή. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της XXXXX Κωνσταντίνου, υπαλλήλου του Καθ' ου η αίτηση πιστωτικού ιδρύματος. Σημειώνεται ότι η υπό κρίση αίτηση ουδέποτε επεδόθη στον διαιτητή που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση, ως επιτάσσει η νομολογία. Ενδεικτικά παραπέμπω στην απόφαση Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Dynacon Ltd
(1998)1 ΑΑΔ 1978. Διαδικασία Το Δικαστήριο, υπό άλλη σύνθεση, με ενδιάμεση απόφασή του, ημερομηνίας 6.10.2014, απέρριψε αίτημα για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης κρίνοντας ότι η παρούσα διαδικασία είναι πρωτογενής και εκδικάζεται κατά τον τρόπο που εκδικάζονται οι αγωγές. Επίσης, το Δικαστήριο κατέληξε ότι εναπόκειτο στον Αιτητή να προσφέρει προφορική μαρτυρία για να αποσείσει το βάρος απόδειξης. Υπενθυμίζεται ότι σύμφωνα με τη νομολογία, όταν κάποια διαδικασία κριθεί ως αυτοτελής κατατάσσεται στην ευρύτερη κατηγορία των αγωγών και ισοδυναμεί με αγωγή. Ενδεικτικά παραπέμπω στις αποφάσεις Ιωακείμ κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ (Αρ. 1)
(2003)1 Α.Α.Δ. 198 και Άντρη Ιωακείμ και Άλλη ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ (Αρ. 2)
(2003)1 ΑΑΔ 986. Στη βάση των πιο πάνω καταλήγω ότι, δυνάμει της ενδιάμεσης απόφασης, ημερομηνίας 6.10.2004, καθορίσθηκε η διαδικασία εκδίκασης της παρούσας αίτησης και ότι η υπό εξέταση διαδικασία εκδικάζεται ως αγωγή. Έτσι, ήταν σαφές ότι η αίτηση και η ένορκη δήλωση που συνοδεύουν την αίτηση και την ένσταση, αντίστοιχα, υπέχουν θέση δικογράφου και εναπόκειτο στον Αιτητή να προσκομίσει μαρτυρία, προς απόδειξη των ισχυρισμών του. Άλλωστε, στη βάση της πιο πάνω ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου, κατά την ακρόαση, παρουσίασε προφορική μαρτυρία η πλευρά του Αιτητή. Συνεπώς, κρίνω ότι το υπόβαθρο γεγονότων που περιβάλλει την παρούσα αίτηση θα αναζητηθεί στα μη αμφισβητούμενα γεγονότα και στη μαρτυρία που παρουσιάστηκε προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου, η οποία τυχόν θα κριθεί ως αξιόπιστη, αφού μόνο αξιόπιστη μαρτυρία μπορεί να βαρύνει την πλάστιγγα των πιθανοτήτων. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Αθανασίου κ.ά ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614. Μη αμφισβητούμενα γεγονότα Αποτελεί θεμελιακή αρχή ότι στην πολιτική δίκη, απόδειξη μπορεί να προκύψει μέσω παραδοχής γεγονότων, δια των δικογράφων. Σχετικές επί του προκειμένου είναι οι αποφάσεις Χρίστου ν. Khoreva
(2001)1 Α.Α.Δ 1874 και Παπαμιλτιάδους ν. Ιωάννου
(2007)1 Α.Α.Δ.
  1. Επίσης, παραπέμπω στο σύγγραμμα των Ηλιάδη & Σάντη Tο Δίκαιο της Απόδειξης 1η έκδοση σελ.
  2. Πέραν, όμως, από τα αυστηρώς παραδεκτά γεγονότα είναι επιτρεπτή και η εξαγωγή ευρημάτων, χωρίς να αξιολογηθούν σχετικά οι μάρτυρες, επί γεγονότων που εμφανίζονται μη αμφισβητούμενα δια των χειρισμών των διαδίκων κατά την ακρόαση. Σχετική είναι η απόφαση Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2018:A179, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.
  3. Άλλωστε, η ανάγκη αξιολόγησης μαρτυρίας συνήθως υφίσταται, όπου παρουσιάζονται διιστάμενες εκδοχές επί των επίδικων γεγονότων και το Δικαστήριο προβαίνει σε αξιολόγηση των εκατέρωθεν εκδοχών, ώστε να καταλήξει σε ευρήματα γεγονότων. Σχετική είναι η απόφαση Pissis Ltd v. La Baguette Boullangerie- Patisserie Ltd, Πολ. Έφεση 135/10, ημερομηνίας 30.9.
  4. Στην υπό κρίση υπόθεση δεν αμφισβητήθηκε ότι η εκκαλούμενη διαιτητική απόφαση εκδόθηκε στις 30.03.2012 και επιδόθηκε στον Αιτητή στις 30.07.
  5. Επίσης, δεν αμφισβητείται ότι εκδόθηκε απόφαση εναντίον του Αιτητή υπό την ιδιότητά του ως εγγυητή του πρωτοφειλέτη του δανείου υπ' αριθμόν XXXXX035-8 του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Κυβερνητικών Εργατών Κύπρου ( ΣΤΑΚΕΚ) Λτδ. Η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε από τον διαιτητή XXXXX Παπαλεξάνδρου και ο Αιτητής εκπροσωπήθηκε στη διαδικασία διαιτησίας από τη δικηγόρο XXXXX Κασαπιάν. Συνεπώς για τα πιο πάνω προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Μαρτυρία Προς απόδειξη της υπόθεσής του, μαρτυρία έδωσε ο ίδιος ο Αιτητής. Ο Αιτητής υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του γραπτή δήλωση, η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Α. Κατέθεσε σχετικά ως Τεκμήριο 1 έρευνα από την υπηρεσία αφερεγγυότητας και ως Τεκμήριο 2 αντίγραφο της γραπτής δήλωσης περιουσιακών στοιχείων πρωτοφειλέτη. Επίσης, κατέθεσε ως Τεκμήριο 3 δήλωση προτιθέμενου εγγυητή και ως Τεκμήριο 4 υπεύθυνη δήλωση του πρωτοφειλέτη, ημερομηνίας 11.9.
  6. Στην γραπτή του δήλωση αναφέρθηκε στα όσα, κατά τη θέση του, η συνήγορος του ήγειρε κατά τη διαδικασία διαιτησίας. Αναφέρθηκε επίσης στον ισχυρισμό του περί ακυρότητας του επίδικου δανείου, ο οποίος σύμφωνα με τον ίδιο προβλήθηκε στη διαιτησία από την συνήγορό του. Τα πιο πάνω τέθηκαν από τη συνήγορό του κατά τη διαδικασία διαιτησίας και απορρίφθηκαν, χωρίς αιτιολογία. Επίσης, ισχυρίστηκε ότι η απόφαση του διαιτητή δεν περιέχει οποιαδήποτε αναφορά στα επιχειρήματα της συνηγόρου του. Σημειώνει, επιπλέον, ότι ουδεμία αναφορά γίνεται στην απόφαση σε σχέση με την έκδοση διατάγματος παραλαβής εναντίον της περιουσίας του πρωτοφειλέτη. Κατά την αντεξέτασή του, δέχθηκε ότι ο ίδιος δεν ήταν παρών στην διαδικασία διαιτησίας και τα όσα ανέφερε είναι εξ όσων τον ενημέρωσε η συνήγορός του. Επίσης αναγνώρισε την υπογραφή του στο Τεκμήριο
  7. Εισηγήσεις των Διαδίκων Την 01η.2.2021, ημερομηνία κατά την οποία ήταν ορισμένη η υπό κρίση αίτηση για ακρόαση, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων μέσω εμπεριστατωμένων αγορεύσεων προώθησαν τις θέσεις τους, το περιεχόμενο των οποίων το Δικαστήριο έχει κατά νου. Αξιολόγηση μαρτυρίας Η ανάγκη αξιολόγησης μαρτυρίας συνήθως υφίσταται, όπου παρουσιάζονται διιστάμενες εκδοχές επί των επίδικων γεγονότων και το Δικαστήριο προβαίνει σε αξιολόγηση των εκατέρωθεν εκδοχών, ώστε να καταλήξει σε ευρήματα γεγονότων. Σχετική είναι η απόφαση Pissis Ltd v. La Baguette Boullangerie- Patisserie Ltd, (ανωτέρω). Σε περίπτωση όπου υπάρχει μόνο μία εκδοχή ως προς τα γεγονότα, τότε συνήθως αυτό που απομένει να εξεταστεί, εκτός αν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με το μάρτυρα και την αξιοπιστία του, είναι αν τα γεγονότα, όπως βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο. Σχετικά παραπέμπω στην Barry Wynne v. David Costaki Mavronicola ως διαχειριστή της περιουσίας του Κωστάκη Δαυίδ Μαυρονικόλα
(2009)1Β ΑΑΔ
  1. Αποτελεί δε καλά νομολογημένη αρχή ότι το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα υπόκειται στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας. Ενδεικτικά παραπέμπω στην απόφαση Χριστοφίνης ν. Φραντζή, ECLI:CY:AD:2017:A202, Πολ. Έφεση 328/11, ημερομηνίας 31.5.
  2. Καθίσταται, λοιπόν, αναγκαίο, προτού ενδεχομένως η μαρτυρία του Αιτητή χρησιμοποιηθεί ως υπόβαθρο για εξαγωγή ευρημάτων, αυτή να αξιολογηθεί. Αξιολόγηση μαρτυρίας Αιτητή Η μαρτυρία του Αιτητή περιστράφηκε γύρω από το τι διεμηνύθη στην διαδικασία διαιτησίας, στο περιεχόμενο των εγγράφων εγγύησης και στο ότι εναντίον της περιουσίας του πρωτοφειλέτη είχε εκδοθεί διάταγμα παραλαβής. Η μαρτυρία του σε σχέση με την έκδοση διατάγματος παραλαβής εναντίον της περιουσίας του πρωτοφειλέτη, δεν έχει αμφισβητηθεί και επιδεινώνεται από την ενώπιόν μου έγγραφη μαρτυρία. Επίσης, οι αναφορές του σε σχέση με το περιεχόμενο των εγγραφών γίνονται αποδεκτές. Συνεπώς για τα πιο πάνω προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Αντίθετα, οι αναφορές του ως προς το τι διεμηνύθη στη διαδικασία διαιτησίας βασίζονται αποκλειστικά στο όσα του μετέφερε η συνήγορός του και συνιστούν εξ ακοής μαρτυρία. Υπενθυμίζεται ότι η εξ ακοής μαρτυρία είναι μεν επιτρεπτή και αποδεκτή, ως μαρτυρία, αλλά υπόκειται σε αξιολόγηση στη βάση του άρθρου 27 του περί Αποδείξεως Νόμου. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Κοκκινής ν. Κοκκινή ECLI:CY:AD:2017:A179, Πολ. Έφεση 247/11, ημερομηνίας 17.5.2017, Τουμάζου ν. Δημοκρατίας Ποιν.΄Εφ.142/14, ημερομηνίας 17.12.15 και ΣΠΕ Λακατάμιας-Δευτεράς Λτδ ν. Δράκου, Ποιν. Έφεση αρ. 129/2015, ημερ. 5.4.
  3. Στο δε άρθρο 27 του περί Αποδείξεως Νόμου, τίθενται τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη για την αξιολόγηση της βαρύτητας της εξ ακοής δήλωσης. Σύμφωνα με το άρθρο 27, μεταξύ άλλων, κατά την αξιολόγηση της εξ ακοής δήλωσης λαμβάνονται υπόψη το κατά πόσο ο διάδικος που προσάγει την εξ ακοής μαρτυρία μπορούσε να κλητεύσει το πρόσωπο το οποίο προέβη στην αρχική δήλωση και το κατά πόσο ο ίδιος διάδικος μπορούσε να προσφέρει και την καλύτερη δυνατή μαρτυρία. Στην υπό κρίση υπόθεση δεν έχει παρουσιαστεί οτιδήποτε που να δικαιολογεί τη μη κλήτευση του προσώπου, το οποίο, κατ' ισχυρισμόν, προέβη στην αρχική δήλωση, και δεν έχει εξηγηθεί η μη προσκόμιση της καλύτερης δυνατής μαρτυρίας. Το γεγονός ότι το πρόσωπο, το οποίο προέβη στην αρχική δήλωση ήταν η δικηγόρος που χειρίστηκε την υπόθεση ενώπιόν μου δεν αποτελεί επαρκή λόγο, αφού θα μπορούσε να χειριστεί άλλος συνήγορος την υπόθεση και να έδιδε μαρτυρία η ίδια η συνήγορος. Συνεπώς, κρίνω ότι δεν μπορεί να προσδοθεί βαρύτητα στις αναφορές του Αιτητή περί το τι διεμηνύθη κατά τη διαδικασία διαιτησίας. Νομική Πτυχή Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται στο άρθρο 52
(4)του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα : «
(4)Οποιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση οποιουδήποτε διαιτητή ή διαιτητών δύναται να υποβάλει έφεση στο Δικαστήριο εντός είκοσι και μιας ημερών
(21)από της ημερομηνίας της προς αυτόν γνωστοποιήσεως της απόφασης.» Επίσης σύμφωνα με το άρθρο 52
(2)(β) του πιο πάνω Νόμου η επίδικη διαιτησία διεξήχθη με βάση τις πρόνοιες του περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ.4. Επομένως, εφαρμόζεται και το άρθρο 20
(2)του περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 4, το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Όταν o διαιτητής ή o επιδιαιτητής επέδειξε κακή συμπεριφoρά ή χειρίστηκε κακώς τηv υπόθεση ή όταv η διαιτησία διεξάχθηκε παράτυπα ή η διαιτητική απόφαση εκδόθηκε παράτυπα, τo Δικαστήριo δύvαται vα ακυρώσει τη διαιτητική απόφαση.» Στην υπό κρίση υπόθεση σημειώνεται ότι ο Αιτητής επιδιώκει την ακύρωση της διαιτητικής απόφασης με σειρά από λόγους έφεσης, οι οποίοι μπορούν να σταχυολογηθούν σε δυο κατηγορίες. Η πρώτη κατηγορία αφορά την ουσία της διαφοράς και ότι ο διαιτητής κατέληξε στην απόφαση λόγω πλάνης περί τα πράγματα και τον Νόμο. Η δεύτερη κατηγορία αφορά τη συντριπτική πλειοψηφία των προβαλλόμενων λόγων έφεσης, οι οποίοι αποδίδουν κακή συμπεριφορά στον διαιτητή. Στην παρούσα απόφαση θα εξεταστεί πρώτα ο ισχυρισμός περί κακής συμπεριφοράς. Ο ισχυρισμός περί κακής συμπεριφοράς του Διαιτητή Αποτελεί θεμελιακή αρχή ότι το έργο των διαιτητών είναι οιονεί δικαστικό και δικαστική είναι και η αποστολή τους. Θεμελιακή επί του προκειμένου είναι η απόφαση Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Dynacon Ltd κ.ά.
(1999)1 Α.Α.Δ. 717. Ταυτόχρονα αποτελεί καλά καθιερωμένη αρχή ότι η διαιτησία διεξάγεται σύμφωνα με τις καθιερωμένες νομικές αρχές και δικονομικούς κανόνες είναι η απόφαση A N Stasis Estates Co Ltd v G.M.P Katsampas Ltd
(2001)1 ΑΑΔ 2006. Το εύρος του Δικαστικού ελέγχου της διαιτητικής απόφασης έχει συνοψισθεί στην απόφαση Παναγιώτης Κλεοβούλου ν. Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Επαγγελματικού Κλάδου και Επιχειρηματιών Κύπρου (ΣΤΕΚΕΚ) Λτδ, ECLI:CY:AD:2015:A507, Πολ. Έφεση αρ. 304/2010, ημερομηνίας 10.7.2015, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα : «Οι αποφάσεις των διαιτητών ανατρέπονται δικαστικά στις περιπτώσεις όπου ο διαιτητής υπερέβη τη δικαιοδοσία του ή ενήργησε κατά τρόπο εμφανώς ενάντια στις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης. Όπως εντοπίζεται στην απόφαση Σολωμού ν. Laiki Cyprialife Ltd
(2010)1 AAΔ 687, ο διαιτητής βαρύνεται με την υποχρέωση να ενεργήσει στα πλαίσια των όρων εντολής του και το ζητούμενο είναι η συμμόρφωσή του με τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης σε όλη την πορεία της οιονεί δικαστικής αποστολής του. Πέραν της υποχρέωσης αυτής ο διαιτητής είναι δεσμευμένος να συμμορφώνεται και με τις βασικές αρχές του δικαίου. Άλλωστε η διαιτησία διεξάγεται πάντοτε σύμφωνα με τις καθιερωμένες νομικές αρχές και ο κάθε διαιτητής είναι υποχρεωμένος να τηρεί τους δικονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στις δικαστικές διαδικασίες, προκειμένου να εξασφαλίζεται η ισονομία, βασική αρχή του δικαίου. Η πλημμελής εκτέλεση των καθηκόντων του διαιτητή συνιστά λόγο ακύρωσης του τελικού πορίσματός του και η κατάλληλη θεραπεία εξαρτάται από τη φύση της πλημμέλειας και τις περιστάσεις της υπόθεσης (Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 2, παράγραφοι 670, 692, 693).» Επιπλέον, έχει νομολογικά κριθεί ότι μια από τις βασικές υποχρεώσεις του διαιτητή είναι η τήρηση πρακτικών, ενόψει της σημασίας που ενέχουν στη διαδικασία. Ενδεικτικά παραπέμπω στην απόφαση Μιχαήλ κ.ά ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Στρουμπίου Πολιτική Έφεση 190/12, ημερομηνίας 28.6.2018. Επιπρόσθετα, το Εφετείο στην απόφαση Αναφορικά με την Αίτηση του Πιπερή ν. Αναφορικά με την Σ.Π.Ε. Κυπερούντας, ECLI:CY:AD:2019:A383, Πολιτική Έφεση Αρ. 456/2012, ημερομηνίας 20.9.2019, με παραπομπή στην απόφαση Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Dynacon Ltd κ.ά υπέδειξε ότι: «η απόφαση του διαιτητή πρέπει να είναι δεόντως αιτιολογημένη, για να μπορεί να διαπιστώνεται ο λόγος για την κατάληξή της, αλλά και για να μπορεί να υποβάλλεται σε δικαστικό έλεγχο, εφόσον εγείρεται τέτοιο θέμα, όπως συνέβη εν προκειμένω.» Στην πιο πάνω απόφαση κρίθηκε ότι εννοιολογικό στοιχείο της αιτιολογημένης απόφασης είναι η συνοπτική έστω αναφορά στις θέσεις των διαδίκων και η αξιολόγηση των εκατέρωθεν θέσεων. Κρίθηκε επίσης ότι παράλειψη των πιο πάνω δεν επιτρέπει τον δικαστικό έλεγχο. Από τις πιο πάνω αυθεντίες εξάγεται το συμπέρασμα ότι το έργο του διαιτητή είναι οιονεί δικαστικό, η διαδικασία διαιτησίας διεξάγεται με βάση τις καθιερωμένες νομικές αρχές που διέπουν την εκδίκαση των υποθέσεων και μεταξύ άλλων ο διαιτητής έχει καθήκον να αιτιολογεί την απόφασή του. Στο πλαίσιο της υποχρέωσης αιτιολόγησης της απόφασής του ο διαιτητής έχει καθήκον να αναφερθεί συνοπτικά έστω στις θέσεις των διαδίκων και να τις αξιολογήσει. Συνεπώς, τυχόν μη αναφορά στις θέσεις των διαδίκων αντιβαίνει σε βασική νομική αρχή και ως εκ τούτου συνιστά ανάρμοστη συμπεριφορά. Στην υπό κρίση υπόθεση, αυτό που αποδίδεται στο διαιτητή, είναι ότι δεν τηρήθηκαν πρακτικά και ότι ο διαιτητής δεν αναφέρθηκε στα επιχειρήματα της πλευράς του Αιτητή. Οι πιο πάνω ισχυρισμοί, εάν ευσταθούν, δυνατόν να συνιστούν ανάρμοστη συμπεριφορά εκ μέρους του διαιτητή. Στην υπό κρίση υπόθεση, παρατηρώ ότι η αίτηση δεν έχει επιδοθεί στον διαιτητή. Επί του προκειμένου, διαφωτιστική είναι η απόφαση Συμεωνίδη ν. Μενελάου, Πολιτική Έφεση 6/12, ημερομηνίας 22.12.2016, οπού υιοθετήθηκε το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Mustill & Boyd, Commercial Arbitration (London, 2nd ed., 1989, Butterworth), σελ. 553, ως η επιτομή της κρατούσας πλέον θέσης της νομολογίας επί του θέματος: «Whenever an application is made to the Court to set aside or remit an award on grounds of misconduct, "technical" or otherwise, the notice of motion should be served on the arbitrator or umpire concerned. He may then either (a) take an active part in the proceedings or (b) file an affidavit for the assistance of the court or (c) take no action. » Από το πιο πάνω απόσπασμα προκύπτει πως όταν υποβάλλεται αίτηση για παραμερισμό ή ακύρωση της απόφασης του διαιτητή στη βάση ισχυρισμών για κακή συμπεριφορά, η αίτηση θα πρέπει να επιδίδεται και στον διαιτητή. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη νομολογία η υποχρέωση επίδοσης είναι επιτακτική αφού χρησιμοποιήθηκε ο όρος «should», ο οποίος εννοιολογικά υποδηλώνει επιτακτική υποχρέωση. Συνακόλουθα, κρίνω ότι η μη επίδοση της αίτησης στον διαιτητή δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να εξετάσει τους ισχυρισμούς περί ανάρμοστης συμπεριφοράς. Ανεξάρτητα από την πιο πάνω κατάληξή μου, ο Αιτητής δεν έχει αποσείσει το βάρος να αποδείξει ότι έλαβαν χώρα οι ενέργειες ή παραλείψεις του διαιτητή, οι οποίες αποτελούν το θεμέλιο του ισχυρισμού περί κακής ή ανάρμοστης συμπεριφοράς. Συγκεκριμένα, οι αναφορές του Αιτητή σε κατ' ισχυρισμόν παραλείψεις του διαιτητή προκύπτουν από εξ ακοής δηλώσεις για τις οποίες κρίθηκε ανωτέρω ότι δεν μπορεί να προσδοθεί βαρύτητα. Επομένως, κρίνω ότι δεν έχουν στοιχειοθετηθεί οι λόγοι έφεσης που προσάπτουν κακή συμπεριφορά στον διαιτητή. Το εσφαλμένο της κρίσης του διαιτητή Όπως έχει κριθεί στην απόφαση Κούλλουρου Ελένη ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αθηαίνου
(2005)1 ΑΑΔ 987, η διαδικασία διαιτησίας δεν αποτελεί προστάδιο για την προσφυγή στο δικαστήριο, αλλά αποτελεί αυτοτελή και ανεξάρτητη διαδικασία. Ταυτόχρονα υποδείχθηκε ότι δεν μπορούν να τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν τέθηκαν ενώπιον του διαιτητή. Στην υπό κρίση υπόθεση προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι ο διαιτητής δεν έλαβε υπόψη το ότι εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής εναντίον της περιουσίας του πρωτοφειλέτη, το οποίο εκδόθηκε στις 9.2.2009 και ότι δεν συνυπολόγισε ότι ο πρωτοφειλέτης στη δήλωση περιουσιακών του στοιχείων, ημερομηνίας 11.9.2009, Τεκμήριο 2, δήλωσε ότι η περιουσία του είναι στο όνομά του. Σύμφωνα με την πλευρά του Αιτητή, τα πιο πάνω συνιστούσαν ψευδή παράσταση και καθιστούσαν την εγγύηση άκυρη. Όμως, μέσα από την ενώπιόν μου μαρτυρία δεν προκύπτει ότι οι πιο πάνω θέσεις τέθηκαν στη διαδικασία ενώπιον του διαιτητή. Συνεπώς, στη βάση της απόφασης Κούλλουρου (ανωτέρω) δεν μπορούν να τεθούν ούτε ενώπιον του Δικαστηρίου. Εν πάση περιπτώσει, το διάταγμα παραλαβής δεν έχει τις συνέπιες που επικαλείται η πλευρά του Αιτητή και δεν αποξενώνει τον χρεώστη από την περιουσία του. Σχετικά παραπέμπω στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 3, σελίδα 217, παράγραφος 367, όπου καταγράφονται τα ακόλουθα σχετικά: "The receiving order must be distinguished from the adjudication in bankruptcy; it does not divest the debtor of his property, or make him a bankrupt, or place him under the disabilities of an adjudicated bankrupt." Αφ' ης στιγμής η έκδοση διατάγματος παραλαβής δεν αποξενώνει τον χρεώστη από την περιουσία του, η αναφορά στο Τεκμήριο 2, ότι ο πρωτοφειλέτης είναι κύριος της περιουσίας του δεν συνιστά ψευδή παράσταση. Συνακόλουθα, οι σχετικές αιτιάσεις του Αιτητή απορρίπτονται. Κατάληξη Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Καθ' ου η αίτηση πιστωτικού ιδρύματος, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /MX cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.