Αναφορικά με τον Μαραγκάκη, Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης υπ' αρ: 6/2021, 19/5/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A262 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ.Κ. Λοΐζου, Ε.Δ. Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης υπ' αρ: 6/2021 Αναφορικά με τον περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και των διαδικασιών παράδοσης εκζητουμένων μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης Νόμο, Ν. 133(I)/2004) Και Αναφορικά με την Απόφαση Πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών, ημερ. 13/6/2002, ως τροποποιήθηκε με την Απόφαση Πλαίσιο 2009/299/ΔΕΥ του Συμβουλίου ημερ. 26ης Φεβρουαρίου 2009 και Αναφορικά με το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης υπ' αρ. 21/2019 της Εισαγγελίας Εφετών Κρήτης, ημερομηνίας 31/12/2019 και Αναφορικά με τον XXXXXX Μαραγκάκη, ελληνικής υπηκοότητας και με ημερ. γέννησης XXXXXX Ημερομηνία: 19/05/2021 Εμφανίσεις: Για την Κεντρική Αρχή: κα Χ. Καραολίδου Για εκζητούμενο: κ. Δ. Τσολακίδης Εκζητούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η A. Το επίδικο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης που εκδόθηκε από την Εισαγγελία Εφετών Κρήτης στις 31/12/2019 με αριθμό 21/19 (στο εξής «το ΕΕΣ») ήταν το αντικείμενο της ενώπιόν μου διαδικασίας εκτέλεσης. Επ' αυτού αναφέρονται οι εξής πληροφορίες: Ο εκζητούμενος με την απόφαση του τριμελούς Εφετείου Κρήτης, υπ' αριθμό 138/01‑03‑2013, καταδικάστηκε για κατοχή ναρκωτικών ουσιών σε ποινή στερητική της ελευθερίας 11 ετών και χρηματική ποινή 10.000 ευρώ. Το αδίκημα του κατηγορούμενου ήταν ότι, στο Τυμπάκι Ηρακλείου στη θέση «Ζυγάλι - Τροχάλι» την 19/10/2005 στην οπίσθια πλευρά του θερμοκηπίου που διατηρεί κατείχε ναρκωτικά και συγκεκριμένα κατείχε εντός μαύρης πλαστικής σακούλας μια ποσότητα (φούντα) ακατέργαστης ινδικής κάνναβης, καθαρού βάρους 885,36 γραμμάριων (βλ. ενότητα (Ε) του ΕΕΣ). Στην ενότητα (Δ) του ΕΕΣ αναφέρεται πως ο εκζητούμενος δεν εμφανίστηκε αυτοπροσώπως στη δίκη που οδήγησε στην έκδοση της εναντίον του απόφασής και ούτε κλητεύθηκε αυτοπροσώπως, αλλά είχε με άλλα μέσα ενημερωθεί πραγματικά και επίσημα για την προγραμματισμένη ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης που οδήγησε στην έκδοση της εναντίον του απόφασης, κατά τρόπο ώστε να αποδεικνύεται σαφώς ότι τελούσε σε γνώση της προγραμματισμένης δίκης και είχε ενημερωθεί σχετικά με το γεγονός ότι μπορεί να εκδοθεί απόφαση σε περίπτωση που δεν εμφανιστεί στη δίκη του (βλ. σημεία
(2)και 3
(1)(β) της Ενότητας (Δ) του ΕΕΣ). Στην ίδια Ενότητα (Δ) αναφέρεται ότι, η απόφαση δεν του επιδόθηκε προσωπικά, αλλά θα του επιδοθεί προσωπικά και αμελλητί μετά την παράδοσή του και όταν του επιδοθεί η απόφαση θα ενημερωθεί ρητά για το δικαίωμά του να δικαστεί εκ νέου ή να ασκήσει ένδικο μέσο, στην εκδίκαση του οποίου δικαιούται να παρίσταται, η δε ουσία της υπόθεσης, περιλαμβανομένων και νέων αποδεικτικών στοιχείων θα επανεξεταστεί και η δίκη μπορεί να οδηγήσει σε ανατροπή της αρχικής απόφασης και ο εκζητούμενος θα ενημερωθεί για την προθεσμία μέσα στην οποία μπορεί να ζητήσει επανεκδίκαση ή να ασκήσει ένδικο μέσο (βλ. σημείο 3
(4)Ενότητας (Δ)). Διευκρινίζεται στην ίδια ενότητα ότι, η δικαστική απόφαση κατέστη αμετάκλητη την 11/09/2013, όμως ο εκζητούμενος μπορεί να υποβάλει αίτηση για ακύρωση της διαδικασίας εντός προθεσμίας 15 ημερών από την έκδοση της απόφασης προκειμένου να εκδικαστεί εκ νέου η υπόθεσή του από το ίδιο Δικαστήριο. Εάν η αίτηση υποβληθεί εκπρόθεσμα θα πρέπει να δικαιολογηθεί η εκπρόθεσμη άσκησή της. Επίσης μπορεί να ασκήσει έφεση κατά της απόφασης προκειμένου η υπόθεσή του να εκδικαστεί από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο. Εάν η έφεση υποβληθεί εκπρόθεσμα θα πρέπει να δικαιολογείται η εκπρόθεσμη άσκησή της. Αφού πρόκειται για αμετάκλητη απόφαση μπορεί να υποβληθεί αίτηση επανάληψης της διαδικασίας υπό τους όρους και προβλέψεις του Άρθρου 525 του ελληνικού Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Στο σημείο 4 της Ενότητας (Δ) του ΕΕΣ διευκρινίζεται ότι, ο κατηγορούμενος κλητεύθηκε στη δίκη νομότυπα και εμπρόθεσμα με θυροκόλληση στη γνωστή διεύθυνση κατοικίας που είχε δηλώσει ο ίδιος στον ανακριτή κατά την απολογία του, όπως προκύπτει από το 07/12/2012 αποδεικτικό επίδοσης κλήσης του αρχιφύλακα του αστυνομικού τμήματος Μοιρών, Μαυρογιαννάκη XXXXX. Επίσης ενημερώθηκε για τη δίκη και ο αντίκλητος του εκζητούμενου, δικηγόρος Ηρακλείου, Φραγκίσκος XXXXX, όπως προκύπτει από το αποδεικτικό επίδοσης κλήσης του επιμελητή Δικαστηρίων Γιαννακουδάκη XXXXX, ημερομηνίας 08/02/2013, τον οποίο αντίκλητο δικηγόρο ο εκζητούμενος είχε διορίσει με την απολογία του στον ανακριτή. Είναι στη βάση αυτών των, κατ΄αρχήν δεδομένων, που καλείται να κρίνει το παρόν Δικαστήριο εάν θα διατάξει την εκτέλεση του επίδικου ΕΕΣ. Β. Οι θέσεις των μερών Η θέση του εκζητούμενου ενώπιόν μου ήταν ότι το επίδικο θέμα στην παρούσα υπόθεση ήταν το αντικείμενο αποφάσεων του Ανώτατου Δικαστηρίου στις πρόσφατες αποφάσεις του Γενικός Εισαγγελέας Δημοκρατίας ν. Προϊός, Πολιτική Έφεση 320/19, ημερομηνίας 03 Μαρτίου 2020 και της Γενικός Εισαγγελέας Δημοκρατίας ν. Γεώργιου Σταύρου, Πολιτική Έφεση 317/20, ημερομηνίας 17/02/2021 και κάλεσε το Δικαστήριο να τις υιοθετήσει. Η Υπεράσπιση εισηγήθηκε ότι για να διαφυλαχθεί το δικαίωμα υπεράσπισης του εκζητούμενου, όπως διακηρύσσεται στην ίδια την Απόφαση Πλαίσιο και όπως αναδύεται μέσα από τη φιλοσοφία της, αλλά και τον σεβασμό προς τα θεμελιώδη δικαιώματα και αρχές που αναγνωρίζονται από τη Συνθήκη για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) και εκφράζονται στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το παρόν Δικαστήριο πρέπει να αρνηθεί να εκδώσει τον εκζητούμενο στις ελληνικές αρχές. Η παρούσα περίπτωση, συνέχισε η εισήγηση, δύναται να ενταχθεί στον λόγο της Προϊός και Σταύρου και έτσι το Δικαστήριο δεν έχει άλλη επιλογή παρά να απορρίψει την εκτέλεση του ΕΕΣ. Ήταν η θέση της Κεντρικής Αρχής ότι η ερημοδικία δεν οδηγεί αυτόματα σε απόρριψη εκτέλεσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. Μάλιστα ισχύει το αντίθετο. Δηλαδή η άρνηση εκτέλεσης μπορεί να διαταχθεί μόνο όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του Άρθρου 3, 4 και 4(α) της Απόφασης Πλαίσιο και άρθρα 13 και 14 του Νόμου. Το ζητούμενο είναι να κρίνει το Δικαστήριο κατά πόσο οι διευκρινίσεις που δόθηκαν από την εκδίδουσα αρχή, ως προς τα διαδικαστικά δικαιώματα του εκζητούμενου και συγκεκριμένα το δικαίωμά του να αιτηθεί επανεκδίκαση της ουσίας της υπόθεσής του, είναι επαρκείς ώστε να διαταχθεί η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. Η εθνική μας νομολογία, εισηγήθηκε η κα Καραολίδου, αναφέρει ότι κάποιες εγγυήσεις, όπως αυτές της Προϊός και Σταύρου, δεν κρίθηκαν επαρκείς. Εν τούτοις στην παρούσα περίπτωση εισηγήθηκε ότι είναι απολύτως επαρκείς για να εκτελεστεί το ΕΕΣ. Γ. Η μαρτυρία στην υπόθεση Κατατέθηκαν μόνο παραδεκτά γεγονότα στην υπόθεση αφού η μαρτυρία που θα προσκόμιζε η Κεντρική Αρχή ήταν παραδεχτή από πλευράς Υπεράσπισης. Ήταν σαφής η θέση του εκζητούμενου ότι το θέμα ήταν απολύτως νομικό. Κατατέθηκαν ενώπιον μου τα εξής παραδεκτά γεγονότα, ως προκύπτουν από το Παραδεκτό Έγγραφο Α: «Ο εκζητούμενος ΧΧΧΧΧΧ Μαραγκάκης, την 25/03/2021 στις 23:50 π.μ. συνελήφθη νομίμως από τον ΑΣΤ. XXXXX, στη βάση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, το οποίο εκδόθηκε από την Εισαγγελία Εφετών Κρήτης, στις 31/12/2019 και με το οποίο επιζητείται η σύλληψη και παράδοσή του στις Ελληνικές Αρχές για εκτέλεση ποινής που του επιβλήθηκε στην υπόθεση υπ' αριθμό 138/01‑03/2013 του τριμελούς Εφετείου Κρήτης, για το αδίκημα της κατοχής ναρκωτικών. Κατά τη σύλληψη του εκζητούμενου, ο ΑΣΤ. XXXXX του εξήγησε τους λόγους της σύλληψής του, του επέδωσε και παρέλαβε έγγραφο δικαιωμάτων για συλληφθέντων βάσει του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, όπως επίσης και το ίδιο το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και αφού του επέστησε την προσοχή του στον Νόμο αυτός απάντησε ''δεν ήταν κακούργημα». Επίσης, μέσα από το παραδεκτό Τεκμήριο 3, επιστολή της Αντεισαγγελέως Εφετών Κρήτης προς, μεταξύ άλλων, το κυπριακό Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, ημερομηνίας 07/04/2021, δίδονται οι εξής νομικές εγγυήσεις σε σχέση με την άσκηση των δικαιωμάτων του κατηγορούμενου, πέραν των όσων αναφέρονται στην ενότητα Δ του ιδίου του επίδικου ΕΕΣ: Η απόφαση δεν επιδόθηκε προσωπικά στον εκζητούμενο, αλλά θα του επιδοθεί μόλις αυτός παραδοθεί στις Ελληνικές Αρχές, ώστε να λάβει γνώση. Επιπλέον έχει το δικαίωμα προκειμένου να δικαστεί εκ νέου η υπόθεσή του να υποβάλει ένδικα μέσα και συγκεκριμένα αίτηση ακύρωσης διαδικασίας κατά τις διατάξεις του Άρθρου 435 του ΚΠΔ [Κώδικα Ποινικής Δικονομίας], για την οποία ορίζεται ότι ασκείται εντός ανατρεπτικής προθεσμίας 15 ημερών από την έκδοση της απόφασης. Με την αίτηση αυτή, εφόσον γίνει δεκτή, ακυρώνεται η προηγούμενη διαδικασία και η υπόθεση εκδικάζεται εκ νέου σε πρώτο βαθμό. Επίσης έχει το δικαίωμα άσκησης έφεσης κατά της απόφασης κατά το Άρθρο 489 ΚΠΔ. Η προθεσμία για την άσκηση της έφεσης ορίζεται στο Άρθρο 473 ΚΠΔ, είναι 10 ημερών και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης σε περίπτωση που ο δικαιούμενος δεν ήταν παρών κατά την απαγγελία της απόφασης. Με την άσκηση έφεσης, εφόσον γίνει δεκτή, εξαφανίζεται η πρωτόδικη απόφαση και η υπόθεση εκδικάζεται εκ νέου από ανώτερο Δικαστήριο. Εκπρόθεσμη αίτηση ακύρωσης διαδικασίας ή εκπρόθεσμη έφεση μπορεί να γίνει δεκτή εφόσον ο Αιτών επικαλεστεί και αποδείξει λόγους για τους οποίους δικαιολογείται η εκπρόθεσμη άσκηση του ένδικου μέσου. Η εκπρόθεσμη άσκηση των ένδικων μέσων δεν αναστέλλει την εκτέλεση της απόφασης. Ωστόσο δίνεται η δυνατότητα, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτουν τα Άρθρα 435 παρ. 2 ΚΠΔ, για την αίτηση ακύρωσης διαδικασίας και 472, 497 παρ. 7, 8 ΚΠΔ, για την έφεση, να χορηγηθεί ανασταλτικό αποτέλεσμα μέχρι την εκδίκαση των ένδικων μέσων. Εκτός τούτων όταν πρόκειται για αμετάκλητη απόφαση μπορεί να υποβληθεί αίτηση επανάληψης διαδικασίας υπό τους όρους του Άρθρου 525 ΚΠΔ. Μελέτη των πρακτικών της επίδικης απόφασης δεικνύει ότι ο κατηγορούμενος δεν ήταν παρών κατά την έκδοσή της. Δικάστηκε όμως ωσάν να ήταν παρών λόγω του ότι το Εφετείο Κρήτης θεώρησε επαρκή την επίδοση δια θυροκόλλησης στην τελευταία του γνωστή διεύθυνση και την επίδοση στο δικηγόρο που ο ίδιος ο εκζητούμενος είχε διορίσει κατά την απολογία του στον Ανακριτή, ως αναφέρονται πιο πάνω στο σημείο (Α) της παρούσας. Σε περαιτέρω διευκρινιστικό ερώτημα που έθεσε μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ο συνήγορος του εκζητούμενου και αυτό διαβιβάστηκε μέσω της συνηγόρου της Κεντρικής Αρχής και του εντεταλμένου λειτουργού του κυπριακού Υπουργείου Δικαιοσύνης προς την Εισαγγελία Εφετών Κρήτης, δόθηκε απάντησε με επιστολή 07/04/2021 ότι ναι μεν η απόφαση εναντίον του εκζητούμενου έχει καταστεί αμετάκλητη γι' αυτό και εκτελεστή, σύμφωνα με τον ελληνικό Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, εν τούτοις ο εκζητούμενος θα έχει τη δυνατότητα να ασκήσει τα ένδικα μέσα που αναλυτικά αναφέρονται πιο πάνω. Εξηγήθηκε περαιτέρω με απόφαση της Εισαγγελίας Εφετών Κρήτης, ημερομηνίας 12/04/2021 (παραδεκτό Τεκμήριο 10) ότι το άρθρο 4α της Απόφασης Πλαίσιο, όπως αυτή τροποποιήθηκε με την Απόφαση Πλαίσιο 2009/299/ΔΕΥ της 26/02/2009, ενσωματώθηκε στην ελληνική νομοθεσία με το Άρθρο 12 του Νόμου 3251/2004, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει μέχρι σήμερα. Δ. Η νομική πτυχή Το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί εν προκειμένω είναι εάν με βάση τις εφαρμοστέες ευρωπαϊκές και εθνικές διατάξεις, την υπάρχουσα ευρωπαϊκή και κυπριακή νομολογία και τα γεγονότα εν προκειμένω, το Δικαστήριο πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια εναντίον της έκδοσης του εκζητούμενου. Απαντώ το ερώτημα στη βάση της νομικής ανάλυσης που ακολουθεί. Ως προς το λόγο ύπαρξης, το σκοπό έκδοσης και τη διαδικασία εκτέλεσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης παραπέμπω στη Shini-Mehrabzadeh Said v. Γενικός Εισαγγελέας, Π.Ε.279/15, ημερ.17.11.2015, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Οι λόγοι που οδήγησαν στη θέσπιση του ΕΕΣ και η όλη φιλοσοφία που το διέπει, κινούνται γύρω από την ανάγκη παροχής συνδρομής μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην έκδοση προσώπων που αναζητούνται με σκοπό τη δίωξή τους ή που έχουν ήδη νόμιμα και αρμοδίως καταδικαστεί σε ένα κράτος-μέλος, αλλά βρίσκονται σε άλλο κράτος-μέλος. Στόχος της όλης διαδικασίας είναι η παροχή δικαστικής συνδρομής μεταξύ των κρατών-μελών, ώστε να συλλαμβάνονται και να παραδίδονται οι εμπλεκόμενοι χωρίς ιδιαίτερες, περίπλοκες, διαδικασίες ή αχρείαστες καθυστερήσεις. Είναι για το λόγο αυτό που η όλη διαδικασία σύλληψης και παράδοσης είναι ιδιόμορφη και εστιάζει στην απλοποίηση της δικαστικής συνδρομής μεταξύ των κρατών-μελών και στη γρήγορη και αποτελεσματική διεκπεραίωσή της. Οι βασικές αυτές παράμετροι, σε συνδυασμό με την ανάγκη για διαφύλαξη των θεμελιωδών Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του κάθε εκζητούμενου προσώπου, έχουν κατ' επανάληψη τεθεί και υιοθετηθεί από τη νομολογία μας (Hadjiametovic v. Γενικού Εισαγγελέα
(2009)1 ΑΑΔ 473, Πηγασίου ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2009)1 ΑΑΔ 519, Νικόλας Κυριάκου ν. Γενικού Εισαγγελέα, ΠΕ 196/13, ημερ.19.7.13, Κωνσταντίνος (Ντίνος) Μιχαηλίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα, ΠΕ 221/13, ημερ.2.9.13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Miroslaw Mrukwa, ΠΕ 41/14, ημερ.5.3.14, Leonid Ivanov Spiriev v. Γενικού Εισαγγελέα, ΠΕ 100/14, ημερ.13.5.14, Hadwen James v. Γενικού Εισαγγελέα, ΠΕ 184/14, ημερ.17.7.14, Constantinides v. Γενικού Εισαγγελέα, ΠΕ 347/14, ημερ.5.3.15). Ο όλος μηχανισμός που καλύπτει το ΕΕΣ βασίζεται σε υψηλό επίπεδο εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών-μελών και - κατ' ακολουθία της αιτιολογικής σκέψης 10 που παρατίθεται στο προοίμιο της Απόφασης-πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ - η εφαρμογή του εν λόγω μηχανισμού δύναται να ανασταλεί μόνο στην περίπτωση σοβαρής και διαρκούς παραβίασης από κράτος-μέλος των αρχών που διατυπώνονται στην πρώτη παράγραφο του Άρθρου 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ήτοι των αρχών της Ελευθερίας, της Δημοκρατίας, του σεβασμού των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών και του κράτους δικαίου, αρχές οι οποίες είναι κοινές στα κράτη-μέλη. Με αυτά ως δεδομένα τα δικαστήρια των κρατών-μελών θα πρέπει να είναι σε κάθε περίπτωση ιδιαίτερα ευαίσθητα στην εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους κατά την πορεία εξέτασης ΕΕΣ, έχοντας πάντα κατά νουν ότι κάθε τέτοιο ένταλμα εκτελείται βάσει της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης και σύμφωνα με τις διατάξεις της Απόφασης-πλαίσιο του Συμβουλίου 2002/584/ΔΕΥ, ημερομηνίας 13 Ιουνίου 2002, όπως τροποποιήθηκε από την Απόφαση-πλαίσιο 2009/299/ΔΕΥ, ημερομηνίας 26 Φεβρουαρίου 2009. Αποφάσεις που μεταφέρθηκαν στο κυπριακό δίκαιο με τον Νόμο 133(Ι)/2004.» Ως αναφέρθηκε στην Κωνσταντίνος (Ντίνος) Μιχαηλίδης (ανωτέρω): «Στόχος λοιπόν της όλης διαδικασίας είναι η παροχή δικαστικής συνδρομής μεταξύ των κρατών μελών ώστε να συμμορφώνονται και να παραδίδονται οι ύποπτοι χωρίς ιδιαίτερες περίπλοκες διαδικασίες ή αχρείαστες καθυστερήσεις. Γι' αυτό και οι στενές χρονικές περίοδοι, διότι η όλη διαδικασία δεν αφορά, ούτε ανάγεται σε καθαυτή ποινική δίωξη, ούτε η διαδικασία προσφέρεται για την εξέταση και θεμελίωση τυχόν ποινικής ευθύνης του εκζητουμένου. Αυτό αποτελεί κατ' εξοχήν το έργο της χώρας η οποία επιδιώκει την έκδοση του υπόπτου στο έδαφος της, οι δικαστικές αρχές της οποίας είναι και οι μόνες υπεύθυνες για την εξέταση και διαπίστωση της όποιας ποινικής ευθύνης του εκζητουμένου, στη βάση των ισχυόντων στην επικράτεια της, κανόνων δικαίου, ουσιαστικών και δικονομικών. [..................................] Προεξάρχον στοιχείο όπως απορρέει από τις αποφάσεις, είναι η εστίαση στην απλοποίηση των διαδικασιών σύλληψης και παράδοσης μέσα από μια sui generis διαδικασία, η οποία στοχεύει στην αποτελεσματική δικαστική συνδρομή μεταξύ των κρατών-μελών...» Προκύπτει λοιπόν από τα πιο πάνω ότι η αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης και της αμφίδρομης αναγνώρισης των νομικών συστημάτων των κρατών μελών χαρακτηρίστηκε ως ο ακρογωνιαίος λίθος της δικαστικής συνεργασίας στον τομέα του ευρωπαϊκού ποινικού δικαίου. Η εμπιστοσύνη ότι τα λοιπά κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης χαρακτηρίζονται επίσης από δημοκρατικές αξίες και κράτος δικαίου, τα οποία διασφαλίζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις ατομικές ελευθερίες, είναι απαραίτητη ώστε ο εθνικός δικαστής να ενεργεί και ως ευρωπαίος δικαστής και να συνεργάζεται με τους ευρωπαίους ομολόγους του για σκοπούς της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Τα άρθρα 14
(2),
(3)και
(4)του Νόμου, εναρμονιστικά των άρθρων 4α
(1),
(2)και
(3)της Απόφασης Πλαίσιο, προνοούν: «14
(2)Επιπροσθέτως των διατάξεων του εδαφίου
(1), η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης δύναται να αρνηθεί την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης που έχει εκδοθεί με σκοπό την εκτέλεση ποινής στερητικής της ελευθερίας ή μέτρου ασφαλείας στερητικού της ελευθερίας, σε περίπτωση που ο εκζητούμενος δεν εμφανίσθηκε αυτοπροσώπως στη δίκη που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης, εκτός εάν στο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης αναφέρεται ότι, βάσει δικονομικών απαιτήσεων που προβλέπονται από το εθνικό δίκαιο του κράτους μέλους έκδοσης, ο εκζητούμενος- (α) ........ (
- i)........ (
- ii)........ (β) ........ (γ) ........ (
- i)........ (
- ii)........ (δ) δεν έλαβε προσωπικά επίδοση της απόφασης αλλά- (
- i)η απόφαση θα του επιδοθεί προσωπικά και αμελλητί μετά την παράδοσή του και θα ενημερωθεί ρητά για το δικαίωμά του να δικασθεί εκ νέου ή να ασκήσει ένδικο μέσο, σε διαδικασία όπου δικαιούται να παρίσταται και όπου η ουσία της υπόθεσης, περιλαμβανομένων και νέων αποδεικτικών στοιχείων, επανεξετάζεται και η διαδικασία αυτή δύναται να οδηγήσει σε ανατροπή της αρχικής απόφασης· και (
- ii)θα ενημερωθεί σχετικά με την προθεσμία εντός της οποίας δικαιούται να ζητήσει να δικαστεί εκ νέου ή να ασκήσει ένδικο μέσο, ως προβλέπεται στο σχετικό ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης.
(3)Σε περίπτωση που το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκδίδεται με σκοπό την εκτέλεση ποινής στερητικής της ελευθερίας ή μέτρου ασφαλείας στερητικού της ελευθερίας υπό τους όρους της παραγράφου (δ) του εδαφίου
(2)ανωτέρω και ο εκζητούμενος δεν έχει λάβει προηγουμένως επίσημη ενημέρωση για την ύπαρξη δικαστικής διαδικασίας εναντίον του, ο εκζητούμενος έχει το δικαίωμα, κατά την ενημέρωσή του για το περιεχόμενο του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και προτού παραδοθεί στις αρμόδιες αρχές εκτέλεσης, να ζητήσει να λάβει αντίγραφο της απόφασης. Μόλις η δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος ενημερωθεί για το ως άνω αίτημα του εκζητουμένου, παρέχει ευθύς στον εκζητούμενο, μέσω της δικαστικής αρχής εκτέλεσης του εντάλματος, αντίγραφο της απόφασης: Νοείται ότι σε καμία περίπτωση το αίτημα του εκζητουμένου για λήψη αντιγράφου απόφασης δεν καθυστερεί τη διαδικασία παράδοσής του ή την απόφαση εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης: Νοείται, περαιτέρω, ότι η διαβίβαση της απόφασης στον εκζητούμενο γίνεται αποκλειστικά για ενημερωτικούς σκοπούς και δεν κινεί τις όποιες προθεσμίες ενδέχεται να ισχύουν για αίτηση επανεκδίκασης της υπόθεσης ή άσκησης έφεσης.
(4)Σε περίπτωση που ο εκζητούμενος παραδίδεται υπό τους όρους της παραγράφου (δ) του εδαφίου
(2)ανωτέρω και έχει ζητήσει επανεκδίκαση της υπόθεσης ή άσκηση έφεσης, μέχρι την ολοκλήρωση της επανεκδίκασης ή της έφεσης η κράτηση του εκζητουμένου επανεξετάζεται, ανά τακτά διαστήματα ή κατόπιν αίτησης του εκζητουμένου, στη βάση του δικαίου του κράτους έκδοσης. Η επανεξέταση παρέχει ειδικότερα τη δυνατότητα αναστολής ή διακοπής της κράτησης. Η επανεκδίκαση της υπόθεσης ή η άσκηση της έφεσης αρχίζει εν ευθέτω χρόνω μετά την παράδοση.» Η υπόθεση Melloni v. Ministerio Fiscal, C-399/11, 26/2/2013, η οποία αφορούσε σε προδικαστική παραπομπή Ισπανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο την αποφάσισε με μείζονα σύνθεση, παρέχει σαφή καθοδήγηση ως προς την ερμηνεία του άρθρου 4α της Απόφασης Πλαίσιο. Ο Αιτητής στη Melloni καταδικάστηκε ερήμην από Ιταλικό Εφετείο σε κάθειρξη δέκα ετών για δόλια πτώχευση. Κατ' έφεσην, η ασκηθείσα, εκ μέρους των δικηγόρων του Melloni, αίτηση αναιρέσεως απερρίφθη. Ενώπιον της αρμόδιας ισπανικής δικαστικής αρχής εκτέλεσης του εναντίον του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, ο Αιτητής αντιτάχθηκε στην παράδοση στις ιταλικές αρχές ισχυριζόμενος ότι ανακάλεσε τη δοθείσα, προς τους δικηγόρους που τον εκπροσώπησαν στην έφεση, εντολή και διόρισε άλλο δικηγόρο. Εντούτοις, οι αρμόδιες αρχές εξακολουθούσαν να απευθύνουν τις κοινοποιήσεις στους αρχικούς συνηγόρους του. Υπεστήριξε επίσης ότι εφόσον το ιταλικό δικονομικό δίκαιο δεν προβλέπει τη δυνατότητα άσκησης ένδικου μέσου κατά καταδικαστικών αποφάσεων που έχουν εκδοθεί ερήμην, το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης δεν θα έπρεπε να εκτελεστεί εκτός εάν η Ιταλία εγγυάτο προηγουμένως τη δυνατότητα άσκησης ένδικου μέσου κατά της καταδικαστικής απόφασης. Η ισπανική δικαστική αρχή εκτέλεσης του ιταλικού Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης αποφάσισε την παράδοση του Αιτητή στις ιταλικές αρχές διότι, αφενός δεν απεδείχθη ότι οι δικηγόροι που είχε διορίσει είχαν παυθεί και αφετέρου, διότι δεν παραβιάστηκαν τα δικαιώματα υπεράσπισής του, εφόσον τελούσε εν γνώσει της επικείμενης διεξαγωγής της δίκης και ερημοδίκησε οικειοθελώς. Άσκησε δε, αποφασίστηκε, σε όλα τα δικονομικά στάδια τα προβλεπόμενα δικαιώματά του. Το Ισπανικό Συνταγματικό Δικαστήριο, στο οποίο η υπόθεση κατέληξε, ανέστειλε τη διαδικασία και έστειλε στο ΔΕΕ προδικαστική παραπομπή με τα εξής τρία ερωτήματα: 1. Δύνανται οι εθνικές δικαστικές αρχές βάσει του άρθρου 4α της Απόφασης-Πλαίσιο να εξαρτούν την εκτέλεση ΕΕΣ από τον όρο ότι η σχετική καταδικαστική απόφαση υπόκειται σε αναθεώρηση; 2. Αν ναι, είναι το άρθρο 4α της Απόφασης-Πλαίσιο συμβατό με τα ανθρώπινα δικαιώματα ως διασφαλίζονται από τα άρθρα 47 και 48
(2)του χάρτη θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δηλαδή τα δικαιώματα σε αποτελεσματική δικαστική προστασία, σε δίκαιη δίκη και σε προώθηση υπεράσπισης;
- Αν ναι, μπορεί να αναγνωριστεί στα προαναφερόμενα δικαιώματα υψηλότερο επίπεδο προστασίας από ότι στο άρθρο 4α της Απόφασης-Πλαίσιο ώστε να αποφευχθεί ερμηνεία που θα περιόριζε ή θα έθιγε δικαιώματα που αναγνωρίζονται από το σύνταγμα του οικείου κράτους μέλους; Στο πρώτο πιο πάνω ερώτημα δόθηκε αρνητική απάντηση. Αναφέρθηκαν τα εξής στην παράγραφο 46 της απόφασης: «
- Όπως προκύπτει από το σύνολο των προηγηθεισών σκέψεων, το άρθρο 4α, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 έχει την έννοια ότι απαγορεύει στην αρμόδια δικαστική αρχή εκτελέσεως, στις παρατιθέμενες στην ως άνω διάταξη περιπτώσεις, να εξαρτά την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως εκδοθέντος προς εκτέλεση ποινής από την προϋπόθεση ότι η εκδοθείσα ερήμην καταδικαστική απόφαση μπορεί να αναθεωρηθεί εντός του κράτους μέλους εκδόσεως.» Το δεύτερο πιο πάνω ερώτημα αποφασίστηκε καταφατικά. Οι παράγραφοι 49 και 52 της απόφασης είναι κατατοπιστικές: «
- Όσον αφορά την έκταση εφαρμογής του δικαιώματος για αποτελεσματική προσφυγή και δίκαιη δίκη, το οποίο προβλέπει το άρθρο 47 του Χάρτη, καθώς και των διασφαλιζομένων από το άρθρο 48, παράγραφος 2, αυτού δικαιωμάτων άμυνας, πρέπει να διευκρινισθεί ότι, ναι μεν το δικαίωμα του κατηγορουμένου να παρίσταται αυτοπροσώπως στη δίκη συνιστά ουσιώδες στοιχείο του δικαιώματος για δίκαια δίκη, εντούτοις το δικαίωμα αυτό δεν είναι απόλυτο (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 6ης Σεπτεμβρίου 2012, C-619/10, Trade Agency, σκέψεις 52 και 55). Ο κατηγορούμενος μπορεί, εξ ιδίας βουλήσεως, να παραιτηθεί του δικαιώματος αυτού ρητώς ή σιωπηρώς, υπό την προϋπόθεση ότι η παραίτηση χωρεί κατά τρόπο μη επιδεχόμενο αμφισβήτηση, συνδυάζεται με κατ' ελάχιστον εγγυήσεις αντίστοιχες της σοβαρότητάς της και δεν προσκρούει σε κανένα σημαντικό δημόσιο συμφέρον. Ειδικότερα, δεν στοιχειοθετείται προσβολή του δικαιώματος για δίκαιη δίκη όταν ο ίδιος ο κατηγορούμενος δεν παρέστη αυτοπροσώπως, αφ' ης στιγμής ενημερώθηκε σχετικά με τον χρόνο και τον τόπο της δίκης ή την υπεράσπισή του ανέλαβε δικηγόρος στον οποίον ο ίδιος έδωσε σχετική εντολή. [....................................]
- Υπό την έννοια αυτή, στο εν λόγω άρθρο 4α, παράγραφος 1, προβλέπονται, υπό τα στοιχεία α και β, οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες ο ενδιαφερόμενος πρέπει να θεωρείται ότι παραιτήθηκε οικειοθελώς και κατά τρόπο μη επιδεχόμενο αμφισβήτηση του δικαιώματός του να παρίσταται στη δίκη του, με αποτέλεσμα η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως προς εκτέλεση της εκ μέρους του καταδικασθέντος ερήμην προσώπου ποινής να μην μπορεί να εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι το πρόσωπο αυτό μπορεί να επιτύχει τη διεξαγωγή νέας δίκης παρουσία του εντός του κράτους μέλους εκδόσεως. Τούτο συμβαίνει είτε οσάκις, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1, στοιχείο α, ο ενδιαφερόμενος δεν παρέστη αυτοπροσώπως στη δίκη μολονότι κλητεύθηκε αυτοπροσώπως ή είχε ενημερωθεί επισήμως σχετικά με τον χρόνο και τον τόπο οι οποίοι είχαν ορισθεί με την κλήτευση είτε, όπως αναφέρεται στην ίδια παράγραφο, στοιχείο β, οσάκις, τελώντας εν γνώσει της προγραμματισμένης δίκης, επέλεξε να εκπροσωπηθεί από δικηγόρο αντί να παραστεί ο ίδιος αυτοπροσώπως. Ως προς την παράγραφο 1, στοιχεία γ και δ, παρατίθενται εκεί οι περιπτώσεις όπου η αρμόδια δικαστική αρχή εκτελέσεως υποχρεούται να εκτελέσει το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως μολονότι ο ενδιαφερόμενος δικαιούται να τύχει νέας διεξαγωγής της δίκης εφόσον το συγκεκριμένο ένταλμα συλλήψεως διευκρινίζει είτε ότι ο ενδιαφερόμενος δεν ζήτησε την εκ νέου διεξαγωγή της δίκης είτε ότι πρόκειται να ενημερωθεί ρητώς ως προς το δικαίωμά του για την εκ νέου διεξαγωγή της δίκης.» Σε σχέση με το τρίτο πιο πάνω ερώτημα, η απάντηση που δόθηκε ήταν αρνητική διότι αποφασίστηκε ότι κάτι τέτοιο θα προσέβαλλε την αρχή της υπεροχής του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στις παραγράφους 60, 61 και 62 της απόφασης αναφέρονται τα εξής σχετικά: «
- Ασφαλώς, το άρθρο 53 του Χάρτη επιβεβαιώνει ότι, όταν πράξη της Ένωσης υπαγορεύει την εφαρμογή εθνικών μέτρων, είναι κατ' αρχήν θεμιτό οι εθνικές αρχές και τα εθνικά δικαστήρια να εφαρμόζουν τα κατοχυρωμένα στα Συντάγματά τους θεμελιώδη δικαιώματα, αρκεί η εν λόγω εφαρμογή να μη θέτει υπό διακύβευση την υπεροχή, την ενότητα και την αποτελεσματικότητα του δικαίου της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένου του Χάρτη.
- Πάντως, όπως προκύπτει από τη σκέψη 40 της παρούσας αποφάσεως, το άρθρο 4α, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 δεν παρέχει στα κράτη μέλη την ευχέρεια να αρνούνται την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως οσάκις ο ενδιαφερόμενος εμπίπτει σε μια από τις τέσσερις υποθετικές περιπτώσεις οι οποίες προβλέπονται με την ανωτέρω διάταξη.
- Εξάλλου, πρέπει να υπομνησθεί ότι η θέσπιση της αποφάσεως-πλαισίου 2009/299, η οποία ενέταξε την ανωτέρω διάταξη στην απόφαση-πλαίσιο 2002/584, στοχεύει στη θεραπεία των δυσχερειών της αμοιβαίας αναγνωρίσεως των εκδοθεισών ερήμην του ενδιαφερομένου αποφάσεων οι οποίες είναι απόρροια της υπάρξεως διαφορών εντός των κρατών μελών στο θέμα της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Συναφώς, η ανωτέρω απόφαση-πλαίσιο εναρμονίζει τις προϋποθέσεις εκτελέσεως ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως σε περίπτωση ερήμην καταδίκης, η δε εναρμόνιση αυτή απηχεί τη συναίνεση η οποία επετεύχθη από τα κράτη μέλη στο σύνολό τους αναφορικά με την εφαρμοστέα, δυνάμει του δικαίου της Ένωσης, έκταση των δικονομικών δικαιωμάτων των οποίων απολαύουν οι καταδικασθέντες ερήμην τους οποίους αφορά ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως.» (Οι υπογραμμίσεις του παρόντος Δικαστηρίου) Εάν η απάντηση στο τρίτο ερώτημα αυτό ήταν θετική, συνεχίζει η απόφαση στην παράγραφο 62 αυτής, θα τίθετο υπό αμφισβήτηση η ομοιομορφία του βαθμού προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων ο οποίος προσδιορίζεται από την Απόφαση-Πλαίσιο, θα έθιγε τις αρχές της αμοιβαίας εμπιστοσύνης και αναγνώρισης που η Απόφαση-Πλαίσιο ενισχύει και θα έθετε σε κίνδυνο την αποτελεσματικότητά της. Η υπόθεση του ΔΕΕ Openbaar Ministerie v Paweł Dworzecki υπ' αρ.108/16 ημερ. 24/2/2016 αφορούσε προδικαστική παραπομπή Ολλανδικού Δικαστηρίου σε σχέση με την ερμηνεία του άρθρου 4α
(1)(α) της Απόφασης Πλαίσιο. Αφορούσε Πολωνό υπήκοο που διέμενε στην Χάγη, υπεβλήθη στο Πρωτοδικείο του Άμστερνταμ αίτηση εκτελέσεως ΕΕΣ προκειμένου να εκτελεσθούν στην Πολωνία, τρεις ποινές φυλακίσεως διάρκειας δύο ετών, οκτώ μηνών και έξι μηνών. Ο εκζητούμενος δεν είχε εμφανισθεί στην δίκη η οποία οδήγησε στην έκδοση της σχετικής καταδικαστικής απόφασης. Σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στο ΕΕΣ, το έγγραφο κλητεύσεως απεστάλη στη διεύθυνση που ο εκζητούμενος είχε δηλώσει για τις επιδόσεις δικογράφων και παρελήφθη από τον παππού του ο οποίος ανέλαβε να το παραδώσει στον εκζητούμενο. Ενώπιον του ΔΕΕ τέθηκαν τα εξής ερωτήματα: (α) Κατά πόσο αποτελούν αυτοτελείς έννοιες του δίκαιου της Ένωσης οι εκφράσεις στο άρθρο 4α, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, σημείο i, της απόφασης - πλαισίου 2002/584 "είχε κλητευθεί αυτοπροσώπως και με την κλήτευση είχε ενημερωθεί σχετικά με την προγραμματισμένη ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης που οδήγησε στην έκδοση της αποφάσεως" καθώς και "είχε δι΄ άλλων μέσων ενημερωθεί πραγματικά και επισήμως για την προγραμματισμένη ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης αυτής, κατά τρόπον ώστε να αποδεικνύεται σαφώς ότι τελούσε εν γνώσει της προγραμματισμένης δίκης". (β) "
- .... να διευκρινιστεί αν το άρθρο 4α, παράγραφος 1, στοιχείο α', σημείο i, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 έχει την έννοια ότι πληροί τις τεθείσες με τη διάταξη αυτή προϋποθέσεις μια κλήτευση, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, η οποία δεν παραδόθηκε απευθείας στον ενδιαφερόμενο, αλλά η οποία πραγματοποιήθηκε με παράδοση, στη διεύθυνση τον τελευταίου, σε ενήλικο μέλος τον νοικοκυριού του, το οποίο μέλος ανέλαβε να παραδώσει το έγγραφο κλητεύσεως στον ενδιαφερόμενο, χωρίς να προκύπτει από το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως αν και, ενδεχομένως, πότε το εν λόγω ενήλικο μέλος του νοικοκυριού πράγματι παρέδωσε το ως άνω έγγραφο κλητεύσεως στον ενδιαφερόμενο." Το ΔΕΕ απάντησε τα δύο ερωτήματα στις σκέψεις 32 και 54 αντίστοιχα της απόφασης. "
- Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι το άρθρο 4α, παράγραφος 1, στοιχείο α', σημείο i, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 έχει την έννοια ότι οι εκφράσεις "είχε κλητευθεί αυτοπροσώπως" καθώς και «είχε δι' άλλων μέσων ενημερωθεί πραγματικά και επισήμως για την προγραμματισμένη ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης αυτής, κατά τρόπον ώστε να αποδεικνύεται σαφώς ότι τελούσε εν γνώσει της προγραμματισμένης δίκης», οι οποίες περιλαμβάνονται στην εν λόγω διάταξη, αποτελούν αυτοτελείς έννοιες του δικαίου της "Ενωσης και πρέπει να ερμηνεύονται κατά τρόπο ενιαίο σε ολόκληρη την Ένωση." "
- Κατόπιν όλων των ανωτέρω σκέψεων, στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 4α, παράγραφος 1, στοιχείο α', σημείο i, της αποφάσεως-πλαισίού 2002/584 έχει την έννοια ότι δεν πληροί τις τεθείσες με τη διάταξη αυτή προϋποθέσεις μια κλήτευση, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, η οποία δεν παραδόθηκε απευθείας στον ενδιαφερόμενο, αλλά η οποία πραγματοποιήθηκε με παράδοση, στη διεύθυνση του τελευταίου, σε ενήλικο μέλος του νοικοκυριού τον, το οποίο ανέλαβε να παραδώσει το έγγραφο κλητεύσεως στον ενδιαφερόμενο, χωρίς να προκύπτει με βεβαιότητα από το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως εάν και, ενδεχομένως, πότε το εν λόγω ενήλικο μέλος του νοικοκυριού πράγματι παρέδωσε το ως άνω έγγραφο κλητεύσεως στον ενδιαφερόμενο." Η Dworzecki, παρόλο που καταδεικνύει το πνεύμα με το οποίο το ΔΕΕ αντικρύζει την Απόφαση Πλαίσιο, εντούτοις δεν απαντά στα επίδικα στην παρούσα υπόθεση ερωτήματα διότι αφορά αμιγώς σε ερμηνεία του άρθρου 4α
(1)(α) αυτής, ενώ εν προκειμένω απαιτείται ερμηνεία του άρθρου 4α
(1)(δ) αυτής. H υπόθεση Melloni (ανωτέρω) υιοθετήθηκε, τόσο από την πλειοψηφία, όσο και από τη μειοψηφία του Ανωτάτου Δικαστηρίου στη Ρένος Νεοφύτου ν. Γενικού Εισαγγελέα, ECLI:CY:AD:2016:A452, Π.Ε. αρ. 262/2016 ημερ. 29/9/2016. Στη Ρένος Νεοφύτου (πιο πάνω), τα επίδικα ΕΕΣ αφορούσαν σε, μεταξύ άλλων, αδικήματα φοροδιαφυγής που ο εκζητούμενος διέπραξε ως νόμιμος εκπρόσωπος ή διαχειριστής δύο εταιρειών και στα οποία του επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης. Ο δικηγόρος του Εφεσείοντα ισχυρίστηκε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εξέτασε, ως όφειλε, την υπόθεση υπό το πρίσμα του άρθρου 14
(2)(δ) του Νόμου, ήτοι ότι δεν διδόταν στα ΕΕΣ, εγγύηση ότι ο εκζητούμενος θα μπορούσε να δικασθεί εκ νέου ενώπιον των ελληνικών δικαστικών αρχών ή να ασκήσει ένδικο μέσο, σε διαδικασία όπου δικαιούται ο ίδιος να παρίσταται και όπου η ουσία της υπόθεσης, περιλαμβανομένων και νέων αποδεικτικών στοιχείων, επανεξετάζεται, ως απαιτεί το εν λόγω άρθρο 14
(2)(δ). Δόθηκαν, όμως, προς το κυπριακό δικαστήριο διευκρινίσεις από ελληνική κεντρική αρχή ότι οι επίδικες αποφάσεις θα μπορούσαν να εφεσιβληθούν με συγκεκριμένα ένδικα μέσα, βάσει του άρθρου 430 και 497 του ελληνικού Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Το Ανώτατο Δικαστήριο, δοθεισών των εν λόγω διευκρινίσεων, έκρινε, κατά πλειοψηφία, ότι η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου για την εκτέλεση των ΕΕΣ ήταν ορθή και πληρούσε τα αναφερόμενα στο άρθρο 14
(2)(δ) του Νόμου. Και στη Νικόλας Κυριάκου (πιο πάνω) επικυρώθηκε από το Εφετείο η πρωτόδικη απόφαση για εκτέλεση, κάποιων από τα επίδικα ΕΕΣ, διότι οι εγγυήσεις που παρασχέθηκαν από την ελληνική αρμόδια αρχή διασφάλιζαν τη δυνατότητα ο εκζητούμενος να ζητήσει να δικαστεί εκ νέου και να είναι παρών κατά τη λήψη της απόφασης, καθώς και το δικαίωμά του να ασκήσει αίτηση ακυρώσεως της εναντίον του, ερήμην, εκδοθείσας απόφασης και τούτο παρά την εκπνοή της σχετικής προθεσμίας. Το ίδιο και στην Constantinides ν. Γενικού Εισαγγελέα (ανωτέρω). Ο, εκεί, εκζητούμενος θα μπορούσε να ασκήσει κατά των αποφάσεων, που ήταν το αντικείμενο των, εκεί, Ευρωπαϊκών Ενταλμάτων Σύλληψης «αίτηση ακύρωσης απόφασης ή εκπρόθεσμη έφεση που μπορούν να οδηγήσουν σε εξαφάνιση της ανωτέρω απόφασης». Και στην Κόκος Ιωάννου (Ρωσσίδης) ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (ανωτέρω), παρόλο που κρίθηκε πριν την τροποποίηση του Νόμου (βλ. τροποποιητικό Νόμο Ν.30(Ι)/14)εντούτοις τ' αποφασισθέντα κατά το μέρος που ενδιαφέρει εξακολουθούν να ισχύουν. Οι νομικές εγγυήσεις που δόθησαν στην υπόθεση αυτή ήταν ότι ο εκζητούμενος μπορούσε να ασκήσει έφεση άμα τη εκδόσει του κατά το Άρθρο 429 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, εναντίον της ερήμην καταδίκης του, αλλά και να υποβάλει αίτηση ακυρώσεως της όλης διαδικασίας, συμφώνως του Άρθρου 430 του Κώδικα. Το Εφετείο, κρίνοντας τις άνω εγγυήσεις, ανέφερε τ' ακόλουθα: «... Υπό το φως και των ανωτέρω διευκρινίσεων/εγγυήσεων, δεν διαπιστώνεται καμία απολύτως παραβίαση των διατάξεων του Άρθρου 30 του Συντάγματος. Εφόσον η ερημοδικία επιτρέπεται από τη νομοθεσία του κράτους που επιδιώκει την έκδοση δεν τίθεται θέμα παραβίασης των αρχής της φυσικής δικαιοσύνης ή της διεξαγωγής δίκαιης δίκης. Πόσο μάλλον εδώ, που στον εφεσείοντα προσφέρεται η δυνατότητα ασκήσεως έφεσης ή και ακύρωσης της διαδικασίας ακριβώς λόγω της ερήμην καταδίκης του. Το τι το ημεδαπό Δικαστήριο οφείλει να διαπιστώσει είναι να μην εκδοθεί το εκζητούμενο πρόσωπο σε χώρα όπου θα διατρέχει σοβαρό κίνδυνο να του επιβληθεί η ποινή του θανάτου ή να υποβληθεί σε βασανιστήρια ή άλλη απάνθρωπη ή εξευτελιστική ποινή ή μεταχείριση. (Δέστε Άρθρο 2
(2)του Νόμου.)» Θεωρώ ότι η Melloni ερμήνευσε το άρθρο 4α της Απόφασης Πλαίσιο ξεκάθαρα. Απαγορεύεται στην αρμόδια δικαστική αρχή εκτελέσεως, βάσει του άρθρου 4α της Απόφασης-Πλαίσιο, να εξαρτά την εκτέλεση Ευρωπαϊκού Εντάλματος Συλλήψεως εκδοθέντος προς εκτέλεση ποινής από την προϋπόθεση ότι η εκδοθείσα ερήμην καταδικαστική απόφαση μπορεί να αναθεωρηθεί εντός του κράτους μέλους εκδόσεως. Σε καμία περίπτωση δεν αναφέρει, όμως, ότι στην περίπτωση μη αυτοπρόσωπης εμφάνισης του εκζητούμενου στη δίκη του και μη παροχής των εγγυήσεων του άρθρου 14
(2)(α)-(δ) από την κεντρική αρχή έκδοσης, εκμηδενίζεται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην εκτελέσει το ένταλμα. Στην Προϊός ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Π.Ε. 230/2019 ημερ. 3/3/2020 το Εφετείο κατά πλειοψηφία επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση δια της οποίας απερρίφθη αίτημα των Ελληνικών Αρχών για εκτέλεση Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, το οποίο εκδόθηκε εναντίον του εκζητούμενου από την Εισαγγελία Εφετών Θεσσαλονίκης, σχετικά με οικονομικής φύσεως αδικήματα, λόγω του ότι δεν παρασχέθηκαν επαρκείς νομικές εγγυήσεις, οι οποίες απαιτούνται σε περιπτώσεις προσώπων που ερημοδίκησαν και τους επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης στην απουσία τους. Το πρωτόδικο Δικαστήριο δέχθηκε ότι ο εκζητούμενος ήταν μόνιμα εγκατεστημένος στην Κύπρο από το 2009 και ουδέποτε έλαβε γνώση των αποφάσεων, δια των οποίων του επιβλήθηκε, μεταξύ άλλων, 36 μήνες ποινή φυλάκισης, σε υποθέσεις οι οποίες καταχωρίστηκαν μεταξύ 2011 και 2013. Δέχθηκε επίσης ότι τα κλητήρια θεσπίσματα επιδόθηκαν στη μητέρα του και στην αδερφή του υπό την ιδιότητά τους ως σύνοικοι του, ενώ δεν ήταν. Το Εφετείο, κατά πλειοψηφία, ανέφερε αφενός ότι, το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά θεώρησε ότι είχε διακριτική ευχέρεια να μην εκδώσει τον εκζητούμενο, αφού καμία από τις προϋποθέσεις του άρθρου 4α
(1)της Απόφασης Πλαίσιο δεν πληρείτο ώστε να αφαιρείται από το Δικαστήριο η εν λόγω διακριτική ευχέρεια και αφετέρου ότι, σωστά άσκησε την διακριτική του αυτή ευχέρεια και διέταξε τη μη εκτέλεση του ΕΕΣ. Το Εφετείο ανέφερε ότι οι εγγυήσεις που δόθηκαν από τις ελληνικές αρχές δεν διασφάλιζαν τη δυνατότητα του εκζητούμενου για εκ νέου ακρόαση επί της ουσίας της υπόθεσης, αλλά μόνο τη δυνατότητα του να ασκήσει έφεση εκπρόθεσμα και μόνο εάν καταδείκνυε προηγουμένως ότι η καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης έγινε για λόγους ανωτέρας βίας. Τούτο περιόριζε σημαντικά τα δικαιώματα του εκζητούμενου που εκπηγάζουν από το πνεύμα της διαδικασίας εκτέλεσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. Στη Γ.Ε. ν. Σταύρου, ECLI:CY:AD:2021:A77, Π. Ε. 317/2020 ημερ. 17/2/2021 ηγέρθηκε το ίδιο ζήτημα με σχεδόν πανομοιότυπα γεγονότα. Το Εφετείο αρνήθηκε να ανατρέψει την Προϊός (ανωτέρω), αφενός διότι αυτή δεν κρίθηκε ότι έθετε «αρχή δικαίου» παρά μόνο θέμα ερμηνείας νόμου και αφετέρου διότι δεν έκρινε το λόγο της ως λανθασμένο, ούτε θεώρησε ότι επιφέρει καταφανώς άδικα αποτελέσματα. Αντιθέτως, συμφώνησε με αυτή και την υιοθέτησε. Θεώρησε, δε, την κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι οι νομικές εγγυήσεις που έδωσαν οι ελληνικές αρχές ήταν ανεπαρκείς, ως ορθή. Συνεπώς, έκρινε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια εναντίον της έκδοσης του εκζητούμενου. Τόσο η Προϊός όσο και η Σταύρου (ανωτέρω) διαφοροποιούνται στα γεγονότα τους από την παρούσα υπόθεση. Εξηγώ:
- Τόσο στην Προϊός όσο και στη Σταύρου οι διευκρινίσεις που δόθηκαν από τις ελληνικές Αρχές όταν ερωτήθηκαν κατά πόσο θα διασφαλιστούν τα διαδικαστικά δικαιώματα του εκζητούμενου ήταν ότι, η εκ νέου εκδίκαση των υποθέσεων είναι δυνατή μόνο στην περίπτωση που ο εκζητούμενος ασκήσει έφεση κατά των καταδικαστικών αποφάσεων με την επίκληση λόγων ανωτέρας βίας που δικαιολογούν το εκπρόθεσμο υποβολής της έφεσης και το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεχτεί ως βάσιμο τον προβληθέντα λόγο ανωτέρας βίας. Οι διευκρινίσεις αυτές δεν κρίθηκαν επαρκείς ώστε να διασφαλίσουν τα βασικά διαδικαστικά δικαιώματα της υπεράσπισης του εκζητούμενου ως αυτά οριοθετούνται από το Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα δικαιώματα του ανθρώπου και καθίστανται μέρος του ευρωπαϊκού χάρτη ανθρωπίνων δικαιωμάτων βάσει της ΣΛΕΕ.
- Τέτοια διασφάλιση ήταν και στις δύο προαναφερθείσες περιπτώσεις αναγκαία διότι στο ίδιο το σώμα του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, σε αμφότερες τις περιπτώσεις, απουσίαζε αναφορά περί των εγγυήσεων που έπρεπε οι ελληνικές Αρχές να δώσουν, ως αναφέρονται στο άρθρο 4α
(1)(δ) της Απόφασης Πλαίσιο και 14
(2)(δ) του Νόμου, ώστε να μπορέσει να εκτελεστεί το ένταλμα.
- Στην Προϊός το Δικαστήριο δέχτηκε τη θέση της Υπεράσπισης ότι ο εκζητούμενος από τα τέλη του 2009 βρισκόταν εγκατεστημένος στην Κύπρο και ούτε κρυβόταν ούτε προσπάθησε καθ' οιονδήποτε τρόπο να διαφύγει των υποχρεώσεών του και πως γνήσια φαινόταν να μην γνωρίζει για την ύπαρξη της εναντίον του διαδικασίας. Στη δε Σταύρου το πρωτόδικο Δικαστήριο δέχτηκε την αδιαμφισβήτητη θέση μεταξύ των μερών ότι το κλητήριο θέσπισμα της υπόθεσης θυροκολλήθηκε στη δηλωθείσα, κατά την απολογία του εκζητούμενου στον ανακριτή, διεύθυνση και επιδόθηκε και στον αντίκλητο δικηγόρο του, ο οποίος είχε διοριστεί από τον εκζητούμενο κατά την απολογία του στον ανακριτή.
- Στην Προϊός κρίθηκε ότι η περίπτωση δεν ενέπιπτε σε καμία από τις τέσσερις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 4α
(1)της Απόφασης Πλαίσιο και άρθρο 14
(2)του Νόμου, οι οποίες, ως επεξηγήθηκε «εάν υφίσταντο δεν θα δικαιολογούσαν την άρνηση εκτέλεσης του ΕΕΣ, όπως έχει επεξηγηθεί στην υπόθεση Melloni πιο πάνω.» Εν προκειμένω η μαρτυρία είναι εντελώς διαφορετική (διατηρώ την ανωτέρω αρίθμηση για σκοπούς αντιστοιχίας και ευκολία αναφοράς): 1. Οι διευκρινίσεις που δόθηκαν εν προκειμένω μέσω του παραδεκτού Τεκμηρίου 3 ήταν πλήρεις, λεπτομερείς και σαφείς. Ήταν οι εξής: - Η απόφαση θα επιδοθεί στον εκζητούμενο μόλις αυτός παραδοθεί στις Ελληνικές Αρχές, ώστε να λάβει γνώση. - Έχει το δικαίωμα προκειμένου να δικαστεί εκ νέου η υπόθεσή του να υποβάλει ένδικα μέσα και συγκεκριμένα αίτηση ακύρωσης διαδικασίας κατά τις διατάξεις του Άρθρου 435 του ΚΠΔ [Κώδικα Ποινικής Δικονομίας], για την οποία ορίζεται ότι ασκείται εντός ανατρεπτικής προθεσμίας 15 ημερών από την έκδοση της απόφασης. Με την αίτηση αυτή, εφόσον γίνει δεκτή, ακυρώνεται η προηγούμενη διαδικασία και η υπόθεση εκδικάζεται εκ νέου σε πρώτο βαθμό. - Επίσης έχει το δικαίωμα άσκησης έφεσης κατά της απόφασης κατά το Άρθρο 489 ΚΠΔ. Η προθεσμία για την άσκηση της έφεσης ορίζεται στο Άρθρο 473 ΚΠΔ, είναι 10 ημερών και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης σε περίπτωση που ο δικαιούμενος δεν ήταν παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, όπως εν προκειμένω. Με την άσκηση έφεσης, εφόσον γίνει δεκτή, εξαφανίζεται η πρωτόδικη απόφαση και η υπόθεση εκδικάζεται εκ νέου από ανώτερο Δικαστήριο. - Εκπρόθεσμη αίτηση ακύρωσης διαδικασίας ή εκπρόθεσμη έφεση μπορεί να γίνει δεκτή εφόσον ο Αιτών επικαλεστεί και αποδείξει λόγους για τους οποίους δικαιολογείται η εκπρόθεσμη άσκηση του ένδικου μέσου. Η εκπρόθεσμη άσκηση των ένδικων μέσων δεν αναστέλλει την εκτέλεση της απόφασης. - Ωστόσο δίνεται η δυνατότητα, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτουν τα Άρθρα 435 παρ. 2 ΚΠΔ για την αίτηση ακύρωσης διαδικασίας και 472, 497 παρ. 7, 8 ΚΠΔ για την έφεση να χορηγηθεί ανασταλτικό αποτέλεσμα μέχρι την εκδίκαση των ένδικων μέσων. - Εκτός τούτων όταν πρόκειται για αμετάκλητη απόφαση, όπως εν προκειμένω, μπορεί να υποβληθεί αίτηση επανάληψης διαδικασίας υπό τους όρους του Άρθρου 525 ΚΠΔ. Κρίνω, επομένως, τις πιο πάνω εγγυήσεις που δόθηκαν εν προκειμένω σύμφωνες με το άρθρο 4α
(1)(δ) της Απόφασης Πλαίσιο και άρθρο 14
(2)(δ) του Νόμου απολύτως επαρκείς. Στο ίδιο το σώμα του επίδικου ΕΕΣ και συγκεκριμένα στην ενότητα (Δ) αυτού καταγράφονται όσα προαναφέρθηκαν στο σημείο (A) πιο πάνω. Συνεπώς, κατά την ορθή ερμηνεία της Melloni αφού οι Eλληνικές Aρχές κατέγραψαν εξαρχής και στο ίδιο το σώμα του ΕΕΣ όσα απαιτούνται από την Απόφαση Πλαίσιο και το Νόμο, στερείται από το Δικαστήριο τούτο η διακριτική ευχέρεια μη εκτέλεσης του εντάλματος. Διαφορετική προσέγγιση θα έβαινε ενάντια στην αρχή που διαπνέει τα δύο αυτά νομοθετήματα ότι οι λόγοι μη εκτέλεσης είναι εξαντλητικοί και αποτελούν την εξαίρεση, ενώ ο κανόνας είναι ότι κάθε ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκτελείται εκτός εάν συντρέχει θεσμοθετημένος λόγος μη εκτέλεσής του. Σημειώνω, επί τούτου, την αναφορά στην Constantinides (ανωτέρω) ότι η διακριτική εξουσία της άρνησης εκτέλεσης ΕΕΣ δεν παρέχεται εφόσον η ενότητα (Δ) του ΕΕΣ συμπληρώνεται δεόντως και αναφέρονται σ' αυτή τα στοιχεία που διέπουν τη περίπτωση του εκζητουμένου όπως αυτά προβλέπονται στο άρθρο 14
(2)και έχουν εξηγηθεί στην Melloni με αναφορά στο αντίστοιχο άρθρο 4(α) της Απόφασης Πλαίσιο. Η Constantinides έτυχε μάλιστα επιδοκιμασίας και υιοθέτησης στη Σταύρου (ανωτέρω). Περαιτέρω εάν ενεργούσα όπως με κάλεσε ο δικηγόρος Υπεράσπισης και εξαρτούσα την εκτέλεση του ΕΕΣ από την κρίση μου περί της επάρκειας του ελληνικού δικαίου να αντιμετωπίζει εκπρόθεσμα καταχωρισθείσες εφέσεις ή αιτήσεις ακύρωσης, θα υπεισερχόμουν σε εξέταση θεμάτων που δεν αρμόζουν σε αλλοδαπό Δικαστήριο εκτέλεσης όπως το παρόν. Κάτι τέτοιο θα ήταν στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, κατά το ήσσον, απρόσφορο και, κατά το έλασσον, λανθασμένο.
- Εν προκειμένω ο εκζητούμενος δεν έδωσε οποιανδήποτε μαρτυρία και έτσι το Δικαστήριο οφείλει να περιοριστεί στα παραδεκτά γεγονότα που κατατέθηκαν από τα μέρη, από τα οποία δεν μπορεί να εξαχθεί οποιοδήποτε συμπέρασμα σε σχέση με την υποκειμενική γνώση ή μη γνώση του εκζητούμενου για την εναντίον του ελληνική ποινική διαδικασία.
- Εν προκειμένω, σε αντίθεση με την Προϊός η περίπτωση εμπίπτει σαφώς εντός του άρθρου 4α
(1)(δ) και
(2)της Απόφασης Πλαίσιο και άρθρου 14
(2)(δ) και
(3)του Νόμου. Ως προανέφερα οι διευκρινίσεις που απαιτούνται από τα νομοθετήματα αυτά, αναφέρονται ρητά στο σώμα του ενώπιον μου ΕΕΣ. Σχετικά αναφέρεται ότι προκύπτει ξεκάθαρα από την ενώπιον μου παραδεκτή μαρτυρία ότι, ο εκζητούμενος έλαβε επίσημη ενημέρωση για την ύπαρξη δικαστικής διαδικασίας εναντίον του μέσω της αποδοχής από το τριμελές Εφετείο Κρήτης της επίδοσης 07/12/2012 διά θυροκόλλησης και την επίδοση 08/02/2013 προς τον αντίκλητο δικηγόρο του κατηγορούμενου. Επίσης ο εκζητούμενος έλαβε γνώση μέσω της παρούσας διαδικασίας του περιεχομένου της εναντίον του απόφασης (βλέπε παραδεκτό Τεκμήριο 3). Επομένως, και οι επιταγές του άρθρου 4α
(2)της Απόφασης Πλαίσιο και Άρθρου 14
(3)του Νόμου πληρούνται εν προκειμένω. Στη βάση όλων των πιο πάνω κρίνω ότι, οι ελληνικές αρχές παρείχαν επαρκείς εγγυήσεις, τόσο στο ίδιο το σώμα του ΕΕΣ και στην ενότητα (Δ) αυτού όσο και μέσω των Παραδεκτών Τεκμηρίων 3, 7 και 10 ότι ο εκζητούμενος δύναται να δικαστεί εκ νέου επί της ουσίας της ελληνικής υπόθεσης, εάν πληρώσει συγκεκριμένες δικονομικές απαιτήσεις του ελληνικού ποινικού δικονομικού δικαίου. Το ότι η άσκησή του δικαιώματος αυτού, τίθεται σε δικονομικούς περιορισμούς, ως ο ελληνικός περί ποινικής δικονομίας νόμος ορίζει, δεν είναι επαρκής λόγος για την άρνηση εκτέλεσης του ΕΕΣ. Είναι για το ελληνικό δικαστήριο, εφαρμόζοντας το ελληνικό δίκαιο, να αποφασίσει εάν τελικά θα ακούσει τον εκζητούμενο εκ νέου επί της ουσίας της υπόθεσής του. Εάν το παρόν κυπριακό δικαστήριο εκτέλεσης, παρόλο που κρίνει τις εγγυήσεις που δόθηκαν εκ των ελληνικών αρχών επαρκείς, ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια εναντίον της έκδοσής του εκζητούμενου, θα υπεισέρχετο σε κρίση επί της επάρκειας του ελληνικού δικαίου να διασφαλίσει το δικαίωμα του εκζητούμενου σε δίκαιη δικη, πράγμα ανεπίτρεπτο και εκτός του πνεύματος και της φιλοσοφίας της Απόφασης Πλαίσιου. Καταλήγω λοιπόν ότι, αφού εν προκειμένω οι δικονομικές εγγυήσεις που απαιτούνται από τα άρθρα 4α
(1)(δ) και
(2)της Απόφασης Πλαίσιο και άρθρα 14
(2)(δ) και
(3)του Νόμου έχουν δοθεί, αποστερείται από το παρόν Δικαστήριο η διακριτική ευχέρεια να μην εκδώσει τον εκζητούμενο. Ακόμα όμως και αν σφάλλω και το θέμα ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου τούτου, εν προκειμένω θα ασκούσα τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ της εκτέλεσης του ΕΕΣ για τους εξής λόγους. - Η διακριτική ευχέρεια πρέπει πάντα να ασκείται δικαστικά. Δηλαδή, εντός του πλαισίου που παρέχεται από το Νόμο, με αναφορά σε εσωγενείς και όχι εξωγενείς της υπόθεσης παράγοντες, λαμβάνοντας υπόψη μόνο σχετικά, και όχι άσχετα, γεγονότα, να μην οδηγεί σε πασιφανή αδικία, να μην ασκηθεί κατά τρόπο που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να την ασκήσει και χωρίς πλάνη ως προς τα γεγονότα ή το Νόμο (βλ. Αρέστη ν. Ηλία
(1991)1 Α.Α.Δ. 984, 988, 989, Σιακόλας ν. Federal Bank of Lebanon
(1992)1 Α.Α.Δ. 710, Νεάρχου ν. Χαραλάμπους
(1991)1 Α.Α.Δ. 954, Donald Campbell & Co. Ltd v. Pollak [1927] A.C. 732, Evans v. Bartlam [1937] A.C. 473, Young v. Thomas [1892] 2 Ch. 234 και Egerton v. Jones [1939]3 All E.R. 892). - Το νομότυπο, βάσει της ελληνικής ποινικής δικονομίας, των επιδόσεων του κλητηρίου θεσπίσματος στον εκζητούμενο, τόσο δια θυροκόλλησης στην τελευταία του γνωστή διεύθυνση όσο και στο δικηγόρο του, ουδέποτε αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση. Ούτε θα μπορούσε βέβαια το παρόν Δικαστήριο να αποφανθεί περί τέτοιας αμφισβήτησης, εάν αυτή τίθετο, αλλά η απουσία της αμφισβήτησης αυτή καθ΄αυτή μιλά από μόνη της. - Ο εκζητούμενος δεν έδωσε ενώπιον μου μαρτυρία ώστε να δοθεί μία εξήγηση ή να δύναται να εξαχθεί δικαστικό συμπέρασμα για τους λόγους που οδήγησαν στη μη εμφάνισή του στη δίκη του. Εν πάση περιπτώσει, όπως προανέφερα, με δεδομένες τις εγγυήσεις που έδωσαν οι ελληνικές αρχές και αναφέρονται στο σημείο (Δ) του παρόντος ΕΕΣ, δεν έχω αμφιβολία ότι οφείλω να διατάξω την εκτέλεση του παρόντος ΕΕΣ. Προς τούτο συνυπολογίζω και την καταρχήν υποχρέωση δικαστικής αρχής εκτέλεσης οποιουδήποτε ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης να διατάξει την εκτέλεση αυτού, ως προνοείται στα άρθρα 12(α) του Νόμου και 2
(1)και 2
(2)της Απόφασης Πλαίσιο. Συνεπώς, ικανοποιούμαι ότι συντρέχουν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις του Νόμου και της Απόφασης Πλαίσιο, ως έχουν τροποποιηθεί, και συγκεκριμένα ότι: o το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης περιέχει τα προαπαιτούμενα που καθορίζει το άρθρο 4
(1)του Νόμου, o πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 12 του Νόμου και 2
(1)και 2
(2)της Απόφασης Πλαίσιο και o δεν τέθηκε οτιδήποτε ενώπιον μου που να αποτελεί λόγο για μη εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, είτε σύμφωνα με τα άρθρα 2
(2)του Νόμου και 1
(3)της Απόφασης Πλαίσιο, είτε σύμφωνα με τα άρθρα 13 και 14 του Νόμου και τα άρθρα 3, 4 και 4α της Απόφασης Πλαίσιο, πέραν της ανωτέρω αναφερθείσας εισήγησης της Υπεράσπισης, την οποία απέρριψα. Ε. Κατάληξη Ως εξ όλων των πιο πάνω, διατάσσεται η εκτέλεση του παρόντος ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. Ως προς την προθεσμία παράδοσης του εκζητούμενου να ακολουθηθούν οι πρόνοιες του άρθρου 29
(1)του Νόμου. Ο εκζητούμενος στο μεταξύ να παραμείνει υπό κράτηση. Η αρμόδια Πρωτοκολλητής εντέλλεται να κοινοποιήσει την παρούσα απόφαση στο κυπριακό Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης και στη δικαστική αρχή έκδοσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης δυνάμει του άρθρου 28 του Νόμου. .............. (Υπ.) Μ. Κ. Λοΐζου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο