SMW Gold Ltd ν. Allied Gold Corp κ.α., Αρ. Αγωγής: 2016/2020, 25/5/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A276 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2016/2020 Μεταξύ: SMW Gold Ltd Ενάγουσας v. 1. Allied Gold Corp 2. El Fawakheir Gold Mine Ltd 3. Allied Gold EG Corp 4. . Astill 5. . Dibb 6. . Mariamo Εναγομένων Αίτηση ημ. 14.9.20 από Εναγόμενους για παραμερισμό της επίδοσης, του διατάγματος επίδοσης και της Αγωγής ή για αναστολή της διαδικασίας εκκρεμούσης διαιτησίας Ημερομηνία: 25 Μαΐου 2021 Εμφανίσεις: Για τους Εναγόμενους - Αιτητές: κ. Φ. Χατζηχάννας για Χατζηχάννας & Σια ΔΕΠΕ και για Μιχάλης Δαμιανός & Σια ΔΕΠΕ Για την Ενάγουσα - Καθ΄ ης η Αίτηση: κ. Ν. Γεωργιάδης για Γ. Γεωργιάδης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση οι Εναγόμενοι - Αιτητές ζητούν διατάγματα με τα οποία: (
- i)να παραμερίζεται ως παράτυπη και ή αντικανονική η επίδοση · της ειδοποίησης του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος · του κλητηρίου εντάλματος · της αίτησης ημ. 3.8.20 για έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων · της αίτησης ημ. 5.8.20 για υποκατάστατη επίδοση · της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ημ. 7.8.20 προς υποστήριξη της προαναφερόμενης αίτησης ημ. 5.8.20 · του διατάγματος επίδοσης ημ. 10.8.20. (
- ii)να παραμερίζονται και ή ακυρώνονται και ή διαγράφονται ως άκυρα και ή αβάσιμα και ή ενοχλητικά και ή κατάχρηση της διαδικασίας και ή λόγω αναρμοδιότητας και ή έλλειψης δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων · η μονομερής Πρωτογενής Αίτηση υπ΄ αρ. 232/20 για σφράγιση του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος · το διάταγμα ημ. 27.7.20 το οποίο εκδόθηκε στα πλαίσια της προαναφερόμενης Πρωτογενούς Αίτησης · το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο · η αίτηση για υποκατάστατη επίδοση ημ. 5.8.20 · το διάταγμα ημ. 10.8.20. (iii) Διαζευκτικά, διάταγμα αναστολής της διαδικασίας της παρούσας Αγωγής μέχρι την ολοκλήρωση των διαιτητικών διαδικασιών που πρόκειται να αρχίσουν στο Ηνωμένο Βασίλειο στη βάση της συμφωνίας μετόχων μεταξύ της Ενάγουσας, της Εναγομένης 3 και της SMWG HOLDCO. (
- iv)Τα έξοδα της παρούσας, της αίτησης ημ. 8.9.20 των Εναγομένων για καταχώριση εμφάνισης υπό διαμαρτυρία και τα έξοδα επίδοσης επιδικαστούν εναντίον της Ενάγουσας και ή του δικηγορικού γραφείου το οποίο κατ΄ ισχυρισμόν εκπροσωπεί την Ενάγουσα. Όπως αναφέρεται στην Αίτηση, τα γεγονότα στα οποία αυτή στηρίζεται φαίνονται στον φάκελο της υπόθεσης και στη συνημμένη σε αυτή ένορκη δήλωση της κας ΧΧ (εφεξής «η ΧΧ»), δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο Μ. Δαμιανός το οποίο εκπροσωπεί τους Εναγόμενους - Αιτητές. Στην ένορκη της δήλωση η ΧΧ αναφέρεται στο ιστορικό της διαδικασίας της παρούσας Αγωγής και περιγράφει τα διάδικα μέρη και τη σχέση μεταξύ τους, με ειδική αναφορά στη συμφωνία μετόχων ημ. 9.7.18 και στους όρους αυτής. Σύμφωνα με τη ΧΧ, το διάταγμα για σφράγιση του κλητηρίου δεν καταχωρίστηκε ταυτόχρονα με την καταχώριση της παρούσας Αγωγής και δεν υπάρχει έγκυρο διοριστήριο των δικηγόρων της Ενάγουσας. Η ΧΧ ισχυρίζεται ότι δεν επιδόθηκε η Αίτηση 232/20 και το εκδοθέν δυνάμει αυτής διάταγμα για σφράγιση, κατά παράβαση των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ότι στα πλαίσια της εν λόγω Αίτησης και της μονομερούς αίτησης ημ. 5.8.20 για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας η Ενάγουσα δεν κατέδειξε εκ πρώτης όψεως υπόθεση ούτε και παρουσίασε ικανοποιητική μαρτυρία αναφορικά με την ύπαρξη δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων, και εν πάση περιπτώσει απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα. Περαιτέρω η ΧΧ ισχυρίζεται ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια είναι αναρμόδια και μη κατάλληλα (forum non conveniens) για την εκδίκαση της μεταξύ των διαδίκων διαφοράς. Οι λόγοι ένστασης συνοψίζονται ως εξής: 1) Η Αίτηση είναι πρόωρη και ή παράτυπη και ή άκυρη και ή οι Εναγόμενοι κωλύονται και ή δεν νομιμοποιούνται να την καταχωρούν και προωθούν καθότι δεν καταχωρίστηκε σημείωμα εμφάνισης πριν την καταχώριση της, όπως προνοείται στο άρθρο 8 του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 8 και στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. 2) Το δικηγορικό γραφείο το οποίο εκπροσωπεί την Ενάγουσα έχει νομίμως διοριστεί. 3) Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. 4) Η έναρξη της διαδικασίας έγινε καθόλα νομότυπα προς πλήρη συμμόρφωση με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. 5) Η αίτηση για σφράγιση δεν είναι εισαγωγικό της δίκης έγγραφο και επομένως δεν ήταν απαραίτητη η επίδοση της. 6) Τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία εκδίκασης της παρούσας Αγωγής και ή το θέμα της δικαιοδοσίας κρίνεται στη βάση των εγγράφων προτάσεων και ή των όσων έχουν τεθεί με τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση ημ. 5.8.20 για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Η διαταγή του Δικαστηρίου ημ. 10.8.20 επιμαρτυρεί την ύπαρξη των προϋποθέσεων της Δ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας για την ανάληψη δικαιοδοσίας εκδίκασης αγωγής εναντίον κατοίκου του εξωτερικού. 7) Δεν υπάρχει άλλη δικαιοδοσία για την εκδίκαση της παρούσας Αγωγής η οποία δεν βασίζεται στις αναφερόμενες από τους Εναγόμενους συμφωνίες. 8) Η Αγωγή βασίζεται στο αστικό αδίκημα της συνωμοσίας το οποίο διαπράχθηκε από τους Εναγόμενους εναντίον της Ενάγουσας οι οποίοι ευθύνονται για την πρόκληση σε αυτή ζημιάς και επομένως είναι αναγκαίοι διάδικοι και το Δικαστήριο έχει αποκλειστική δικαιοδοσία δυνάμει του άρθρου 24
(2)του ΕΚ1215/
- 9) Οι Εναγόμενοι δεν έχουν ικανοποιήσει το μέτρο απόδειξης ως προς ότι η Κύπρος δεν είναι το καταλληλότερο forum. 10) Η ένορκη δήλωση της ΧΧ που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση είναι αντικανονική και ή δεν αποτελεί αποδεκτή μαρτυρία. 11) Η Αίτηση στηρίζεται σε λανθασμένη νομική βάση. 12) Η Αίτηση χρησιμοποιείται καταχρηστικά, καταπιεστικά και επιπόλαια και σκοπεί στη ματαίωση άσκησης από την Ενάγουσα των συνταγματικών της δικαιωμάτων δυνάμει του άρθρου 30 του Συντάγματος και του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση περιέχονται στη συνημμένη σε αυτή ένορκη δήλωση του κ. ΛΝ (εφεξής «ο ΛΝ»), δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Ενάγουσα - Καθ΄ ης. Σε αυτή ο ΛΝ αρχικά αναφέρει ότι ο διορισμός του δικηγορικού γραφείου Γ. Γεωργιάδη αποφασίστηκε σε έκτακτη γενική συνέλευση ημ. 20.7.20 των μετόχων της Ενάγουσας (ήτοι της HOLDCO) στην οποία επίσης εξουσιοδοτήθηκε η γραμματέας της Ενάγουσας να υπογράψει το διοριστήριο εκ μέρους της, επισυνάπτοντας και το σχετικό πρακτικό της συνέλευσης. Ο ΛΝ βασικά επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης. Ειδικότερα, περιγράφει τη φύση της Αγωγής, επισημαίνοντας ότι αυτή εστιάζεται στο αστικό αδίκημα της συνωμοσίας, απάτης και δόλου, σε παραβάσεις του περί Εταιρειών Νόμου και του κοινοδικαίου για παράβαση καθηκόντων ως διευθυντές, για κατάχρηση θέσης και για αντικαταστατική συμπεριφορά. Περιγράφει επίσης την ταυτότητα των διαδίκων και αναφέρεται στα γεγονότα, με αναφορά και στη συμφωνία μετόχων ημ. 9.7.18 (προφανώς η αναφορά στην ημ. 9.7.19 είναι τυπογραφικό λάθος). Ο ΛΝ αναφέρεται με τη σειρά του στο ιστορικό της διαδικασίας της Αίτησης 232/20 και της παρούσας Αγωγής και ισχυρίζεται ότι οι Εναγόμενοι έλαβαν πλήρη γνώση της υπό κρίση δικαστικής διαδικασίας και επομένως δεν έχει προκληθεί οποιαδήποτε ζημιά σε αυτούς. Ο ΛΝ ισχυρίζεται ότι η ρήτρα διαιτησίας δεν καλύπτει την επίδικη διαφορά η οποία εδράζεται σε αξιώσεις πέραν αυτής και αφορά διαφορετικά μέρη. Τέλος, επεξηγεί γιατί θεωρεί ότι δεν υπάρχει καταλληλότερο forum από τα Κυπριακά Δικαστήρια και γιατί αυτά έχουν δικαιοδοσία εκδίκασης της παρούσας Αγωγής. Με βάση την ενδιάμεση απόφαση ημ. 21.12.20 του παρόντος Δικαστηρίου, οι Εναγόμενοι καταχώρισαν συμπληρωματική ένορκη δήλωση η οποία και πάλι προέρχεται από τη ΧΧ. Σε αυτή η ΧΧ αναφέρεται στα γεγονότα της Εναρκτήριας Αίτησης υπ΄ αρ. 336/20 στα πλαίσια της οποίας στις 16.10.20 η εκεί Αιτήτρια, η εδώ Εναγομένη 3, εξασφάλισε την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων προς υποβοήθηση της επικείμενης διαιτησίας η οποία πρόκειται να ξεκινήσει στο Ηνωμένο Βασίλειο καθώς επίσης και στη μέχρι τότε πορεία της εν λόγω διαδικασίας. Η ΧΧ σχολιάζει επίσης το πρακτικό ημ. 20.7.20 της έκτακτης γενικής συνέλευσης της Ενάγουσας, ισχυριζόμενη ότι η εν λόγω απόφαση δεν συνάδει με το καταστατικό της Ενάγουσας σύμφωνα με το οποίο η εκεί Αιτήτρια είναι μέτοχος και επομένως η εν λόγω απόφαση δεν είναι νομικά δεσμευτική. Τέλος, επεξηγεί γιατί ο όρος 15.5(b) της συμφωνίας μετόχων, τον οποίο η Ενάγουσα για πρώτη φορά επικαλείται στην ένσταση της, σε σχέση με το δικαίωμα της για την έναρξη διαδικασίας εκ μέρους και προς όφελος της, δεν εφαρμόζεται στην υπό κρίση περίπτωση και ισχυρίζεται πως εν πάση περιπτώσει η συμφωνία μετόχων περιέχει ρήτρα διαιτησίας και ρήτρα για την εφαρμογή αλλοδαπού δικαίου. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων τις οποίες κατέθεσαν οι δικηγόροι των δύο πλευρών. Ι. Νομότυπο Καταχώρισης Αίτησης Αποτελεί λόγο ένστασης ότι η Αίτηση δεν καταχωρίστηκε νομότυπα καθότι προηγήθηκε της καταχώρισης εμφάνισης των Εναγομένων υπό διαμαρτυρία. Αυτό το ζήτημα θα πρέπει να εξεταστεί πρώτο καθότι είναι καθοριστικό για τη δυνατότητα περαιτέρω εξέτασης της Αίτησης και επί της ουσίας της. Σύμφωνα με τον φάκελο του Δικαστηρίου και όπως αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών, προκύπτει ότι τρεις μέρες μετά την καταχώριση της Αγωγής, ήτοι στις 3.8.20, η Ενάγουσα καταχώρισε μονομερή αίτηση για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Το Δικαστήριο δεν εξέδωσε οποιοδήποτε διάταγμα μονομερώς και διέταξε την επίδοση της αίτησης. Στις 24.8.20 οι Εναγόμενοι εμφανίστηκαν για πρώτη φορά, μέσω δικηγόρου, στα πλαίσια της αίτησης ημ. 3.8.20 και ζήτησαν χρόνο να καταχωρίσουν αίτηση παραμερισμού τόσο της επίδοσης όσο και του κλητηρίου λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας. Λόγω διαφωνίας μεταξύ των μερών, το Δικαστήριο αποφάσισε όπως η αίτηση ημ. 3.8.20 οριστεί για ακρόαση, με οδηγίες για την καταχώριση ένστασης, αναφέροντας περαιτέρω ότι σε σχέση με οποιαδήποτε άλλη αίτηση θα ρυθμίσει στο κατάλληλο στάδιο τη σειρά εκδίκασης. Στις 8.9.20 οι Εναγόμενοι καταχώρισαν μονομερή αίτηση για άδεια καταχώρισης εμφάνισης υπό αίρεση, η οποία ορίστηκε για πρώτη φορά στις 16.9.
- Εν τω μεταξύ στις 14.9.20 μεσολάβησε η καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης. Στις 16.9.20, το Δικαστήριο επιλήφθηκε της αίτησης ημ. 8.9.20 και έδωσε άδεια για την καταχώριση εμφάνισης υπό αίρεση εντός συγκεκριμένης προθεσμίας. Οι Εναγόμενοι καταχώρισαν εμπρόθεσμα σημείωμα εμφάνισης υπό αίρεση και στις 16.9.20 το Δικαστήριο κλήθηκε να αποφασίσει την σειρά εκδίκασης των αιτήσεων, διαφωνούντων των δύο πλευρών, και κατέληξε όπως ακουστεί πρώτα η υπό κρίση Αίτηση, εξ ου και έδωσε οδηγίες για την καταχώριση ένστασης και την όρισε για ακρόαση. Είναι προφανές από το πιο πάνω ιστορικό ότι οι Εναγόμενοι καταχώρισαν μεν τη μονομερή αίτηση ημ. 8.9.20 πριν την καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης, πλην όμως εξασφάλισαν άδεια για την καταχώριση εμφάνισης υπό αίρεση μεταγενέστερα της παρούσας. Αυτή η διαδικασία είναι καθόλα επιτρεπτή και νομότυπη και συνάδει με τις πρόνοιες της Δ.16 θ.9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση G.J. Magdon Ltd v. A.L. Metal Trading Ltd
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2064, η Δ.16 θ.9 «προβλέπει πως ο εναγόμενος δικαιούται, χωρίς προηγουμένως να έχει διαταγή του δικαστηρίου που να του επιτρέπει να καταχωρίσει εμφάνιση υπό αίρεση, να υποβάλει αίτηση για τον παραμερισμό της επίδοσης προς αυτόν του κλητηρίου εντάλματος». Κατόπιν παραπομπής στις υποθέσεις Γεωργιάδης ν. Χάσικου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1136 και Παπακόκκινου ν. Landroke P/C
(1995)1 Α.Α.Δ. 1090, λέχθηκε περαιτέρω ότι «ο δεύτερος τρόπος, για την προώθηση αίτησης παραμερισμού του κλητηρίου εντάλματος, είναι η ταυτόχρονη καταχώριση τέτοιας αίτησης μαζί με την καταχώριση της υπό αίρεση εμφάνισης». Τονίστηκε δε πως τόσο η συγκεκριμένη δικονομική πρόνοια όσο και η νομολογία «. αποσκοπούν στην άμεση και κατά προτεραιότητα εξέταση πιθανής ένστασης στη δικαιοδοσία του δικαστηρίου». Στην προκειμένη περίπτωση οι Εναγόμενοι επέλεξαν και ακολούθησαν ορθώς τον πρώτο τρόπο αμφισβήτησης τόσο της επίδοσης όσο και της δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων. Με αυτά τα δεδομένα οι Εναγόμενοι νομότυπα και ορθώς καταχώρισαν την υπό κρίση Αίτηση πριν την καταχώριση εμφάνισης υπό αίρεση, με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να δύναται να προχωρήσει με την εξέταση αυτής. ΙΙ. Έγκυρο Διοριστήριο Δικηγόρου Ενάγουσας Στα πλαίσια εξέτασης της ουσίας της Αίτησης, το πρώτο ζήτημα το οποίο χρήζει εξέτασης είναι το κατά πόσο υπάρχει έγκυρο διοριστήριο του δικηγόρου της Ενάγουσας ούτως ώστε να θεωρείται ότι η Αγωγή καταχωρίστηκε νομότυπα ως προς τούτο. Στην ένορκη της δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση, η ΧΧ ισχυρίζεται ότι το διοριστήριο δεν είναι έγκυρο καθότι: (α) Το διοριστήριο υπογράφεται από τη γραμματέα της Ενάγουσας η οποία δεν έχει δια νόμου ή βάσει του καταστατικού της εταιρείας τέτοια εξουσία. (β) Η Ενάγουσα ελέγχεται από τον Διαχειριστή και το διοικητικό συμβούλιο (η πλειοψηφία του οποίου ελέγχεται από τους Εναγόμενους 4-6) και ουδείς εξ αυτών έλαβε την απόφαση για την έναρξη της υπό κρίση δικαστικής διαδικασίας. (γ) Η HOLDCO έχει δικαίωμα να προκαλέσει την Ενάγουσα να εγείρει διαδικασίες εναντίον του Διαχειριστή μόνο υπό την επιφύλαξη του ρητού όρου και σε διαιτησία στο Ηνωμένο Βασίλειο. Ο ΛΝ αντικρούει αυτούς τους ισχυρισμούς παρουσιάζοντας το πρακτικό της έκτακτης γενικής συνέλευσης της Ενάγουσας. Η ΧΧ επανέρχεται και αμφισβητεί την εγκυρότητα της εν λόγω απόφασης λέγοντας ότι η HOLDCO δεν είναι μέτοχος της Ενάγουσας και ότι δεν τηρήθηκαν οι πρόνοιες του καταστατικού της. Σύμφωνα με το περιεχόμενο του φακέλου της παρούσας Αγωγής και όπως αποτελεί κοινό έδαφος, το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο συνοδεύεται από έντυπο διορισμού δικηγόρου το οποίο φαίνεται δεόντως υπογεγραμμένο με τη σφραγίδα της Ενάγουσας. Από τη στιγμή που το κλητήριο φαίνεται να συνοδεύεται από δεόντως υπογεγραμμένο διοριστήριο δικηγόρου και μάλιστα έχει παρουσιαστεί και η σχετική απόφαση εκ μέρους της εταιρείας για τον διορισμό του δικηγορικού γραφείου Γ. Γεωργιάδη και την εκπροσώπηση της από αυτό για σκοπούς έγερσης της παρούσας Αγωγής και για την εξουσιοδότηση της γραμματέως της εταιρείας να υπογράψει το διοριστήριο, τότε το Δικαστήριο θεωρεί ότι η Αγωγή έχει καταχωριστεί από νομίμως διορισμένο δικηγόρο. Για σκοπούς της υπό κρίση Αίτησης, η Ενάγουσα επιχειρεί να αμφισβητήσει τον διορισμό του δικηγόρου μέσω της αμφισβήτησης της νομιμότητας και εγκυρότητας της απόφασης της έκτακτης γενικής συνέλευσης της Ενάγουσας. Το Δικαστήριο δεν δύναται να υπεισέλθει στην εξέταση αυτού του ζητήματος στα πλαίσια της υπό κρίση Αίτησης και με βάση μόνο τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του και να προβεί σε ερμηνεία του καταστατικού της Ενάγουσας και σε απόφαση για το κατά πόσο η Ενάγουσα τυγχάνει διαχείρισης από τον Διαχειριστή ή για το κατά πόσο η HOLDCO είναι μέτοχος ή όχι και συνακόλουθα για την εγκυρότητα ή μη της απόφαση της γενικής συνέλευσης. Άλλωστε, θεωρώ ότι υπήρχε η δυνατότητα στην Εναγομένη 3 να αμφισβητήσει την εγκυρότητα της συγκεκριμένης απόφασης και να διεκδικήσει την αναγνώριση της ως μέτοχος της Ενάγουσας ή ακόμα να λάβει διάβημα για την ακύρωση και τον παραμερισμό της εμφάνισης μέσω άλλης ξεχωριστής διαδικασίας, κάτι το οποίο προφανώς δεν έχει γίνει. Χρήσιμη καθοδήγηση επί του ζητήματος περιέχεται στο The Annual Practice 1958, σελ. 183-184, στις οποίες γίνεται αναφορά στην Αγγλική δικονομική πρόνοια Ο.12 r.1 που διέπει την εμφάνιση και αναφέρονται τα ακόλουθα: «Irregularity in. If from non-compliance with any of these Rules an appearance is irregular, it cannot be treated as a nullity, but application should be made under O.70 r.1. . Solicitor's Responsibility.-A solicitor who enters an appearance for a defendant impliedly warrants or contracts that he has authority to do so. . Unauthorised Appearance.-If a solicitor appears for a defendant without his knowledge or authority, the defendant has a clear right to have the appearance vacated (Re Gray ; Gray v. Coles
(1891), 65 L. T. 743, in that case on motion ; in Yonge v. Toynbee [1910] 1 K. B. 215, C. A. , and the Neptune, [1919] P. 21, on summons ; in Simmons v. "Liberal Opinion", [1911] 1 K. B. 968, on application in Court at conclusion of trial).» Ως εκ τούτου, υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι η Αγωγή έχει καταχωριστεί από τον διορισμένο ως προς τούτο δικηγόρο με δεόντως υπογεγραμμένο διοριστήριο. ΙΙΙ. Έγκυρη Καταχώριση Αγωγής Οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η καταχώριση της Αγωγής είναι εξ υπαρχής άκυρη καθότι το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο καταχωρίστηκε χωρίς την ταυτόχρονη καταχώριση του διατάγματος σφράγισης του. Αποτελεί κοινό έδαφος ότι πριν την καταχώριση της παρούσας Αγωγής, η Ενάγουσα καταχώρισε την Αίτηση 232/20 ΕΔ Λευκωσίας δυνάμει της οποίας το Δικαστήριο χορήγησε άδεια για σφράγιση του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου. Η Αίτηση επισυνάπτεται ως Τεκμήριο ΧΧ6 στην ένορκη δήλωση της ΧΧ και το διάταγμα για άδεια για σφράγιση βρίσκεται στον φάκελο του Δικαστηρίου ως Τεκμήριο 1 στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημ. 7.8.20 του ΛΝ προς υποστήριξη της μονομερούς αίτησης ημ. 5.8.20 για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Και οι δύο πλευρές αναγνωρίζουν ότι το διάταγμα δεν καταχωρίστηκε ταυτόχρονα με την καταχώριση του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου. Το ερώτημα που τίθεται είναι ποιες είναι οι συνέπειες αυτής της παράλειψης όσον αφορά την εγκυρότητα της καταχώρισης της Αγωγής. Η άδεια για σφράγιση κλητηρίου το οποίο θα επιδοθεί εκτός δικαιοδοσίας προβλέπεται από τη Δ.2 θ.2 και 3 των Θεσμών και η σφράγιση του κλητηρίου διέπεται από τη Δ.2 θ.11 και 12. Ο θ.12 προβλέπει ότι εφόσον το κλητήριο σφραγιστεί τότε θεωρείται ότι αυτό έχει εκδοθεί και η Αγωγή έχει ξεκινήσει. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι από τη στιγμή που είχε δοθεί άδεια για τη σφράγιση του κλητηρίου, τότε η μη προσκόμιση της κατά την καταχώριση της Αγωγής δεν επιφέρει την ακυρότητα της διαδικασίας αλλά συνιστά απλή παρατυπία η οποία είναι θεραπεύσιμη με βάση τη Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Ως προς τη διάσωση του κλητηρίου στη βάση της Δ.64, σχετικές είναι οι υποθέσεις Wunderlich κ.ά. v. Παναγιώτου
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 366, Κυριάκου κ.ά. ν. Φραντζίδη
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 2035, Πετρίχου ν. Χατζηιωσήφ
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 81 και Φαλέκκος ν. Χριστοφίδη
(2013)1(Γ) Α.Α.Δ. 2534. Χρήσιμη καθοδήγηση επί της εφαρμογής της Δ.64 προσφέρουν και οι υποθέσεις Dasaki Entertainment Co Ltd v. Ιερού Ναού Παναγίας Χρυσελεούσης Στροβόλου (Aρ. 2)
(2009)1(Α) Α.Α.Δ 356 και Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Σιακόλα, Πολ. Έφ. Ε21/13, ημ. 11.11.
- Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω νομικές αρχές, αρχικά επισημαίνω ότι η Δ.64 περιλαμβάνεται στη νομική βάση των αιτήσεων τις οποίες η Ενάγουσα καταχώρισε μετά την καταχώριση της Αγωγής, ήτοι της μονομερούς αίτησης ημ. 3.8.20 για την έκδοση προσωρινών απαγορευτικών διαταγμάτων και της μονομερούς αίτησης ημ. 5.8.
- Επιπλέον, όπως έχει ήδη αναφερθεί, το διάταγμα για την άδεια για σφράγιση παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης ημ. 5.8.20, πριν το Δικαστήριο προχωρήσει στην έγκριση της αίτησης και στην έκδοση διατάγματος για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και υποκατάστατη επίδοση. Η Δ.64 περιλαμβάνεται επίσης και στη νομική βάση της ένστασης της Ενάγουσας στην υπό κρίση Αίτηση. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι η μη παρουσίαση του διατάγματος για άδεια για σφράγιση αποτελεί καθαρά τυπικό ζήτημα το οποίο ουδόλως επηρεάζει την εγκυρότητα της Αγωγής και δύναται να θεραπευθεί, εφόσον κατά τον χρόνο καταχώρισης της Αγωγής υπήρχε η απαιτούμενη από τους Θεσμούς χορήγηση άδειας για σφράγιση του κλητηρίου. Περαιτέρω το Δικαστήριο θεωρεί ότι αυτή η παράλειψη δεν επηρεάζει με οποιονδήποτε τρόπο τα δικαιώματα των Εναγομένων οι οποίοι εμφανίστηκαν, έστω και υπό αίρεση, και προωθούν την Αίτηση τους, στα πλαίσια της οποίας είχαν τη δυνατότητα να εξασφαλίσουν αντίγραφο της αίτησης για τη σφράγιση και να προβάλουν τις θέσεις τους επί αυτού του θέματος. Ως εκ τούτου, η παράλειψη παρουσίασης του διατάγματος για άδεια για σφράγιση δεν επιφέρει την ακυρότητα της όλης διαδικασίας αλλά αποτελεί απλή παρατυπία η οποία είναι θεραπεύσιμη με την έκδοση σχετικού διατάγματος άρσης της παρατυπίας, δυνάμει της Δ.64 και σύμφωνα με την υπόθεση Wunderlich κ.ά. v. Παναγιώτου (ανωτέρω), το οποίο και εκδίδεται. ΙV. Νομότυπο Διατάγματος Επίδοσης Η εξουσία του Δικαστηρίου να ακυρώσει ή παραμερίσει διάταγμα του το οποίο εκδόθηκε μονομερώς παρέχεται από τη Δ.48 θ.8
(4)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στον οποίο στηρίζεται, μεταξύ άλλων, η Αίτηση. Ειδικότερα, η εν λόγω δικονομική πρόνοια δίδει το δικαίωμα σε οποιοδήποτε πρόσωπο (εξαιρουμένου του αιτητή) το οποίο επηρεάστηκε από διάταγμα το οποίο εκδόθηκε μονομερώς να αιτηθεί δια κλήσεως τον παραμερισμό και ή την τροποποίηση του εν λόγω διατάγματος και το Δικαστήριο δύναται να το παραμερίσει ή τροποποιήσει υπό τέτοιους όρους ως ήθελε κρίνει δίκαιο. Καθοδηγητικές επί τούτου είναι οι υποθέσεις Hadjisoteriou
(1986)1 C.L.R. 429, Έλληνας v. Χριστοδούλου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 438, Αναφορικά με την Αίτηση του Αντώνη Βούρου
(2003)1(B) A.Α.Δ. 1176, Αναφορικά με την Αίτηση του Αδάμου Μανώλη κ.ά.
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1443 και Αναφορικά με την Αίτηση του Ανδρέα Πεδίου
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1995. Πέραν αυτής της γενικής πρόνοιας, η Δ.16 θ.9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας παρέχει ειδική εξουσία στο Δικαστήριο όπως παραμερίσει την επίδοση εκτός δικαιοδοσίας ή ακυρώσει το διάταγμα για τέτοια επίδοση. Σχετική είναι η υπόθεση S.P.P. Projects Limited v. Integral Equipment Sarl
(1993)1 Α.Α.Δ.
- Σημειώνεται πως και η Δ.16 θ.9 περιλαμβάνεται στη νομική βάση της Αίτησης. Η Δ.2 θ.2 προνοεί ότι κανένα κλητήριο ένταλμα για επίδοση εκτός Κύπρου μπορεί να σφραγιστεί χωρίς άδεια του Δικαστηρίου. Το ζήτημα της επίδοσης στο εξωτερικό διέπεται από τη Δ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, σύμφωνα με την οποία το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει άδεια για επίδοση του κλητηρίου εντάλματος ή ειδοποίησης αυτού εκτός δικαιοδοσίας νοουμένου ότι ικανοποιούνται οι πρόνοιες των θ.1 και
- Σύμφωνα με τη Δ.6 θ.4, κάθε αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας θα πρέπει να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου ότι ο ενάγων έχει καλή εκ πρώτης όψεως υπόθεση καθώς επίσης και ότι το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την υπό κρίση διαφορά. Σύμφωνα με την πλούσια νομολογία επί του θέματος της επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας, εκείνο το οποίο πρέπει να καταδειχθεί είναι η ύπαρξη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπόθεσης. Σχετική είναι η υπόθεση Her Brittanic Majesty΄s Secretary of State for Defence v. A.P. Lanitis Investments Ltd
(1999)1(B) A.A.Δ. 995. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Sekavin S.A. v. Ship Platon CΗ
(1987)1 C.L.R. 297: «.the disclosure of a cause of action is solely dependent on the objective implications of the facts set forth in the affidavit and not on the examination on the merits of the factual situation. Belief in the existence of a cause of action is not of itself sufficient. The facts must give rise to the existence of a prima facie case or arguable case in order for the Court to exercise its discretion in favour of the proponent of service outside jurisdiction.» Στο πλαίσιο αιτήσεων παραμερισμού της άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας το βάρος εξακολουθεί να παραμένει στους ώμους του ενάγοντος να αποδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή ή συζητήσιμη υπόθεση. Αυτό λέχθηκε μεταξύ άλλων στην υπόθεση GCC Computers Ltd v. Pendril Datacom Ltd
(2000)1 Α.Α.Δ. 1584. Κατά την εξέταση τέτοιων αιτήσεων το Δικαστήριο περιορίζεται μόνο στα γεγονότα που στοιχειοθέτησαν την αρχική αίτηση για τη χορήγηση άδειας για επίδοση στο εξωτερικό. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Her Brittanic Majesty΄s Secretary of State for Defence v. A.P. Lanitis Investments Ltd (ανωτέρω), Demstar United v. Zim Israel Navigation Co Limited κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 597 και Amathus Navigation Co Ltd v. Concord Express Liners
(1993)1 A.Α.Δ. 1030. Στην υπόθεση S.P.P. Project Ltd v. Integral Equipment Sarl (ανωτέρω) λέχθηκε πως απαραίτητη προϋπόθεση για να διαταχθεί επίδοση εκτός δικαιοδοσίας είναι η κατάδειξη ύπαρξης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι διαφωτιστικό: «Η διαταγή για την επίδοση κλητηρίου (ειδοποίησης) εντάλματος στο εξωτερικό επιμαρτυρεί την ύπαρξη των προϋποθέσεων που θέτει η Δ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας για την ανάληψη και άσκηση δικαιοδοσίας για την εκδίκαση αγωγής που στρέφεται εναντίον κάτοικου του εξωτερικού, οπόταν δικαιολογείται η επίδοση της στην αλλοδαπή. Απαραίτητη προϋπόθεση αποτελεί η ύπαρξη δικαιοδοσίας εκ μέρους του δικαστηρίου να επιληφθεί της διαφοράς. Η έκδοση διατάγματος για επίδοση στο εξωτερικό, υποδηλώνει ότι το δικαστήριο είναι αρμόδιο και έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί του επίδικου θέματος .» Η ίδια προσέγγιση υιοθετήθηκε και στην υπόθεση Nozaki & Co Ltd κ.ά. v. Σιουκιούρογλου & Υιοί Λτδ
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1689, στην οποία αναφέρθηκε πως «το ερώτημα που ανακύπτει στην υπό συζήτηση αίτηση είναι αν η εφεσίβλητη έχει δείξει εκ πρώτης όψεως καλή αιτία αγωγής, και συνδρομή βεβαίως των προϋποθέσεων της Δ.6 θ.1 για να επιτραπεί η επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου στο εξωτερικό». Με βάση όσα αναφέρονται ανωτέρω, προκύπτει ότι η Αίτηση όσον αφορά το ζήτημα της δικαιοδοσίας θα εξεταστεί πρωτίστως στη βάση της Δ.6 θ.1 και 4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία διέπει το ζήτημα της επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας. Καταρχάς σημειώνεται ότι αναφορικά με το θέμα της δικαιοδοσίας, στη νομική βάση της αίτησης ημ. 5.8.20 για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας περιλαμβάνεται μόνο η Δ.6 θ.1(e)(ii), (
- h)και θ.1(η). Η Δ.6 θ.1(e)(
- ii)και (
- h)προνοεί τα εξής: «. service out of the jurisdiction of a writ of summons or notice of a writ of summons may be allowed by the Court or a Judge whenever— . (
- e)the action is one brought to enforce, rescind, dissolve, annul, or otherwise affect a contract or to recover damages or other relief for or in respect of the breach of a contract— . (
- ii)made by or through an agent trading or residing in Cyprus on behalf of a principal trading or residing out of Cyprus, or is one brought in respect of a breach committed in Cyprus of a contract wherever made, even though such breach was preceded or accompanied by a breach out of Cyprus which rendered impossible the performance of the part of the contract which ought to have been performed in Cyprus; or . (
- h)any person out of Cyprus is a necessary or proper party to an action properly brought against some other person duly served in Cyprus.» Η αναφορά στον θ.1(η) προφανώς αφορά τον θ.1(h). Στο The Annual Practice 1988 αναφέρεται σε σχέση με την αντίστοιχη Αγγλική O.11 των Θεσμών, ότι: «The affidavit must make clear which sub-rule of r 1.
(1)is relied on.» Το ανωτέρω απόσπασμα υιοθετήθηκε στην Αγγλική υπόθεση Metall und Rohstoff v. Donaldson Inc.
(1990)1 Q.B. 311, στην οποία επισημάνθηκε επίσης πως στην πρώτη ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας είχε καταστεί σαφές ότι η αίτηση στηρίζετο στην O.11 r.1
(1)(f). Αυτό βεβαίως δεν αποτελεί το βασικό σκεπτικό (ratio) της απόφασης. Παρά ταύτα, προκύπτει ότι σε αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, θα πρέπει ο αιτητής να διασαφηνίζει σε ποια δικονομική πρόνοια βασίζεται για τη χορήγηση άδειας εκτός δικαιοδοσίας. Αυτό, κατά την άποψη μου, δύναται να συντελεστεί με ρητή αναφορά στην υποπαράγραφο της σχετικής Διαταγής αλλά θα μπορούσε ακόμα να επιτευχθεί και χωρίς ρητή αναφορά στην υποπαράγραφο νοουμένου ότι στη νομική βάση της αίτησης γίνεται αναφορά στη σχετική Διαταγή και ότι στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης προκύπτει μέσα από τα καταγραφόμενα γεγονότα χωρίς δυσκολία και αμφιβολία σε ποια υποπαράγραφο της Διαταγής στηρίζεται ο αιτητής για την ύπαρξη δικαιοδοσίας. Με άλλα λόγια, αν π.χ. γίνεται ρητή αναφορά στο ότι η αγωγή αφορά αστικό αδίκημα το οποίο διαπράχθηκε εντός Κύπρου, τότε αυτή κρίνεται ικανοποιητική για να καταδείξει με σαφήνεια ότι αναφέρεται στη συγκεκριμένη υποπαράγραφο 1(
- f)της Δ.6. Στην προκειμένη περίπτωση, είναι η θέση των Εναγομένων ότι η Ενάγουσα δεν έχει καταδείξει συζητήσιμη υπόθεση ούτε και την ύπαρξη δικαιοδοσίας για σκοπούς άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Η Ενάγουσα προβάλλει την αντίθετη άποψη, ήτοι πως παρουσίασε επαρκή μαρτυρία περί της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως καλής βάσης αγωγής και δικαιοδοσίας με αναφορά στη βάση Αγωγής και στην αναγκαιότητα των Εναγομένων ως διαδίκων. Η αίτηση ημ. 5.8.20 συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του ΛΝ, στην οποία αναφέρεται στην ιδιότητα του, στην πηγή της γνώσης του για τα γεγονότα της υπόθεσης, στο ιστορικό της διαδικασίας, στην έδρα και στις διευθύνσεις των διαδίκων και ζητά την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και υποκατάστατη επίδοση. Η μοναδική αναφορά στη φύση της απαίτησης της Ενάγουσας και στο θέμα της δικαιοδοσίας περιέχεται στην παρ. 3 η οποία παρατίθεται αυτούσια: «Εξ΄ όσων έχω ενημερωθεί από τους δικηγόρους που χειρίζονται την παρούσα υπόθεση, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας έχει δικαιοδοσία σχετικά με την ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή εφόσον πρόκειται μεταξύ άλλων για αξιώσεις της Αιτήτριας, η οποία είναι Κυπριακή εταιρεία, εναντίον των Καθ΄ ων η Αίτηση οι οποίοι είναι διευθυντές και διαχειριστές της Αιτήτριας.» Σαφώς αυτή η αναφορά είναι παντελώς γενική, αόριστη και ασαφής και ουδόλως καταδεικνύει τη φύση και βάση της απαίτησης της Ενάγουσας και κυρίως την ύπαρξη δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων. Αναμφίβολα η έδρα της Ενάγουσας στην Κύπρο και το γεγονός ότι οι αξιώσεις της αφορούν τους αλλοδαπούς Εναγόμενους ως διευθυντές και διαχειριστές της δεν αποκαλύπτουν με οποιονδήποτε τρόπο τις ισχυριζόμενες πράξεις και ή παραλείψεις που αποδίδονται στους Εναγόμενους και ειδικότερα ότι αυτές προσδίδουν δικαιοδοσία στα Κυπριακά Δικαστήρια. Βασικά ελλείπει οποιοδήποτε στοιχείο μαρτυρίας το οποίο δυνητικά θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει τη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων. Υπενθυμίζεται ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ημ. 5.8.20 για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας αποτελεί το υπόβαθρο για την απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου ως προς το κατά πόσο η Ενάγουσα κατάφερε να καταδείξει συζητήσιμη υπόθεση και τη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων, στη βάση των οποίων εκδόθηκε το διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και για υποκατάστατη επίδοση. Ακόμα και αν το Δικαστήριο ανατρέξει στο περιεχόμενο του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου, τότε και πάλι εύκολα διαπιστώνεται πως η βάση αγωγής δεν αφορά οποιαδήποτε συμφωνία, ούτως ώστε ενδεχομένως να εμπίπτει εντός της Δ.6 θ.1(e)(
- ii)ούτε και ότι πρόκειται για αναγκαίους διάδικους εφόσον δεν υπάρχουν Κύπριοι εναγόμενοι, ούτως ώστε να εμπίπτει εντός της Δ.6 θ.1(h), οι οποίοι (θεσμοί) είναι οι μόνοι στους οποίους στηρίζεται η εν λόγω αίτηση ημ. 5.8.20. Στο γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο περιλαμβάνονται μόνο οι αξιώσεις ως ακολούθως: (Α) Γενικές και ή Τιμωρητικές αποζημιώσεις προς όφελος της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1-6 αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως για κακοδιαχείριση της Ενάγουσας και ή παράβαση καθήκοντος εμπιστοσύνης και ή καλής πίστης και ή κατάχρηση θέσεως και ή αντικαταστατική συμπεριφορά και ή συνωμοσία με σκοπό την πρόκληση ζημιάς και ή συνωμοσία προς απάτη και ή οικειοποίηση των περιουσιακών της στοιχείων. (Β) Δήλωση ότι οι Εναγόμενοι 1 και 3-6 υπό την ιδιότητα τους ως διευθυντές και ή διαχειριστές της Ενάγουσας ενεργούν κατά παράβαση των καθηκόντων τους και δεν ενεργούν καλόπιστα και προς το συμφέρον της Ενάγουσας και ενεργούν δόλια για εξυπηρέτηση δικών τους σκοπών και συμφερόντων. (Γ) Γενικές και ή ειδικές αποζημιώσεις εναντίον των Εναγομένων 1 και 3-6 για παράβαση καθήκοντος και ή παράλειψη να ενεργήσουν με καλή πίστη και ή δόλιες και ενάντια στα συμφέροντα της Ενάγουσας ενέργειες. Επομένως, διαφαίνεται πως η βάση Αγωγής δεν αφορά σε συμφωνία και ή παράβαση αυτής αλλά σε αστικά αδικήματα και συγκεκριμένα ισχυριζόμενη κακοδιαχείριση της Ενάγουσας και ή παράβαση καθήκοντος εμπιστοσύνης και ή καλής πίστης και ή κατάχρηση θέσεως και ή αντικαταστατική συμπεριφορά και ή συνωμοσία με σκοπό την πρόκληση ζημιάς και ή συνωμοσία προς απάτη και ή οικειοποίηση των περιουσιακών της στοιχείων και ή δόλιες ενέργειες των διευθυντών και ή διαχειριστών της Ενάγουσας για εξυπηρέτηση δικών τους σκοπών και συμφερόντων και ή παράβαση καθήκοντος και ή παράλειψη να ενεργήσουν με καλή πίστη και ή δόλιες και ενάντια στα συμφέροντα της Ενάγουσας ενέργειες. Η ίδια ακριβώς διαπίστωση ως προς τη φύση της απαίτησης της Ενάγουσας ισχύει και αν ακόμα το Δικαστήριο λάμβανε υπόψιν την ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης ημ. 3.8.20 για την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο καταλήγει ότι αφενός η Ενάγουσα δεν αποκαλύπτει στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ημ. 5.8.20 για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και για υποκατάστατη επίδοση ότι έχει συζητήσιμη βάση αγωγής και ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν την παρούσα Αγωγή και αφετέρου, ακόμα και αν ληφθεί υπόψιν η ισχυριζόμενη βάση αγωγής η οποία διαφαίνεται μέσα από το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο και την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ημ. 3.8.20 για την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων, τότε το κλητήριο δεν περιέχει οποιοδήποτε στοιχείο που να αποκαλύπτει τη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων και η νομική βάση της αίτησης ημ. 3.8.20 ως προς το θέμα της δικαιοδοσίας ουδόλως καλύπτει την υπό κρίση περίπτωση ούτως ώστε να αποκαλύπτεται η δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων. Σαφώς αυτό το κενό δεν δύναται να καλυφθεί ούτε και μεταγενέστερα, όπως π.χ. μέσω της ένστασης στην παρούσα Αίτηση στη νομική βάση της οποίας περιλαμβάνεται γενικά η Δ.6 θ.1. Εδώ αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι στην ένορκη δήλωση του ΛΝ που συνοδεύει την ένσταση στην παρούσα, η Ενάγουσα επικαλείται τη διάπραξη αστικών αδικημάτων και την παράβαση του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου ως επίσης και του περί Εταιρειών Νόμου, οι οποίοι (Νόμοι) και πάλι απουσιάζουν από τη νομική βάση της αίτησης ημ. 5.8.20. Επιπλέον, η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν αποκλειστική δικαιοδοσία να εκδικάσουν την Αγωγή στη βάση του άρθρου 24 του ΕΚ1215/12, χωρίς και πάλι αυτός να συμπεριλαμβάνεται στη νομική βάση της αίτησης ημ. 5.8.20. Με άλλα λόγια, η νομική βάση της αίτησης ημ. 5.8.20 περιέχει μόνο τους δύο θεσμούς της Δ.6 και οι οποίοι δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην υπό κρίση περίπτωση, πάντοτε με βάση τα όσα η Ενάγουσα αποδίδει στους Εναγόμενους, και ουδόλως περιέχει τα νομοθετήματα και τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό τα οποία η ίδια θεωρεί ότι προσδίδουν δικαιοδοσία στα Κυπριακά Δικαστήρια. Αυτή η παράλειψη συμπερίληψης της σχετικής δικονομικής πρόνοιας και των σχετικών νομοθετικών ή Ευρωπαϊκών διατάξεων βάσει των οποίων η Ενάγουσα θεωρεί ότι προσδίδεται δικαιοδοσία στα Κυπριακά Δικαστήρια αφήνει παντελώς μετέωρη τη νομική βάση της αίτησης ημ. 5.8.20. Επομένως, δικαιολογείται ο παραμερισμός τόσο του διατάγματος για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και υποκατάστατη επίδοση όσο και η επίδοση δυνάμει αυτού, ως το πρώτο αιτητικό της Αίτησης. Επομένως, τόσο το διάταγμα ημ. 10.8.20 το οποίο εκδόθηκε στα πλαίσια της αίτησης ημ. 5.8.20 για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και υποκατάστατη επίδοση όπως επίσης και συνακόλουθα η διενεργηθείσα επίδοση δυνάμει αυτού (του διατάγματος) της ειδοποίησης του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου, του κλητηρίου, της αίτησης ημ. 3.8.20, της αίτησης ημ. 5.8.20 και της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ημ. 7.8.20 θα πρέπει να παραμεριστούν. Η πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου αποβαίνει καθοριστική για την περαιτέρω πορεία της Αίτησης, καθιστώντας αχρείαστη την εξέταση κάποιων θεμάτων που εγείρονται στα πλαίσια αυτής, όπως π.χ. του ζητήματος της μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων στα πλαίσια της μονομερούς αίτησης ημ. 5.8.20 για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Περαιτέρω, από τη στιγμή που έχει παραμεριστεί το διάταγμα επίδοσης και η επίδοση, δεν είναι επιτρεπτή η εξέταση οποιουδήποτε άλλου ζητήματος, όπως π.χ. της δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων να εκδικάσουν την Αγωγή, της αναστολής της διαδικασίας μέχρι την ολοκλήρωση των προτιθέμενων διαιτητικών διαδικασιών ή ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν είναι το κατάλληλο forum. V. Κατάληξη Ως εκ τούτου, εκδίδεται διάταγμα του Δικαστηρίου για τον παραμερισμό του διατάγματος ημ. 10.8.20 το οποίο εκδόθηκε στα πλαίσια της αίτησης ημ. 5.8.20 για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και υποκατάστατη επίδοση όπως επίσης και της επίδοσης δυνάμει αυτού (του διατάγματος) της ειδοποίησης του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου, του κλητηρίου, της αίτησης ημ. 3.8.20, της αίτησης ημ. 5.8.20 και της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ημ. 7.8.20. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων - Αιτητών και εναντίον της Ενάγουσας - Καθ΄ ης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της παρούσας Αγωγής. (Υπ.) .......... ΄Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Ε.Ν. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο