← Κύπρος

ΙΟΡΔΑΝΗ κ.α. ν. KOKIAS LTD, Αρ. Αγωγής: 2428/2012, 31/5/2021

ΙΟΡΔΑΝΗ κ.α. ν. KOKIAS LTD, Αρ. Αγωγής: 2428/2012, 31/5/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A282 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2428/2012 Μεταξύ:

  1. XXXXX ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΙΟΡΔΑΝΗ
  2. XXXXX ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΚΟΛΑ Eνάγοντες και KOKIAS CIVIL ENGINEERING CONTRACTORS LTD Eναγόμενοι Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 30/4/2013
  3. XXXXX ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΙΟΡΔΑΝΗ
  4. XXXXX ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΚΟΛΑ Eνάγοντες και KOKIAS LTD Eναγόμενοι Ημερομηνία: 31 Μαΐου 2021 Εμφανίσεις Για τον Ενάγοντα 1: κ. Δ. Παυλίδης με κα Παυλίδου για ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Α. ΠΑΥΛΙΔΗΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Εναγόμενους: κ. Χ. Γαβριηλίδης για ΧΡΙΣΤΟΣ & ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΚΩΝ/ΝΟΥ ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗ Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή - Δικογραφημένες θέσεις: Αντικείμενο της παρούσας αγωγής είναι η αξίωση των Εναγόντων εναντίον των Εναγομένων για αποζημιώσεις και έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων στη βάση κατ' ισχυρισμό παράνομης επέμβασης και οχληρίας επί του ακινήτου τους . Κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας οι συνήγοροι των Εναγόντων δήλωσαν ότι ο Ενάγων υπ' αριθμό 2, πατέρας του Ενάγοντα υπ' αριθμό 1, απεβίωσε και ένεκα αυτού του γεγονότος, η αγωγή δεν θα προωθείτο από αυτόν παρά μόνο από τον Ενάγοντα υπ' αριθμό
  5. Υπό αυτές τις περιστάσεις, η αγωγή απορρίφθηκε σε σχέση με τον Ενάγοντα υπ' αριθμό 2 και προωθήθηκε μόνο από τον Ενάγοντα υπ' αριθμό
  6. Σύμφωνα με τις δικογραφημένες θέσεις των Εναγόντων, ο Ενάγων 1, κατά τον ουσιώδη ως προς την παρούσα αγωγή χρόνο, ήταν ιδιοκτήτης του επίδικου τεμαχίου με επιφυλαχθέν δικαίωμα επικαρπίας εφ' όρου ζωής προς όφελος του Ενάγοντα
  7. Οι Εναγόμενοι, εισήλθαν παράνομα στο επίδικο ακίνητο χωρίς την άδεια ή συγκατάθεση των Εναγόντων και έκτοτε κάνουν χρήση του ακινήτου για δικούς τους σκοπούς και οφέλη. Σύμφωνα πάντα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των Εναγόντων, οι Εναγόμενοι έχουν παράνομα εναποθέσει πέτρες και σίδερα στο επίδικο ακίνητο, επεμβαίνουν συστηματικά σε αυτό και παρεμποδίζουν τους Ενάγοντες από την νόμιμη κατοχή, χρήση και απόλαυση αυτού. Παρατίθενται επίσης οι λεπτομέρειες ζημιών που έχουν υποστεί οι ενάγοντες και συγκεκριμένα, δικογραφείται η καταστροφή του δικτύου ύδρευσης του ακινήτου, η καταστροφή της ομοιομορφίας του ακινήτου λόγω της παράνομης τοποθέτησης ογκολίθων και/ή άλλων συναφών επιχωμάτων, τα έξοδα για επαναφορά του ακινήτου στην προτέρα κατάσταση καθώς και εργατικά για επανακατασκευή του δικτύου άρδευσης. Σύμφωνα με τη δικογραφημένη θέση των Εναγόντων, η αγοραία ενοικιαστική αξία του επίδικου ακινήτου ανέρχεται στο ποσό των €200 μηνιαίως. Στην αντίπερα όχθη, οι Εναγόμενοι στην Έκθεση Υπεράσπισης τους αναφέρουν ότι το επίδικο τεμάχιο ανήκει κατά ½ μερίδιο στον Ενάγοντα 1 και κατά το υπόλοιπο ½ μερίδιο στον αδελφό του Ενάγοντα
  8. Αναφέρουν επίσης ότι οι Εναγόμενοι ασχολούνται με μεγάλα έργα όπως τοποθέτηση αγωγών αποχετευτικού στους δρόμους και/ή καλωδίων της ΑΤΗΚ και/ή κατασκευή δρόμων. Κατά ή περί το έτος 2003 οι εναγόμενοι ανέλαβαν την κατασκευή δρόμου και στα πλαίσια των εργασιών τους απαιτείτο χώρος για να τοποθετούνται ακατέργαστα υλικά προσωρινά, μέχρι την επεξεργασία τους και την επανατοποθέτηση τους στην αρχική τους θέση για την κατασκευή του δρόμου. Σύμφωνα με τη δικογραφημένη θέση των Εναγομένων, επειδή το επίδικο τεμάχιο βρισκόταν πλησίον αυτού που διεξήγαγαν εργασίες οι Εναγόμενοι, ο συνιδιοκτήτης και αδελφός του ενάγοντα 1 έδωσε άδεια στον διευθυντή των εναγομένων όπως οι εναγόμενοι και οι υπάλληλοι τους χρησιμοποιήσουν το επίδικο τεμάχιο για όσο καιρό χρειαστεί, αφού πρώτα τους υπέδειξε το μέρος του τεμαχίου που ανήκει στον ίδιο. Δικογραφείται επίσης η θέση ότι οι Ενάγοντες ενημερώθηκαν από τον αδελφό του Ενάγοντα 1 και ιδιοκτήτη κατά ½ μερίδιο του επίδικου τεμαχίου ότι είχε παραχωρήσει άδεια στους εναγόμενους να χρησιμοποιούν το τεμάχιο του και ουδέποτε εξέφρασαν οποιοδήποτε παράπονο ή απαίτησαν την καταβολή ενοικίων αφού μέχρι το 2006 που οι Εναγόμενοι χρησιμοποιούσαν το επίδικο τεμάχιο περιορίζονταν στο μερίδιο που δεν ανήκε στον Ενάγοντα 1 και τους υπεδείχθη από τον αδελφό του και συνιδιοκτήτη του. Περαιτέρω, δικογραφείται ότι περί το έτος 2006 οι Εναγόμενοι αποπεράτωσαν τις εργασίες τους και μετέφεραν σε άλλο χώρο όλα τα υλικά που είχαν τοποθετηθεί κατά καιρούς στο τεμάχιο που τους είχε υποδειχθεί από τον αδελφό του Ενάγοντα 1 πλην συγκεκριμένου υλικού που χαρίστηκε σε αυτόν και χρησιμοποιήθηκε για επιχωμάτωση του τεμαχίου του κατόπιν οδηγιών του. Οι Εναγόμενοι αρνούνται την παράνομη επέμβαση και τις ισχυριζόμενες ζημιές που τους αποδίδονται και ισχυρίζονται ότι το τεμάχιο που χρησιμοποίησαν ανήκε στον αδελφό του Ενάγοντα 1 ο οποίος τους είχε δώσει άδεια χρήσης. Προσαχθείσα Μαρτυρία: Προς απόδειξη της υπόθεσης του ο Ενάγων υπ' αριθμό 1 παρουσίασε πέντε

(5)μάρτυρες. Πρώτος μάρτυρας για την πλευρά του Ενάγοντα 1 ήταν ο ίδιος (ΜΕ1), δεύτερος μάρτυρας ο κ. XXXXX Καρατσιόλης (ΜΕ2), τρίτος μάρτυρας ο κ. XXXXX Πιερή, αστυνομικός (ΜΕ3) και τέταρτος και τελευταίος μάρτυρας η κα. XXXXX Κυριάκου, μητέρα του Ενάγοντα 1 (ΜΕ4). Για την πλευρά των Εναγομένων έδωσε μαρτυρία ένας μάρτυρας, ο κ. XXXXX Κοκίας, μέτοχος των Εναγομένων (ΜΥ1). Δεν θα παραθέσω με λεπτομέρεια τα όσα κατέθεσε ο κάθε μάρτυρας στο Δικαστήριο αφού το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας και το έχω κατά νου. Για σκοπούς πληρότητας της απόφασης μου θα περιοριστώ σε μια συνοπτική αναφορά στη μαρτυρία που παρουσιάστηκε και, ειδικότερα, στα σημεία που έκρινα ως σημαντικά για την απόφαση μου επί των επίδικων θεμάτων ή που έκρινα ως σημαντικά για σκοπούς αξιολόγησης, πάντοτε, σε συνάρτηση με τα επίδικα θέματα. ΜΕ1: Ο ΜΕ1 κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης του επαναλαμβάνοντας τις δικογραφημένες θέσεις του τις οποίες έχω ήδη παραθέσει στο εισαγωγικό μέρος της απόφασης και δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω. Κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι είναι ιδιοκτήτης του επίδικου τεμαχίου από τις 7/3/1997 μέχρι σήμερα και κατέθεσε πιστοποιητικό εγγραφής ακίνητης ιδιοκτησίας σε σχέση με το επίδικο τεμάχιο (Τεκμήριο 1 και 4), πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας και Κτηματικό Σχέδιο σε σχέση με το επίδικο τεμάχιο (Τεκμήρια 5 και 6 αντίστοιχα). Κατέθεσε επίσης επιστολογραφία που είχαν ανταλλάξει οι δικηγόροι του με τους Εναγόμενους (Τεκμήρια 2 και 3). Σύμφωνα με το περιεχόμενο της επιστολής των δικηγόρων του Ενάγοντα 1 προς τους Εναγόμενους (Τεκμήριο 2), οι δικηγόροι του Ενάγοντα 1 έθεσαν σε γνώση των Εναγομένων ότι αυτοί έχουν παρανόμως εισέλθει στο επίδικο τεμάχιο χωρίς την άδεια και συγκατάθεση του Ενάγοντα 1 τοποθετώντας πέτρες και σίδερα. Επισημάνθηκε στην εν λόγω επιστολή ότι παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του Ενάγοντα 1 αυτοί αρνήθηκαν να παύσουν τη σχετική παράνομη επέμβαση και κάλεσαν αυτούς να άρουν την επέμβαση απαιτώντας ταυτόχρονα ενοίκια για το συνολικό ποσό των €24,
  1. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της απαντητικής επιστολής από τους Εναγόμενους προς τους δικηγόρους του Ενάγοντα 1 (Τεκμήριο 3), η θέση που προβάλλεται εκ μέρους των Εναγομένων στην εν λόγω επιστολή είναι ότι δεν υπήρξε τοποθέτηση υλικών στον επίδικο χώρο προτού να υπάρξει προφορική συνεννόηση και συμφωνία με τους ιδιοκτήτες του τεμαχίου, η οποία συνεννόηση και συμφωνία ήταν προφορική και δεν θεωρήθηκε σκόπιμο να γίνει γραπτώς λόγω της εξαιρετικής σχέσης με τον Ενάγοντα 1 αλλά και τον αδελφό του Ενάγοντα
  2. Αναφέρεται επίσης ότι ο Ενάγων 1 ουδέποτε έδειξε ή δήλωσε γραπτώς ή προφορικώς την πρόθεση του για απαίτηση ενοικίου για τη χρήση του χώρου και υπάρχει επίσης άρνηση της θέσης ότι τους είχε ειδοποιήσει επανειλημμένα ο Ενάγων 1 να σταματήσουν να χρησιμοποιούν τον χώρο. Αναφέρεται επίσης ότι η διεύθυνση των εναγομένων αμέσως μετά τη λήψη της επιστολής των δικηγόρων του Ενάγοντα 1 στις 14/3/2012, έδωσε εντολή όπως όλα τα υλικά που βρίσκονται μέσα στο μέρος του τεμαχίου του οποίου ιδιοκτήτης είναι ο Ενάγων 1 να μετακινηθούν σε άλλο ιδιόκτητο χώρο των Εναγομένων. Αναφέρεται ότι την ίδια μέρα, κατέφθασε στον χώρο συνεργείο των εναγομένων με σκοπό την μετακίνηση των υλικών το οποίο όμως μετά από αντίσταση του Ενάγοντα 1 απομακρύνθηκε χωρίς να μπορέσει να εκτελέσει τις οδηγίες της διεύθυνσης των εναγομένων. Περαιτέρω, καθιστούν υπεύθυνο τον Ενάγοντα 1 για οποιαδήποτε ζημιά σε οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία, οχήματα, μηχανήματα, ακίνητα των εναγομένων, των υπαλλήλων και/ή αντιπροσώπων της. Σε ότι αφορά την απαίτηση για καταβολή ενοικίων, αναφέρεται στην εν λόγω επιστολή ότι επειδή ο Ενάγων 1 ουδέποτε έδειξε ή δήλωσε γραπτώς ή προφορικώς την πρόθεση του για απαίτηση ενοικίου για τη χρήση του χώρου, δίνοντας έτσι τη δυνατότητα για εξεύρεση εναλλακτικής λύσης προς τους εναγόμενους, οι εναγόμενοι δεν μπορούν να προχωρήσουν σε εξόφληση του ποσού που απαιτήθηκε με την επιστολή των δικηγόρων του Ενάγοντα
  3. Ο ΜΕ1 κατέθεσε επίσης δέσμη φωτογραφιών του επίδικου τεμαχίου που, όπως ανέφερε, λήφθηκαν από τον ίδιο (Τεκμήριο 7 (α) - (ια)). Με αναφορά στο τι απεικονίζει η κάθε φωτογραφία που κατέθεσε εξήγησε ότι σε αυτές φαίνονται διάφορα ξύλα, πέτρες, ογκόλιθοι, σίδερα, ξύλινοι κύλινδροι, στίβες με πέτρες και χώματα, μηχανήματα, μπάζα, σωλήνες άρδευσης «τσιλιμμένες» και κομμένες. Ανέφερε ότι το επίδικο τεμάχιο προηγουμένως ήταν πεντακάθαρο και επίπεδο, επρόκειτο για ένα γεωργικό χωράφι το οποίο ήταν καθαρό από πέτρες και χώματα και μπορούσε να μπει μέσα τρακτέρ για να το οργώσει. Όπως ανέφερε, είχαν κεντρικές γραμμές που πότιζαν και έκοβαν το τρυφίλλι που φύτευαν. Αναφέρθηκε επίσης σε φωτογραφίες στις οποίες απεικονίζονται «αυλατζιές», και που δείχνουν πως ήταν η γη πριν και πως έγινε μετά από τις πέτρες που τοποθετήθηκαν. Ανέφερε επίσης ότι τα διάφορα μηχανήματα που απεικονίζονται στις φωτογραφίες δεν είναι δικά του. Σε ότι αφορά την έκταση που κάλυπταν οι πέτρες και τα μπάζα εντός του επίδικου τεμαχίου ανέφερε ότι αυτά βρίσκονταν σε περισσότερο από το μισό τεμάχιο και ότι τον Μάρτιο του 2012 το επίδικο τεμάχιο δεν μπορούσε να καλλιεργηθεί. Κατέθεσε επίσης προσφορά που έλαβε σε σχέση με τον καθαρισμό του επίδικου τεμαχίου και την επαναφορά του στην προτέρα κατάσταση ως Τεκμήριο
  4. Περαιτέρω, κατέθεσε ως Τεκμήριο 8 άλλη προσφορά που έλαβε η οποία αφορούσε όπως ανέφερε τα 93 μέτρα της κεντρικής γραμμής του αρδευτικού συστήματος, τα ρουπινέττα, τις σωλήνες και τις γωνιές τα οποία, όπως ανέφερε, καταστράφηκαν. Ανέφερε επίσης ότι στις 14/3/2012 πήγε επί τόπου στο επίδικο τεμάχιο όπου συνάντησε τον XXXXX Κοκία τον οποίο ρώτησε με ποιου την άδεια μπήκε μέσα στο τεμάχιο λέγοντας του να πάρει τα πράγματα του και να φύγει αλλά ότι αυτός άρχισε να φωνάζει, οπότε ήρθε η Αστυνομία επί τόπου και ακολούθως έκανε καταγγελία στην αστυνομία. Σε ότι αφορά την ενοικιαστική αξία του επίδικου τεμαχίου η οποία όπως ανέφερε ανέρχεται σε €200 μηνιαίως ανέφερε ότι κατά την άποψη του εάν το είχε ενοικιάσει σε κάποιον τόση θα ήταν η αξία του. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι ο ίδιος είχε αγοράσει τρακτέρ και πήγαινε στο επίδικο τεμάχιο και ότι από το 2004 που αρρώστησε ο πατέρας του μέχρι το 2013 πήγαιναν μαζί περιοδικά στο επίδικο τεμάχιο όταν του επέτρεπε η υγεία του πατέρα του. Με αναφορά στο Τεκμήριο 6 (Κτηματικό Σχέδιο) συμφώνησε ότι το τεμάχιο με αριθμό 44 είναι του αδερφού του. Αρνήθηκε ότι διαμαρτυρήθηκαν για πρώτη φορά σε σχέση με την κατ' ισχυρισμό παράνομη επέμβαση μέσω της επιστολής Τεκμήριο 2, λέγοντας ότι όταν πήγε ο μακαρίτης ο πατέρας του στο χωράφι και είδε τι συνέβαινε ο αδερφός του κ. XXXXX Κοκία, ο κ. XXXXX Κοκία τον έδιωξε με τη βία. Ανέφερε ότι τους είπαν πολλές φορές να φύγουν τόσο ο ίδιος όσο και ο πατέρας του και παραπονέθηκαν σε αυτούς πολλές φορές και το 2012 και το
  5. Σε ότι αφορά την επί τόπου επίσκεψη στο επίδικο τεμάχιο στις 14/3/12, ανέφερε ότι εκτελούσαν εργασίες οι εναγόμενοι, είχαν τοποθετημένο σπαστήρα και έπαιρναν πέτρες και τις έσπαζαν κάνοντας τις χώμα και ότι δεν του ζητήθηκε του ίδιου να καθαρίσουν το χωράφι οι εναγόμενοι. Σε υποβολή ότι οι Εναγόμενοι έκαναν χρήση του τεμαχίου 44 και όχι του 38 που ανήκει σε αυτόν και ότι μετά την αποπεράτωση των εργασιών το 2006 μετακίνησαν όλα τα αντικείμενα από το Τεμάχιο 44 πλην χώματος που ο αδερφός του απαίτησε να μείνει για να κάνει επιχωμάτωση, ανέφερε ότι μέχρι σήμερα υπάρχουν πέτρες, βουνά από χώματα, μηχανήματα, καρούλια ηλεκτρικής, λάστιχα που άφησαν εκεί και το τι έκαναν στο χωράφι του αδερφού του είναι θέμα δικό τους και δεν ξέρει τι συμφωνία είχαν με τον αδερφό του. Σε ότι αφορά τις σωλήνες που ανέφερε ότι είναι πατημένες συμφώνησε ότι δεν ήταν παρών όταν πατήθηκαν αλλά είδε τα μηχανήματα των Εναγομένων μέσα στο χωράφι του. Στη συνέχεια της αντεξέτασης του ανέφερε ότι ο ίδιος χρησιμοποιεί πλέον μόνο το κομμάτι του επίδικου τεμαχίου που έμεινε που είναι περίπου δύο σκάλες. Σε ότι αφορά τα καρούλια στα οποία αναφέρθηκε και απαντώντας σε σχετική υποβολή ότι αυτά δεν είχαν καμία σχέση με τους Εναγόμενους ανέφερε ότι τόσο ο ίδιος όσο και όλα τα μέλη της οικογένειας του δεν έχουν εταιρεία για να κάνουν δουλειές και για να έχουν καρούλια. Συμφώνησε ότι δεν ήταν παρών όταν πετάχτηκε οποιοδήποτε αντικείμενο από τους Εναγόμενους πλην όμως όπως ανέφερε, είχε δει τα μηχανήματα που βρίσκονταν μέσα και ήταν με τα αυτοκόλλητα Kokias. Σε ότι αφορά το υπόλοιπο χωράφι ανέφερε ότι δεν μπαίνει ούτε άλετρο ούτε τσάπες για να το καλλιεργήσει και μέχρι σήμερα είναι το ίδιο. Σε ερώτηση ως προς το κατά πόσο έκανε κάτι για να χρησιμοποιεί απρόσκοπτα το επίδικο τεμάχιο από το 2012 που διαπίστωσε επέμβαση ανέφερε ότι έλαβε προσφορά για την μετακίνηση όλων των αντικειμένων πλην όμως δεν έκανε κάτι για να έχει τεκμήρια για την επέμβαση. Περαιτέρω, συμφώνησε ότι ουδέποτε πριν την αποστολή του Τεκμηρίου 2 (επιστολή ημερομηνίας 13/3/2012 από τους δικηγόρους του προς τους Εναγόμενους) απαίτησε την καταβολή οποιουδήποτε ενοικίου παρά μόνο ζήτησε να φύγουν από το χωράφι του πράγμα που δεν έγινε. Τέλος, απαντώντας σε σχετική υποβολή ότι οι Εναγόμενοι είχαν επισκεφθεί το επίδικο τεμάχιο για να τους υποδείξει ο Ενάγων 1 τα αντικείμενα που κατ' ισχυρισμό τους αφορούσαν προκειμένου να τα μετακινήσουν, αυτός ανέφερε ότι κάποιος που δεν έκανε τίποτα δεν θα ερχόταν με φορτηγό για να καθαρίσει αντικείμενα. ΜΕ2: Δεύτερος μάρτυρας για την πλευρά του Ενάγοντα 1 ήταν ο κ. XXXXX Καρατσιόλης (ΜΕ2). Αναγνώρισε το Τεκμήριο 9 λέγοντας ότι αυτό συντάχθηκε από την γραμματέα του με δικές του οδηγίες. Ανέφερε ότι επισκέφθηκε το επίδικο τεμάχιο πριν τις 5/5/13 και αφού ενημερώθηκε για το τι ήθελε να καθαρίσει ο Ενάγων 1 του ετοίμασε αυτήν την προσφορά. Κατά την επίσκεψη του στο επίδικο τεμάχιο είδε ότι είχε μέσα, ξύλα, πέτρες, μπάζα, σωλήνες, λάστιχα. Διευκρίνισε ότι ζήτησε το ποσό που καταγράφεται στο Τεκμήριο 9 για να κάνει τις εργασίες που καταγράφονται σε αυτό. Αντεξεταζόμενος, συμφώνησε ότι ο ενάγων 1 του ζήτησε να πάει να δει το ακίνητο, του είπε να το καθαρίσει και πόσα θέλει για να το καθαρίσει. Ανέφερε ότι πήγε 2-3 μέρες πριν τις 5/5/13 που έδωσε την προσφορά. Περαιτέρω, ερωτηθείς αν ξαναπήγε στο επίδικο τεμάχιο έκτοτε ανέφερε ότι πήγε πολλές φορές στον αδερφό του Ενάγοντα 1 και είδε κάποια μπάζα μέσα αλλά δεν ξέρει αν έχει ακόμα μπάζα. ΜΕ3: Τρίτος μάρτυρας για την πλευρά του Ενάγοντα 1 ήταν ο κ. XXXXX Πιερή, αστυνομικός (ΜΕ3). Κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι στις 14/3/12 υπηρετούσε στον Αστυνομικό σταθμό Λατσιών και ότι ο Ενάγων 1 είχε υποβάλει παράπονο για ένα χωράφι του χωρίς να θυμάται την ακριβή ημερομηνία. Θυμόταν ότι αυτό έγινε το έτος 2012 και ανέφερε ότι περί τα τέλη του 2012 με αρχές του 2013 αυτός μετακινήθηκε σε άλλο σταθμό. Μετά το παράπονο που έγινε από τον Ενάγοντα 1 επισκέφθηκαν τον χώρο και όπως ανέφερε νομίζει ότι είχε μέσα στο χωράφι ένα trailer. Με αναφορά στο Τεκμήριο 10 (α) και (β) ανέφερε ότι είδε αυτά τα οχήματα μέσα στο χωράφι, ήτοι ένα trailer και ένα εκσκαφέα. Ανέφερε επίσης ότι δεν θυμόταν εάν μίλησε με κάποιο εκείνη την μέρα αλλά ότι θυμάται ότι μετακινήθηκαν πράγματα. Ακολούθως, ερωτηθείς εάν είπε σε κάποιο να μετακινήσει πράγματα από το χωράφι απάντησε καταφατικά αλλά είπε πως δεν ξέρει αν τα μετακίνησαν. Αντεξεταζόμενος, και σε ερώτηση ως προς το ποια πράγματα μετακινήθηκαν ανέφερε το φορτηγό και τον εκσκαφέα και κάποια άλλα πράγματα, αλλά αυτά που θυμόταν περισσότερο ήταν το φορτηγό και ο εκσκαφέας. Ακολούθως, απάντησε καταφατικά στην ερώτηση ότι το παράπονο του Ενάγοντα 1 ήταν ότι είχε μέσα στο χωράφι του ένα εκσκαφέα και ένα trailer που δεν ήταν δικά του. Δεν θυμόταν αν μίλησε με τους ιδιοκτήτες των οχημάτων αυτών και δεν θυμόταν εάν ο ενάγων 1 του έκανε παράπονο ότι καταστράφηκε το αρδευτικό σύστημα, ή δέντρα ή λάστιχα. Σε ερώτηση ως προς το κατά πόσο προχώρησε η διερεύνηση απάντησε ότι μετακινήθηκαν τα αυτοκίνητα που φαίνονταν στις φωτογραφίες (Τεκμήριο 10 (α) (β)) και δεν προχώρησε η διερεύνηση. Τέλος, ανέφερε ότι δεν ξαναπήγε ο Ενάγων 1 να προωθήσει το παράπονο ή να διαμαρτυρηθεί περαιτέρω. ΜΕ4: Τέταρτος και τελευταίος μάρτυρας για την πλευρά του Ενάγοντα 1 ήταν η κα XXXXX Κυριάκου, μητέρα του Ενάγοντα
  6. Κατά την κυρίως εξέταση της ανέφερε ότι το 2012 πήγαινε κάθε μέρα στο κτήμα το οποίο ήταν εύφορο, καλλιεργήσιμο, ίσιο, με πολύ καλό χώμα. Καλλιεργούσαν εποχιακά προϊόντα και το καλλιεργούσε ο σύζυγος της με τον γιο της, Ενάγοντα 1 και ότι πήγαινε και η ίδια. Περαιτέρω ανέφερε ότι τον Μάρτη του 2012, πήγαν με τον άντρα της και είδαν άλλα πράγματα μέσα, και συγκεκριμένα είδαν συνεργείο το οποίο έφερνε χώμα μέσα στο χωράφι, υπήρχε σπαστήρας, μηχανή που φόρτωνε τον εκσκαφέα πέτρες και τα έβαζε μέσα στην μηχανή, είχε «τελιά» για να ξεχωρίζουν οι πέτρες από το χώμα που έλιωνε. Ανέφερε ότι έμπαιναν μέσα φορτηγά τα οποία φόρτωναν πράγματα και άλλα οχήματα έρχονταν και έφερναν ογκόλιθους μέσα στο χωράφι. Είδε επίσης καρούλια της ηλεκτρικής και ανέφερε ότι όταν έκαμναν τη δουλειά τους τα έφερναν και τα πέταγαν μέσα στο χωράφι. Είχε επίσης ξύλα, σίδερα και πέτρες που δεν έσπαζαν. Ανέφερε επίσης ότι τα αντικείμενα αυτά κάλυπταν περίπου το μισό χωράφι. Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασης της ανέφερε ότι πότιζαν οι ίδιοι το χωράφι με σωλήνες και λάστιχα που είχαν οι ίδιοι αφού είχαν δική τους διάτρηση και ότι τον Μάρτη του 2012 πήγαινε σχεδόν κάθε μέρα. Το 2012 ανέφερε ότι δεν είχε δει τα λάστιχα τα οποία πρέπει να τα «ετσιλίσαν» όπως ανέφερε και ότι τα ρουπινέτα ήταν βγαλμένα. Όταν είδε τα αντικείμενα μέσα στο χωράφι τον Μάρτη του 2012 αντέδρασε και διαμαρτυρήθηκε έντονα στον αδερφό του XXXXX Κοκία, τον κ. XXXXX Κοκία που ήταν εκεί αλλά δεν έλαβε απάντηση. Όταν ρώτησε γιατί έβαλαν τα αντικείμενα αυτά στο χωράφι η απάντηση που έλαβε ήταν ότι κάνουν τη δουλειά τους. Εκτός από τα αντικείμενα που είδε στο χωράφι είδε και αυτοκίνητα που μπαινόβγαιναν, όπως ανέφερε, στο χωράφι. Ζήτησε από τον XXXXX Κοκία να φύγουν τα αντικείμενα από μέσα αλλά δεν έκαναν τίποτα. Η τελευταία φορά που επισκέφθηκε το χωράφι ήταν 20 μέρες πριν παρουσιαστεί στο Δικαστήριο και διαπίστωσε ότι τα αντικείμενα που ανέφερε ήταν ακόμα μέσα στο χωράφι. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι το καλοκαίρι και Νοέμβριο κάθε έτους καλλιεργούσαν πατάτες. Επίσης καλλιεργούσαν το χωράφι και το 1999 και το 2001 και έβαζαν και καρπούζια. Αρνήθηκε την υποβολή ότι από το 2001 μέχρι και το 2012 ουδέποτε φυτέψαν πατάτες στο χωράφι, λέγοντας ότι και μετά το 2012 φύτευαν στο ένα κομμάτι του χωραφιού που δεν ήταν μέσα οι Κοκίες όπως ανέφερε. Πριν το 2012 ανέφερε ότι φύτευαν το χωράφι και δεν είχε πρόβλημα ούτε είχε πατημένα λάστιχα. Περαιτέρω, ανέφερε ότι από το 2003 μέχρι το 2012 πήγαιναν σχεδόν κάθε μέρα και συμφώνησε ότι δεν είχε κανένα πρόβλημα. Ερωτηθείσα ως προς το κατά πόσο η οποιαδήποτε επέμβαση έγινε κατά την περίοδο 1/3/12 -14,15/3/12 απάντησε ότι μπορεί να ήταν 10 με 15 μέρες πριν την εν λόγω περίοδο. Περαιτέρω, ανέφερε στη συνέχεια της αντεξέτασης της ότι το επίδικο τεμάχιο δεν είναι περιφραγμένο μέχρι σήμερα. Σε ερώτηση ως προς το κατά πόσο μπορεί να μπει οποιοσδήποτε μέσα ανέφερε ότι θα μπορούσε ένα αυτοκίνητο να μπει και να φύγει χωρίς να κάμει ζημιά αλλά οι εναγόμενοι μπήκαν και έκαμαν δουλειά τους για να βγάλουν λεφτά. Σε ερώτηση εάν είδε τους ίδιους να πετάνε σίδερα μέσα στο χωράφι ανέφερε ότι δεν τους είδε αλλά τα αντικείμενα αυτά ήταν την περίοδο που οι εναγόμενοι έκαναν τις δουλειές τους εκεί. Όταν της τέθηκε ότι οι εναγόμενοι πήγαν με trailer στο χωράφι μετά την καταγγελία για να τους υποδείξουν τα αντικείμενα προκειμένου να τα μετακινήσουν και ότι ο γιος της τους έδιωξε, ανέφερε ότι αυτό σημαίνει ότι τα μπάζα και τα σίδερα ήταν δικά τους από τη χρήση που έκαναν στο χωράφι, διερωτώμενη γιατί να πάνε αφού δεν ήταν δικά τους, επαναλαμβάνοντας ότι ήταν οι εναγόμενοι που τα έβαλαν μέσα. ΜΥ1: Για την πλευρά των Εναγομένων έδωσε μαρτυρία ο κ. XXXXX Κοκίας, ο οποίος κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Ανέφερε ότι σήμερα κατέχει το 25% των μετοχών της Εναγόμενης και ότι από το έτος 1990 μέχρι και 2017 εργαζόταν στην εναγόμενη εταιρεία μαζί με τα 4 αδέλφια του και άλλους υπαλλήλους ενώ μέτοχος και διευθυντής ήταν ο πατέρας του. Η εναγόμενη εταιρεία ασχολείται κατά κύριο λόγο με την κατασκευή δρόμων και τοποθέτηση αγωγών αποχετευτικού στους δρόμους, έργα που όπως ανέφερε, ανατίθενται στην εναγόμενη κατόπιν σχετικών προσφορών του δημοσίου. Διευκρίνισε ότι σήμερα δεν εργάζεται πλέον στην εναγόμενη αφού έχει ανοίξει δική του εταιρεία που ασχολείται με παρόμοιας φύσης εργασίες με την εναγόμενη. Ανέφερε ότι περί τον Μάιο του 2003 η εναγόμενη ανέλαβε την κατασκευή του δρόμου από τη Λεωφόρο Καλαμών προς το Γέρι στη Λευκωσία ενώ το έργο θα άρχιζε τον Ιούλιο του
  7. Στα πλαίσια των εργασιών της εναγόμενης απαιτείτο χώρος για να τοποθετούνται τα ακατέργαστα υλικά προσωρινά, μέχρι την επεξεργασία τους με ειδικό μηχάνημα και επανατοποθέτηση τους στην αρχική τους θέση για την κατασκευή του δρόμου. Διευκρίνισε ότι η Εναγόμενη είχε αναλάβει την επεξεργασία υλικών που προέρχονταν από εκσκαφές. Λόγω της καλής οικογενειακής σχέσης που είχε και έχει με τον αδερφό του Ενάγοντα 1 και επειδή ο ίδιος του ανέφερε ότι ήταν ιδιοκτήτης ενός τεμαχίου γης κοντά στον υπό ανέγερση δρόμο, ζήτησε και έλαβε την άδεια του να τοποθετεί η εναγόμενη τα ακατέργαστα υλικά εντός του τεμαχίου του με σκοπό την επεξεργασία τους και την επανατοποθέτηση τους στην αρχική τους θέση. Ανέφερε ότι κάτω από αυτές τις συνθήκες και αφού έλαβε προηγουμένως την έγκριση του ιδιοκτήτη του τεμαχίου 44 όπως φαίνεται στο Τεκμήριο 6 που κατατέθηκε στο Δικαστήριο (Επίσημο Κτηματικό Σχέδιο) περί του Ιούλιο του έτους 2003 η εναγόμενη έκανε χρήση του ακινήτου ιδιοκτησίας του αδερφού του ενάγοντα 1 ο οποίος είναι κουμπάρος του. Στη συνέχεια, ανέφερε ότι αρχικά είχε την εντύπωση ότι το τεμάχιο του ενάγοντα 1 και του αδερφού του ήταν ένα ενιαίο ακίνητο αλλά από την κατάθεση του Ενάγοντα 1 κατάλαβε ότι ναι μεν ήταν ένα ενιαίο ακίνητο αλλά είχαν εκδοθεί δύο διαφορετικά πιστοποιητικά εγγραφής. Ανέφερε επίσης ότι κατά τον ουσιώδη ως προς την παρούσα αγωγή χρόνο τα δύο ακίνητα, δηλαδή το 38 και το 44, δεν είχαν οριοθετηθεί και ούτε περιφραχτεί και έτσι κανένας από τους ιδιοκτήτες δεν γνώριζαν επακριβώς τα όρια του ακινήτου του. Περιγράφοντας τα δύο τεμάχια ανέφερε ότι έχουν το σχήμα Γ και του είπε ο αδερφός του Ενάγοντα 1 ότι το δεξιά είναι το δικό του και το άλλο του αδερφού του και να βάζει τα υλικά στο τεμάχιο του. Ακολούθως, ανέφερε ότι τόσο ο Ενάγων 1 όσο και ο Ενάγων 2 είχαν ενημερωθεί από τον αδερφό του Ενάγοντα 1 ότι η εναγόμενη έλαβε την άδεια του να κάνει χρήση του ακινήτου του όπως αυτό είχε υποδειχθεί από τον ίδιο, και ουδέποτε εξέφρασαν το οποιοδήποτε παράπονο ούτε απαίτησαν την καταβολή ενοικίων παρά μόνο με την επιστολή των δικηγόρων τους, τεκμήριο
  8. Πρόσθεσε ότι η εναγόμενη έκανε χρήση περίπου 800 τμ του ακινήτου 44 μόνο αφού όλα τα ακατέργαστα υλικά τοποθετούνταν σε στίβη όπου άμεσα επεξεργάζονταν και απομακρύνονταν από τον χώρο. Το έργο κατασκευής του δρόμου αποπερατώθηκε περί τα μέσα προς τέλος του 2005 ενώ η εναγόμενη αρχές του έτους 2006 μετέβη στο τεμάχιο 44 και απομάκρυνε όλα τα υλικά που είχαν παραμείνει εκτός από συγκεκριμένο επεξεργασμένο υλικό που χαρίστηκε στον αδερφό του Ενάγοντα 1 το οποίο χρησιμοποίησε για επιχωμάτωση του τεμαχίου του. Ανέφερε επίσης ότι μετά την απομάκρυνση των υλικών από το τεμάχιο 44 το έτος 2006 η εναγόμενη δεν είχε ξανά κάνει χρήση του ακινήτου 44 και ούτε μετέβη ξανά στον ευρύτερο χώρο αφού ο δρόμος είχε αποπερατωθεί. Ακολούθως, ανέφερε ότι για να μεταβούν στο ακίνητο του αδερφού του Ενάγοντα 1 έπρεπε να περάσουν από χωμάτινο δρόμο εντός του τεμαχίου 38 ο οποίος προϋπήρχε χωρίς όμως να παραπονεθεί ποτέ ο Ενάγων 1 και
  9. Ανέφερε επίσης ότι λόγω της σχέσης που είχε με τον αδερφό του Ενάγοντα 1, γνώριζε προσωπικά τους Ενάγοντες και την μητέρα του Ενάγοντα 1 και είχε πάει αρκετές φορές σπίτι τους και ουδέποτε εξέφρασαν παράπονο στον ίδιο για παράνομη επέμβαση. Σύμφωνα με τον ίδιο, η Εναγόμενη ουδέποτε έκανε χρήση του ακινήτου των Εναγόντων πλην του συγκεκριμένου δρόμου ο οποίος προϋπήρχε. Αναφέρθηκε επίσης στις φωτογραφίες που παρουσίασε ο Ενάγων (Τεκμήριο 7) λέγοντας ότι η εναγόμενη δεν έχει προβεί στην καταστροφή του αρδευτικού συστήματος, ούτε τοποθέτησε τα όσα απεικονίζουν οι εν λόγω φωτογραφίες. Περαιτέρω, ανέφερε ότι η πρώτη φορά που η Εναγόμενη ενοχλήθηκε από τον Ενάγοντα 1 ήταν μέσω του Τεκμηρίου 2 (επιστολή από δικηγόρους του Ενάγοντα 1) και μετά τη λήψη της εν λόγω επιστολής, συνυπολογίζοντας ότι πρόκειται για γνωστά τους άτομα η εναγόμενη έδωσε οδηγίες στον ίδιο να μεταβούν στον χώρο και να μετακινήσουν τυχόν υλικά ιδιοκτησίας της εναγόμενης που τυχόν βρίσκονταν εντός του τεμαχίου του ενάγοντα ή οποιαδήποτε υλικά που τυχόν τοποθέτησαν τρίτοι ή ακόμα και ο ίδιος ο αδερφός του. Στη συνέχεια, αναφέρθηκε στην επίσκεψη στο τεμάχιο του Ενάγοντα 1 κατά τη διάρκεια της οποίας, σύμφωνα με τον ίδιο, ο Ενάγων 1 τους έδιωξε από το ακίνητο του καλώντας την αστυνομία. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι η Εναγόμενη ασχολείται με επεξεργασία ακατέργαστων υλικών και το 2012 είχε τον ίδιο κύκλο εργασίας, εκτελώντας συμβόλαιο στην Πάφο και στα Κοκκινοχώρια. Περαιτέρω, ανέφερε ότι από το 2003 μέχρι το 2012 ο κύκλος εργασίας της εναγόμενης ήταν ο ίδιος και ασχολείτο με επεξεργασία υλικών που προέρχονταν από χωματουργικές εργασίες. Όταν του επισημάνθηκε η αναφορά στην παράγραφο 4 της Έκθεσης Υπεράσπισης των Εναγομένων περί συνιδιοκτησίας του επίδικου τεμαχίου μεταξύ του Ενάγοντα 1 και του αδερφού του, ανέφερε ότι ο Κυριάκος (δηλαδή ο αδελφός του Ενάγοντα 1) έδειξε σε αυτόν το τεμάχιο 44 και ότι το 38 δεν ξέρει ποιο είναι. Σε άλλο σημείο της αντεξέτασης του, ανέφερε ότι ο αδερφός του Ενάγοντα 1 του είπε ότι από το μισό το Γ και κάτω (εννοώντας το σχήμα των δύο τεμαχίων στο Τεκμήριο 6) ήταν δικό του αδερφού του Ενάγοντα 1 και στη συνέχεια ότι το τεμάχιο 44, όπως αυτό φαίνεται στο Τεκμήριο 6, ήταν του αδερφού του Ενάγοντα 1 αλλά δεν ήξερε ακριβώς «πόσο πάνω και πόσο κάτω» ήταν δικό του. Στη συνέχεια της αντεξέτασης του, ανέφερε ότι σε ότι αφορά το τεμάχιο 44, ο αδερφός του Ενάγοντα 1 του είπε «που δαμαί τζαι πάνω εν δικό μου» αλλά «αν ήταν 5 μέτρα πάνω ή 5 μέτρα κάτω» δεν μπορούσε να ξέρει. Όταν του τέθηκε ότι δεν μπορούσε να ήταν βέβαιος που τοποθετήθηκαν τα υλικά, συμφώνησε ότι δεν μπορούσε να ξέρει προσθέτοντας ότι όπως είδε τα σχέδια κατά τη δίκη δεν μπήκαν στο τεμάχιο του Ενάγοντα 1 γιατί ήταν μεγάλο το τεμάχιο του αδερφού του. Ακολούθως, συμφώνησε ότι τα διάφορα υλικά που φαίνονται στο Τεκμήριο 7 είναι ακατέργαστα υλικά που μπορούν να τύχουν επεξεργασίας αλλά ανέφερε ότι δεν έχουν σχέση με τους εναγόμενους. Σε σχετική ερώτηση που του υπεβλήθη κατά την αντεξέταση του με αναφορά στη θέση του κατά την κυρίως εξέτασή του ότι κανείς εκ των ιδιοκτητών των τεμαχίων δεν γνώριζε τα όρια του συμφώνησε ότι μπορεί να έβαλαν και υλικά στο τεμάχιο 38 και στη συνέχεια σε σχετική υποβολή ότι τα υλικά τοποθετήθηκαν σε μεγάλο μέρος του τεμαχίου 38 και όχι του 44 ανέφερε ότι με ό,τι θυμάται μπορεί να μην μπήκαν και καθόλου στο τεμάχιο
  10. Αξιολόγηση Μαρτυρίας: Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Παρακολούθησα τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας.[1] Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του.[2] Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο, την ποιότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και έχω λάβει καθοδήγηση από σειρά παραγόντων όπως, μεταξύ άλλων, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων, τη λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, την ύπαρξη ή μη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων, την ύπαρξη οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης και διάφορα άλλα στοιχεία τα οποία κατά περίπτωση θα αναφερθούν κατωτέρω. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά την έχω συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, υποβάλλοντας τη στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας και υποβάλλοντας επίσης το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας με βάση την προσέγγιση που η Νομολογία μας επιτάσσει στο θέμα αυτό.[3] Μαρτυρία ΜΕ1: Ο ΜΕ1 έκανε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Υπήρξε σταθερός και ακλόνητος στη θέση του ότι οι Εναγόμενοι εισήλθαν στο τεμάχιο του κατά τη διάρκεια των εργασιών τους τοποθετώντας διάφορα αντικείμενα σε αυτό τα οποία υπέδειξε με αναφορά στο περιεχόμενο της δέσμης φωτογραφιών που κατέθεσε στο Δικαστήριο. Ο εν λόγω μάρτυρας περιέγραψε με σαφήνεια, σταθερότητα και συνεκτικότητα σε τι συνίστατο η επέμβαση στο τεμάχιο του και υπήρξε σταθερός και ακλόνητος στη θέση του ότι οι Εναγόμενοι ευθύνονται για την ρηθείσα επέμβαση, παρά την προσπάθεια της αντεξέτασης να τον κλονίσει σε σχέση με το ζήτημα αυτό. Τα όσα επί τούτου ανέφερε επιβεβαιώνονται και από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 3 που κατέθεσε, το περιεχόμενο του οποίου όπως θα εξηγήσω στη συνέχεια δεν αμφισβητήθηκε, ήτοι επιστολή εκ μέρους των Εναγομένων, στην οποία γίνεται ξεκάθαρη αναφορά σε χρήση του επίδικου τεμαχίου και ύπαρξη υλικών εντός αυτού. Περαιτέρω αναφορά στο Τεκμήριο 3 γίνεται κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΥ
  11. Σε ότι αφορά το μέρος της μαρτυρίας του που αφορούσε τον ακριβή χρόνο κατά τον οποίο οι Εναγόμενοι εισήλθαν εντός του επίδικου τεμαχίου, διαπιστώνω ότι έγινε επί τούτου μία έμμεση αναφορά στη γραπτή του δήλωση η οποία συνίσταται σε αξίωση αποζημιώσεων για παράνομη χρήση του επίδικου τεμαχίου για την περίοδο από 1/1/2003 μέχρι την 1/3/
  12. Πέραν της έμμεσης και γενικής αυτής αναφοράς σε σχέση με τον χρόνο, δεν δόθηκε σαφής και ξεκάθαρη μαρτυρία επί τούτου και γενικά έδωσε την εντύπωση ότι στην πραγματικότητα δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει πότε ακριβώς έλαβε χώρα η επέμβαση, αφού όπως ο ίδιος ευθαρσώς και με ειλικρίνεια δήλωσε, οι επισκέψεις του στο επίδικο τεμάχιο πριν το 2012 και συγκεκριμένα πριν τον Μάρτιο του 2012 που φάνηκε τελικά να διαπίστωσε την επέμβαση επί τόπου δεν ήταν συχνές. Ενδεικτικό της αδυναμίας του να προσδιορίσει με ακρίβεια τον χρόνο της επέμβασης ήταν και το εξής: όταν ο ίδιος ρωτήθηκε για παράδειγμα για το πότε πατήθηκαν οι σωλήνες στις οποίες αναφέρθηκε, αυτός δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει χρονικά πότε αυτό έλαβε χώρα δηλώνοντας με ειλικρίνεια όμως ότι διαπίστωσε αυτό το γεγονός τον Μάρτιο του 2012 όταν επισκέφθηκε επί τόπου το επίδικο τεμάχιο. Για τους λόγους που έχω εξηγήσει, δεν αποδέχομαι αυτό το μέρος της μαρτυρίας του. Άλλωστε, επί τούτου του σημείου, όπως θα εξηγήσω στη συνέχεια, η μαρτυρία που δόθηκε από την ΜΕ4 ήταν ξεκάθαρη και σαφής και φάνηκε να είναι σε καλύτερη θέση να τοποθετηθεί επί τούτου λόγω των συχνότερων επισκέψεων της στο επίδικο τεμάχιο. Κατά τα λοιπά, εξετάζοντας τη μαρτυρία του ΜΕ1 στο σύνολο της οφείλω να σημειώσω ότι ο ΜΕ1 απαντούσε αυθόρμητα τις ερωτήσεις που του τέθηκαν και δεν διαπίστωσα αντιφάσεις στη μαρτυρία του, η οποία ήταν άμεση, σταθερή και πειστική. Κρίνω επομένως ότι η μαρτυρία του ήταν αξιόπιστη και την αποδέχομαι. Σημειώνω εδώ ότι σε ότι αφορά το μέρος της μαρτυρίας του ως προς το ύψος των ζημιών στις οποίες αναφέρθηκε και στις διάφορες αποζημιώσεις που αξιώνει θα γίνει εκτενής αναφορά στη συνέχεια όπου θα εξεταστεί κατά πόσο η μαρτυρία του είναι αρκετή για να στοιχειοθετήσει στον απαιτούμενο βαθμό τις αξιώσεις του Ενάγοντα 1, αφού παρατεθούν οι σχετικές νομολογιακές αρχές που διέπουν το ζήτημα αυτό. Μαρτυρία ΜΕ2: Το ίδιο καλή εντύπωση έκανε στο Δικαστήριο και ο ΜΕ2 η μαρτυρία του οποίου ουσιαστικά παρέμεινε αναντίλεκτη καθότι η Υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε με οποιοδήποτε τρόπο τα όσα ανέφερε ο ίδιος σε σχέση με τη σύνταξη του Τεκμηρίου 9 καθώς και το περιεχόμενο του και ειδικότερα το ύψος του κόστους που προσδιόρισε στην προσφορά του με σκοπό την τέλεση των εργασιών που αναγράφει σε αυτό επί του επίδικου τεμαχίου. Υπό αυτές τις περιστάσεις, η μαρτυρία του ΜΕ2 γίνεται αποδεκτή. Μαρτυρία ΜΕ3: Εξετάζοντας στο σύνολο της τη μαρτυρία του ΜΕ3, διαπιστώνω ότι ενώ προσπάθησε να μεταφέρει στο Δικαστήριο ό,τι θυμόταν σε σχέση με την επίσκεψη του στον επίδικο χώρο όταν κλήθηκε προς τούτο από τον Ενάγοντα 1 και το παράπονο που υπεβλήθη από τον Ενάγοντα 1, η μαρτυρία του δεν υπήρξε βοηθητική και διαφωτιστική για το Δικαστήριο καθότι όπως ο ίδιος δήλωσε τόσο κατά την κυρίως εξέταση του όσο και κατά την αντεξέταση του, δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί τι ακριβώς διαμείφθηκε κατά την επίσκεψη του στον επίδικο χώρο, δεν θυμόταν με ποια πρόσωπα μίλησε, ούτε θυμόταν εάν ο Ενάγων 1 του είχε παραπονεθεί για καταστροφή είτε του αρδευτικού συστήματος είτε για οποιαδήποτε άλλα αντικείμενα, ούτε και διευκρίνισε τι είδους πράγματα υπήρχαν εντός του τεμαχίου ή ποια ακριβώς πράγματα μετακινήθηκαν από αυτό, πέραν των δύο οχημάτων που ανήκαν στους Εναγόμενους. Θυμόταν ότι το παράπονο του Ενάγοντα 1 τη δεδομένη στιγμή της επίσκεψης του στον χώρο ήταν ότι υπήρχε ένας εκσκαφέας και ένα trailer που δεν ήταν δικά του αλλά ταυτόχρονα δήλωσε ότι δεν θυμόταν εάν υπήρχε και άλλο παράπονο εκ μέρους του τη δεδομένη στιγμή. Επίσης, στην κυρίως εξέταση του ενώ ανέφερε σε ένα σημείο ότι θυμάται να μετακινήθηκαν πράγματα, τα οποία κατά την αντεξέταση του διευκρίνισε ότι αφορούσαν τα δύο οχήματα των Εναγομένων και κάποια άλλα πράγματα που δεν διευκρίνισε, σε άλλο σημείο σε ερώτηση αν είχε πει σε κανένα να μετακινήσει πράγματα, απάντησε καταφατικά λέγοντας ότι δεν ξέρει αν μετακίνησαν τα πράγματα, τα οποία επίσης δεν διευκρίνισε. Κατέστη σαφές ότι δεν ήταν σε θέση να δώσει λεπτομέρειες και να διαφωτίσει το Δικαστήριο σε σχέση με το ακριβές παράπονο που υποβλήθηκε από τον Ενάγοντα 1 στον αστυνομικό σταθμό που αυτός υπηρετούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ουσιαστικά το μόνο που ήταν σε θέση να πει ήταν ότι μετακινήθηκαν τα δύο οχήματα που φαίνονται στο Τεκμήριο 10 (α) και (β) και ότι δεν προχώρησε η διερεύνηση του παραπόνου που υπέβαλε ο Ενάγων 1, γεγονότα που εν πάση περιπτώσει δεν είναι αμφισβητούμενα και ούτε και βοηθούν στην επίλυση των επίδικων θεμάτων. Πέραν ουσιαστικά της γενικής θέσης ότι ο Ενάγων 1 επισκέφθηκε τον αστυνομικό σταθμό στον οποίο ο ίδιος υπηρετούσε και υπέβαλε κάποιο παράπονο σε σχέση με ακίνητο του, δεν έδωσε τις απαραίτητες λεπτομέρειες σε σχέση με αυτό. Η μαρτυρία του συνεπώς, χαρακτηρίζεται από μία γενικότητα και μία ασάφεια και δεν πρόσθεσε οτιδήποτε που θα μπορούσε να βοηθήσει το Δικαστήριο στην επίλυση των επίδικων στην παρούσα υπόθεση θεμάτων, με τρόπο ώστε να μην είναι ασφαλές για το Δικαστήριο να βασισθεί σε αυτήν για σκοπούς εξαγωγής ευρημάτων. Μαρτυρία ΜΕ4: Θετική ήταν και η εντύπωση που αποκόμισε το Δικαστήριο και από την μαρτυρία της ΜΕ
  13. Εξήγησε με σαφήνεια και θετικότητα τις δικές της διαπιστώσεις σε σχέση με τον επίδικο χώρο τον Μάρτιο του 2012 καθώς και το τι ήταν αυτή που η ίδια είδε να συμβαίνει στο επίδικο τεμάχιο κατά τις καθημερινές επισκέψεις της σε αυτό εντός του Μαρτίου. Το ίδιο σταθερή και ακλόνητη υπήρξε και στη θέση της ότι οι εναγόμενοι είχαν εισέλθει στο επίδικο τεμάχιο κάνοντας τις δουλειές τους όπως ανέφερε σε αυτό τις οποίες περιέγραψε κατά την κυρίως εξέταση της. Παρατηρώ επίσης ότι η μαρτυρία της ΜΕ4 ως προς το σε τι συνίστατο η διαπιστωθείσα εκ μέρους της επέμβαση εκ μέρους των εναγομένων εντός του επίδικου τεμαχίου συνάδει και βρίσκεται σε αρμονία με την ήδη αποδεκτή από το Δικαστήριο μαρτυρία του ΜΕ1 σε σχέση με το ζήτημα αυτό. Σε ότι αφορά τον χρόνο της επέμβασης, η ίδια την τοποθέτησε λίγες μέρες πριν τον Μάρτιο του 2012 εξηγώντας ότι επισκεπτόταν συχνά το επίδικο τεμάχιο προηγουμένως χωρίς να είχε αντιληφθεί ότι υπήρχε οποιοδήποτε πρόβλημα. Κατέστη σαφές ένεκα και των συχνότερων επισκέψεων της στο επίδικο τεμάχιο ότι αυτή ήταν σε καλύτερη θέση από τον γιο της ΜΕ1, να δώσει μαρτυρία επί τούτου και η μαρτυρία της επί αυτού του σημείου ήταν περισσότερο διαφωτιστική και σαφής από την γενική αναφορά που έγινε από τον ΜΕ1 επί τούτου του σημείου. Εξετάζοντας τη μαρτυρία της ΜΕ4 στο σύνολο της οφείλω να σημειώσω ότι η ΜΕ4 απαντούσε αυθόρμητα τις ερωτήσεις που της τέθηκαν και δεν διαπίστωσα αντιφάσεις στη μαρτυρία της, η οποία ήταν άμεση, σταθερή και πειστική. Κρίνω επομένως ότι η μαρτυρία της ήταν αξιόπιστη και την αποδέχομαι. Μαρτυρία ΜΥ1: Για τους λόγους που θα εξηγήσω στη συνέχεια ο ΜΕ1 δεν έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο και η εκδοχή που επιδιώχθηκε να παρουσιαστεί μέσω της μαρτυρίας του ΜΥ1 δεν έπεισε. Θα πρέπει ευθύς εξαρχής να σημειωθεί η εμφανής διάσταση στις θέσεις που προβλήθηκαν δικογραφικά και στις θέσεις που προβλήθηκαν με τη δοθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία εκ μέρους του ΜΥ1, στοιχείο το οποίο δεν μπορεί παρά να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του εν λόγω μάρτυρα.[4] Ενώ η δικογραφημένη θέση των Εναγομένων είναι ότι χρησιμοποιούσαν μέρος του επίδικου τεμαχίου το οποίο κατά τη θέση τους ανήκε κατά ½ μερίδιο στον αδελφό του Ενάγοντα 1, από τον οποίο έλαβαν άδεια για χρήση του, στη συνέχεια, κατά την ακροαματική διαδικασία, αποκλίνοντας από τη δικογραφημένη θέση τους, ο ΜΥ1 προώθησε μία διαφορετική εκδοχή, αντιλαμβανόμενος προφανώς κατά την κυρίως εξέταση του ΜΕ1 ότι δεν ετίθετο ζήτημα συνιδιοκτησίας του επίδικου τεμαχίου. Ενώ δηλαδή δικογραφικά παραδέχονται ότι χρησιμοποιούσαν οι Εναγόμενοι το επίδικο τεμάχιο αλλά μόνο το μέρος που ανήκε κατά τους ίδιους κατά ½ μερίδιο στον αδελφό του Ενάγοντα 1, ο ΜΥ1 κατά την κυρίως εξέταση του, διαφοροποίησε τη δικογραφημένη θέση των Εναγομένων, αναφέροντας ότι τελικά δεν είναι το επίδικο τεμάχιο που χρησιμοποιούσαν οι Εναγόμενοι αλλά άλλο τεμάχιο δίπλα από το επίδικο το οποίο ανήκε στον αδελφό του Ενάγοντα
  14. Τα όσα ανέφερε ο ΜΥ1 κατά την κυρίως εξέταση του περί εντύπωσης του ότι τα δύο ακίνητα (δηλαδή το επίδικο και το τεμάχιο του αδερφού του Ενάγοντα 1) ήταν ένα ενιαίο ακίνητο δεν αναιρούν ούτε διαφοροποιούν την εμφανή διάσταση μεταξύ της δικογραφημένης θέσης και της θέσης που επιδιώχθηκε να προωθηθεί με τη μαρτυρία του ΜΥ
  15. Πέραν και ανεξάρτητα από την πιο πάνω παρατηρηθείσα διάσταση θέσεων, ο ΜΥ1 υπέπεσε σε διάφορες αντιφάσεις οι οποίες κατέστησαν σαφές στο Δικαστήριο ότι δεν θα ήταν ασφαλές να βασισθεί στη μαρτυρία του για σκοπούς εξαγωγής ευρημάτων. Ενώ η θέση που επιδιώχθηκε να προβληθεί κατά τη μαρτυρία του ήταν ότι οι Εναγόμενοι δεν χρησιμοποίησαν το επίδικο τεμάχιο παρά μόνο το τεμάχιο του αδερφού του Ενάγοντα 1 το οποίο ήταν δίπλα από το επίδικο, εντούτοις, αντεξεταζόμενος, αποκλίνοντας από αυτή του τη θέση παραδέχθηκε ότι εν τέλει δεν θα μπορούσε να ήταν βέβαιος ως προς το που τοποθετούνταν τα διάφορα υλικά που επεξεργάζονταν, ότι μπορεί και να μπήκαν υλικά και στο επίδικο ενώ σε υποβολή ότι τα υλικά τοποθετήθηκαν σε μεγάλο μέρος του επίδικου τεμαχίου και όχι του τεμαχίου 44 έδωσε χαρακτηριστικά την ακόλουθη απάντηση, ενδεικτική της αστάθειας και της αβεβαιότητας που χαρακτήριζε τις θέσεις του: «Με ότι θυμούμαι μπορεί και να μην μπήκαμε καθόλου» (εννοώντας στο επίδικο τεμάχιο). Περαιτέρω, όταν επισημάνθηκε στον ΜΥ1 η αναφορά στην παράγραφο 4 της Έκθεσης Υπεράσπισης των Εναγομένων περί συνιδιοκτησίας του επίδικου τεμαχίου μεταξύ του Ενάγοντα 1 και του αδερφού του, κακή εντύπωση προκάλεσε και η αναφορά του ΜΥ1 απαντώντας επί τούτου, ότι δεν ήξερε ποιο είναι το τεμάχιο 38 (δηλαδή το επίδικο) παρά μόνο το 44 που του έδειξε ο αδερφός του Ενάγοντα 1, ενώ ο ίδιος καθόλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του παρουσιαζόταν να αντιλαμβάνεται και να γνωρίζει ποιο ήταν το επίδικο τεμάχιο και ποιο το τεμάχιο 44 το οποίο κατ' ισχυρισμό χρησιμοποιούσαν, εξηγώντας μάλιστα ότι και τα δύο τεμάχια μαζί σχημάτιζαν το γράμμα Γ. Ενδεικτικές της αστάθειας και τις ανακρίβειας στις θέσεις του ήταν και οι αναφορές του σε σχέση με το τεμάχιο 44 που κατ' ισχυρισμό χρησιμοποιούσαν οι εναγόμενοι και συγκεκριμένα ότι αυτό ήταν του αδερφού του Ενάγοντα 1 αλλά δεν ήξερε ακριβώς «πόσο πάνω και πόσο κάτω» ήταν δικό του (σε συνάρτηση με το σχήμα των δύο τεμαχίων στο Τεκμήριο 6 ως ο ίδιος το αντιλαμβανόταν) και ότι ο αδερφός του Ενάγοντα 1 του είπε «που δαμαί τζαι πάνω εν δικό μου» αλλά «αν ήταν 5 μέτρα πάνω ή 5 μέτρα κάτω» δεν μπορούσε να ξέρει. Ενδεικτικό της ανειλικρίνειας του ΜΥ1 ήταν και το περιεχόμενο της επιστολής Τεκμήριο 3 η οποία παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο και η οποία συντάχθηκε από τους Εναγόμενους προς απάντηση της επιστολής των συνηγόρων του Ενάγοντα
  16. Το περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής διαψεύδει τα όσα με εμφανή αστάθεια προσπάθησε να παρουσιάσει στο Δικαστήριο περί μη επέμβασης στο επίδικο τεμάχιο. Στην εν λόγω επιστολή η οποία φέρει ημερομηνία 16 Μαρτίου 2012 γίνεται και πάλι αναφορά σε χρήση του επίδικου τεμαχίου καθώς και σε εντολή της διεύθυνσης των εναγομένων όπως μετακινηθούν όλα τα υλικά που βρίσκονται μέσα στο μέρος του τεμαχίου του οποίου ιδιοκτήτης είναι ο Ενάγων
  17. Μάλιστα, είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι στην εν λόγω επιστολή οι εναγόμενοι καθιστούν υπεύθυνο τον Ενάγοντα 1 για οποιαδήποτε ζημιά σε οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία, οχήματα, μηχανήματα, ακίνητα των εναγομένων, των υπαλλήλων και/ή αντιπροσώπων της και σε ότι αφορά την απαίτηση για καταβολή ενοικίων για τη χρήση του επίδικου χώρου, αναφέρεται στην εν λόγω επιστολή ότι επειδή ο Ενάγων 1 ουδέποτε έδειξε ή δήλωσε γραπτώς ή προφορικώς την πρόθεση του για απαίτηση ενοικίου για τη χρήση του χώρου, δίνοντας έτσι τη δυνατότητα για εξεύρεση εναλλακτικής λύσης προς τους εναγόμενους, οι εναγόμενοι δεν μπορούν να προχωρήσουν σε εξόφληση του ποσού που απαιτήθηκε με την επιστολή των δικηγόρων του Ενάγοντα
  18. Ουδόλως αμφισβητήθηκε το περιεχόμενο αυτής της επιστολής και όταν κατά την αντεξέταση του ΜΥ1 του επισημάνθηκε ότι μέσω αυτής της επιστολής ουσιαστικά παραδέχονται την τοποθέτηση υλικών στο επίδικο τεμάχιο, αυτός απάντησε γενικά και αόριστα ότι διαφωνεί και ότι «η επιστολή είναι απάντηση της επιστολής σας. Εσείς λέγατε, απαντά σας». Δεν έπεισαν τα όσα περί τούτου ανέφερε ο ΜΥ1 αφού εάν πράγματι δεν ετίθετο θέμα ύπαρξης οποιωνδήποτε υλικών εντός του επίδικου τεμαχίου ή χρήσης του καθ' οποιονδήποτε χρόνο από τους εναγόμενους, όπως προσπάθησε ο ΜΥ1 να ισχυριστεί ενώπιον του Δικαστηρίου, τότε θα μπορούσαν απλώς να απορρίψουν τα όσα τους καταλόγισε η επιστολή των συνηγόρων του Ενάγοντα
  19. Στην πραγματικότητα, το περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής επιβεβαιώνει την εκδοχή που παρουσίασε στο Δικαστήριο η πλευρά του Ενάγοντα 1, μέσω της μαρτυρίας του ΜΕ1 και ΜΕ
  20. Στην πραγματικότητα, η θέση και η εκδοχή που επιδιώχθηκε να προβληθεί κατά την μαρτυρία του ΜΥ1 περί χρήσης άλλου τεμαχίου και όχι του επίδικου δεν καλύπτεται δικογραφικά. Αποτελεί καλά εμπεδωμένη νομολογιακή αρχή ότι ζητήματα και θέσεις που δεν δικογραφούνται δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη έστω και αν τέθηκαν στη μαρτυρία χωρίς ένσταση.[5] Για τους λόγους που έχω εξηγήσει, η μαρτυρία του ΜΥ1 επί των αμφισβητούμενων γεγονότων δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται. Ευρήματα: Στη βάση της ανωτέρω αξιολόγησης της ενώπιον μου μαρτυρίας, προβαίνω στα ακόλουθα ευρήματα αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση: (α) Ο Ενάγων 1 είναι ιδιοκτήτης του επίδικου τεμαχίου από τις 7/3/1997 (σχετικά είναι τα Τεκμήρια 1 και 4). (β) Κατά τη διάρκεια διεξαγωγής των εργασιών των Εναγομένων, οι εναγόμενοι εισήλθαν στο επίδικο τεμάχιο χωρίς την άδεια και συγκατάθεση του Ενάγοντα
  21. (γ) Οι Εναγόμενοι τοποθέτησαν εντός του επίδικου τεμαχίου διάφορα υλικά τα οποία τύγχαναν επεξεργασίας από τους εναγόμενους όπως πέτρες, χώματα, ξύλα, σίδερα. Κατά τη διάρκεια των εργασιών τους εντός του επίδικου τεμαχίου διάφορα οχήματα των Εναγομένων εισέρχονταν και εξέρχονταν του επίδικου τεμαχίου. Οι Εναγόμενοι μετέφεραν διάφορες πέτρες μέσα στο επίδικο τεμάχιο όπου με τη χρήση ειδικού μηχανήματος, ήτοι «σπαστήρα» εντός του επίδικου τεμαχίου μετέτρεπαν τις πέτρες σε χώμα. (δ) Το επίδικο τεμάχιο πριν την ως άνω αναφερόμενη επέμβαση εκ μέρους των εναγομένων η οποία έλαβε χώρα περί τις αρχές του 2012 ήταν καθαρό και επίπεδο, επρόκειτο για ένα γεωργικό χωράφι το οποίο καλλιεργείτο ανά περιόδους με εποχιακά προϊόντα από τον Ενάγοντα 1 και τον πατέρα του Ενάγοντα 1 με τη βοήθεια και της μητέρας του Ενάγοντα 1, ΜΕ
  22. Σε ότι αφορά την ακριβή διάρκεια της χρήσης του επίδικου τεμαχίου από τους Εναγόμενους για τη διεξαγωγή των εργασιών τους δεν δόθηκε σαφής και ξεκάθαρη μαρτυρία. (ε) Μετά την επέμβαση ο Ενάγων 1 εξακολουθεί να καλλιεργεί περιοδικά το μέρος του επίδικου τεμαχίου στο οποίο δεν έχουν τοποθετηθεί τα ανωτέρω αναφερόμενα υλικά. Ως αποτέλεσμα της τοποθέτησης πετρών και χωμάτων εντός του επίδικου τεμαχίου και ενώ αυτό προηγουμένως ήταν επίπεδο και καθαρό αυτό απώλεσε την ομοιομορφία που είχε προηγουμένως και για την επαναφορά του στην προτέρα κατάσταση ο Ενάγων 1 εξασφάλισε σχετική προσφορά σε σχέση με το κόστος επαναφοράς (Τεκμήριο 9). (στ) Περαιτέρω, ως αποτέλεσμα της ρηθείσας επέμβασης εκ μέρους των Εναγομένων είχαν πατηθεί και κοπεί λάστιχα, σωλήνες και «ρουπινέτα» που βρίσκονταν εντός του επίδικου τεμαχίου και τα οποία αποτελούσαν μέρος του δικτύου άρδευσης που ήταν τοποθετημένο εντός του επίδικου τεμαχίου, ως αυτά καταγράφονται στην παράγραφο 7 κάτω από τον τίτλο «Λεπτομέρειες ειδικών ζημιών», υπό Α-Ε της γραπτής δήλωσης του ΜΕ1, Έγγραφο Α. (ζ) Πριν την έγερση της παρούσας αγωγής έλαβε χώρα ανταλλαγή επιστολογραφίας μεταξύ των δικηγόρων του Ενάγοντα 1 και των Εναγομένων (Τεκμήρια 2 και 3) με περιεχόμενο ως αυτό παρατέθηκε κατά τη σύνοψη της μαρτυρίας του ΜΕ
  23. (η) Στο επίδικο τεμάχιο εξακολουθούν να βρίσκονται διάφορα μπάζα όπως πέτρες, χώματα, ξύλα, σίδερα, τα οποία καταλαμβάνουν σε έκταση μεγαλύτερο από το μισό τεμάχιο. (θ) Η επέμβαση σήμερα συνίσταται στην παραμονή εντός του επίδικου τεμαχίου διάφορων υλικών ως το σημείο (η) ανωτέρω και οι Εναγόμενοι δεν χρησιμοποιούν το επίδικο τεμάχιο για τη διεξαγωγή των εργασιών. Νομική Πτυχή: Ανατρέχοντας στο κείμενο της τελικής αγόρευσης των συνηγόρων του Ενάγοντα υπ' αριθμό 1, παρατηρώ ότι οι συνήγοροι του Ενάγοντα υπ' αριθμό 1 περιορίζονται σε θέσεις και εισηγήσεις τόσο σε πραγματικό όσο και σε νομικό επίπεδο με αναφορά στις νομικές αρχές που διέπουν το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης και όχι το αστικό αδίκημα της ιδιωτικής οχληρίας. Κατέστη από το κείμενο της αγόρευσης τους σαφές ότι η βάση αγωγής η οποία εν τέλει προωθήθηκε[6] στην παρούσα υπόθεση αφορά το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης και όχι το αστικό αδίκημα της ιδιωτικής οχληρίας, που είχε επίσης δικογραφηθεί. Με αυτά τα δεδομένα, προχωρώ να παραθέσω στη συνέχεια τις εφαρμοστέες νομικές αρχές σε σχέση με το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης το οποίο εν τέλει προωθήθηκε στην παρούσα υπόθεση. Το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης σε ακίνητη ιδιοκτησία κωδικοποιείται στο άρθρο 43
(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, σύμφωνα με το οποίο: «Παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία συνίσταται σε παράνομη είσοδο ή παράνομη πρόκληση ζημιάς ή σε παράνομη παρέμβαση στην ιδιοκτησία αυτή από οποιοδήποτε πρόσωπο». Το αδίκημα αυτό στρέφεται εναντίον της κατοχής ακινήτου και σκοπός είναι η προστασία τέτοιας κατοχής. Όπως υποδείχθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Adamou v Christofi
(1974)1 C.L.R. 100, η προστασία της κατοχής ακινήτου δεν είναι τίποτε περισσότερο από προέκταση της προστασίας του προσώπου και η εξήγησή της είναι η ανάγκη παρεμπόδισης διατάραξης της ειρήνης. Στην ίδια υπόθεση λέχθηκε ότι έστω και μικρός βαθμός κατοχής είναι αρκετός για να νομιμοποιεί τον ενάγοντα να εγείρει αγωγή εναντίον του εναγομένου. Στην υπόθεση Liasidou and Another v. Papademetriou
(1975)1 C.L.R. 122, λέχθηκε ότι κατοχή (possession) σημαίνει πραγματική κατοχή (occupation) ή φυσικό έλεγχο της περιουσίας. Περαιτέρω, όπως έχει νομολογηθεί, η απόδειξη ιδιοκτησίας αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη κατοχής εκτός αν προκύπτει από μαρτυρία ότι την κατοχή την έχει άλλος.[7] Όπου όμως υπάρχει πρόκληση ζημιάς στην περιουσία ή η επέμβαση έχει μόνιμο χαρακτήρα, τότε νομιμοποιείται ο κύριος να εγείρει αγωγή.[8] Το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης σε ακίνητη περιουσία, είναι, αγώγιμο, ακόμη και εάν ο ενάγων δεν έχει υποστεί, συνεπεία της, οποιαδήποτε ζημιά (actionable per se).[9] Στην υπόθεση Andrian Holdings Ltd v Κυπριακής Δημοκρατίας
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1836, αναφέρθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο τα εξής: «Το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης σε ακίνητη ιδιοκτησία είναι αγώγιμο per se, όπου όμως δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη ζημιάς, μπορεί να επιδικαστούν μόνο ονομαστικές αποζημιώσεις και να μην δοθούν έξοδα ή ακόμα να διαταχθεί ο ενάγων να καταβάλει έξοδα στον εναγόμενο.» Όσον αφορά τις θεραπείες που προσφέρονται στον ενάγοντα, αυτές συνίσταται στην επιδίκαση αποζημιώσεων καθώς επίσης και στην έκδοση διαταγμάτων είτε απαγορευτικής είτε διατακτικής μορφής.[10] Στο Σύγγραμμα Αστικά Αδικήματα Δίκαιο και Αποφάσεις, Αρτέμη & Ερωτοκρίτου, Τόμος 1 σελ. 133 αναφέρονται χαρακτηριστικά τα ακόλουθα ως προς το θέμα των αποζημιώσεων: «Γενικά οι αποζημιώσεις αντιπροσωπεύουν το ποσό κατά το οποίο μειώθηκε η αξία του ακινήτου ως αποτέλεσμα της επέμβασης. Στην υπόθεση Papakokkinou and Others v. Kanther,[11] λέχθηκε ότι οι αποζημιώσεις πρέπει να είναι εκείνο το ποσό που θα αποκαταστήσει τον ενάγοντα στη θέση που θα βρισκόταν αν δεν γινόταν η επέμβαση». Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Adrian Holdings Ltd (ανωτέρω), σε περιπτώσεις παράνομης κατοχής ακινήτου, η ενοικιαστική αξία του κτήματος αποτελεί το μέτρο της συνήθους αποζημίωσης. Το κριτήριο για την αποζημίωση του ιδιοκτήτη είναι αντικειμενικό, αλληλένδετο με την ενοικιαστική αξία του κτήματος.[12] Ως έχει περαιτέρω νομολογηθεί, [13] η αποζημίωση, με βάση τις πιο πάνω αρχές, είναι πληρωτέα, ανεξάρτητα από το αν ο ιδιοκτήτης θα μπορούσε ή όχι να χρησιμοποιήσει ο ίδιος την περιουσία του ή να την ενοικιάσει. Όσον αφορά το επίπεδο απόδειξης στην παρούσα υπόθεση αυτό είναι το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης, ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not).[14] Όπως έχει νομολογηθεί στην υπόθεση Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614, μόνο αξιόπιστη μαρτυρία μπορεί να βαρύνει την πλάστιγγα των πιθανοτήτων. Για να αποδείξει το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης σε περιουσία, η πλευρά του ενάγοντα φέρει βεβαίως το βάρος να αποδείξει, στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, την ισχυριζόμενη επέμβαση. Εάν η πλευρά του ενάγοντα αποδείξει την επέμβαση τότε το βάρος μετατίθεται στους ώμους του εναγόμενου ο οποίος οφείλει να αποδείξει ότι η επέμβαση δεν ήταν παράνομη.[15] Υπαγωγή των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης στις εφαρμοστέες νομικές αρχές: Νομιμοποίηση Ενάγοντα υπ' αριθμό 1: Οι συνήγοροι των Εναγομένων στο γραπτό κείμενο της αγόρευσης τους έθεσαν για πρώτη φορά ζήτημα νομιμοποίησης του Ενάγοντα υπ' αριθμό 1 να προωθεί την παρούσα αγωγή. Όπως έχει νομολογηθεί, το ζήτημα της νομιμοποίησης ενός διαδίκου να καταχωρεί και προωθεί δικαστικές διαδικασίες είναι ζήτημα που ανάγεται στην τήρηση της δημόσιας τάξης, και ως τέτοιο, εξετάζεται και πρέπει να εξετάζεται από το Δικαστήριο αυτεπάγγελτα (ex proprio motu).[16] Καθίσταται σαφές από το περιεχόμενο της γραπτής αγόρευσης των συνηγόρων των Εναγομένων ότι η εισήγηση περί έλλειψης νομιμοποίησης λαμβάνει ως δεδομένο ότι ο Ενάγων 1 δεν είχε την κατοχή του επίδικου τεμαχίου, κάτι όμως που, όπως θα εξηγήσω στη συνέχεια, δεν υποστηρίζεται από την προσκομισθείσα μαρτυρία. Περαιτέρω, γίνεται αναφορά και στο δικαίωμα επικαρπίας που είχε δοθεί στον πατέρα του Ενάγοντα 1 για να υποστηριχθεί ότι την κατοχή του επίδικου τεμαχίου την είχε ο πατέρας του Ενάγοντα 1 και όχι ο ίδιος. Προτού διατυπωθεί η κρίση του Δικαστηρίου επί τούτου του σημείου κρίνω σκόπιμο να παραπέμψω σε δύο συγγράμματα στα οποία εξηγείται με σαφήνεια η έννοια της κατοχής στο πλαίσιο του αστικού αδικήματος της παράνομης επέμβασης. Στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts, 22η έκδοση, 2018, παράγραφος 19-13 αναφέρονται χαρακτηριστικά τα ακόλουθα σε σχέση με την έννοια της κατοχής που νομιμοποιεί τον Ενάγοντα να εγείρει αγωγή για παράνομη επέμβαση: Evidence of possession. Possession means generally the occupation or physical control of land. The degree of physical control necessary to constitute possession may vary from one case to another, for ''by possession is meant possession of that character of which the thing is capable''.[17]. In the case of land without buildings, possession is shown by ''acts of enjoyment of the land itself'',[18] such as by building a wall upon it,[19] or taking grass from it.[20] (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Περαιτέρω, στο σύγγραμμα Winfield & Jolowicz on Tort, 16η έκδοση, 2006, στην παρ. 13-2 σελ. 622 αναφέρονται τα ακόλουθα σε σχέση με το ζήτημα της κατοχής: «What will amount to possession varies according to the nature of the property, so that possession of a flat with a front door which can be locked is obviously different from possession of part of an unfenced moor or hillside.[21]» (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Καθίσταται σαφές ότι η κατοχή ενός ακινήτου είναι ζήτημα πραγματικό το οποίο πρέπει να εξετάζεται υπό το φως του πραγματικού υπόβαθρου της κάθε υπόθεσης σε συνάρτηση με τη φύση του εκάστοτε ακινήτου χωρίς να μπορεί να γίνει εξαντλητική απαρίθμηση των παραγόντων που μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσο ο εκάστοτε ενάγων είχε ή όχι την κατοχή του ακινήτου. Εν προκειμένω, κατέστη σαφές από την ενώπιον του Δικαστηρίου προσκομισθείσα και αποδεκτή μαρτυρία ότι το επίδικο τεμάχιο είναι ένα γεωργικό χωράφι το οποίο καλλιεργείτο ανά περιόδους με εποχιακά προϊόντα από τον Ενάγοντα 1 και τον πατέρα του Ενάγοντα 1 με τη βοήθεια και της μητέρας του Ενάγοντα 1, ΜΕ
  1. Αποτέλεσε επίσης κοινό και μη αμφισβητούμενο γεγονός ότι το επίδικο τεμάχιο δεν ήταν περιφραγμένο και διαφάνηκε ότι σε αυτό είχαν ανά διαστήματα πρόσβαση με σκοπό την καλλιέργεια του τόσο ο Ενάγων 1 όσο και ο πατέρας του αλλά και η μητέρα του Ενάγοντα
  2. Μάλιστα, ο Ενάγων 1 ανέφερε κατά την αντεξέταση του ότι κατά το έτος 2000 είχε αγοράσει τρακτέρ και πήγαινε ο ίδιος στο επίδικο τεμάχιο. Άλλωστε, δεν υποβλήθηκε σε κανένα στάδιο της αντεξέτασης του Ενάγοντα 1 ότι ο ίδιος δεν είχε τον φυσικό έλεγχο του επίδικου τεμαχίου και ότι τέτοιο αποκλειστικό έλεγχο είχε μόνο ο πατέρας του. Σαφείς και ξεκάθαρες επί τούτου του σημείου ήταν και οι αναφορές της ΜΕ4 οι οποίες και πάλι δεν αμφισβητήθηκαν με οποιοδήποτε τρόπο. Είναι λοιπόν η κρίση και η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι έχει εν προκειμένω στοιχειοθετηθεί η κατοχή του επίδικου τεμαχίου εκ μέρους του Ενάγοντα 1 και δεν τίθεται εν προκειμένω ζήτημα έλλειψης νομιμοποίησης του Ενάγοντα 1 να εγείρει την παρούσα αγωγή. Η κυριότητα άλλωστε αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη κατοχής εκτός εάν από την μαρτυρία προκύπτει ότι την κατοχή έχει άλλος. Εν προκειμένω, δεν έχει διαφανεί από την μαρτυρία ότι άλλο πρόσωπο είχε με αποκλειστικό τρόπο την κατοχή του επίδικου ακινήτου. Περαιτέρω, σε ότι αφορά το δικαίωμα επικαρπίας επί του επίδικου ακινήτου στον πατέρα του Ενάγοντα 1 στο οποίο επίσης έγινε αναφορά στην αγόρευση των συνηγόρων των Εναγομένων για να υποστηριχθεί η θέση ότι ο Ενάγων 1 δεν είχε κατοχή αυτό και πάλι δεν διαφοροποιεί την πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου σε σχέση με το ζήτημα της κατοχής για τους ακόλουθους λόγους: Το γεγονός ότι σε θεωρητικό επίπεδο ένα δικαίωμα επικαρπίας επί ακινήτου παρέχει γενικά στον επικαρπωτή δικαίωμα χρήσης και κάρπωσης της ακίνητης ιδιοκτησίας επί της οποίας έχει τέτοιο δικαίωμα[22] δεν θα μπορούσε να οδηγήσει αυτόματα στην απόδειξη ύπαρξης κατοχής, ως ζήτημα πραγματικό. Με άλλα λόγια, η κατοχή δεν θα μπορούσε να αποδειχθεί αυτόματα με την απόδειξη ύπαρξης δικαιώματος επικαρπίας και μόνο. Έχω ήδη αναφερθεί στην μαρτυρία που έχει τεθεί επί τούτου του σημείου ανωτέρω και δεν κρίνω σκόπιμο να την επαναλάβω. Επισημαίνω μόνο ότι από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία επιβεβαιώνεται ότι ο Ενάγων 1 προέβαινε σε πράξεις που καταδεικνύουν απόλαυση του επίδικου ακινήτου όπως η περιοδική καλλιέργεια του επίδικου τεμαχίου («acts of enjoyment of the property» υπό το φως των νομολογηθέντων στην Jones v Williams
(1837)2 M. & W. 326 at 331) και οι οποίες καταδεικνύουν κατοχή. Επιπρόσθετα, πέραν της γενικής αναφοράς σε ύπαρξη δικαιώματος επικαρπίας προς όφελος του πατέρα του Ενάγοντα 1 δεν τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου λεπτομέρειες επί τούτου του θέματος, ούτε προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία από το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας σε σχέση με τον φάκελο που τηρείται επί τούτου σε αυτό για να έχει το Δικαστήριο ξεκάθαρη εικόνα σε σχέση με τις ακριβείς εξουσίες χρήσης και κάρπωσης του ακινήτου ή τυχόν εξαιρέσεις σε αυτές. Στην υπόθεση Liasidou and Another v. Papademetriou
(1975)1 C.L.R. 122 αναφέρθηκαν χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Consequently, the present appeal could be determined against the appellants-defendants on the issue that trespass, the cause of action in both cases, is actionable at the suit of the person in possession of land, possession meaning the occupation or physical control of same and anyone who disturbs such possession may be sued and it is no answer to such an action to show that the title and right to possession is in another person, unless the act complained of was done by the authority of the true owner. This has been the approach of the Court in the recent case of Adamou v. Christofi
(1974)1 C.L.R. 100, where, at p. 104 it is stated:- "In our view, the slightest amount of possession would be sufficient to enable the plaintiff to bring an action against the defendant. In Bristow v. Cormican [18781 3 App. Cas. 641, Lord Hatherley said on p. 657:- 'There can be no doubt whatever that some possession is sufficient, against a person invading that possession without himself having any title what so ever, as a mere stranger, that is to say, it is sufficient as against a wrong-doer. The slightest amount of possession would be sufficient to entitle the person who is so in possession or claims under those who have been or are in such possession, to recover as against a mere trespasser'. See also Wuta-Ofei v. Danquah [1961] 1 W.L.R., 1238, where the dictum of Lord Hatherley in Bristow Cormican (supra) was followed and applied." (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Πέραν και ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, ο Ενάγων 1 αντλεί νομιμοποίηση για την έγερση της παρούσας αγωγής και εκ της ιδιότητας του ως κύριος του επίδικου τεμαχίου με δεδομένη την πρόκληση ζημιών στο ακίνητο του ως αυτές έχουν διαπιστωθεί από το Δικαστήριο και αποτέλεσαν μέρος των ευρημάτων του. Όπως έχει ήδη αναφερθεί κατά την ανάλυση της νομικής πτυχής, όπου υπάρχει πρόκληση ζημιάς στην περιουσία ή η επέμβαση έχει μόνιμο χαρακτήρα, τότε νομιμοποιείται ο κύριος να εγείρει αγωγή.[23] Στοιχειοθέτηση του αστικού αδικήματος της παράνομης επέμβασης: Καθοδηγούμενη από τις αρχές που διέπουν τη νομική πτυχή του αστικού αδικήματος της παράνομης επέμβασης και έχοντας κατά νου το πραγματικό υπόβαθρο της παρούσας υπόθεσης ως αυτό διατυπώνεται στα ευρήματα στα οποία έχει προβεί το Δικαστήριο μετά την αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας, καταλήγω ότι ο Ενάγων 1 απέδειξε στον απαιτούμενο βαθμό ότι οι Εναγομένοι μέσω των ενεργειών τους ως αυτές καταγράφηκαν στα ευρήματα του Δικαστηρίου και δεν κρίνεται σκόπιμο να επαναληφθούν στο σημείο αυτό, έχουν παράνομα επέμβει στην ακίνητη ιδιοκτησία του. Δεν έχει στοιχειοθετηθεί εκ μέρους των Εναγομένων ότι είχαν λάβει με οποιοδήποτε τρόπο ή καθ' οποιοδήποτε χρόνο οποιαδήποτε άδεια ή συγκατάθεση για να προβούν στις ενέργειες που έχουν προβεί επί του επίδικου τεμαχίου. Έκδοση διατάγματος που να εμποδίζει τους εναγόμενους να επεμβαίνουν στο επίδικο τεμάχιο: Αξιώνεται από τον Ενάγοντα 1 η έκδοση διατάγματος που να απαγορεύει και/ή εμποδίζει τους Εναγόμενους και/ή αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες αυτών να επεμβαίνουν καθ' οποιονδήποτε τρόπο στο επίδικο τεμάχιο. Κατέστη εμφανές από το σύνολο της προσκομισθείσας μαρτυρίας ότι η επέμβαση συνίσταται στην παραμονή διάφορων υλικών που αναφέρονται στα ευρήματα του Δικαστηρίου εντός του επίδικου τεμαχίου και τα οποία σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου τοποθετήθηκαν στο επίδικο ακίνητο από τους Εναγόμενους κατά τη διεξαγωγή των εργασιών τους. Με άλλα λόγια, κατέστη σαφές ότι οι Εναγόμενοι δεν εξακολουθούν να χρησιμοποιούν το επίδικο τεμάχιο για τη διεξαγωγή των εργασιών τους κάτι το οποίο είχε γίνει στο παρελθόν για χρονική περίοδο όμως που παρέμεινε αδιευκρίνιστη αφού δεν δόθηκε σαφής και ξεκάθαρη μαρτυρία προς τούτο. Στην ΕΛΕΝΟΔΩΡΟΥ v. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Πολιτική Έφεση Αρ. 174/2013, ημερ. 8/5/2019, η οποία αφορούσε αγωγή για παράνομη επέμβαση, υπήρξε εισήγηση ότι η έκδοση διατάγματος δυνάμει του οποίου απαγορεύθηκε στον εφεσείοντα να επεμβαίνει παράνομα ήταν αχρείαστη και ακατανόητη, καθότι ο εφεσείων είχε, εκκρεμούσης της αγωγής, άρει την κατ' ισχυρισμό παράνομη επέμβαση. Το εφετείο απορρίπτοντας τη σχετική εισήγηση έκρινε ότι η έκδοση του διατάγματος ήταν δικαιολογημένη αναφέροντας χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Όμως, η παράνομη επέμβαση του εφεσείοντα είχε ήδη συντελεστεί και αυτό ήταν ένα δεδομένο το οποίο οδήγησε και στην εναντίον του έγερση της αγωγής. Η παρανομία ήταν καθ΄ εκάστη, («de die in diem» - Salmond on the Law of Torts, 16η Έκδ. σελ. 42-43), υφίστατο δηλαδή κάθε μέρα για την οποία ο εφεσείων δεν λάμβανε διορθωτικά μέτρα. Η υπ΄ αυτού, διαρκούσης της δίκης, συμμόρφωση με τις υποδείξεις των εφεσιβλήτων ώστε να αρθεί το πρόβλημα δικαιολογούσε πλήρως την υπό του Δικαστηρίου έκδοση του διατάγματος αφενός διότι ο εφεσείων ήταν ήδη παράνομος επεμβασίας και αφετέρου, δια να μην επαναληφθεί η συμπεριφορά αυτή, δεδομένου ότι αρνείτο αρχικά ότι είχε επέμβει καθ΄ οιονδήποτε τρόπο. Η έκδοση διατάγματος αποτελεί μια από τις κλασικές θεραπείες προς αποκατάσταση της επέμβασης, (Street on Torts, 11η Έκδ. σελ. 81-82).» Περαιτέρω, στο σύγγραμμα Winfield & Jolowicz on Tort, 16η έκδοση, 2006, στην παρ. 13-8 σελ. 626 υπό τον τίτλο Continuing Trespass αναφέρονται τα ακόλουθα: «Trespass, whether by way of personal entry or by placing things on the claimant's land, may be ''continuing'' and give rise to actions from day to day so long as it lasts». Είναι η κρίση και η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, αφού αφενός έχει κριθεί ότι οι εναγόμενοι είναι παράνομοι επεμβασίες και αφετέρου, για να διασφαλιστεί ότι δεν θα επαναληφθεί η συμπεριφορά αυτή, δεδομένου της θέσης που προώθησαν κατά τη δίκη περί μη επέμβασης στο επίδικο τεμάχιο καθ΄ οιονδήποτε τρόπο. Ειδικές ζημιές: Αναφορικά με τις ειδικές αποζημιώσεις, αποτελεί βασικό κανόνα ότι αυτές πρέπει να εξειδικεύονται στα δικόγραφα με λεπτομέρεια και να αποδεικνύονται με αυστηρότητα, σαφήνεια και με συγκεκριμένα στοιχεία.[24] Στην απόφαση Ζήνων Μερκής Λτδ ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1923, λέχθηκαν χαρακτηριστικά τα ακόλουθα : «ο Ενάγοντας βαρύνεται με την υποχρέωση να αποδείξει με καθαρή μαρτυρία τα κονδύλια που διεκδικεί ως ειδική ζημία.» Στην Κυριάκου Αθανασίου v. Δάφνης Ορφανίδου Πολιτική Έφεση Αρ. 73/11, 16 Δεκεμβρίου, 2015, υπήρξε εισήγηση εκ μέρους του συνηγόρου της εφεσίβλητης ότι από τη στιγμή που το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε την εφεσίβλητη ως αξιόπιστη, δεν εμποδιζόταν να αποδεχτεί ως αληθή και πραγματικά τα ποσά που αξιώνονταν παρόλο που για τα ποσά αυτά δεν προσκομίστηκαν πέραν της προφορικής μαρτυρίας οποιεσδήποτε αποδείξεις. Το Εφετείο διαφώνησε με την εν λόγω εισήγηση λέγοντας χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Δεν συμφωνούμε με το συνήγορο της εφεσίβλητης. Ο απλός ισχυρισμός από κάποιο διάδικο ότι κατέβαλε συγκεκριμένα κονδύλια, τα οποία αξιώνει υπό τη μορφή ειδικών αποζημιώσεων, δεν ικανοποιεί τη νομολογιακή αρχή που απαιτεί την απόδειξη τους με θετικό τρόπο.» Εν προκειμένω, στις λεπτομέρειες ζημιών δικογραφείται η καταστροφή του δικτύου ύδρευσης του ακινήτου και η καταστροφή της ομοιομορφίας του ακινήτου με την δημιουργία υψομετρικής διαφοράς η οποία προκλήθηκε από τις εργασίες των Εναγομένων με παράνομη τοποθέτηση ογκολίθων και άλλων συναφών επιχωμάτων. Περαιτέρω, σε ότι αφορά τις λεπτομέρειες ειδικών ζημιών σχετική είναι η παράγραφος 7 της τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης. Συγκεκριμένα, κάτω από τον τίτλο «ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΕΙΔΙΚΩΝ ΖΗΜΙΩΝ» καταγράφονται υπό (Α) - (Ε) η καταστροφή διάφορων υλικών και δίπλα από κάθε υλικό καταγράφεται συγκεκριμένο ποσό. Περαιτέρω, κάτω από τον τίτλο «ΈΞΟΔΑ ΕΠΑΝΑΦΟΡΑΣ ΑΚΙΝΗΤΟΥ» δικογραφείται ότι «Για την επαναφορά του ακινήτου στην προτέρα κατάσταση με διόρθωση της υψομετρικής διαφοράς και της αφαίρεσης των ογκολίθων και άλλα συναφή απαιτούνται €5,850. Δικογραφείται επίσης το ποσό των €650 ως «εργατικά για επανακατασκευή του δικτύου άρδευσης στο ακίνητο». Στο αιτητικό (prayer) της Έκθεσης Απαίτησης αξιώνονται μέσω της παραγράφου 11 (Γ), αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση χωρίς όμως να καταγράφονται συγκεκριμένο ποσά. Ήταν η εισήγηση των συνηγόρων των Εναγομένων στη γραπτή τους αγόρευση ότι επειδή δεν αξιώνονται συγκεκριμένα ποσά στο αιτητικό της Έκθεσης Απαίτησης το Δικαστήριο δεν μπορεί να επιδικάσει οποιοδήποτε ποσό. Δεν θα συμφωνήσω με αυτήν την εισήγηση. Στην KennedyHotels v. Indjirdjian
(1992)1 Α.Α.Δ. 400 λέχθηκαν χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Στη Stylianou v. Papacleovoulou
(1982)1 C.L.R. 542, κρίθηκε ότι οι κυπριακοί δικονομικοί θεσμοί προσαρμοσμένοι στους παλιούς δικονομικούς θεσμούς του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Αγγλίας δεν καθιστούν απαραίτητο, επιθυμητό όσο και αν είναι, τον επακριβή προσδιορισμό της θεραπείας η οποία επιδιώκεται, ούτε αποκλείουν την παροχή θεραπείας άλλης από εκείνη η οποία επιζητείται. Εφόσο στοιχειοθετούνται τα γεγονότα στο σώμα της έκθεσης απαιτήσεως για την παροχή θεραπείας, αυτή μπορεί ν' αποδοθεί χωρίς να έχει επιζητηθεί (βλ. επίσης Re Vandervell's Trusts (No.2) [1974] 3 All E.R. 205, και Drane v. Evangelou [1978] 2 All E.R. 437». Εν προκειμένω, ναι μεν στο αιτητικό (prayer) αξιώνεται γενικά η επιδίκαση αποζημιώσεων χωρίς οποιαδήποτε εξειδίκευση ως προς τα ποσά πλην όμως γίνεται επαρκής δικογράφηση αυτών με τρόπο ώστε να είναι επιτρεπτό για το Δικαστήριο να προχωρήσει στην επιδίκαση αυτών υπό την προϋπόθεση ότι έχει προσαχθεί ικανοποιητική μαρτυρία προς απόδειξη αυτών. Προς απόδειξη των ποσών που καταγράφονται κάτω από τον τίτλο «ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΕΙΔΙΚΩΝ ΖΗΜΙΩΝ» υπό (Α) - (Ε) ο ΜΕ1 κατέθεσε στο Δικαστήριο το Τεκμήριο
  1. Πρόκειται για έγγραφο το οποίο φαίνεται να συντάχθηκε από την εταιρεία Elysee Irrigation Ltd και φέρει τίτλο «Sales - Quote». Κατά την κατάθεση του εν λόγω εγγράφου, ο συνήγορος του Ενάγοντα 1 δήλωσε ότι δεν θα επιμείνει στο ποσό που καταγράφεται στο Τεκμήριο 8 το οποίο ως ανέφερε αντικατοπτρίζει τη σημερινή αξία αλλά στο ποσό που δικογραφείται που αντικατοπτρίζει, ως ανέφερε, την αξία κατά το
  2. Στο Τεκμήριο 8 καταγράφεται ποσό ύψους €1,290.60 συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ. Το ποσό όμως το οποίο δικογραφείται είναι μεγαλύτερο και ανέρχεται συνολικά στο ποσό των €2,741.
  3. Περαιτέρω, κατά την κατάθεση του εν λόγω εγγράφου καμία επεξήγηση δεν δόθηκε σε σχέση με τα όσα καταγράφονται σε αυτό παρά μόνο αναφέρθηκε γενικά από τον ΜΕ1 ότι το Τεκμήριο 8 αφορά την κεντρική γραμμή αρδευτικού, 93 μέτρων, τις σωλήνες, τα ρουπινέτα και τις γωνιές. Παρατηρώ ότι στο Τεκμήριο 8 κάτω από τον τίτλο Description υπάρχουν διάφορες καταγραφές οι οποίες δεν συνάδουν με τη δικογραφημένη περιγραφή των αντικειμένων και οι οποίες ουδόλως εξηγήθηκαν στο Δικαστήριο. Καταγράφονται επίσης διάφοροι αριθμοί οι οποίοι επίσης δεν επεξηγήθηκαν στο Δικαστήριο. Πέραν από τις λέξεις «Γωνία», «Ρουπινέτα» και «Ένωση» οι οποίες συναντώνται και στο δικόγραφο, εντούτοις κάτω από τον τίτλο «Unit Price» καταγράφονται άλλα ποσά από τα δικογραφημένα. Επίσης, ενώ έγινε αναφορά σε 93 μέτρα της κεντρικής γραμμής αρδευτικού, στο Τεκμήριο 8 δεν συναντάται τέτοια περιγραφή. Ο συντάκτης του εν λόγω εγγράφου δεν προσήλθε στο Δικαστήριο. Καθίσταται σαφές ότι το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου συνιστά εξ ακοής μαρτυρία η οποία ασφαλώς δεν αποκλείεται μόνο γιατί είναι εξ ακοής, όμως κατά την αξιολόγηση της[25] και όταν αποφασίζεται η αποδεικτική αξία και βαρύτητα που θα της αποδοθεί, το Δικαστήριο πρέπει να εξετάζει όλα τα σχετικά στοιχεία που την περιβάλλουν.[26] Ενόψει των κενών και ασαφειών τις οποίες επεσήμανα πιο πάνω, κρίνω ότι θα ήταν ακροσφαλές να στηριχθεί το Δικαστήριο στο περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου για σκοπούς εξαγωγής ευρημάτων. Το Δικαστήριο θα ανέμενε την παρουσία του συντάκτη του εν λόγω εγγράφων προκειμένου να είναι αφενός σε θέση να εξηγήσει τα όσα σε αυτό καταγράφονται και να διαφωτίσει το Δικαστήριο σε σχέση με αυτά παρέχοντας τις δέουσες λεπτομέρειες αφού μόνο έτσι θα μπορούσε το Δικαστήριο να ελέγξει την ακρίβεια των αναφορών του συντάκτη του εν λόγω εγγράφου, και αφετέρου, να τεθούν οι αναφορές του στη βάσανο της αντεξέτασης. Δεν δόθηκε οποιαδήποτε εξήγηση για την απουσία του συντάκτη του εν λόγω εγγράφου από το Δικαστήριο προκειμένου αυτός να αντεξεταστεί, ενώ δεν φαίνεται να μην ήταν εύλογο και εφικτό για τον Ενάγοντα 1, που έχει παρουσιάσει αυτή τη μαρτυρία, να είχε κλητεύσει ως μάρτυρα στη διαδικασία το πρόσωπο που έκαμε την αρχική δήλωση. Ούτε υπήρξε οποιαδήποτε εισήγηση ότι κάτι τέτοιο δεν θα ήταν εύλογο και εφικτό. Στην πραγματικότητα, ο Ενάγων θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε. Με αυτά τα δεδομένα, κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες έχει προσαχθεί η εξ ακοής μαρτυρία, δεν διευκολύνεται η ορθή αξιολόγηση της βαρύτητας της εν λόγω μαρτυρίας με αποτέλεσμα να μην μπορώ να αποδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στις συγκεκριμένες αναφορές. Είναι η κρίση και η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι για το συγκεκριμένο ποσό δεν προσκομίστηκε σαφής, συγκεκριμένη και με την αναγκαία τεκμηρίωση μαρτυρία η οποία απαιτείται για την απόδειξη ειδικής ζημιάς. Οι απλές αναφορές του ΜΕ1 σε συγκεκριμένα ποσά χωρίς να τεκμηριωθεί πως αυτά υπολογίστηκαν δεν ικανοποιούν τη νομολογιακή αρχή που απαιτεί την απόδειξη τους με θετικό τρόπο. Για τους λόγους που έχω εξηγήσει πιο πάνω, το ποσό που αξιώνεται από τον Ενάγοντα 1 δεν έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό και συνεπώς, δεν μπορεί να επιδικαστεί σε αυτόν. Το ίδιο ισχύει και σε σχέση με το ποσό ύψους €650 το οποίο αξιώνεται ως εργατικά για επανακατασκευή του δικτύου άρδευσης. Δεν προσκομίστηκε ίχνος μαρτυρίας προς απόδειξη αυτού του ποσού και συνεπώς, ούτε αυτό μπορεί να επιδικαστεί στον Ενάγοντα
  4. Σε ότι αφορά το ποσό ύψους €5,850 για την επαναφορά του ακινήτου στην προτέρα κατάσταση για την απόδειξη του εν λόγω ποσού κατέθεσε στο Δικαστήριο τόσο ο ΜΕ1 ο οποίος αναφέρθηκε στο πως ήταν πριν και πως μετά την επέμβαση το επίδικο τεμάχιο καταθέτοντας το Τεκμήριο 9 (σχετικά είναι τα ευρήματα του Δικαστηρίου υπό (δ) και (ε) ανωτέρω), όσο και ο ΜΕ2 ο οποίος αναγνώρισε ότι το εν λόγω έγγραφο συντάχθηκε από τον ίδιο. Πρόκειται για την προσφορά που ο ΜΕ2 έδωσε στον ΜΕ1 για να εκτελέσει τις εργασίες που απαριθμούνται σε αυτό. Ο ΜΕ2 δεν αντεξετάστηκε επί του περιεχομένου της προσφοράς του, ούτε αμφισβητήθηκε από την πλευρά της Υπεράσπισης κατά την αντεξέταση του ΜΕ2 το περιεχόμενο της εν λόγω προσφοράς και πιο συγκεκριμένα το ύψος του ποσού που καταγράφεται σε αυτήν ή το εύλογο αυτού του ποσού. Ούτε προσκομίστηκε αντίθετη επί τούτου μαρτυρία από την πλευρά της Υπεράσπισης. Στην πραγματικότητα, η μαρτυρία του ΜΕ2 παρέμεινε αναντίλεκτη. Σχετική, ως προς τις συνέπειες παράλειψης αντεξέτασης είναι η απόφαση Frederickou Schools Co Ltd κ.α. ν. Acuac Inc
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527. Σχετική, επίσης, είναι και η σχετικά πρόσφατη απόφαση Πιριλίδη ν. Δήμου Λεμεσού, Ποιν. Έφ. Αρ. 331/2015, ημερομηνίας 11.12.2017, όπου επαναλήφθηκε η αρχή πως η παράλειψη αντεξέτασης γενικά θεωρείται ως αποδοχή της εκδοχής που θέτει ο μάρτυρας. Είναι η κρίση και η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι το εν λόγω ποσό που αξιώνεται από τον Ενάγοντα 1 έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό και συνεπώς, μπορεί να επιδικαστεί σε αυτόν. Αξίωση για ενδιάμεσα οφέλη (mesne profits): Αξιώνονται επίσης αποζημιώσεις για παράνομη χρήση και/ή απόφαση οφέλους για το ποσό των €26,400 για την περίοδο από 1/1/2003 μέχρι και την 1/3/2012 καθώς και αποζημίωση και/ή ενδιάμεσα οφέλη (mense profits) εκ €200 από 1/4/2012 μέχρι την πλήρη άρση της παράνομης επέμβασης (αιτητικά 11 (Ε) και (Ζ) της Έκθεσης Απαίτησης). Στο σύγγραμμα Winflied and Jolowicz on Tort, 16η έκδοση, 2006, στην παρ.σελ. 636-637, παράγραφος 13-18: «The action for mesne profits is another species of the action for trespass and lies for the damage which the claimant suffered having been out of possession of his land... The action for mesne profits enables the claimant to claim reasonable rent for the possession of the property by the defendant and damage for deterioration of the reasonable costs of getting possession». Στην Χρίστου κ.α. ν. Γεωργίου
(1999)1 (Β) Α.Α.Δ. 940, στη σελ. 953 αναφέρθηκε ότι: «Η ζημιά, σε περιπτώσεις στέρησης κατοχής του ακινήτου προσλαμβάνει τη μορφή διαφυγόντος κέρδους (mense profits), το οποίο εξισούται στην πράξη με την ενοικιαστική αξία του ακινήτου . ...». Ανατρέχοντας στην προσαχθείσα μαρτυρία, καθίσταται σαφές ότι τα εν λόγω ποσά που αξιώνονται από τον Ενάγοντα 1 δεν έχουν αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό και συνεπώς, δεν μπορούν να επιδικαστούν σε αυτόν. Πέραν του ότι δεν αποδείχθηκε η περίοδος της χρήσης του επίδικου τεμαχίου για την οποία αξιώνεται το ποσό των €26400, δεν προσκομίστηκε ίχνος μαρτυρίας για την ενοικιαστική αξία του ακινήτου. Η γενική και αόριστη αναφορά του ΜΕ1 ότι εάν το ενοικίαζε σε κάποιον κατά την άποψη του η ενοικιαστική του αξία θα ήταν €200 μηνιαίως σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί επαρκής για την απόδειξη της ενοικιαστικής αξίας του ακινήτου. Θα αναμένετο η προσκόμιση μαρτυρίας από ειδικό εμπειρογνώμονα σε ότι αφορά το ζήτημα αυτό κάτι το οποίο όμως δεν έγινε εν προκειμένω. Παραδειγματικές αποζημιώσεις: Στην παρούσα υπόθεση, ανατρέχοντας στο κείμενο της τελικής αγόρευσης των συνηγόρων του Ενάγοντα 1, γίνονται εισηγήσεις σε σχέση με την επιδίκαση παραδειγματικών αποζημιώσεων εναντίον των Εναγομένων. Στο ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήρια ένταλμα δεν ζητούνται ειδικά παραδειγματικές αποζημιώσεις παρά μόνο ζητούνται αποζημιώσεις, χωρίς οποιαδήποτε εξειδίκευση ως προς το είδος των αποζημιώσεων που αξιώνονται. Στην υπόθεση Xάμπου Xαράλαμπος B και Άλλοι ν. Christoforou & Avraam (Catering Services) Ltd
(2008)1 ΑΑΔ 524 λέχθηκαν χαρακτηριστικά τα ακόλουθα σε σχέση με το ζήτημα των παραδειγματικών αποζημιώσεων: «Είναι ορθό οι παραδειγματικές αποζημιώσεις να ζητούνται ειδικά στην έκθεση απαίτησης - (βλ. Πιριλλής κ.ά. ν. Κουή
(2004)1 Α.Α.Δ. 136), παρόλο που, σύμφωνα με την Kennedy Hotels Ltd v. Indjirdjian
(1992)1 Α.Α.Δ. 400, δεν είναι αναγκαίο να δικογραφούνται, υπό την προϋπόθεση, βέβαια, ότι τα γεγονότα της αγωγής είναι τέτοια, που δικαιολογούν την απόδοση της θεραπείας». Στην Adrian Holdings Ltd (ανωτέρω) αναφέρθηκαν χαρακτηριστικά τα ακόλουθα σε σχέση με την επιδίκαση παραδειγματικών αποζημιώσεων: «Στο δίκαιο που διέπει το θέμα παραδειγματικών αποζημιώσεων, εξέχουσα θέση κατέχει η αγγλική απόφαση στην υπόθεση Rookes v. Barnard [1964] 1 All E.R. 367, όπου τέθηκαν οι προϋποθέσεις που δικαιολογούν την επιδίκαση τέτοιων αποζημιώσεων. Στην Papakokkinou and Others v. Kanther
(1982)1 C.L.R. 65, το Εφετείο, χωρίς να αποφανθεί τελικά αν οι αρχές της Rookes v. Barnard τυγχάνουν εφαρμογής στην Κύπρο, προτίμησε την ευρύτερη αρχή που επιτρέπει επιδίκαση παραδειγματικών αποζημιώσεων όπου η διαγωγή του εναγόμενου είναι τόσο αξιόμεμπτη ώστε να αρμόζει επιβολή τιμωρίας από πολιτικό δικαστήριο. Αξιόμεμπτη διαγωγή είναι εκείνη που συνοδεύεται από έντονα στοιχεία αλαζονείας, θρασύτητας ή αθέμιτου κίνητρου, ιδιαίτερα όταν τείνει να ταπεινώσει το θύμα του αδικήματος. Στην Παπακόκκινου Βερεγγάρια Π. και Άλλη ν. Δημήτρη Κυριακίδη
(2010)1 ΑΑΔ 789 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων έχει ως πυρήνα τη συμπεριφορά του εναγόμενου και κάτω απ' αυτό το πρίσμα εξετάζεται ο τρόπος αντίδρασης του. Εάν η συμπεριφορά είναι ετσιθελική, πλήττουσα τα δικαιώματα των εναγόντων η αποζημίωση επιδικάζεται. Τούτο επιβεβαιώθηκε πρόσφατα στην υπόθεση Εταιρεία Surebuild Construction Ltd v. Βερεγγάρια Π. Παπακόκκινου (Aρ. 2)
(2008)1(A) A.A.Δ. 550.» Στην υπό εξέταση περίπτωση, δεν έχουν τεθεί μέσω της προσαχθείσας μαρτυρίας τέτοια γεγονότα που να δικαιολογούν εύρημα ότι η συμπεριφορά των εναγομένων ήταν τόσο αξιόμεμπτη ώστε να αρμόζει επιβολή τιμωρίας από πολιτικό δικαστήριο και συνεπώς, δεν δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις η επιδίκαση παραδειγματικών αποζημιώσεων εναντίον των Εναγομένων. Κατάληξη: Συνακόλουθα, εκδίδεται διάταγμα που απαγορεύει και/ή εμποδίζει τους Εναγόμενους και/ή τους αντιπροσώπους και/ή τους υπηρέτες αυτών από του να επεμβαίνουν με οποιοδήποτε τρόπο στο ακίνητο με αριθμό εγγραφής XXXXX, Φ/Σχ. 30/16 W1, Τεμάχιο XXXXX, στην τοποθεσία Πούγερος ή σπίτι του Φράγκου στο Γέρι στην επαρχία Λευκωσίας. Περαιτέρω, εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα 1 και εναντίον των Εναγομένων για το ποσό €5.850 με νόμιμο τόκο από την ημέρα καταχώρησης της αγωγής, ήτοι 9/4/2012 μέχρι εξόφλησης. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα 1 και εναντίον των Εναγομένων ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)...................................... Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273. [2] Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797. [3] Scott Graham Brierley v. Αστυνομίας,
(2012)2 ΑΑΔ 476, ημερ. 19/7/12, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2018:A179, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018, Χριστοφίνης ν. Φραντζή ECLI:CY:AD:2017:C35, Πολ. Έφεση328/11, ημερομηνίας 31.5.2017. [4] Σοφοκλέους ν. Τσεμέλογλου
(2006)1 Α.Α.Δ. 1153 [5] Μελάς ν. Κυριάκου
(2003)1 Α.Α.Δ. 826, Latifundia Properties Ltd v. Φάκη κ.α.
(2003)1 ΑΑΔ 670, Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 ΑΑΔ 24 [6] Ζαούρη Αζόφ ν. Πρόδρομου Προδρόμου και Άλλου
(2006)1 ΑΑΔ 331. [7] Κώστας Γλυκύς v. Ιεράς Μονής Μαχαιρά
(1999)1 Α Α.Α.Δ. 654 [8] Γεώργιος Λάμπρου κ.α. v. Ελένης Κεφάλα κ.α.
(2000)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1516, Liasidou and Another v. Papademetriou
(1975)1 C.L.R. 122, Γεωργίου ν. Ανδρέα, Π.Ε. 10140, ημερ. 16.12.98. [9] Κάκουλλου ν. Κακουλλή
(1985)1 Α.Α.Δ. 355, Παπακόκκινου v. Θεοδοσίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 379 και Ttantis v. Ηadjimichael a.o.
(1982)1 C.L.R. 301, Halsbuby's Laws of England, 3η έκδ., Τόμος 38, σελ. 739, Salmond on the Law of Torts, 17η έκδ. σελ. 38, και Clerk and Lindsell on Torts, 14η έκδ., σελ. 758, παρ. 1311 [10] Σοφοκλέους Ανδρέας Μιχαλάκη και άλλη ν. Παύλου Ηλία Παύλου
(2012)1 ΑΑΔ 2047, Σύγγραμμα Αστικά Αδικήματα Δίκαιο και Αποφάσεις, Αρτέμη & Ερωτοκρίτου, Τόμος 1 σελ. 133, Street on Torts, 11η Έκδ. σελ. 81-82, Halsbury's Laws of England, 3rd edition, Vol.38, p.1245 και Mc Gregor on Damages, 14η έκδοση, παράγρ. 53. [11]
(1982)1 C.L.R. 65 0 25-11. [12] Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων
(1992)1 ΑΑΔ 882 [13] Γενικός Εισαγγελέας ν. Βαhchecioglou και Άλλος
(1998)1 A.A.Δ. 426 , Strand Electric and Engineering Co. Ltd v. Brisford Ltd [1952] 1 All E.R. 796 [14] Μαρσέλ ν. Λαϊκής
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858 [15] Βερεγγάρια Παπακοκκίνου κ.α. ν Αγγελική Σμυρλή κ.α
(2001)1 Α.Α.Δ. 1653 και Γεώργιος Κώστα Μάρκου ν Γεώργιου Π. Χρυσοστόμου κ.α.
(2004)1 (Β) Α.Α.Δ. 813, P & A Enterprises (Larnaca) Ltd ν. Louis Tourist Agency Ltd
(1987)1 CLR 142, βλ. Σύγγραμμα Αστικά Αδικήματα Δίκαιο και Αποφάσεις, Αρτέμη & Ερωτοκρίτου, Τόμος 1 σελ. 132. [16] Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ ν. Επίσημου Παραλήπτη Ως Εκκαθαριστή της Περιουσίας της D K Intercity Buses Larnacas Ltd κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 388/2011, 7/7/2017 [17] Lord Advocate v Young 918870 12 App. Cas. 544 at 556, per Lord Fitzgerald [18] Jones v Williams
(1837)2 M. & W. 326 at 331. [19] Every v Smith
(1857)26 L.J. Ex. 344 [20] Port of London Authority Authority v. Ashmore [2010] EWCA Civ 30; [2010] 1 All E.R. 1139 at [26] per Sir John Chadwick. [21] Simpson v Fergus
(1999)79 P. & C.R.
  1. Ocean Estates Ltd v Pinder [1969] 2 A.C.
  2. [22] Κυπριακό Εμπράγματο Δίκαιο, Τατιάνα - Ελένη Συνοδινού, 2011, σελ.
  3. [23] Γεώργιος Λάμπρου κ.α. v. Ελένης Κεφάλα κ.α.
(2000)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1516, Liasidou and Another v. Papademetriou
(1975)1 C.L.R. 122, Γεωργίου ν. Ανδρέα, Π.Ε. 10140, ημερ. 16.12.98. [24] Κυριάκου Αθανασίου v. Δάφνης Ορφανίδου Πολιτική Έφεση Αρ. 73/11, 16 Δεκεμβρίου, 2015, Παναγιώτου ν. Φραγκίσκου κ.α.
(1999)1 ΑΑΔ 687, Αλεξάνδρου ν. Ιωάννου
(1996)1 ΑΑΔ 1157, Χριστοδούλου ν. Αγαθοκλέους
(1977)1 ΑΑΔ 396, Ηρακλέους ν. Πίτρου
(1994)1 ΑΑΔ 239, Λοϊζου ν. Μουρτζή
(1999)1 ΑΑΔ 883, Μαϊττάς ν. Γεωργίου κ.α.
(1998)1 ΑΑΔ 1, Ζήνων Μερκής Λτδ. ν. Ελληνικής Τράπεζας
(1999)1 ΑΑΔ 1923, Παπαϊωάννου ν. Κωνσταντίνου
(2008)1 (Β) ΑΑΔ 1083, Ismail v. Αντωνίου κ.α., ECLI:CY:AD:2014:A107, Πολιτική Έφεση Αρ. 333/2009, 12.2.2014 και Mc Gregor on Damages, 15η έκδοση, παράγραφος 23, σελ. 15). [25] Αναφορικά με την αξιολόγηση εξ ακοής μαρτυρίας και τη βαρύτητα που πρέπει να της αποδοθεί, σχετική η Θεοπίστη Τουμαζή ν Vandita Dixit, ECLI:CY:AD:2015:A302, ECLI:CY:AD:2015:A302, Πολιτική Έφεση 274/2010, ημερομηνίας 5.5.2015. βλ. επίσης Λευκόνικο Χρηματιστηριακή Λτδ ν. Χριστοδούλου, Πολιτική Έφεση αρ. 6/11 ημερ. 15/07/2016 [26] Άρθρο 27, Κεφ. 9. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.