TOFARCO LTD ν. Δημοσθένους κ.α., Αρ. Αγωγής: 5847/11, 26/5/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A277 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5847/11 Μεταξύ: TOFARCO LTD Ενάγουσας v.
- . Δημοσθένους
- . Δημοσθένους
- . Λουκά Εναγομένων Και δι΄ Ανταπαιτήσεως Μεταξύ:
- . Δημοσθένους
- . Δημοσθένους
- . Λουκά Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόντων v. TOFARCO LTD Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένης Ημερομηνία: 26 Μαΐου 2021 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα και Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένη: κα Α. Αθανασιάδου με κ. Κ. Βαρνάβα για Γεωργιάδης & Πελίδης ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους και Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντες: κα Σ. Ευριπίδου με κ. Ν. Ερωτοκρίτου για Ρίκκος Ν. Ερωτοκρίτου & Σια Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αγωγή η Ενάγουσα αξιώνει το ποσό των €287.044,80 συνεπεία παράβασης συμφωνίας ενοικίασης και ή ως δεδουλευμένα ενοίκια για την περίοδο μεταξύ 16.3.08 και 31.8.11, πλέον το ποσό των €6.834,40 μηνιαίως από την 1.9.11 μέχρι την παράδοση κατοχής των επίδικων καταστημάτων. Ζητά επίσης την έκδοση διαταγμάτων για την παράδοση στην Ενάγουσα ελεύθερης κατοχής των επίδικων καταστημάτων και του ενέχυρου (συστήματος κλιματισμού) και για την πώληση του τελευταίου προς ικανοποίηση της απαίτησης της Ενάγουσας. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης, δυνάμει ενοικιαστηρίου εγγράφου ημ. 18.9.06 οι Εναγόμενοι 1 και 2 ενοικίασαν από την Ενάγουσα τα επίδικα καταστήματα. Ο Εναγόμενος 3 εγγυήθηκε προσωπικά την πλήρη συμμόρφωση των Εναγομένων 1 και 2 με τους όρους του ενοικιαστηρίου εγγράφου. Με τροποποιητική συμφωνία ημ. 12.12.07 οι ενοικιαστές, Εναγόμενοι 1 και 2, έθεσαν ως ενέχυρο το σύστημα κλιματισμού-εξαερισμού το οποίο οι ίδιοι τοποθέτησαν στα καταστήματα έναντι των υποχρεώσεων τους δυνάμει του ενοικιαστηρίου εγγράφου. Κατά παράβαση αυτού, οι Εναγόμενοι 1 και 2 παρέλειψαν να καταβάλουν τα ενοίκια για την περίοδο από 16.3.08 μέχρι και τις 31.5.10 και η Ενάγουσα έστειλε προειδοποιητική επιστολή ημ. 27.5.10 για καταβολή των καθυστερημένων ενοικίων, αλλιώς θα τερμάτιζε το ενοικιαστήριο. Λόγω παράλειψης καταβολής των ενοικίων μέχρι και τις 31.8.10, η Ενάγουσα με νέα επιστολή της ημ. 6.8.10 προειδοποίησε τους Εναγόμενους ότι σε περίπτωση μη καταβολής των καθυστερημένων ενοικίων εντός 21 ημερών από τη λήψη της, θα τερμάτιζε το ενοικιαστήριο και θα λάμβανε μέτρα για έξωση και είσπραξη των καθυστερημένων ενοικίων. Οι Εναγόμενοι παρέλειψαν να καταβάλουν τα ενοίκια μέχρι και τις 31.8.11 και, παρά τον τερματισμό του συμβολαίου στις 11.8.11, συνεχίζουν να παραμένουν στα καταστήματα και αρνούνται να παραδώσουν στην Ενάγουσα την ελεύθερη κατοχή τους. Εξ ου και η Ενάγουσα εγείρει τις προαναφερόμενες αξιώσεις. Στην Υπεράσπιση τους οι Εναγόμενοι παραδέχονται την υπογραφή του ενοικιαστηρίου εγγράφου για την ενοικίαση των καταστημάτων ως δισκοθήκη και ισχυρίζονται ότι δυνάμει αυτού η Ενάγουσα συμφώνησε ότι θα παρέχει όλη τη δυνατή βοήθεια προς τους Εναγόμενους 1 και 2 για την αλλαγή της χρήσης των επίδικων καταστημάτων ως δισκοθήκη. Οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται περαιτέρω ότι στα πλαίσια της παροχής βοήθειας η Ενάγουσα παρέπεμψε τους Εναγόμενους 1 και 2 στο αρχιτεκτονικό γραφείο K.N. Tofarides Associates με το οποίο υπέγραψαν συμφωνία έναντι συμφωνημένης αμοιβής για την εκπόνηση των απαραίτητων τροποποιητικών αρχιτεκτονικών σχεδίων, την υποβολή αυτών και τη διενέργεια των αναγκαίων διαβουλεύσεων με τις αρμόδιες αρχές για την έκδοση των απαραίτητων αδειών για τη λειτουργία της δισκοθήκης. Σύμφωνα πάντα με τους Εναγόμενους, η Ενάγουσα υπείχε σχέση εμπιστοσύνης με το αρχιτεκτονικό γραφείο το οποίο είναι ο «κρυφός ιδιοκτήτης» της Ενάγουσας. Αποτελεί ισχυρισμό των Εναγομένων ότι η Ενάγουσα συνωμότησε δόλια μαζί με το αρχιτεκτονικό γραφείο όπως καθυστερήσουν την ετοιμασία και ή υποβολή των τροποποιητικών σχεδίων με αποτέλεσμα να ζημιωθούν οι Εναγόμενοι. Στις 25.10.06 καταχωρίστηκε ιδιωτική ποινική υπόθεση στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε διάταγμα διακοπής των εργασιών αλλαγής χρήσης στα επίδικα καταστήματα μέχρι και το
- Οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται περαιτέρω ότι η Ενάγουσα δεν παρείχε όλη τη δυνατή βοήθεια ως η συμφωνία μεταξύ των διαδίκων και δεν προέβαινε σε οποιεσδήποτε ενέργειες για την έκδοση των απαιτούμενων αδειών και ως εκ τούτου οι ίδιοι οι Εναγόμενοι αναγκάστηκαν να προβούν στις σχετικές ενέργειες με αποτέλεσμα την έκδοση της άδειας στις 15.10.
- Λόγω της στάσης της Ενάγουσας και της καθυστέρησης στην έκδοση των αδειών εξ υπαιτιότητας της, οι Εναγόμενοι υπέστησαν ζημιές τις οποίες και ανταπαιτούν. Οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι κατέβαλλαν ανελλιπώς τα ενοίκια μέχρι και τις 13.11.09 ενώ μετά σταμάτησαν την καταβολή τους στα πλαίσια νόμιμου δικαιώματος επίσχεσης (lien). Οι Εναγόμενοι παραθέτουν λεπτομέρειες δόλου και ή απάτης και ή ψευδών παραστάσεων σε σχέση με τη σύναψη του ενοικιαστηρίου εγγράφου και αναφέρουν τις ενέργειες στις οποίες προέβησαν οι ίδιοι και στα έξοδα που υπέστησαν για τη λειτουργία της δισκοθήκης η οποία διήρκησε μόνο για ενάμιση χρόνο. Ισχυρίζονται ότι η Ενάγουσα παρέλειψε να συμμορφωθεί με την υποχρέωση της για έκδοση των αδειών εντός ενός έτους από την υπογραφή του ενοικιαστηρίου, εξ ου και εγείρουν Ανταπαίτηση διεκδικώντας τις ακόλουθες θεραπείες: I. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να αίρει το εταιρικό πέπλο της Ενάγουσας II. Απόφαση ότι η Ενάγουσα δολίως και ή με ψευδείς παραστάσεις και ή σε συμπαιγνία με το αρχιτεκτονικό γραφείο παραβίασε την επίδικη συμφωνία III. Απόφαση ότι ο τερματισμός της συμφωνίας ενοικίασης είναι άκυρος IV. Απόφαση για επιστροφή των ενοικίων για την περίοδο μεταξύ των ετών 2006-2008 και για την καταβολή του ποσού των €700.000 ως απώλεια εισοδημάτων και ή διαφυγόντων κερδών για την ίδια περίοδο V. Απόφαση ότι η Ενάγουσα δεν νομιμοποιείται να αξιώνει τα ενοίκια από την 1.9.11 μέχρι την εκκένωση των καταστημάτων VI. Απόφαση για καταβολή γενικών και παραδειγματικών αποζημιώσεων. Στην Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση η Ενάγουσα αρνείται τους ισχυρισμούς των Εναγομένων και ισχυρίζεται ότι προέβη σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες δυνάμει της επίδικης συμφωνίας, ότι απλώς παρέπεμψε τους Εναγόμενους στο αρχιτεκτονικό γραφείο οι οποίοι ήταν ελεύθεροι να διορίσουν όποιο γραφείο ήθελαν, και ότι οι Εναγόμενοι ευθύνονται τόσο για τις ενέργειες τους όσο και για τυχόν δαπάνες και έξοδα πριν την εξασφάλιση των απαιτούμενων αδειών. Παραθέτει το ιστορικό της διαδικασίας για την έκδοση της απαιτούμενης άδειας από την Πολεοδομική Αρχή, ισχυριζόμενη ότι περί τον Οκτώβριο του 2006, κατόπιν παράκλησης των Εναγομένων 1 και 2, δέχθηκε την προσωρινή αναστολή καταβολής των ενοικίων με την προϋπόθεση ότι αυτά θα καταβάλλονταν μεταγενέστερα ως προς το ½ με το πλήρες ενοίκιο του μηνός, πλην όμως οι Εναγόμενοι ξεκίνησαν να καταβάλλουν το μηνιαίο ενοίκιο από τις 4.1.08 χωρίς να πληρώνουν και το επιπλέον οφειλόμενο του ½ των καθυστερημένων ενοικίων. Τέλος, αρνούνται οποιαδήποτε ευθύνη δυνάμει της επίδικης συμφωνίας και ζητούν απόρριψη της Ανταπαίτησης. Πριν την έναρξη της ακρόασης, και εφόσον υπήρχε διαφωνία μεταξύ των δύο πλευρών ως προς τον τρόπο διεξαγωγής αυτής, το Δικαστήριο αποφάσισε την εκδίκαση της Απαίτησης και ακολούθως της Ανταπαίτησης, με οδηγίες όπως σε περίπτωση κοινού μάρτυρος, αυτός να αναφερθεί τόσο στην Απαίτηση όσο και στην Ανταπαίτηση. Κατά την ακροαματική διαδικασία, κατέθεσαν συνολικά τέσσερεις μάρτυρες, ένας προς υποστήριξη της Απαίτησης της Ενάγουσας, δύο προς υποστήριξη της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης των Εναγομένων και ακόμα ένας προς υποστήριξη της Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση της Ενάγουσας. Ο πρώτος μάρτυρας της Ενάγουσας ήταν ο κ. ΝΤ (ΜΕ1), διευθύνων σύμβουλος της Ενάγουσας. Ο ΜΕ1 κατέθεσε το επίδικο ενοικιαστήριο έγγραφο, τη συμφωνία εγγύησης και την τροποποιητική συμφωνία ημ. 12.12.07 και αναφέρθηκε στην όλη εξέλιξη των γεγονότων αναφορικά με τη συμφωνία αναστολής ενοικίων, τη συμπεριφορά των Εναγομένων σε σχέση με την παράλειψη καταβολής των ενοικίων και την αποστολή σχετικών προειδοποιητικών επιστολών και τελικώς της επιστολής τερματισμού. Κατέθεσε επίσης κατάσταση λογαριασμού στην οποία φαίνονται αναλυτικά οι πληρωμές των ενοικίων και επανέλαβε την αξίωση της Ενάγουσας. Στα πλαίσια της αντεξέτασης του διασαφήνισε τον ρόλο της Ενάγουσας δυνάμει της επίδικης συμφωνίας ενοικίασης ως ιδιοκτήτριας των επίδικων καταστημάτων σε σχέση με την έκδοση των απαιτούμενων αδειών, τονίζοντας ότι αυτός ο ρόλος της δυνάμει της εν λόγω συμφωνίας ικανοποιήθηκε πλήρως. Δήλωσε ότι η Ενάγουσα απλώς σύστησε το αρχιτεκτονικό γραφείο το οποίο διαχωρίζεται πλήρως από την Ενάγουσα ως οντότητα αλλά και ως προς τον ρόλο της αναφορικά με τις ενέργειες για την έκδοση άδειας αλλαγής χρήσης και λειτουργίας των καταστημάτων ως δισκοθήκη. Αρνήθηκε ότι κατά τη σύναψη της συμφωνίας η Ενάγουσα δεσμεύτηκε για την έκδοση της άδειας εντός τριών μηνών από τη σύναψη της, παραπέμποντας στους όρους της συμφωνίας και στη φύση της διαδικασίας χορήγησης τέτοιας άδειας. Ο ΜΕ1 κλήθηκε να αναφερθεί σε διάφορα στάδια της πορείας αλλαγής χρήσης των επίδικων καταστημάτων και στη συμφωνία μεταξύ των μερών ως προς την καταβολή και το ύψος των ενοικίων, επιμένοντας ότι η Ενάγουσα ουδέποτε έλαβε κατοχή των καταστημάτων. Ο πρώτος μάρτυρας για τους Εναγόμενους ήταν ο κ. ΧΔ, Εναγόμενος 1 (ΜΥ1). Ο ίδιος αναφέρθηκε στην υπογραφή του ενοικιαστηρίου εγγράφου και επέμενε στη θέση ότι τόσο η Ενάγουσα όσο και το αρχιτεκτονικό γραφείο τον διαβεβαίωσαν ότι θα προέβαιναν σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες και διαβουλεύσεις με τις αρμόδιες αρχές για την έκδοση των απαιτούμενων αδειών. Αντί τούτου, εκδόθηκε διάταγμα αναστολής όλων των εργασιών με αποτέλεσμα η επιχείρηση να παραμείνει κλειστή για περίοδο δύο ετών και μετέπειτα ο ίδιος αναγκάστηκε να προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για την έκδοση προσωρινής άδειας η οποία εκδόθηκε στις 11.2.09 και τελικώς απορρίφθηκε τελεσίδικα το
- Ο ΜΥ1 είπε ότι εγκατέλειψαν τα καταστήματα από το 2010 ενώ το 2015 η Ενάγουσα εισήλθε παράνομα στα υποστατικά και άλλαξε τις κλειδαριές. Ήταν η θέση του ΜΥ1 πως επένδυσε αρκετά χρήματα για τη λειτουργία της δισκοθήκης από το 2006, καταθέτοντας σχετικά τιμολόγια και αποδείξεις, και πως υπέστη μεγάλη ζημιά λόγω της αναστολής λειτουργίας της για δύο έτη, την οποία και ανταπαιτεί. Κατά την αντεξέταση του ο ΜΥ1 εξέφρασε τη θέση πως πριν την υπογραφή του ενοικιαστηρίου εγγράφου η Ενάγουσα δεν ανέφερε σε αυτόν ότι αρχικά εκδίδεται προσωρινή άδεια και μετά τελική και πως τον διαβεβαίωσε ότι η ίδια θα διασφάλιζε την έκδοση άδειας λειτουργίας της δισκοθήκης εντός τριών μηνών από την υπογραφή του ενοικιαστηρίου. Αναφέρθηκε επίσης στις διαβουλεύσεις των μερών αναφορικά με την πληρωμή και το ύψος των ενοικίων. Επέμενε επίσης ότι η Ενάγουσα και το αρχιτεκτονικό γραφείο ήταν το ένα και το αυτό για τον ίδιο και ότι διεφάνη η πλήρης αδράνεια εκ μέρους της ως προς την έκδοση των απαιτούμενων αδειών εξ ου και εγείρει την Ανταπαίτηση. Ο δεύτερος μάρτυρας για την Υπεράσπιση ήταν ο κ. ΑΣ (ΜΥ2) ο οποίος εργάζεται στην Τεχνική Υπηρεσία του Δήμου Λευκωσίας. Ο ΜΥ2 κατέθεσε αναφορικά με την ακολουθητέα διαδικασία και τις ενέργειες που έγιναν με σκοπό την έκδοση άδειας λειτουργίας των επίδικων καταστημάτων ως δισκοθήκη, σύμφωνα με το περιεχόμενο του φακέλου του Δήμου. Στην αντεξέταση του ο ΜΥ2 δήλωσε ότι ο ίδιος ασχολήθηκε με την υπό κρίση περίπτωση και κλήθηκε να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες για την όλη διαδικασία που ακολουθήθηκε. Ο μάρτυρας προς υποστήριξη της Υπεράσπισης της εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένης ήταν ο κ. ΑΦ (ΜΕΑ1), ο οποίος εργάζεται στον όμιλο εταιρειών της Ενάγουσας και εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένης από τις 15.11.91 και σήμερα κατέχει τη θέση του Εμπορικού Διευθυντή. Ο ΜΕΑ1 βασικά κατέθεσε για τις διαπραγματεύσεις μεταξύ των μερών μέχρι και την υπογραφή του ενοικιαστηρίου εγγράφου, στις οποίες είχε προσωπική εμπλοκή. Ο ίδιος ανέφερε ότι η Ενάγουσα ενημέρωσε τους Εναγόμενους 1 και 2 πως αυτή ως ιδιοκτήτρια, θα έπρεπε να αιτηθεί την έκδοση άδειας πολεοδομίας και άδειας οικοδομής, ως επίσης και άδεια λειτουργίας κέντρου αναψυχής από τον ΚΟΤ. Επέμενε πως η Ενάγουσα ουδέποτε διαβεβαίωσε τους Εναγόμενους για τον χρόνο έκδοσης των αδειών αλλά αντιθέτως τους ανέφερε ότι τον τελικό λόγο για την έκδοση έχουν οι αρμόδιες αρχές. Ήταν η θέση του πως η Ενάγουσα απλώς σύστησε το αρχιτεκτονικό γραφείο Κ.Ν. Tofarides Associates με το οποίο συνεργαζόταν, χωρίς όμως ποτέ να τους υποκινήσει ή εξαναγκάσει να συμβληθούν με αυτό. Αναφέρθηκε επίσης σε όλες τις ενέργειες της Ενάγουσας στα πλαίσια της διαδικασίας έκδοσης αδειών και σε κάποια γεγονότα μετά τον τερματισμό του συμβολαίου. Κατά την αντεξέταση του ο ΜΕΑ1 ρωτήθηκε επισταμένα για όσα διημείφθησαν στα πλαίσια των διαπραγματεύσεων πριν την υπογραφή του ενοικιαστηρίου εγγράφου, αρνούμενος τις υποβολές περί ανάληψης υποχρέωσης εκ μέρους της Ενάγουσας για τη διεκπεραίωση όλης της διαδικασίας προς έκδοση αδειών και για την έκδοση αυτών εντός συγκεκριμένου χρόνου. Επανέλαβε ότι ο ίδιος άλλαξε τις κλειδαριές των καταστημάτων, στην παρουσία της Αστυνομίας, για τον σκοπό συντήρησης τους και ότι δεν αρνήθηκαν ποτέ στους Εναγόμενους οποιασδήποτε είσοδο σε αυτά. Στα πλαίσια αξιολόγησης της μαρτυρίας αναφορικά με την απαίτηση της Ενάγουσας, κρίνεται σκόπιμο να λεχθεί εξαρχής ότι η υπογραφή του ενοικιαστηρίου εγγράφου ημ. 18.9.06, της εγγύησης και της τροποποιητικής συμφωνίας ημ. 12.12.07 αποτέλεσε κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών. Η αναφορά του ΜΕ1 για την επίδοση των προειδοποιητικών επιστολών και την αποστολή της επιστολής τερματισμού επίσης παρέμεινε αναντίλεκτη. Επιπλέον, η διαδικασία που ακολουθήθηκε αναφορικά με την υποβολή αιτήσεων και την έκδοση αδειών λειτουργίας των επίδικων καταστημάτων ως δισκοθήκη, όπως αυτή παρουσιάστηκε κατά τη μαρτυρία του ΜΥ1 και ειδικότερα του ΜΥ2, δεν αποτέλεσε αντικείμενο αμφισβήτησης και επομένως και αυτή γίνεται δεκτή από το Δικαστήριο. Τέλος, είναι κοινώς παραδεκτή η καταχώριση της ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης και η έκδοση διατάγματος αναστολής των εργασιών στα επίδικα καταστήματα. Ως εκ τούτου, τα ακόλουθα αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου:
- Σύμφωνα με την αναντίλεκτη μαρτυρία του ΜΕ1, η Ενάγουσα είναι ιδιοκτήτρια του έργου «XXXXX» το οποίο συμπληρώθηκε το 2000, ως διαφαίνεται και μέσα από τη Βεβαίωση των Λογιστών της Ενάγουσας, Τεκμήριο
- Στις 18.9.06 η Ενάγουσα, από τη μια και οι Εναγόμενοι 1 και 2, από την άλλη υπέγραψαν ενοικιαστήριο έγγραφο για την ενοικίαση των καταστημάτων 1 και 2 στο κτίριο «XXXXX» στη Λεωφ. XXXXX 6, για τη χρήση τους ως δισκοθήκη. Το ενοικιαστήριο κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Την ίδια ημερομηνία, ήτοι στις 18.9.06, ο Εναγόμενος 3 υπέγραψε Εγγύηση με την οποία εγγυάτο προσωπικά και ανεπιφύλακτα την πλήρη συμμόρφωση των Εναγομένων 1 και 2 με τους όρους του προαναφερόμενου ενοικιαστηρίου εγγράφου, Τεκμήριο
- Στις 25.10.06 καταχωρίστηκε Ιδιωτική Ποινική Υπόθεση υπ΄ αρ. 26456/06 από τον Δήμο Λευκωσίας εναντίον, μεταξύ άλλων της Ενάγουσας και του κ. ΠΔ, για την έναρξη κατεδαφίσεων και μετατροπών και χρήση των επίδικων καταστημάτων χωρίς τις απαραίτητες από τον Δήμο άδειες. Στα πλαίσια της υπόθεσης, στις 25.10.06 εκδόθηκε διάταγμα διακοπής και αναστολής των εργασιών στα επίδικα καταστήματα. Το κατηγορητήριο και το διάταγμα κατατέθηκαν ως Τεκμήριο
- Στις 12.12.07 τα μέρη υπέγραψαν τροποποιητική συμφωνία του ενοικιαστηρίου εγγράφου, με την οποία οι Εναγόμενοι 1 και 2 έθεσαν ως ενέχυρο το σύστημα κλιματισμού-εξαερισμού που τοποθέτησαν οι ίδιοι στα καταστήματα, έναντι των υποχρεώσεων τους δυνάμει του ενοικιαστηρίου, Τεκμήριο
- Παρέμεινε επίσης αδιαμφισβήτητο πως στις 2.6.10 επιδόθηκε στους Εναγόμενους 1-3 ξεχωριστά και προσωπικά επιστολή της Ενάγουσας ημ. 27.5.10, με την οποία καλούντο να καταβάλουν τα οφειλόμενα ενοίκια για την περίοδο μεταξύ 16.3.08 και 31.5.10 αλλιώς θα προέβαιναν σε τερματισμό του ενοικιαστηρίου εγγράφου και μέτρα για έξωση και είσπραξη των καθυστερημένων ενοικίων. Οι ένορκες δηλώσεις επίδοσης κατατέθηκαν ως Τεκμήριο
- Οι εν λόγω επιστολές στάληκαν και μέσω συστημένου ταχυδρομείου και αντίγραφα αυτών, αποδείξεις αποστολής και παραλαβής τους κατατέθηκαν ως Τεκμήριο
- Στις 14.9.10 επιδόθηκε στους Εναγόμενους 1 και 2 ξεχωριστά και προσωπικά νέα προειδοποιητική επιστολή της Ενάγουσας ημ. 6.8.10, αυτή τη φορά για την καταβολή των καθυστερημένων ενοικίων για την περίοδο μεταξύ 16.3.08 και 31.8.
- Οι ένορκες δηλώσεις επίδοσης κατατέθηκαν ως Τεκμήριο
- Στις 11.8.11 επιδόθηκε στους Εναγόμενους 1 και 2 ξεχωριστά επιστολή της Ενάγουσας ημ. 11.8.11 για τον τερματισμό του ενοικιαστηρίου εγγράφου. Οι ένορκες δηλώσεις επίδοσης κατατέθηκαν ως Τεκμήριο
- Η επιστολή τερματισμού στάληκε μέσω συστημένου ταχυδρομείου στον Εναγόμενο
- Αντίγραφο της επιστολής και απόδειξη αποστολής της κατατέθηκαν ως Τεκμήριο
- Σύμφωνα με την αναντίλεκτη μαρτυρία του ΜΥ2, στις 2.10.06 υπεβλήθη από την Ενάγουσα πολεοδομική αίτηση υπ΄ αρ. 327/06 στον Δήμο Λευκωσίας για ενοποίηση των δύο καταστημάτων και αλλαγή χρήσης σε δισκοθήκη, Τεκμήριο
- Είναι επίσης αναντίλεκτο πως η Ενάγουσα απέστειλε επιστολή στις 26.1.07, Τεκμήριο 60, προς το Υπουργείο Εσωτερικών με την οποία υπέβαλε Ιεραρχική Προσφυγή λόγω της παράλειψης της Αρχής να αποφασίσει εγκαίρως για την πολεοδομική αίτηση 327/06 ημ. 2.10.
- Σημειώνεται ότι αυτή η επιστολή είναι πρωτότυπη και φέρει σφραγίδα παραλαβής της με ημ. 29.1.07 του Υπουργείου Εσωτερικών.
- Στα πλαίσια εξέτασης της εν λόγω πολεοδομικής αίτησης, ο Δήμος Λευκωσίας απέστειλε επιστολή ημ. 18.6.07 προς την Ενάγουσα, Τεκμήριο 64, ζητώντας την υποβολή επιπρόσθετων στοιχείων.
- Σύμφωνα με την αναντίλεκτη μαρτυρία του ΜΥ2, κατά την εξέταση της πολεοδομικής αίτησης διεξήχθησαν επιτόπιοι νυκτερινοί έλεγχοι και από άλλα τμήματα του Δήμου, όπως Υγειονομείο και Τροχονόμοι. Στα πλαίσια αυτών των ελέγχων, στις 18.6.07 ο Δήμος ζήτησε από το Τμήμα Δημοσίων Έργων τις απόψεις τους ως προς τα θέματα οδικής ασφάλειας. Το Τμήμα Δημοσίων Έργων απάντησε στον Επαρχιακό Μηχανικό Δημοσίων Έργων με επιστολή του ημ. 19.6.07, εντοπίζοντας κυκλοφοριακά προβλήματα και προβλήματα οδικής ασφάλειας. Ο Επαρχιακός Μηχανικός Δημοσίων Έργων διαβίβασε την επιστολή στον Δημοτικό Μηχανικό του Δήμου Λευκωσίας με επιστολή του ημ. 9.7.07 η οποία παραλήφθηκε από τον Δήμο στις 16.7.07, Τεκμήριο
- Ο Δήμος Λευκωσίας με επιστολή του ημ. 19.9.07 προς την Ενάγουσα και τους Εναγόμενους 1 και 2, Τεκμήριο 57, ανέφερε ότι η αίτηση είχε τεθεί αρχικά στην Τεχνική Επιτροπή στις 8.5.07 κατά την οποία τέθηκαν νέα στοιχεία τα οποία οι αιτητές υπέβαλαν μετά την υποβολή της αίτησης και πως αυτή (η αίτηση) αναμένετο να εξεταστεί από την Τεχνική Επιτροπή περί τα τέλη Σεπτεμβρίου και να δώσει απάντηση μέχρι τα μέσα Νοεμβρίου.
- Αποτελεί κοινό έδαφος ότι στις 29.11.07 εκδόθηκε προσωρινή πολεοδομική άδεια με ισχύ για τρία έτη, ήτοι μέχρι τις 28.11.10, Τεκμήριο
- Με βάση την αναντίλεκτη μαρτυρία του ΜΥ2, πριν τη λήξη της εν λόγω προσωρινής πολεοδομικής άδειας, υπεβλήθη από την Ενάγουσα αίτηση υπ΄ αρ. 241/08 και στις 22.7.09 εκδόθηκε προσωρινή άδεια οικοδομής υπ΄ αρ. 6415 με ισχύ μέχρι τις 28.11.10, Τεκμήριο
- Στις 15.10.10 υπεβλήθη από την Ενάγουσα νέα πολεοδομική αίτηση για τροποποίηση του όρου 2 της προσωρινής πολεοδομικής άδειας, Τεκμήριο
- Στις 21.2.12 στάληκε στην Ενάγουσα μέσω συστημένου ταχυδρομείου η Γνωστοποίηση Άρνησης Χορήγησης Πολεοδομικής Άδειας. Η Γνωστοποίηση κατατέθηκε ως Τεκμήριο 62 και η απόδειξη αποστολής μέσω συστημένου ταχυδρομείου ως Τεκμήριο
- Στις 8.3.12 ο Δήμος Λευκωσίας έστειλε επιστολή στην Ενάγουσα και στον κ. ΠΔ στην οποία αναφέρουν τη λήξη της πολεοδομικής άδειας στις 28.11.10 και την απόρριψη της μονιμοποίησης αυτής και τους καλούν να επαναφέρουν την εγκεκριμένη χρήση των καταστημάτων, Τεκμήριο
- Στα πλαίσια αξιολόγησης της μαρτυρίας των μαρτύρων, είμαι σε θέση να πω ότι ο ΜΕ1 δημιούργησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο ως αξιόπιστος και αντικειμενικός μάρτυρας. Ο ΜΕ1 αναφέρθηκε στα γεγονότα με σαφήνεια και συνέπεια, δίδοντας βάσιμες και ολοκληρωμένες απαντήσεις με παραπομπή στους όρους του ενοικιαστηρίου εγγράφου και δεν δίσταζε να αναγνωρίσει πως είτε δεν είχε γνώση είτε δεν θυμόταν για κάποια γεγονότα. Έχει ήδη λεχθεί ότι η μαρτυρία του αναφορικά με την υπογραφή του ενοικιαστηρίου, της εγγύησης και της τροποποιητικής συμφωνίας αποτέλεσε κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών. Ο ΜΕ1 περιέγραψε τον ρόλο αφενός της Ενάγουσας ως ιδιοκτήτριας των επίδικων καταστημάτων και αφετέρου του αρχιτεκτονικού γραφείου με αμεσότητα και πληρότητα, αποκαλύπτοντας έτσι και την ομολογουμένως μεγάλη εμπειρία του αναφορικά με την ενοικίαση υποστατικών και τους όρους των ενοικιαστηρίων συμβολαίων καθώς επίσης και αναφορικά με τον ρόλο και την εμπλοκή της Ενάγουσας ως ιδιοκτήτριας σε σχέση με τις ενέργειες της για την έκδοση των απαιτούμενων αδειών. Επιπλέον, ήταν σε θέση να αντικρούσει με επάρκεια τις θέσεις και υποβολές της Υπεράσπισης προβάλλοντας πειστικές και ολοκληρωμένες απαντήσεις. Σε αυτό το πλαίσιο ο ΜΕ1 δήλωσε βάσιμα ότι παρόλο που δεν ήταν αναμεμειγμένος προσωπικά στις διαβουλεύσεις κατά το στάδιο της υπογραφής του ενοικιαστηρίου, εντούτοις η Ενάγουσα ως ιδιοκτήτρια ενοικίαζε το ακίνητο με την προοπτική αλλαγής της χρήσης αυτού, και στην προκειμένη περίπτωση ενοικίασε δύο καταστήματα τα οποία ο ενοικιαστής προόριζε για χρήση ως δισκοθήκη και δεν ενοικίασε δισκοθήκη. Περιέγραψε με κάθε γλαφυρότητα τον ρόλο της Ενάγουσας, ήτοι πως ως ιδιοκτήτρια όφειλε να υποβάλει τις αιτήσεις για την αλλαγή χρήσης των καταστημάτων, τονίζοντας πως εναπόκειτο στην αρμόδια αρχή το κατά πόσο θα εκδώσει τις απαιτούμενες άδειες ή όχι. Με άλλα λόγια, ο ίδιος περιόρισε βάσιμα και πειστικά τον ρόλο της Ενάγουσας, καταρρίπτοντας έτσι και τις υποβολές αλλά και τις αναφορές του ΜΥ1 πως η Ενάγουσα τον διαβεβαίωσε για την έκδοση των αδειών. Η ίδια διαπίστωση ισχύει και για την άρνηση του πως δεσμεύτηκε για την έκδοση των αδειών εντός τριών μηνών από την υπογραφή του ενοικιαστηρίου, κάτι το οποίο εν πάση περιπτώσει δεν εναπόκειται στην Ενάγουσα και δεν υποστηρίζεται από τους όρους του ενοικιαστηρίου. Όπως θα αναφερθεί και κατωτέρω, η θέση της Υπεράσπισης, ως και η μαρτυρία του ΜΥ1, για δέσμευση της Ενάγουσας προς έκδοση των αδειών εντός τριών μηνών από την υπογραφή του ενοικιαστηρίου έρχεται σε αντίφαση με την Υπεράσπιση των Εναγομένων στην οποία προβάλλεται ο ισχυρισμός για δέσμευση προς έκδοση των αδειών εντός ενός έτους από την υπογραφή του ενοικιαστηρίου. Εδώ αξίζει να αναφερθεί πως η αναφορά του ΜΥ1 για την παράλειψη επεξήγησης στους ενοικιαστές περί έκδοσης αρχικά προσωρινής άδειας και ακολούθως τελικής δεν υπεβλήθη στον ΜΕ1 για να τοποθετηθεί. Πέραν του ότι τέτοια θέση προβλήθηκε αρκετά καθυστερημένα και μόνο στο στάδιο της μαρτυρίας του ΜΥ1, δεν έχει διαφανεί ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 υπέγραψαν το ενοικιαστήριο βεβιασμένα, χωρίς να το μελετήσουν και παρασυρόμενοι από την Ενάγουσα, αλλά αντιθέτως από τη μαρτυρία του ίδιου του ΜΥ1 προκύπτει πως αυτοί διάβασαν το ενοικιαστήριο και συζήτησαν τον όρο που τους απασχολούσε αναφορικά με τον χρόνο έκδοσης των αδειών. Επομένως, θεωρώ πλήρως βάσιμες τις θέσεις του ΜΕ1 αναφορικά με τις συνθήκες διαβουλεύσεων και υπογραφής του ενοικιαστηρίου εγγράφου, ως προς το ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε παραπλάνηση για τη διαδικασία έκδοσης των αδειών ούτε και υπόσχεση για την έκδοση αυτών εντός τριών μηνών ή οποιουδήποτε άλλου χρόνου από την υπογραφή του ενοικιαστηρίου. Μάλιστα, ο ΜΕ1 παρουσίασε μια θέση η οποία συνάδει και με τους όρους του ενοικιαστηρίου, ήτοι πως είναι σύνηθες να συμπεριληφθεί ο όρος για τη μη έκδοση των αδειών εντός ενός έτους και εξ υπαιτιότητος της Ενάγουσας, ακριβώς για να καθησυχάζεται ο ενοικιαστής και να υπάρχει κάποιους είδους πίεση στην ίδια την Ενάγουσα. Υπό το φως των πιο πάνω, το Δικαστήριο θεωρεί και κάπως αντιφατικές τις θέσεις της Υπεράσπισης πως ενώ από τη μια η Ενάγουσα διαβεβαίωσε για την έκδοση των αδειών εντός τριών μηνών, από την άλλη θα υπήρχε όρος στο ενοικιαστήριο για τη μη έκδοση των αδειών εντός ενός έτους και μάλιστα λόγω της αποκλειστικής ευθύνης της Ενάγουσας. Επιπλέον, η θέση του ΜΥ1 πως η έκδοση των αδειών ήταν εξ ολοκλήρου ευθύνη της Ενάγουσας δεν ευσταθεί και δεν δύναται να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο. Ιδιαίτερα επίμονος και σταθερός παρέμεινε ο ΜΕ1 και στο θέμα του αρχιτεκτονικού γραφείου. Ήταν σαφής και κάθετος πως η Ενάγουσα απλώς σύστησε το αρχιτεκτονικό γραφείο και πως η συγγενική σχέση μεταξύ των ιδιοκτητών των δύο αυτών προσώπων δεν τους καθιστά ένα πρόσωπο και ειδικότερα με κοινό ρόλο. Άλλωστε, όπως και ο ΜΥ1 αναγνώρισε, οι ενοικιαστές υπέγραψαν ξεχωριστό συμβόλαιο με το αρχιτεκτονικό γραφείο έναντι συμφωνημένης αμοιβής και σαφώς ο ρόλος του καθενός είναι διακριτός και διαφορετικός. Παρόλο που ο ΜΕ1 δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί και αναφερθεί στις ενέργειες της Ενάγουσας για την έκδοση των αδειών, εντούτοις ήταν η θέση του πως αυτή προέβη σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες και πως προέκυψαν προβλήματα με τους ενοίκους της πολυκατοικίας, ηχορύπανσης κ.λπ., τα οποία αποτέλεσαν κοινό έδαφος. Επιπλέον, ήταν σαφές ότι αυτά τα ζητήματα δεν ενέπιπταν στην αρμοδιότητα της Ενάγουσας. Είναι σημαντικό να λεχθεί ότι η αναφορά του ΜΕ1 πως η Ενάγουσα προέβη σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες μέχρι και το 2008, αναγνωρίστηκε εν μέρει και από τον ΜΥ1, όπως θα διαφανεί κατωτέρω. Ο ΜΕ1 ήταν επίσης ιδιαίτερα σαφής και ξεκάθαρος ως προς το θέμα του ενοικίου. Ο ίδιος αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι δέχθηκε απαλλαγή από την υποχρέωση καταβολής του ενοικίου και επέμενε ότι αντιλαμβανόμενος τις δυσκολίες των ενοικιαστών για την περίοδο μεταξύ 2006-2008 δέχθηκε την εισήγηση τους για σταδιακή κάλυψη των καθυστερημένων ενοικίων με την καταβολή ενάμιση ενοικίου, την οποία διευθέτηση τελικώς οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν τήρησαν. Μάλιστα, είναι βάσιμη η θέση του ΜΕ1 ότι λόγω ακριβώς των δυσκολιών, η Ενάγουσα δέχθηκε τη συνέχιση καταβολής του ίδιου ενοικίου ως τον πρώτο χρόνο χωρίς την προβλεπόμενη στο ενοικιαστήριο έγγραφο αύξηση για τον δεύτερο χρόνο. Επομένως, ο ΜΕ1 δεν δίστασε να διαχωρίσει τη συμφωνία μεταξύ των μερών ως προς τη μη αύξηση του ενοικίου και τη συμφωνία τους ως προς την αναστολή πληρωμής κάποιων ενοικίων. Σε αυτό το πλαίσιο, έδωσε πλήρεις και λογικές απαντήσεις για το θέμα της τροποποιητικής συμφωνίας, ήτοι πως για τη διασφάλιση πληρωμής των ενοικίων και άσκησης προς τους ενοικιαστές κάποιας πίεσης συμμόρφωσης, υπεγράφη η εν λόγω συμφωνία για την παροχή του συστήματος κλιματισμού ως ενέχυρου. Η αναφορά του πως το σύστημα κλιματισμού δεν έχει οποιαδήποτε αξία για να πωληθεί έγινε πλήρως δεκτή από τον ΜΥ1 σε σχετική υποβολή. Μάλιστα ο ΜΕ1 ήταν σε θέση να δώσει επαρκή και ολοκληρωμένα στοιχεία αναφορικά με όλες τις πληρωμές που έγιναν από τους Εναγόμενους, καταθέτοντας σχετική αναλυτική κατάσταση, Τεκμήριο 5, ως επίσης και αποδείξεις, Τεκμήριο
- Κατέθεσε επίσης και αντίγραφα δύο επιταγών, Τεκμήριο 8, οι οποίες δεν τιμήθηκαν με αποτέλεσμα την καταχώριση ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης, την παραδοχή σε εκείνη την υπόθεση των Εναγομένων και την πληρωμή τους. Ο ΜΕ1 ήταν επίσης διαφωτιστικός και πειστικός και αναφορικά με την καθυστέρηση στον τερματισμό και τη λήψη δικαστικών μέτρων, λέγοντας ότι στόχος είναι η αποφυγή της δικαστικής διαδικασίας, η οποία είναι χρονοβόρα όπως αποδεικνύεται από το ότι τώρα εκδικάζεται η Αγωγή, και η προσπάθεια επίλυσης του θέματος με την παροχή χρόνου για τη δυνατότητα εκπλήρωσης των υποχρεώσεων εκ μέρους των ενοικιαστών. Το Δικαστήριο θεωρεί επίσης βάσιμη τη θέση του ΜΕ1 για το ότι κινήθηκε άμεσα δικαστικά σε σχέση με τις επιταγές καθότι εκεί έλαβε νομική συμβουλή πως επρόκειτο για ποινικό αδίκημα. Αποτελεί επίσης κοινό έδαφος ότι μετά την καταχώριση της Αγωγής έγιναν συναντήσεις μεταξύ των μερών και των δικηγόρων τους προς εξεύρεση λύσης. Ο ΜΕ1 παρέμεινε επίσης σταθερός καθόλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του στα θέματα του τερματισμού του ενοικιαστηρίου και των συνθηκών αλλαγής των κλειδαριών. Σύμφωνα με τον ΜΕ1, η Ενάγουσα άλλαξε τις κλειδαριές για λόγους εισόδου στο υποστατικό ενόψει υγρασίας και για σκοπούς συντήρησης, στην παρουσία της Αστυνομίας. Οι θέσεις του πως η αλλαγή έγινε κατόπιν ενημέρωσης των Εναγομένων 1 και 2 και πως οι Εναγόμενοι 1 και 2 εξακολουθούν να έχουν τα αντικείμενα και τον εξοπλισμό τους εντός των καταστημάτων, δεν αντικρούστηκαν από τον ΜΥ
- Τόσο ο ΜΕ1 όσο και ο ΜΥ1 αναφέρθηκαν στο ζήτημα της κατοχής των καταστημάτων, το οποίο όμως αποτελεί νομικό θέμα προς εξέταση από το Δικαστήριο και ασφαλώς δεν δεσμεύουν οι όποιες γνώμες και απόψεις έχουν διατυπωθεί. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, διαφαίνεται ότι ο ΜΕ1 έδωσε μια ολοκληρωμένη και συνεπή εικόνα των γεγονότων, με αντικειμενικότητα και λογική, και ως εκ τούτου η μαρτυρία του κρίνεται αξιόπιστη και γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της. Ο ΜΥ1 με τη σειρά του δεν έπεισε το Δικαστήριο για την αλήθεια των όσων έλεγε. Κατ΄ αρχάς η μαρτυρία του παρουσιάζει αντιφατικότητα και κυρίως δεν βρίσκει έρεισμα ούτε σε έγγραφα αλλά ούτε και στα ίδια τα γεγονότα. Ειδικότερα, η θέση του πως συμφωνήθηκε η έκδοση των αδειών εντός ενός έτους από την υπογραφή του δεν συνάδει με τον σχετικό όρο του συμβολαίου που δίδει το δικαίωμα στον ενοικιαστή να τερματίσει αυτό σε περίπτωση μη έκδοσης των αδειών εντός ενός έτους λόγω της αποκλειστικής ευθύνης της Ενάγουσας. Αυτό εν πάση περιπτώσει δεν ευσταθεί καθότι και ο ίδιος ο ΜΥ1 αναγνώρισε ότι μέχρι και το 2007 η Ενάγουσα προέβη σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες, όπως επιβεβαιώνεται από τα σχετικά έγγραφα, υποβολή αιτήσεων, έκδοση αδειών και ακόμα άσκηση Ιεραρχικής Προσφυγής κατά της καθυστέρησης απάντησης της αρμόδιας αρχής για την πολεοδομική αίτηση. Αξίζει να σημειωθεί ότι κατά τη μαρτυρία του ΜΕ1 η Υπεράσπιση προέβαλε διαφορετική θέση, ήτοι πως η Ενάγουσα δεσμεύτηκε για την έκδοση των αδειών εντός τριών μηνών και όχι εντός ενός έτους. Μάλιστα και ο ίδιος ο ΜΥ1 προέβαλε αρχικά αυτή τη θέση, ήτοι πως η Ενάγουσα τον διαβεβαίωσε πως οι άδειες θα εκδίδονταν εντός εύλογου χρόνου, ήτοι τριών μηνών, και όχι εντός ενός έτους όπως ήταν ο όρος του συμβολαίου. Υπενθυμίζεται ότι στην Υπεράσπιση γίνεται αναφορά μόνο στον όρο του συμβολαίου για την έκδοση των αδειών εντός ενός έτους και ουδεμία αναφορά σε δέσμευση για έκδοση των αδειών ενωρίτερα του ενός έτους και δη εντός τριών μηνών. Επιπλέον η θέση του ΜΥ1 πως από το 2006 ο ίδιος ανέλαβε να προχωρήσει τη διαδικασία για την έκδοση των απαιτούμενων αδειών αντικρούεται από τις ίδιες τις ενέργειες της Ενάγουσας ως προς τούτο και ουδόλως επιβεβαιώνεται από τον ΜΥ
- Σύμφωνα με την αναντίλεκτη θέση του ΜΥ2, ο ίδιος είχε προσωπική εμπλοκή στις διαδικασίες για την έκδοση πολεοδομικής άδειας για την επίδικη δισκοθήκη και δήλωσε πως δεν υπήρχε οτιδήποτε στον φάκελο ούτε και επιστολή που να καταδεικνύει ότι ο ΜΥ1 είχε συναντήσεις με τους λειτουργούς του Δήμου για τις άδειες της δισκοθήκης. Αυτό βεβαίως δεν αναιρεί τις όποιες ενέργειες στις οποίες προέβησαν είτε οι Εναγόμενοι είτε η εταιρεία τους για τον σκοπό έκδοσης των αδειών, με την αποστολή επιστολών, υποβολή αιτήσεων ή την πληρωμή τελών, ενέργειες οι οποίες δεν αμφισβητήθηκαν και θα καταγραφούν αναλυτικά κατωτέρω. Εδώ σημειώνεται πως αναντίλεκτη παρέμεινε και επομένως γίνεται δεκτή η θέση του ΜΥ1 πως για σκοπούς της δισκοθήκης στις 7.10.06 ίδρυσαν την εταιρεία CH Demosthenous Entertaining Enterprises Ltd, με διευθυντή τον ίδιο και γραμματέα τον Εναγόμενο 2, Τεκμήριο
- Εντύπωση αλλά και σύγχυση προκαλεί η αναφορά του ΜΥ1 περί επένδυσης μεγάλου ποσού χρημάτων στην επιχείρηση της δισκοθήκης, με την παρουσίαση τιμολογίων και αποδείξεων, Τεκμήρια 32-
- Και τούτο καθότι κάποια αφορούν το έτος 2006 και κάποια τα έτη 2007 και 2008, έτη κατά τα οποία ίσχυε η αναστολή των εργασιών και επομένως δεν κρίνεται λογικό από τη μια να έχουν ανασταλεί οι εργασίες και ο ΜΥ1 να έχει, κατά τον ίδιο, αντιληφθεί ότι η Ενάγουσα δεν έλαβε όλα τα δέοντα μέτρα και από την άλλη να συνεχίζει να επενδύει στην επιχείρηση. Ούτε και ευσταθεί η θέση του ΜΥ1 πως μόνο μέχρι την έκδοση του διατάγματος αναστολής η Ενάγουσα έλαβε τα δέοντα μέτρα. Και τούτο καθότι η Ενάγουσα φαίνεται να λαμβάνει μέτρα μέχρι και το 2010 με την υποβολή αίτησης για μονιμοποίηση της προσωρινής πολεοδομικής άδειας. Ως εκ τούτου διαφαίνεται ότι η Ενάγουσα δεν επαναπαύθηκε μετά την έκδοση του διατάγματος αναστολής αλλά συνέχισε τις προσπάθειες και ενέργειες της για την έκδοση των απαιτούμενων αδειών. Η δε απάντηση του ΜΥ1 πως αυτή η ενέργεια της Ενάγουσας έγινε για να τους «ρίξει στάχτη στα μάτια» ενώ έπρεπε να το είχε κάνει εξαρχής, δεν ανταποκρίνεται στη λογική και εξέλιξη των πραγμάτων. Μάλιστα ο ίδιος δεν δίστασε να δεχθεί ότι η Ενάγουσα του γνωστοποίησε τόσο τις ενέργειες της όσο και τους όρους των όποιων άδειών είχε εξασφαλίσει, επισημαίνοντας ταυτόχρονα ότι αυτό δεν ήταν αρκετό. Έκπληξη προκάλεσε η απάντηση του ΜΥ1 πως μετά την απόρριψη της αίτησης του δεν ενδιαφέρθηκε να μάθει τους λόγους. Απέδωσε αυτή τη στάση του στην εξάντληση του, σωματική και ψυχολογική, κάτι το οποίο όμως δεν ανταποκρίνεται στη λογική των πραγμάτων και δη με τη θέση του ότι είχε επενδύσει τόσα πολλά χρήματα και ήθελε πάση θυσία να ξεκινήσει τη λειτουργία της επιχείρησης του. Ούτε και η θέση του πως η Ενάγουσα αποποιήθηκε της απαίτησης πληρωμής των ενοικίων για το έτος 2007 ενώ μετά τα ζήτησε και οι Εναγόμενοι ενέδωσαν, κρίνεται λογική και πειστική, καθότι ο ΜΥ1 απέδωσε την πληρωμή εκ μέρους τους στην παντελώς ανεξήγητη ανησυχία του πως η Ενάγουσα θα μπορούσε να τερματίσει το συμβόλαιο και κινδύνευαν με έξωση, τη στιγμή μάλιστα που ο ίδιος το 2008 ξεκίνησε να πληρώνει κανονικά τα ενοίκια και αναδρομικά τα ενοίκια του 2007, τηρώντας ακριβώς την προβληθείσα από τον ΜΕ1 διευθέτηση μεταξύ των μερών ως προς αυτό το ζήτημα. Εξ ου και αυτή η θέση του κρίνεται μια εκ των υστέρων σκέψη για να αποφύγει την όποια συμφωνία και δέσμευση του ως προς αυτό το ζήτημα. Κατά την κυρίως εξέταση του ο ΜΥ1 είπε πως σταμάτησε την καταβολή των ενοικίων από τις 13.11.09 στα πλαίσια του δικαιώματος επίσχεσης (lien), καθότι, ως ισχυρίστηκε, είχε πληρώσει ενοίκια τα οποία δεν έπρεπε να είχε πληρώσει εφόσον η επιχείρηση ήταν κλειστή. Παρόλο που το θέμα της επίσχεσης είναι νομικό, εντούτοις έκπληξη προκάλεσε η αναφορά του ΜΥ1 στην αντεξέταση του πως αρχικά ρωτούσε διάφορους επαγγελματίες οι οποίοι του έλεγαν ότι δεν είχε υπόθεση και τελικά, επειδή ήταν τότε φοιτητής στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο Λευκωσίας, πήγε μόνος του στη βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου και διάβασε για τούτο, ενώ μεταγενέστερα έτυχε νομικής συμβουλής από τους δικηγόρους του, το γραφείο του κ. Ερωτοκρίτου. Θεωρώ ότι αυτή η θέση στερείται πειστικότητας και λογικής. Ο ΜΥ1 ανέφερε ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 εγκατέλειψαν τα καταστήματα από το 2010 και μέχρι το 2015 έκαναν τυπικό έλεγχο εντός των καταστημάτων ως κάτοχοι του εξοπλισμού που βρισκόταν εντός αυτών. Αρχικά ανέφερε ότι δεν αφαίρεσε τον εξοπλισμό επειδή ήταν εξειδικευμένος και δεν πωλείτο εύκολα καθώς επίσης και επειδή ήταν υποθηκευμένος στην τράπεζα. Ακολούθως προέβαλε άλλη εκδοχή, ήτοι πως αν τα αφαιρούσε θα είχε πρόβλημα. Αυτή η διαφοροποιημένη θέση του πως δεν αφαίρεσε τον εξοπλισμό από τα καταστήματα γιατί έτσι θα έχανε τα όποια δικαιώματα του και την ανταπαίτηση του και πάλι δεν βρίσκει έρεισμα στη λογική. Πέραν του ότι αυτή η θέση δεν είναι πειστική, ακολούθως έδωσε διαφορετική απάντηση πως δεν τα παρέλαβε γιατί δεν έχει χώρο να τα αποθηκεύσει, δηλώνοντας αμέσως μετά αδυναμία σε εκείνο το στάδιο να απαντήσει κατά πόσο ήθελε να ανακτήσει τα αντικείμενα που βρίσκονταν στα καταστήματα. Αυτές οι απαντήσεις του κατέδειξαν χωρίς δυσκολία την εικόνα ατόμου το οποίο δεν είχε μια σταθερή και συνεπή θέση και αντίληψη της όλης εικόνας των γεγονότων τα οποία τον αφορούσαν άμεσα και μάλιστα του προκάλεσαν και τεράστια οικονομική ζημιά και ψυχολογική πίεση, σύμφωνα πάντα με τον ίδιο, αλλά αντίθετα ένα άτομο το οποίο απαντούσε κατά το δοκούν, αποφεύγοντας να απαντήσει ευθέως και συγκεκριμένα εκεί όπου δεν ήξερε πώς έπρεπε να τοποθετηθεί. Αξίζει να σημειωθεί ότι δέχθηκε επίσης πως ουδέποτε η Ενάγουσα αρνήθηκε σε αυτόν την πρόσβαση στα καταστήματα για να παραλάβει οποιαδήποτε αντικείμενα. Μέσα από το σύνολο της μαρτυρίας του ΜΥ1, το Δικαστήριο αποκόμισε την εντύπωση πως ουσιαστικά αυτός ενοχλήθηκε με την όλη εξέλιξη της διαδικασίας έκδοσης των απαιτούμενων αδειών και τελικώς τη μη λειτουργία της δισκοθήκης που επιθυμούσε και έτσι η μόνη προσπάθεια του ήταν η αποφυγή οποιασδήποτε δικής του ευθύνης και η επίρριψη όλης της ευθύνης στην ιδιοκτήτρια. Γι΄ αυτό η μαρτυρία του παρουσιάζει αντιφάσεις, θέσεις οι οποίες δεν ανταποκρίνονται στη λογική και ούτε συνάδουν με τα έγγραφα που παρουσίασε. Βασικά προσπάθησε να παρουσιάσει εαυτόν ως έναν άνθρωπο παντελώς άσχετο με την επιχείρηση και που βασίστηκε αποκλειστικά και μόνο στις ενέργειες της Ενάγουσας για την εξασφάλιση όλων των αδειών και μάλιστα σε υποσχόμενο σύντομο χρόνο. Είναι δε άξιο απορίας πώς ενώ ο ΜΥ1 παρουσιάζεται χωρίς γνώσεις, ταυτόχρονα να ήταν σε θέση να μελετήσει το ενοικιαστήριο και να διαπραγματευτεί τους όρους αυτού, θεωρώντας, λανθασμένα βέβαια, ότι η Ενάγουσα δεσμευόταν να εκδώσει άδειες το αργότερο εντός ενός έτους. Ακόμα και το ζήτημα των ενοίκων, από τους οποίους ο ίδιος εξασφάλισε συγκαταθέσεις, δεν αφορούσε την Ενάγουσα αλλά τον ίδιο. Ως εκ τούτου ο ΜΥ1 δεν κρίνεται αξιόπιστος μάρτυρας και η μαρτυρία του δεν γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο, πλην των ενεργειών στις οποίες προέβη προς τις αρμόδιες αρχές για τον σκοπό έκδοσης των αδειών και οι οποίες επιβεβαιώνονται από τα σχετικά έγγραφα τα οποία κατέθεσε ως Τεκμήρια 18-20 και 23-31, στα οποία περιλαμβάνονται και η εκδοθείσα άδεια οικοδομής ημ. 11.2.09 και η άδεια λειτουργίας από τον ΚΟΤ, Τεκμήρια 28 και
- Σημειώνεται ότι το Δικαστήριο δέχεται τις εν λόγω ενέργειες ως θέμα γεγονότων και χωρίς να δέχεται τη θέση του ΜΥ1 ότι αυτές έγιναν λόγω της παράλειψης της Ενάγουσας να προβεί σε αυτές και της ανάγκης διεκπεραίωσης αυτών από τους Εναγόμενους 1 και
- Ειδικότερα το Δικαστήριο δέχεται ως γεγονότα τα ακόλουθα:
(1)Tην αποστολή από τους Εναγόμενους 1 και 2 της επιστολής ημ. 2.5.07 προς τον Πρόεδρο της Τεχνικής Επιτροπής Λευκωσίας στην οποία αναφέρονται σε διάφορα προβλήματα που προέκυψαν, όπως ενστάσεις από τους ενοίκους των διπλανών πολυκατοικιών, τους χώρους στάθμευσης, τα σκουπίδια και την ηχορύπανση και αναφέρουν πώς προτίθενται να τα επιλύσουν, Τεκμήριο 18.
(2)Δέσμη από δηλώσεις των ενοίκων του κτιρίου Tofarco πως δεν φέρουν ένσταση στη λειτουργία της δισκοθήκης, Τεκμήριο 19.
(3)Την αποστολή από τους Εναγόμενους 1 και 2 της επιστολής ημ. 3.5.07 προς τον Δημοτικό Μηχανικό Λευκωσίας στην οποία ασχολούνται και πάλι με το θέμα του χώρου στάθμευσης, Τεκμήριο 20.
(4)Την έκδοση προσωρινής πολεοδομικής άδειας ημ. 29.11.07, Τεκμήριο 23.
(5)Το ότι η εταιρεία των Εναγομένων CH Demosthenous Entertaining Enterprises Ltd παρέλαβε επιστολή ημ. 5.3.08 του Τμήματος Ιατρικών Υπηρεσιών και Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας Υγειονομική Υπηρεσία Λευκωσίας για την καταχώριση της δισκοθήκης στο σχετικό μητρώο και ότι θα ακολουθούσε έλεγχος, Τεκμήριο 25.
(6)Την υποβολή αίτησης ημ. 8.5.08 από την εταιρεία των Εναγομένων για επιθεώρηση και έλεγχο της ηλεκτρικής εγκατάστασης στη δισκοθήκη, Τεκμήριο 26.
(7)Την υποβολή αίτησης ημ. 3.9.08 από τον κ. ΧΔ για άδεια χρήσης μεγάφωνων, Τεκμήριο 27.
(8)Τη χορήγηση άδειας μετάδοσης μουσικής για το 2008 και πώλησης οινοπνευματωδών ποτών ημ. 15.10.08 με ισχύ μέχρι τις 12.3.09, Τεκμήριο 31.
(9)Την απόδειξη πληρωμής ημ. 15.10.08 στον Δήμο Λευκωσίας για άδεια οικοδομής του 2008, Τεκμήριο 30.
(10)Τη χορήγηση άδειας οικοδομής για την περίοδο 1.1.09-31.12.09, Τεκμήριο 28.
(11)Την απόδειξη πληρωμής ημ. 22.7.09 στον Δήμο Λευκωσίας για άδεια οικοδομής του 2009, Τεκμήριο 24.
(12)Τη χορήγηση στις 12.2.09 άδειας λειτουργίας κέντρου από τον ΚΟΤ, Τεκμήριο 29. Αποτελεί επίσης εύρημα του Δικαστηρίου η αναντίλεκτη θέση του ΜΥ1 ότι η δισκοθήκη λειτούργησε για κάποιο χρονικό διάστημα μεταξύ των ετών 2008-2010. Εδώ αξίζει επίσης να αναφερθεί ότι, λόγω της αρνητικής εντύπωσης που προκάλεσε ο ΜΥ1, το Δικαστήριο αδυνατεί να προβεί σε εύρημα ότι οι Εναγόμενοι κατέβαλαν τα ποσά τα οποία περιέχονται στα τιμολόγια και τις αποδείξεις, Τεκμήρια 32-54, για την επιχείρηση της δισκοθήκης, καθότι σε αυτά γίνεται μια γενική περιγραφή των εργασιών ή προϊόντων, χωρίς οποιαδήποτε διασύνδεση με τη δισκοθήκη. Ο ΜΥ2 άφησε θετική εικόνα προς το Δικαστήριο. Αυτός κατέθεσε σύμφωνα με το περιεχόμενο του φακέλου του Δήμου και ήταν σε θέση, λόγω της ιδιότητας και των καθηκόντων του, να επεξηγήσει τη διαδικασία υποβολής αιτήσεων και έκδοσης αδειών. Ήταν αντικειμενικός και πολύ διαφωτιστικός και η μαρτυρία του ουσιαστικά δεν αποτέλεσε αντικείμενο αμφισβήτησης και έτσι κρίνεται αξιόπιστη στο σύνολο της. Ως εκ τούτου, στα πλαίσια της Απαίτησης, το Δικαστήριο προβαίνει επιπλέον στα ακόλουθα ευρήματα. Κατά τις διαπραγματεύσεις, η Ενάγουσα εξήγησε τη διαδικασία στους Εναγόμενους, ότι η ίδια ως ιδιοκτήτρια θα προέβαινε στην υποβολή των αιτήσεων για την έκδοση των αδειών και ότι οι ίδιοι έπρεπε να βρουν αρχιτεκτονικό γραφείο για τα σχέδια, το οποίο είχε διακριτό και ξεχωριστό ρόλο στην όλη διαδικασία. Η Ενάγουσα σύστησε το ΚΝΤ το οποίο οι Εναγόμενοι επέλεξαν να προσλάβουν κατόπιν ξεχωριστής προσφοράς και συμφωνίας. Το Δικαστήριο βρίσκει ότι η Ενάγουσα ουδέποτε δεσμεύτηκε όπως προβεί η ίδια σε όλες τις ενέργειες και αναλάβει όλη τη διαδικασία για την έκδοση των αδειών ή ως προς τον χρόνο έκδοσης αυτών. Όταν οι Εναγόμενοι μελέτησαν το ενοικιαστήριο συμβόλαιο και λόγω της ανησυχίας που εξέφρασαν, περιλήφθηκε ο όρος για το δικαίωμα τερματισμού στον ένα χρόνο αν δεν εκδίδοντο οι άδειες εξ υπαιτιότητας της Ενάγουσας. Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι η Ενάγουσα ουδέποτε παρέστησε στους Εναγόμενους ότι το αρχιτεκτονικό γραφείο ήταν δικό της ή ότι αυτή θα συνεργαζόταν μαζί του για τη διαδικασία αίτησης για τις άδειες και κυρίως αδυνατεί να προβεί σε εύρημα ότι η Ενάγουσα συνεννοήθηκε οποτεδήποτε με το αρχιτεκτονικό γραφείο για την καθυστέρηση στην ετοιμασία και υποβολή των τροποποιητικών αρχιτεκτονικών σχεδίων. Αποτελεί επίσης εύρημα του Δικαστηρίου ότι λόγω των δυσκολιών που αντιμετώπιζαν οι Εναγόμενοι κατά την περίοδο μεταξύ 2006-2008, η Ενάγουσα δέχθηκε αφενός όπως το ποσό του ενοικίου παραμείνει το ίδιο ασχέτως της προβλεπόμενης αύξησης του μετά τη λήξη του πρώτου έτους ενοικίασης και αφετέρου την εισήγηση εκ μέρους των Εναγομένων για αναστολή πληρωμής των ενοικίων και σταδιακή κάλυψη των καθυστερημένων ενοικίων με την καταβολή ενάμιση ενοικίου. Στα πλαίσια αυτής της συμφωνίας, υπεγράφη και η συμφωνία για τη δέσμευση του συστήματος κλιματισμού ως ενέχυρου. Τέλος, το Δικαστήριο δέχεται και υιοθετεί πλήρως ως εύρημα του πως οι Εναγόμενοι προέβησαν στις πληρωμές ενοικίων όπως φαίνεται στην αναλυτική κατάσταση, Τεκμήριο 5, ως επίσης και στις αποδείξεις, Τεκμήριο 7. Ο ΜΕΑ1 με τη σειρά του δημιούργησε θετική εντύπωση προς το Δικαστήριο. Η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από αμεσότητα, σταθερότητα και συνέπεια. Ο ΜΕΑ1 κατέθεσε για όσα ο ίδιος γνώριζε και δεν δίστασε να δηλώσει αδυναμία να απαντήσει για γεγονότα για τα οποία δεν είχε γνώση. Ήταν σαφής πως η προσωπική του ανάμειξη αφορούσε στις διαπραγματεύσεις μεταξύ των μερών, στις οποίες και επικεντρώθηκε η μαρτυρία του, και όχι κατά την υπογραφή του συμβολαίου και περιέγραψε με σαφήνεια και πληρότητα τον ξεχωριστό ρόλο της Ενάγουσας και του αρχιτεκτονικού γραφείου. Ο ΜΕΑ1 αναγνώρισε εξαρχής ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 ενδιαφέρονταν να ενοικιάσουν τα καταστήματα ως δισκοθήκη και ήταν σαφής και κατηγορηματικός ότι κατά τις διαπραγματεύσεις, η Ενάγουσα ενημέρωσε τους Εναγόμενους, όπως πράττει με όλους τους δυνητικούς πελάτες ενοικιαστές της, πως η Ενάγουσα ως η ιδιοκτήτρια των καταστημάτων θα έπρεπε να αιτηθεί για την έκδοση πολεοδομικής άδειας και άδειας οικοδομής από την αρμόδια αρχή, τον Δήμο Λευκωσίας, και άδειας λειτουργίας κέντρου αναψυχής από τον ΚΟΤ. Ο ΜΕΑ1 ήταν σε θέση να εξηγήσει πειστικά πως ο απαιτούμενος χρόνος έκδοσης των αδειών κυμαίνεται και επηρεάζεται από διάφορους παράγοντες, όπως π.χ. τον φόρτο εργασίας των αρμόδιων αρχών, τον αριθμό και το περιεχόμενο τυχόν ενστάσεων τρίτων προσώπων και την τοποθεσία του ακινήτου, καθιστώντας έτσι αδύνατο η Ενάγουσα να επιβεβαίωσε με ακρίβεια στους Εναγόμενους τον χρόνο που απαιτείτο για την έκδοση των αδειών. Ο ΜΕΑ1 παρέμεινε σταθερός καθόλη τη μαρτυρία του και αναφορικά με το θέμα του αρχιτεκτονικού γραφείου. Σύμφωνα με τον ΜΕΑ1, η Ενάγουσα ανέφερε στους Εναγόμενους 1 και 2 πως οι σχετικές αιτήσεις στον Δήμο Λευκωσίας και στον ΚΟΤ έπρεπε να συνοδεύονται από αρχιτεκτονικά σχέδια τα οποία οι Εναγόμενοι όφειλαν να εξασφαλίσουν με δική τους ευθύνη και με τα οποία θα διαμόρφωναν τα καταστήματα όπως οι ίδιοι επιθυμούσαν και χωρίς την εμπλοκή της Ενάγουσας. Σε αυτό το πλαίσιο η Ενάγουσα εισηγήθηκε το γραφείο ΚΝΤ, το οποίο οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν είχαν υποχρέωση να επιλέξουν, όμως οι ίδιοι επέλεξαν να συνεργαστούν με αυτό και μάλιστα έλαβαν ξεχωριστή προσφορά, όπως άλλωστε αναγνώρισε και ο ΜΥ1. Ο ΜΕΑ1 δέχθηκε πως το γραφείο ΚΝΤ ήταν εταιρεία η οποία ανήκε εν μέρει σε ένα εκ των διευθυντών της Ενάγουσας, πλην όμως επέμενε πειστικά και σταθερά πως πρόκειται για ξεχωριστή εταιρεία με διαφορετικές λειτουργίες και προσωπικό και ξεχωριστά γειτονικά γραφεία. Μάλιστα ο ΜΕΑ1 ενίσχυσε περαιτέρω το βάσιμο αυτής της θέσης του κατά την αντεξέταση του, όπου επεξήγησε αναλυτικότερα τον ρόλο του αρχιτεκτονικού γραφείου ως προς την ετοιμασία των σχεδίων που θα υποβάλλονταν στις αιτήσεις για τις άδειες. Ειδικότερα, κρίνεται καθόλα βάσιμη και ολοκληρωμένη η θέση του πως για την ετοιμασία των σχεδίων το αρχιτεκτονικό γραφείο θα έπρεπε να συνεργαστεί και συνεννοηθεί άμεσα με τους ενοικιαστές ως προς το πώς ήθελαν τον χώρο, αναφορικά με την ηλεκτρολογική εγκατάσταση, διαμόρφωση του χώρου κ.λπ., ζητήματα για τα οποία η Ενάγουσα δεν είχε λόγο. Η ειλικρίνεια του ΜΕΑ1 φαίνεται επίσης και από την τοποθέτηση του πως δεν γνωρίζει κατά πόσο οι Εναγόμενοι τους ενημέρωσαν ότι δεν έχουν τις απαιτούμενες γνώσεις για τη διαδικασία έκδοσης των απαιτούμενων αδειών, αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα ότι ο οποιοσδήποτε χρειάζεται συμβούλους, στην προκειμένη περίπτωση αρχιτέκτονες για τα σχέδια, και τον ιδιοκτήτη να υπογράψει τις αιτήσεις και να συγκατατεθεί στις αλλαγές, για να μπορέσει να ανταπεξέλθει μέσα από τις διαδικασίες. Ενδεικτική της ειλικρίνειας του είναι και η παραδοχή του πως αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων μεταξύ των μερών ήταν η συμπερίληψη του όρου για το δικαίωμα τερματισμού του συμβολαίου αν σε ένα έτος από την υπογραφή δεν εκδίδονταν οι άδειες εξ υπαιτιότητας της Ενάγουσας, όπως άλλωστε ανέφερε και ο ΜΥ1. Αυτός ο όρος αφενός καταδεικνύει περίτρανα πως οι δύο πλευρές διαπραγματεύτηκαν τους όρους του συμβολαίου και αφετέρου καταρρίπτει και αναιρεί την όποια εισήγηση για δέσμευση της Ενάγουσας για αποκλειστική ανάληψη της όλης διαδικασίας έκδοσης των αδειών και διαβεβαίωση από μέρους της για την έκδοση αυτών εντός συγκεκριμένου χρόνου, κάτι το οποίο επαφίεται στην αρμόδια αρχή. Μάλιστα, σε αυτό το πλαίσιο κρίνεται εξίσου βάσιμη και η θέση του ΜΕΑ1 πως η Ενάγουσα δεν αναφέρθηκε στην πιθανότητα έκδοσης προσωρινής άδειας καθότι συνήθως οι αρχές εξέδιδαν τελική. Ο ΜΕΑ1 κατέθεσε με κάθε λεπτομέρεια και ακρίβεια όλες τις ενέργειες στις οποίες προέβη η Ενάγουσα αναφορικά με την έκδοση των αδειών. Αυτές οι ενέργειες δεν αποτέλεσαν αντικείμενο αμφισβήτησης από την Υπεράσπιση, εφόσον άλλωστε επιβεβαιώνονται από σχετικά έγγραφα. Έτσι αυτή η διαδικασία γίνεται πλήρως δεκτή από το Δικαστήριο. Γίνεται επίσης δεκτή η αναφορά του ΜΕΑ1 πως η Ενάγουσα τηρούσε ενήμερους τους Εναγόμενους για κάθε εξέλιξη των διαδικασιών, καθότι και αυτή επιβεβαιώνεται από σχετικά έγγραφα τα οποία κατέθεσε. Εδώ κρίνεται σκόπιμο να αναφερθεί ότι ο ΜΕΑ1 διευκρίνισε ότι φαινόταν η υπογραφή εκ μέρους και η σφραγίδα της Ενάγουσας για την παραλαβή επιστολών ενώ δεν υπήρχαν αυτές σε επιστολές οι οποίες αποστάληκαν από την Ενάγουσα στους Εναγόμενους με κανονικό ταχυδρομείο. Αρνήθηκε την υποβολή πως η σφραγίδα παραλαβής τοποθετήθηκε μεταγενέστερα για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, υποβολή η οποία εν πάση περιπτώσει δεν γίνεται δεκτή καθότι παρέμεινε στη σφαίρα της απλής υποβολής χωρίς οποιαδήποτε τεκμηρίωση ή έστω ένδειξη περί του βάσιμου αυτής. Εδώ σημειώνεται επίσης ότι η αμφισβήτηση ενημέρωσης των Εναγομένων για την πορεία της διαδικασίας έκδοσης των αδειών, μέσω της γνωστοποίησης από την Ενάγουσα των σχετικών επιστολών, ουδόλως αποτέλεσε αντικείμενο της μαρτυρίας του ΜΥ1, ο οποίος μάλιστα δέχθηκε τη λήψη διαφόρων επιστολών, επιβεβαιώνοντας έτσι την πεποίθηση του Δικαστηρίου ότι αυτή η στάση της Υπεράσπισης κατά τη μαρτυρία του ΜΕΑ1 παρέμεινε στη σφαίρα της εικασίας και ατεκμηρίωτη. Ως εκ τούτου και στα πλαίσια της Ανταπαίτησης, πέραν των πιο πάνω ενεργειών, το Δικαστήριο δέχεται πως η Ενάγουσα προέβη στα ακόλουθα διαβήματα: A. Διαδικασίες σε σχέση με τον ΚΟΤ (
- i)Στις 27.9.06 η Ενάγουσα υπέβαλε αίτηση στον ΚΟΤ για μετατροπή των καταστημάτων σε κέντρο αναψυχής, κατηγορία δισκοθήκης, συνοδευόμενη από τα απαραίτητα αρχιτεκτονικά σχέδια τα οποία ετοίμασε το γραφείο ΚΝΤ. (
- ii)Με επιστολή ημ. 28.9.06, Τεκμήριο 69, ο ΚΟΤ επιβεβαίωσε λήψη της αίτησης ημ. 27.9.06, στην οποία η Ενάγουσα τοποθέτησε σφραγίδα παραλαβής με την ένδειξη «copy to client» και επομένως αυτή κοινοποιήθηκε στους Εναγόμενους. (iii) Με επιστολή ημ. 4.10.06 προς την Ενάγουσα, ο ΚΟΤ επιβεβαίωσε πως τα αρχιτεκτονικά σχέδια ικανοποιούν τις πρόνοιες των σχετικών κανονισμών και θα μπορούσαν να εγκριθούν νοουμένου ότι θα εκδίδετο η πολεοδομική άδεια. (
- iv)Με επιστολή ημ. 9.10.06, Τεκμήριο 70, το γραφείο ΚΝΤ ενημέρωσε τους Εναγόμενους για τη θετική ανταπόκριση του ΚΟΤ και την κοινοποίησε στην Ενάγουσα. (
- v)Με επιστολή ημ. 7.1.08 προς την Ενάγουσα, Τεκμήριο 71, ο ΚΟΤ επιβεβαίωσε ότι τα τροποποιημένα αρχιτεκτονικά σχέδια, τα οποία υποβλήθηκαν μετά την έκδοση της προσωρινής πολεοδομικής άδειας στις 29.11.07, εγκρίθηκαν νοουμένου ότι θα υπήρχε συμμόρφωση με τις οδηγίες των αρμόδιων αρχών. Β. Διαδικασίες σε σχέση με την πολεοδομική άδεια (
- vi)Με επιστολή ημ. 1.2.07, Τεκμήριο 72, η Ενάγουσα υπέβαλε Ιεραρχική Προσφυγή λόγω της παράλειψης της Αρχής να αποφασίσει εγκαίρως για την πολεοδομική αίτηση 327/06 ημ. 2.10.06. Σημειώνεται ότι το εν λόγω Τεκμήριο είναι αντίγραφο της επιστολής και έχει το ίδιο περιεχόμενο όπως το Τεκμήριο 60, επιστολή ημ. 26.1.07. (vii) Με επιστολή ημ. 20.7.07, Τεκμήριο 73, προς την Ενάγουσα, το Υπουργείο Εσωτερικών απέρριψε την Ιεραρχική Προσφυγή καθότι η Υπουργική Επιτροπή θεώρησε την καθυστέρηση δικαιολογημένη λόγω των ειδικών χαρακτηριστικών της αίτησης και του είδους της προτεινόμενης χρήσης. Γ. Διαδικασίες σε σχέση με την άδεια οικοδομής (viii) Στις 19.6.08 η Ενάγουσα υπέβαλε στον Δήμο Λευκωσίας αίτηση για έκδοση προσωρινής άδειας οικοδομής. (
- ix)Στις 22.7.09 ο Δήμος Λευκωσίας αποφάσισε να εκδώσει προσωρινή άδεια οικοδομής, αντίγραφο της οποίας η Ενάγουσα παρέδωσε στους Εναγόμενους προς συμμόρφωση. (
- x)Με επιστολή ημ. 8.3.12, Τεκμήριο 74, ο Δήμος ανέφερε ότι οι προσωρινές άδειες πολεοδομίας και οικοδομής έληξαν στις 28.11.10 και η αίτηση για πολεοδομική άδεια απορρίφθηκε, απαιτώντας την επαναφορά της εγκεκριμένης χρήσης. Ο ΜΕΑ1 ήταν σαφής πως η Ενάγουσα προέβη σε όλες τις ενέργειες που της αναλογούσαν ως ιδιοκτήτριας για την έκδοση των απαιτούμενων αδειών και πως ουδέποτε έδωσε άδεια στους Εναγόμενους να αρχίσουν εργασίες μετατροπής των καταστημάτων σε δισκοθήκη πριν την έκδοση των αδειών. Η εξήγηση του μάρτυρος, ήτοι πως η Ενάγουσα δεν επιθυμούσε να εκτεθεί και διατρέχει τον κίνδυνο ποινικής δίωξης ειδικότερα εφόσον λόγω των εργασιών της χρειαζόταν συχνά τη συνδρομή του Δήμου για διάφορα θέματα, κρίνεται καθόλα πειστική και βάσιμη. Εύλογη κρίνεται και η αδυναμία του να τοποθετηθεί στην υποβολή πως τέτοιες υποθέσεις συνήθως αποσύρονται εναντίον των διευθυντών της ιδιοκτήτριας εταιρείας και επιβάλλονται ποινές μόνο στους ενοικιαστές. Άλλωστε, μέσα από τη μαρτυρία του ΜΑΕ1 διεφάνη ότι η Ενάγουσα ήταν μια εταιρεία υπεύθυνη και με εμπειρία στον κατασκευαστικό τομέα και στη διαδικασία έκδοσης αδειών, παρόλο που πρώτη φορά ασχολήθηκε με δισκοθήκη. Όπως ανέφερε ο ΜΕΑ1, η διαδικασία είναι η ίδια με τη μόνη διαφορά ότι στην προκειμένη περίπτωση ο Δήμος Λευκωσίας ζήτησε μελέτη ηχορύπανσης. Βάσιμη κρίνεται και η θέση του ΜΕΑ1 πως στα τέλη Νοεμβρίου του 2010 η Ενάγουσα αιτήθηκε πολεοδομικής άδειας καθότι δεν προνοείτο αίτηση για παράταση της προσωρινής, ούτως ώστε να μην κλείσει η επιχείρηση και πως τελικώς η αίτηση απορρίφθηκε. Ο ΜΕΑ1 φάνηκε ειλικρινής και στην αναφορά του ότι γνωρίζει, τονίζοντας ότι ο ίδιος δεν ήταν παρών, πως η μητέρα των Εναγομένων επισκέφθηκε τον τότε οικονομικό διευθυντή της Ενάγουσας, τον κ. ΠΝ και τον κ. Τ, και ζήτησε μια διευκόλυνση αναφορικά με την αναστολή πληρωμής του ενοικίου και την καταβολή των καθυστερημένων ενοικίων με την έναρξη λειτουργίας της δισκοθήκης. Δήλωσε κατηγορηματικά ότι δεν υπήρξε εντολή στο λογιστήριο της Ενάγουσας για μη καταβολή ενοικίων για οποιαδήποτε χρονική περίοδο. Αυτές οι θέσεις του μάρτυρος συνάδουν και με τη στάση των ιδίων των Εναγομένων ως προς την πληρωμή των ενοικίων, όπως σχολιάζεται ανωτέρω. Τέλος, ο ΜΕΑ1 αναφέρθηκε με σαφήνεια και στα γεγονότα που ακολούθησαν τον τερματισμό. Συγκεκριμένα, ανέφερε πως με την αποστολή των επιστολών του 2010 οι Εναγόμενοι ξεκίνησαν να προφασίζονται ευθύνες στην Ενάγουσα για τη μη έκδοση των αδειών. Αρνούνταν να παραδώσουν κατοχή προφασιζόμενοι ότι δεν οφείλουν ενοίκια. Και ο ΜΕΑ1 επανέλαβε τη θέση πως καθυστέρησαν στην καταχώριση της Αγωγής καθότι επιθυμούσαν συμβιβαστική λύση και όχι μακροχρόνιες δικαστικές διαδικασίες. Όταν έλαβαν παράπονα από τη Διαχειριστική Επιτροπή για ζημιές λόγω υγρασίας στα καταστήματα, με επιστολή ημ. 4.11.15, Τεκμήριο 75, η Ενάγουσα ενημέρωσε τους Εναγόμενους ότι με τη συνοδεία της Αστυνομίας θα εισερχόταν στα καταστήματα και τους κάλεσε να παραλάβουν τα υπάρχοντα τους. Με επιστολή ημ. 17.11.15, Τεκμήριο 76, οι Εναγόμενοι αρνήθηκαν ότι εγκατέλειψαν τα καταστήματα και ανέφεραν ότι η όποια είσοδος της Ενάγουσας σε αυτά θα ήταν παράνομη. Έτσι στις 16.11.15 ο ΜΕΑ1 εκ μέρους της Ενάγουσας, με τη συνοδεία της Αστυνομίας και χωρίς την παρουσία των Εναγομένων, άλλαξε κλειδαριές και εισήλθε εντός αυτών. Επέμενε πως η αλλαγή των κλειδαριών έγινε την προηγούμενη της παραλαβής της επιστολής των δικηγόρων των Εναγομένων. Τρεις με τέσσερις φορές οι Εναγόμενοι τον κάλεσαν και διευθέτησαν όπως αυτοί παραλάβουν αντικείμενα από τα καταστήματα. ΟΙ Εναγόμενοι παρέλαβαν μόνο κάποια αντικείμενα, όπως μηχανές πάγου, ψυγεία και έπιπλα. Η κατάσταση εντός των καταστημάτων είναι άθλια, υπάρχει φθορά στην οροφή η οποία προκάλεσε την πτώση του ταβανιού στον υπόγειο χώρο στάθμευσης και όσα υπάρχουν εντός αυτών είναι παντελώς άχρηστα. Η Ενάγουσα αποφάσισε να αφήσει την κατάσταση στάσιμη μέχρι την αποπεράτωση της Αγωγής. Ως εκ τούτου στα πλαίσια της Ανταπαίτησης, το Δικαστήριο επαναλαμβάνει τα ανωτέρω ευρήματα του αναφορικά με το τι έλαβε χώρα κατά τις διαπραγματεύσεις μεταξύ των μερών πριν την υπογραφή του συμβολαίου, τόσο αναφορικά με την ιδιότητα και τον ρόλο της Ενάγουσας όσο και του αρχιτεκτονικού γραφείου, καθώς επίσης και τι συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών ως προς το ποσό και τον χρόνο πληρωμής του ενοικίου. Επίσης αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι η Ενάγουσα ουδέποτε παρότρυνε τους Εναγόμενους να αρχίσουν εργασία εντός των καταστημάτων πριν την έκδοση των αδειών. Γίνεται επίσης δεκτό πως στις 16.11.15 ο ΜΕΑ1 άλλαξε τις κλειδαριές των καταστημάτων, κατόπιν ειδοποίησης και στην παρουσία της Αστυνομίας, για σκοπούς συντήρησης των καταστημάτων λόγω υγρασίας και πως τρεις με τέσσερις φορές οι Εναγόμενοι τον κάλεσαν και διευθέτησαν όπως αυτοί παραλάβουν αντικείμενα από τα καταστήματα, χωρίς εν τέλει να το έχουν πράξει καθότι παρέλαβαν μόνο κάποια αντικείμενα, όπως μηχανές πάγου, ψυγεία και έπιπλα. Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι η παρούσα κατάσταση των καταστημάτων είναι άθλια, υπάρχει φθορά στην οροφή η οποία προκάλεσε την πτώση του ταβανιού στον υπόγειο χώρο στάθμευσης και το σύστημα κλιματισμού - εξαερισμού το οποίο εξακολουθεί να βρίσκεται εγκατεστημένο εντός των καταστημάτων δεν έχει πλέον οποιαδήποτε αξία. Στα πλαίσια εξέτασης της νομικής πτυχής της απαίτησης της Ενάγουσας, κρίνεται σκόπιμο να λεχθεί εξαρχής ότι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να εκδικάσει την παρούσα Αγωγή δεν αποτέλεσε αντικείμενο αμφισβήτησης από τους Εναγόμενους. Και τούτο καθότι, όπως ορθώς επισημαίνει ο δικηγόρος της Ενάγουσας, η ανέγερση του έργου «XXXXX» στο οποίο βρίσκονται τα επίδικα καταστήματα ολοκληρώθηκε το 2000 και ο περί Ενοικιοστασίου Ν.23/83 ο οποίος αφορά σε ακίνητα τα οποία ολοκληρώθηκαν μέχρι τις 31.12.99 δεν τυγχάνει εφαρμογής. Στις 18.9.06 η Ενάγουσα, από τη μια και οι Εναγόμενοι 1 και 2, από την άλλη συνήψαν την επίδικη συμφωνία δυνάμει της οποίας η Ενάγουσα ενοικίασε στους Εναγόμενους 1 και 2 τα δύο επίδικα καταστήματα για χρήση ως δισκοθήκη για περίοδο δύο ετών και έναντι συμφωνημένου ενοικίου. Η επίδικη σύμβαση, Τεκμήριο 2, είναι καθόλα έγκυρη καθότι πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 77 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, ήτοι είναι γραπτή και υπογράφεται στο τέλος αυτής από τα συμβαλλόμενα πρόσωπα και στην παρουσία τριών μαρτύρων. Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, προκύπτει πως οι δύο πλευρές συνήψαν την επίδικη συμφωνία κατόπιν διαβουλεύσεων και αφότου είχε δοθεί η ευκαιρία στους Εναγόμενους 1 και 2, ενοικιαστές, να διαβάσουν το προτεινόμενο κείμενο της συμφωνίας και μάλιστα να διαπραγματευτούν τους όρους αυτού, εξ ου και συμπεριλήφθηκε συγκεκριμένος όρος κατόπιν δικής τους απαίτησης και έκφρασης επιφύλαξης. Υπό το φως αυτών των δεδομένων, προκύπτει επίσης πως οι δύο πλευρές συνήψαν και υπέγραψαν την επίδικη συμφωνία με την ελεύθερη τους βούληση, κατόπιν διαπραγμάτευσης και αφότου κατανόησαν και αποδέχθηκαν τους όρους αυτής. Οδηγός για την ερμηνεία της επίδικης συμφωνίας είναι το ίδιο το κείμενο της ιδωμένο στο πλαίσιο της συμφωνίας, όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην υπόθεση Stefanos & Andreas Cold Stores Trading Ltd v. Εταιρείας Αναψυκτικών ΚΕΑΝ Λτδ (Αρ.2)
(1998)1(Δ) A.A.Δ.. 2335. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι διαφωτιστικό: «Οδηγό για την ερμηνεία συμβατικών όρων αποτελεί το κείμενό τους, ορώμενο, όχι απομονωμένο, αλλά στο πλαίσιο της συμφωνίας στην οποία απαντάται. Όπως υποδείξαμε στην πρόσφατη απόφασή μας, στη Θεολόγου κ.ά. ν. Κτηματικής Εταιρείας Νέμεσις Λτδ,
(1998)1 Α.Α.Δ. 407, το κείμενο συμβατικής πρόνοιας, όπως εντάσσεται στο πλαίσιο της συμφωνίας, αποτελεί το θεμελιακό κανόνα ερμηνείας των συμβάσεων. Το κριτήριο, όπως επισημάναμε:- " ... . είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας στο μέσο λογικό άνθρωπο. Για το σκοπό αυτό μπορεί να εμπλουτισθεί η γνώση με την αποκάλυψη του υπόβαθρου της συμφωνίας, εξαιρουμένων πάντοτε των διαπραγματεύσεων, καθώς και μονομερών δηλώσεων και υποκειμενικών προθέσεων των συμβαλλομένων. Μαρτυρία που αναφέρεται στους υποκειμενικούς παράγοντες μπορεί να γίνει δεκτή μόνο σε αγωγή για διόρθωση του εγγράφου (rectification). (Βλ. ICS v. West Bromwich BS [1998] 1 All E.R. 98 (HL)). Το αντικείμενο βέβαια της ερμηνείας παραμένει πάντοτε η έννοια των όρων της συμφωνίας κατά το μέσο λογικό άνθρωπο. Η έννοια, η οποία μεταδίδεται σ' αυτόν, για τα συμφωνηθέντα." (Βλ., επίσης, Saab and Another v. Holy Monastery Ay. Neophytos
(1982)1 C.L.R. 499.)» Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει επίσης η υπόθεση Χαραλάμπους κ.ά. v. Liberty Life Insurance Public Company Ltd
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1739, στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Οδηγός για την ερμηνεία των προνοιών ενός εγγράφου είναι η γραμματική έννοια της λέξης ή φράσης που χρησιμοποιήθηκε στο πλαίσιο που απαιτείται, κρινόμενη όμως πάντα υπό το πρίσμα των σκοπών της συμφωνίας όπως αυτοί αποκαλύπτονται από τη συμφωνία στο σύνολό της. Για να εξευρεθεί το νόημα των διαφόρων όρων που περιλαμβάνει μια σύμβαση το έγγραφο πρέπει να ερμηνεύεται συνολικά και με συμμετρικότητα, έτσι ώστε να αποφεύγεται ο κίνδυνος να δημιουργηθεί δυσαρμονία στην εξήγηση των όρων, η οποία δεν θα αντικατοπτρίζει αντικειμενικά την πρόθεση των μερών (βλ. Saab κ.ά. v. The Holy Monastery of Ayios Neophytos
(1982)1 C.L.R. 499, Θεοχάρους v. Παστελλή
(1993)1 Α.Α.Δ. 240, Θεοδούλου v. Ασπίς Πρόνοια Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία Ζωής
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1551, Αλεξάντρου v. Κωμοδρόμου κ.ά.
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 576, Θεολόγου κ.ά. v. Κτηματικής Εταιρείας Νέμεσις Λτδ
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 407 και το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η Έκδοση, Τόμος 11, παρ. 638-672 και τις υποθέσεις που αναφέρονται στις αντίστοιχες υποσημειώσεις).» Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Σχίζα v. Αδάμου κ.ά., Πολ. Έφ. 7/11, ημ. 3.11.16, η οποία αφορούσε σύμβαση ενοικίασης ακινήτου, το Εφετείο διατύπωσε εκ νέου τις νομικές αρχές που διέπουν την ερμηνεία μιας σύμβασης στο ακόλουθο απόσπασμα: «Επί της ορθής, κατά τ΄ άλλα, αντίληψης ότι βασικό κριτήριο για την ερμηνεία μιας σύμβασης αποτελεί η συνήθης σημασία των λέξεων, ανέτρεξε απευθείας σε λεξικό της ελληνικής γλώσσας σε σχέση με την καθομιλουμένη έννοια της λέξης «μήνας». Δεν ήταν όμως αυτό το αμφισβητούμενο και το ζητούμενο. Η διακρίβωση της σημασίας των όρων που χρησιμοποιήθηκαν και εν τέλει της πρόθεσης των μερών που απορρέει από το έγγραφο, είναι έργο που πρέπει να διενεργείται μέσα από τη συνολική ερμηνεία του εγγράφου κατά τρόπο συγκεκριμένο και όχι μεμονωμένα ή αποσπασματικά (Σολωμός Οικονόμου και άλλη ν. Γεώργιου Α. Ττοφινή και άλλης
(1993)1 ΑΑΔ 436, Ανόρθωση ν. Απόλλων
(2002)1 ΑΑΔ 518). Είναι, επίσης, ευκαιρία να επαναλάβουμε ότι, κατά την αγγλική προσέγγιση που υιοθετήθηκε στην Κύπρο, η μεταγενέστερη συμπεριφορά των διαδίκων, εκτός εάν δημιουργεί κώλυμα (estoppel) ή επιμαρτυρεί την κατάρτιση μιας νέας συμφωνίας, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί με σκοπό την επίλυση αοριστίας ή για οποιοδήποτε άλλο λόγο προς ερμηνεία της συμφωνίας (Wickman Machine Tools Sales Ltd v. L. Schuler A.G. [1972] 2 All E.R. 39 (H.L.), Kyriakides v. Kyriakides
(1976)1 C.L.R. 76, Πουγιούκα ν. Θρασυβούλου
(1998)1 Α.Α.Δ. 2014). Έτσι, εν προκειμένω, η μακρά πρακτική για καταβολή του ενοικίου την 24η εκάστου μηνός, ενώ δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει ερμηνευτικά για την πρόθεση των μερών κατά το χρόνο της σύμβασης, θα ήταν ικανή να εμποδίσει τους εφεσίβλητους να επικαλούνται πληρωμή ενοικίου σε άλλο χρόνο, νοουμένου ότι θα στοιχειοθετούνταν περιστάσεις τέτοιες ώστε να βρίσκει εφαρμογή το κώλυμα λόγω συμπεριφοράς (estoppel by contact).» Στην υπόθεση Ποιηταρίδη v. Anopa Investments Ltd, Πολ. Έφ. 260/11, ημ. 25.5.18, λέχθηκαν τα εξής: «Είναι νομολογιακά γνωστή η αρχή ότι οι κανόνες ερμηνείας εγγράφων στόχο έχουν τη γραμματική ερμηνεία, συμπληρωμένη από την αντίληψη που δημιουργείται σ' ένα κοινό άνθρωπο, η δε πρόθεση των μερών εξάγεται από τη γλωσσική διατύπωση (βλ. Transnatco Ltd v. Superclima Eng. Ltd.
(2010)1 (A) ΑΑΔ 643 και Καρατσιόλης ν. Royal Sports Betting Ltd.
(2008)1 (A) ΑΑΔ 669). Το έργο του Δικαστηρίου είναι η διαπίστωση της έννοιας της σύμβασης και οποιουδήποτε όρου αυτής (με βάση την αντικειμενική θεωρία των συμβάσεων και το τι μεταδίδεται στο μέσο λογικό άνθρωπο) στο πλαίσιο του όλου κειμένου και έχοντας υπόψη το υπόβαθρο και τα δεδομένα της περίπτωσης, αλλά όχι με βάση τις υποθέσεις του Δικαστή σ' όσον αφορά στις επιδιώξεις των μερών (βλ. σύγγραμμα Πολύβιου Πολυβίου: «Το δίκαιο των Συμβάσεων,» Τόμος Β, σελ. 479).» Καθοδηγούμενο από τις πιο πάνω νομικές αρχές, το Δικαστήριο αρχικά επισημαίνει ότι το επίδικο ενοικιαστήριο έγγραφο αφορά στην ενοικίαση των δύο επίδικων καταστημάτων τα οποία προορίζονταν για μελλοντική χρήση ως δισκοθήκη, και όχι την ενοικίαση δισκοθήκης. Αυτό αποτελεί κοινό δικογραφημένο ισχυρισμό των δύο πλευρών και εν πάση περιπτώσει προκύπτει χωρίς δυσκολία από το προοίμιο της συμφωνίας και τον όρο
- Στο προοίμιο αναφέρεται αρχικά ότι η Ενάγουσα είναι η ιδιοκτήτρια των δύο επίδικων καταστημάτων τα οποία «για τους σκοπούς και όρους του παρόντος εγγράφου» καλούνται «το κτήμα» και ότι ο ενοικιαστής έχει συμφωνήσει να αποδεχθεί την ενοικίαση του πιο πάνω «κτήματος» για να το χρησιμοποιεί ως δισκοθήκη με τους πιο κάτω όρους και προϋποθέσεις. Ο όρος 1, πρώτη παράγραφος, προνοεί πως ο ιδιοκτήτης ενοικιάζει και ο ενοικιαστής αποδέχεται την ενοικίαση του κτήματος για περίοδο δύο ετών από τις 18.10.06 μέχρι τις 17.10.08 με συμφωνημένο ετήσιο ενοίκιο για τον πρώτο χρόνο ΛΚ48.000 πληρωτέο σε μηνιαίες δόσεις των ΛΚ4.000 το οποίο θα πληρώνεται προκαταβολικά την πρώτη μέρα εκάστου μηνός και ΛΚ50.880 για τον δεύτερο χρόνο πληρωτέο με τον ίδιο τρόπο σε μηνιαίες δόσεις των ΛΚ4.
- Η συμφωνία περιέχει και πρόνοια για αυτόματη ανανέωση για ακόμα δύο χρόνια και με αύξηση του ενοικίου. Στο προοίμιο αναφέρεται επίσης ότι για την αλλαγή χρήσης σε δισκοθήκη ο ιδιοκτήτης θα παρέχει όλη τη δυνατή βοήθεια στον ενοικιαστή και ο ενοικιαστής θα επωμισθεί όλα τα έξοδα που προκύπτουν από την αλλαγή χρήσης. Οι δύο επόμενες παράγραφοι του όρου 1 προνοούν τα εξής: «Σε περίπτωση που η σχετική άδεια χρήσης εντός του υποστατικού ως Δισκοθήκη, δεν έχει εκδοθεί εντός ενός έτους από την ημερομηνία υποβολής της σχετικής αίτησης στις αρμόδιες αρχές, και μόνο εάν είναι αποκλειστική υπαιτιότητα του Ιδιοκτήτη, τότε ο Ενοικιαστής έχει το δικαίωμα να διακόψει το παρόν Ενοικιαστήριο Έγγραφο και ο Ιδιοκτήτης είναι υπόχρεος όπως επιστρέψει στον Ενοικιαστή την Εγγύηση που έχει καταβάλει και ο Ενοικιαστής δεν θα έχει καμία άλλη απαίτηση από τον Ιδιοκτήτη. Νοείται ότι εάν οι Αρμόδιες Αρχές απορρίψουν την αίτηση, το οποίο θεωρείται διακριτική ευχέρεια του Δήμου, παρόλο που η περιοχή επιτρέπει την χρήση, τότε ο Ιδιοκτήτης δεν θα θωρείται υπαίτιος.» Οι πιο πάνω όροι είναι σαφέστατοι ως προς το περιεχόμενο τους. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Μεταλλικά Ηρακλής Μιχαηλίδης Λτδ v. G & C Exhaust Systems Ltd
(2001)1(A) Α.Α.Δ. 500: «Έχουμε την άποψη πως ο όρος αυτός είναι σαφής. Σύμφωνα με τους ερμηνευτικούς κανόνες μια σύμβαση πρέπει να ερμηνεύεται σύμφωνα με το λεκτικό της και με τρόπο που θα πραγματοποιείται η πρόθεση των μερών, όπως αυτή συνάγεται από το σύνολο της σύμβασης (Βλ. Chitty, πιο πάνω, παραγ. 12-040). Όπως το έθεσε ο Lord Cottenham L.C. στη Lloyd v. Lloyd [1837] 2 My. & Cr. 192, 202: . Σε μετάφραση: "Αν οι πρόνοιες μιας συμφωνίας εκφράζονται με σαφήνεια και δεν υπάρχει τίποτε που καθιστά ικανό το Δικαστήριο να τις ερμηνεύσει με τρόπο διαφορετικό από εκείνο που επιτρέπεται από το λεκτικό τους, χωρίς αμφιβολία πρέπει να επικρατήσει το λεκτικό. Αν όμως οι πρόνοιες και οι φράσεις είναι αντιφατικές και αν υπάρχουν λόγοι οι οποίοι φαίνονται στην όψη του εγγράφου, οι οποίοι προσφέρουν απόδειξη της πραγματικής πρόθεσης των μερών, τότε εκείνη η πρόθεση θα επικρατήσει έναντι της φανερής και συνήθους έννοιας των λέξεων".» Με τη συμφωνία ενοικίασης, η Ενάγουσα είχε την υποχρέωση να παρέχει όλη τη δυνατή βοήθεια για την αλλαγή χρήσης των επίδικων καταστημάτων σε δισκοθήκη και κατέστη σαφές ότι η έκδοση των αδειών δεν εναπόκειτο στην ίδια αλλά στις αρμόδιες αρχές. Αυτή η βοήθεια ουσιαστικά αφορούσε την υποβολή όλων των αιτήσεων στις αρμόδιες αρχές, αφού αυτές εκ των πραγμάτων υποβάλλονταν από τον ιδιοκτήτη του ακινήτου, ήτοι στον Δήμο ως η πολεοδομική και οικοδομική αρχή, και στον ΚΟΤ. Αυτός άλλωστε ήταν ο ρόλος της ως ιδιοκτήτριας. Σημειώνεται ότι η Ενάγουσα δεν είχε υποχρέωση ετοιμασίας των αρχιτεκτονικών σχεδίων για τη μετατροπή των καταστημάτων σε δισκοθήκη, καθότι αυτό δεν ενέπιπτε στις αρμοδιότητες της και το θέμα είχε αναλάβει το αρχιτεκτονικό γραφείο ΚΝΤ το οποίο συνήψε ξεχωριστή συμφωνία με τους Εναγόμενους 1 και 2, ενοικιαστές, ως προς τούτο. Εδώ κρίνεται σκόπιμη η παραπομπή στην υπόθεση Περιφερειακή Ομάδα Παραγωγών Δευτεράς Λτδ κ.ά. v. Εκτυπώσεις Υφασμάτων Αδελφοί Θεοδώρου Λτδ, Πολ. Έφ. 251/13 και 252/13, ημ. 5.7.19, στην οποία κρίθηκε ότι η ερμηνεία όρου της συμφωνίας ενοικίασης ενός εργοστασιακού χώρου, με πολύ κατανοητό τρόπο προνοούσε αφενός ότι οι εφεσίβλητοι ως ιδιοκτήτες δεν έφεραν οποιαδήποτε ευθύνη αν οι τοπικές αρχές ζητούσαν τροποποιήσεις στο υποστατικό, αλλά ήταν υπόχρεοι να υπογράψουν κάθε αναγκαίο έγγραφο προς επίτευξη των τροποποιήσεων που θα βάρυναν όμως τους εφεσείοντες. Εναπόκειτο, επομένως, στους εφεσείοντες να λάμβαναν εκείνα τα κατάλληλα μέτρα ώστε να εξασφάλιζαν την άδεια λειτουργίας. Αντίστοιχες είναι και οι διαπιστώσεις του παρόντος Δικαστηρίου αναφορικά με τους όρους της υπό κρίση συμφωνίας ενοικίασης, ότι δηλαδή η Ενάγουσα υπείχε την ευθύνη να προβεί στην υποβολή των αναγκαίων αιτήσεων αλλά όχι σε οποιεσδήποτε άλλες ενέργειες αφορούσαν στην αλλαγή της χρήσης από καταστήματα σε δισκοθήκη, όπως π.χ. εξασφάλιση του χώρου στάθμευσης ή αποφυγή ηχορύπανσης. Αυτές οι ενέργειες αφορούσαν τους Εναγόμενους 1 και 2, ενοικιαστές, οι οποίοι δυνάμει της συμφωνίας είχαν και την υποχρέωση πληρωμής όλων των αναγκαίων τελών για σκοπούς έκδοσης των αδειών, όπως και φαίνεται ότι έπραξαν. Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει και το ακόλουθο απόσπασμα από την προαναφερόμενη υπόθεση στο οποίο η εν λόγω περίπτωση διαφοροποιήθηκε ως προς τα γεγονότα της από δύο άλλες υποθέσεις στις οποίες παρέπεμψε η πλευρά των εφεσειόντων και οι οποίες ακριβώς καταδεικνύουν πως η υπό κρίση περίπτωση αφορά μια έγκυρη συμφωνία η οποία με βάση τους όρους της έθετε μόνο την υποχρέωση στην Ενάγουσα για την παροχή κάθε δυνατής βοήθειας για την αλλαγή χρήσης των καταστημάτων σε δισκοθήκη: «Πολύ ορθά το Δικαστήριο ερμήνευσε τους όρους της συμφωνίας και ιδιαίτερα τον όρο 8 προς όφελος των εφεσιβλήτων και πολύ εύστοχα θεώρησε την απόφαση στην Ηλίας Αριστοδήμου ν. Τάκη Χαραλάμπους - ανωτέρω - ως μη εφαρμοστέα στην περίπτωση. Εκεί το συμβόλαιο ήταν διατυπωμένο κατά τρόπο που επέβαλλε στον εκμισθωτή υποχρέωση να εξασφαλίζει ανενόχλητη κατοχή των υποστατικών που περιλάμβανε την ανεμπόδιστη και χωρίς πρόσκομμα κατοχή τους, αλλά και την εξασφάλιση της ανενόχλητης λειτουργίας τους που περιλάμβανε τη χρήση των υποστατικών για τους σκοπούς για τους οποίους προορίζονταν αυτά βάσει της σύμβασης δηλαδή ως κέντρο καφεστιατορίου. Η άδεια οικοδομής και χρήσης των υποστατικών αποτελούσε, επομένως, προϋπόθεση όχι μόνο για τη λειτουργία αλλά και για την ίδια τη χρήση των υποστατικών. Ούτε ήταν η υπό εκδίκαση έφεση περίπτωση όπου η σύμβαση ενοικίασης θεωρείτο εξ υπαρχής άκυρη λόγω μη ύπαρξης καταλλήλων αδειών λειτουργίας των υποστατικών όπως ήταν η περίπτωση στην A. & C. Antoniou Resort Ltd v. Eleonora Hotel Apartments Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 1321.» Με δεδομένη την απόρριψη της μαρτυρίας του ΜΥ1 δεν υπήρξε καμία αξιόπιστη μαρτυρία πως κατά την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας η Ενάγουσα έδωσε οποιεσδήποτε προφορικές διαβεβαιώσεις στους Εναγόμενους πέραν των όσων περιέχονται στη συμφωνία. Ειδικότερα, ούτε μαρτυρία ούτε άλλο στοιχείο υπήρξε πως η Ενάγουσα ανέφερε ή ανέλαβε ή δεσμεύτηκε ότι η ίδια θα εξασφάλιζε τις απαιτούμενες άδειες αλλαγής της χρήσης των καταστημάτων σε δισκοθήκη, κάτι το οποίο άλλωστε δεν ενέπιπτε στη δική της αρμοδιότητα και δεν εξαρτάτο από την ίδια. Το Δικαστήριο έχει επίσης απορρίψει τη θέση πως η Ενάγουσα δεσμεύτηκε σε οποιοδήποτε στάδιο για την έκδοση των αδειών εντός συγκεκριμένου χρόνου, και ειδικότερα εντός ενός έτους από την υπογραφή της συμφωνίας. Ούτε και έχει προβεί σε εύρημα πως η Ενάγουσα σύστησε το αρχιτεκτονικό γραφείο ΚΝΤ ως δική της εταιρεία και ως εάν να επρόκειτο για το ένα και αυτό νομικό πρόσωπο. Αντιθέτως απλώς σύστησε το εν λόγω γραφείο και με το οποίο οι Εναγόμενοι επέλεξαν να συνεργαστούν, υπογράφοντας οι ίδιοι ξεχωριστή συμφωνία, χωρίς ποτέ η Ενάγουσα να άσκησε πίεση ή να τους παρότρυνε να το χρησιμοποιήσουν. Ούτε έχει καταδειχθεί ότι η Ενάγουσα παρότρυνε και ή συμβούλευσε ποτέ τους Εναγόμενους 1 και 2 στο να προβούν σε οποιεσδήποτε εργασίες μετατροπής στα επίδικα καταστήματα χωρίς προηγουμένως να έχουν εξασφαλίσει τη σχετική άδεια. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο αδυνατεί να δεχθεί την εισήγηση ότι η Ενάγουσα έχει οποιαδήποτε σχέση με τις ενέργειες των Εναγομένων 1 και 2 εντός των καταστημάτων σε οποιονδήποτε χρόνο και ειδικότερα, κατά το στάδιο ισχύος του δικαστικού διατάγματος αναστολής των εργασιών. Στο σημείο αυτό, κρίνεται σκόπιμο επίσης να γίνει αναφορά σε σχετική νομολογία σύμφωνα με την οποία εξωγενής μαρτυρία σε συμφωνία δεν είναι αποδεκτή εκτός σε κάποιες ειδικές περιπτώσεις κατ΄ εξαίρεση. Βεβαίως στην προκειμένη περίπτωση το Δικαστήριο δεν προέβη σε εύρημα ότι πέραν της συμφωνίας έγιναν οποιεσδήποτε προφορικές διαβεβαιώσεις από την Ενάγουσα, και εν πάση περιπτώσει δεν συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις για την αποδοχή εξωγενούς μαρτυρίας. Στην υπόθεση Πόκουρου κ.ά. v. Κώστα
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1618, η οποία αφορούσε ενοικίαση ακινήτου, λέχθηκαν τα εξής: «Είναι ο γενικός κανόνας πως όταν μια συμφωνία είναι γραπτή, εξωγενής μαρτυρία δεν είναι αποδεκτή για να προσθέσει, να αφαιρέσει, να τροποποιήσει ή να αντικρούσει τους όρους του εγγράφου. Στον κανόνα αυτό υπάρχουν εξαιρέσεις και εξωγενής μαρτυρία είναι επιτρεπτή σε περίπτωση διευκρίνισης ασάφειας ή αμφιβολίας σε ένα έγγραφο με σκοπό τη διευκρίνιση της πρόθεσης των συμβαλλομένων. (Βλ. Λαζούρας ν. Σκυλλουριώτου
(1992)1 ΑΑΔ 168, Georghiades v. Georghiades
(1988)1 CLR 428, Polycarpou v. Polycarpou
(1982)2 CLR 182, Mavros v. Theodorou
(1984)1 CLR 635). Η αμφιβολία ως προς το λεκτικό νόημα του όρου 1(α) της σύμβασης, που διατύπωσε το πρωτόδικο Δικαστήριο, εμπίπτει στην εξαίρεση αυτή.» Οι ίδιες αρχές υιοθετήθηκαν και στην υπόθεση Χριστοδούλου v. Μιχαηλίδη
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ.
- Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, διαπιστώνεται ότι η Ενάγουσα προχώρησε στην υποβολή όλων των σχετικών αιτήσεων στις αρμόδιες αρχές χωρίς οποιαδήποτε καθυστέρηση και δεν επέδειξε ολιγωρία στη λήψη των απαραίτητων μέτρων, όπως αναλυτικά εκτίθεται ανωτέρω. Ειδικότερα, κρίνεται σκόπιμο να επαναληφθεί πως λίγες μέρες μετά την υπογραφή της συμφωνίας, ήτοι στις 27.9.06 η Ενάγουσα υπέβαλε τη σχετική αίτηση στον ΚΟΤ, στις 2.10.06 υπέβαλε την πολεοδομική αίτηση, και λόγω καθυστέρησης απάντησης του Υπουργείου Εσωτερικών, καταχώρισε Ιεραρχική Προσφυγή και στις 19.6.08 υπέβαλε στον Δήμο Λευκωσίας αίτηση για έκδοση προσωρινής άδειας οικοδομής η οποία και είχε χορηγηθεί, με τελικό αποτέλεσμα την απόρριψη της αίτησης για την έκδοση αδειών. Μέσα από όλες τις προαναφερόμενες ενέργειες της Ενάγουσας, έχει καταδειχθεί ότι η Ενάγουσα ανταποκρίθηκε στις υποχρεώσεις της σχετικά με την όλη διαδικασία έκδοσης των απαιτούμενων αδειών και η όποια παράλειψη, καθυστέρηση ή τελικώς απόρριψη των αιτήσεων δεν οφείλεται σε ενέργεια ή παράλειψη της Ενάγουσας. Αντιθέτως φαίνεται ότι αυτή οφείλεται στη μη συμμόρφωση των Εναγομένων 1 και 2 με τις απαιτήσεις των αρμοδίων αρχών σε σχέση με την πρόκληση οχληρίας και ηχορύπανσης στην περιοχή η οποία ήταν και οικιστική. Μέσα από το σύνολο των εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια, διαφαίνεται ότι οι απαιτήσεις των αρμόδιων αρχών για την έκδοση αδειών αφορούσαν θέματα τα οποία δεν σχετίζονταν με τα υποστατικά αυτά καθ΄ εαυτά αλλά με τη γενικότερη κατάσταση ούτως ώστε να διασφαλίζεται η λειτουργία της δισκοθήκης χωρίς οχληρία ή άλλη ενόχληση στη γύρω περιοχή, είτε στους κατοίκους είτε γενικά στο περιβάλλον. Αυτά τα θέματα αφορούσαν αποκλειστικά και μόνο τους ενοικιαστές, εξ ου και ήταν αυτοί που έλαβαν τα δέοντα μέτρα επί αυτών των θεμάτων για τον σκοπό έκδοσης των αδειών, μέχρι την τελική απόρριψη από τις αρμόδιες αρχές, βλ. π.χ. τα Τεκμήρια 18-20 και
- Βασικά, εκείνο το οποίο παρατηρείται είναι η υποβολή όλων των αιτήσεων από την Ενάγουσα, ως ιδιοκτήτρια των καταστημάτων, και η λήψη των απαραίτητων διαβημάτων από πλευράς των Εναγομένων 1 και 2, ως ενοικιαστών, για τη δυνατότητα χρήσης των καταστημάτων και λειτουργίας τους ως δισκοθήκη. Με άλλα λόγια, το κάθε μέρος προέβη στα διαβήματα τα οποία ενέπιπταν στη δική του ιδιότητα. Η παρούσα θα μπορούσε να παρομοιαστεί με την υπόθεση Μ. Μονιάτης & Υιοί Λτδ v. Νεοφύτου
(2008)1(Β) Α.Α.Δ. 1096, η οποία αφορούσε γραπτή σύμβαση ενοικίασης για συγκεκριμένη χρονική περίοδο, πισίνας, κουζίνας και μπαρ για σκοπούς επιχείρησης από πλευράς του ενοικιαστή. Στο πιο κάτω απόσπασμα διαφαίνεται η ευθύνη του ενοικιαστή αναφορικά με τη λειτουργία της επιχείρησης του, όπως ακριβώς συμβαίνει και στην υπό κρίση περίπτωση: «Προκύπτει ότι ο εφεσίβλητος γνώριζε ότι η επιχείρηση λειτουργούσε με άδεια του ΚΟΤ και αν δεν ενδιαφέρθηκε να πληροφορηθεί τους όρους της άδειας λειτουργίας της επιχείρησης πριν υπογράψει τη συμφωνία μόνο τον εαυτό του πρέπει να μέμφεται. Έχουμε επομένως τη γνώμη ότι οι εφεσείοντες δεν απέκρυψαν από τον εφεσίβλητο οτιδήποτε που είχε σχέση με την άδεια λειτουργίας της επιχείρησης. Ο εφεσίβλητος είχε στη διάθεσή του όλα τα στοιχεία και διατηρούσε τη δυνατότητα να πληροφορηθεί λεπτομερώς για τους όρους άδειας λειτουργίας της επιχείρησης του ΚΟΤ. Είναι φανερό ότι το πρόβλημα για τον εφεσίβλητο προέκυψε όταν, για δικούς του λόγους, αρνήθηκε να συμμορφωθεί με τις υποδείξεις του επιθεωρητή του ΚΟΤ όταν ο τελευταίος διαπίστωσε κατά τις επιθεωρήσεις που διενήργησε συγκεκριμένες παραλείψεις που αφορούσαν στη λειτουργία της επιχείρησης και είχαν σχέση με την κουζίνα κατά παράβαση της άδειας του ΚΟΤ. Με αφορμή αυτό το περιστατικό και το προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε εναντίον του ο εφεσίβλητος θεώρησε πως η ευκαιρία ήταν κατάλληλη να διακόψει τη λειτουργία της επιχείρησης από την οποία, καθώς ισχυρίστηκε, αποκόμιζε σημαντικά κέρδη.» Αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι δεν εκδόθηκε άδεια χρήσης των επίδικων καταστημάτων ως δισκοθήκη, εντός ενός έτους από την ημερομηνία υπογραφής της συμφωνίας. Αντιθέτως, στις 25.10.06 εκδόθηκε διάταγμα αναστολής των εργασιών μετατροπής των καταστημάτων καθότι αυτές γίνονταν χωρίς την εκ των προτέρων εξασφάλιση της σχετικής άδειας. Με δεδομένο ότι η μη έκδοση της άδειας εντός του ενός έτους δεν συνδέεται ούτε οφείλεται με οποιονδήποτε τρόπο στην Ενάγουσα, τότε η δεύτερη παράγραφος του όρου 1 δεν τυγχάνει εφαρμογής και συνεπώς δεν έδιδε οποιοδήποτε δικαίωμα στον ενοικιαστή να διακόψει το ενοικιαστήριο. Άλλωστε, ο ενοικιαστής δεν προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια διακοπής ή τερματισμού του ενοικιαστηρίου σε αυτή τη βάση. Σύμφωνα με τον όρο 1, πρώτη παράγραφο της επίδικης συμφωνίας ενοικίασης, προνοείτο ετήσιο ενοίκιο ΛΚ48.000 για τον πρώτο χρόνο της ενοικίασης το οποίο θα πληρωνόταν προκαταβολικά την πρώτη μέρα εκάστου μηνός. Ο όρος 4.2 προνοούσε για την αύξηση του ετήσιου ενοικίου για τον δεύτερο χρόνο της ενοικίασης ύψους εκ ΛΚ50.880 το οποίο και πάλι θα ήταν πληρωτέο προκαταβολικά την πρώτη μέρα εκάστου μηνός. Σύμφωνα με τον όρο 4.3 το ενοικιαστήριο έγγραφο θα ανανεώνετο αυτόματα από τη λήξη του για ακόμα δύο χρόνια με τους ίδιους όρους και με αύξηση προς 6% ετησίως ισχύουσα την 18η Οκτωβρίου εκάστου χρόνου εκτός αν ένας εκ των συμβαλλομένων έδιδε στον άλλο γραπτή ειδοποίηση τριών μηνών για τερματισμό. Σύμφωνα με τον όρο 2.1, ο ενοικιαστής υποχρεούται να «καταβάλλει στον ιδιοκτήτη το συμφωνημένο ενοίκιο χωρίς αποκοπή τακτικώς, ανελλιπώς και χωρίς καθυστέρηση την πρώτη μέρα εκάστου μηνός». Όλοι οι όροι της συμφωνίας είναι ουσιώδεις, όπως προνοείται στον όρο
- Αποτελεί κοινό έδαφος και εύρημα του Δικαστηρίου ότι κανένα από το συμβαλλόμενα στη συμφωνία μέρη έδωσαν γραπτή ειδοποίηση στο τέλος της αρχικής διετούς περιόδου της ενοικίασης για τερματισμό της συμφωνίας. Ως εκ τούτου, συνάγεται ότι μετά τη διετή περίοδο της ενοικίασης, η συμφωνία ανανεώθηκε αυτόματα για άλλα δύο χρόνια, ήτοι από τις 18.10.08 μέχρι και τις 17.10.
- Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, περί τον Οκτώβριο του 2006 τα δύο μέρη προέβησαν και σε μια διαφορετική ρύθμιση του τρόπου πληρωμής του ενοικίου, δηλαδή αντί αυτό να είναι πληρωτέο ανελλιπώς κατά την πρώτη μέρα εκάστου μηνός, θα υπήρχε μια προσωρινή αναστολή καταβολής του ενοικίου και με την επανέναρξη πληρωμής αυτού, οι Εναγόμενοι θα κατέβαλλαν το μηνιαίο ενοίκιο συν το μισό του μηνιαίου καθυστερημένου ενοικίου μέχρι την αποπληρωμή των καθυστερημένων οφειλόμενων ενοικίων. Ως αποτέλεσμα αυτής της συνεννόησης και προς περαιτέρω εξασφάλιση της Ενάγουσας, στις 12.12.07 τα μέρη υπέγραψαν την τροποποιητική συμφωνία του ενοικιαστηρίου εγγράφου, Τεκμήριο
- Είναι επίσης κοινώς αποδεκτό και εύρημα του Δικαστηρίου πως τα δύο μέρη συμφώνησαν όπως μετά τον πρώτο χρόνο της ενοικίασης το ύψος του ενοικίου παραμείνει το ίδιο ως προβλεπόταν για τον πρώτο χρόνο, δηλαδή χωρίς την προβλεπόμενη στη συμφωνία αύξηση. Είναι ορθή η προσέγγιση του δικηγόρου της Ενάγουσας όσον αφορά τον τρόπο πληρωμής του ενοικίου, ήτοι πως παρόλο που η συμφωνία ενοικίασης άρχιζε στις 18.10.06, το ενοίκιο ήταν πληρωτέο κατά την 1η μέρα εκάστου μηνός, επομένως η πληρωμή του πρώτου ενοικίου θα γινόταν όχι με την έναρξη της ενοικίασης αλλά την πρώτη μέρα του Νοεμβρίου του 2006 και ακολούθως την πρώτη μέρα κάθε επομένου μηνός. Το ετήσιο ενοίκιο αφορούσε τους 12 μήνες εξ ου και αυτό διαιρέθηκε σε 12 αντίστοιχες μηνιαίες πληρωμές οι οποίες θα ήταν πληρωτέες μέχρι και την πρώτη μέρα του Οκτωβρίου που ήταν ο τελευταίος μήνας λήξης του έτους ενοικίασης. Με άλλα λόγια, ήταν σαφές πως για κάθε έτος ενοικίασης, η πρώτη δόση θα ήταν πληρωτέα την 1η μέρα του Νοεμβρίου και η τελευταία δωδέκατη δόση την 1η μέρα του Οκτωβρίου, στις 17 του οποίου έληγε το έτος ενοικίασης. Εδώ αξίζει να σημειωθεί ότι με την υπογραφή του ενοικιαστηρίου εγγράφου, οι Εναγόμενοι 1 και 2 κατέβαλαν το ποσό των ΛΚ4.000 (€6.834,40) ως μέρος της εγγύησης «για την πιστή τήρηση του παρόντος ενοικιαστηρίου εγγράφου και για τυχόν ζημιές προκληθείσες στο κτήμα» όπως αναφέρεται στον όρο 4.5 του ενοικιαστηρίου. Ο συγκεκριμένος όρος προνοούσε για την πληρωμή ποσού εκ ΛΚ8.000 ως εγγύηση, το οποίο θα ήταν πληρωτέο με την καταβολή ΛΚ4.000 κατά την υπογραφή του ενοικιαστηρίου (όπως και έγινε) και ακολούθως με την καταβολή τεσσάρων μηνιαίων δόσεων εκ ΛΚ1.000 εκάστη. Σαφώς οι Εναγόμενοι κατέβαλαν μόνο το ½ του ποσού της εγγύησης. Το Δικαστήριο έκανε πλήρως αποδεκτή την κατάσταση των πληρωμών που έγιναν από τους Εναγόμενους 1 και 2, η οποία συνάδει και με την έκδοση των αποδείξεων είσπραξης, Τεκμήρια 5 και 7 αντίστοιχα. Άλλωστε η εν λόγω κατάσταση και οι πληρωμές ουδόλως αποτέλεσαν αντικείμενο αμφισβήτησης από την Υπεράσπιση. Ως εκ τούτου, γίνεται δεκτό ότι στις 18.9.06, με την υπογραφή του συμβολαίου, οι Εναγόμενοι 1 και 2 κατέβαλαν το ποσό των ΛΚ4.000 ως εγγύηση, δυνάμει του όρου 4.5, και ακολούθως ξεκίνησαν την καταβολή των ενοικίων στις 4.1.08 και όπως φαίνεται αναλυτικά στην κατάσταση, Τεκμήριο
- Η κατάσταση άλλωστε αντικατοπτρίζει και την ως άνω συμφωνία αναφορικά με την αναστολή πληρωμής ενοικίων, την πληρωμή μηνιαίως μισού ενοικίου μέχρι την εξόφληση των καθυστερημένων και τη μη αύξηση του ενοικίου μετά τη λήξη του πρώτου έτους ενοικίασης. Με βάση το περιεχόμενο της κατάστασης, Τεκμήριο 5, διαφαίνεται ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 αρχικώς κατέβαλλαν τα ενοίκια για κάποιους μήνες και το μισό ενοίκιο από τα καθυστερημένα, και μάλιστα ποτέ την πρώτη μέρα εκάστου μηνός, τελικώς όμως δεν τήρησαν τα συμφωνηθέντα αναφορικά με την καταβολή του ενοικίου και εν πάση περιπτώσει σταμάτησαν να καταβάλλουν ενοίκια από τον Νοέμβριο του 2009 ενόσω το ενοικιαστήριο εξακολουθούσε να είναι σε ισχύ. Υπενθυμίζεται ότι το Δικαστήριο δεν δέχθηκε τις θέσεις της Υπεράσπισης ως προς τις προφορικές διαβεβαιώσεις της Ενάγουσας αναφορικά με το θέμα έκδοσης των αδειών και την ισχυριζόμενη παράλειψη εκπλήρωσης αυτών εκ μέρους της. Ως εκ τούτου είναι αναπόδραστο το συμπέρασμα ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 εξακολουθούσαν να έχουν την υποχρέωση τήρησης των όρων της μεταξύ των μερών συμφωνίας αναφορικά με την πληρωμή του ενοικίου, κάτι το οποίο δεν έπραξαν. Ο ισχυρισμός των Εναγομένων πως δεν ήταν υποχρεωμένοι να πληρώνουν ενοίκιο από τη στιγμή που δεν είχαν εκδοθεί οι άδειες για τη χρήση των καταστημάτων ως δισκοθήκη και στα πλαίσια του δικαιώματος επίσχεσης (lien) δεν ευσταθεί. Το δικαίωμα επίσχεσης ουσιαστικά συνίσταται στην κατακράτηση κάποιου περιουσιακού στοιχείου ή στην απόκτηση δικαιώματος επί αυτού, χωρίς τη φυσική κατοχή του, μέχρι την ικανοποίηση της απαίτησης του προσώπου που έχει τέτοιο δικαίωμα. Χρήσιμη ανάλυση των διαφόρων ειδών του δικαιώματος επίσχεσης περιέχεται στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 5η έκδοση, σελ. 123-126, παρ. 801-
- Κατ΄ αρχάς αυτή η θέση ουδόλως προωθήθηκε από τη δικηγόρο των Εναγομένων στην αγόρευση της και θεωρείται πως έχει εγκαταλειφθεί. Επιπλέον το Δικαστήριο αδυνατεί να αντιληφθεί τον τρόπο ύπαρξης τέτοιου δικαιώματος στην υπό κρίση περίπτωση. Εν πάση περιπτώσει, το Δικαστήριο έχει προβεί σε εύρημα ότι η Ενάγουσα τήρησε πλήρως τις δικές της υποχρεώσεις δυνάμει της επίδικης συμφωνίας και ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 όφειλαν να πληρώνουν το ενοίκιο ενόσω η συμφωνία βρισκόταν σε ισχύ, επομένως δεν μπορεί να γίνεται λόγος για οποιοδήποτε τέτοιο δικαίωμα τους. Παρά την ύπαρξη του όρου (4.3) για την αυτόματη ανανέωση του ενοικιαστηρίου για δύο έτη μέχρι και τις 17.10.10, η εν λόγω συμφωνία συνέχισε να ισχύει με βασικά τους ίδιους όρους, ήτοι από χρόνο σε χρόνο. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Petrolina Ltd v. Athinodoros Vassiliades
(1975)1 C.L.R. 289, Doe d. Rigge v. Bell
(1798)8 Term. Rep. 3 και Tess v. Savage
(1854)4 E&B 36 και το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 23, σελ. 512, παρ.
- Αυτό επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι το ενοίκιο το οποίο πληρωνόταν ήταν ετήσιο, παρόλο που ήταν πληρωτέο μηνιαίως - βλ. Halsbury's Laws of England (ανωτέρω) σελ. 512-3, παρ.
- Σε αυτό το σημείο είναι αναγκαία η παραπομπή εκ νέου στην υπόθεση Petrolina Ltd v. Athinodoros Vassiliades (ανωτέρω) για το θέμα ισχύος της συμφωνίας μετά από την προφορική συνεννόηση μεταξύ των μερών. Η εν λόγω υπόθεση αφορούσε συμφωνία ενοικίασης η οποία ήταν καθόλα έγκυρη σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 77 του Κεφ. 149, πλην όμως τα μέρη συμφώνησαν προφορικά σε αύξηση του προβλεπόμενου στη συμφωνία ενοικίου. Το Εφετείο αποφάσισε ως ακολούθως: «It has not been challenged by counsel that the original contract of lease was within the provisions of s. 77 of our law, and the question posed is whether the said contract was properly varied as to the increase of rent and whether such variation was legally made. It has been said in a number of cases in England that if the contract is one which is required by law to be made and evidenced by writing, it cannot be varied by a new oral agreement, even if the variation relates only to a part of the contract which, if it stood by itself, would not be required to be in writing. If authority is needed, the case of Goss v. Nugent (Lord) [1833] 5 B. & Ad. 58, provides the answer. In that case, the plaintiff agreed in writing to sell to the defendant certain plots of land. In an action by the plaintiff against the defendant for the purchase money, the defendant pleaded that the title to one of the plots was defective. To this plea, the plaintiff replied that the defendant had orally agreed to waive the effect and to accept the existing title. The Court held that since the contract was one which was required by law to be evidenced by writing, the oral variation was not admissible and the defendant was entitled to succeed on the ground that a good title had not been made. (See also Harvey v. Grabham [1836] 5 Ad. & El. 61; Vezey v. Rashleigh [1904] 1 Ch. 634; Morris v. Baron & Co. [1918] A.C. 1, H.L. disapproving Williams v. Moss' Empires Ltd. [1915] 3 K.B. 242; Hartley v. Hymans [1920] 3 K.B. 475 and British and Benningtons Ltd. v. North Western Cachar Tea Co. [1923] A.C. 48 H.L.). It should be added that the foundation on which this rule rests is that after the agreed variation the contract of the parties is not the original contract but that contract as varied, of which in its entirety there is no written evidence, so that the contract cannot be enforced. In Morris v. Baron & Co., op. cit., it was said by Lord Dunedin at p. 31 :- "There is nothing in all this inconsistent with the well-established rule that a contract which the law requires to be evidenced by writing cannot be varied by parol: Goss v. Lord Nugent, 5 B. & Ad. 58; Stead v. Dawber, 10 Ad. & E. 57; Noble v. Ward, L.R. 1 Ex. 117; Sanderson v. Graves, [1875] L.R. 10 Ex.
- The foundation, I think, on which that rule rests is that after the agreed variation the contract of the parties is not the original contract which had been reduced into writing, but that contract as varied, that of this latter in its entirety there is no written evidence, and it therefore cannot in its entirety be enforced." In the light of the authorities and having regard to the argument of both counsel, we are of the view that the argument of counsel on behalf of the appellant succeeds on this issue because in our view, there was no valid variation of the original contract once the contract was within the provisions of s. 77 of our law. The second question is whether once the contract as varied and cannot be enforced, the tenant can be treated as holding the premises without a contract of lease. It has been stated in England that an instrument which is void at law as a lease for want of a deed may operate in two ways: In the first place it may operate as an agreement for a lease (Parker v. Taswell [1858] 2 De. G. 59, Cowen v. Phillips [1863] 33 Beav. 18) even at law, and the Courts have construed a writing rather as a valid agreement for a lease than as a void lease. Bond v. Rosling [1861] 1 B. & S.
- Rollason v. Leon [1861] 7 H. & W. 73 and Hayne v. Cummings [1864] 16 C.B. (N.S.)
- Once, therefore, that agreement may then be capable of being enforced by the remedy of specific performance, it appears that once the tenant has entered into possession under a void lease—and in the present case there is ample evidence that the defendants have entered and remained in possession—they thereupon become tenants from year to year upon the terms of the writing, so far as they are applicable to and not inconsistent with yearly tenancy. Doe d. Rigge v. Bell [1793] 5 T.R. 472; and Tress v. Savage, [1854] 4 E.& B.
- Thus it appears that the defendants in the light of the authorities, are entitled and have become tenants from year to year.» Αξίζει να σημειωθεί πως στα πλαίσια της παρούσας Αγωγής ουδείς των διαδίκων ήγειρε ζήτημα εγκυρότητας της επίδικης συμφωνίας στη βάση ή μη του άρθρου 77 του Κεφ.
- Αντιθέτως, οι δύο πλευρές θεώρησαν ως έγκυρη και δεσμευτική την επίδικη συμφωνία και προέβαλαν ισχυρισμούς περί εκατέρωθεν παράβασης των όρων αυτής με συνεπακόλουθες θέσεις για τερματισμό εξ υπαιτιότητας του ενός ή του άλλου μέρους. Παρά ταύτα, το Δικαστήριο καθηκόντως όφειλε να ασχοληθεί με τη νομιμότητα και εγκυρότητα της συμφωνίας. Στην προκειμένη περίπτωση μάλιστα, η διαφοροποίηση των όρων αυτής αφορούσε αφενός στη συνέχιση του ιδίου ύψους του ενοικίου παρά την προβλεπόμενη αύξηση για το δεύτερο έτος και μετέπειτα και αφετέρου στην αναστολή καταβολής των ενοικίων και ακολούθως στην πληρωμή ενάμιση ενοικίου μέχρι την κάλυψη των οφειλόμενων ενοικίων. Σαφώς αυτά τα δεδομένα διαφοροποιούν την υπό κρίση περίπτωση από την προαναφερόμενη υπόθεση καθότι εκεί η διαφοροποίηση της συμφωνίας αφορούσε σε αύξηση του ενοικίου, ενώ εδώ σε μείωση και προσωρινή αναστολής καταβολής του. Ανεξαρτήτως της πιο πάνω διαπίστωσης, ακόμα και αν τυγχάνουν εφαρμογής οι νομικές αρχές που αναφέρονται στην εν λόγω υπόθεση, τότε σαφώς εξακολουθεί να υπάρχει μια καθόλα νόμιμη και έγκυρη συμφωνία ενοικίασης, στη βάση των όρων αυτής όπως συμφωνήθηκαν προφορικά μεταξύ των μερών μέχρι και τον τερματισμό της. Με άλλα λόγια, είτε στη βάση εφαρμογής του άρθρου 77 είτε στη βάση εφαρμογής των πιο πάνω νομικών αρχών, η συμφωνία ενοικίασης παραμένει καθόλα έγκυρη και δεσμευτική στα δύο συμβαλλόμενα μέρη αυτής μέχρι και τον τερματισμό της. Σύμφωνα με τον όρο 4.1 της συμφωνίας, αν ο ενοικιαστής καθυστερήσει να πληρώσει το ενοίκιο ενός οποιουδήποτε μήνα ή μέρος αυτού για περίοδο 21 ημερών, μετά την επίδοση προς αυτόν γραπτής ειδοποίησης από μέρους του ιδιοκτήτη, ο ιδιοκτήτης θα έχει το δικαίωμα να ακυρώσει το ενοικιαστήριο έγγραφο και να προβεί σε όλα τα απαραίτητα δικαστικά διαβήματα για την έξωση του ενοικιαστή και την ανάληψη της κατοχής του κτήματος. Ο τερματισμός της συμφωνίας ενοικίασης επήλθε με την αποστολή της επιστολής τερματισμού ημ. 11.8.11, και μάλιστα αφού η Ενάγουσα συμμορφώθηκε με τους όρους του ενοικιαστηρίου αναφορικά με την προγενέστερη αποστολή προειδοποιητικής επιστολής σύμφωνα με τον όρο 4.
- Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 5η έκδοση, τόμος 62, σελ. 246, παρ. 207, είναι καθόλα επιτρεπτό όπως σε συμφωνία ενοικίασης από χρόνο σε χρόνο εφαρμόζεται ο όρος αναφορικά με τον χρόνο αποστολής ειδοποίησης τερματισμού και τερματισμού της συμφωνίας - βλ. Bridges v. Potts
(1864)17 CBNS 314, Re Threlfall, ex p Queen's Benefit Building Society
(1880)16 Ch. D. 274, CA, Herron v. Martin
(1911)27 TLR 431, Mitchell v. Turner
(1919)63 Sol Jo 776 και Artizans, Labourers and General Dwellings Co Ltd v. Whitaker
(1919)2 K.B.
- Ειδικότερα, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι μετά την τελευταία πληρωμή στις 12.10.09 η οποία αφορούσε το μισό ενοίκιο για την περίοδο 1.3.08-15.3.08, στις 2.6.10, ήτοι πολύ μεταγενέστερα των 21 ημερών, η Ενάγουσα επέδωσε στους Εναγόμενους 1-3 ξεχωριστά και προσωπικά επιστολή ημ. 27.5.10, με την οποία καλούντο να καταβάλουν τα οφειλόμενα ενοίκια για την περίοδο μεταξύ 16.3.08 και 31.5.10 αλλιώς θα προέβαιναν σε τερματισμό του ενοικιαστηρίου εγγράφου και μέτρα για έξωση και είσπραξη των καθυστερημένων ενοικίων. Οι ένορκες δηλώσεις επίδοσης κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 9 και οι επιστολές στάληκαν και μέσω συστημένου ταχυδρομείου και αντίγραφα αυτών, αποδείξεις αποστολής και παραλαβής τους κατατέθηκαν ως Τεκμήριο
- Στις 14.9.10 επιδόθηκε και δεύτερη προειδοποιητική επιστολή ημ. 6.8.10 στους Εναγόμενους 1 και 2 ξεχωριστά και προσωπικά, αυτή τη φορά για την καταβολή των καθυστερημένων ενοικίων για την περίοδο μεταξύ 16.3.08 και 31.8.
- Οι ένορκες δηλώσεις επίδοσης κατατέθηκαν ως Τεκμήριο
- Οι προειδοποιητικές επιστολές συνάδουν με τον όρο 6 του ενοικιαστηρίου, σύμφωνα με τον οποίο οποιαδήποτε ειδοποίηση θα πρέπει να δίδεται γραπτώς και θα θεωρείται δοθείσα αν απευθύνεται και αφήνεται στο κτήμα ή αποστέλλεται με συστημένη επιστολή. Ακολούθησε η επιστολή τερματισμού ημ. 11.8.11 η οποία επιδόθηκε στους Εναγόμενους 1 και 2 ξεχωριστά και στάληκε μέσω συστημένου ταχυδρομείου στον Εναγόμενο 3, και πάλι προς συμμόρφωση με τον όρο
- Οι ένορκες δηλώσεις επίδοσης κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 12 και αντίγραφο της επιστολής και απόδειξη αποστολής της στον Εναγόμενο 3 κατατέθηκαν ως Τεκμήριο
- Εφόσον οι Εναγόμενοι 1 και 2, ως ενοικιαστές, παρέλειψαν να συμμορφωθούν με τους όρους της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας αναφορικά με την πληρωμή του ενοικίου, και κατόπιν συμμόρφωσης της Ενάγουσας με την αποστολή δύο προειδοποιητικών επιστολών χωρίς και πάλι ανταπόκριση από τους Εναγόμενους 1 και 2, τότε το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι επήλθε νόμιμος τερματισμός από πλευράς Ενάγουσας. Η θέση της Υπεράσπισης περί καθυστέρησης στη λήψη μέτρων για τερματισμό και ενδεχόμενου κωλύματος της Ενάγουσας να προβεί σε τερματισμό λόγω καθυστέρησης δεν είναι δικογραφημένη και έτσι δεν δύναται να τύχει εξέτασης από το Δικαστήριο. Χρήσιμη καθοδήγηση επί του θέματος προσφέρουν οι υποθέσεις Παπαγεωργίου ν. Λούη Κλάππα (Investments Services Ltd)
(1991)1 Α.Α.Δ. 24 και Έλληνας κ.ά. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, Πολ. Έφ. 87/13, ημ. 3.12.19. Με βάση την αποδεκτή μαρτυρία και τα ευρήματα του Δικαστηρίου, προκύπτει πως η Ενάγουσα τερμάτισε το ενοικιαστήριο το 2011 με την επιστολή της ημ. 11.8.11, επισημαίνοντας ότι θα λάμβανε μέτρα για την ανάκτηση των καταστημάτων. Αυτή η στάση της συνάδει και με τις πρόνοιες του όρου 4.1 του ενοικιαστηρίου εγγράφου, στον οποίο γίνεται αναφορά ανωτέρω και δίδει το δικαίωμα στον ιδιοκτήτη, με την παράβαση του όρου για την καταβολή του ενοικίου, να τερματίσει τη συμφωνία και να προβεί σε όλα τα απαραίτητα δικαστικά διαβήματα για την έξωση του ενοικιαστή και την ανάληψη της κατοχής του κτήματος. Πράγματι η Ενάγουσα καταχώρισε την παρούσα Αγωγή λίγες μέρες αργότερα, και συγκεκριμένα στις 6.9.11, με την οποία ζητά μεταξύ άλλων ανάκτηση και αποζημιώσεις ως ενδιάμεσα κέρδη μέχρι και την παράδοση των καταστημάτων από τους Εναγόμενους. Από τη στιγμή που το ενοικιαστήριο έγγραφο δεν προνοούσε για την άμεση κατοχή από την Ενάγουσα των υπό ενοικίαση καταστημάτων με τον τερματισμό αυτού από πλευράς της, τότε στην προκειμένη περίπτωση στις 11.8.11 υπήρξε μεν τερματισμός του ενοικιαστηρίου αλλά όχι και αυτόματη και φυσική ανάληψη κατοχής των καταστημάτων από την Ενάγουσα. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι με τον τερματισμό οι Εναγόμενοι 1 και 2 όφειλαν να παραδώσουν ελεύθερη κατοχή των επίδικων καταστημάτων αφού προηγουμένως αφαιρούσαν όλο τον εξοπλισμό εντός αυτών και ο οποίος τους ανήκε. Άλλωστε η υποχρέωση των Εναγομένων 1 και 2 για την παράδοση των καταστημάτων σε άριστη κατάσταση προβλέπεται ρητώς και από τους όρους 2.5 (με τον τερματισμό της συμφωνημένης περιόδου ενοικίασης) και 2.14 (μετά τη λήξη της περιόδου ενοικίασης και ή ενωρίτερα). Σαφώς κάτι τέτοιο δεν έγινε, με αποτέλεσμα οι Εναγόμενοι 1 και 2 να συνέχιζαν να διατηρούν κατοχή των επίδικων καταστημάτων, η οποία μόνο παράνομη επέμβαση μπορεί να θεωρηθεί. Αυτό προνοείται επίσης στον όρο 4.4 του ενοικιαστηρίου εγγράφου στον οποίο αναφέρονται τα εξής: «Συμφωνείται ρητά ότι σε περίπτωση που ο ενοικιαστής θα αρνηθεί ή θα παραλείψει να παραδώσει το κτήμα κατά τη λήξη ή τον τερματισμό της ενοικιάσεως θα θεωρείται ότι κατέχει το κτήμα παράνομα (TRESSPASSER) και/ή θα επεμβαίνει παράνομα σ' αυτό.» Σχετική επί τούτου είναι η υπόθεση Δάμτσας κ.ά. v. D. Ouzounian M. Sultanian and Company (Cars) Ltd, Πολ. Έφ. 133/11, ημ. 24.3.16, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Στο Halsbury' s Laws of England 3η έκδοση, Τόμος 38, παρ.1194 αναφέρεται ότι η επέμβαση συνίσταται σε παράνομη πράξη υποδεικνύουσα αμφισβήτηση ή ενόχληση της κατοχής της περιουσίας κάποιου αντίθετα με τη θέληση του. (βλ. Λάμπρου ν. Κεφάλα
(2000)1 Γ. Α.Α.Δ. 1516, Παπακοκκίνου κ.ά. ν. Σμυρλή κ.ά.
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1653 και Γεώργιος Κώστα Μάρκου ν. Γεώργιου Π. Χρυσοστόμου κ.ά
(2004)1(Β) Α.Α.Δ. 813). Στη βάση λοιπόν της εκφρασμένης αντίθεσης της πλευράς των εφεσειόντων για παράταση της επίδικης συμφωνίας η παραμονή των εφεσιβλήτων στο ακίνητο χωρίς οποιανδήποτε ένδειξη θέλησης παράτασης μόνο σαν παράνομη επέμβαση μπορεί να θεωρηθεί. Όπως τίθεται στο ίδιο Σύγγραμμα ανωτέρω, στην παρα.1207: "Tenant trespasser. If a tenancy determines by effuxion of time or otherwise, and the former tenant remains in possession against the will of the rightful owner, the former tenant is, apart from statutory protection, a trespasser from the date of the determination of the tenancy."» Η παράνομη κατοχή των επίδικων καταστημάτων από τους Εναγόμενους 1 και 2 συνεχίστηκε και το επόμενο κρίσιμο στάδιο αναφορικά με την εξέλιξη των γεγονότων είναι η αλλαγή των κλειδαριών από την Ενάγουσα στις 16.11.
- Περί τούτου η Ενάγουσα ενημέρωσε τον Εναγόμενο 1 με την επιστολή της ημ. 4.11.15, Τεκμήριο
- Σε αυτή την επιστολή η Ενάγουσα επισημαίνει ότι τα καταστήματα έχουν εγκαταλειφθεί προ καιρού και ότι έχει δεχθεί παράπονα από τη Διαχειριστική Επιτροπή για υγρασία και άλλα φαινόμενα που απαιτούν συντήρηση, εξ ου και θα πρέπει να προστατεύσει την περιουσία της από τη φθορά και την εγκατάλειψη. Δηλώνει ότι θα εισέλθει στα καταστήματα στις 16.11.15 με στόχο τη συντήρηση τους και καλεί τους Εναγόμενους να παραλάβουν όποια αντικείμενα δικά τους επιθυμούν μέχρι και τις 13.11.
- Οι Εναγόμενοι απάντησαν με την επιστολή του δικηγόρου τους ημ. 17.11.15, Τεκμήριο 76, αρνούμενοι ότι εγκατέλειψαν τα καταστήματα, επικαλούμενοι την εκκρεμότητα της παρούσας Αγωγής και της Ανταπαίτησης τους και ανέφεραν ότι η όποια είσοδος της Ενάγουσας σε αυτά θα ήταν παράνομη. Εξ ου και τελικώς η αλλαγή των κλειδαριών έγινε από την Ενάγουσα, με τη συνοδεία της Αστυνομίας και χωρίς την παρουσία των Εναγομένων. Τα πιο πάνω γεγονότα οδηγούν στο ερώτημα κατά πόσο με την αλλαγή των κλειδαριών τερματίστηκε η κατοχή των καταστημάτων από τους ενοικιαστές. Σε τέτοια περίπτωση το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει κατά πόσο υπήρχε παράδοση των καταστημάτων με βάση τον νόμο η οποία ισχύει στις περιπτώσεις όπου ο νόμος δημιουργεί την παράδοση από τη συμπεριφορά και των δύο μερών η οποία συμπίπτει με τη μη συνέχιση της ενοικίασης. Η παράδοση σε τέτοιες περιπτώσεις εξαρτάται από τη συμφωνία μεταξύ των μερών ότι η ενοικίαση τερματίστηκε και στην αλλαγή της κατοχής με βάση την εν λόγω συμφωνία των μερών. Η αλλαγή κατοχής είναι στοιχείο απαραίτητο για την παράδοση του υπό ενοικίαση ακινήτου - βλ. Halsbury's Laws of England (ανωτέρω) τόμος 23, σελ. 685, παρ. 1414 και Whitehead v. Clifford
(1814)5 Taunt. 518. Το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα είναι διαφωτιστικό: «Surrender by operation of law. Delivery of possession by the tenant to the landlord and his acceptance of possession effect a surrender by operation of law. The surrender in this case depends upon the agreement by the landlord and tenant that the term shall be put an end to, and upon the change of possession in pursuance of the agreement. The change of possession is essential. A parol licence to quit will not of itself operate as a surrender; but where the tenant gives up possession in pursuance of the licence, and the landlord accepts it, the surrender by operation of law is complete. The surrender is effectual although the landlord accepts possession under a mistake induced by the tenant, provided that the tenant's conducts not fraudulent. . There is a delivery of possession sufficient to effect a surrender when the tenant returns the keys of the premises, and the landlord accepts them with the intention of changing the possession. But the consent of the landlord to the delivery of the keys is essential, and it is not sufficient that they are delivered to his servant who does not return them. If there is no consent at the time, the surrender is not complete until the landlord takes possession in such a manner as to estop him from denying that the tenancy is at an end. He does not thus take possession by attempting to relet the premises, nor by entering to do necessary repairs, nor by making occasional use of part of the premises. If, however, after the tenant has quitted the premises, the landlord relets them to another tenant who goes into occupation, a surrender is effected from the time of reletting, unless the landlord gives notice to the tenant that the reletting is on his account.» Ο τρόπος εφαρμογής της κατοχής δια νόμου αναλύεται επίσης στο σύγγραμμα Woodfall's Law of Landlord and Tenant, 1993, τόμος 1, σελ. 17/7-17/9, παρ. 17.018-17.022, ως εξής: «Nature of surrender by operation of law There is no legal distinction between a surrender by operation of law and an implied surrender. The term surrender by operation of law "is applied to cases where the owner of a particular estate has been a party to some act the validity of which he is afterwards estopped from disputing, and which would not be valid if his articular estate had continued to exist. There the law treats the doing of such act as constituting a surrender". A surrender by operation of law does not depend on the intention of the parties; it takes place independently, and even in spite of intention. The foundation of the doctrine is estoppel. There is no estoppel by mere verbal agreement; there must be in addition to such agreement some act done which is inconsistent with the continuance of the lease. Similarly, the giving of a bad notice to quit is no surrender, although there may be a surrender if the notice is subsequently acted upon. In point of time the surrender is treated as having taken place immediately before the act to which the tenant is a party. No deed required A surrender by operation of law is not required to be effected by deed or other instrument in writing. . Act must be unequivocal The conduct of the parties must unequivocally amount to an acceptance that the tenancy has ended. There must either be relinquishment of possession and its acceptance by the landlord, or other conduct consistent only with the cesser of the tenancy, and the circumstances must be such as to render it inequitable for the tenant to dispute that the tenancy has ceased. . Giving and acceptance of possession An agreement by the landlord and the tenant that the term shall be put an end to, acted upon by the tenant's quitting the premises and the landlord by some unequivocal act taking possession, amounts to a surrender by operation of law. But the giving and acceptance of possession must be unequivocal. So there was no surrender where: (
- a)the landlord accepted the keys "without prejudice" (
- b)the landlord attempted unsuccessfully to relet the premises; (
- c)the landlord changed the locks of the premises in order to secure them against intruders, while maintaining a claim against the tenant for rent; (
- d)the landlord carried out necessary repairs and attempted to let the premises, although when the landlord did relet, the tenant's liability for rent ceased as from the start of the new letting; (
- e)the landlord put a caretaker into the property in order to prevent depredations. (
- f)the tenant abandoned art of the premises. However, the landlord's conduct was sufficient to amount to the acceptance of a surrender where: (
- a)he accepted possession unreservedly; (
- b)the tenant vacated at the request of the landlord who afterwards demolished the property; (
- c)the landlord went into beneficial occupation of the property; (
- d)the landlord accepted rent from sub-tenants who had been directed by the tenant to attorn to the landlord and pay their rent to him; (
- e)the tenant left giving notice of intention to surrender and the landlord acquiesced without demur for a considerable period. A collection of facts which, though equivocal if looked at singly, may collectively point unequivocally to an acceptance of possession. The giving and acceptance of possession may be symbolic, e.g. by the giving and acceptance of keys. This is considered in the next paragraph. It may be possible to infer a surrender where the tenant has vacated the property leaving substantial rent arrears. Acceptance of key The acceptance of the key by the landlord is not necessarily evidence of a surrender; it depends why the key was accepted. If it is accepted merely for the purpose of attempting to relet in the interests of the tenant, or to secure the premises against intruders, or to carry out repairs, there is no surrender. But if the key is accepted as part of an agreement that the tenant shall give up possession and that the rent shall cease, the acceptance of the key marks the moment of surrender. Where the tenant left the key at the landlord's office, and the landlord at first refused to accept it, there was nevertheless a surrender when the landlord subsequently put up a letting board, used the key to show the property to prospective tenants and painted out the tenant's name from the front of the property.» Η Ενάγουσα επικαλέστηκε την ανάγκη αλλαγής των κλειδαριών για να αποκτήσει πρόσβαση στα καταστήματα προς τον σκοπό επιθεώρησης και επιδιόρθωσης αυτών. Επί τούτου ο όρος 2.6 του ενοικιαστηρίου προβλέπει ότι ο ενοικιαστής υποχρεούται να επιτρέπει στον ιδιοκτήτη να εισέρχεται στο κτήμα, μετά από μιας βδομάδας προειδοποίηση, για επιθεώρηση της γενικής κατάστασης του κτήματος, και αν υπάρχουν ζημιές, τότε ο ιδιοκτήτης θα πρέπει να δώσει γραπτή ειδοποίηση προς τον ενοικιαστή για όλες τις αναγκαίες διορθώσεις για τις οποίες ο ενοικιαστής ευθύνεται. Ο όρος αυτός επιβάλλει επίσης την υποχρέωση στον ενοικιαστή να προβεί στις επιδιορθώσεις όλων των ζημιών εντός ενός μηνός, και αν δεν το πράξει, τότε έχει την υποχρέωση να επιτρέψει στον ιδιοκτήτη να εισέλθει στο κτήμα και να προβεί στις επιδιορθώσεις, και να πληρώσει εκείνος (ο ενοικιαστής) για τα έξοδα αυτών. Επομένως, η Ενάγουσα είχε δικαίωμα να εισέλθει εντός των καταστημάτων δυνάμει αυτού του όρου ενόσω βεβαίως βρισκόταν σε ισχύ το ενοικιαστήριο. Σχετικά παραπέμπω στο σύγγραμμα Halsbury's of England, 3η έκδοση, τόμος 23, σελ. 564-565. Αυτή η πρόνοια δεν τηρήθηκε. Είναι σημαντική η θέση της ίδιας της Ενάγουσας κατά την έκφραση της πρόθεσης της να εισέλθει στα καταστήματα, μέσω της επιστολής ημ. 4.11.15. Εκεί η Ενάγουσα ρητώς αναγνωρίζει και επικαλείται την εγκατάλειψη «εδώ και καιρό» των καταστημάτων από τους Εναγόμενους 1 και 2 και τους καλεί να επικοινωνήσουν αν έχουν αντικείμενα τους τα οποία επιθυμούν να ανακτήσουν. Με αυτή τη στάση τους, διαφαίνεται ότι η ίδια η Ενάγουσα αναγνωρίζει, δέχεται και μάλιστα επικαλείται και στηρίζεται στην εγκατάλειψη των καταστημάτων από τους Εναγόμενους 1 και 2 εδώ και καιρό. Όμως η άρνηση των ισχυρισμών της Ενάγουσας από τους Εναγόμενους 1 και 2, με την επιστολή τους ημ. 17.11.15, θα πρέπει να ιδωθεί μέσα από την όλη συμπεριφορά των μερών και το ιστορικό των γεγονότων, με αναφορά και στο ίδιο το περιεχόμενο της (επιστολής). Από αυτό προκύπτει αβίαστα ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 απέρριψαν τον ισχυρισμό για εγκατάλειψη και προβάλλουν τον ισχυρισμό για παράνομη επέμβαση της Ενάγουσας εντός αυτών, στηριζόμενοι στις δικές τους θέσεις, περί παραβίασης της συμφωνίας από την Ενάγουσα (η οποία βεβαίως δεν έγινε δεκτή) και ύπαρξης των δικών τους αξιώσεων όπως περιέχονται και στην Ανταπαίτηση τους. Με άλλα λόγια, η Ενάγουσα δέχεται ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 έχουν εγκαταλείψει τα καταστήματα εδώ και καιρό και επιπλέον η άρνηση των θέσεων της Ενάγουσας από τους Εναγόμενους 1 και 2 δεν απολήγει στην όποια αναγνώριση για συνέχιση εκ μέρους τους κατοχής των καταστημάτων αλλά αντιθέτως αυτοί επικαλούνται την παραβίαση της συμφωνίας και συνακόλουθα τον παράνομο και άκυρο τερματισμό εκ μέρους της Ενάγουσας, εξ ου και προβάλλουν αξιώσεις για αποζημιώσεις για τα πληρωθέντα ενοίκια και δήλωση ότι η Ενάγουσα δεν δικαιούται σε οποιαδήποτε άλλη πληρωμή ενοικίων. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, το Δικαστήριο καταλήγει ότι η συμπεριφορά των μερών καταδεικνύει πως με την αλλαγή των κλειδαριών η Ενάγουσα δέχθηκε ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 εγκατέλειψαν την κατοχή των καταστημάτων και το πιο ουσιώδες είναι ότι η ίδια πλέον απέκτησε την είσοδο, την πρόσβαση και τον έλεγχο αυτών. Με την αλλαγή των κλειδαριών, είναι κοινώς αποδεκτό ότι η Ενάγουσα είχε τον πλήρη έλεγχο για το ποιος εισέρχετο εντός των καταστημάτων, τα οποία ήταν πλέον υπό τη δική της ευθύνη. Μάλιστα, από τότε η Ενάγουσα δεν επέτρεψε την ελεύθερη πρόσβαση εντός των καταστημάτων στους Εναγόμενους 1 και 2, εκτός μόνο από τρεις με τέσσερις φορές, κατόπιν παράκλησης των Εναγομένων και κυρίως κατόπιν άδειας και στην παρουσία της Ενάγουσας και μόνο για τον σκοπό επιθεώρησης των αντικειμένων τους τα οποία εξακολουθούσαν να βρίσκονται εντός αυτών και παραλαβής κάποιων εξ αυτών. Αυτά τα στοιχεία και η όλη εξέλιξη των γεγονότων και η συμπεριφορά των μερών οδηγούν στο ασφαλές συμπέρασμα ότι ήταν κοινή διαπίστωση και πρόθεση των μερών πως οι Εναγόμενοι 1 και 2 είχαν εγκαταλείψει την κατοχή των καταστημάτων και με την αλλαγή των κλειδαριών η Ενάγουσα απέκτησε τον έλεγχο και την κατοχή τους. Υπό τις περιστάσεις αυτές σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 εξακολουθούσαν να διατηρούν κατοχή μετά την αλλαγή κλειδαριών αφού πλέον υπήρχε σαφέστατος έλεγχος και διαχείριση αυτών από πλευράς Ενάγουσας. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι η παρούσα περίπτωση διαφοροποιείται από την περίπτωση απλής παράδοσης των κλειδιών ή εισόδου εντός του υποστατικού για τον σκοπό επιδιόρθωσης ζημιών, στις οποίες γίνεται αναφορά στα ανωτέρω αποσπάσματα από τα συγγράμματα Halsbury's Laws of England και Woodfall's Law of Landlord and Tenant, καθότι εδώ συντρέχουν περισσότερα στοιχεία τα οποία σαφώς κλίνουν υπέρ της εγκατάλειψης από τους Εναγόμενους 1 και 2 και της συνεπακόλουθης ανάληψης του πλήρους ελέγχου των καταστημάτων από την Ενάγουσα. Αναμφίβολα, με βάση τις σχετικές αρχές, από τον τερματισμό και για την περίοδο κατοχής των επίδικων καταστημάτων από τους Εναγόμενους 1 και 2, μέχρι και την ανάληψη κατοχής τους από την Ενάγουσα, η τελευταία δικαιούται σε αποζημιώσεις υπό μορφή ενδιάμεσων κερδών (mesne profits). Σχετική είναι η υπόθεση Thoma v. Chambou
(1986)1 C.L.R. 68. Στην υπόθεση Kakoullou and Another v. Kakoulli
(1985)1 C.L.R. 355 παρατίθεται ο τρόπος υπολογισμού των αποζημιώσεων στο ακόλουθο απόσπασμα: «The normal measure of damages is the market rental value of the property occupied or used for the period of wrongful occupation or user - (McGregor on Damages, 13th Edition, para. 1076). In Clifton Securities, Ltd. v. Huntley and Others, [1948] 2 All E.R. 283, Donning, J., as he then was, at p. 284 said:- "There is no doubt that in point of Law the defendants were trespassers for that time, and that they can have no answer to this claim for mesne profits upto July 15, 1947. At what rate are the mesne profits to be assessed? When the rent represents the fair value of the premises, mesne profits are assessed at the amount of the rent". (See, also, Olymbiou v. Kyriakoulli and Another,
(1983)1 C.L.R. 235).» Κρίνεται χρήσιμη επίσης η παραπομπή στην υπόθεση Olymbiou v. Kyriakoulli and Another
(1983)1 C.L.R. 235 για το ίδιο θέμα το οποίο έτυχε αναφοράς από το Εφετείο παρόλο που εκεί κατέληξε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εφάρμοσε τη σχετική νομική αρχή εσφαλμένα: «It examined the measure of damages which it defined as being "the market rental value of the property occupied or used for the period of wrongful occupation or user", and in support thereof he referred to McGregor on Damages, 13th Ed., para. 1076, and to the case of Clifton Securities Ltd. v. Huntley & Others [1948] 2 All E.R. 283, quoting a passage from Denning J., from p. 284, of the said judgment where it was said:‑ "There is no doubt that in point of law the defendants were trespassers for that time, and that they can have no answer to this claim for mesne profits up to July 15, 1947. At what rate are the mesne profits to be assessed? When the rent represents the fair value of the premises, mesne profits are assessed at the amount of the rent, but, if the real value is higher than the rent, then the mesne profits must be assessed at the higher value. In this case, the real value of the premises at the material time was £300.- a year and the mesne profits are to be taken at that rate".» Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Τσαρμαντίδης κ.ά. v. Δημητρίου
(2010)1(Α) Α.Α.Δ. 239 επαναλήφθηκε η αρχή ότι το κριτήριο για την αποζημίωση σε περιπτώσεις παράνομης επέμβασης είναι αλληλένδετο με την ενοικιαστική αξία του διαμερίσματος. Το Εφετείο παρέπεμψε στην υπόθεση Ναυτικός Όμιλος Πάφου v. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 882, στην οποία λέχθηκε ότι οι πρόνοιες της Δ.36Β θ.7 παρέχουν εξουσία στο Δικαστήριο, σε περιπτώσεις συνεχιζόμενων αστικών αδικημάτων, να επιδικάζει αποζημιώσεις για ολόκληρη τη ζημιά που ο ενάγων υπέστη μέχρι τη δίκη. Στην εν λόγω υπόθεση, το επιδικασθέν ποσό καθορίστηκε στη βάση της ενοικιαστικής αξίας του διαμερίσματος, το οποίο όμως τονίστηκε πως δεν είναι καταβλητέο με τη μορφή ενοικίου, αλλά με τη μορφή αποζημιώσεων για παράνομη επέμβαση και σαν τέτοιο είναι πληρωτέο για όσο χρονικό διάστημα η επέμβαση διαρκεί. Η υπόθεση Adrian Holdings Ltd v. Δημοκρατίας
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1836 περιέχει μια διαφωτιστική ανάλυση του όλου θέματος στο ακόλουθο απόσπασμα: «Όπου αποδεικνύεται παράνομη κατοχή ακινήτου το μέτρο αποζημιώσεων είναι η αγοραία ενοικιαστική αξία του ακινήτου και όχι το όφελος που προσπορίζεται ο παράνομος κάτοχος από τη χρήση της γης ή η ακριβής απώλεια του ιδιοκτήτη. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό, αλληλένδετο με την ενοικιαστική αξία της περιουσίας (Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 882). Η καταβολή αποζημιώσεων με βάση τις πιο πάνω αρχές επιβάλλεται, έστω και αν ο ιδιοκτήτης δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει ο ίδιος την περιουσία ή να την ενοικιάσει (Γενικός Εισαγγελέας ν. Bahchecioglou και Άλλος,
(1998)1 Α.Α.Δ. 426 όπου γίνεται αναφορά σχετικά με το θέμα στην Strand Electric and Engineering Co. Ltd v. Brisford Ltd [1952] 1 All E.R. 796). Οι εφεσείοντες προσβάλλουν το εύρημα ότι απέτυχαν να αποδείξουν απώλεια ή ζημιά και παραθέτουν σειρά αποφάσεων που ασχολούνται με το θέμα των αποζημιώσεων. Μεταξύ άλλων αναφέρονται και στο πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Swordheath Properties Ltd v. Tabet and Others [197] 1 All E.R. p.240 στη σελ.242: . Σε μετάφραση: "Φαίνεται ότι είναι καθαρό, ότι τόσο ως θέμα αρχής αλλά και αυθεντιών, σε υπόθεση αυτού του είδους ο ενάγων, όπου αποδεικνύει ότι ο εναγόμενος παραμένει παράνομα σε ακίνητη ιδιοκτησία, δικαιούται, χωρίς να παρουσιάσει μαρτυρία ότι θα μπορούσε ή ότι επροτίθετο να ενοικιάσει την ιδιοκτησία σε κάποιον άλλον αν δεν την κατείχε παράνομα ο εναγόμενος, να ανακτά ως αποζημιώσεις από την παράνομη επέμβαση την αξία της περιουσίας όπως θα μπορούσε δίκαια να υπολογιστεί. και, στην απουσία ειδικών περιστάσεων η συνήθης ενοικιαστική αξία της ιδιοκτησίας θα αποφάσιζε το ποσό των αποζημιώσεων". Περαιτέρω, αναφέρθηκαν και στην υπόθεση Inverugie Investments Ltd v. Hackett [1995] 3 All E.R. 841, από την οποία παραθέτουμε σχετικό απόσπασμα από τη σελ. 845: . Σε μετάφραση: "Στην υπόθεση Stoke-on-Trent City Council v. W & J Wass Ltd
(1988)3 All ER 394 στην 402,
(1988)1 WLR 1406 στη 1416 ο Nicholls LJ κατονόμασε την αρχή σε τέτοιες υποθέσεις ως την "αρχή χρήσης". Ο ενάγων μπορεί να μην έχει υποστεί οποιαδήποτε πραγματική απώλεια με το να στερηθεί της χρήσης της περιουσίας του. Αλλά κάτω από την αρχή χρήσης δικαιούται να ανακτήσει ένα λογικό ενοίκιο για την παράνομη χρήση της περιουσίας του από τον παρανόμως επεμβαίνοντα. Παρομοίως, εκείνος που επεμβαίνει παράνομα μπορεί να μην έχει αποκομίσει οποιοδήποτε πραγματικό όφελος από την χρήση της περιουσίας. Αλλά κάτω από την αρχή χρήσης υποχρεούται να πληρώσει εύλογο ενοίκιο για τη χρήση της οποίας επωφελήθηκε."» Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο λαμβάνει ως μέτρο αποζημιώσεων για ενδιάμεσα κέρδη το ενοίκιο όπως αυτό καθοριζόταν για τον πρώτο χρόνο ενοικίασης και παρέμεινε στο ίδιο ύψος για όλη την υπόλοιπη χρονική περίοδο της ενοικίασης. Υπενθυμίζεται ότι και οι Εναγόμενοι 1 και 2 αναγνώρισαν και αποδέχθηκαν το ίδιο ποσό μετά τη λήξη του πρώτου χρόνου εξ ου και κατέβαλλαν αυτό ενόσω προέβαιναν σε πληρωμή και ουδέποτε αμφισβήτησαν την απαίτηση της Ενάγουσας ως προς τούτο κατόπιν και της ρητής αναφοράς του ΜΕ1 πως περιόριζε αναλόγως την απαίτηση. Ως εκ τούτου, και με βάση την κατάσταση οφειλόμενων ενοικίων, Τεκμήριο 6, η Ενάγουσα δικαιούται στην πληρωμή των καθυστερημένων ενοικίων μέχρι και τον τερματισμό, ήτοι για τη χρονική περίοδο 16.3.18-11.8.11, δηλαδή τα ενοίκια για 9½ μήνες για την περίοδο 16.3.08-31.12.08, τα ενοίκια για 12 μήνες για την περίοδο 1.1.09-31.12.09, τα ενοίκια για 12 μήνες για την περίοδο 1.1.10-31.12.10, και τα ενοίκια για 7½ μήνες για την περίοδο 1.1.11-11.8.11 (για τον Αύγουστο του 2011 υπολογίζεται μόνο το ½ του μηνιαίου ενοικίου). Επίσης δικαιούται στην πληρωμή αποζημιώσεων για ενδιάμεσα κέρδη από τον τερματισμό μέχρι και την ανάληψη κατοχής των επίδικων καταστημάτων από την Ενάγουσα στις 16.11.15, ήτοι το ½ του ενοικίου για τον 8ο του 2011, τα ενοίκια για 4 μήνες για τη χρονική περίοδο 1.9.11-31.12.11, τα ενοίκια για 12 μήνες για την περίοδο 1.1.12-31.12.12, τα ενοίκια για 12 μήνες για την περίοδο 1.1.13-31.12.13, τα ενοίκια για 12 μήνες για την περίοδο 1.1.14-31.12.14, τα ενοίκια για 10 μήνες για την περίοδο 1.1.15-31.10.15 και το 1/2 του ενοικίου για τον μήνα Νοέμβριο του 2015 (εφόσον η Ενάγουσα έλαβε κατοχή στις 16.11.15). Επομένως, το Δικαστήριο καταλήγει ότι η Ενάγουσα δικαιούται στο ποσό των €280.210,40, το οποίο αντιπροσωπεύει τα καθυστερημένα οφειλόμενα ενοίκια από την έναρξη της συμφωνίας μέχρι και τον τερματισμό στις 11.8.11, καθώς επίσης και το ποσό των €348.554,40, ως αποζημιώσεις για ενδιάμεσα κέρδη από τον τερματισμό μέχρ