← Κύπρος

Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, υπό εξυγίανση δυνάμει των προνοιών του Περί Εξυγίανσης Πιστοποιητικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013 Ν. (17)/20

Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, υπό εξυγίανση δυνάμει των προνοιών του Περί Εξυγίανσης Πιστοποιητικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013 Ν.

(17)/2013 (ενεργώντας μέσω της Ειδικής Διαχειρίστριας της, XXXXX Αντωνιάδου, από τη Λευκωσία) ν. Βγενόπουλος κ.α., Αρ. Αγωγής: 8400/12, 14/5/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A271 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Χριστοδουλίδου Μέσσιου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 8400/12 Μεταξύ: Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Εναγόντων και
  1. XXXXX Βγενόπουλος, από την Αθήνα
  2. XXXXX Μπουλούτα, από την Αθήνα
  3. XXXXX Μάγειρα, από την Αθήνα
  4. XXXXX Χιλιαδάκη, από την Αθήνα
  5. XXXXX Στυλιανίδη, από τη Λευκωσία
  6. XXXXX Κουννή, από τη Λευκωσία
  7. XXXXX Λυσάνδρου, από τη Λευκωσία
  8. XXXXX Μυλωνά, από τη Λευκωσία
  9. XXXXX Θεοχαράκη, από την Αθήνα
  10. XXXXX Φόρου, από την Αθήνα
  11. XXXXX Ba' alaway, από το Ντουμπάι Εναγομένων Και διά τροποποιήσεως Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, υπό εξυγίανση δυνάμει των προνοιών του Περί Εξυγίανσης Πιστοποιητικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013 Ν.
(17)/2013 (ενεργώντας μέσω της Ειδικής Διαχειρίστριας της, XXXXX Αντωνιάδου, από τη Λευκωσία) Εναγόντων και
  1. XXXXX Βγενόπουλος, από την Αθήνα
  2. XXXXX Μπουλούτα, από την Αθήνα
  3. XXXXX Μάγειρα, από την Αθήνα
  4. XXXXX Χιλιαδάκη, από την Αθήνα
  5. XXXXX Στυλιανίδη, από τη Λευκωσία
  6. XXXXX Κουννή, από τη Λευκωσία
  7. XXXXX Λυσάνδρου, από τη Λευκωσία
  8. XXXXX Μυλωνά, από τη Λευκωσία
  9. XXXXX Θεοχαράκη, από την Αθήνα
  10. XXXXX Φόρου, από την Αθήνα
  11. XXXXX Ba' alaway, από το Ντουμπάι Εναγομένων Ημερομηνία: 14 Μαΐου 2021 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Εναγόμενο 4 Αιτητή: Ο κ. Α Χαβιαράς, για Χαβιαράς & Φιλίππου Δ.Ε.Π.Ε. Για την Ενάγουσα Καθ' ης η Αίτηση: Ο κ. Δ. Αραούζος, για Χρύσης Δημητριάδης & Σια Δ.Ε.Π.Ε. -------------- Ενδιάμεση απόφαση σε αίτηση υπό του Εναγόμενου 4 Αιτητή ημερομηνίας 5/05/14 για έκδοση διατάγματος ακύρωσης και παραμερισμού του κλητηρίου εντάλματος και της επίδοσης αυτού εκτός δικαιοδοσίας σε αυτόν Με την πιο πάνω αίτηση η οποία έχει, όπως έχει ήδη αναφερθεί, καταχωρηθεί από τον Εναγόμενο 4, Αιτητή («ο Αιτητής») στις 5/05/14, ο Αιτητής αιτείται την έκδοση διαταγμάτων του Δικαστηρίου με τα οποία: 1) να ακυρώνεται και/ή παραμερίζεται το κλητήριο ένταλμα σε σχέση με τον Αιτητή λόγω του ότι δεν προϋπήρχε της επίδοσης της ειδοποίησης αυτού διαταγή του Δικαστηρίου για σφράγιση του ως κλητηρίου απευθυνόμενου σε κάτοικο εκτός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, 2) να ακυρώνεται και/ή να παραμερίζεται το μονομερές εκδοθέν διάταγμα ημερομηνίας 22/05/13 με το οποίο δόθηκε άδεια στην Ενάγουσα για έκδοση και καταχώρηση της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος στην παρούσα αγωγή με σκοπό να επιδοθεί στον Αιτητή εκτός δικαιοδοσίας λόγω του ότι αυτό έγινε κατά παράβαση της Κοινοτικής Νομοθεσίας και στη βάση ανενεργών Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, 3) να ακυρώνεται και/ή να παραμερίζεται το μονομερές εκδοθέν διάταγμα ημερομηνίας 22/05/13 με το οποίο χορηγήθηκε άδεια στην Ενάγουσα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας στον Αιτητή των κατονομαζόμενων εγγράφων, 4) να ακυρώνεται και/ή να παραμερίζεται η επίδοση στον Αιτητή των εγγράφων ως αυτά καθορίζονται στο διάταγμα ημερομηνίας 22/05/13, 5) να ακυρώνεται και/ή να παραμερίζεται η διαταγή του Δικαστηρίου ημερομηνίας 16/12/13 για παράταση του χρόνου υποβολής αίτησης της Ενάγουσας για ανανέωση του κλητηρίου εντάλματος στην αγωγή σε σχέση με τον Αιτητή ένεκα του ότι δεν συνέτρεχε βάσιμος λόγος προς τούτο, και 6) να ακυρώνεται και/ή παραμερίζεται η διαταγή του Δικαστηρίου ημερομηνίας 16/12/13 για ανανέωση του κλητηρίου εντάλματος στην αγωγή σε σχέση με τον Αιτητή για περίοδο 6 μηνών από 25/11/13, ένεκα του ότι δεν συνέτρεχε κανένας βάσιμος λόγος προς τούτο. Νομική βάση της αίτησης είναι τα άρθρα 3 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας Δ.1, Δ.2, Δ.4, Δ.5, Δ.5Α, Δ.6 θθ1‑ 9, Δ.9, Δ.16 θ9, Δ.25 θθ1‑ 5,.Δ39, Δ.48 θθ1‑ 4,8, 9 και 13, Δ.51, Δ.57 και Δ.64, το άρθρο 3 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, τα άρθρα 1‑69 του ΕΚ 44/01 τα άρθρα 1‑ 26 του ΕΚ1393/07, τα άρθρα 1‑34 της Νομικής Σύμβασης μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου N.55/84, η εγγενής δικαιοδοσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση φαίνονται
(1)στον φάκελο του Δικαστηρίου,
(2)στην ένορκη δήλωση του XXXXX Χριστοφή από τη Λεμεσό ημερομηνίας 28/06/13 που συνοδεύει την αίτηση του XXXXX Βγενόπουλου ημερ. 28/6/13 στα πλαίσια της παρούσας αγωγής και στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση της XXXXX Χριστοδούλου. Στην ένορκη δήλωσή της, η XXXXX Χριστοδούλου αναφέρει ότι είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον Αιτητή και δεόντως εξουσιοδοτημένη από αυτόν να προβεί σε αυτή προς υποστήριξη της υπό κρίσης αίτησής του. Αναφέρει ότι προβαίνει στην ένορκη δήλωση από γεγονότα που περιήλθαν στην αντίληψή της και από πληροφορίες που έχει λάβει από τον ίδιο τον Αιτητή, από έγγραφα που είναι στην κατοχή της και από γεγονότα για τα οποία έχει λάβει πληροφόρηση από άλλα πρόσωπα, στα οποία κάνει αναφορά. Δηλώνει ότι έχει διαβάσει την ένορκη δήλωση του XXXXX Χριστοφή ημερομηνίας 28/06/13 που συνοδεύει την αίτηση του Εναγόμενου 1 ημερομηνίας 28/06/13 για το ίδιο θέμα, και υιοθετεί πλήρως το περιεχόμενό της, το οποίο επαναλαμβάνει ως αληθές και ορθό. Είναι η θέση της ότι η Ενάγουσα ούτε προβάλλει, ούτε και τεκμηριώνει οποιονδήποτε βάσιμο λόγο που να δικαιολογεί την μη επίδοση του κλητηρίου ή της ειδοποίησης αυτού στον Αιτητή πριν την εκπνοή του. Ως απόδειξη της σχεδιασμένης καθυστέρησης εκ μέρους της Ενάγουσας ή της παράληψής της να λάβει ουσιαστικά μέτρα επίδοσης, είναι το γεγονός ότι επέδωσε τελικά στον Αιτητή στις 13/03/14, 24/03/14 και 15/04/14 πολλαπλά έγγραφα, και η θέση του Αιτητή είναι ότι πάντοτε μπορούσε να βρεθεί στην κατοικία του ή στον τόπο εργασίας του. Θεωρεί ότι δεν έγινε επίδοση προς αυτόν έγκαιρα, όχι γιατί δεν μπορούσε να ανευρεθεί, αλλά γιατί η Ενάγουσα είτε αμέλησε, είτε δεν επιδίωξε να το πράξει εντός ευλόγου χρόνου. Αναφέρει επίσης ότι η Ενάγουσα δεν προβάλλει ούτε και τεκμηριώνει οποιονδήποτε βάσιμο λόγο που να δικαιολογεί την παράληψή της να αιτηθεί την παράταση του κλητηρίου εντάλματος πριν την εκπνοή του, γι' αυτό και ζητά την έκδοση των διαταγμάτων ως η αίτηση. Στην ένορκη δήλωση του ο XXXXX Χριστοφή, ο οποίος είναι δικηγόρος στη δικηγορική εταιρεία Ανδρέας Γιωρκάτζης Δ.Ε.Π.Ε. που είναι δικηγόροι των Εναγομένων 1 και 12, δηλώνει εξουσιοδοτημένος από τους Εναγόμενους 1 και 12 να προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση εκ μέρους τους, γνωρίζει τα γεγονότα για τα οποία ορκίζεται προσωπικά και ότι αυτά είναι αληθή, ενώ για όσα γεγονότα δεν γνωρίζει προσωπικά, αναφέρει την πηγή γνώσης του. Όπως αναφέρει, ο Εναγόμενος 1 είναι Έλληνας υπήκοος που ζει και εργάζεται μόνιμα στην Ελλάδα και η Εναγομένη 12 εταιρεία εγγεγραμμένη στην Ελληνική Δημοκρατία. Κατόπιν οδηγιών των Εναγομένων 1 και 12 διεξήγαγε έρευνα στον φάκελο του Δικαστηρίου που τηρείται για την πιο πάνω αγωγή, στην παρουσία δύο άλλων δικηγόρων, και διαπίστωσαν ότι τόσο στο αρχικά καταχωρημένο κλητήριο ένταλμα που φέρει ημερομηνία 26.11.12 όσο και στο τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα που καταχωρήθηκε στις 29.4.13 δεν περιέχεται οποιαδήποτε σφραγίδα του Δικαστηρίου με αποτέλεσμα το κλητήριο ένταλμα να θεωρείται ότι δεν έχει εκδοθεί και ότι δεν άρχισε η αγωγή και επομένως όποια διαβήματα ακολούθησαν είναι εξ υπαρχής άκυρα. Επισυνάπτει σχετικά ως Τεκμήρια 1 και 2 αντίγραφα των κλητηρίων ενταλμάτων. Αναφέρει επίσης ότι μέσα από τον φάκελο του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η Ενάγουσα στις 29.4.13 εξασφάλισε διάταγμα τροποποίησης του κλητηρίου εντάλματος και επισυνάπτει σχετικά το διάταγμα ως Τεκμήριο
  1. Είναι η θέση του ότι εάν κάποιος συγκρίνει τα Τεκμήρια 1 και 2 καταδεικνύεται ότι όταν καταχωρήθηκε το Τεκμήριο 2 δεν συμπεριλήφθηκε σε αυτό η φράση «όχι για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας χωρίς άδεια του Δικαστηρίου» χωρίς να υπάρχει περί τούτου άδεια για τροποποίηση κατ αυτόν τον τρόπο και, κατά συνέπεια, υπήρξε απόκλιση από τους όρους τροποποίησης με αποτέλεσμα το διάταγμα τροποποίησης να καταστεί άκυρο ipso facto. Θεωρεί επίσης ότι το διάταγμα τροποποίησης ημερ. 29/4/13 θα πρέπει να παραμεριστεί και να ακυρωθεί αφού δεν γίνεται επίκληση της Δ.10θ9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Όπως αναφέρει, η Ενάγουσα στις 22/5/13 εξασφάλισε διάταγμα, το Τεκμήριο 4, με το οποίο παρέχεται άδεια για έκδοση και καταχώρηση της ειδοποίησης του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος με σκοπό να επιδοθεί μεταξύ άλλων εκτός δικαιοδοσίας αλλά και άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και υποκατάστατη επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Είναι η θέση του ότι το διάταγμα ημερ. 22/5/13 και η επίδοση των εγγράφων που προβλέπονται σε αυτό πρέπει να παραμεριστούν και ή να απορριφθούν διότι:
  2. Η Ενάγουσα δεν αποτάθηκε στο Δικαστήριο για εξασφάλιση άδειας για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος.
  3. Η νομική βάση της αίτησης ημερ. 22/5/13 δεν περιέχει αναφορά στο άρθρο 3 του Κεφ.
  4. Η αίτηση ημερ. 22/5/13 στηρίχτηκε σε Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας οι οποίοι έχουν καταστεί ανενεργοί από την ημερομηνία εφαρμογής του ΕΚ1393/07, και
  5. Στους Αιτητές δεν έχει επιδοθεί το κλητήριο ένταλμα ή ισοδύναμο έγγραφο ως προβλέπεται από τον ΕΚ1393/
  6. Είναι η τελική του θέση ότι το Δικαστήριο στην παρούσα περίπτωση άσκησε δικαιοδοσία εκδίδοντας το προσωρινό διάταγμα ημερ. 8/5/13 εναντίον των Αιτητών που δεν βρίσκονται στην Κυπριακή Δημοκρατία και δεν έχουν Κυπριακή υπηκοότητα οι οποίοι δεν είχαν ακόμα αναγνωριστεί ως διάδικοι ενώπιον του, αφού δεν είχε προηγηθεί αίτηση για να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια να αναλάβει δικαιοδοσία αναφορικά με πρόσωπα που βρίσκονται εκτός δικαιοδοσίας και συνεπώς το μονομερές εκδοθέν διάταγμα ημερ. 8/5/13 θα πρέπει να ακυρωθεί και ή να παραμεριστεί. Η Ενάγουσα καταχώρησε στις 24/10/14 ένσταση στην αίτηση. Η νομική βάση της ένστασης είναι η Δ.1, Δ.2, Δ.4, Δ.5, Δ.5Α, Δ.6, Δ.9, Δ.16 και Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, τα άρθρα 1‑26 του ΕΚ 1393/07, τα άρθρα 1‑ 76 του ΕΚ 44/01, τα άρθρα 3 και 9 του Κεφ.6, τα άρθρα 10ΕΚ και 249 ΕΚ του Νόμου που κυρώνει την Συνθήκη Προσχώρησης της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας και οι εγγενείς εξουσίες και η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Στην ένσταση προβάλλονται 2 λόγοι οι οποίοι όμως αναλύονται σε περαιτέρω λόγους. Συγκεκριμένα, ο πρώτος λόγος ένστασης είναι ότι η υπό κρίση αίτηση είναι εξ υπαρχής άκυρη επειδή: Α) δεν στηρίζεται στην Δ.48θ11 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που δίδει το δικαίωμα παραμερισμού μονομερούς διατάγματος, Β) η επίκληση της Δ.48θ11 είναι επιβεβλημένη για την έγκυρη προώθηση της υπό κρίσης αίτησης και άρα η παράληψη συμπερίληψής της καθιστά την αίτηση εξ υπαρχής άκυρη και απορριπτέα και Γ) η παράλειψη επίκλησης της Δ.28θ11 αποτελεί ουσιώδη ή θεμελιώδη παράλειψη που ισοδυναμεί σε παρατυπία μη θεραπεύσιμη και οδηγεί στην αίτηση σε ακυρότητα. Σύμφωνα με τον δεύτερο λόγο ένστασης, ο οποίος προβάλλεται άνευ βλάβης του πρώτου λόγου ένστασης, η Ενάγουσα θεωρεί ότι η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων δεν δικαιολογείται από τον Αιτητή, αφού οι λόγοι που προβάλλει για να δικαιολογήσει την προώθηση της αίτησής του είναι ανεπαρκείς και ανίκανοι να οδηγήσουν τη διαδικασία σε ακύρωση. Ειδικότερα, θεωρεί ότι η ισχυριζόμενη παράληψη από τον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας να σφραγίσει το κλητήριο ένταλμα δεν αποτελεί λόγο για τον αιτούμενο παραμερισμό, αφού δεν υπάρχει αντίστοιχο αιτητικό στην αίτηση του Αιτητή και, εν πάση περιπτώσει, αυτή η ισχυριζόμενη παράληψη μπορεί να θεραπευτεί με βάση τη Δ.
  7. Η ισχυριζόμενη μη συμπερίληψη της ανωτέρω αναφερόμενης συγκεκριμένης φράσης στο τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα δεν είναι λόγος για παραμερισμό, αφού δεν υπάρχει το αντίστοιχο αιτητικό στην αίτηση του Αιτητή, πουθενά δεν αναφέρεται ότι πρέπει να συμπεριλαμβάνεται η εν λόγω φράση, και εν πάση περιπτώσει, είναι επουσιώδης παράληψη που θεραπεύεται σύμφωνα με την Δ.
  8. Το ίδιο συμβαίνει και για τη μη συμπερίληψη του άρθρου 3 του Κεφ. 6 στην αίτηση ημερομηνίας 22/05/13 στη βάση της οποίας εκδόθηκε διάταγμα που επέτρεψε την επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος, μεταξύ άλλων και, στον Αιτητή και ο ισχυρισμός του Αιτητή ότι υπό κρίση αίτηση στηρίζεται σε ανενεργούς Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας λόγω του ΕΚ 1393/07, είναι αβάσιμος και σε καμία περίπτωση η Δ.6θ6 βρίσκεται σε σύγκρουση με τον ΕΚ 1393/
  9. Αναφέρει επίσης ότι ο Αιτητής είναι ένοχος κατάχρησης της διαδικασίας του Δικαστηρίου προβάλλοντας ως λόγους θέματα που ήδη έχουν αποφασιστεί από Δικαστήριο με άλλη σύνθεση στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, και ειδικά στις ενδιάμεσες αποφάσεις ημερομηνίας 23/05/14 σε αίτηση των Εναγομένων 1 και 12 και σε αίτηση των Εναγομένων 2 και 3 αντίστοιχα, για παραμερισμό της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος σε αυτούς. Ισχυρίζεται επίσης ότι ο Αιτητής παραθέτει στις ένορκες δηλώσεις που στηρίζουν την αίτησή του, ισχυρισμούς που δεν έχουν σχέση με τα αιτητικά που προωθεί με την υπό κρίση αίτηση, ισχυρισμούς που αφορούν άλλους διάδικους και ανυπόστατους, αβάσιμους αντιφατικούς και αναληθείς ισχυρισμούς. Αναφέρει ακόμα ότι σύμφωνα με τη νομολογία δεν απαιτείται η λήψη άδειας για σφράγιση κλητηρίου εντάλματος που περιλαμβάνει Εναγόμενους εκτός δικαιοδοσίας στις περιπτώσεις όπου ένας ή περισσότεροι από τους Εναγόμενους βρίσκονται εντός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Θεωρεί ότι η Ενάγουσα έχει ικανοποιήσει όλες τις προϋποθέσεις που πηγάζουν από τη νομολογία και τις νομικές πρόνοιες και αρχές για έκδοση τόσο του διατάγματος παράτασης χρόνου καταχώρησης αίτησης για ανανέωση του γενικού οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, του διατάγματος δια του οποίου ανανεώνεται η ισχύς του γενικού οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος για 6 μήνες από τις 25/11/13 και του τρίτου διατάγματος που επίσης παρατείνει τον χρόνο επίδοσης του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος. Η Ενάγουσα επίσης έχει θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου επαρκείς και αληθείς λόγους που δικαιολογούν πλήρως την έκδοση των διαταγμάτων ως η αίτηση ημερομηνίας 5/12/
  10. Η έκδοση του διατάγματος 16/12/13 δεν έχει προκαλέσει καμία αδικία στον Αιτητή και εν πάση περιπτώσει το Δικαστήριο είχε, ανεξάρτητα από τους Νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας, δικαιοδοσία δυνάμει του άρθρου 3 του ΕΚ 44/01 για πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους σε έδαφος κράτους μέλους όπως είναι ο Αιτητής. Ο Αιτητής πέτυχε να καταδείξει ότι οι προϋποθέσεις των άρθρων 5.3 και 6 του ΕΚ 44/01 πληρούνται, και έχει τη θέση ότι οι προϋποθέσεις που θέτει η Δ.6θ4 για να εξασφαλιστεί άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας ενός κλητηρίου εντάλματος, δεν ισχύουν στις περιπτώσεις που το Κυπριακό Δικαστήριο έχει ειδική δικαιοδοσία με βάση τον ΕΚ 44/01 επί Εναγόμενων που διαμένουν σε άλλα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο Αιτητής απέτυχε να αποσείσει το βάρος απόδειξης που φέρει, η υπό κρίση αίτηση είναι κακόπιστη και καταχρηστική, τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα πλήξει την ορθή και απρόσκοπτη απονομή της δικαιοσύνης και υπό τις περιστάσεις το Δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει την αίτηση του Αιτητή. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση, εκτίθενται στην ένορκη δήλωση της XXXXX Αχιλλέως ημερομηνίας 24/10/14 και στις ένορκες δηλώσεις του XXXXX Γλυκή ημερομηνίας 29/04/13 και 22/05/13 όπως και στην ένορκη δήλωση της XXXXX Ανδρέου ημερομηνίας 5/12/
  11. Η XXXXX Αχιλλέως, στην ένορκη δήλωσή της που στηρίζει την ένσταση, αναφέρει ότι είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Ενάγουσα και γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση, από πληροφορίες που έλαβε από την ομάδα των δικηγόρων που χειρίζονται την παρούσα αγωγή, αλλά και από λειτουργούς της Ενάγουσας, έχει επίσης μελετήσει διάφορα έγγραφα που σχετίζονται με την παρούσα υπόθεση, ενώ για όσα θέματα δεν έχει προσωπική γνώση, αποκαλύπτει την πηγή γνώσης της. Υιοθετεί ως αναπόσπαστο μέρος της δικής της ένορκης δήλωσης, τα Τεκμήρια της ένορκης δήλωσης του XXXXX Γλυκή, ημερομηνίας 29.4.13 προς υποστήριξη της αίτησης της Ενάγουσας για έκδοση προσωρινού διατάγματος εναντίον των Εναγόμενων 1‑3 και 12, όπως επίσης και την ένορκη δήλωση του XXXXX Γλυκή ημερομηνίας 22.5.13 προς υποστήριξη της εξασφάλισης διατάγματος επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας στους Εναγόμενους 1‑ 4, 9, 10 και 12 πιστού αντίγραφου της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος, όπως τροποποιήθηκε στις 29.4.
  12. Όπως αναφέρει, οι δύο αυτές ένορκες δηλώσεις του Αντώνη Γλυκή, αποτελούν μέρος του φακέλου του Δικαστηρίου. Είναι η αρχική της θέση ότι η αίτηση του Αιτητή είναι παράτυπη, αντικανονική και νομικά και πραγματικά αστήρικτη. Ο δε Αιτητής, έχει προβεί σε τέτοιες παρατυπίες και παραλείψεις που είναι τόσο ουσιαστικές και θεμελιώδεις, οι οποίες δεν μπορούν να τύχουν θεραπείας, με αποτέλεσμα η υπό κρίση αίτηση να καθίσταται νόμω και πραγματικά αβάσιμη και συνεπακόλουθα άκυρη. Είναι η θέση της ότι δεν τηρούνται οι προϋποθέσεις για να μπορέσει το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια, και να εγκρίνει την αίτηση του Αιτητή, ο οποίος προβάλλει ανυπόστατους, αβάσιμους, αντιφατικούς και αναληθείς ισχυρισμούς στην αίτησή του. Είναι συγκεκριμμένα η θέση της ότι στις 22.5.13 εξασφαλίστηκε άδεια για επίδοση μεταξύ άλλων και στον Αιτητή, πιστού αντίγραφου της αίτησης ημερομηνίας 29.4.13 για την τροποποίηση του κλητηρίου εντάλματος και του σχετικού διατάγματος τροποποίησης ημερομηνίας 29.4.13, πιστού αντίγραφου της αίτησης ημερομηνίας 22.5.13 για εξασφάλιση διατάγματος επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας, μεταξύ άλλων και στον Αιτητή, και του σχετικού διατάγματος που εκδόθηκε δυνάμει αυτής στις 22.5.13, η ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος ημερομηνίας 23.5.13, πιστό αντίγραφο της αίτησης ημερομηνίας 5.12.13, για έκδοση διατάγματος ανανέωσης του κλητηρίου εντάλματος και παράτασης του χρόνου επίδοσής του, μεταξύ άλλων στον Αιτητή, και το διάταγμα το οποίο εκδόθηκε στα πλαίσια της εν λόγω αίτησης στις 16.12.
  13. Αρνείται όλους τους ισχυρισμούς που καταγράφονται στις ένορκες δηλώσεις των XXXXX Χριστοφή και XXXXX Χριστοδούλου, στις οποίες στηρίζεται η αίτηση του Αιτητή, όπως και στους λόγους και νομικούς ισχυρισμούς που αναφέρει ο Αιτητής, στην αίτησή του. Σε ότι αφορά τον ισχυρισμό για παράλειψη του Πρωτοκολλητή να θέσει σφραγίδα, σύμφωνα με τη Δ.2θ12, των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, αυτό δεν έχει καταστεί επίδικο ζήτημα και εν πάση περιπτώσει, είναι η θέση της ότι η απουσία της σφραγίδας του Πρωτοκολλητή αποτελεί απλή παρατυπία που θεραπεύεται με βάση τη Δ.
  14. Το ίδιο έχει αποφασίσει το Δικαστήριο στα πλαίσια παρόμοιας αίτησης που καταχωρήθηκε από τους Εναγόμενους 1 και 12, ημερομηνίας 28.6.
  15. Προβάλλει επίσης τη θέση ότι δεν πρέπει να τιμωρηθεί η Ενάγουσα, για τυχόν παράλειψη του Πρωτοκολλητή. Το επίδικο κλητήριο ένταλμα υπογράφηκε κατά την καταχώρησή του από τον Πρωτοκολλητή όταν έλαβε και τον αριθμό της αγωγής. Αυτό μπορεί πολύ εύκολα να επιβεβαιωθεί και από το σχετικό βιβλίο καταχωρήσεων που τηρείται από το Πρωτοκολλητείο του Δικαστηρίου. Ο ισχυρισμός του Αιτητή, ότι η παράλειψη του Πρωτοκολλητή να θέσει σφραγίδα σύμφωνα με τη Δ.2θ12 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου, εν όψει του ότι επί του προκειμένου ζητήματος το Δικαστήριο έχει ήδη αποφασίσει στα πλαίσια της παρούσας αγωγής και συγκεκριμένα με την απόφασή του ημερομηνίας 23.5.14, στην αίτηση των Εναγόμενων 1 και 12 για παραμερισμό. Οι ισχυρισμοί που περιέχονται στις παραγράφους 6‑8 της ένορκης δήλωσης του XXXXX Χριστοφή αποτελούν ισχυρισμούς που δεν έχουν σχέση με τα αιτητικά που προωθεί ο Αιτητής και δεν έχουν καταστεί επίδικο ζήτημα, αφού δεν έχουν περιληφθεί ως αιτητικά στο σώμα της αίτησης. Άνευ βλάβης του εν λόγω ισχυρισμού, αναφέρει ότι η ισχυριζόμενη μη συμπερίληψη της φράσης:" Όχι για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, χωρίς άδεια του Δικαστηρίου" στο τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα, ημερομηνίας 29.4.13, δεν αποτελεί λόγο για παραμερισμό, αφού δεν υπάρχει αντίστοιχο αιτητικό στην αίτηση του Αιτητή. Εν πάση περιπτώσει, οι θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας δεν απαιτούν ότι, κλητήρια εντάλματα που στρέφονται τόσο κατά ημεδαπών, όσο και αλλοδαπών Εναγόμενων, θα φέρουν την πιο πάνω φράση, και θεωρεί ότι η μη συμπερίληψη της φράσης αυτής είναι επουσιώδης παράλειψη που θεραπεύεται σύμφωνα με τη Δ.
  16. Επίσης, για το εν λόγω θέμα υπάρχει ήδη απόφαση του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 23.5.14 στην αίτηση των Εναγόμενων 1 και 12 για παραμερισμό. Σε σχέση με τους ισχυρισμούς του XXXXX Χριστοφή, στην παράγραφο 9 της ένορκης δήλωσής του, αυτοί περιορίζονται ρητά στην Εναγόμενη 12 και συνεπώς δεν έχουν σχέση με τον Αιτητή. Αναφορικά με τους λόγους που ο XXXXX Χριστοφή προβάλλει στις παραγράφους 10 και 11 της ένορκης δήλωσής του, αναφέρει ότι δεν απαιτείται λήψη άδειας για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος ή της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος, όταν ένας ή περισσότεροι Εναγόμενοι είναι κάτοικοι εκτός Κύπρου, αλλά οι υπόλοιποι βρίσκονται εντός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Οι πρόνοιες της Δ.2θ2 δεν εφαρμόζονται στις περιπτώσεις αυτές, και ούτε απαιτήται όπως η Ενάγουσα λάβει οποιαδήποτε άδεια για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος ή της ειδοποίησής του, μετά την επίδοσή του στους Εναγόμενους στην Κύπρο. Επαναλαμβάνει επίσης, ότι επί του εν λόγω ισχυρισμού, υπάρχει ήδη απόφαση του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 28.6.13, στην αίτηση των Εναγόμενων 1 και 12, για παραμερισμό και συνεπώς η απόφαση του ζητήματος αυτού από το Δικαστήριο, εφόσον έχει ήδη αποφασιστεί από άλλο Δικαστήριο, αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου. Η ισχυριζόμενη μη συμπερίληψη του άρθρου 3 του Κεφ. 6, στην αίτηση ημερομηνίας 22.5.13, στη βάση της οποίας εκδόθηκε διάταγμα με το οποίο επιτράπηκε η επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος και στον Αιτητή, δεν αποτελεί θεμελιώδη παρατυπία που οδηγεί σε ακυρότητα του διατάγματος ημερ. 22.5.13, εφόσον η συμπερίληψη του εν λόγω άρθρου δεν είναι αναγκαία, και εν πάση περιπτώσει, αποτελεί ουσιώδη παράλειψη που είναι θεραπεύσιμη, δυνάμει της Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Και πάλι έχει τη θέση ότι ο εν λόγω ισχυρισμός αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου, εφόσον και πάλι το Δικαστήριο, έχει αποφασίσει για το θέμα αυτό, στην απόφασή του ημερομηνίας 23.5.14, σε αίτηση των Εναγόμενων 1 και 12, ημερομηνίας 28.6.
  17. Ο ισχυρισμός του Αιτητή, ότι η υπό κρίση αίτηση, στηρίζεται σε θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας που έχουν καταστεί ανενεργείς λόγω του ΕΚ 1993/2007 είναι εντελώς αβάσιμος και συγκεκριμένα σε καμιά περίπτωση η Δ.6θ6 που προνοεί για την επίδοση ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος, αντί του ιδίου του κλητηρίου εντάλματος, δεν βρίσκεται σε σύγκρουση με τον ΕΚ 1393/
  18. Επαναλαμβάνει και πάλι ότι επί του συγκεκριμένου σημείου, υπάρχει η απόφαση του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 23.5.14, στα πλαίσια αίτησης των Εναγόμενων 1 και 12 για παραμερισμό και επιμένει στη θέση της ότι η εκ νέου προώθηση του ισχυρισμού αυτού από τον Αιτητή, συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου. Τα όσα αναφέρονται από τον XXXXX Χριστοφή στην παράγραφο 12 της ένορκης δήλωσής του, δεν έχουν καμιά σχέση με τα αιτητικά που προωθούνται από τον Αιτητή. Είναι επίσης η θέση της ότι το Δικαστήριο, είχε πέραν της δικαιοδοσίας του με βάση το ημεδαπό δίκαιο, δικαιοδοσία δυνάμει του Άρθρου 3 του ΕΚ 44/01 επί προσώπων που έχουν την κατοικία τους σε έδαφος κράτους- μέλους, όπως είναι οι Εναγόμενοι στην κρινόμενη περίπτωση, αλλά και πρωτογενή και ή υποχρεωτική ειδική δικαιοδοσία για τον Αιτητή, με βάση τον εν λόγω Κανονισμό. Είναι η θέση της ότι ο Αιτητής απέτυχε να αποδείξει ότι οι προϋποθέσεις των άρθρων 5.3, και 6, του Κανονισμού που προσδίδει ειδική δικαιοδοσία δεν πληρούνται, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να πετύχει τον επιδιωκόμενο παραμερισμό της επίδοσης της διαδικασίας, λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας. Είναι επίσης η θέση της ότι οι προϋποθέσεις που θέτει η Δ.6θ4 για να εξασφαλιστεί άδεια του Δικαστηρίου, για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας ενός κλητηρίου εντάλματος ή της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος, δεν ισχύουν στις περιπτώσεις που το Κυπριακό Δικαστήριο έχει ειδική δικαιοδοσία με βάση τον ΕΚ 44/01 επί των Εναγόμενων που διαμένουν σε άλλα κράτη‑μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άρα η Ενάγουσα ορθά και δικαιωματικά προχώρησε με την επίδοση σε Εναγόμενους που βρίσκονται στην Ελλάδα, χωρίς να χρειάζεται να εξασφαλίσει εκ των προτέρων άδεια του Δικαστηρίου. Ασχολείται ακολούθως, με την ένορκη δήλωση της XXXXX Χριστοδούλου και αναφέρει ότι η Ενάγουσα έχει πλήρως ικανοποιήσει τις απαιτούμενες προϋποθέσεις που πηγάζουν από τη νομολογία και τις νομικές πρόνοιες, για έκδοση όλων των διαταγμάτων που έχουν εκδοθεί, έχοντας θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου επαρκείς και αληθείς λόγους που αιτιολογούν πλήρως την έκδοση των διαταγμάτων και η έκδοση του διατάγματος ημερομηνίας 16.12.13, δεν έχει επηρεάσει δυσμενώς, ούτε και προκαλέσει οποιανδήποτε αδικία, στον Αιτητή. Απορρίπτει στην ολότητά του τον ισχυρισμό του Αιτητή, ότι η Ενάγουσα εσκεμμένα καθυστέρησε να λάβει ουσιαστικά μέτρα επίδοσης, και ότι αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός ότι στον Αιτητή, επέδωσε πολλαπλές σειρές εγγράφων, στις 13.3.14, 24.3.14 και 15.4.14, σημειώνοντας ότι σύμφωνα με το τι ισχύει στην Ελληνική Δημοκρατία, για κάθε έγγραφο που επιδίδεται, πρέπει να υπάρχει αντίστοιχη έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή διά της οποίας να επιβεβαιώνεται ρητά η επίδοση του συγκεκριμένου εγγράφου στο ενδιαφερόμενο πρόσωπο. Αρχικά ο δικαστικός επιμελητής επέδωσε και τα 7 έγγραφα στον Αιτητή, ως ένα ενιαίο έγγραφο, με αποτέλεσμα να ετοιμάσει μόνο μια έκθεση επίδοσης και ακολούθως προέβη στην επίδοση εκ νέου, των υπόλοιπων 6 εγγράφων, ετοιμάζοντας αντίστοιχες εκθέσεις επίδοσης για κάθε ένα απ' αυτά, πράγμα το οποίο, σύμφωνα με τη θέση της, είναι ο ορθός τρόπος επίδοσης. Τέλος, για τον ισχυρισμό του Αιτητή, ότι η Ενάγουσα δεν έχει προβάλει και δεν έχει τεκμηριώσει βάσιμο λόγο που να δικαιολογεί τη μη επίδοση του κλητηρίου εντάλματος ή της ειδοποίησής του στον Αιτητή πριν την εκπνοή του, τον απορρίπτει στην ολότητά του και επαναλαμβάνει και υιοθετεί το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της XXXXX Αντρέου ημερομηνίας 5.12.13, που στηρίζει την αίτηση για ανανέωση του κλητηρίου εντάλματος, αναφέροντας ότι στην εν λόγω ένορκη δήλωση, προβάλλονται με σαφήνεια και ειλικρίνεια όλοι οι λόγοι που οδήγησαν την Ενάγουσα να αποταθεί στο Δικαστήριο για ανανέωση του κλητηρίου εντάλματος. Είναι καθολικά η θέση της ότι η αίτηση του Αιτητή, είναι αδικαιολόγητη, αβάσιμη, κακόπιστη, καταχρηστική, σκοπεί στην παρακώλυση και πρόκληση καθυστέρησης τυχόν έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, θα πλήξει την ορθή και απρόσκοπτη απονομή της δικαιοσύνης και συνεπώς το Δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει την εν λόγω αίτηση. Οι συνήγοροι του Αιτητή, υιοθέτησαν τη γραπτή αγόρευση που καταχώρησαν οι συνήγοροι των Εναγόμενων Αιτητών 9 και 10, για παρόμοια αίτηση ίδιας ημερομηνίας, για την οποία θα εκδοθεί ξεχωριστή απόφαση από το Δικαστήριο. Η γραπτή αγόρευση των συνηγόρων του Αιτητή, ξεκινά με μια σύντομη εισαγωγή της διαδικασίας και ακολούθως ασχολούνται με τη νομική βάση της αίτησής τους, παραπέμποντας στους θεσμούς της πολιτικής δικονομίας και σε νομολογία. Η πρώτη τους θέση, είναι ότι ο ισχυρισμός της Ενάγουσας ότι η αίτηση είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, επειδή δεν γίνεται επίκληση της Δ.48θ11 δεν ευσταθεί, καθώς παραγνωρίζεται κατά αυτόν τον τρόπο, η δυνατότητα χρήσης της Δ.48θ8
(4). Ακολούθως αναφέρουν τη θέση τους ότι το διάταγμα ημερομηνίας 22.5.13, και η επίδοση των εγγράφων που προβλέπονται σ' αυτό, πρέπει να παραμεριστεί και να απορριφθεί για 4 λόγους, τους οποίους αναλύουν στην αγόρευσή τους. Οι 4 αυτοί λόγοι, συνοπτικά αποδιδόμενοι είναι:
  1. Η Ενάγουσα παρέλειψε μετά την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στους Εναγόμενους στην Κύπρο, να αποταθεί στο Δικαστήριο για την εξασφάλιση άδειας, για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος.
  2. Η νομική βάση της μονομερούς αίτησης της Ενάγουσας ημερομηνίας 22.5.13, δεν ενεργοποιεί τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να επιληφθεί της εν λόγω αίτησης, αφού απουσιάζει οποιαδήποτε αναφορά στο άρθρο 3 του Κεφ. 6,
  3. Η μονομερής αίτηση ημερομηνίας 22.5.13 στηρίχθηκε σε θεσμούς της πολιτικής δικονομίας οι οποίοι έχουν καταστεί ανενεργοί από της εφαρμογής του ΕΚ 1393/
  4. Στον Αιτητή, δεν έχει επιδοθεί το κλητήριο ένταλμα ή ισοδύναμο έγγραφο ως προβλέπεται από τον ΕΚ 1393/
  5. Ακολούθως, οι συνήγοροι του Αιτητή, αναλύουν κάθε έναν από τους 4 αυτούς λόγους, με πλήρη λεπτομέρεια και παραπέμπουν σε νομολογία. Αναφέρουν επίσης ότι η μη συμπερίληψη της φράσης:" Όχι για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, χωρίς άδεια του Δικαστηρίου" στο τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα, χωρίς να υπάρχει περί τούτου άδεια για τροποποίηση, αποτελεί ανεπίτρεπτη απόκλιση από τους όρους τροποποίησης, με αποτέλεσμα το διάταγμα του Δικαστηρίου για τροποποίηση να καταστεί άκυρο ipso facto και αναφέρουν σχετικά τη Δ.25θ2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Διαφωνούν με τη θέση ότι η μη συμπερίληψη του άρθρου 3 του Κεφ. 6, όπως και η μη ύπαρξη ανάγλυφης σφραγίδας του Δικαστηρίου, αποτελούν απλή παρατυπία, αντίθετα θεωρούν ότι δεν υπάρχει ουσιώδης συμμόρφωση με τους Κανονισμούς, πράγμα που καθιστά εξ' αρχής άκυρη τη διαδικασία και οτιδήποτε ακολούθησε. Και επίσης θεωρούν ότι η αίτηση και η έκδοση διατάγματος του Δικαστηρίου για ανανέωση του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, για περίοδο 6 μηνών, είναι λανθασμένη, διότι η Ενάγουσα, αποτάθηκε στο Δικαστήριο και εξασφάλισε διατάγματα ανανέωσης του κλητηρίου, μετά που το κλητήριο έληξε σε σχέση με τον Αιτητή. Θεωρούν επίσης ότι οι λόγοι που προβλήθηκαν στο Δικαστήριο για να δικαιολογήσουν αυτήν την καθυστέρηση είναι εντελώς λανθασμένοι και δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, και μπορούσε πολύ εύκολα να εντοπιστεί ο Αιτητής. Γι' αυτό, αιτούνται την αποδοχή της αίτησής τους σε ό,τι αφορά τον Αιτητή. Οι δικηγόροι της Ενάγουσας, στη δική τους γραπτή αγόρευση, αφού προβαίνουν με τη σειρά τους σε μια σύντομη εισαγωγή στην οποία περιγράφουν τα αιτήματα του Αιτητή, την ειδοποίηση ένστασης που έχει καταχωρηθεί από αυτούς και τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν αίτηση και ένσταση, προχωρούν και αναλύουν τη θέση τους αναφορικά με κάθε σημείο που προωθεί ο Αιτητής, προβάλλοντας εκτός από τη νομική τους θέση και αναφορά σε νομολογία. Σε πρώτο στάδιο, σε ότι αφορά τη θέση ότι τόσο το αρχικά καταχωρημένο κλητήριο ένταλμα ημερομηνίας 26.11.12, όσο και το τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα ημερομηνίας 29.4.13, δεν φέρουν τη σφραγίδα του Δικαστηρίου, η θέση τους είναι ότι από μια απλή ανάγνωση της Δ.2θ12 των Θεσμών Πολιτικής Πικονομίας, προκύπτει ότι η διάταξη αυτή αναφέρεται σε ενέργειες και πράξεις που πρέπει να ληφθούν από τον Πρωτοκολλητή του Δικαστηρίου και αναφέρουν σχετικά την αγγλική απόφαση Re Pritchard Deseased
(1963)1 All E.R.873, που σύμφωνα με τη θέση τους, ήταν η εν λόγω απόφαση που οδήγησε στην κατάργησή της αγγλικής Δ.70, και την αντικατάστασή της με τη νέα αγγλική Δ.2, η οποία αντιστοιχεί με τη δική μας Δ.
  1. Είναι συνεπώς η θέση τους ότι η Ενάγουσα ορθά παρουσίασε ενώπιον του Πρωτοκολλητή, το κλητήριο ένταλμα το οποίο υπογράφηκε από αυτόν, αναγράφηκε σ' αυτό η ημερομηνία καταχώρησής του, του δόθηκε αριθμός και καταχωρήθηκε στο σχετικό μητρώο. Η παράλειψη του Πρωτοκολλητή να το σφραγίσει δεν το καθιστά άκυρο, και η παράλειψή του αυτή αποτελεί απλή παρατυπία που είναι θεραπεύσιμη και καλύπτεται από τη Δ.
  2. Αναφέρουν επίσης ότι θα ήταν άδικο να υποστεί η Ενάγουσα, τις συνέπειες από αυτό το λάθος του Πρωτοκολλητή, που ούτως ή άλλως είναι θεραπεύσιμο, και ότι το λεκτικό της ίδιας της Δ.64, όπως έχει ερμηνευθεί από τη νομολογία, υποστήριζει την θέση τους ότι μιλούμε για απλή παρατυπία η οποία και μπορεί να θεραπευτεί. Θεωρούν επίσης, ότι για τον επιπρόσθετο λόγο ότι το ίδιο ζήτημα απασχόλησε Δικαστήριο με άλλη σύνθεση στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης και συγκεκριμένα στα πλαίσια αίτησης που είχαν υποβάλει οι Εναγόμενοι 1 και 12 στις 28.6.13, και το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφασή του, ημερομηνίας 23.5.14, απέρριψε αυτές τις αξιώσεις, θα πρέπει να υιοθετηθούν και από το παρόν Δικαστήριο. Αναφορικά με τον δεύτερο λόγο στη βάση του οποίου προωθείται η αίτηση παραμερισμού που είναι η μη συμπερίληψη της φράσης: «Όχι για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, χωρίς άδεια του Δικαστηρίου» στο τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα του οποίου η τροποποίηση έγινε στις 29.4.13, αποτελεί ανεπίτρεπτη απόκλιση από τους όρους τροποποίησης με αποτέλεσμα το διάταγμα τροποποίησης να καταστεί ipso facto void, η θέση της Ενάγουσας είναι ότι δεν απαιτείτο να συμπεριληφθεί η εν λόγω φράση στο τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα ημερομηνίας 29.4.13, πουθενά στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας δεν υπάρχει πρόνοια ότι τα κλητήρια εντάλματα που στρέφονται τόσο κατά ημεδαπών, όσο και αλλοδαπών Εναγόμενων, θα πρέπει να φέρουν την πιο πάνω φράση, και η εν λόγω φράση δεν αποτελεί με βάση τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας μέρος είτε του τίτλου της αγωγής, είτε του κυρίως σώματός της. Η εν λόγω φράση, είθισται, ως πρακτική, να τοποθετείται στο πάνω μέρος ενός κλητηρίου εντάλματος, χωρίς όμως να υπάρχει επί του σημείου αυτού νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου, και έχουν τη θέση ότι η παράλειψη συμπερίληψης της εν λόγω φράσης αποτελεί επουσιώδη παράλειψη που μπορεί να διορθωθεί σύμφωνα με τη Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Σε σχέση με τον ισχυρισμό ότι η μη συμπερίληψη της εν λόγω φράσης έχει ως αποτέλεσμα το διάταγμα τροποποίησης να καταστεί ipso facto void, αναφέρονται στη Δ.24θ2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στο σύγγραμμα Annual Practice του 1958, σελίδα 632, αλλά και στην απόφαση που δόθηκε στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης, από Δικαστήριο με άλλη σύνθεση, στα πλαίσια αίτησης από τους Εναγόμενους 1 και 12, ημερομηνίας 28.6.13, ενδιάμεση απόφαση Δικαστηρίου, ημερομηνίας 23.5.14, όπου το Δικαστήριο αποδέxτηκε την επιχειρηματολογία της Ενάγουσας. Επομένως, θεωρούν ότι ούτε αυτός ο λόγος ευσταθεί. Ακολούθως, ασχολούνται με τους 4 επιμέρους λόγους για τους οποίους ο Αιτητής, θεωρεί ότι θα πρέπει να ακυρωθεί το διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης σ'αυτόν, σε καθορισμένη διεύθυνση. Σε ότι αφορά τον πρώτο λόγο, ότι η Ενάγουσα, θα έπρεπε μετά την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στην Κύπρο, σε Εναγόμενους που βρίσκονται εντός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, να αποταθεί στο Δικαστήριο για την εξασφάλιση άδειας για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος, είναι κατά την άποψή τους εντελώς λανθασμένη, αφού σε περιπτώσεις όπου υπάρχουν διάδικοι, τόσο εντός, όσο και εκτός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και στους ημεδαπούς Εναγόμενους, επιδόθηκε η αγωγή προτού επιχειρηθεί να επιδοθεί στους Εναγόμενους που διαμένουν στο εξωτερικό, δεν απαιτείται να εξασφαλιστεί προηγουμένως η άδεια του Δικαστηρίου για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος, και παραπέμπουν σχετικά σε πληθώρα νομολογίας. Στον δεύτερο παρεμφερή λόγο που προβάλλει ο Αιτητής, ότι η νομική βάση της μονομερούς αίτησης ημερομηνίας 22.5.13, είναι λανθασμένη, επειδή από αυτήν απουσιάζει το Άρθρο 3 του Κεφ. 6, αφού αναπαράγουν ολόκληρο το Άρθρο 3 του Κεφ. 6, αναφέρουν ότι η συμπερίληψη του Άρθρου 3 δεν ήταν αναγκαία και εν πάση περιπτώσει, δεν επιφέρει οποιαδήποτε ακυρότητα στο ίδιο το διάταγμα. Ακόμα και εάν μπορούσε να θεωρηθεί ως παρατυπία, αυτή ήταν, και εξακολουθεί να είναι θεραπεύσιμη, με βάση τη Δ.
  3. Αναφέρουν επίσης ότι η μονομερής αίτηση, ημερομηνίας 22.5.13, βασίστηκε στη Δ.6θθ1‑ 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα άρθρα 1‑ 8, 13 και 15 του ΕΚ 1393/2007 και τα άρθρα 5 και 6 του ΕΚ 44/2001 που είναι αυτά τα άρθρα και οι διατάξεις που προνοούν σε ποιες περιπτώσεις και υπό ποιες προϋποθέσεις το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Παραπέμπουν και πάλι σε νομολογία, που σύμφωνα με τη θέση τους, υποστηρίζει την πιο πάνω θέση και θεωρούν επίσης ότι το Δικαστήριο θα ενεργούσε λανθασμένα εάν εφάρμοζε το Άρθρο 3 του Κεφ. 6 για να αποφασίσει εάν θα επέτρεπε την επίδοση της αγωγής στον Αιτητή εκτός δικαιοδοσίας στην Ελλάδα. Παραπέμπουν και πάλι σε νομολογία και θεωρούν έτσι ότι και ο λόγος αυτός είναι καταδικασμένος σε αποτυχία. Όσον αφορά τη θέση ότι η μονομερής αίτηση ημερομηνίας 22.5.13, στηρίχθηκε λανθασμένα σε Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας που έχουν καταστεί ανενεργοί από της εφαρμογής του ΕΚ 1393/2007, αναφέρουν κατ' αρχήν ότι ο εν λόγω Κανονισμός, δεν έχει σχέση με το πότε επιτρέπεται η εξασφάλιση άδειας επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας και παραπέμπουν σχετικά σε νομολογία. Η μονομερής αίτηση, είναι η θέση τους, ορθά στηρίχθηκε μεταξύ άλλων στη Δ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, και δη στη Δ.6θ
  4. Είναι η θέση τους ότι η εν λόγω Διαταγή δεν βρίσκεται σε καμιά σύγκρουση με τον ΕΚ 1393/07, ούτε με τον ΕΚ 44/2001, εφόσον, το άρθρο 19.1 του ΕΚ 1393/07, αναφέρεται στην επίδοση οποιουδήποτε εγγράφου που προβλέπεται από τον εθνικό νόμο του κράτους-μέλους όπου καταχωρείται η διαδικασία, το οποίο πληροφορεί τον αλλοδαπό Εναγόμενο για την ύπαρξη της δικαστικής διαδικασίας εναντίον του και αναφέρονται και πάλι σε εκτενές απoσπάσματα από τη νομολογία. Επομένως είναι η θέση τους, ότι ούτε και αυτός ο ισχυρισμός για τη Δ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ευσταθεί, και θα πρέπει και αυτός να απορριφθεί. Η Ενάγουσα, μέσω της μονομερούς της αίτησης έχει ικανοποιήσει όλες τις νομικές προϋποθέσεις που χρειάζονταν, όπως αυτές έχουν ερμηνευθεί από τη νομολογία, και μέσα από την ένορκη δήλωση του κυρίου Γλυκή αποκαλύφθηκε και η αιτία της αγωγής και ότι η υπόθεση είναι κατάλληλη για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, όπως επίσης και με ακρίβεια οι διευθύνσεις του Αιτητή στην Ελλάδα. Σε ότι αφορά τη θέση, στην ένορκη δήλωση Χριστοφή, ότι σύμφωνα με τον ΕΚ 1393/07 θα έπρεπε να επιδοθεί το ίδιο το κλητήριο ένταλμα ή ένα ισοδύναμο έγγραφο, είναι η θέση τους ότι και πάλι Δικαστήριο με άλλη σύνθεση στην ενδιάμεση απόφασή του, ημερομηνίας 28.6.13, αποφάσισε για τον λόγο αυτόν, ότι η επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος στον Αιτητή ήταν επαρκής για τους σκοπούς του πιο πάνω Κανονισμού. Τέλος, ασχολούνται με τη θέση στην ένορκη δήλωση Χριστοφή, ότι κακώς εκδόθηκε το μονομερές διάταγμα του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 16.12.13, εφόσον λανθασμένα ανανεώθηκε, και δεν μπορούσε να επιδοθεί στον Αιτητή. Με αναφορά στη νομολογία και στη Δ.4θ1, είναι η θέση της Ενάγουσας, ότι το Δικαστήριο είναι ο κριτής του κατά πόσο μπορεί να ανανεωθεί ή όχι, ένα κλητήριο ένταλμα, αφού διερευνήσει τις προσπάθειες που έκανε ένας Αιτητής για να το επιδώσει προτού δώσει παράταση. Με αναφορά στη νομολογία, αλλά και στην ένορκη δήλωση της κυρίας Σταυρούλας Αντρέου, είναι η θέση τους ότι στην παρούσα περίπτωση, επεξηγήθηκαν πλήρως στο Δικαστήριο όλες οι προσπάθειες που έγιναν από την Ενάγουσα για να επιδώσει το κλητήριο ένταλμα στον Αιτητή, οι οποίες και έμειναν αναντίλεκτες. Είναι η βασική τους θέση, ότι καμιά δυσμένεια και κανένας επηρεασμός επεσυνέβηκε σε βάρος του Αιτητή, ο οποίος προφανώς ανέμενε το αποτέλεσμα των αιτήσεων παραμερισμού ημερομηνίας 28.6.13 που καταχώρησαν οι Εναγόμενοι 1 και 12, και 1.7.13, που καταχώρησαν οι Εναγόμενοι 2 και 3, για να χρησιμοποιήσει τόσο ο ίδιος, όσο και οι Εναγόμενοι 9 και 10 τυχόν θετικές αποφάσεις για αυτούς υπέρ τους. Γι' αυτό υπάρχει και τεράστια καθυστέρηση στην προώθηση των αιτήσεων αυτών, κάτι που το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη του. Είναι τελικά η θέση τους ότι κανένας από τους λόγους που έχουν προβληθεί δεν δικαιολογούνται, γι' αυτό και αιτούνται την απόρριψη της αίτησης, με έξοδα εναντίον του Αιτητή. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, Δικαστήριο με άλλη σύνθεση, και συγκεκριμένα ο έντιμος Τ.Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ ως ήταν τότε, νυν Εφέτης στο Ανώτατο Δικαστήριο, είχε την ευκαιρία στις 23.5.2014, να εκδώσει δύο ενδιάμεσες αποφάσεις, σε παρόμοιες αιτήσεις για παραμερισμό υπό των Εναγόμενων 1 και 12, ημερομηνίας 28.6.13, και 2 και 3, ημερομηνίας 1.7.13 αντίστοιχα. Είναι τις εν λόγω αποφάσεις που υιοθετούν οι συνήγοροι της Ενάγουσας, για να ισχυριστούν ότι θα πρέπει και η υπό κρίση αίτηση του Αιτητή, και κατ' επέκταση και η αίτηση των Αιτητων 9 και 10 να απορριφθούν. Στις εν λόγω αποφάσεις του, ο έντιμος Τ. Θ. Οικονόμου, πρώτα απ' όλα συνοψίζει κατά περιεκτικό τρόπο τα γεγονότα που αφορούν την αγωγή με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό και ακολούθως αναφέρεται στο αντικείμενο των αιτήσεων που είχαν τεθεί ενώπιον του προς εξέταση, που ήταν, όπως έχει ήδη αναφερθεί, αιτήσεις για παραμερισμό των κλητηρίων ενταλμάτων, του τροποποιημένου κλητήριου εντάλματος, των διαταγμάτων για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και των επιδόσεων που εξουσιοδοτήθηκαν με το διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας που είχαν καταχωρηθεί από τους Εναγόμενους 1 και 12 στις 28/6/2013 και τους 2 και 3 την 1/7/
  5. Αναφέρω ότι τα επιχειρήματα που τέθηκαν ενώπιον του Τ. Θ Οικονόμου, Π.Ε.Δ., ως ήταν τότε, είναι πολύ παρόμοια, αν όχι ακριβώς τα ίδια, με αυτά που έχουν τεθεί ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου από τον Αιτητή. Επειδή τα όσα έχει αναφέρει στην απόφαση του ο Έντιμος κ. Τ. Θ. Οικονόμου με βρίσκουν πλήρως σύμφωνη, θεωρώ ορθό όπως τα υιοθετήσω και τα παραθέτω αυτούσια όπως τα έχει αναφέρει στις αποφάσεις του, στα πλαίσια των εν λόγω αιτήσεων. « (α) Γεγονότα: .................
  6. Η αγωγή καταχωρίστηκε στις 26/11/
  7. Στις 29/4/2013 το κλητήριο τροποποιήθηκε με αίτηση της ίδιας ημερομηνίας. Ειδικότερα η Ενάγουσα τράπεζα προσδιορίστηκε ως υπό εξυγίανση και ενεργούσα μέσω της ειδικής διαχειρίστριας της, XXXXX Αντωνιάδου, ως αποτέλεσμα του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013 (Ν.17
(1)/2013). Περιπλέον, προσετέθη ο εναγόμενος
  1. Της καταχώρισης του κλητηρίου δεν είχε προηγηθεί άδεια για σφράγισή του σύμφωνα με τη Δ.2 κ.2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, εφόσον η αγωγή στρεφόταν παράλληλα εναντίον εναγομένων εντός της δικαιοδοσίας και εναντίον εναγομένων εκτός της δικαιοδοσίας, περιλαμβανομένων των νυν αιτητών, εναγομένων 1 και 12 που βρίσκονται στην Αθήνα.
  2. Στις 8/5/2013 οι ενάγοντες με μονομερή αίτησή τους ημερομηνίας 28/4/2013 εξασφάλισαν συντηρητικά διατάγματα εναντίον των εναγομένων.
  3. Ακολούθησε, στις 22/5/2013, μονομερής αίτηση των εναγόντων με την οποία εξασφάλισαν άδεια για έκδοση ειδοποίησης του κλητηρίου με σκοπό να επιδοθεί εκτός δικαιοδοσίας και άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, μεταξύ άλλων, στους εναγόμενους 2 και 3 και διάταγμα για υποκατάστατη επίδοση πιστών αντιγράφων της Ειδοποίησης του Κλητηρίου όπως τροποποιήθηκε, της αίτησης και του διατάγματος για τροποποίηση, της αίτησης για προσωρινό διάταγμα και του αντιστοίχου διατάγματος και τέλος, της ίδιας της αίτησης και του διατάγματος ημερομηνίας 22/5/
  4. Το αντικείμενο της παρούσας αίτησης: Οι εναγόμενοι 2 και 3 με την παρούσα ζητούν: α) Παραμερισμό του κλητηρίου εντάλματος ως ίσχυε αρχικά και ως τροποποιήθηκε, επειδή δεν προηγήθηκε της επίδοσης του κλητηρίου προς τους αιτητές διαταγή του δικαστηρίου για σφράγιση του κλητηρίου προοριζομένου για κατοίκους εκτός δικαιοδοσίας. β) Παραμερισμό του κλητηρίου εντάλματος ως τούτο έχει τροποποιηθεί στις 29/4/
  5. γ) Παραμερισμό του διατάγματος ημερομηνίας 22/5/2013 σε όλη του την έκταση. δ) Παραμερισμό των επιδόσεων που εξουσιοδοτήθηκε με το διάταγμα ημερομ. 22/5/
  6. Στην αίτηση αναφέρεται ότι τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται φαίνονται στο φάκελο της δικογραφίας και στην ένορκη δήλωση του XXXXX Χριστοφή ημερ. 28/6/13 που συνοδεύει την αντίστοιχη αίτηση των εναγομένων 1 και
  7. Στην αγόρευσή του ο ευπαίδευτος δικηγόρος των αιτητών ανέπτυξε τα ακόλουθα ζητήματα:
  8. Το συντηρητικό διάταγμα ημερ. 8/5/13 εκδόθηκε προτού το δικαστήριο αναλάβει δικαιοδοσία, εφόσον εκδόθηκε στις 8/5/13 ενώ το διάταγμα για επίδοση στο εξωτερικό στις 22/5/
  9. Το δικαστήριο επομένως, όταν εξέδιδε το διάταγμα δεν είχε ακόμα αποφασίσει ούτε κατά πόσο έχει δικαιοδοσία, ούτε κατά πόσο η υπόθεση είναι κατάλληλη να εκδικαστεί στην Κύπρο. Κατά συνέπεια άσκησε δικαιοδοσία εναντίον προσώπων που δεν είχαν ακόμα αναγνωρισθεί ως διάδικοι ενώπιον του. Η ετεροχρονισμένη αυτή έκδοση του διατάγματος συνιστά έκδηλη παρανομία και λόγο για ακύρωσή του. Δεν απαιτείται να αποφασίσω το ζήτημα αυτό στην παρούσα, γιατί στην πραγματικότητα οι εναγόμενοι 2 και 3 δεν το κατέστησαν επίδικο. Ναι μεν ως βάση της αίτησης έχει τεθεί, ως άνω, η ένορκη δήλωση του κ. XXXXX Χριστοφή στην οποία εγείρεται τέτοιο ζήτημα, όμως στο σώμα, στο αιτητικό της αίτησης δεν περιλαμβάνεται αίτημα για παραμερισμό του διατάγματος ημερομηνίας 8/5/13, όπως περιλαμβάνεται στην αντίστοιχη εν λόγω αίτηση των εναγομένων 1 και
  10. Εν πάση περιπτώσει, για το ίδιο ζήτημα αναφέρονται τα εξής στην απόφαση του παρόντος δικαστηρίου αναφορικά με την αναθεώρηση του συντηρητικού διατάγματος:
  11. Δεν αμφισβητείται η γενική αρχή ότι η έκδοση άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας προϋποθέτει την αξιολόγηση εκ μέρους του Δικαστηρίου ότι μπορεί να αναλάβει και να ασκήσει δικαιοδοσία. Όμως, αυτό δεν σημαίνει ότι η προγενέστερη έκδοση ενδιαμέσου διατάγματος ασφαλιστικού χαρακτήρα διενεργείται στο κενό. Αντίθετα το γεγονός ότι ένα Δικαστήριο επιλαμβάνεται της αίτησης και εκδίδει διάταγμα, εξυπακούει ότι έκρινε πως είχε δικαιοδοσία. Όπως και όταν έδωσε άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Το ένα δεν αποκλείει το άλλο, αλλά το αντίθετο.
  12. Άλλος λόγος που προβλήθηκε είναι ότι οι ενάγοντες παρέλειψαν μετά την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στους εναγόμενους εν Κύπρω να αποταθούν στο δικαστήριο για εξασφάλιση άδειας για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος αναφορικά με τους εναγόμενους κατοίκους εξωτερικού. Το ζήτημα αυτό είχα την ευκαιρία να το αποφασίσω στα πλαίσια της αντίστοιχης αίτησης των εναγομένων 1 και 12 ως εξής, αποφασίζεται δε και εν προκειμένω με τον ίδιο τρόπο: «Η παράλειψη εξασφάλισης άδειας για σφράγιση του κλητηρίου Όταν το κλητήριο πρόκειται να επιδοθεί σε εναγόμενο εκτός δικαιοδοσίας απαιτείται άδεια για σφράγισή του (Δ.2 κ.2) εκτός εάν η αγωγή στρέφεται παράλληλα και εναντίον εναγομένου εντός της δικαιοδοσίας, οπότε ακολουθείται η εξής πρακτική: "In such cases the writ is issued without leave, and the plaintiff having served the writ on the defendant within the jurisdiction applies for leave to issue a concurrent writ for the service on the defendant out of the jurisdiction, as stated, supra, O.6 r.2, (n) "Concurrent Writ" etc." (Annual Practice
(1958)σελ. 146. Βλ. επίσης Larticon Co v. Detergenta Developments Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 1121, Niki Christoforou Cosmetics Ltd v. Στυλιανού κ.ά.
(2005)1 Α.Α.Δ. 273). Ο ευπαίδευτος δικηγόρος των αιτητών εισηγήθηκε παραπέμποντας σε σειρά αποφάσεων Προέδρων Επαρχιακών Δικαστηρίων ότι η άδεια για σφράγιση του κλητηρίου μετά την επίδοση στην Κύπρο με σκοπό να επιδοθεί στο εξωτερικό είναι απαραίτητη και επιτακτική. Έχοντας υπόψιν τις αποφάσεις τις οποίες παραπέμφθηκα και τις εισηγήσεις των ευπαιδεύτων δικηγόρων έχω καταλήξει στην ακόλουθη θεώρηση: Η έκδοση παράλληλου εντάλματος δεν είναι ζήτημα δικονομικής ιεροτελεστίας. Δεν είναι παρά η εξασφάλιση αντιγράφου του εντάλματος για σκοπούς επίδοσης του εκτός δικαιοδοσίας μετά τη συμπλήρωση των επιδόσεων στην Κύπρο. Το τι είναι ουσιαστικό - και σ' αυτό αποβλέπει τόσο η πρακτική για αναγραφή της εν λόγω προειδοποίησης, όσο και η ανάγκη να δίδεται άδεια προκειμένου να εκδοθεί παράλληλο κλητήριο - είναι η διαφύλαξη από τον κίνδυνο να προωθηθεί για επίδοση η αγωγή σε άλλη χώρα χωρίς να πληρούνται οι προϋποθέσεις για ένα τέτοιο διάβημα, το οποίο συνεπάγεται επέκταση της κυριαρχίας του δικαστηρίου σε εδαφικά όρια άλλου κράτους. Στην πραγματικότητα το τι απαιτείται σε τέτοιες περιπτώσεις, δεν είναι η σφράγιση του κλητηρίου, γιατί αυτό έχει ήδη σφραγιστεί, δηλαδή εκδοθεί, αλλά η έκδοση αντιγράφου προς επίδοση. Εν προκειμένω, οι ενάγοντες έχουν ζητήσει στην αίτησή τους ημερομηνίας 22/5/13, όχι μόνο άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και για υποκατάστατη επίδοση, αλλά και άδεια για έκδοση ειδοποίησης του κλητηρίου με σκοπό την επίδοσή της. Αλλά ακόμα και εάν απαιτείτο άδεια που να αναφέρεται ρητά σε «σφράγιση», υπό τις περιστάσεις η παράλειψη δεν θα μπορούσε να είναι μοιραία. Τούτο γιατί, αφενός δόθηκε άδεια για έκδοση της ειδοποίησης και αφετέρου δόθηκε το μείζον, δηλαδή η άδεια για επίδοση. Κατά λογική αναγκαιότητα η άδεια για επίδοση περιλαμβάνει την άδεια για σφράγιση αντιγράφου για να επιτευχθεί η εξουσιοδοτηθείσα επίδοση. Στην υπόθεση Pat Jones κ.ά. v. Ξένια Δημητρίου κ.ά.
(1998)1 Α.Α.Δ. 1526, αποφασίστηκε ότι η σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος για επίδοση στο εξωτερικό χωρίς άδεια του δικαστηρίου συνιστά μόνο παρατυπία και δεν καθιστά άκυρη τη διαδικασία. Εν κατακλείδι, εάν πρόκειται για παράλειψη εν τη εννοία της Δ.64, που δεν πρόκειται, δεν τίθεται ζήτημα ουσιαστικού επηρεασμού ή θεμελιακής παράβασης, ούτε και χρειάζεται άλλο μέτρο, εφόσον η παράλειψη έχει θεραπευθεί με την δοθείσα άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας.»
  1. Άλλος λόγος που επικαλέστηκαν οι αιτητές είναι ότι το διάταγμα ημερ. 22/5/13 δόθηκε επί τη βάσει ανενεργών Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, κατά παράβαση κοινοτικής νομοθεσίας. Αυτός ο λόγος εξειδικεύτηκε από τον ευπαίδευτο δικηγόρο των αιτητών με την εισήγησή του ότι δεν τους έχει επιδοθεί το «κλητήριο ένταλμα ή ισοδύναμο έγγραφο» (writ of summons or equivalent document). H ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος, είναι απλώς μια ειδοποίηση και όχι ένα έγγραφο ισοδύναμο με κλητήριο ένταλμα. Αυτό το ζήτημα έχει επίσης αποφασισθεί στην εν λόγω αίτηση των εναγομένων 1 και 12 ως ακολούθως, αποφασίζεται δε και εν προκειμένω με τον ίδιο τρόπο: «Το ζήτημα περί του ότι επιδόθηκε Ειδοποίηση του Κλητηρίου και όχι αντίγραφο του Κλητηρίου Ως προς το ζήτημα αυτό, ο ευπαίδευτος δικηγόρος των καθ' ων η αίτηση παρέπεμψε σε δύο πρωτόδικες αποφάσεις. Στην πρώτη, αποφασίστηκε ότι σε περιπτώσεις όπου επιχειρείται η επίδοση αγωγής σε κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα πρέπει να επιδίδεται το κλητήριο ένταλμα και όχι η ειδοποίηση του κλητηρίου (Τράπεζα Κύπρου ν. Jaizani, Αγ. Αρ. 3706/09, Ε.Δ. Λάρνακας, ημερ. 10/2/10). Στη δεύτερη κρίθηκε ότι η Δ.6 κ.6 θα πρέπει να θεωρείται ως καταργηθείσα, προκειμένου για επίδοση εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, από τον έχοντα αυξημένη ισχύ Κανονισμό 1393/
  2. Η κατάληξη ήταν ότι αντί της ειδοποίησης «μπορεί ή και πρέπει να επιδίδεται κλητήριο ένταλμα». (Fregata Holdings Ltd v. Consortia Europe Ltd, Αγωγή αρ. 2202/10 Ε.Δ. Λάρνακας, ημερ. 30/9/2011.)Υπήρξαν πρωτοδίκως και αντίθετες προσεγγίσεις όπως ήταν η περίπτωση που οδήγησε στην επίλυση της διχογνωμίας από το Ανώτατο Δικαστήριο. Αναφέρομαι στην υπόθεση V.K.C. QUALITY INVESTMENTS LTD v. SHAMMUSI-DEEN ALABI, SHITTA BEY, Πολ. Έφεση Αρ. 113/2012, στην οποία το πρωτόδικο δικαστήριο αποφάσισε ότι θα έπρεπε να επιδοθεί κατά τρόπο επιτακτικό ειδοποίηση του κλητηρίου και όχι αντίγραφο του κλητηρίου, κατ' εφαρμογή της Δ.6 κ.
  3. Το Ανώτατο Δικαστήριο όμως, έκρινε πως η θεώρηση αυτή ήταν εσφαλμένη. Ο Ερωτοκρίτου Δ., ανέφερε σχετικώς τα ακόλουθα: «Το πρωτόδικο δικαστήριο κατά την άποψή μας έσφαλλε στη θεώρηση του ότι ήταν αναγκαία η επίδοση Ειδοποίησης Κλητηρίου και ότι η αποστολή αντιγράφου του Κλητηρίου παραβίαζε την Δ.6 θ.
  4. Αυτή η προσέγγιση παραγνωρίζει την ύπαρξη του ενιαίου Ευρωπαϊκού χώρου και της ανάγκης για διασφάλιση της εσωτερικής αγοράς που ήταν και ένας από τους πρωταρχικούς σκοπούς για τη θέσπιση του ΕΚ 1393/
  5. Για διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του Ευρωπαϊκού Κανονισμού προβλέπεται ότι από τη στιγμή που αποσταλεί η Βεβαίωση Επίδοσης σύμφωνα με τον ΕΚ 1393/2007, μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις θα πρέπει να είναι δυνατή η άρνηση της επίδοσης. Πράγματι ο Ευρωπαϊκός Κανονισμός προσπάθησε να άρει τους διάφορους φραγμούς στην επίδοση δικαστικών εγγράφων και να επιταχύνει και βελτιώσει την επίδοση μεταξύ κρατών μελών, σε μια προσπάθεια να διασφαλίσει τα πλεονεκτήματα της ενιαίας αγοράς και γι' αυτό οι πρόνοιες του θα πρέπει να τυγχάνουν εφαρμογής.» Στην υπόθεση Alpha Bank Cyprus Ltd v. Dau, Πολ. Έφεση Ε23/2013 ημερ. 13/9/2013, αποφασίστηκε ότι τόσο το κλητήριο, όσο και η ειδοποίησή του αποτελούν τα εναρκτήρια έγγραφα της διαδικασίας. Συνεπώς, έχει πλέον αποκρυσταλλωθεί κατά τρόπο αυθεντικό ότι προκειμένου για επίδοση σε κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μπορεί να επιδοθεί είτε αντίγραφο του κλητηρίου είτε η ειδοποίηση του κλητηρίου.» Κατ' εφαρμογή της πιο πάνω απόφασης, η οποία θεωρώ ότι απαντά πλήρως όλα τα επιχειρήματα των συνηγόρων του Αιτητή στην παρούσα αίτηση, με την οποία όπως έχω ήδη πει συμφωνώ πλήρως, είναι η θέση μου ότι για τους ίδιους αντίστοιχα λόγους και η αίτηση του Αιτητή πρέπει να οδηγηθεί σε απόρριψη και διά του παρόντος απορρίπτεται. Επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας Καθ΄ης η Αίτηση και εναντίον του Εναγομένου 4 Αιτητή τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας, όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................. Στ. Χριστοδουλίδου Μέσσιου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.