Χριστοδουλίδη ν. Sharelink Securities and Financial Services Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 6842/09, 27/5/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A279 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γ. Σάντη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6842/09 ΜΕΤΑΞΥ: XXXXX Χριστοδουλίδη Ενάγοντα Και
- Sharelink Securities and Financial Services Ltd
- XXXXX Έλληνα
- XXXXX Φαλέκου
- XXXXX Φαλέκου Εναγόμενων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 27 Μαΐου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Ενάγοντα: Oι κ.κ. Χ. Κληρίδης και Ν. Πιριλίδης, για Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης, Ν. Πιριλίδης & Συνεργάτες. Για τους Εναγόμενους 1 και 2: Οι κ.κ. Μ. Ηλιάδης και Φ. Νικολάου, για Τάσσος Παπαδόπουλος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ. Α Π Ο Φ Α Σ Η O ενάγων αξιώνει εναντίον των εναγόμενων 1 και 2 («οι εναγόμενοι»): «............................................ Α. Γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για απάτη και/ή ψευδείς παραστάσεις και/ή πλαστογραφία η οποία διεπράχθη σε βάρος του Ενάγοντα κατά ή περί το τέλος του 2006 και έπειτα και που προξένησε ζημιά στον Ενάγοντα. Β. Γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για συνομωσία προς εξαπάτηση και/ή απάτη και/ή ασκηθείσα ψυχική πίεση σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων του Ενάγοντα κατά ή περί την 28/12/2006 και κατά ή περί την 16/04/2007 και κατά ή περί την 17/10/2007 και/ή κατά ή περί την 16/01/2009 και/ή κατά ή περί το τέλος του έτους 2006 και κατά/ή περί το έτος 2007 και έπειτα και/ή κατά ή περί την 23/02/09 και/ή κατά ή περί την 23/03/
- Γ. Γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για παράβαση των καθηκόντων των Εναγομένων 1 έως 3 οι οποίες απορρέουν από τη σχέση μεταξύ του Ενάγοντα κυρίου (principal) και των Εναγομένων 2 και 3 αντιπροσώπων και/ή διοικητικών συμβούλων και/ή υπηρετών των Εναγομένων 1 σαν αντιπροσώπων του κυρίου (principal). Δ. Γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για παράβαση των καθηκόντων των Εναγομένων για πιστή εκτέλεση αυτών και/ή για υπέρβαση των εξουσιών τους και/ή για αυθαίρετες και/ή παράνομες ενέργειες και/ή για αμέλεια και/ή παράβαση καθήκοντος και/ή παράβαση εμπιστευτικών καθηκόντων και/ή για μη αποκάλυψη και/ή για εκμετάλλευση προς ίδιον όφελος περιουσιακών στοιχείων του Ενάγοντα και/ή κατάχρηση σε σχέση κυρίου και αντιπροσώπου προς όφελος του αντιπροσώπου και σε βάρος του κυρίου και/ή διά την εκ μέρους της Εναγομένης 4 δοθείσα εγγύηση. Ε. Διάταγμα για απόδοση αληθών και λεπτομερών λογαριασμών και καταβολή στον Ενάγοντα παντός οφειλομένου ποσού και/ή ζημιάς. Στ. Διάταγμα παραμερισμού και/ή ακύρωσης του εντύπου υποβολής παραπόνων ημερομηνίας 23/03/09 καθώς και οποιωνδήποτε εγγράφων ήθελαν διαπιστωθεί ότι υπεγράφησαν από τον Ενάγοντα και είναι το προϊόν απάτης και/ή συνομωσίας και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή ασκηθείσας ψυχικής πίεσης. Ζ. Παραδειγματικές και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις. ...........................................». Την 14.11.18 εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση εναντίον του εναγόμενου 3 (XXXXX Φαλέκου) για ποσό €570.000,
- Την ίδια μέρα, η αγωγή αποσύρθηκε εναντίον της εναγόμενης 4 (XXXXX Φαλέκου). Μεταξύ των εναγόμενων και των εναγόμενων 3 και 4, ανταλλάχθηκαν δικόγραφα (πριν από τις προαναφερθείσες δικονομικές εξελίξεις), και δόθηκε ειδοποίηση συνεναγομένων σύμφωνα με την Δ.10Θ12 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, διά της οποίας οι εναγόμενοι αξιώνουν «. κάλυψη και/ή συνεισφορά κατά το ποσοστό που το Δικαστήριο θα αποφασίσει και θα κρίνει δίκαιο εναντίον των Εναγομένων 3 και 4 σε σχέση προς οποιαδήποτε αποζημίωση και/ή θεραπεία την οποία ο Ενάγοντας δυνατόν να ανακτήσει δια της αγωγής του εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 συμπεριλαμβανομένων και των εξόδων». Την 14.11.18 οι εναγόμενοι περιόρισαν την απαίτηση τους για συνεισφορά, μόνον εναντίον του εναγόμενου 3, αποσύροντας την απαίτηση εναντίον της εναγόμενης
- Είναι εκδοχή του ενάγοντα ότι περί την 28.12.06, αλλά και μετέπειτα, ο πρώην εναγόμενος 3 («ο Φαλέκος») ενεργώντας στο πλαίσιο της εργοδότησης του στους εναγόμενους 1 και υπό συνθήκες που καθιστούσαν τους εναγόμενους υπεύθυνους έναντι του ενάγοντα «. και προς τον σκοπό να εξαπατήσουν και/ή παρακινήσουν και/ή εξωθήσουν τον ενάγοντα όπως πληρώσει προς αυτούς σε πρώτο στάδιο ποσό €170,860 (Λ.Κ. .100,000) και αργότερα περαιτέρω χρηματικά ποσά [στα οποία γίνεται αναφορά στην έκθεση απαίτησης] τα οποία θα κατακρατούσαν και/ή ιδιοποιούντο και ή εν γνώσει του Εναγομένου 2.», προέβησαν σε σειρά ψευδών παραστάσεων και/ή συνωμοσία μεταξύ τους κατά του ενάγοντα και/ή άσκησαν ψυχική πίεση προς αυτόν, με σκοπό την εξαπάτηση του, με παρεπόμενο να υποστεί ζημιές και απώλειες για τις οποίες αξιώνει τις επιδιωκόμενες θεραπείες. Είναι θέση των εναγόμενων πως η αγωγή είναι αβάσιμη και ότι τούτοι ουδέποτε προέβησαν σε παραστάσεις προς τον ενάγοντα, πόσω δε μάλλον ψευδείς, και πως δεν ευθύνονται για τα όσα τους καταμαρτυρεί ο ενάγων. Ειδικότερα, οι εναγόμενοι λεν ότι οι πράξεις του Φαλέκου δεν ήσαν τέτοιες που θα μπορούσαν οι εναγόμενοι να τον είχαν εξουσιοδοτήσει να κάνει, με τον Φαλέκο να ενεργεί (ως συνόψισαν τη θέση οι ευπαίδευτοι δικηγόροι τους στην αγόρευση τους) «. εκτός των ορίων της απασχόλησης του με αποτέλεσμα να μην μπορεί να αποδοθεί εκ προστήσεως ευθύνη στους Εναγόμενους για τις επίδικες πράξεις αυτού» (δηλαδή του Φαλέκου). Για επίρρωση της αγωγής, ο ενάγων προσέφερε τη δική του ένορκη προφορική μαρτυρία (ως ΜΕ2), καθώς και εκείνη των XXXXX Παναγιώτου (ΜΕ1), XXXXX Χρυσοστόμου (ΜΕ3), XXXXX Ολύμπιου (ΜΕ4), XXXXX Γεωργίου (ΜΕ5) και XXXXX Μαυροκορδάτου (ΜΕ6), ενώ οι εναγόμενοι, για υποστήριξη της υπεράσπισης τους, παρουσίασαν τη μαρτυρία του XXXXX Μυτιληναίου (ΜΥ1). Οι αναφορές των μαρτύρων (και τα τεκμήρια), αξιολογήθηκαν πλήρως, έστω και αν δεν αποτυπώνονται εδώ ρητώς, μη χρειαζούμενης τής καταγραφής και επανάληψης τού περιεχομένου τους, εκτός μιας πολύ σύντομης περίληψης για πρακτικούς κυρίως σκοπούς (βλ. κατ' αναλογίαν, G&K Exclusive Fashions Ltd v Παπαδόπουλου και Άλλων
(2001)1(Α) ΑΑΔ 88, 92, Al Watani και Άλλων v Παπαδόπουλου
(2000)1(Γ) ΑΑΔ 1924, 1936-1937, Paphos Stone C Estates v Ζαβρού και Άλλου
(1998)1(Γ) ΑΑΔ 1854, 1859). Οι περικοπές μεταφέρθηκαν ανεπάφως στο ανά χείρας κείμενο, από τα πρακτικά, τις γραπτές αγορεύσεις και τη δικογραφία. Στην υπόθεση, εκτός των δικογραφημένων παραδοχών, εγκρίθηκαν ως παραδεκτά κάποια γεγονότα για συνιστώσες των επίδικων θεμάτων. Ενέταξα τα παραδεκτά γεγονότα στο μαρτυρικό υλικό θεωρώντας τα ως δεδομένα και περιέχοντα παραδεκτή κατά το δίκαιον μαρτυρία (βλ. κατ' αναλογίαν, John v Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 201/13, ημ. 17.6.16, Χριστοδούλου άλλως Ρόπας και Άλλων ν Δημοκρατίας (Αρ 2)
(2000)2 ΑΑΔ 628, 640, Αντρέα και Άλλων ν Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 498, 501). Προχωρώ σε μια πολύ συνοπτική περίληψη της μαρτυρίας. Ο ενάγων XXXXX Χριστοδουλίδης (ΜΕ2), με παραπομπή στη γραπτή του δήλωση (βλ. Έγγραφο Β), αναφέρθηκε εκτενώς σε γεγονότα που, κατά τη θέση του, συνηγορούν υπέρ της επιτυχίας της αξίωσης. Ο XXXXX Παναγιώτου (ΜΕ1), κατέθεσε ως πραγματογνώμονας (γραφολόγος), αναλύοντας έκθεση που ετοίμασε για τα επίδικα θέματα (βλ. Έγγραφο Α). Η XXXXX Χρυσοστόμου (ΜΕ3), Ανώτερη Οικονομική Λειτουργός στο Υπουργείο Οικονομικών, έδωσε μαρτυρία για την επαγγελματική αδειοδότηση του Φαλέκου. Ο XXXXX Ολύμπιος (ΜΕ4), κατέθεσε ως πρώην εργοδοτούμενος των εναγόμενων 1, μιλώντας για δηλώσεις των τελευταίων για τη θέση και καθήκοντα του Φαλέκου (και) ως wealth management executive στους εναγόμενους 1. Η XXXXX Γεωργίου (ΜΕ5), κατέθεσε μέρος πορίσματος ερευνώντων λειτουργών που είχαν διοριστεί ως τέτοιοι από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς την 2.2.09 για να διερευνήσουν «. ενδεχόμενη μη συμμόρφωση της 'Sharelink Securities and Financial Services Ltd' .» (βλ. Τεκμήριο 37). Ο XXXXX Μαυροκορδάτος (ΜΕ6), κατέθεσε ως λογιστής, εξηγώντας έκθεση που ετοίμασε σχετικώς προς κάποια των επίμαχων ζητημάτων (βλ. Έγγραφο Γ). Ο XXXXX Μυτιληναίος (ΜΥ1), με σημείο αναφοράς τη γραπτή του δήλωση (βλ. Έγγραφο Δ), κατέθεσε ως οικονομικός διευθυντής της SFS Group Company Ltd (μητρικής εταιρείας των εναγόμενων 1), παραθέτοντας ενέργειες των εναγόμενων εν σχέσει προς τον Φαλέκο. Στις αγορεύσεις, οι δικηγόροι επιχειρηματολόγησαν εμπεριστατωμένως και ικανώς, πως η μαρτυρία και οι εφαρμοζόμενες νομικές αρχές πρέπει να οδηγήσουν σε αποδοχή των εκατέρωθεν θέσεων τους. Διεξήλθα τη γραπτή και προφορική μαρτυρία στην πλήρη της μορφή. Το ίδιο έπραξα με τη δικογραφία (στην τελική της μορφή) και τις αγορεύσεις. Μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης - θέτουσα το Δικαστήριο σε πλεονεκτική θέση να βλέπει και να αξιολογεί τους μάρτυρες, με όλα τα ευεργετήματα που αυτό ενέχει (βλ. κατ' αναλογίαν, Μελή ν Κωνσταντίνου και Άλλων, ΠΕ 2/13, ημ. 13.3.19) - παρακολούθησα και άκουσα με την ίδια προσοχή και υπομονή τους μάρτυρες που κατέθεσαν. Έθεσα ως δείκτη το διαδικαστικό στάδιο από το οποίο ανέκυψε η μαρτυρία, την πηγή και κύρος της γνώσης των μαρτύρων, το όποιο προσωπικό τους συμφέρον ή προκατάληψη στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν για να αντιληφθούν τα διαδραματισμένα, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή για να πιστεύουν αυτά περί των οποίων μιλούσαν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, τις όποιες υπερβολές, ανακολουθίες ή αντιφάσεις σε αντιπαραβολή με τις μικροαντιφάσεις, τις τυχόν προηγούμενες γραπτές ή προφορικές ασυνεπείς ή αντιφατικές τους δηλώσεις, τη φιλαλήθεια τους και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, το φυσικό ή αφύσικο των αντιδράσεων τους, τη γενικότερη ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν ενώ κατέθεταν και άλλα. Ήμουν προσεκτικός στο να μην αποδώσω υπέρμετρο βάρος στα εξωτερικά γνωρίσματα της μαρτυριακής τους διαγωγής μια και τούτο εμπεριέχει επικινδυνότητα (βλ. κατ' αναλογίαν, Νικολάου ν Παπαϊωάννου
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 1797, 1806), μιας και δεν είναι σπάνιο κάποιοι μάρτυρες να είναι ιδιαζόντως ικανοί στο να φανερώνουν μια τελείως διαφορετική εικόνα από εκείνη που πραγματικώς τους χαρακτηρίζει (βλ. κατ' αναλογίαν, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Nikolay
(2011)1(Α) ΑΑΔ 55, 64, Χριστοφή ν Ζαχαριάδη
(2002)1(Α) ΑΑΔ 401, 406), μα και γιατί μερικές συμπεριφορές στο εδώλιο μπορεί να ορμώνται από πλειάδα αιτιών και όχι από διάθεση ψεύδους ή παραπλάνησης (βλ. κατ' αναλογίαν, Χρίστου ν Ηροδότου και Άλλων
(2008)1(Α) ΑΑΔ 676, 685). Εφόδιο αξιολόγησης αποτέλεσε και η δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση για την ανθρώπινη προσωπικότητα, γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης (ανθρώπινη πάντοτε), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ' αναλογίαν, Φιλίππου ν Parkin, Έφεση 12/18, ημ. 6.4.21, ΓΙ ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 44/19, ημ. 18.9.20, C&A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273, 1280-1281). Αποτιμώντας τη μαρτυρία, δεν περιορίστηκα στην ατομική εκτίμηση τής αξιοπιστίας των μαρτύρων αλλά συσχέτισα και αντιπαρέβαλα τη μαρτυρία αυτή και με το σύνολο της υπόλοιπης μαρτυρίας (βλ. κατ' αναλογίαν, Αχιλλέως ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 327/18, ημ. 29.9.20, Ιωαννίδη και Άλλων ν Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου, ΠΕ 80/13, ημ. 13.1.20, Ιορδάνους ν Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 152/14, ημ. 19.4.18, Φώτσιου ν Ηροδότου
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1172, 1175). Τελούσα προσέτι σε διαρκή εγρήγορση μήπως συμπλέξω κατά τρόπο μη αποδεκτό την αξιοπιστία των μαρτύρων με το εφαρμοζόμενο βάρος και επίπεδο απόδειξης (βλ. κατ' αναλογίαν, Παυλίδης ν Depfa Bank Public Limited Company και Άλλων, ΠΕ 198/14, ημ. 18.11.20, Λεριός ν Αλεξίου και Άλλου
(2000)1(Β) ΑΑΔ 1195, 1205, Αθανασίου και Άλλου ν Κουνούνη
(1997)1(Β) ΑΑΔ 614, 636-642). Αξιολογώντας τους μάρτυρες, υπενθύμισα εαυτόν ότι ακόμη και η απόρριψη κάποιων εκδοχών τους, δεν οδηγεί αναγκαστικώς σε μη αποδοχή της μαρτυρίας τους (βλ. κατ' αναλογίαν, Ευσταθίου ν Μιχαήλ και Άλλης, ΠΕ 269/12, ημ. 23.7.19, Αυξεντίου ν Δίγκλη
(2007)1(Β) ΑΑΔ 1367, 1371). Για τους (παραδεκτώς) πραγματογνώμονες μάρτυρες, XXXXX Παναγιώτου (ΜΕ1) και XXXXX Μαυροκορδάτο (ΜΕ6), δεν θεώρησα τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο τόσον σημαντική όσον των άλλων μαρτύρων και τούτο από υποδείξεις της νομολογίας (βλ. κατ' αναλογίαν, Genzyme Corporation v Kayat Trading Limited, ΠΕ 199/14, ημ. 25.5.18, Αθηνής ν Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 41, 62-65). Αυτό δεν σημαίνει πως αξιολόγησα τους πραγματογνώμονες εκτός των καθιερωμένων αρχών, ή ότι τους είδα αλλιώς από τους υπόλοιπους μάρτυρες, αφού τούτο θα ήταν (ως ζήτημα αρχής) κατακριτέο (βλ. κατ' αναλογίαν, ΠΕ ν KRU, Έφεση 23/18, ημ. 3.12.19, Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν Κονναρή
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 2298, 2309-2310, Ψάλτης ν Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 113, 119). Για λόγους που θα αναλύσω, ο ενάγων και οι μάρτυρες του μού δημιούργησαν καλή εντύπωση (σε διαφορετικές διαβαθμίσεις ο καθένας), σε αντίθεση με τον XXXXX Μυτιληναίο (ΜΥ1), που δεν μου προκάλεσε, γενικώς, θετική εντύπωση. Εξηγώ. Ο XXXXX Παναγιώτου (ΜΕ1), υπήρξε άρτιος στη μαρτυρία του, ενεργώντας εντός των παραμέτρων των καθηκόντων του ως πραγματογνώμονα. Ο μάρτυς κατόρθωσε να παράσχει στο Δικαστήριο τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια και εφόδια ώστε τούτο (υιοθετώντας τα κριτήρια αυτά στα γεγονότα της υπόθεσης), να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση για όσα ο μάρτυς συζήτησε και πρότεινε (βλ. κατ' αναλογίαν, Λουκά ν Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 30/20, ημ. 10.3.21, Ρεουλλά ν Ιωάννου, ΠΕ 358/13, ημ. 17.2.21, Κωνσταντάς ν Διέτης και Άλλου, ΠΕ 289/13, ημ. 6.11.20). Δέχομαι τη μαρτυρία του XXXXX Παναγιώτου (ΜΕ1). Ο XXXXX Χριστοδουλίδης (ΜΕ2), ήταν σταθερός στη μαρτυρία του, δίνοντας λεπτομέρειες περί των όσων θεωρούσε πως στοιχειοθετούν την αξίωση εναντίον των εναγόμενων. Δεν περιέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις ή ανακολουθίες, παρά την επισταμένη αντεξέταση. Επιχειρήθηκε από την υπεράσπιση να καταδειχθεί μέσω της αντεξέτασης του μάρτυρα, ότι τούτος δεν εννοούσε καλώς το τι ακριβώς συνέβαινε με τις εντολές του για αγοραπωλησία μετοχών που έγινε προς τον Φαλέκο (και τους εναγόμενους) και πως όλη η συμπεριφορά του ήταν πλασματική και προκατασκευασμένη ώστε να εισαγάγει στα πράγματα, πέραν από τον Φαλέκο, και τους εναγόμενους. Το υπερασπιστικό αυτό εγχείρημα δεν πέτυχε (πάντοτε εξ απόψεως αξιολογικής ανάλυσης της μαρτυρίας). Η μαρτυρία του μάρτυρα θα πρέπει να ιδωθεί συνολικώς και όχι μεμονωμένως ή αποσπασματικώς (βλ. κατ' αναλογίαν, L Loucas Insurance Agency & Consultants Ltd και Άλλων ν Εθνική Γενικών Ασφαλειών (Κύπρου) Λτδ, ΠΕ 353/13, ημ. 15.4.21, Γεώργιου Σοφοκλέους Οικοδομικές Κατασκευές Λτδ ν Πουγιούκκα, ΠΕ 16/14, ημ. 17.2.21). Από το σύνολο των όσων είπε ο μάρτυς (και για το υπό συζήτησιν θέμα), δεν εξάγονται αντιφάσεις ή αναξιοπιστία του μάρτυρα (ως εισηγήθηκε η υπεράσπιση), και δη για το ότι ο μάρτυς «. δεν γνώριζε αν έγινε οποιαδήποτε πράξη ή τι γινόταν με το χαρτοφυλάκιο του .». Οι θέσεις του μάρτυρα περί του ζητήματος (αλλά και των υπολοίπων), υπήρξαν άσειστες, λαμβανομένου υπόψιν και του αρκετά μακρού χρονικού διαστήματος που παρέμβηκε από τα επισυμβάντα μέχρι τη μέρα που τούτος συμπλήρωσε τη μαρτυρία του ενώπιον μου. Σε ό,τι αφορά - ως έγινε εισήγηση στη γραπτή αγόρευση των εναγόμενων - στα περί ύπαρξης «. modus operandi του Εναγόμενου 3 .» ως τούτο φερόμενα μπορεί να διαπιστωθεί από «. ευρήματα άλλων Δικαστών στις αποφάσεις που επισυνάπτονται πιο κάτω στη νομική ανάλυση .», υπογραμμίζω ότι η αξιοπιστία του μάρτυρα θα κριθεί αυστηρώς εντός του πλαισίου της μαρτυρίας που έδωσε στην παρούσα υπόθεση, δίχως αναφορά σε οτιδήποτε άλλο που δεν προέκυψε από τη μαρτυρία του (ή από τη γραμμή αντεξέτασης του μάρτυρα), με όσα τέθηκαν υπερασπιστικώς να μην ικανοποιούν κατ' επέκτασιν τα προαπαιτούμενα αποδοχής της μαρτυρίας αυτής ως ενδεικτική ροπής του Φαλέκου στην περιγραφόμενη συμπεριφορά ή γενικότερα αποδοχή της ως μαρτυρίας παρόμοιων γεγονότων (βλ. κατ' αναλογίαν, Σολωμού και Άλλων ν Marfin Popular Bank Public Co Ltd
(2011)1(Α) ΑΑΔ 36, 53). Δέχομαι τη μαρτυρία του XXXXX Χριστοδουλίδη (ΜΕ2). Η XXXXX Χρυσοστόμου (ΜΕ3), ήταν και αυτή θετική στα όσα ανέφερε, με την αντεξέταση της να είναι συντομότατη και επί τυπικών θεμάτων. Δέχομαι τη μαρτυρία της XXXXX Χρυσοστόμου (ΜΕ3). Ο XXXXX Ολύμπιος (ΜΕ4), χαρακτηριζόταν από ευθύτητα και συνέπεια στις απαντήσεις του, ιδίως (αλλά ουχί αποκλειστικώς), για τις πρακτικές των εναγόμενων 1 και τον εκείθεν συναφή τρόπο λειτουργίας και συμπεριφοράς του εναγόμενου 2. Δέχομαι τη μαρτυρία του XXXXX Ολύμπιου (ΜΕ4). Η XXXXX Γεωργίου (ΜΕ5), ήταν σταθερή και συμπαγής, δίχως να προκύψει κάτι που να προξενεί ερωτηματικά για την αξιοπιστία της. Δέχομαι τη μαρτυρία της XXXXX Γεωργίου (ΜΕ5). Ο XXXXX Μαυροκορδάτος (ΜΕ6), υπήρξε, σε γενικές γραμμές, αρκετά σαφής και επεξηγηματικός στη μαρτυρία του μολονότι, σε κάποιες πτυχές της, η προσέγγιση του θα μπορούσε να είναι πιο προσεκτική και επικεντρωμένη στην ακρίβεια των λεπτομερειών που περιστοίχιζαν τα όσα παρέπεμπε. Για παράδειγμα, ο μάρτυς είπε πως «. το τεκμήριο 6 δείχνει ότι η 1 εκ των 2 Εταιρειών που κατείχε μετοχές ο Ενάγοντας είναι η Εταιρεία Megabet Public Company Ltd .» (για να υποστηρίξει τη θέση ότι ο ενάγων ήθελε να αγοράσει μόνον μετοχές της Sea Star Capital Ltd), χωρίς ωστόσο (ο μάρτυς) να αναδιφήσει και διαπιστώσει πως η Megabet Public Company Ltd είχε μετονομαστεί σε κατοπινό στάδιο σε Sea Star Capital Ltd. Ο μάρτυς έδωσε σχετικές εξηγήσεις για τη φαινομενική παρασπονδία, εντάσσοντας τα πράγματα υπό μια διάφορη οπτική, μα το γεγονός παραμένει ότι θα μπορούσε να είχε μεταχειρισθεί διαφορετικώς τα πράγματα ευθύς εξ αρχής. Αδρομερώς, ο μάρτυς, όπως εξάλλου και ο XXXXX Παναγιώτου (ΜΕ1), λειτούργησε εντός του κατ' αρχήν αναμενόμενου νομολογιακού πλαισίου που διέπει τη μαρτυρία (και αναμενόμενη αντικειμενικότητα) των πραγματογνωμόνων μαρτύρων (βλ. γενικώς, Tristram Hodgkinson, Mark James, Expert Evidence: Law and Practice, Sweet and Maxwell, 5η έκδ., 2020, παρ. 6-003 μέχρι 6-006). Δέχομαι τη μαρτυρία του XXXXX Μαυροκορδάτου (ΜΕ6). Ο XXXXX Μυτιληναίος (ΜΥ1), παρόλο που δεν ήρθε στο Δικαστήριο για να παραπλανήσει - κάθε άλλο - δοκίμασε (με τρόπο που σαφώς παρέπεμπε σε προσπάθεια να παρουσιάσει μια κατάσταση που να συμπλέει στρατηγικώς με την εκδοχή των εναγόμενων), ήτοι ότι οι τελευταίοι δεν είχαν (ή δεν μπορούσαν να έχουν) ανάμιξη στα όσα κατ' ισχυρισμόν παρανόμως και αυθαιρέτως έπραττε ο Φαλέκος. Στο εγχείρημα του αυτό, ο μάρτυς (απαραδέκτως) προέβαινε και σε (ανεπίτρεπτα) αξιολογικά συμπεράσματα επί της ουσίας της υπόθεσης χωρίς, μάλιστα, να συνοδεύει τη γνώμη του (στην έκταση που τούτη θα μπορούσε να έχει σημασία), με απτά και σαφή γεγονότα, ή (εν πάση περιπτώσει), με τέτοια στοιχεία που θα μπορούσαν να αξιολογηθούν προς αυτή την κατεύθυνση. Ο μάρτυς προέβαινε και σε απόλυτα συμπεράσματα κατά του ενάγοντα, εκλαμβάνοντας ως δεδομένη την ορθότητα της ερμηνευτικής του για πράξεις ή και παραλείψεις του. Λόγου χάριν, ο μάρτυς ισχυρίστηκε ότι ο ενάγων δεν είχε υποβάλει απαίτηση για αποζημίωση μέσω των εμπιστευμάτων που είχαν δημιουργήσει οι εναγόμενοι 1, επειδή (ως ισχυρίστηκε) γνώριζε ο ενάγων για τις πράξεις που διενεργούσε ο Φαλέκος εκ μέρους του μάρτυρα. Παρέβλεψε όμως ο μάρτυς την πιθανότητα (έστω) τα πράγματα να ήταν και διαφορετικά, υπό την έννοια ότι ο ενάγων (ως ήδη είχε πει), μπορεί να μην είχε υποβάλει τέτοια απαίτηση λόγω των προτάσεων που ανέφερε πως είχε δεχθεί από τους εναγόμενους μεταξύ Μαρτίου-Μαΐου 2009 για πληρωμή προς αυτόν ποσού €440.000,00, υπό την αίρεση έγκρισης της πρότασης από το διοικητικό συμβούλιο των εναγόμενων 1 (κάτι που δεν έγινε). Ο μάρτυς δεν έδωσε αντικειμενική μαρτυρία. Απορρίπτω τη μαρτυρία του XXXXX Μυτιληναίου (ΜΥ1). Προτού περάσω στα τελικά ευρήματα, χρειάζονται τρεις επισημάνσεις. Πρώτον, η δήλωση Φαλέκου (Τεκμήριο 35), δεν μπορεί να αποτελέσει βάση για την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων αφού δεν δόθηκε η δυνατότητα στον ενάγοντα ή στους εναγόμενους να τον αντεξετάσουν και να θέσουν σε αυτόν τις όποιες θέσεις επιθυμούσαν. Το περιεχόμενο της δήλωσης αυτής, ως εξ ακοής μαρτυρία, είναι ασφαλώς αποδεκτό, αλλά ένεκα της απουσίας ή και μη κλήτευσης του Φαλέκου στη δίκη (ασχέτως της έκδοσης εκ συμφώνου απόφασης εναντίον του και υπέρ του ενάγοντα), η βαρύτητα που θα μπορούσε να της δοθεί για οποιοδήποτε σκοπό βάσει των προβλέψεων του άρθρου 27 του Περί Απόδειξης Νόμου, Κεφ.9, είναι (υπό τις ειρημένες περιστάσεις) μηδενική (βλ. κατ' αναλογίαν, Assad v Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 164/16, ημ. 6.12.17, Λευκόνικο Χρηματιστηριακή Λτδ ν Χριστοφόρου, ΠΕ 6/11, ημ. 15.7.16, Δημητρίου ν Νικολάου
(2012)1(Γ) ΑΑΔ 2714, 2722-2723). Δεύτερον, δεν μπορεί να αποδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στο μέρος του πορίσματος/Τεκμήριο 37 αφού τούτα παραμερίστηκαν κατ' ουσίαν έπειτα από την ανάκληση του διορισμού των μελών της επιτροπής που διενήργησε την έρευνα ένεκα κακής σύνθεσης. Το γεγονός πως - ως λέχθηκε από την XXXXX Γεωργίου (ΜΕ5), δίχως να πλήττεται η αξιοπιστία της - σε περίπτωση επανάληψης της διαδικασίας (υπό αποδεκτή πλέον σύνθεση), το πόρισμα θα ήταν ακριβώς το ίδιο, συνθέτει εκτίμηση και όχι γεγονός το οποίο μάλιστα θα μπορούσε να συνθέσει θεμέλιο για εξαγωγή οποιωνδήποτε λελογισμένων συμπερασμάτων. Αγνοώ παντελώς το πόρισμα/Τεκμήριο 37. Τρίτον, όλη η συζήτηση που έλαβε χώραν από τους ενάγοντες για την εφαρμογή εν προκειμένω του Περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου 147(Ι)/07 (και άλλων κανονιστικών διατάξεων) - οι οποίες συναπάρτισαν και βάθρο συζήτησης στην Κίρζη και Άλλων ν Sharelink Securities and Financial Services Limited στην αγωγή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού 895/10, ημερομηνίας 15.11.19 (εκδοθείσα από τον Μαλαχτό, ΠΕΔ, ως ήταν τότε), και στην οποία παρέπεμψαν οι ενάγοντες - δεν μπορεί να οδηγήσει εδώ στα επιθυμητά για τους ενάγοντες συμπεράσματα, αφού (σε αντίθεση με την προειρημένη απόφαση), το συγκεκριμένο νομοθέτημα (με τις αφορώσες πρόνοιες του), αλλά και όσα επαλλήλως και παραλλήλως συζητήθηκαν εκεί επί κανονιστικού επιπέδου, δεν δικογραφήθηκαν πρεπόντως στην παρούσα (βλ. κατ' αναλογίαν, Torgut και Άλλων ν Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, ΠΕ 79/15, ημ. 10.6.20). Ως εκ τούτου, τα περί εκ προστήσεως ευθύνης, ή γενικότερα τα της αστικής ευθύνης των εναγόμενων για τις όποιες επιλήψιμες πράξεις του Φαλέκου, θα συζητηθούν βάσει της κοινοδικαιϊκής νομολογίας και των προνοιών του άρθρου 13 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148 (που αποτελούν παραδεκτώς και αποδεκτώς αφετηρία για την επίλυση των ενεστώτως επίδικων θεμάτων). Περνώ στα (πρόσθετα) ευρήματα και συμπεράσματα μου, με κάποιες απολύτως αναγκαίες επαναλήψεις να είναι αναπόφευκτες λόγω και της αλληλουχίας των γεγονότων και της αναγκαιότητας για αρραγή συνοχή και ειρμό στα καταγραφόμενα. Ως αναπόσπαστο μέρος των ευρημάτων μου είναι και όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω ως αξιολογική περιγραφή και ανάλυση (υπό τις ανά περίπτωσιν στοχεύσεις), χωρίς κατ' ανάγκην τούτα να προσδιορίζονται ορολογικώς ως ευρήματα ή και ως συμπεράσματα (βλ. κατ' αναλογίαν, Ζερβός ν Hellenic Bank Public Company Ltd
(2013)1(Γ) ΑΑΔ 2357, 2373, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Μαλιώτη (Αρ 2)
(1998)2 ΑΑΔ 167, 176). Σε αυτά τα ευρήματα ας θεωρηθεί ότι συμπεριλαμβάνονται και όλα τα παραδεκτά γεγονότα, που και τούτα δεν είναι αναγκαίο να επαναληφθούν, παρά μόνον εκεί όπου θα κριθεί απαραίτητο. Κατά τους κρίσιμους χρόνους, οι εναγόμενοι 1 ήταν (και είναι) εταιρεία περιορισμένης ευθύνης διά μετοχών, ασχολούμενοι μεταξύ άλλων με τη διαχείριση επενδυτικών χαρτοφυλακίων, ενεργώντας ως σύμβουλοι επενδύσεων και διενεργώντας εντός των παραμέτρων αυτών, χρηματιστηριακές πράξεις εκ μέρους πελατών τους. Ο εναγόμενος 2 ήταν μέλος του διοικητικού συμβουλίου των εναγόμενων 1 και διευθυντής και εκτελεστικός τους πρόεδρος. Ο πρώην εναγόμενος 3 (Φαλέκος), ήταν (κατά τους ουσιώδεις χρόνους) εργοδοτούμενος των εναγόμενων 1 έχοντας προηγούμενη υπηρεσία στην SFS Group Company Ltd και κατείχε τη θέση του Private and Institutional Client Executive. Υπαγόταν στο Τμήμα Wealth Management. Ο Φαλέκος ήταν πιστοποιημένος από το Υπουργείο Οικονομικών να παρέχει υπηρεσίες διαχειρίσεως χαρτοφυλακίου (βλ. Τεκμήριο 36). Ο Φαλέκος δεν είχε αρμοδιότητα να διενεργεί ο ίδιος συγκεκριμένες επενδύσεις καίτοι το έπραττε. Ο ενάγων γνώριζε τον Φαλέκο επειδή η σύζυγος του τελευταίου ήταν φίλη με την σύζυγο του ενάγοντα (με αυτήν να βαφτίζει το δεύτερο παιδί του Φαλέκου). Η επαγγελματική συνεργασία του ενάγοντα με τον Φαλέκο (ως υπαλλήλου και αντιπροσώπου των εναγόμενων), άρχισε περί το 2004 όταν ο Φαλέκος συστήθηκε στον ενάγοντα ως ανώτερο στέλεχος των εναγόμενων
- Με την απαρχή της επαγγελματικής τους συνεργασίας, ο Φαλέκος ζήτησε από τον ενάγοντα να υπογράψει σχετική σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (brokerage account), κάτι που ο τελευταίος έπραξε την 20.9.04 (βλ. Τεκμήριο 1). Ως εκ της υπογραφής, ο ενάγων καταχωρίστηκε στα συστήματα των εναγόμενων 1 και έγινε αποδεκτός από αυτούς ως πελάτης τους (και ήταν). Ο Φαλέκος μηδέποτε απέκρυψε την ύπαρξη του ενάγοντα από τους εναγόμενους. Στα πρώτα στάδια της επαγγελματικής τους συνεργασίας, ο ενάγων είχε δώσει προς τον Φαλέκο, κατά διαστήματα, συνολικό ποσό €130.000,00 υπό μορφή καταθέσεων και μεταφορών σε λογαριασμούς των εναγόμενων
- Το ποσό αυτό το επένδυσε ο Φαλέκος προς όφελος του ενάγοντα στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου (ΧΑΚ). Κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους, οι καταστάσεις λογαριασμού του ενάγοντα με τους εναγόμενους 1 αποστέλλονταν στη διεύθυνση του (στην Λεμεσό). Σε αυτές, αναγράφονταν τα τηλέφωνα επικοινωνίας του ενάγοντα και ο αριθμός τηλεομοιότυπου (φαξ) που τούτος είχε δώσει στους εναγόμενους 1 (βλ. Τεκμήριο 2). Κατά τη συνεργασία του ενάγοντα με τους εναγόμενους 1 αυτοί του έστελναν σε διαφορετικές ημερομηνίες το 2006, διάφορα σχετικά έγγραφα συμπεριλαμβανομένων και επιταγών (βλ. Τεκμήριο 3). Μετά από την πληρωμή προς τον ενάγοντα (την 30.1.06) ποσού Λ.Κ.18.900,00, τούτος αποφάσισε να τερματίσει τη συνεργασία του με τους εναγόμενους 1 και τον Φαλέκο, λέγοντας στον τελευταίον ότι δεν τον ενδιέφερε πλέον η συνέχιση επενδύσεων στο ΧΑΚ αφού είχε επανακτήσει τα ποσά που είχε απωλέσει το
- Κατά τον Νοέμβριο-Δεκέμβριο 2006 ο Φαλέκος, στον μόχθο του να πείσει τον ενάγοντα να συνεχίσει τις επενδύσεις στο ΧΑΚ, είπε προς αυτόν πως με τη βοήθεια, καθοδήγηση και επαγγελματικές του συμβουλές (ως πραγματογνώμονα στον τομέα του), θα μπορούσε να του εξασφαλίσει, ακόμη πιο αξιόλογα κέρδη και να ευρύνει το χαρτοφυλάκιο του χωρίς καμιά ιδιαίτερη προσπάθεια από μέρους του τελευταίου. Τούτο, ως είπε στον ενάγοντα ο Φαλέκος, θα το έπραττε μέσω των εναγόμενων 1, ως είχε πράξει και για διάφορους άλλους επενδυτές με μεγάλη οικονομική επιφάνεια. Ο Φαλέκος (περί την ίδια χρονική περίοδο), παρέστησε στον ενάγοντα ότι μια πιθανή επένδυση σε μετοχές της Megabet Public Company Ltd (που θα μετονομαζόταν σε Sea Star Capital Ltd), θα του εξασφάλιζε σημαντικά κέρδη. Ο Φαλέκος τού πρότεινε πως επειδή ο ίδιος δεν μπορούσε να παρουσιάζεται ως προσωπικώς εμπλεκόμενος στην όλη κατάσταση, ο ενάγων θα έπρεπε να επένδυε το κεφάλαιο του μέσω των εναγόμενων 1 και πως, ακολούθως, θα μοιράζονταν εξ ημισείας τα κέρδη μετά από την αφαίρεση του ποσού τού κεφαλαίου. Στη βάση των παραστάσεων αυτών, ο ενάγων, πιστεύοντας τα λεγόμενα του Φαλέκου και ενεργώντας επ' αυτών - και υπογράφοντας εκ νέου (μετά από προτροπή του Φαλέκου) μια καινούρια συμφωνία (Σύμβαση Παροχής Επενδυτικών ή και Παρεπομένων Υπηρεσιών) η οποία ήταν κατά τα άλλα ασυμπλήρωτη (βλ. Τεκμήριο 4) - την 28.12.06 κατέθεσε σε λογαριασμό των εναγόμενων 1 (0187-01-000044), ποσό Λ.Κ.100.000,00 (€170.860,00), με την προϋπόθεση ότι θα αγοράζονταν μετοχές της Megabet Public Company Ltd και των εναγόμενων 1 Sharelink Securities and Financial Services Ltd [«η Sharelink»] (βλ. Τεκμήριο 5). Την 4.4.07 ο Φαλέκος έστειλε προς τον ενάγοντα κατάσταση λογαριασμού (σε λογότυπο των εναγόμενων 1), όπου απογραφόταν πως ο Φαλέκος είχε αγοράσει στο όνομα του ενάγοντα μετοχές της Megabet Public Company Ltd και της White Knight Holdings Public Company Ltd (στη συνολική τιμή των €170.000,00) και των οποίων (μετοχών) η συνολική αξία τη μέρα εκείνη ανερχόταν σε €247.000,00 (βλ. Τεκμήριο 6). Αυτή η κατάσταση λογαριασμού - όπως και τα Τεκμήρια 11 και 27 αλλά και όσα άλλα προσδιόρισε ως τέτοια ο XXXXX Παναγιώτου (ΜΕ1) ή και δηλώθηκαν επί τούτω ως παραδεκτά στη δίκη - ήταν πλαστογραφημένη από τον Φαλέκο. Αυτή η πλαστογράφηση ισοδυναμούσε και σε ψευδή παράσταση γεγονότων από μέρους του προς τον ενάγοντα (και αυτό ισχύει για όλες τις άλλες περιπτώσεις πλαστογραφημένων εγγράφων από τον Φαλέκο στην κρινόμενη περίπτωση). Οι καταστάσεις αυτές παρουσίαζαν, ως δεδηλωμένο γεγονός, ότι το χαρτοφυλάκιο του ενάγοντα παρήγαγε κέρδη, κάτι που ήταν ψευδές αφού δεν ανταποκρινόταν στην αλήθεια. Αναμφιβόλως, ο Φαλέκος γνώριζε για τις πλαστογραφίες - δικές του ήταν - και για τα ψέματα που εξεικονίζονταν εκεί. Παρουσιάζοντας στον ενάγοντα ψευδή εικόνα του λογαριασμού του με τους εναγόμενους 1 και πληρώνοντας μάλιστα σε αυτόν και κάποια υποτιθέμενα κέρδη, (παριστάνοντας του ψευδώς ότι είχε αυτά τα κέρδη), ο Φαλέκος επεδίωκε (και πέτυχε) να συντηρήσει την απατηλή εντύπωση που είχε δημιουργήσει στον ενάγοντα (πως αποκόμιζε κέρδη από τη συνεργασία του με τον Φαλέκο και τους εναγόμενους) και πως θα ήταν τουτέστιν προς όφελος του ενάγοντα η συνέχιση της συνεργασίας του μαζί τους. Είναι προφανές - και θα γίνει μνεία κατωτέρω με αναφορά σε συγκεκριμένα συμβάντα και λεπτομέρειες - ότι ο ενάγων ενήργησε ουσιωδώς επί των σχετικών ψευδών παραστάσεων του Φαλέκου, συνεχίζοντας να επενδύει. Ο ενάγων την 16.4.07 κατέθεσε στον λογαριασμό των εναγόμενων 1 επιπλέον ποσό €200.000,00 (βλ. Τεκμήριο 7). Την 21.5.07, ο Φαλέκος απέστειλε προς τον ενάγοντα ειδοποίηση ετήσιας γενικής συνέλευσης της Megabet Public Company Ltd, πληροφορώντας τον πως δεν χρειαζόταν να υπογράψει οτιδήποτε (βλ. Τεκμήριο 8). Ακολούθως, ο Φαλέκος προσπαθούσε να πείσει τον ενάγοντα να επενδύσει και άλλα ποσά στη μετοχή της Sea Star Capital Ltd, παρουσιάζοντας προς αυτόν (και πείθοντας τον) ότι είχε άμεσες επαφές και άριστες σχέσεις με επιχειρηματίες μεγάλης εμβέλειας στην Ελλάδα. Ως εκ των παραστάσεων, ο ενάγων πείστηκε να επενδύσει στη Sea Star Capital Ltd, με αποτέλεσμα την 17.10.07 να καταθέσει στον λογαριασμό των εναγόμενων 1 και ποσό €500.000,00 (βλ. Τεκμήριο 9). Την 23.1.08 ο Φαλέκος απέστειλε προς τον ενάγοντα κατάσταση λογαριασμού (ημερομηνίας 22.1.08), όπου φαίνεται ότι η αξία των μετοχών του ενάγοντα (στην Sea Star Capital Ltd και στους εναγόμενους 1), ανερχόταν σε €1.013.647,00 (βλ. Τεκμήριο 11). Η κατάσταση αυτή/Τεκμήριο 11, ήταν (ως ήδη διατυπώθηκε πιο πάνω), πλαστή και ψευδής ως προς το περιεχόμενο της και το ίδιο ισχύει για τα έντυπα λήψης εντολών αγοραπωλησίας κινητών αξιών (βλ. Τεκμήριο 27). Τον Φεβρουάριο 2008, ο ενάγων ζήτησε από τον Φαλέκο να του πουλήσει τις μετοχές τής Sea Star Capital Ltd και της Sharelink, δοσμένων των παραστάσεων του Φαλέκου προς τον ενάγοντα περί ιδιαίτερα αυξημένης αξίας τους. Την 26.2.08 ο ενάγων έστειλε προς τον Φαλέκο τον αριθμό λογαριασμού στον οποίο θα γινόταν η κατάθεση του προϊόντος πώλησης των υπό αναφοράν μετοχών (βλ. Τεκμήριο 12).Την 3.3.08 και την 7.3.08, ο Φαλέκος προέβη σε δύο εμβάσματα προς τον ενάγοντα συνολικού ύψους €125.411,00 τα οποία, ως του είπε ο Φαλέκος, προήλθαν από πώληση μετοχών της Sharelink (βλ. Τεκμήριο 13). Ούτε και αυτό το ποσό ήταν προϊόν αληθινού κέρδους (και το αυτό ισχύει για όλες τις περιπτώσεις όπου ο Φαλέκος επέστρεφε λεφτά στον ενάγοντα, δήθεν ως κέρδος, ενώ στην πραγματικότητα αποτελούσαν επιστροφή από το κεφάλαιο που είχε καταβάλει ο ενάγων [βλ. Τεκμήρια 10 και 13]). Σε επανειλημμένες εισηγήσεις του ενάγοντα προς τον Φαλέκο να πουλήσει όλες τις μετοχές της Sea Star Capital Ltd και της Sharelink - αποστέλλοντας του μάλιστα και τον αριθμό λογαριασμού στον οποίο θα κατέθετε τα λεφτά (βλ. Τεκμήρια 15-17) - o Φαλέκος, στα πολλά, την 9.1.09 κατέθεσε στο λογαριασμό του ενάγοντα ποσό €61.602,55 (βλ. Τεκμήριο 18). Την 12.1.09, ο ενάγων έλαβε μήνυμα από τον Φαλέκο με το εξής περιεχόμενο: «Φίλε μου ετραμπάραν μας, δεν ξέρω τι να κάνω, θα σε πάρω σε λίγο να βρεθούμε κατεπείγον». Σε κάποια στιγμή, ο ενάγων είχε τηλεφωνική επικοινωνία με υπάλληλο των εναγόμενων 1, ζητώντας να του αποσταλεί κατάσταση των μετοχών που διατηρούσε μαζί τους. Οι εναγόμενοι 1 έστειλαν προς τον ενάγοντα την κατάσταση συναλλαγών (transaction ledger), ως το Τεκμήριο 19 (για την περίοδο 1.1.07-12.1.09). Μελετώντας την, ο ενάγων (έκπληκτος) διαπίστωσε ότι έγιναν συναλλαγές στο όνομα του αξίας €5.309.149,00 χωρίς καμιά τηλεφωνική επικοινωνία ή γραπτή εντολή του προς τους εναγόμενους (και τον Φαλέκο) και δίχως ποτέ να έχει λάβει προηγουμένως από τους εναγόμενους 1 οποιαδήποτε κατάσταση που να δείχνει τις συναλλαγές αυτές. Ο ενάγων, δεν έδωσε ποτέ προς τους εναγόμενους (και τον Φαλέκο) εντολή (γραπτή ή προφορική), κατά τους επίδικους χρόνους για διενέργεια συναλλαγών κινητών αξιών. Οι επίμαχες συναλλαγές έγιναν από τον Φαλέκο χωρίς τη γνώση και συγκατάθεση του ενάγοντα. Αρχές Φεβρουαρίου 2009, ο ενάγων έλαβε επιστολή από τους εναγόμενους 1 (υπογεγραμμένη από τον XXXXX Μυτιληναίο [ΜΥ1]), με την οποία του ζητείτο να επιβεβαιώσει την οφειλή των εναγόμενων προς αυτόν κατά την 31.12.08 και η οποία «. σύμφωνα με τα βιβλία μας ανέρχεται σε Ευρώ 57,137.01 (όπως φαίνεται στη κατάσταση λογαριασμού που εσωκλείεται)» (βλ. Τεκμήριο 22). Στις επόμενες μέρες, τηλεφώνησε στον ενάγοντα ο XXXXX Μυτιληναίος (ΜΥ1), στον οποίον ο ενάγων έθεσε σειρά ερωτημάτων για τον χρόνο ανοίγματος του λογαριασμού του με τους εναγόμενους 1, για τον τρόπο διενέργειας των πράξεων (και με ποιου τις εντολές) αλλά και για το γιατί ο ενάγων δεν είχε ενημερωθεί ταχυδρομικώς για όλες αυτές τις πράξεις. Ο XXXXX Μυτιληναίος (ΜΥ1), επικοινώνησε μετά από λίγες μέρες με τον ενάγοντα και του είπε ότι θα έπρεπε να συμπληρώσει κάποιο έντυπο υποβολής παραπόνου για να μπορούσαν έτσι οι εναγόμενοι 1 να του δώσουν τις πληροφορίες που ζητούσε. Επακολούθησε συνάντηση του ενάγοντα με τον XXXXX Μυτιληναίο (ΜΥ1) και άλλους, για τα ζητήματα που προέκυψαν. Στη συνάντηση, οι εναγόμενοι 1 έδωσαν στον ενάγοντα κάποιο έντυπο υποβολής παραπόνου που έφερε το λογότυπο των εναγόμενων 1 (και που ήταν ήδη συμπληρωμένο), το οποίο έφερε ημερομηνία 23.2.09 (βλ. Τεκμήριο 23). Ο ενάγων δεν το υπέγραψε διότι ήθελε να το θέσει στον δικηγόρο του. Αποτέλεσμα τούτου, ήταν να μην πάρει οποιεσδήποτε πληροφορίες από τους εναγόμενους
- Ύστερα από κάποιες μέρες, ο XXXXX Μυτιληναίος (ΜΥ1) τηλεφώνησε στον ενάγοντα ζητώντας να μάθει αν υπέγραψε το έντυπο/Τεκμήριο
- Ο ενάγων απάντησε αρνητικώς και επανέλαβε το αίτημα του να τύχει της πληροφόρησης που είχε ζητήσει. Ο XXXXX Μυτιληναίος (ΜΥ1), ζήτησε από τον ενάγοντα να του ξαναστείλει γραπτώς μέσω φαξ τα ερωτήματα και πληροφορίες που ήθελε, κάτι που έπραξε ο ενάγων με επιστολή ημερομηνίας 3.3.09 (βλ. Τεκμήριο 24). Στο τέλος (και αφού μεσολάβησε σειρά τηλεφωνημάτων του ενάγοντα), ο XXXXX Μυτιληναίος (ΜΥ1) απέστειλε συναφές ηλεκτρονικό μήνυμα στον ενάγοντα (βλ. Τεκμήριο 25). Στο μήνυμα αναφερόταν ότι κατά τα στοιχεία που είχαν οι εναγόμενοι 1, ο λογαριασμός του ενάγοντα με αυτούς χρονολογούνταν από το 2004 και πως οι εντολές που είχαν στην κατοχή τους για τις συναλλαγές στον λογαριασμό του ήσαν, κυρίως, γραπτές και πως κατά κάποιο έντυπο αλλαγής διεύθυνσης που είχαν λάβει από τον ενάγοντα, τούτος είχε εξουσιοδοτήσει τον Φαλέκο να λαμβάνει τις καταστάσεις λογαριασμού εκ μέρους του ενάγοντα. Ο ενάγων έκρινε πως το μήνυμα δεν απαντούσε στις ερωτήσεις του και έτσι, βασικώς, απέρριψε το περιεχόμενο του. Ως διαφάνηκε υστερότερα, η προβληθείσα στο ηλεκτρονικό μήνυμα του XXXXX Μυτιληναίου (ΜΥ1) φόρμα αλλαγής διεύθυνσης του ενάγοντα, ήταν (και αυτή) πλαστογραφημένη (βλ. Τεκμήριο 26). Προσθέτως, ως επίσης φάνηκε από την παραλαβή των εντύπων λήψης εντολών για την αγοραπωλησία κινητών αξιών (έκτασης 240 τόσων σελίδων), όλα τούτα τα έντυπα (πλην του πρώτου για το οποίο ο ενάγων δήλωσε αβεβαιότητα αν έφερε την υπογραφή του), ήσαν πλαστογραφημένα (βλ. Τεκμήριο 27). Την 23.3.09 σε συνάντηση του ενάγοντα με εκπροσώπους των εναγόμενων 1, ο ενάγων υπέγραψε έντυπο υποβολής παραπόνου, ως το Τεκμήριο 28, στη βάση ότι οι εναγόμενοι θα του κατέβαλλαν €460.000,
- Λέχθηκε εκεί από εκπροσώπους των εναγόμενων 1 (προς τον ενάγοντα) ότι αν τούτος δεν υπέγραφε το εν λόγω έντυπο, δεν θα μπορούσε εν πάση περιπτώσει να αποζημιωθεί από τον Φαλέκο (λόγω της κατ' αυτούς προβλεπτής οικονομικής αδυναμίας του Φαλέκου να ικανοποιήσει την όποια απαίτηση του ενάγοντα), αλλά ούτε και αναμενόταν ότι η όποια παρ' ελπίδαν δικαστική δικαίωση του θα τελεσιδικούσε πριν από την παρέλευση πολλού χρόνου. Εισηγήθηκαν οι ευπαίδευτοι δικηγόροι του ενάγοντα, πως οι περιστάσεις αυτές ισοδυναμούν με εξαναγκασμό και αθέμιτη ψυχική πίεση των εναγόμενων 1 προς τον ενάγοντα, τέτοιας έκτασης που δεν θα μπορούσε παρά να οδηγήσει σε παραμερισμό και ακύρωση τού περί ου ο λόγος εντύπου. Δεν έχουν έτσι τα πράγματα. Τα γεγονότα δεν δικαιολογούν τη σκέψη αυτή, αφού - με κατά νουν και τα άρθρα 14-16 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149 - οι περιστάσεις και σχέση μεταξύ ενάγοντα και εναγόμενων 1 ήσαν τέτοιες που πολύ απείχαν από του να θεωρηθούν πως δημιούργησαν μεταξύ τους περιστάσεις εξάρτησης ή και άδικης επιρροής σε βάρος του ενάγοντα (βλ. κατ' αναλογίαν, Ζαχαριάδη ν Universal Life Insurance Co Ltd και Άλλου, ΠΕ 144/13, ημ. 16.4.19). Ο ενάγων ήξερε καλώς να προστατεύει τα δικαιώματα του και όλη η συμπεριφορά του μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν έδειχνε πως θα μπορούσε να τον οδηγήσει στο να ενεργήσει με τον τρόπον που περιέγραψε. Όπως και να έχουν τα πράγματα, το έντυπο/Τεκμήριο 28 - δοσμένου και του ότι ποτέ δεν υλοποιήθηκε αφού δεν τήρησαν τις πρόνοιες και υποχρεώσεις τους οι εναγόμενοι - δεν μπορεί να προταχθεί ως εμποδιστικό για την προώθηση της παρούσας αξίωσης, ή να διαπλάσει άλλους συνειρμούς σε βάρος της υπόθεσης του ενάγοντα (και υπέρ της υπόθεσης των εναγόμενων). Ακολουθεί, πως η αξίωση του ενάγοντα για την έκδοση διατάγματος παραμερισμού ή και ακύρωσης του εντύπου/Τεκμήριο 28 (στην παράγραφο Στ της Έκθεσης Απαίτησης) χρήζει απόρριψης. Την 31.3.09 ο XXXXX Μυτιληναίος (ΜΥ1) ζήτησε από τον ενάγοντα να του στείλει το φαξ που είχε αποστείλει στον Φαλέκο (όπου γραφόταν ο τραπεζικός λογαριασμός στον οποίο θα καταθέτονταν τα έσοδα από την πώληση των μετοχών), κάτι που έκανε ο ενάγων (βλ. Τεκμήριο 29). Αυθημερόν, ο ενάγων έστειλε στον Αντώνη Μυτιληναίο (ΜΥ1) και αντίγραφο της κατάστασης λογαριασμού που του είχε δώσει ο Φαλέκος τον Ιανουάριο 2008 (βλ. Τεκμήριο 30). Τον Απρίλιο 2009, ο ενάγων επικοινώνησε επανειλημμένως με τον XXXXX Μυτιληναίο (ΜΥ1) για να ρωτήσει πού στεκόταν το παράπονο του και η διαδικασία πληρωμής του, με τον XXXXX Μυτιληναίο (ΜΥ1) να δηλώνει πως υπήρχαν κάποια προβλήματα και με άλλους πελάτες των εναγόμενων 1 και έτσι θα έπρεπε να αναμένει τη σειρά του. Την 13.4.09, ο ενάγων παρέλαβε επιστολή από τους εναγόμενους 1 στην οποία τούτοι διαφήμιζαν το ούτω καλούμενο «. Πρόγραμμα ανακούφισης πελατών της Sharelink Securities and Financial Services Limited (στο εξής η «Εταιρεία») που δυνατό να επηρεάστηκαν από ενέργειες του Γιώργου Φαλέκου» (βλ. Τεκμήριο 31). Σε τυχαία συνάντηση που είχε ο ενάγων με τον δικηγόρο Ανδρέα Αγγελίδη, ανέφερε σε αυτόν το πρόβλημα που είχε δημιουργηθεί. Πιο μετά (την 28.4.09), o ενάγων του έστειλε περισσότερες πληροφορίες (βλ. Τεκμήριο 32). Περί τις αρχές Μαΐου 2009 ο ενάγων έλαβε δικηγορική συμβουλή να μην υποβάλει αίτηση για αποζημίωση (συμφώνως της επιστολής των εναγόμενων 1 ημερομηνίας 13.4.09/Τεκμήριο 31). Αντ' αυτού, έγινε εισήγηση για διευθέτηση συνάντησης του ενάγοντα με τον εναγόμενο
- Πριν από την (προγραμματισθείσα) συνάντηση, ο ενάγων βρέθηκε με τον XXXXX Μυτιληναίο (ΜΥ1) ο οποίος τον πληροφόρησε πως οι εναγόμενοι του πρόσφεραν ποσό €300.000,00 για «... να κλείσει το θέμα .». Ο ενάγων είπε ότι το θέμα θα μπορούσε να συζητηθεί κατά την επικείμενη συνάντηση. Τούτη, έγινε περί τα τέλη Μαΐου
- Παρόντες ήσαν ο ενάγων, ο δικηγόρος XXXXX Αγγελίδης, ο XXXXX Μυτιληναίος (ΜΥ1) και ο εναγόμενος
- Αυτό το γεγονός - και όσα διαμείφθηκαν στη συνάντηση - παρέμειναν κατά βάσιν αναντίρρητα από την υπεράσπιση (με τις αφορώσες λεπτομέρειες να παρέχονται από τον μαρτυριακώς αξιόπιστο ενάγοντα). Στη συνάντηση, ο εναγόμενος 2 ανακάλεσε τα εισηγηθέντα για αποζημίωση του ενάγοντα, ισχυριζόμενος ότι ο ενάγων υπόγραψε το Τεκμήριο 28 χωρίς πίεση και με δική του πρωτοβουλία, προτάσσοντας μάλιστα (ο εναγόμενος 2), πως σε συνάντηση τους την 13.1.09 στην οικία του Φαλέκου, ο ενάγων τούς είπε ότι την απαίτηση του θα την κανόνιζε απευθείας με τον Φαλέκο και την σύζυγο του (πρώην εναγόμενη 4). Ο ενάγων οργίστηκε. Ξεκίνησε να φύγει. Τότε, ο εναγόμενος 2 τον φώναξε για να καθίσουν κάτω και να βρουν μια άκρη. Ο XXXXX Μυτιληναίος (ΜΥ1), είπε εκεί, ως υπενθύμιση ή και ως πληροφόρηση, ότι υποβληθεί πρόταση προς τον ενάγοντα από τους εναγόμενους, για καταβολή ποσού μεταξύ €260.000,00 και €300.000,00, την οποία εντούτοις ο ενάγων είχε απορρίψει. Προτού ο ενάγων προλάβει να απαντήσει, ο εναγόμενος 2 τον ρώτησε τι είναι που ζητούσε, και ο ενάγων τού δήλωσε ότι η ζημιά του ήταν €660.000,00 και πως δεχόταν να χάσει ποσό €200.000,00 ως εκ της υπερβολικής εμπιστοσύνης που είχε δείξει προς τον Φαλέκο. Ο εναγόμενος 2 είπε στον ενάγοντα ότι συμφωνούσε με αυτόν και πως από τη στιγμή εκείνη και έπειτα το θέμα ήταν διαδικαστικό και θα το επιλαμβάνονταν οι δικηγόροι τους. Ο XXXXX Μυτιληναίος (ΜΥ1), μετά από κάποιο χρόνο, τηλεφώνησε στον ενάγοντα (αφού μεσολάβησαν και άλλες επικοινωνίες μεταξύ των ενδιαφερομένων) και του είπε ότι οι εναγόμενοι 1 ήσαν διατεθειμένοι να του προσφέρουν ποσό €200.000,00 (συν τα δικηγορικά του έξοδα), για να στραφεί μόνον εναντίον του Φαλέκου. Ο ενάγων απέρριψε την πρόταση. Οι εναγόμενοι 1 - καθώς και ο εναγόμενος 2 - γνώριζαν καθ' όλους τους ουσιώδεις χρόνους (ή όφειλαν να γνωρίζουν), για τις ενέργειες του Φαλέκου αναφορικώς προς τον ενάγοντα (και τα επίδικα θέματα). Το γεγονός ότι μόνον ο Φαλέκος (και όχι οι εναγόμενοι) κατηγορήθηκε και καταδικάστηκε σε χρηματική ποινή από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας την 7.1.16 στην ποινική υπόθεση 611/13 για όσα αφορούν (σε ένα ευρύτερο επίπεδο) και στα παρόντα, όπως για πλαστογραφίες και κυκλοφορία πλαστών εγγράφων (με σχετικό το Τεκμήριο 45), δεν ακυρώνει την δυνατότητα απόδοσης στους εναγόμενους ανάλογης αστικής ευθύνης (όπως αυτή που συζητείται εδώ). Μηδέ και το ότι η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δεν προχώρησε με κυρώσεις στους εναγόμενους 1, αμβλύνει την πιθανότητα αστικής ευθύνης τους (και στον εναγόμενο 2) στην προκειμένη περίπτωση. Το ζήτημα τούτο (της αστικής ευθύνης) αποφασίζεται (και έτσι επράχθη εδώ), με κριτήριο τα γεγονότα εκάστης υπόθεσης (βλ. κατ' αναλογίαν, Αρχής Λιμένων Κύπρου ν Κωνσταντίνου και Άλλων, ΠΕ 333/13, ημ. 10.5.18, Ξενοφώντος ν KN Zoo Bar Restaurant Ltd και Άλλων, ΠΕ 447/11, ημ. 15.12.16). Αντί άλλης επιπλέον εντρύφησης παραθέτω ανέπαφο, απόσπασμα από την απόφαση του Μαλαχτού ΠΕΔ (ως ήταν τότε) στην Κίρζη και Άλλων ν Sharelink Securities and Financial Services Limited, Αγωγή 895/10 (Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού), ημ. 15.11.19 (με όσα συναπαρτίζουν την περικοπή να παρατίθενται μονάχα για σκοπούς καθορισμού και κατανόησης του νομικού πλαισίου της διαφοράς, και όχι, ασφαλώς, ως πρόσθετη και αποδεκτή μαρτυρία οιασδήποτε μορφής): «................................................... Δεν ευσταθεί η εισήγηση των δικηγόρων των Εναγομένων ότι επειδή η συμπεριφορά του Φαλέκου στοιχειοθετεί και ποινικά αδικήματα η Sharelink δεν επωμίζεται ευθύνης γιατί δεν υπάρχει ποινική εκ προστήσεως ευθύνη. Η Sharelink μπορεί να έχει εκ προστήσεως ευθύνη για τις πράξεις του Φαλέκου που συνιστούν αστικά αδικήματα και δεν συνιστά εμπόδιο στη διαπίστωση εκ προστήσεως ευθύνης ότι με αυτές μπορεί να τεκμηριώνονται και ποινικά αδικήματα εκ μέρους του. Ο περί Αστικών Αδικημάτων Νόμος, Κεφ. 148 προνοεί ότι: «13
(1)Για σκοπούς του Νόμου αυτού ο κύριος ευθύνεται για κάθε πράξη που τελέστηκε από τον υπηρέτη του - (α) Την οποία αυτός εξουσιοδότησε ή ενέκρινε, ή (β) η οποία τελέστηκε από τον υπηρέτη κατά την απασχόληση του. ....................................
(2)Πράξη θεωρείται ότι τελέστηκε κατά την απασχόληση υπηρέτη αν τελέστηκε από αυτόν υπό την ιδιότητα του ως υπηρέτη και ενόσω εκτελούσε τα συνήθη και παρεμπίπτοντα με την απασχόλησή του καθήκοντα, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η πράξη αυτή ήταν πλημμελής τρόπος εκτέλεσης πράξης εξουσιοδοτημένης από τον κύριο, αλλά η πράξη δεν θεωρείται ότι τελέστηκε με τον τρόπο αυτό αν τελέστηκε από υπηρέτη που ενεργούσε για δικούς του σκοπούς και όχι εκ μέρους του κυρίου.» Στο σύγγραμμα των Αρτέμη και Ερωτοκρίτου «Αστικά Αδικήματα, Δίκαιο και Αποφάσεις», 2003, Τόμος 1, 47-48, αναφέρεται ότι το γεγονός ότι ο υπηρέτης δεν υπακούει τις οδηγίες του κυρίου δεν σημαίνει απαραίτητα ότι ενεργεί εκτός των ορίων της απασχόλησης του. Ο κύριος δεν απαλλάσσεται ευθύνης απλώς με το να απαγορεύει την πράξη που συνιστά το αδίκημα, γιατί διαφορετικά οι εργοδότες θα απέφευγαν ευθύνη απλά με το να απαγορεύουν οτιδήποτε συνδεόμενο με την εργασία. Είναι επίσης άσχετο το ότι η παράνομη πράξη έγινε για δόλιο σκοπό του ιδίου του υπηρέτη. Στην Mohamud v. Wm Morrison Supermarkets Ltd [2016] A.C. 677, παρατίθενται δύο ερωτήματα που πρέπει να εξετάζονται: (
- i)Ποια ήταν η φύση της δουλειάς του εργοδοτούμενου και (
- ii)κατά πόσο υπήρχε ικανοποιητική σχέση μεταξύ της θέσης στην οποία εργοδοτείτο ο εργοδοτούμενος και της άδικης συμπεριφοράς, έτσι που να είναι δίκαιο ο εργοδότης να είναι υπεύθυνος κάτω από το δόγμα της εκ προστήσεως ευθύνης. Στην παλαιότερη Lloyd v. Grace, Smith & Co [1911-13] All E.R. Reprint 51, αναφέρθηκε ότι ο εργοδότης φέρει ευθύνη εάν η απάτη που διενεργήθηκε από εργοδοτούμενο του εμπίπτει στη σφαίρα της εξουσιοδότησης του, είτε ρητής είτε φαινομενικής. Στην Armagas Ltd v. Mundogas SA (The Ocean Frost) [1986] 1 A.C. 717, αναφέρθηκε ότι: «A wrongful act will fall within the course of the employment if the act in question is authorised by the employer, or is an act which is done within the scope of the employee's duties but in a wrongful and unauthorised manner; and in the latter case the act must be so connected with the acts which the employer has authorised, that it is to be regarded as a mode, albeit an improper mode, of doing an authorised act. ......................................... But the tort of deceit, involving as it does a fraudulent misrepresentation, does involve a holding out as at least an implied representation that the servant is acting within the scope of his authority. That is the whole basis of the tort, and it necessarily involves a consideration not only whether the servant was acting within his actual authority, but also whether in holding himself out he was acting within the scope of his ostensible authority. The scope of ostensible authority defines the course of the employment». Αναφέρθηκε ακόμα ότι: «.ostensible authority is created by a representation by the principle to the third party that the agent has the relevant authority. The most common is a representation by conduct, by permitting the agent to act in some way in the conduct of the principal's business with other persons, and thereby representing that the agent has the authority which an agent so acting in the conduct of his principal's business usually has» Στην James Scott Winter v. Hockley Mint Limited [2018] EWCA Civ. 2480, διακρίνεται η περίπτωση δόλιας συμπεριφοράς από άλλες λανθασμένες ενέργειες στο πεδίο της εκ προστήσεως ευθύνης. Αναφέρθηκε ότι : «.where a claimant has suffered loss in reliance on the deceit of an agent, the principal is vicariously liable if, but only if, the deceitful conduct of the agent was within his or her actual or ostensible authority. ....................................... a master is not liable for the dishonest tort of his servant merely because the latter's employment has given him the opportunity to commit it.. the essential feature for creating liability in the employer is that the party contracting with the fraudulent servant should have altered his position to his detriment in reliance on the belief that the servant's activities were within his authority, this belief having being induced by the master's representations by way of words or conduct. » Για να έχει ο εργοδότης εκ προστήσεως ευθύνη για πράξεις ή παραλείψεις του εργοδοτουμένου του που συνιστούν απάτη δεν είναι απαραίτητο να έχει θετική γνώση της απάτης. Σε τέτοια περίπτωση, λαμβανομένου υπόψη ότι είναι ο εργοδότης που αναθέτει καθήκοντα στον εργοδοτούμενο, γνώση θα σήμαινε ότι ο εργοδότης είναι και συναυτουργός στη διάπραξη της απάτης, οπόταν η διερεύνηση ζητήματος εκ προστήσεως ευθύνης θα ήταν εκ του περισσού. Στο σύγγραμμα του J. Murphy "Street on Torts", 12η Έκδ., OUP, 2007, 614, αναφέρεται ότι η βασική ερώτηση όταν διερευνάται κατά πόσο ο εργοδότης είναι εκ προστήσεως υπεύθυνος για το δόλο που διαπράχθηκε από τον εργοδοτούμενο του, πρέπει ως θέμα αρχής να είναι κατά πόσο ο δόλος σκοπούσε στο να ωφελέσει τον εργοδότη ή τον εργοδοτούμενο μόνο. Γίνεται αναφορά στην JJ Coughlan v. Ruparelia [2003] EWCA Civ 1057, όπου το αγγλικό Εφετείο υπογράμμισε τη σημασία της εξέτασης κατά πόσο η υπόψη συναλλαγή ιδωμένη δίκαια και κανονικά («viewed fairly and properly») ήταν του είδους της συναλλαγής που συνιστά μέρος της συνήθους εργασίας του εργοδοτούμενου. Ζήτημα φαινομενικής εξουσίας του Φαλέκου να προβαίνει στις ενέργειες που έκανε δεν εγείρεται. Ζήτημα φαινομενικής εξουσίας εγείρεται όταν ο αντιπροσωπευόμενος με δικές του παραστάσεις αναδεικνύει τον αντιπρόσωπο του ως τέτοιο. Κανένας από τους Ενάγοντες δεν είχε ουσιαστική επαφή με οιονδήποτε πρόσωπο στην Sharelink εκτός από τον Φαλέκο και κανένας εκ μέρους της Sharelink δεν είχε προβεί σε οιαδήποτε παράσταση προς τους Ενάγοντες σε σχέση με τις εξουσίες και αρμοδιότητες του Φαλέκου. Θα πρέπει συνεπώς να αναζητηθεί τι πραγματικά ήταν εξουσιοδοτημένος ο Φαλέκος να κάμνει. Σε αυτή την βάση, η Sharelink θα μπορεί να κριθεί εκ προστήσεως υπεύθυνη, έστω και αν η ίδια ουδέποτε παρέστησε στους Ενάγοντες ότι είχε πραγματικά εξουσιοδοτήσει τον Φαλέκο να ενεργεί κατά συγκεκριμένο τρόπο. Η φαινομενική εξουσιοδότηση είναι επέκταση της πραγματικής εξουσιοδότησης, στην βάση της επιείκιας, με υπόβαθρο το τι ο αντιπροσωπευόμενος άφησε τον ενάγοντα να αντιληφθεί. Η πραγματική εξουσιοδότηση δεν χρειάζεται το τελευταίο αυτό στοιχείο. Το πρώτο σημείο αναφοράς είναι ότι οι Ενάγοντες καταχωρίστηκαν στα συστήματα της Sharelink ως πελάτες της. Οι φερόμενες ως συμφωνίες μεταξύ των Εναγόντων και της Sharelink έγιναν αποδεκτές από την Εταιρεία και καταχωρίστηκαν στα αρχεία της. Είναι η ίδια η Sharelink που μετά το ξεσκέπασμα του Φαλέκου τις παρέδωσε μαζί με άλλα συναφή έγγραφα στους Ενάγοντες. Από τις ενέργειες του Φαλέκου σε σχέση με τα χρήματα και χαρτοφυλάκια των Εναγόντων η Sharelink εισέπραττε αμοιβές και προμήθειες. Ο Φαλέκος δεν απέκρυψε την ύπαρξη τους από την Sharelink. Δεν τους χειριζόταν εξ' ολοκλήρου εκτός των συστημάτων της Sharelink, αποκομίζοντας όλα τα οφέλη για τον εαυτό του. Τους ενέταξε στο πελατολόγιο της Sharelink και η Sharelink τους αποδέχτηκε. Είναι μόνο η ετοιμασία των καταστάσεων που ο Φαλέκος παρέδιδε που φαίνεται ότι γινόταν εκτός του συστήματος της Sharelink. Στα καθήκοντα της θέσης του Φαλέκου ως Wealth Management Executive δεν περιλαμβανόταν η παροχή επενδυτικών συμβουλών, ούτε η διενέργεια συναλλαγών εκ μέρους των πελατών στα πλαίσια διαχείρισης χαρτοφυλακίων (Τεκμ.8.298, Παράρτημα 4, παρ. 6.1.2). Ωστόσο ο Φαλέκος διαχειριζόταν τα χαρτοφυλάκια των Εναγόντων. .................................................... Η Sharelink επέτρεπε στον Φαλέκο να ενεργεί με τον πιο πάνω τρόπο, δηλαδή να δημιουργεί συγκεντρωτικές καταστάσεις λογαριασμών και η εξήγηση που έδωσε στις γραπτές της παραστάσεις προς την Επιτροπή Διερεύνησης την 6.10.2010 (Τεκμ.8.300, παρ.8.9.3) ήταν ότι επέτρεπε στον Φαλέκο να συγκεντρώνει τις καταστάσεις της αποτίμησης χαρτοφυλακίου λόγω του δικαιολογημένου αιτήματος του να παραδίδει ο ίδιος τις καταστάσεις στους πελάτες του με σκοπό την καλύτερη προσωπική επαφή και την αναλυτική επεξήγηση της πορείας των επενδύσεων τους. Η πραγματικότητα ήταν ότι ο Φαλέκος δεν συγκέντρωνε απλώς τα στοιχεία, αλλά παρενέβαινε σε αυτά και τα διαφοροποιούσε. Επρόκειτο για πραγματική εξουσιοδότηση από τη Sharelink στον Φαλέκο για να ενεργεί με τον τρόπο αυτό, δηλαδή να καταρτίζει ο ίδιος καταστάσεις και να ενημερώνει με αυτό τον τρόπο τους πελάτες που χειριζόταν. Όχι βέβαια να τους εξαπατά. Υποστήριξε ο Παπανικολάου ότι αυτό που εννοείτο με την αναφορά σε ενοποιημένες καταστάσεις και συνεπώς αυτό που ήταν επιτρεπτό σε λειτουργό εξυπηρέτησης να ετοιμάζει, ήταν μία ανεπίσημη αναφορά υπό τον τύπο σημείωσης και χωρίς την χρήση του λογότυπου της Sharelink, όπου θα παρουσιαζόταν η συνολική αξία των λογαριασμών κάποιου πελάτη. Και τούτο, αφού τεχνικά, το μηχανογραφημένο σύστημα της Sharelink δεν μπορούσε να παραγάγει τέτοιο έγγραφο. Η σημείωση θα παραδιδόταν στον πελάτη εφόσον το ζητούσε και σε κάθε περίπτωση θα έπρεπε πάντα να συνοδεύεται με τις επίσημες καταστάσεις λογαριασμών, απορρίπτεται εξ ολοκλήρου. Εάν το έγγραφο αυτό δεν αντικαθιστούσε αλλά συνόδευε τις επίσημες καταστάσεις λογαριασμών δεν θα ήταν αναγκαίο να ελέγχεται αφού ο πελάτης θα είχε ενώπιον του και τις επίσημες καταστάσεις και θα είχε την ορθή εικόνα των επενδύσεων του. Τυχόν σφάλμα στην ενοποιημένη κατάσταση θα μπορούσε πολύ εύκολα να διαπιστωθεί. Το Δικαστήριο δεν αποδέχεται την θέση αυτή και είναι πεπεισμένο ότι προβλήθηκε για να δικαιολογηθεί το γεγονός ότι στο Φαλέκο επιτρεπόταν να ετοιμάζει καταστάσεις και να τις παραδίδει στους πελάτες. .................................................... Η Sharelink επέτρεψε στον Φαλέκο να ενεργεί με αυτό τον τρόπο γνωρίζοντας ότι οι Ενάγοντες δεν λάμβαναν καταστάσεις από κανένα άλλο. Η Sharelink γνώριζε ότι ο Φαλέκος παραλάμβανε όλη την αλληλογραφία των Εναγόντων από τις Τράπεζες του εξωτερικού. Το παραδέχτηκε ο Μυτιληναίος. Περαιτέρω, η Sharelink γνώριζε ότι δικές της καταστάσεις δεν παραλαμβάνονταν από τους Ενάγοντες, αφού είτε υπήρχαν στα αρχεία της γνήσιες εντολές διαβίβασης τους προς τον Φαλέκο, κάτι που δεν έπρεπε να επιτρέπεται να γίνεται, είτε υπήρχαν πλαστογραφημένες εντολές που το διαβλητό της σύστημα επέτρεπε να γίνουν. ..................................................... Δεν αναμένεται από το θύμα της απάτης να προβαίνει σε έρευνα ακόμα και εκεί όπου έχει εύλογες υποψίες (Clerk & Lindsell on Torts, 22η Έκδ. παρ. 18-37). Όμως, οι Ενάγοντες δεν είχαν λόγο να υποψιαστούν ότι οι καταστάσεις που τους παρουσίαζε ο Φαλέκος, που έφεραν το λογότυπο της Sharelink, ήταν ψεύτικες. Το γεγονός ότι έδωσαν οδηγίες στις Τράπεζες του εξωτερικού ώστε οι καταστάσεις των λογαριασμών τους να αποστέλλονται στον Φαλέκο και δεν επεδίωξαν άλλη άμεση ενημέρωση από τις Τράπεζες αυτές, δεν ανατρέπει την υπόθεση τους. Είναι ξεκάθαρο πως όλες οι ενέργειες του Φαλέκου που εξετάζονται διενεργούνταν μέσα στα πλαίσια της εργοδότησης του στην Sharelink. Ο Φαλέκος έκανε αυτό που ήταν η δουλειά του να κάνει, όπως η Sharelink παράτυπα και ενεργώντας τουλάχιστο με αμέλεια του επέτρεπε να κάνει. .....................................................». Αν ο ενάγων ήξευρε τα πραγματικά γεγονότα, περιστάσεις και αποτελέσματα που περιβάλλαν τα πράγματα κατά τους κρίσιμους χρόνους (και ως φυσικά διαφάνηκαν εκ των υστέρων), δεν θα συνεργαζόταν με τους εναγόμενους (και τον Φαλέκο), και αργότερα, (έχοντας συνεργαστεί με αυτούς), να προέβαινε σε ενέργειες αποφυγής των ζημιών που έπαθε. Αντιθέτως, ο ενάγων θα διέκοπτε αμέσως τη συνεργασία μαζί τους. Οι εναγόμενοι 1 (όπως και ο Φαλέκος), απέτυχαν να προστατεύσουν αποτελεσματικώς, ως είχαν υποχρέωση να πράξουν, τα δικαιώματα και συμφέροντα του ενάγοντα ως πελάτη τους, παρ' όλον που εισέπρατταν αμοιβές και προμήθειες από τις επίδικες αγοραπωλησίες (με τα χρήματα του ενάγοντα). Ο ενάγων, ως επενδυτής (αλλά έτσι κι αλλιώς ως πελάτης των εναγόμενων), ανέμενε από αυτούς (και τον Φαλέκο), ποιότητα υπηρεσιών βασισμένη στην ειλικρίνεια, στην αλήθεια και στην καλή συνεργασία. Ο ενάγων δεν έτυχε τέτοιας εξυπηρέτησης και χειρισμού από τους εναγόμενους (και τον Φαλέκο) ακριβώς το αντίθετο. Περίμενε επίσης ο ενάγων, πως οι εναγόμενοι (ως και ο Φαλέκος), θα κατέβαλλαν κάθε λογικό έργο (ως έμπειροι χρηματιστές και παροχείς τέτοιων υπηρεσιών που ήσαν), για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων του ενάγοντα, δίχως να ενεργούν με τρόπο που να θέτει σε περιττό κίνδυνο τούς λογαριασμούς του ενάγοντα (και το χαρτοφυλάκιο του). Μήτε και αυτό το κατάφεραν οι εναγόμενοι (και ο Φαλέκος). Ο ενάγων περίμενε επίσης από τους εναγόμενους (και τον Φαλέκο), ότι θα του παρείχαν αληθινές και πραγματικές καταστάσεις λογαριασμού (και πάντως όχι πλαστογραφημένες και ψεύτικες). Ούτε και σε αυτό ανταποκρίθηκαν οι εναγόμενοι (και ο Φαλέκος), μ' όλο που οι εναγόμενοι 1 γνώριζαν ότι ο Φαλέκος διαχειριζόταν τα κεφάλαια του ενάγοντα καθώς και τη διεύθυνση αποστολής των καταστάσεων λογαριασμού του. Η σχέση μεταξύ ενάγοντα και Φαλέκου, σε ό,τι αφορά στα επίδικα θέματα, δεν εδραζόταν επί διαπροσωπικής βάσης μεταξύ ενάγοντα και Φαλέκου ώστε οι ενέργειες του τελευταίου να μπορούν νομιμοποιημένα και λελογισμένα να διαχωριστούν, εξ απόψεως αστικής ευθύνης, από εκείνες των εναγόμενων (ως προώθησε ικανώς η υπεράσπιση). Η περί ης ο λόγος υπερασπιστική εκδοχή, πέραν από το ότι στερείται αξιόπιστου μαρτυριακού υποβάθρου, δεν υποστηρίζεται ούτε και από τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή δημιουργεί και ερωτηματικά ως προς το ορθολογικόν της. Φερ' ειπείν, παρέμεινε μετέωρο το γιατί ο XXXXX Μυτιληναίος (ΜΥ1) δεν απάντησε στο ηλεκτρονικό μήνυμα του ενάγοντα (βλ. Τεκμήριο 29) για τα εμβάσματα που έκανε ο ενάγων προς τους εναγόμενους 1 και για το πώς συνάδει η συμπεριφορά αυτή με τη θέση ότι τα ποσά που πλήρωσε ο ενάγων ήταν ένα είδος διευθέτησης (υπό μορφή δανείου του ενάγοντα προς τον Φαλέκο). Η απόπειρα των εναγόμενων να αποδώσουν τις ζημιές του ενάγοντα ή τη μείωση της αξίας του χαρτοφυλακίου του στο σύνηθες πλαίσιο της επενδυτικής δραστηριότητας και ανάληψης επενδυτικού κινδύνου από μέρους του, καταρρίπτεται (και) από το ότι ο ενάγων την 28.12.06 κατέβαλε προς τους εναγόμενους 1 ποσό €170.860,00, υπό την προϋπόθεση να αγοραστούν μετοχές της Megabet Public Company Ltd και της Sharelink, ενώ την 16.4.07 και 17.10.07 κατέθεσε ποσά €200.000,00 και €500.000,00 αντιστοίχως στον λογαριασμό των εναγόμενων 1 για την αγορά μετοχών της Sea Star Capital Ltd. Ως διαπιστώνεται από τα γεγονότα που επακολούθησαν, οι εναγόμενοι (μαζί με τον Φαλέκο), δεν είχαν πρόθεση, ή και την ικανότητα (υπό τις συνθήκες που εξειδικευμένως διαμορφώθηκαν στην υπό ανάλυσιν περίπτωση), να διαχειριστούν ή και να μεταχειριστούν με ασφάλεια τους λογαριασμούς του ενάγοντα και όσα συμφώνησαν μαζί του κατά τους όρους της σύμβασης/Τεκμήριο 1. Απεναντίας, υπό τις περιστάσεις, οι εναγόμενοι (και ο Φαλέκος) κερδοσκόπησαν σε βάρος του ενάγοντα παραβιάζοντας το καθήκον αφοσίωσης που είχαν έναντι του ως πελάτη τους. Οι εναγόμενοι όφειλαν να είναι προσεκτικοί και σε εγρήγορση ώστε να εντόπιζαν, διά αποτελεσματικών μηχανισμών ελέγχου και ασφάλειας - οι οποίοι προφανώς δεν υπήρχαν ή δεν λειτούργησαν ορθώς στην υπό συζήτησιν περίπτωση - τον τρόπο ενέργειας του Φαλέκου. Δεν το έπραξαν. Τούτη η (συνολικώς) προκύψασα εικόνα, καθιστά τους εναγόμενους, υπόλογους έναντι του ενάγοντα δυνάμει των αρχών της εκ προστήσεως ευθύνης, για όσα έπραξε ο Φαλέκος, ο οποίος ενήργησε εντός της εξουσιοδότησης που είχε από τους εναγόμενου (βλ. κατ' αναλογίαν, Lloyd v Grace, Smith & Co (1911-13) All ER Rep 51 [HL]). Ο εναγόμενος 2 (κατά το έλασσον) - ως εκ της ανάμιξης του στα επίδικα θέματα (κατά τον τρόπο που εξέθεσε ο ενάγων και αποτέλεσε εύρημα του Δικαστηρίου), αλλά και ως εκ της στενής εμπλοκής του (ένεκα της ιδιότητας του) με τις καθημερινές εργασίες των εναγόμενων 1(ως το καθοδηγητικό μυαλό [the directing mind and will] των εναγόμενων 1), επέδειξε πλήρη αδιαφορία για τις επίδικες (και εξουσιοδοτημένες στο πλαίσιο της εργοδότησης του από τους εναγόμενους 1) πράξεις του Φαλέκου - με τους εναγόμενους να αποκομίζουν όφελος από τις πράξεις του αυτές - σε βαθμό που να καθιστούν τον εναγόμενο 2 ως αστικώς συνυπεύθυνο και υπόλογο (με τους εναγόμενους 1) για τις επίδικες πράξεις και παραλείψεις του Φαλέκου (βλ. κατ' αναλογίαν, Τοφαρίδου ν Επίσημου Παραλήπτη ως Εκκαθαριστή της Εταιρείας E&K Elian Developers Ltd, ΠΕ 14/13, ημ. 28.7.20, Cox v Ministry of Justice
(2017)1 All ER 1 [HL], Mohamud v Wm Morrison Supermarkets Ltd
(2017)1 All ER 15 [HL], Κoninklijke Philips Electronics NV v Princo Digital Disk GmbH, Chin-Shou
(2003)EWHC 2588 [Pat], Lister and Others v Hesley Hall Ltd
(2002)2 All ER 769, MCA Records Inc v Charly Records Ltd and Others
(2001)EWCA Civ 1441, Daido Asia Japan Co Ltd v Rothen
(2001)EWHC 163 [Ch], Armagas Ltd v Mundogas SA
(1986)2 All ER 385 [HL], Uxbribge Permanent Benefit Building Society v Pikard
(1939)2 All ER 344 [CA]). Μόλις ο ενάγων ανακάλυψε (τον Ιανουάριο 2009) την εις βάρος του απάτη, δοκίμασε (στο μέτρο του πρακτικώς δυνατού και με μερική τελεσφόρηση), να περιορίσει τη ζημιά του. Για παράδειγμα, προχώρησε στη χορήγηση οδηγιών προς τους εναγόμενους 1 να πουλήσουν δικαιώματα αγοράς μετοχών στην Ελλάδα αλλά και προς την CΙSCO (Cyprus Investment and Securities Corporation Ltd) για να πουλήσει όσες μετοχές παρουσιάζονταν στο χαρτοφυλάκιο του τον Φεβρουάριο 2009 πετυχαίνοντας έτσι να μειώσει τις απώλειες του (κατά την 24.2.09), στο ποσό των €557.506,64 (βλ. Τεκμήρια 20-21). Περιπλέον, προς αποκατάσταση της ζημιάς του, ο ενάγων δικαιούται σε τόκο επί του ποσού αυτού, από 24.2.09, κατά τις προβλέψεις του άρθρου 33
(2)του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60. Σε σχέση προς την αξίωση των εναγόμενων εναντίον του Φαλέκου για συνεισφορά (κατά την Έκθεση Απαίτησης των εναγόμενων ημερομηνίας 5.4.12 εναντίον του) - και για τους λόγους που εξετέθησαν και οι οποίοι δεν χρειάζεται να επαναληφθούν - τούτη επιτυγχάνει (βλ. γενικώς, Π. Αρτέμη και Γ. Ερωτοκρίτου, Αστικά Αδικήματα: Δίκαιο και Αποφάσεις, 2003, Τόμος 1, σελ. 48). Ο ενάγων απέδειξε την αξίωση του ως η (περιορισθείσα) απαίτηση και στην έκταση που προαναφέρθηκε. Εν κατακλείδι. Η αγωγή επιτυγχάνει. Εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον των εναγόμενων, αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως μεταξύ τους (αλλά και αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως με τον εναγόμενο 3 (Φαλέκο) ως εκ τής εκ συμφώνου απόφασης εναντίον του ημερομηνίας 14.11.18 στην παρούσα αγωγή), για ποσό €557.506,64, πλέον νόμιμο τόκο από 24.2.09, μέχρι εξόφλησης. Καμιά άλλη θεραπεία από όσες ζητούνται στην Έκθεση Απαίτησης δεν δικαιολογείται να αποδοθεί υπέρ του ενάγοντα και εναντίον των εναγόμενων, δοσμένου κιόλας ότι, διά της αγόρευσης τους, οι δικηγόροι του δεν προώθησαν άλλη αξίωση (βλ. κατ' αναλογίαν, Παπαονησιφόρου ν Oni & Co Ltd, ΠΕ 39/14, ημ. 31.3.21). Τα έξοδα (και ο ΦΠΑ αν υπάρχει), επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα και εναντίον των εναγόμενων αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως, στην κλίμακα που εμπίπτει η αγωγή ως εκ του επιδικασθέντος ποσού, όπως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Σε σχέση προς την αξίωση των εναγόμενων εναντίον του Γιώργου Φαλέκου (εναγόμενου 3), εκδίδεται απόφαση υπέρ τους αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως και εναντίον του τελευταίου, για τα ακριβή ποσά που έχουν επιδικαστεί εναντίον των εναγόμενων και υπέρ του ενάγοντα (ως ανωτέρω), με έξοδα υπέρ των εναγόμενων και εναντίον του Φαλέκου, ως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή (και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο), στην ίδια κλίμακα ως ανωτέρω καθορίστηκε, από την ημερομηνία καταχώρισης της ειδοποίησης των εναγόμενων προς τον συνεναγόμενο Φαλέκο (2.12.11). Ν.Γ. Σάντης, ΠΕΔ /κβπ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο