← Κύπρος

Κεφαλογιάννη ν. Κωνσταντίνου κ.α., Αρ. Αγωγής:1507/2020, 4/5/2021

Κεφαλογιάννη ν. Κωνσταντίνου κ.α., Αρ. Αγωγής:1507/2020, 4/5/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A269 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής:1507/2020 Μεταξύ: XXXXX XXXXX Κεφαλογιάννη Ενάγουσας -και-

  1. XXXXX Κωνσταντίνου
  2. XXXXX Αδάμου Εναγόμενων Ημερομηνία: 4 Μαϊου, 2021 Για Ενάγουσα/ Αιτήτρια: Ο κ. Ε. Ευσταθίου για Ευστάθιος Κ. Ευσταθίου Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους/ Καθ' ων η αίτηση: Ο κ. Γ. Φλωρίδης για Μιχαήλ Γ. Φλωρίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (σε αίτηση για έκδοση συντηρητικού διατάγματος) Η Ενάγουσα/ Αιτήτρια (στη συνέχεια «η Αιτήτρια»), επιδιώκει με αίτησή της την έκδοση διατάγματος με το οποίο να απαγορεύεται η πώληση, μεταβίβαση, επιβάρυνση, υποθήκευση και/ή αποξένωση δύο ακινήτων που ανήκουν στους Εναγόμενους/ Καθ' ων η αίτηση (στη συνέχεια «ο Καθ' ου η αίτηση 1 και η Καθ' ης η αίτηση 2), μέχρι πλήρους εκδικάσεως της αγωγής ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Σημειώνεται ότι, τα ως άνω διατάγματα αξιώνονταν με μονομερή αίτηση η οποία διατάχθηκε όπως επιδοθεί και έτσι η αίτηση κατέστη διά κλήσεως (βλ. υπόθεση Κασπαρή κ.ά. v. Ανδρέου,

(2004)1(Β) Α.Α.Δ. 784), όπου το Ανώτατο Δικαστήριο ξεκαθάρισε πως μετά την καταχώρηση ένστασης, η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου είναι ουσιαστικά διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος δια κλήσεως. Τα ακίνητα αυτά ευρίσκονται στα χωριά Τσέρι και Μαρκί της Επαρχίας Λευκωσίας των οποίων δίδεται πλήρης περιγραφή στην αίτηση (στη συνέχεια θα αναφέρονται ως το ακίνητο στο Τσέρι και το ακίνητο στο Μαρκί). Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης το θέτει με ένορκη δήλωση της η κα XXXXX Βαλεντίνου η οποία δηλώνει ότι είναι πληρεξούσια αντιπρόσωπος της Αιτήτριας που είναι γιαγιά της και πως είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη από αυτή για να προβεί στην ένορκη δήλωση. Είναι δε ξαδέλφη με τους Καθ' ων η αίτηση. Δηλώνει ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης αλλά και τα γνωρίζει από πληροφόρηση που έχει από την ίδια την Αιτήτρια. Για να δικαιολογήσει τον λόγο που προβαίνει αυτή στην ένορκη δήλωση και όχι η ίδια η Αιτήτρια αναφέρει για την κατάσταση της υγείας της Αιτήτριας τα ακόλουθα: «συνεπεία των προβλημάτων υγείας τα οποία αντιμετωπίζει και τα οποία επιδεινώνονται καθημερινώς, τα οποία δεν της επιτρέπουν να επιμεληθεί επί του παρόντος τα της περιουσίας της». Ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης, η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι η Αιτήτρια ήταν ιδιοκτήτρια του ακινήτου στο Τσέρι το οποίο είχε μεταβιβάσει στον Καθ' ου η αίτηση 1 με την υπόδειξη και παράκληση του πατέρα του και υιού της Αιτήτριας Αδάμου XXXXX, ο οποίος απεβίωσε στις 26.01.2019 (στη συνέχεια ο Αδάμος), στο οποίο προοριζόταν να κατοικήσει ο Καθ' ου η αίτηση
  1. Ο τελευταίος υποθήκευσε το εν λόγω ακίνητο για δάνειο που έλαβε. Όταν η Αιτήτρια πληροφορήθηκε το γεγονός αυτό προθυμοποιήθηκε να καταβάλλει τις δόσεις του δανείου και παράλληλα να καταβάλλει μηνιαίως και ο Καθ' ου η αίτηση ένα καθορισμένο ποσό προκειμένου να εξοφληθεί και απαλειφθεί η υποθήκη. Ισχυρίζεται ότι προς το σκοπό αυτό η ίδια κατέβαλε το ποσό των €58.000= με τον Καθ' ου η αίτηση 1 να αδιαφορεί και να μην έχει καταβάλει οποιοδήποτε ποσό. Το ως άνω ποσό που κατέβαλε επ' ωφελεία του Καθ' ου η αίτηση 1 όπως τυγχάνει νομικής συμβουλής διεκδικείται νομίμως από την Αιτήτρια. Σε σχέση με το ακίνητο στο χωριό Μαρκί ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια το είχε αγοράσει μετά από συνεννόηση με τον Αδάμο το οποίο και ανεγράφη επ' ονόματι του προκειμένου να ανεγερθεί κατοικία στην οποία η Αιτήτρια θα διέμενε μέχρι το τέλος της ζωής της. Η ενάγουσα προς το σκοπό αυτό κατέβαλε το ποσό των €68.620=. Στην εν λόγω κατοικία διέμενε και διαμένει από το
  2. Προς απόδειξη καταβολής του πιο πάνω ποσού κατέθεσε κατ' ισχυρισμό της ως Τεκμ. 1 σχετικά αποδεικτικά στοιχεία. Με τη συγκατάθεση της ο Αδάμος είχε μεταβιβάσει διά δωρεάς το ως άνω κτήμα επ' ονόματι του Καθ' ου η αίτηση
  3. Η ενόρκως δηλούσα ισχυρίζεται ότι μετά τον θάνατο του Αδάμου οι Καθ' ων η αίτηση συνεπικουρούμενοι από την μητέρα τους απαίτησαν από την Αιτήτρια να εκκενώσει την ως άνω οικία στο Μαρκί την οποία στο μεταξύ ο Καθ' ου η αίτηση μεταβίβασε τεχνηέντως και/ή εντέχνως και/ή δολίως στην Καθ' ης η αίτηση 2 καθ' ότι είχαν σκοπό να την πωλήσουν ευκολότερα. Παρόμοια ο Καθ' ου η αίτηση 1 σχεδιάζει να αποξενώσει και το ακίνητο στο Τσέρι. Προς τούτο όταν ανέκυψε το ζήτημα ανταλλάχθηκε αλληλογραφία μεταξύ των δικηγόρων των δύο πλευρών την οποία επισυνάπτει ως Τεκμ.
  4. Με την αγωγή (Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα), αξιώνεται η επιστροφή των ως άνω ποσών (€58.000= και €68.620=) πλέον 6% τόκου σε κάθε επιδικασθέν ποσό μέχρι εξοφλήσεως, τα οποία η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι κατέβαλε για την απόκτηση και/ή αξιοποίηση των ως άνω ακινήτων, ποσά τα οποία όπως τυγχάνει νομικής συμβουλής οι Καθ' ων η αίτηση της οφείλουν σύμφωνα με το δίκαιο των συμβάσεων και έτσι έχει καλή υπόθεση και/ή αιτία και βάση αγωγής εναντίον των Καθ' ων η αίτηση και εάν ήθελαν αποξενωθεί από τα ως άνω ακίνητα θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί σε μεταγενέστερο στάδιο δικαιοσύνη καθ' ότι δεν θα υπάρχει δυνατότητα ικανοποίησης οποιασδήποτε απόφασης ήθελε εκδοθεί εναντίον τους. Επιπρόσθετα, για τους νομικούς λόγους που κατά συμβουλή παραθέτει η ενόρκως δηλούσα εισηγείται ότι είναι εξαιρετικά επείγον να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα τα οποία και αξιώνει χωρίς καθυστέρηση. Οι Καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν χωριστές ειδοποιήσεις περί της πρόθεσης τους να ενστούν. Αυτό ενδεχομένως προκλήθηκε, εφόσον εκπροσωπούνται από το ίδιο δικηγορικό γραφείο λόγω της μη επίδοσης σε κοντινές ημερομηνίες της αίτησης με την Καθ' ης η αίτηση να καταχωρεί την δική της αρκετά νωρίτερα τη δική της ένσταση. Παρατίθεται η νομική βάση τους και προβάλλουν τους ακόλουθους ταυτόσημους λόγους ένστασης: « [1]. Η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμος. [2]. Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του Νόμου για την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. [3]. Δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, ούτε εύλογη πιθανότητα η ενάγουσα να δικαιούται σε θεραπεία από τον εναγόμενο αρ.
  5. [4]. Δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ικανοποιητική μαρτυρία σε σχέση με τις αιτούμενες θεραπείες και τη βάση της αγωγής. [5]. Δεν έχει καταδειχθεί με την ένορκη δήλωση το επείγον της υπόθεσης και το ανεπανόρθωτο της ζημίας την οποία θα πάθει η ενάγουσα ώστε να νομιμοποιείται η έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. [6]. Δεν είναι εύλογο και δίκαιο και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης η έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. [7]. Η ενάγουσα είναι ένοχη υπέρμετρης καθυστέρησης στην καταχώρηση της υπό κρίση αγωγής και/ή αίτησης. [8]. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση περιέχει αναληθείς και ανακριβείς ισχυρισμούς. [9]. Η αίτηση είναι καταχρηστική και/ή κακόπιστη και/ή καταχωρήθηκε για αλλότριους και αθέμιτους σκοπούς. [10]. Η ενάγουσα - αιτήτρια δεν προσήλθε στο δικαστήριο με καθαρά χέρια και παρέλειψε όλα τα ουσιώδη γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση. [11]. Ο εναγόμενος αρ.1 , δεν έχει καμία συμβατική ή άλλη διασύνδεση με την ενάγουσα και δεν υπάρχει καμία αιτία αγωγής εναντίον τους. [12]. Η αίτηση δεν υποστηρίζεται από αποδεκτή μαρτυρία. [13]. Η ενόρκως δηλούσα προβάλλει ότι είναι πληρεξούσια αντιπρόσωπος της ενάγουσας πλην όμως δεν τεκμηριώνει με οποιονδήποτε έγγραφο την πληρεξουσιοδότηση της. [14]. Η ενάγουσα, σύμφωνα με τους προβαλλόμενους στην ένορκη δήλωση της Βαλεντίνου, είναι ανίκανο πρόσωπο και δεν έχει δικαιοπρακτική ικανότητα να καταχωρήσει την παρούσα αγωγή». Την ένσταση του καθ' ου η αίτηση 1 την υποστηρίζει με ένορκη δήλωση της η μητέρα του κα XXXXX Ράσπα (ΕΔΑΡ), η οποία δηλώνει ότι είναι γενική πληρεξούσια αντιπρόσωπος του και προς τούτο επισυνάπτει ως Τεκμ. 1 το σχετικό πληρεξούσιο που διαθέτει. Δηλώνει ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης και για όσα δεν γνωρίζει προσωπικά ότι αποκαλύπτει τη πηγή της γνώσης της και για τα νομικά θέματα ότι έλαβε σχετική συμβουλή από τους δικηγόρους που εκπροσωπούν στην παρούσα τον Καθ' ου η αίτηση
  6. Δηλώνει περαιτέρω ότι απορρίπτει το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της κας Βαλεντίνου η οποία υποστήριξε την αίτηση και αντί αυτών προβάλλει τους δικούς της ισχυρισμούς ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης. Η Καθ' ης η αίτηση 2 υποστηρίζει η ίδια την ένσταση της με ταυτόσημου περιεχομένου ως προς τα ουσιώδη γεγονότα ένορκη δήλωση με αυτή της κας Ράσπα. Για σκοπούς οικονομίας θα συνοψίσω στη συνέχεια τα ουσιώδη από όσα καταγράφονται στις ως άνω ένορκες δηλώσεις. Αφού εγείρουν υπό μορφή προδικαστικών ενστάσεων, συνηγορούντων όσων και η κα Βαλεντίνου αναφέρει στη δική της ένορκη δήλωση περί της υγείας της Αιτήτριας τα οποία ανάγονται σε έλλειψη εκ μέρους της δικαιοπρακτικής ικανότητας και δυνατότητας να καταχωρήσει η ίδια την αγωγή αλλά και της δυνατότητας της να δώσει πληρεξουσιοδότηση προς την κα Βαλεντίνου στα πλαίσια της παρούσας αίτησης για να ορκισθεί και να θέσει το πραγματικό της υπόβαθρο. Απορρίπτει πλείστους τόσους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην ένορκη δήλωση της κας Βαλεντίνου ακόμα και αυτής της ίδιας της πληρεξουσιοδότησης της εφόσον δεν παρουσιάστηκε οποιοδήποτε προς τούτο αποδεικτικό έγγραφο. Η κα Ράσπα διευκρινίζει ότι ο γάμος της με τον Αδάμο είχε λυθεί από το έτος 2003 και ότι για πολλά χρόνια τόσο η ίδια όσο και οι Καθ' ων η αίτηση 1 και 2 δεν είχαν οποιαδήποτε σχέση με την Αιτήτρια ηλικίας σήμερα 87 ετών. Σε σχέση με το ακίνητο στο Τσέρι η κα Ράσπα δηλώνει ότι αυτό ήταν δικής της ιδιοκτησίας και όχι του Αδάμου το οποίο είχε αποκτήσει δυνάμει δωρεάς από την μητέρα της XXXXX Τσιγαρίδου. Ισχυρίζεται ότι στην κατοικία αυτή μέχρι το έτος 2003 κατοικούσε με τον Αδάμο και τα τρία παιδιά τους. Ήταν δε υποθηκευμένη για δάνειο που συνήψαν για λόγους κάλυψης ιατρικής περίθαλψης του ενός από τους υιούς τους που είχε γεννηθεί με αναπηρία. Δηλώνει ότι ουδέποτε το ως άνω ακίνητο ήταν εγγεγραμμένο επ' ονόματι του Αδάμου και προς τούτο παρουσίασε ως Τεκμ. 2 αντίγραφο τίτλου ιδιοκτησίας όπως και πιστοποιητικό έρευνας σε σχέση με τον προηγούμενο ιδιοκτήτη του (Τεκμ. 3) από το ο οποίο προκύπτει πράγματι ότι ο δικαιοπάροχος του Καθ' ου η αίτηση 1 ήταν η ίδια όταν στις 3.12.2008 του το είχε μεταβιβάσει με δωρεά (Δ/6703/2008). Η διευθέτηση αυτή, δηλαδή η μεταβίβαση στον Καθ' ου η αίτηση 1, έγινε μετά από απαίτηση και του τέως συζύγου της υπό την προϋπόθεση ότι το υφιστάμενο χρέος θα εξοφλείτο με την σύναψη νέου στο όνομα του Καθ' ου η αίτηση 1, το οποίο θα αποπληρωνόταν από την ενοικίαση της κατοικίας αφού ο τέως σύζυγος της και ο Καθ' ου η αίτηση 1 οι οποίοι κατοικούσαν σε αυτή, θα μετακόμιζαν σε σπίτι το οποίο παραχωρήθηκε στον τέως σύζυγο της με την παραχώρηση σε αυτόν του γνωστού δικαιώματος αυτοστέγασης στην Λάρνακα. Περαιτέρω, η κα Ράσπα στην ένορκη δήλωση της, ισχυρίζεται ότι πράγματι με τη μεταβίβαση, το σχετικό δάνειο της εξοφλήθηκε με την σύναψη νέου δανείου για μεγαλύτερο μάλιστα ποσό για το οποίο υποθηκεύτηκε και πάλι το ακίνητο, όμως το επί πλέον ποσό το εκταμίευσε προς όφελος του ο τέως σύζυγος της μαζί με την ενάγουσα. Τελικά δε ο Καθ' ου η αίτηση 1 εκδιώχθηκε από την κατοικία από τον τέως σύζυγο της και την ενάγουσα ο οποίος κατέληξε να διαμένει μαζί της στην Λεμεσό, χωρίς να έχει οποιαδήποτε ανάμειξη στην εκμετάλλευση της ιδιόκτητης κατοικίας του. Η εν λόγω κατοικία ενοικιάστηκε από το 2008 από τον τέως σύζυγο της και την Αιτήτρια χωρίς τη γνώση του Καθ' ου η αίτηση 1 με ψευδείς παραστάσεις και πλαστοπροσωπεία και προς τούτο έγινε σχετική καταγγελία στην αστυνομία. Από την εν λόγω ενοικίαση εισπράττονται σήμερα ενοίκια €800= μηνιαίως, ποσό το οποίο χρησιμοποιείται προς αποπληρωμή του πιο πάνω δανείου το οποίο είναι τώρα μη εξυπηρετούμενο και έχει καταστεί κόκκινο δάνειο που σημαίνει ότι δεν καταβάλλεται πλέον οποιοδήποτε ποσό για αποπληρωμή του. Η κα Ράσπα δηλώνει ότι όποια ποσά φαίνονται ότι κατέβαλε η Αιτήτρια στις καταστάσεις λογαριασμού του Καθ' ου η αίτηση 1 (Τεκμ. 1) προέρχονται από ενοίκια που λαμβάνει από την πιο πάνω ιδιόκτητη κατοικία τα οποία εισέπραξε ουσιαστικά εκμεταλλευόμενη την δική του περιουσία. Την δική της εκδοχή προβάλλει στην ένορκη δήλωσή της η κα Ράσπα και σε σχέση με το ακίνητο - οικία στο Μαρκί. Αποτελούσε, όπως ισχυρίζεται, και πάλι δική της περιουσία, την οποία μεταβίβασε το 2000 επ' ονόματι του Καθ' ου η αίτηση 1 επιφυλάσσοντας το δικαίωμα της επικαρπίας σ' αυτή προς όφελος της και του συζύγου της (Τεκμ. 4). Η ενόρκως δηλούσα κα Ράσπα επικαλούμενη το πιο πάνω πιστοποιητικό αναφέρει ότι σε αυτό πιστοποιείται ότι η μεταβίβαση αυτή είχε γίνει την 02/03/2000 με την Δήλωση Δωρεάς Δ/971/2000.Το πιο πάνω ακίνητο ο Καθ' ου η αίτηση 1, το μεταβίβασε στην αδελφή του την 13/03/2019, δυνάμει της Δ/760/2019, βεβαρυμένο πάλι με το δικαίωμα επικαρπίας προς όφελος των γονιών τους (Τεκμ. 5), επιβαρύνσεις οι οποίες εξαλείφθηκαν όταν απεβίωσε ο Αδάμος και με τη συγκατάθεση της ενόρκως δηλούσας - δικαιούχου αυτής κας Ράσπα (Τεκμ. 6). Πέραν των πιο πάνω, η ενόρκως δηλούσα κα Ράσπα, δηλώνει ότι ο τέως σύζυγος της Αδάμος ο οποίος ήταν εργολάβος οικοδομών, από το έτος 1997 ήταν σε πτώχευση δυνάμει διατάγματος το οποίο εκδόθηκε στην αίτηση 65/96 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (Τεκμ. 7). Όπως δε προκύπτει από το Τεκμ. 6, ο πατέρας των Καθ' ων η αίτηση αποκαταστάθηκε από πτωχεύσας την 07/11/
  7. Επομένως υπό αυτό το καθεστώς από 29/05/1997 που πτώχευσε μέχρι και την 07/11/2015 που αποκαταστάθηκε, δεν είχε δικαιοπρακτική ικανότητα και δεν μπορούσε να προβεί σε αποξένωση ή επιβάρυνση οποιασδήποτε περιουσίας του αφού η περιουσία του περιήλθε στα χέρια του Επίσημου Παραλήπτη της Δημοκρατίας. Περαιτέρω επί του πιο πάνω ακινήτου ο Αδάμος, ενώ ήταν πτωχεύσας και το ακίνητο εγγεγραμμένο στο όνομα του Καθ' ου η αίτηση 1, χωρίς οποιαδήποτε άδεια από τις αρμόδιες αρχές, ανήγειρε μία κατοικία στην οποία διέμενε ο ίδιος μετά το έτος 2008 . Η Αιτήτρια, γιαγιά των Καθ' ων η αίτηση 1 και 2 διέμενε και διαμένει σε κατοικία την οποία έχει στα Λατσιά και όχι στην πιο πάνω κατοικία όπως υπάρχει ισχυρισμός. Παρά τον ισχυρισμό της ενόρκως δηλούσας κας Βαλεντίνου ότι η Αιτήτρια είχε δικαίωμα επικαρπίας εφόρου ζωής της στο ακίνητο, δεν υπήρχε και ούτε υπάρχει στο Κτηματολόγιο εγγεγραμμένο τέτοιο δικαίωμα επικαρπίας ή οίκησης προς όφελος της. Ως εκ τούτου η εκδοχή την οποία παρουσιάζει η ενόρκως δηλούσα κα Βαλεντίνου εκ μέρους και για λογαριασμό της Αιτήτριας δεν υποστηρίζεται από τα κτηματολογικά στοιχεία του ακινήτου. Σε σχέση δε με την κατοχή του πιο πάνω ακινήτου η κα Ράσπα αναφέρει ότι μετά την 13/03/2019 ημέρα που ο Καθ' ου η αίτηση 1 μεταβίβασε το ακίνητο στην Καθ' ης η αίτηση 2, δικαιωματικά και χωρίς δόλο, αυτή προσπάθησε να λάβει την κατοχή του, πλην όμως εξ όσον γνωρίζει, βρήκε σθεναρή αντίδραση από την ενάγουσα και την XXXXX Κώστα μητέρα της ενόρκως δηλούσας κας Βαλεντίνου, οι οποίες αλυσόδεσαν την είσοδο του ακινήτου και με απειλές και εμπόδια δεν της επέτρεψαν την είσοδο σε αυτό, γι' αυτό και αποτάθηκε τόσον στην αστυνομία όσο και στους δικηγόρους της οι οποίοι, με εντολή της απέστειλαν σε αυτές επιστολή, χωρίς οποιοδήποτε αποτέλεσμα μέχρι δε και σήμερα η Καθ' ης η αίτηση 2,δεν μπορεί να πάρει την κατοχή του ακινήτου της. Η κα Ράσπα αναφέρει ότι οι Καθ' ων η αίτηση στη βάση των πιο πάνω γεγονότων δεν οφείλουν οποιοδήποτε ποσό στην Αιτήτρια για οποιανδήποτε αιτία ούτε ακόμα και η αυτόβουλη καταβολή χρέους δεν δημιουργεί συμβατική ή άλλη υποχρέωση για την Καθ' ης η αίτηση
  8. Επίσης η οποιαδήποτε αξίωση της Αιτήτριας σε σχέση με κατ' ισχυρισμό δαπάνη ανέγερσης της κατοικίας επί του ακινήτου στο Μαρκί θα έπρεπε να στρέφεται εναντίον του πατέρα των Καθ' ων η αίτηση και της περιουσίας αυτού μετά τον θάνατο του. Η ενόρκως δηλούσα κα Ράσπα αρνείται τον ισχυρισμό ότι οι Καθ' ων η αίτηση εξέφρασαν πρόθεση πώλησης και/ή επιβάρυνσης των ακινήτων τους όπως η κα Βαλεντίνου ισχυρίζεται. Αμφισβητεί δε τη δυνατότητα ανάληψης υποχρεώσεως και παροχής εγγύησης εκ μέρους της Αιτήτριας εάν ήθελαν εκδοθεί τα αιτούμενα διατάγματα εφόσον είναι ηλικίας 87 ετών και ανίκανη να διαχειριστεί την περιουσία της που εν πάση περιπτώσει δεν διαθέτει. Ειδικότερα σε σχέση με τα τεκμήρια, τα οποία η ενόρκως δηλούσα κα Βαλεντίνου επεσύναψε στην ένορκη της δήλωση, η κα Ράσπα εκφράζει τη θέση ότι αυτά δεν υποστηρίζουν τους ισχυρισμούς της. Οι αποδείξεις που κατ' ισχυρισμό σχετίζονται με ανέγερση της κατοικίας στο κτήμα της Καθ' ης η αίτηση 2 δεν είναι ορθές αφού η κατοικία ανεγέρθηκε από τον Αδάμο ο οποίος ήταν εργολάβος οικοδομών. Ο Καθ' ου η αίτηση 1 ήταν ιδιοκτήτης του ακινήτου από το έτος 2000 και εξ΄ όσον ο ίδιος την ενημερώνει ουδεμία συμφωνία έκανε με την Αιτήτρια αλλά ούτε και της έδωσε οποιοδήποτε δικαίωμα επί του ακινήτου το έτος 2007, όπως η ενόρκως δηλούσα ισχυρίζεται. Σε σχέση δε με τις προσκομισθείσες αποδείξεις είσπραξης από κάποιον Γιάννο Παπαγιάννη είναι η θέση της ότι αυτές δεν έχουν οποιαδήποτε σχέση με τα επίδικα ακίνητα. Σημειώνεται ότι με έρευνα μου στο φάκελο της υπόθεσης διαπίστωσα ότι καταχωρίστηκε την 19.10.2020 συμπληρωματική ένορκη δήλωση με επισυνημμένο σε αυτή τεκμήριο από μέρους της Καθ' ης η αίτηση 2, η οποία όμως δεν μπορεί να ληφθεί υπ' όψιν εφόσον δεν καταχωρίστηκε κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου προς τούτο μετά από σχετικό αίτημα προς σύμφωνα με την Δ.48 Θ. 4
(2)των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. ΑΚΡΟΑΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ - ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών περιορίστηκαν σε αγορεύσεις και ως εκ τούτου η μαρτυρία η οποία τέθηκε ενώπιον μου για σκοπούς της υπό κρίση αίτησης περιορίζεται στις ως άνω ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν αντίστοιχα την αίτηση και τις ενστάσεις. Θα πρέπει να πω ότι οι αγορεύσεις ήταν εμπεριστατωμένες με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης αλλά και στη νομική πτυχή της, κατά τον τρόπο ασφαλώς που η κάθε πλευρά τα αντιλαμβάνεται. Τις έχω μελετήσει με προσοχή και όπου κριθεί αναγκαίο θα γίνει κατά την ανάλυση που θα ακολουθήσει ειδικότερη αναφορά σε σχετικές εισηγήσεις και σε νομολογία στην οποία υπήρξε παραπομπή. ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ ΣΕ ΣΥΝΔΥΑΣΜΟ ΜΕ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΕΝΣΤΑΣΗΣ ΚΑΙ ΑΝΑΓΩΓΗ ΤΟΥΣ ΣΤΗ ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΠΟΥ ΔΙΕΠΕΙ ΤΟ ΕΓΕΡΘΕΝ ΖΗΤΗΜΑ: Εξετάζοντας τους λόγους ένστασης που προβλήθηκαν και αφορούν το ζήτημα της υποστήριξης της αίτησης από μη νόμιμα εξουσιοδοτημένο πρόσωπο, σημειώνω ότι η Αιτήτρια προωθεί την παρούσα αίτηση μέσω της εγγονής της XXXXX Βαλεντίνου η οποία, στην παράγραφο 1 της ένορκης της δήλωσης, ισχυρίζεται ότι είναι πληρεξούσια αντιπρόσωπος της ενάγουσας χωρίς να επισυνάπτει στην ένορκη της δήλωση οποιοδήποτε πληρεξούσιο έγγραφο, ούτε και επεδίωξε την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης για να το προσκομίσει αν υπάρχει τέτοιο, παρά το γεγονός ότι η ισχυριζόμενη πληρεξουσιοδότηση της έχει αμφισβητηθεί από τους Καθ' ων η αίτηση. Περαιτέρω, η ίδια η ισχυριζόμενη εξουσιοδότηση της έχει αμφισβητηθεί σύμφωνα με όσα η ίδια αναφέρει, ότι δηλαδή: «Προβαίνω στην παρούσα ένορκη δήλωση συνεπεία των προβλημάτων υγείας τα οποία αντιμετωπίζει η ενάγουσα και τα οποία επιδεινώνονται καθημερινώς, τα οποία και δεν της επιτρέπουν να επιμεληθεί επί του παρόντος την περιουσία της». Συμφωνώ με την πλευρά των Καθ' ων η αίτηση ότι με την μαρτυρία όπως καταγράφεται, χαρακτηρίζεται ουσιαστικά από την ίδια την ενόρκως δηλούσα η Αιτήτρια ως ανίκανο πρόσωπο το οποίο δεν θα μπορούσε ούτε και πληρεξούσιο να είχε δώσει αλλά και αν είχε δώσει τέτοιο αυτό θα έπαυε να ισχύει αλλά ούτε και οποιασδήποτε μορφής εξουσιοδότηση θα μπορούσε να δώσει στην έννοια του σχετικού επί τούτου νόμου του περί Διαχείρισης της Περιουσίας Ανίκανων Προσώπων Νόμος του 1996 (Ν. 23(Ι)/1996), όπου στο άρθρο 2 γίνεται η ακόλουθη πρόνοια: «αvίκαvo πρόσωπo» σημαίvει άτoμo τo oπoίo, λόγω διαvoητικής διαταραχής, τoξικoμαvίας, αλκooλισμoύ, εγκεφαλικής ή της σωματικής βλάβης, ή της πάθησης ή ασθέvειας, η oπoία καθιστά τo άτoμo αυτό αvήμπoρo vα ασκήσει τηv κρίση και βoύληση τoυ, δεv είvαι σε θέση vα διαχειριστεί τηv περιoυσία τoυ ή vα διευθύvει της υπoθέσεις τoυ». Προκύπτει περαιτέρω από της πρόνοιες του ίδιου ως άνω νόμου ότι αρμόδιο πρόσωπο για να διαχειρίζεται και επιμελείται της περιουσίας ανικάνου προσώπου είναι ο διοριζόμενος από το Δικαστήριο διαχειριστής της περιουσίας του, πράγμα που στην συγκεκριμένη υπόθεση δεν προβάλλεται ισχυρισμός ότι έχει γίνει. Ούτε όμως και από την διαθέσιμη μαρτυρία προκύπτει χρονολογικά πότε η ενάγουσα έχει διορίσει την ενόρκως δηλούσα ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο της ή την έχει εξουσιοδοτήσει να προβεί στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης και αν κατά την εν λόγω χρονική στιγμή ήταν διανοητικά ικανή να το κάνει. Αυτά βέβαια έχουν τη σημασία τους γιατί, εάν διορίσθηκε καθ' όν χρόνο η ενάγουσα τελούσε σε αδυναμία επιμέλειας της περιουσίας της λόγω ασθένειας, μια τέτοια πληρεξουσιοδήτηση ή έστω η εξουσιοδότηση είναι άκυρη και/ή ακυρώσιμη ενώ εάν ο διορισμός της είχε γίνει προτού η ενάγουσα ασθενήσει σε τέτοιο βαθμό που να μην μπορεί να επιμεληθεί της περιουσίας της, τότε και πάλι η πληρεξουσιοδότηση και/ή η παρασχεθείσα εξουσιοδότηση έχει παύσει καθ' ότι μόνο ο διοριζόμενος από το Δικαστήριο διαχειριστής της περιουσίας ανίκανου προσώπου μπορεί να διαχειρισθεί αυτή και όχι τυχόν προϋπάρχων πληρεξούσιος αντιπρόσωπος. Σύμφωνα δε και με την νομολογία δεν θα μπορούσε η αίτηση να στηριχθεί και/ή συμπληρωθεί από τη μαρτυρία η οποία έχει προσαχθεί από τους Καθ' ων η αίτηση για υποστήριξη της ένστασης τους καθώς, όπως έχει αποφασισθεί μεταξύ άλλων και στην υπόθεση Sons of Afif Xamout κ.α. v. Schiffahrts Ges Eble M.B.H. and Co.
(1994)1 AAΔ.1991 δεν μπορεί η μαρτυρία της Αιτήτριας να συμπληρωθεί από μαρτυρία που προσκομίζει ο αντίδικος για υποστήριξη ένστασης του στην έκδοση ή συνέχιση ενός διατάγματος. Στη βάση των πιο πάνω είναι η άποψη μου ότι η κα Βαλεντίνου δεν ήταν κατάλληλα εξουσιοδοτημένη να ορκισθεί εκ μέρους και διά λογαριασμό της Αιτήτριας. Επομένως η αίτηση παραμένει ουσιαστικά χωρίς υποστηρικτική μαρτυρία και ως εκ τούτου θα απορριπτόταν και απορρίπτεται εξ αυτού του λόγου. Παρόλη την πιο πάνω κατάληξη μου θα προχωρήσω όμως για σκοπούς πληρότητας να εξετάσω την αίτηση και επί της ουσίας της. Θα προχωρήσω επομένως και θα εξετάσω κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων προσωρινών διαταγμάτων τα οποία αιτείται η Αιτήτρια. Η αίτηση στηρίζεται στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο (Κεφ. 6), άρθρα 4,5 και 9, στον περί Δικαστηρίων Νόμο (Ν.14/1960)άρθρο 32 (αντιπαρέρχομαι το λανθασμένο της ακριβούς αναφοράς καθώς το ανάγω σε γραφικό λάθος), στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας στον περί Συμβάσεων Νόμο, άρθρα 68 - 72 στις αρχές της επιείκειας και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Το άρθρο 9 του Κεφ. 6 δίδει την εξουσία στο Δικαστήριο να εκδίδει προσωρινά διατάγματα χωρίς να ακούει την άλλη πλευρά όταν η υπόθεση είναι επείγουσας φύσεως (upon proof of urgency or other peculiar circumstances). Στην προκείμενη περίπτωση είχε διαταχθεί από το Δικαστήριο η επίδοση της αίτησης στην άλλη πλευρά. Σύμφωνα με τη νομολογία μας σε αυτό το στάδιο το Δικαστήριο δεν ενεργεί ως Δικαστήριο ουσίας και θα πρέπει να αποφεύγει να προβαίνει σε διεξοδική αξιολόγηση της μαρτυρίας και εξαγωγή συμπερασμάτων επί των διαφιλονικούμενων θεμάτων [βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263], Δημοκρατία της Σλοβενίας v. Βeogradska Banka DD
(1999)1 (A) 227]. Σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο, λοιπόν, το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης πρέπει να διακριβώνεται μέσα από τις ένορκες δηλώσεις, τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προκύπτει από τη Διαταγή 39. Θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι η προσέγγιση του Δικαστηρίου σε θέματα προσωρινών διαταγμάτων θα πρέπει να γίνεται με αποκλειστικό οδηγό τη νομολογιακά καθιερωμένη αρχή σύμφωνα με την οποία στο στάδιο εξέτασης της αίτησης για έκδοση του προσωρινού διατάγματος με βάση τις διατάξεις του άρθρου 9 του Κεφ. 6 και του άρθρου 32 του Ν.14/60, το Δικαστήριο δεν εξετάζει την ουσία της αγωγής αλλά ούτε και είναι επιθυμητό να προσπαθήσει να αποφασίσει με βάση τη μαρτυρία που έχει ενώπιον του τα διαφιλονικούμενα θέματα, πάνω στα οποία τελικά θα κριθεί η όλη απαίτηση του ενάγοντα. Αντικείμενο της εξέτασης σε τέτοιες αιτήσεις είναι το κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση και/ή συνέχιση της ισχύος του προσωρινού διατάγματος. Όπως έχει τονίσει το Ανώτατο Δικαστήριο στην Louis Vuitton v. Δερμοσάκ Λτδ κ. ά.,
(1992)1 (Ε) Α.Α.Δ. 148, σελ. 1465 - 1466: «η παροχή ενδιάμεσης θεραπείας δεν είναι αυτοσκοπός αλλά μέτρο συνυφασμένο με την πιθανότητα εξασφάλισης ανάλογης θεραπείας κατά τη δίκη. Η δίκη είναι η καθιερωμένη διαδικασία με τον καθορισμό της διακήρυξης των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των διαδίκων. Το κύριο έρεισμα για την παρούσα προσωρινή θεραπεία είναι η αντικειμενική αδυναμία της άμεσης διεξαγωγής της δίκης». Το Δικαστήριο εξετάζει την ενώπιον του μαρτυρία με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο δικαιολογείται η έκδοση του προσωρινού διατάγματος και οποιαδήποτε εξέταση της ενώπιον του μαρτυρίας με σκοπό την εξαγωγή συμπερασμάτων πρέπει να αποφεύγεται, εφόσον ενδεχομένως να προκαταβάλουν τα τελικά συμπεράσματα ή να τα παραβλάψουν,. Αυτό δε, γιατί το αρμόδιο Δικαστήριο για εξαγωγή τέτοιων συμπερασμάτων είναι το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου θα εκδικαστεί η κυρίως υπόθεση (Jonitexo Ltd. v. Adidas (πιο πάνω). Στην Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd,
(1996)1(Β) ΑΑΔ 788, 795 υιοθετείται απόσπασμα από την Films Rover Limited v. Cannon Film Sales Limited,
(1987)1 W.LR 670, όπου αναφέρονται τα εξής: «Το κύριο δίλημμα σε σχέση με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, είτε αυτά είναι απαγορευτικά ή επιτακτικά, είναι ότι υπάρχει εξ ορισμού ο κίνδυνος ότι το δικαστήριο μπορεί να πάρει εσφαλμένη απόφαση, με το νόημα ότι έχει χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο ο οποίος αποτυγχάνει ν' αποδείξει τα δικαιώματα του κατά τη δίκη (ή θα αποτύγχανε αν υπήρχε δίκη) ή διαζευκτικά με το να παραλείψει να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο που επιτυγχάνει (ή θα πετύχει) στη δίκη. Αποτελεί επομένως θεμελιώδη αρχή ότι το δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν "εσφαλμένη" με το πιο πάνω νόημα. Οι κατευθυντήριες γραμμές για τη χορήγηση και των δύο ειδών προσωρινών διαταγμάτων πηγάζουν από αυτή την αρχή». Οι προϋποθέσεις οι οποίες πρέπει απαραίτητα να συνυπάρχουν για να δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος δυνάμει του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου είναι: (α) Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση. (β) Η ύπαρξη πιθανότητας ότι ο ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία ή ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. και (γ) Ότι θα ήταν δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Σχετικά με τις προϋποθέσεις αυτές, ενδεικτικά μπορεί να γίνει αναφορά στις ακόλουθες υποθέσεις: Odysseos v. Pieris Estates,
(1982)1 Α.Α.Δ. 557, Acropol Shipping Co. Ltd v. Rossis,
(1976)1 A.A.Δ. 38, Κωνσταντινίδης v. Μακρυγιώρου κ.ά.,
(1978)1 Α.Α.Δ. 585, M. & M. Transport v. Εταιρείας Αστικών Λεωφορείων,
(1981)1 Α.Α.Δ. 608, Hadjikyriakos Co. Ltd v. United Biscuits (U.K.) Ltd,
(1979)1 C.L.R. 689, Jonitexo Ltd. v. Adidas,
(1984)1 C.L.R. 263, National Bank of Greece v. Moticia,
(1978)1 C.L.R. 303, ΚΟΤ v. Θεωρή,
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 255, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. X" Βασίλη,
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152. Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης έχει κριθεί πως είναι αρκετό αν αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα. Η δεύτερη προϋπόθεση, απαιτεί από την Αιτήτρια να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Η έννοια της πιθανότητας έχει ερμηνευθεί να σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η τρίτη προϋπόθεση σχετίζεται με την επάρκεια των αποζημιώσεων. Αν η επιδίκαση αποζημιώσεων υπέρ της Αιτήτριας στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε δεν είναι απαραίτητη η έκδοση του προσωρινού διατάγματος. Είναι δε καθιερωμένη αρχή ότι η Αιτήτρια η οποία επιδιώκει μονομερώς ένα προσωρινό διάταγμα πρέπει να προσέρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Πρέπει δηλαδή να προβαίνει σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων. Ακόμα, το Δικαστήριο, αν τελικά αποδεχθεί την ύπαρξη των τριών προϋποθέσεων, τότε θα πρέπει να κρίνει με γνώμονα το τι είναι δίκαιο και πρόσφορο, κατά πόσο δηλαδή είναι εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Όπως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Odysseos (πιο πάνω), το Δικαστήριο στο τελικό στάδιο, πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει και το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα (Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλη Χ" Bασίλη,
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152]. Η έννοια της «πιθανότητας» επιτυχίας κατά την Odysseos (πιο πάνω), σελ. 569, περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων» που είναι το μέτρο για την απόδειξη στις αστικές υποθέσεις. Είναι προφανές ότι σκοπός της εξασφάλισης προσωρινού διατάγματος είναι η προστασία του αιτητή για να αποζημιωθεί ή να προστατευθεί σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής ή της ανταπαίτησης του μετά την ακρόαση. Η ανάγκη προστασίας του αιτητή δεν μπορεί παρά να σταθμίζεται βέβαια με την αντίστοιχη ανάγκη να προστατευθεί ο αντίδικος από ζημιά που θα ήταν δυνατό να υποστεί κατά την άσκηση των δικών του δικαιωμάτων. Το Δικαστήριο συνεπώς θα πρέπει πάντοτε να σταθμίζει τα δύο πιο πάνω στοιχεία και να καθορίσει, όσο είναι δυνατό, ποιος από τους δύο διάδικους (ή περισσότερους αν υπάρχουν), θα υποστεί τη λιγότερη ταλαιπωρία από την έκδοση ή όχι προσωρινού διατάγματος (βλ. American Cyanamid Co. v. Ethicon Ltd,
(1975)1 All E.R. 504, 509-510). Ένας άλλος παράγοντας ο οποίος επίσης εξετάζεται, πριν την έκδοση προσωρινού διατάγματος, είναι και το κατά το πόσο οι αποζημιώσεις στις οποίες δυνατό να δικαιούται η Αιτήτρια, θα ήταν εύκολο ή δυνατό να υπολογισθούν με αρκετή βεβαιότητα. Η δυσκολία ή αδυναμία υπολογισμού αποτελεί παράγοντα ο οποίος συνηγορεί υπέρ της έκδοσης τέτοιου διατάγματος (βλ. Καρυδάς Ταξί Co Ltd ν. Ανδρέας Κωμοδίκης,
(1975)1 Α.Α.Δ 321). Αποτελεί επίσης βασική αρχή, την οποία το Δικαστήριο πρέπει να έχει υπόψη του κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, για έκδοση ή μη προσωρινού διατάγματος, πως είναι ανεπιθύμητο να ζητείται, με την αίτηση για προσωρινό διάταγμα, ουσιαστικά η ίδια θεραπεία με αυτή της αγωγής, ούτως ώστε να μην αναγκάζεται το Δικαστήριο να εκδικάζει το ίδιο θέμα σε δύο περιπτώσεις (βλ. γενικά Halsbury´s Laws of England, 3η Έκδοση, Τόμος 21, παρ. 763, Michael v. Brenivos Ltd,
(1969)1 C.L.R. 578, Bhimjiyani v. Gregoriou,
(1980)1 C.L.R. 14 και η υπόθεση Re Χ΄ Κωνσταντή, Αίτ. 89/98
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1827). Το άρθρο 4, Κεφ. 6, καλύπτει την εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει προσωρινό διάταγμα μέχρι και στο στάδιο εκτέλεσης απόφασης για περιουσία που είναι αντικείμενο της αγωγής. Το άρθρο 5 προνοεί για την έκδοση προσωρινού διατάγματος που περιορίζει την συναλλαγή ακίνητης ιδιοκτησίας όπως π.χ. μεταβίβαση, διαθήκη, υποθήκευση, επιβάρυνση. Η ακίνητη ιδιοκτησία δυνατόν να μην έχει ακόμα εγγραφεί στο όνομα του δικαιούχου (Larticon Co. v. Detergenta, Developments Ltd,
(2004)1 ΑΑΔ, 1121, C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λίμιτεδ,
(2001)1 ΑΑΔ, 785). Η κύρια διαφορά επομένως, μεταξύ των δύο ως άνω άρθρων και του άρθρου 32 του Ν.14/60 είναι ότι ενώ το τελευταίο καλύπτει την έκδοση όλων των ειδών διαταγμάτων, διηνεκών και παρεμπιπτόντων, τα άρθρα 4 και 5 εφαρμόζονται μόνο σε περιπτώσεις που επιζητείται η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος. Με λίγα λόγια, το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 έχει μεγαλύτερη εμβέλεια και πεδίο εφαρμογής (βλ. Marketrends (Capital Market) Ltd v. Γεωργίου,
(2002)1Γ ΑΑΔ 1759). Επανερχόμενος στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης θα επιχειρήσω μια σταχυολόγηση αυτών όπως προκύπτουν από τις εκατέρωθεν ένορκες δηλώσεις και τα έγγραφα/τεκμήρια που επισυνάπτονται σε αυτές, τα οποία έχουν τη σημασία τους για την εξέταση των προϋποθέσεων που απαιτούνται κατά την εξέταση τέτοιας φύσεως αιτήσεων: Το άρθρο 4
(1)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ. 6), στο οποίο στηρίζεται η αίτηση προβλέπει τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο δύναται σε οποιοδήποτε χρόνο, ενώ εκκρεμεί σε αυτό αγωγή, να εκδίδει διάταγμα για τη μεσεγγύηση, διατήρηση, φύλαξη, πώληση, κατακράτηση ή επιθεώρηση περιουσίας που αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής ή διάταγμα για την παρεμπόδιση οποιασδήποτε απώλειας, ζημιάς ή δυσμενούς επηρεασμού που δυνατό, αν δεν εκδοθεί το διάταγμα αυτό, να προξενηθούν σε πρόσωπο ή περιουσία, ενόσω εκκρεμεί τελική δικαστική απόφαση σε ζήτημα που επηρεάζει το πρόσωπο αυτό ή περιουσία ή ενόσω εκκρεμεί η εκτέλεση της δικαστικής απόφασης». Το άρθρο αυτό έχει αυτοτέλεια και εφαρμόζεται μόνον όπου η περιουσία, σχετικά με την οποία ζητείται το διάταγμα, είναι αντικείμενο της αγωγής. Όμως, όπου το αντικείμενο της αγωγής δεν είναι η περιουσία αυτή τότε το άρθρο αυτό στην ουσία χάνει την αυτοτέλεια του, αφού υπερκαλύπτεται από το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (βλ. The Cyprus Palestine Plantation Co Ltd v. Olivier & Co Cyprus Ltd,
(1940)16 CLR 122 και Sophocles Mamas & Co v. Carl F.W. Borgward and another,
(1962)CLR 209 και Papastratis v. Petrides,
(1979)1 CLR 231). Σύμφωνα με την τελευταία ως άνω υπόθεση, όταν η περιουσία αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής το άρθρο 4 μπορεί να εξετασθεί ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60. Στην υπόθεση Κυτάλα κ.ά. v. Χρυσάνθου κ.ά.,
(1996)1 ΑΑΔ 253 στη σελίδα 6 της αποφάσεως αναφέρθηκαν σχετικώς με το άρθρο 4 τα ακόλουθα: «Απομένει για εξέταση η έκδοση του προσωρινού διατάγματος με βάσει το άρθρο 4 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου. Προκύπτει από το λεκτικό ότι παρέχεται στο δικαστήριο εξουσία, η άσκηση της οποίας είναι δυνητική. "The Court may. . . . . .make in the action an order". To ότι πληρούνται οι τυπικές απαιτήσεις του άρθρου δεν σημαίνει και ότι το Δικαστήριο εκδίδει το διάταγμα αυτόματα. Η έκδοση υπόκειται στην διακριτική του εξουσία. . .». Και στη σελίδα 7 συνεχίζει: «Κατά την άποψη μας, η άσκηση διακριτικής εξουσίας δεν θα έπρεπε να παραγνωρίζει και την ποιότητα της αξίωσης. Η διάγνωση της οποίας, όπως και στην περίπτωση των άλλων διατάξεων με τις οποίες ασχοληθήκαμε ενωρίτερα, δεν μπορεί να γίνει παρά μόνον στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας». Η αξίωση όμως εδώ της Αιτήτριας, δεν αφορά τα ακίνητα, των οποίων αιτείται τη μη αποξένωση και δέσμευση, αλλά αυτή είναι χρηματική και ως εκ τούτου δεν τυγχάνει εφαρμογής το πιο πάνω άρθρο 4. Στηρίζεται επίσης η αίτηση στο άρθρο 5 του περί Πολιτικής Δικονομία Νόμου Κεφ.6 στο οποίο γίνεται η ακόλουθη πρόνοια: «5.-
(1)Κάθε Δικαστήριο, στο οποίο εκκρεμεί αγωγή για χρέος ή αποζημίωση δύναται, σε οποιοδήποτε χρόνο μετά την έγερση της αγωγής, να διατάξει όπως εναγόμενος παρεμποδιστεί να απαλλοτριώσει τόσο μέρος της ακίνητης ιδιοκτησίας που είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του ή για την οποία δικαιούται κατά νόμο να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης, όσο κατά την γνώμη του Δικαστηρίου, είναι επαρκές να ικανοποιήσει την απαίτηση του Ενάγοντα μαζί με τα έξοδα της αγωγής.
(2)Το διάταγμα αυτό δεν εκδίδεται εκτός αν φαίνεται στο Δικαστήριο ότι ο Ενάγων έχει καλή βάση αγωγής, και ότι με την πώληση ή τη μεταβίβαση της ιδιοκτησίας σε τρίτο είναι πιθανό να εμποδιστεί ο Ενάγων στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ του.
(3)Κάθε διάταγμα που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου αυτού πρέπει να ορίζει εφόσον είναι πρακτικά δυνατό, τη θέση, τα όρια, την έκταση και τη φύση της ιδιοκτησίας που επηρεάζεται από αυτό». Προκύπτει επομένως ότι το άρθρο 5 εφαρμόζεται στις περιπτώσεις όπου έχουμε αγωγή για χρέος ή αποζημιώσεις και επιζητείται η δέσμευση ακίνητης περιουσίας η οποία δεν είναι το αντικείμενο της αγωγής χάριν της εκτέλεσης μελλοντικής αποφάσεως υπέρ της Αιτήτριας. Οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο αυτό είναι οι κάτωθι: (α) Η ενάγουσα να έχει καλή βάση αγωγής (Good cause of action). (β) Ότι με την πώληση ή μεταβίβαση της ιδιοκτησίας σε τρίτο είναι πιθανόν να εμποδισθεί η ενάγουσα στην ικανοποίηση της Δικαστικής απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ της. Στην υπόθεση Λακαταμίτης v. Θεοδώρου,
(1983)1 ΑΑΔ 520, αποφασίσθηκε πως διάταγμα του είδους που προβλέπεται από το άρθρο 5, μπορεί να εκδοθεί επίσης και δυνάμει του άρθρου 32 του Ν14/60 αλλά σε τέτοια περίπτωση θα πρέπει να ικανοποιούνται αι προϋποθέσεις που τίθενται και από τα δύο άρθρα στον βαθμό που διαφέρουν. Στην υπόθεση Κυτάλα v. Χρυσάνθου, (πιο πάνω) έχουν αναφερθεί και τα ακόλουθα: «Προχωρούμε τώρα σε θεώρηση του θέματος με βάση το άρθρο 5 περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου. Εγείρεται για εξέταση η έννοια της προϋπόθεσης για την ύπαρξη "καλής αιτίας αγωγής". Δεν εντοπίσαμε οποιαδήποτε ερμηνεία στη νομολογία. Είναι πάντως σαφές από τον επιθετικό προσδιορισμό ότι η αιτία αγωγής πρέπει να διακρίνεται από την ποιότητα της. Η αιτία αγωγής πρέπει να είναι καλή με την έννοια ότι, από άποψης ποιότητας συγκεντρώνει πιθανότητα επιτυχίας. Αυτή η ποιότητα, μόνο από μαρτυρία μπορεί να διαγνωσθεί. Πρόκειται λοιπόν για προϋπόθεση όμοια με την αντίστοιχη επιφύλαξη του άρθρου 32
(1)του Περί Δικαστηρίων Νόμου 1960». Σχετική είναι και η απόφαση RESOLA (CYPRUS) LTD v. Χρίστου, 1998
(1)ΑΑΔ 598 όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Το στοιχείο, υποδεικνύεται, της θεμελίωσης συζητήσιμης υπόθεσης, είναι το ίδιο και στις δύο περιπτώσεις (άρθρο 32 και άρθρο 5) βλ. Τσιολάκκη και άλλη ν. Στυλιανίδη 1992
(1)ΑΑΔ. σ. 782». Επίσης στην υπόθεση C Phasarias (πιο πάνω) σε σχέση με την δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 5 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Ορθά, νομίζουμε, είδε πως η απαίτηση του άρθρου 5 να υπάρχει πιθανότητα "να εμποδιστεί ο ενάγων στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ του" αν δεν εκδοθεί το παρεμπίπτον διάταγμα, ουσιαστικά αντιστοιχεί προς την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, όπως αυτή ερμηνεύθηκε σε σχέση με παρεμπίπτοντα διατάγματα αυτής της φύσης. Δηλαδή τη δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο». Νοείται λοιπόν ότι για να αποδείξει ο ενάγων πιθανότητα παρεμπόδισης μιας μελλοντικής απόφασης υπέρ του, πρέπει να προσφέρει μαρτυρία σχετικά με την οικονομική κατάσταση των εναγόμενων. Επίσης η ενάγουσα πρέπει να δώσει στοιχεία ως προς την φύση και την αξία της ακίνητης περιουσίας των εναγόμενων την οποία ζητά να δεσμεύσει, ώστε να μπορέσει το Δικαστήριο να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια. Στηρίζεται επίσης η αίτηση στο άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομία Νόμου (Κεφ.6), το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «9.
(1)Κάθε διάταγμα, το οποίο το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδώσει δύναται, όταν αποδειχθεί το κατεπείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις, να εκδοθεί με αίτηση του ενός από τους διαδίκους χωρίς ειδοποίηση στον άλλο.
(2)Πριν εκδώσει το διάταγμα αυτό χωρίς ειδοποίηση, το Δικαστήριο πρέπει να απαιτεί από το πρόσωπο που ζητά αυτό, όπως αναλάβει προσωπική υποχρέωση, με ή χωρίς εγγυητή ή εγγυητές, όπως το Δικαστήριο θεωρεί σκόπιμο, για να εξασφαλιστεί η υποχρέωση του για αποζημίωση του προσώπου εναντίον του οποίου ζητείται το διάταγμα.
(3)Κανένα διάταγμα το οποίο εκδόθηκε χωρίς ειδοποίηση δεν θα παραμένει σε ισχύ για χρόνο μεγαλύτερο από τον αναγκαίο για επίδοση ειδοποίησης γι' αυτό σε όλους όσους επηρεάζονται από αυτό και για παροχή δυνατότητας σε αυτούς να εμφανιστούν ενώπιον του Δικαστηρίου και ενστούν σε αυτό κάθε τέτοιο διάταγμα παύει να ισχύει, μετά τη λήξη της περιόδου αυτής, εκτός αν το Δικαστήριο, αφού ακούσει τους διαδίκους ή οποιοδήποτε από αυτούς, διατάξει διαφορετικά και κάθε τέτοιο διάταγμα τυγχάνει μεταχείρισης κατά την αγωγή όπως το Δικαστήριο κρίνει δίκαιο.
(4)Καμιά διάταξη που περιλαμβάνεται στο άρθρο αυτό, δεν θα ερμηνεύεται ότι επηρεάζει ή εφαρμόζεται στις εξουσίες του Δικαστηρίου να εκδίδει εντάλματα εκτέλεσης». Η βασική δικαιοδοτική διάταξη για την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων αποτελεί το Άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60το οποίο παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία διακριτική ευχέρεια για την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων όταν η Αιτήτρια ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα εκδίκασης, ότι έχει πιθανότητα για επιτυχία και ότι στην περίπτωση κατά την οποία δεν θα εκδοθεί το Διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο. Εν τέλει, το Δικαστήριο θα πρέπει, εφ' όσον ικανοποιούνται οι πιο πάνω προϋποθέσεις, να σταθμίσει όλους της ενώπιον της παράγοντες και να εξετάσει το ισοζύγιο της ευχέρειας μεταξύ των μερών. Σχετική είναι και η πρόσφατη απόφαση του εφετείου στην Πολιτική Έφεση Ε 164/2019 ημερομηνίας 22/01/2021 LARIENA INV. LTD κ.α. v. RFI CONSORTIUM LTD στην οποία έγινε πλήρης ανάλυση των πιο πάνω αρχών. Στην υπόθεση Λακαταμίτης v. Θεοδώρου,
(1983)1 ΑΑΔ 520, αποφασίσθηκε πως διάταγμα του είδους που προβλέπεται από το άρθρο 5, μπορεί να εκδοθεί και δυνάμει του άρθρου 32 του Ν.14/60 αλλά σε τέτοια περίπτωση θα πρέπει να ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται και από τα δύο άρθρα στον βαθμό που διαφέρουν. Προχωρώ επομένως στην εξέταση κατά πόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 5 του Κεφ. 6, όπως έχουν αναλυθεί πιο πάνω. Όπως έχει νομολογηθεί στις υποθέσεις Α. Κυτάλα v. Χρυσάνθου και RESOLA (CYPRUS) LTD v. Χρίστου (πιο πάνω), η αιτία αγωγής πρέπει να είναι καλή με την έννοια ότι, από άποψης ποιότητας συγκεντρώνει πιθανότητα επιτυχίας, όρος πανομοιότυπος με την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση του άρθρου 32 του Νόμου 14/
  1. Η προϋπόθεση για ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη επεξηγήθηκε ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα. Το Δικαστήριο θα πρέπει να βεβαιωθεί ότι το κατ' ισχυρισμό αγώγιμο δικαίωμα της ενάγουσας δεν είναι επιπόλαιο και ενοχλητικό. Η Αιτήτρια στηρίζει την όλη υπόθεση της, και διεκδικεί από τους εναγόμενους την καταβολή σε αυτή συγκεκριμένων χρηματικών ποσών προβάλλοντας τους ισχυρισμούς ότι: Αυτή ήταν η ιδιοκτήτρια του ακινήτου στο Τσέρι το οποίο, με παράκληση του υιού της Αδάμου μεταβίβασε στον Καθ' ου η αίτηση 1, προς τον σκοπό χρήσης ως κατοικίας υπό του Καθ' ου η αίτηση 1, το οποίο ισχυρίζεται περαιτέρω ότι ο τελευταίος, υποθήκευσε εν αγνοία της και ότι όταν το πληροφορήθηκε, αυτή αυτόβουλα προθυμοποιήθηκε να καταβάλλει τις δόσεις του δανείου προκειμένου να εξοφληθεί το δάνειο και να ακυρωθεί η υποθήκη. Επειδή όμως εκ των υστέρων διαπίστωσε ότι ο Καθ' ου η αίτηση 1, δεν κατέβαλλε κάποιο ποσό το οποίο κατ' ισχυρισμό της συμφώνησε και αυτός να καταβάλλει, τότε και μετά τον θάνατο του υιού της το 2019 απαίτησε την επιστροφή του ποσού που κατέβαλε. Προκύπτει όμως από τις ένορκες δηλώσεις, οι οποίες υποστηρίζουν τις ενστάσεις των Καθ' ων η αίτηση και των συνημμένων σε αυτές τεκμηρίων, ότι το ακίνητο στο Τσέρι, ουδέποτε αποτελούσε ιδιοκτησία της ενάγουσας ή του υιού της Αδάμου. Τουναντίον αυτό ήταν ιδιοκτησία της κας Ράσπα μητέρας του Καθ' ου η αίτηση 1, το οποίο είχε αυτή αποκτήσει δυνάμει δωρεάς από την μητέρα της XXXXX Τσιγαρίδου και αυτό αποτελούσε την κατοικία διαμονής της Ράσπα του Αδάμου και των τέκνων τους. Τούτο μάλιστα ήταν υποθηκευμένο για χρέος το οποίο συνάφθηκε για σκοπούς υγείας ενός από τα παιδιά τους. Στη συνέχεια και όταν λύθηκε ο γάμος της κας Ράσπα με τον Αδάμο, το ακίνητο, κατ' απαίτηση του Αδάμου, μεταβιβάσθηκε στον Καθ' ου η αίτηση 1, όπως επιμαρτυρείται και από σχετικό πιστοποιητικό έρευνας του κτηματολογίου, Τεκμ. 3 στην ΕΔΑΡ, ο οποίος μαζί με τον πατέρα του Αδάμο μετακόμισαν σε διαμέρισμα το οποίο παραχωρήθηκε στον Αδάμο ως αυτοστέγαση στην Λάρνακα, προς το σκοπό όπως η κατοικία στο Τσέρι ενοικιασθεί για να αποπληρωθεί το δάνειο με το ενοίκιο. Τελικά η κατοικία στο Τσέρι ενοικιάσθηκε χωρίς οποιαδήποτε ανάμειξη του Καθ' ου η αίτηση1, ο οποίος εν τω μεταξύ εκδιώχθηκε από τον πατέρα του και από το διαμέρισμα στην Λάρνακα. Το καταβαλλόμενο δε ενοίκιο για την κατοικία στο Τσέρι ύψους €800,00 εισέπραττε αρχικά ο Αδάμος και στην συνέχεια μέχρι και σήμερα η Αιτήτρια, μέρος του οποίου κατέβαλλαν έναντι του χρέους του Καθ' ου η αίτηση
  2. Στη βάση των πιο πάνω θα συμφωνήσω με την πλευρά των Καθ' ων η αίτηση ότι η Αιτήτρια δεν είχε οποιοδήποτε δικό της συμφέρον να προστατεύσει σε σχέση με το ακίνητο αυτό και η αυτόβουλη προθυμοποίηση της να καταβάλλει χαριστικώς κάποιο ποσό έναντι του ενυπόθηκου δανείου, ποσό το οποίο εν πάση περιπτώσει εισέπραττε και μέχρι σήμερα εισπράττει από την ενοικίαση της κατοικίας, δεν δημιουργεί οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα προς όφελος της και επομένως δεν έχει αποκαλύψει συζητήσιμη υπόθεση με ορατότητα επιτυχίας. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η ανυπαρξία απάντησης εκ μέρους της Αιτήτριας στους ισχυρισμούς και τις θέσεις των Καθ' ων η αίτηση και η παράλειψη αντεξέτασης των ενόρκως δηλούντων για τους Καθ' ων η αίτηση άφησε τους ισχυρισμούς των τελευταίων αλώβητους. Από την άλλη, σε σχέση με το ακίνητο στο χωριό Μαρκί, προβάλλεται στην παρ. 6 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση ότι, το ακίνητο αγοράστηκε από την Αιτήτρια κατόπιν συνεννόησης μετά του υιού της Αδάμου στον οποίο και ενέγραψε τούτο προς τον σκοπό όπως ανεγείρει επ' αυτού κατοικία στην οποία θα διέμενε μέχρι το τέλος της ζωής της. Ισχυρίζεται περαιτέρω η Αιτήτρια ότι επί αυτού ανεγέρθηκε κατοικία για την οποία η ίδια δαπάνησε ποσό €68.620= στην οποία κατοικούσε από το 2007 και ακόμη κατοικεί. Περαιτέρω προβάλλει τον ισχυρισμό ότι το ακίνητο αυτό με την συγκατάθεση της ο Αδάμος το μεταβίβασε στο όνομα του Καθ' ου η αίτηση
  3. Οι πιο πάνω όμως ισχυρισμοί της Αιτήτριας δεν υποστηρίζονται από το κτηματολόγιο και το Τεκμ. 4 στην ΕΔΑΡ. Καθώς αυτό το ακίνητο αποτελούσε ιδιόκτητη περιουσία της κας Ράσπα, την οποία το έτος 2000 και συγκεκριμένα την 02/03/2000 μεταβίβασε στον Καθ' ου η αίτηση 1, με την δήλωση δωρεάς Δ.971/2000, παρακρατώντας όμως το δικαίωμα επικαρπίας προς όφελος αυτής και του Αδάμου τότε συζύγου της. Στην συνέχεια το ακίνητο αυτό την 13/03/2019 μεταβιβάσθηκε από τον Καθ' ου η αίτηση 1 δικαιωματικά στην Καθ' ης η αίτηση 2 αδελφή του, δυνάμει δωρεάς, βεβαρημένο και πάλι με το δικαίωμα επικαρπίας προς όφελος των γονέων τους. Οι επιβαρύνσεις αυτές στη συνέχεια, μετά το θάνατο του πατέρα της και τη συγκατάθεση της μητέρας της, όπως καταγράφεται και πιο πάνω, με ενέργειες της καθ' ης η αίτηση 2, διαγράφηκαν από τον τίτλο του ακινήτου. Είναι δε σημαντικά όσα στις ένορκες δηλώσεις προς υποστήριξη των ενστάσεων των Καθ' ων η αίτηση αναγράφονται, ότι δηλαδή ο Αδάμος ήταν πτωχεύσας από το έτος 1997 δυνάμει διατάγματος το οποίο εκδόθηκε στην αίτηση 65/96 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, και αποκαταστάθηκε μόλις την 07/11/2015, όπως πιστοποιείται και από το Τεκμ. 7 στην ΕΔΑΡ και ως εκ τούτου δεν είχε δικαιοπρακτική ικανότητα και ούτε μπορούσε να προβεί σε αποξένωση ή επιβάρυνση οποιασδήποτε περιουσίας του. Σε σχέση δε με την ισχυριζόμενη επί αυτού κατοικία, είναι η θέση των Καθ' ων η αίτηση ότι αυτή ανεγέρθηκε από τον Αδάμο περί το έτος 2008 παράνομα και χωρίς την εξασφάλιση οποιασδήποτε άδειας από τις αρμόδιες αρχές και χρησιμοποιείτο από αυτόν ως κατοικία ενώ αντίθετα η ενάγουσα διέμενε και διαμένει στα Λατσιά. Ούτε αυτοί οι ισχυρισμοί αμφισβητήθηκαν δεόντως. Παρά δε τον ισχυρισμό της Αιτήτριας ότι είχε δικαίωμα στην εφόρου ζωής κατοίκηση της στην κατοικία αυτή, ουδεμία επιβάρυνση υπήρχε ή υπάρχει στο κτηματικό μητρώο του συγκεκριμένου ακινήτου προς όφελος της. Σύμφωνα δε με τον περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση), Νόμο (Κεφ.224) άρθρο 4, κανένα συμφέρον, δικαίωμα, προνόμιο, ελευθερία, δουλεία, ή οποιοδήποτε άλλο πλεονέκτημα εντός επί ή υπεράνω οποιασδήποτε ακίνητης ιδιοκτησίας δεν υφίσταται ή δημιουργείται, αποκτάται ή μεταβιβάζεται παρά μόνο σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου αυτού. Στο άρθρο 11 του ως άνω νόμου αναφέρονται: 11.-
(1)Κανένα δικαίωμα διόδου ή οποιοδήποτε προνόμιο, ελευθερία, δουλεία, ή οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα ή πλεονέκτημα δεν αποκτάται επί της ακίνητης ιδιοκτησίας άλλου εκτός- (α) δυνάμει παραχώρησης από τον κύριο αυτής δεόντως καταχωρισμένης στα βιβλία του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου· ή (β) όπου αυτό έχει ασκηθεί από οποιοδήποτε πρόσωπο ή από εκείνους από τους οποίους αυτός λαμβάνει την αξίωση για πλήρη περίοδο τριάντα ετών αδιάλειπτα: Νοείται ότι οι διατάξεις της παραγράφου αυτής δεν εφαρμόζονται σε οποιαδήποτε ακίνητη ιδιοκτησία η οποία είναι ιδιοκτησία της Δημοκρατίας ή ιδιοκτησία που περιήλθε στη Δημοκρατία· ή (γ) όπου αυτό αναγνωρίστηκε με απόφαση αρμόδιου Δικαστηρίου· ή (δ) όπου αυτό απονεμήθηκε με φιρμάνι ή άλλο έγκυρο έγγραφο που καταρτίστηκε πριν από την 4η Ιουνίου, 1878, το οποίο έτυχε εφαρμογής από το χρόνο της κατάρτισης του· ή (ε) όπου αυτό έχει αποκτηθεί δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 11Α· ή (στ) όπου αυτό δημιουργήθηκε και αποκτήθηκε δυνάμει των διατάξεων του περί Αναγκαστικής Απαλλοτριώσεως Νόμου του 1962 ή κάθε νόμου που τροποποιεί ή αντικαθιστά αυτόν· ή (ζ) όπου αυτό επιφυλάχθηκε εγγράφως από τον κύριο οποιασδήποτε ακίνητης ιδιοκτησίας με τη μεταβίβαση της ιδιοκτησίας αυτής: Νοείται ότι η προηγούμενη παράγραφος εφαρμόζεται και στην περίπτωση που περιλαμβάνεται οποιαδήποτε πρόνοια που σχετίζεται με τη χρήση ή ανάπτυξη οποιασδήποτε ακίνητης ιδιοκτησίας ή με περιορισμό ως προς τη χρήση ή ανάπτυξη αυτής· ή (η) όπου αυτό δημιουργείται με απόφαση του Διευθυντή για την εξασφάλιση διόδου σε περίκλειστο τεμάχιο, που προέρχεται από διαίρεση και διανομή, στο πλαίσιο της εφαρμογής των διατάξεων των εδαφίων
(1),
(2)και
(3)του άρθρου 29.
(2)Κανένα πρόσωπο δεν ασκεί οποιοδήποτε δικαίωμα διόδου ή οποιοδήποτε προνόμιο, ελευθερία, δουλεία ή οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα ή πλεονέκτημα επί της ακίνητης ιδιοκτησίας άλλου εκτός όταν αυτό- (α) αποκτήθηκε όπως προνοείται στο εδάφιο
(1)· ή (β) ασκείται δυνάμει των διατάξεων οποιουδήποτε εκάστοτε σε ισχύ νόμου· (γ) ασκείται δυνάμει έγγραφης άδειας από τον κύριο αυτής». Προκύπτει επομένως ότι η Αιτήτρια δεν έχει οποιαδήποτε νόμιμη δουλεία επί του ακινήτου αυτού η οποία να προστατεύεται από τον Νόμο ούτε όμως και απόκτησε νομότυπα τέτοια, παρόλο του ότι είναι ο ισχυρισμός της ότι όταν σε συνεννόηση με τον υιό της Αδάμο ανεγέρθηκε η κατοικία, θα χρησιμοποιούσε αυτή εφόρου ζωής της. Ούτε και όταν κατά τους ισχυρισμούς της ο Αδάμος μεταβίβασε το ακίνητο στον Καθ' ου η αίτηση 1, φρόντισε να εξασφαλίσει και/ή κατοχυρώσει τέτοιο εμπράγματο δικαίωμα, όπως η ίδια προβάλλει ότι έχει, πράγμα το οποίο εν πάση περιπτώσει δεν μπορούσε να πράξει αφού η μεταβίβαση έγινε το 2000 και όχι το 2007 όταν ανεγέρθηκε η κατοικία. Ούτως ή άλλως και να παραχωρούσε οποιοδήποτε δικαίωμα ο Αδάμος προς την ενάγουσα μητέρα του, αυτό θα έπρεπε να είχε και την σύμφωνο άδεια του Καθ' ου η αίτηση 1, ως του ιδιοκτήτη του ακινήτου ή ακόμα και στην έσχατη των περιπτώσεων το δικαίωμα αυτό δεν μπορούσε να επεκτείνεται προς όφελος της Αιτήτριας πέραν της ημέρας θανάτου του Αδάμου ο οποίος είχε το δικαίωμα κάρπωσης του ακινήτου. Επομένως εύλογο είναι το ερώτημα, πως είναι δυνατόν το έτος 2007 καθ' ον χρόνο ο Αδάμος τελούσε σε πτώχευση και στερείτο δικαιοπρακτικής ικανότητας, να συμφώνησε με την Αιτήτρια μητέρα του και να παραχώρησε σε αυτή δικαίωμα οίκησης σε ένα ακίνητο το οποίο δεν του ανήκε αφού από το 2000 αυτό ήταν τιτλοποιημένο στο όνομα του Καθ' ου η αίτηση
  1. Η Αιτήτρια παρουσίασε ως τεκμήρια, αποδείξεις υπογεγραμμένες από τον υποτιθέμενο πωλητή του ακινήτου κάποιο Γιάννο Παπαγιάννη με ημερομηνία έκδοσης το έτος 2016 στην προσπάθεια της να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό της ότι αυτή αγόρασε το ακίνητο. Όμως διαφεύγει της προσοχής της Αιτήτριας ότι το ακίνητο δεκαέξι χρόνια πριν ήτοι το 2000 ήτο τιτλοποιημένο στον όνομα της Ανδρομάχης Ράσπα όταν αυτή το μεταβίβασε δυνάμει δωρεάς στον Καθ' ου η αίτηση 1 ή τουλάχιστον δεν δίδεται κάποια εξήγηση περί τούτου. Επομένως, και εδώ προκύπτει εύλογα το ερώτημα πως είναι δυνατόν οι αποδείξεις του έτους 2016 να σχετίζονται με το σχετικό ακίνητο. Οι δε αποδείξεις από κάποιο XXXXX Άπου Λόφα με τις οποίες προβάλλει να έχει καταβάλει σε αυτόν ποσό Λ.Κ.29.500= (€ 50.403= ) το έτος 2007 για την αγορά υλικών, εργατικά και μπογιατίσματα κατοικίας, χωρίς όμως να προσδιορίζεται για ποια κατοικία πρόκειται, ενώ ο ισχυρισμός της είναι ότι κατέβαλε για την ανέγερση της κατοικίας ποσό €68.620= δεν αποδεικνύεται ούτε κατά το μέτριο που εξετάζεται στο πλαίσιο της παρούσας αίτησης. Η ενάγουσα στην παρ. 10 της ένορκης δήλωσης η οποία υποστηρίζει την αίτησή της, προσδιορίζει ως βάση της αγωγής της το δίκαιο των συμβάσεων. Επικαλείται δε προς τούτο με την αίτηση της τα άρθρα 68 - 72 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 τα οποία προνοούν τα ακόλουθα: «Απαίτηση για χρειώδη τα οποία προμηθεύτηκαν σε πρόσωπο ανίκανο προς το συμβάλλεσθαι ή για λογαριασμό του
  2. Αυτός που εφοδιάζει πρόσωπο το οποίο στερείται της ικανότητας να συμβάλλεται ή άλλο πρόσωπο που συντηρείται κατά νόμο από το πρόσωπο αυτό, με τα χρειώδη τα οποία είναι κατάλληλα για τη θέση του στην κοινωνία, δικαιούται να αποζημιωθεί από την περιουσία του εν λόγω προσώπου». Για την ενεργοποίηση όμως των προνοιών του άρθρου αυτού απαραίτητη προϋπόθεση είναι η προμήθεια των χρειωδών σε άτομο το οποίο στερείται της ικανότητας του συμβάλλεσθαι πράγμα το οποίο δεν ισχυρίζεται η ενάγουσα αφού οι εναγόμενοι δεν στερούνται δικαιοπρακτικής ικανότητας. «Αποζημίωση προσώπου το οποίο καταβάλλει χρήματα που οφείλονται από άλλον
  3. Πρόσωπο το οποίο έχει συμφέρον στην καταβολή χρημάτων που οφείλονται κατά νόμο από άλλον, και συνεπεία αυτού καταβάλλει αυτά, έχει δικαίωμα να αποζημιωθεί από τον άλλο». Για την ενεργοποίηση των προνοιών του άρθρου αυτού θα πρέπει, κατά την άποψη μου, το πρόσωπο που καταβάλλει τα χρήματα για άλλον να αποδειχθεί ότι έχει συμφέρον στην καταβολή των χρημάτων, πράγμα το οποίο και πάλι η Αιτήτρια εδώ δεν έχει τεκμηριώσει αφού το ακίνητο στο Τσέρι αποτελούσε ιδιοκτησία του Καθ' ου η αίτηση 1 και ουδέν συμφέρον είχε η ενάγουσα να καταβάλει τις δόσεις του δανείου προς εξόφληση της υποθήκης αυτού. Σε σχέση δε με το ακίνητο στο Μαρκί δεν έχει τεκμηριωθεί ότι υπήρχαν οφειλόμενα χρήματα από τους Καθ' ων η αίτηση τα οποία, ως έχουσα συμφέρον στην καταβολή τούτων, να κατάβαλε η Αιτήτρια. «Υποχρέωση προσώπου που προσπορίζεται όφελος από μη χαριστική πράξη
  4. Αν κάποιος πράξει κάτι νόμιμα για λογαριασμό άλλου ή παραδώσει σε αυτόν ο,τιδήποτε, χωρίς πρόθεση να το πράξει χαριστικά, ο τελευταίος εφόσον ήθελε προσποριστεί όφελος, υποχρεούται να αποζημιώσει τον πρώτο σε σχέση με την πράξη που διενεργήθηκε ή να επιστρέψει το πράγμα που παραδόθηκε». Προκύπτει από τα πιο πάνω άρθρα ότι η νόμιμη διενέργεια οποιασδήποτε πράξης για λογαριασμό άλλου, θα πρέπει να γίνεται χωρίς χαριστική πρόθεση και ο τελευταίος να έχει προσπορισθεί όφελος. Στην παράγραφο 4 της ένορκης δήλωσης που επισυνάπτεται στην αίτηση της Αιτήτριας αναφέρονται επί λέξει: «Όταν η ενάγουσα πληροφορήθηκε τα ως άνω, προθυμοποιήθηκε να καταβάλλει τις δόσεις του δανείου προκειμένου να εξοφληθεί το δάνειο και να διαγραφεί η υποθήκη». Η ίδια η ενάγουσα παραδέχεται ότι ενήργησε αυτόβουλα, χωρίς να την εξαναγκάσει κάποιος και χωρίς να της το ζητήσει κανένας. Ο Καθ' ου η αίτηση 1 δεν πρέπει να διαφεύγει την προσοχή ότι ήταν και είναι εγγονός της και ότι είναι χρέος αυτού που πλήρωνε. Δεν ισχυρίζεται καν ότι η καταβολή του όποιου ποσού έγινε από αυτήν δεν έγινε χαριστικά. Εξ΄ άλλου, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την ένσταση του Καθ' ου η αίτηση 1, τα όποια ποσά πληρώθηκαν έναντι του ενυπόθηκου χρέους του, αυτά προέρχονταν από τα ενοίκια της κατοικίας του στο Τσέρι τα οποία αρχικά εισέπραττε ο Αδάμος και στην συνέχεια και μέχρι και σήμερα η ενάγουσα, πράγμα το οποίο δεν αμφισβητήθηκε από την Αιτήτρια. Η ενάγουσα προβάλλει επίσης τον ισχυρισμό ότι η μεταβίβαση του ακινήτου στο Μαρκί από τον Καθ' ου η αίτηση 1 προς την Καθ' ης η αίτηση 2 έγινε δολίως και/ή προς καταδολίευση της ενάγουσας και ζητά διάταγμα ακύρωσης της ως άνω μεταβίβασης. Προβάλλεται ο ισχυρισμός για την ύπαρξη δόλου ή καταδολίευσης χωρίς όμως να παρουσιάσει κάποια στοιχεία που να δικαιολογούν, τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως, τον ισχυρισμό της. Η απλή προβολή του ισχυρισμού σύμφωνα με την υπόθεση Lawford Ltd v. Χατζηγαβριήλ κ.α.,
(2004)1Β ΑΑΔ 818,822 δεν είναι αρκετή. Τα άρθρα 3 & 4 του περί περί Δόλιων Μεταβιβάσεων (Ακύρωση) Νόμου, Κεφ.62 προνοούν τα ακόλουθα: «3.-
(1)Κάθε δωρεά, πώληση, εvέχυρo, υπoθήκη ή άλλη μεταβίβαση ή διάθεση oπoιασδήπoτε κιvητής ή ακίvητης περιoυσίας πoυ γίvεται από oπoιoδήπoτε πρόσωπo με πρόθεση vα παρεμπoδίσει ή καθυστερήσει τoυς πιστωτές τoυ ή oπoιoδήπoτε από αυτoύς vα αvακτήσoυv από αυτόv, τα χρέη αυτoύ ή αυτώv, θα θεωρείται ότι είvαι δόλια, και θα είvαι άκυρη εvαvτίov τoυ εv λόγω πιστωτή ή πιστωτώv, και αvεξάρτητα από oπoιαδήπoτε τέτoια δωρεά, πώληση, εvέχυρo, υπoθήκη ή άλλη μεταβίβαση ή διάθεση, η περιoυσία πoυ φέρεται ότι μεταβιβάστηκε ή έτυχε μεταχείρισης κατά άλλo τρόπo δύvαται vα κατασχεθεί και vα πωληθεί πρoς ικαvoπoίηση oπoιoυδήπoτε χρέoυς από δικαστική απόφαση πoυ oφείλεται από τo πρόσωπo πoυ πρoβαίvει στη δωρεά, πώληση, εvέχυρo, υπoθήκη ή άλλη μεταβίβαση ή διάθεση.
(2)Σε oπoιαδήπoτε αίτηση, βάσει τωv διατάξεωv τoυ Νόμoυ αυτoύ για ακύρωση μεταβίβασης ή εκχώρησης oπoιασδήπoτε περιoυσίας πoυ έγιvε σε oπoιoδήπoτε γovιό, σύζυγo, παιδί, αδελφό ή αδελφή τoυ δικαιoπάρoχoυ ή εκχωρητή, όχι με χρηματικό αvτάλλαγμα ή με αvτάλλαγμα άλλη περιoυσία ισoδύvαμης αξίας ή με καλή αvτιπαρoχή, τo βάρoς απόδειξης ότι αυτή η μεταβίβαση ή εκχώρηση έγιvε καλή τη πίστει και δεv έγιvε με πρόθεση vα παρεμπoδίσει ή καθυστερήσει τoυς πιστωτές τoυ θα έχει o δικαιoπάρoχoς ή εκχωρητής και τo πρόσωπo στo oπoίo έγιvε η εv λόγω μεταβίβαση ή εκχώρηση.
(3)Καμιά πώληση, υπoθήκη, μεταβίβαση ή εκχώρηση πoυ γίvεται με αvτάλλαγμα χρημάτωv ή άλλης περιoυσίας ισoδύvαμης αξίας δεv θα είvαι ακυρώσιμη βάσει τωv διατάξεωv τoυ Νόμoυ αυτoύ, εκτός αv o αγoραστής, o εvυπόθηκoς δαvειστής, o δικαιoδόχoς ή εκδoχέας φαvεί ότι έχει απoδεχτεί αυτή εv γvώσει τoυ ότι η πώληση αυτή, υπoθήκη, μεταβίβαση ή εκχώρηση έγιvε από τov πωλητή, εvυπόθηκo oφειλέτη, δικαιoπάρoχo ή εκχωρητή με πρόθεση vα καθυστερήσει ή καταδoλιεύσει τoυς πιστωτές τoυ. 4. Οπoιαδήπoτε δωρεά, πώληση, εvέχυρo, υπoθήκη ή άλλη μεταβίβαση ή διάθεση oπoιασδήπoτε κιvητής ή ακίvητης περιoυσίας πoυ θεωρείται ως δόλια βάσει τωv διατάξεωv τoυ άρθρoυ 3 τoυ Νόμoυ αυτoύ η oπoία έγιvε πριv από ή μετά τηv έvαρξη αγωγής ή άλλης διαδικασίας στηv oπoία τo δικαίωμα για αvάκτηση τoυ χρέoυς έχει απoδειχτεί, δύvαται vα ακυρωθεί με διάταγμα τoυ Δικαστηρίoυ πoυ εξασφαλίζεται με αίτηση oπoιoυδήπoτε εξ΄ απoφάσεως πιστωτή πoυ γίvεται στηv εv λόγω αγωγή ή άλλη διαδικασία, και στo Δικαστήριo εvώπιov τoυ oπoίoυ η αγωγή ή άλλη διαδικασία έχει ακoυστεί ή εκκρεμεί». Προκύπτει επομένως ότι για να διαταχθεί ακύρωση μεταβίβασης δυνάμει του Άρθρου 4 του Κεφ. 62, θα πρέπει το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι το πρόσωπο το οποίο έχει προβεί στη μεταβίβαση της περιουσίας, το έχει πράξει με σκοπό να παρεμποδίσει ή να καθυστερήσει τους πιστωτές του στην είσπραξη των χρεών του. Αντικείμενο της διερεύνησης με βάση το άρθρο 3
(1)είναι η πρόθεση του προσώπου που προβαίνει στην μεταβίβαση δηλαδή εδώ του Καθ' ου η αίτηση 1. Εκτός στις περιπτώσεις που προνοούνται στο εδάφιο 2 του άρθρου 3 το βάρος απόδειξης το έχει η Αιτήτρια. Στην προκειμένη περίπτωση δεν προκύπτει από την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου η ύπαρξη της πρόθεσης του Καθ' ου η αίτηση 1 που να ικανοποιεί τα κριτήρια του άρθρου 3
(1). Το γεγονός και μόνο ότι ο Καθ' ου η αίτηση 1, κατά τον χρόνο της μεταβίβασης είχε χρέος, το οποίο μάλιστα δεν το δημιούργησε αυτός αλλά οι γονείς του για να βοηθήσουν ιατρικά τον αδελφό του που γεννήθηκε με αναπηρία, δεν οδηγεί κατά την άποψη μου από μόνο του σε τέτοιο συμπέρασμα, αφού αυτός ήταν και ιδιοκτήτης της κατοικίας στο Τσέρι για την αξία της οποίας η Αιτήτρια δεν προβάλλει οποιονδήποτε ισχυρισμό. Η δε μεταβίβαση του ακινήτου από τον Καθ' ου η αίτηση 1 στην Καθ' ης η αίτηση 2 έγινε δυνάμει δωρεάς αφού αυτός δεν είχε οποιονδήποτε εμπόδιο για να το πράξει τούτο. Επομένως, καταλήγω ότι ούτε και αυτή η αξίωση της Αιτήτριας έχει πιθανότητα επιτυχίας. Για να τεκμηριώσει η Αιτήτρια πιθανότητα παρεμπόδισης μιας μελλοντικής υπέρ αυτής απόφασης, θα έπρεπε να προσφέρει μαρτυρία σχετικά με την οικονομική κατάσταση των Καθ' ων η αίτηση κάτι το οποίο δεν έκαμε. Ισχυρίζεται η ενόρκως δηλούσα γενικά και αόριστα ότι οι Καθ' ων η αίτηση στερούνται οιασδήποτε άλλης περιουσίας και ότι έχουν οφειλές και χρέη και ότι είναι αφερέγγυα άτομα, χωρίς όμως να εξειδικεύει από πού αντλεί την πληροφόρηση της αυτή. Δεν αναφέρει καν τις επαγγελματικές δραστηριότητες των Καθ' ων η αίτηση. Επίσης δεν έχει παρουσιάσει οποιαδήποτε έρευνα από το κτηματολόγιο σε σχέση με την ακίνητη περιουσία των εναγόμενων πράγμα το οποίο μπορούσε να πράξει. Ούτε και αποδείχθηκε πρόθεση των Καθ' ων η αίτηση να αποξενωθούν της ακίνητης περιουσίας τους, την αόριστη δε αναφορά περί τούτου οι Καθ' ων η αίτηση έχουν αρνηθεί με τις ένορκες δηλώσεις τους οι οποίες υποστηρίζουν την ένσταση τους. Είναι δε περαιτέρω διαπίστωση μου ως προς την τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 ότι δεν εκπληρώνεται στη βάση των γεγονότων της υπόθεσης. Και τούτο καθ' ότι τα ποσά που αξιώνονται είναι συγκεκριμένα και δεν θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη μελλοντικά με την εκδίκαση της αγωγής εάν η απόφαση θα ήταν υπέρ της απόδοσης αποζημιώσεων στην Αιτήτρια για οποιανδήποτε αιτία. Επομένως ούτε και η τρίτη προϋπόθεση συντρέχει στη βάση των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης. Εφόσον έκρινα ότι δεν έχουν εκπληρωθεί οι πιο πάνω προϋποθέσεις σύμφωνα με τη νομολογία μας δεν απαιτείται η εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας. Ούτως ή άλλως στη βάση των γεγονότων της υπόθεσης όπως τα ανέλυσα πιο πάνω, προερχόμενα από το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μου, κύρια το προϋπάρχων ιδιοκτησιακό καθεστώς των ακινήτων των οποίων επιδιώκεται η δέσμευση, κρίνω ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας γέρνει υπέρ της μη έγκρισης της αίτησης. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Με όσα προσπάθησα πιο πάνω να εξηγήσω καταλήγω να απορρίψω την αίτηση καθώς κρίνω ότι αυτή είναι νόμω και ουσία αβάσιμη και ότι δεν συντρέχει κανένας λόγος που να υποστηρίζει την επιτυχία της. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των Εναγόμενων/ Καθ' ων η αίτηση και σε βάρος της Ενάγουσας/ Αιτήτριας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής οπότε και θα είναι πληρωτέα. Τα έξοδα της ακροαματικής διαδικασίας λόγω της εκπροσώπησης και των δύο Καθ' ων η αίτηση και της κοινής αγόρευσης από το ίδιο δικηγορικό γραφείο να υπολογιστούν μια φορά. (Υπ.) ............ Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.