← Κύπρος

Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, υπό εξυγίανσηδυνάμει των προνοιών του Περί Εξυγίανσης Πιστοποιητικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013 Ν. (17)/201

Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, υπό εξυγίανσηδυνάμει των προνοιών του Περί Εξυγίανσης Πιστοποιητικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013 Ν.

(17)/2013 (ενεργώντας μέσω της Ειδικής Διαχειρίστριας της, XXXXX Αντωνιάδου, από τη Λευκωσία) ν. Βγενόπουλος, Αρ. Αγωγής: 8400/12, 14/5/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A272 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Χριστοδουλίδου Μέσσιου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 8400/12 Μεταξύ: Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Εναγόντων και
  1. XXXXX Βγενόπουλος, από την Αθήνα
  2. XXXXX Μπουλούτα, από την Αθήνα
  3. XXXXX Μάγειρα, από την Αθήνα
  4. XXXXX Χιλιαδάκη, από την Αθήνα
  5. XXXXX Στυλιανίδη, από τη Λευκωσία
  6. XXXXX Κουννή, από τη Λευκωσία
  7. XXXXX Λυσάνδρου, από τη Λευκωσία
  8. XXXXX Μυλωνά, από τη Λευκωσία
  9. XXXXX Θεοχαράκη, από την Αθήνα
  10. XXXXX Φόρου, από την Αθήνα
  11. XXXXX Ba' alaway, από το Ντουμπάι Εναγομένων Και διά τροποποιήσεως Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, υπό εξυγίανσηδυνάμει των προνοιών του Περί Εξυγίανσης Πιστοποιητικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013 Ν.
(17)/2013 (ενεργώντας μέσω της Ειδικής Διαχειρίστριας της, XXXXX Αντωνιάδου, από τη Λευκωσία) Εναγόντων και
  1. XXXXX Βγενόπουλος, από την Αθήνα
  2. XXXXX Μπουλούτα, από την Αθήνα
  3. XXXXX Μάγειρα, από την Αθήνα
  4. XXXXX Χιλιαδάκη, από την Αθήνα
  5. XXXXX Στυλιανίδη, από τη Λευκωσία
  6. XXXXX Κουννή, από τη Λευκωσία
  7. XXXXX Λυσάνδρου, από τη Λευκωσία
  8. XXXXX Μυλωνά, από τη Λευκωσία
  9. XXXXX Θεοχαράκη, από την Αθήνα
  10. XXXXX Φόρου, από την Αθήνα
  11. XXXXX Ba' alaway, από το Ντουμπάι Εναγομένων Ημερομηνία: 14 Μαΐου 2021 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Εναγόμενους 9 και 10: Ο κ. Α Χαβιαράς, για Χαβιαράς & Φιλίππου Δ.Ε.Π.Ε. Για την Ενάγουσα Καθ' ης η Αίτηση: Ο κ. Δ. Αραούζος, για Χρύσης Δημητριάδης & Σια Δ.Ε.Π.Ε. -------------- Ενδιάμεση απόφαση σε αίτηση υπό των Εναγομένων 9 και 10 Αιτητών ημερομηνίας 5/05/14 για έκδοση διατάγματος ακύρωσης και παραμερισμού του κλητηρίου εντάλματος και της επίδοσης αυτού εκτός δικαιοδοσίας σε αυτούς Με την πιο πάνω αίτηση η οποία έχει, όπως έχει ήδη αναφερθεί, καταχωρηθεί από τους Εναγόμενους 9 και 10 Αιτητές («οι Αιτητές») στις 5/05/14, οι Αιτητές αιτούνται: 1) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνονται και/ή παραμερίζονται το Κλητήριο Ένταλμα ημερομηνίας 26/11/12, και οποιοδήποτε δικονομικό ή άλλο διάβημα ή διάταγμα έχει επακολουθήσει της καταχώρησης του περιλαμβανομένης της επίδοσης ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος σε ένα έκαστο των Αιτητών ως τούτο ουδέποτε έχει θεωρηθεί ότι έχει εκδοθεί και ότι η αγωγή άρχισε 2) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διαγράφεται και/ή παραμερίζεται το Κλητήριο Ένταλμα ως έχει τροποποιηθεί στις 29/04/13 , και οποιοδήποτε δικονομικό ή άλλο διάβημα ή διάταγμα έχει επακολουθήσει περιλαμβανομένης της επίδοσης ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος σε ένα έκαστο των Αιτητών εκ του ότι δεν υπήρξε συμμόρφωση με το διάταγμα τροποποίησης ημερομηνίας 29/04/13 καθιστώσα την τροποποίηση μη έγκυρη και το διάταγμα τροποποίησης αυτοδικαίως άκυρο (ipso facto void). 3) Διαζευκτικά προς το 2 ανωτέρω διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παραμερίζεται το Κλητήριο Ένταλμα και οποιοδήποτε δικονομικό ή άλλο διάβημα ή διάταγμα έχει επακολουθήσει περιλαμβανομένης της επίδοσης ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος σε ένα έκαστο των Αιτητών συνεπεία παράλειψης αναγραφής επ'αυτού της φράσης «όχι για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας χωρίς άδεια του Δικαστηρίου». 4) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται και/ή να παραμερίζεται το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα ημερομηνίας 16/12/2013 με το οποίο διατάχθηκε η παράταση του χρόνου υποβολής αίτησης της Ενάγουσας / Καθ'ης η Αίτηση για ανανέωση του Κλητήριου Εντάλματος σε σχέση με τους Εναγόμενους 9 και 10 / Αιτητές 5) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται και/ή να παραμερίζεται το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα ημερομηνίας 16/12/2013 με το οποίο διατάχθηκε η ανανέωση του Γενικού Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος για περίοδο έξι
(6)μηνών από την 25/11/2013 σε σχέση με τους Εναγόμενους 9 και 10 / Αιτητές 6) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται και/ή να παραμερίζεται το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα ημερομηνίας 22/05/2013 με το οποίο χορηγήθηκε άδεια στην Ενάγουσα / Καθ'ης η Αίτηση για έκδοση και καταχώρηση της Ειδοποίησης του Γενικώς Οπισθογραφημένου Κλητήριου Εντάλματος με σκοπό να επιδοθεί στους Εναγομένους 9 και 10 Αιτητές εκτός δικαιοδοσίας 7) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται και/ή να παραμερίζεται το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα ημερομηνίας 22/05/2013 με το οποίο χορηγήθηκε άδεια στην Ενάγουσα / Καθ'ης η Αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας στους Εναγομένους 9 και 10 / Αιτητές και υποκατάστατη επίδοση εκτός δικαιοδοσίας των ακόλουθων εγγράφων («τα έγγραφα»): (α) πιστού αντιγράφου της Ειδοποίησης του υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Γενικός Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος, όπως αυτό τροποποιήθηκε στις 29/04/13 (β) πιστού αντιγράφου της Αίτησης ημερομηνίας 29/04/2013 για την Τροποποίηση του Γενικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος και του σχετικού Διατάγματος τροποποίησης του Γενικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος ημερομηνίας 29/4/2013 (γ) «πιστού αντιγράφου της παρούσας Αίτησης μαζί με το Διάταγμα που έχει εκδοθεί δυνάμει αυτής» 8) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται και/ή να παραμερίζεται η επίδοση στους Αιτητές των εγγράφων ως αυτά καθορίζονται στο αιτητικό 5 ανωτέρω και/ή οποιονδήποτε εξ αυτών. 9) Οιανδήποτε άλλην διαταγή ή θεραπεία την οποία το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει δικαίαν και/ή εύλογον υπό των περιστάσεων. 10) Έξοδα και ΦΠΑ της παρούσας Αίτησης. Νομική βάση της αίτησης είναι τα άρθρα 3 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας Δ.1, Δ.2, Δ.4, Δ.5, Δ.5Α, Δ.6 θθ1‑ 9, Δ.9, Δ.16 θ9, Δ.25 θθ1‑ 5,.Δ39, Δ.48 θθ1‑ 4,8, 9 και 13, Δ.51, Δ.57 και Δ.64, το άρθρο 3 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, τα άρθρα 1‑69 του ΕΚ 44/01 τα άρθρα 1‑ 26 του ΕΚ1393/07, τα άρθρα 1‑34 της Νομικής Σύμβασης μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου N.55/84, το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, η εγγενής δικαιοδοσία, η νομολογία τόσο του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου όσο και του Ανωτάτου Δικαστηρίου και πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση φαίνονται
(1)στον φάκελο του Δικαστηρίου,
(2)στην ένορκη δήλωση του XXXXX Χριστοφή από τη Λεμεσό ημερομηνίας 5/5/
  1. Στην ένορκη δήλωση του ο XXXXX Χριστοφή, ο οποίος είναι δικηγόρος στη δικηγορική εταιρεία Ανδρέας Γιωρκάτζης Δ.Ε.Π.Ε. που είναι δικηγόροι των Εναγομένων 9 και 10, δηλώνει εξουσιοδοτημένος από τους Εναγόμενους 9 και 10 να προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση εκ μέρους τους, γνωρίζει τα γεγονότα για τα οποία ορκίζεται προσωπικά και ότι αυτά είναι αληθή, ενώ για όσα γεγονότα δεν γνωρίζει προσωπικά, αναφέρει την πηγή γνώσης του. Όπως αναφέρει, οι Εναγόμενοι 9 και 10 είναι Έλληνες υπήκοοι που ζουν και εργάζονται μόνιμα στην Ελλάδα. Το γραφείο τους εκπροσωπεί επίσης τους Εναγόμενους 1 και 12 στην παρούσα αγωγή. Κατόπιν οδηγιών των Εναγομένων 1 και 12 διεξήγαγε έρευνα στον φάκελο του Δικαστηρίου που τηρείται για την πιο πάνω αγωγή, στην παρουσία δύο άλλων δικηγόρων, και διαπίστωσαν ότι τόσο στο αρχικά καταχωρημένο κλητήριο ένταλμα που φέρει ημερομηνία 26.11.12 όσο και στο τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα που καταχωρήθηκε στις 29.4.13 δεν περιέχεται οποιαδήποτε σφραγίδα του Δικαστηρίου με αποτέλεσμα το κλητήριο ένταλμα να θεωρείται ότι δεν έχει εκδοθεί και ότι δεν άρχισε η αγωγή και επομένως όποια διαβήματα ακολούθησαν είναι εξ υπαρχής άκυρα. Επισυνάπτει σχετικά ως Τεκμήρια 1 και 2 αντίγραφα των κλητηρίων ενταλμάτων. Αναφέρει επίσης ότι μέσα από τον φάκελο του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η Ενάγουσα στις 29.4.13 εξασφάλισε διάταγμα τροποποίησης του κλητηρίου εντάλματος και επισυνάπτει σχετικά το διάταγμα ως Τεκμήριο
  2. Είναι η θέση του ότι εάν κάποιος συγκρίνει τα Τεκμήρια 1 και 2 καταδεικνύεται ότι όταν καταχωρήθηκε το Τεκμήριο 2 δεν συμπεριλήφθηκε σε αυτό η φράση «όχι για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας χωρίς άδεια του Δικαστηρίου» χωρίς να υπάρχει περί τούτου άδεια για τροποποίηση κατ αυτόν τον τρόπο και, κατά συνέπεια, υπήρξε απόκλιση από τους όρους τροποποίησης με αποτέλεσμα το διάταγμα τροποποίησης να καταστεί άκυρο ipso facto. Θεωρεί επίσης ότι το διάταγμα τροποποίησης ημερ. 29/4/13 θα πρέπει να παραμεριστεί και να ακυρωθεί αφού δεν γίνεται επίκληση της Δ.10θ9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Όπως αναφέρει, η Ενάγουσα στις 22/5/13 εξασφάλισε διάταγμα, το Τεκμήριο 4, με το οποίο παρέχεται άδεια για έκδοση και καταχώρηση της ειδοποίησης του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος με σκοπό να επιδοθεί μεταξύ άλλων εκτός δικαιοδοσίας αλλά και άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και υποκατάστατη επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, μεταξύ άλλων και στους Αιτητές σε συγκεκριμένες διευθύνσεις τις οποίες αναγράφει. Είναι η θέση του ότι το διάταγμα ημερ. 22/5/13 και η επίδοση των εγγράφων που προβλέπονται σε αυτό πρέπει να παραμεριστούν και ή να απορριφθούν διότι:
  3. Η Ενάγουσα δεν αποτάθηκε στο Δικαστήριο για εξασφάλιση άδειας για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος.
  4. Η νομική βάση της αίτησης ημερ. 22/5/13 δεν περιέχει αναφορά στο άρθρο 3 του Κεφ.
  5. Η αίτηση ημερ. 22/5/13 στηρίχτηκε σε Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας οι οποίοι έχουν καταστεί ανενεργοί από την ημερομηνία εφαρμογής του ΕΚ1393/07, και
  6. Στους Αιτητές δεν έχει επιδοθεί το κλητήριο ένταλμα ή ισοδύναμο έγγραφο ως προβλέπεται από τον ΕΚ1393/
  7. Όπως προκύπτει από τον φάκελο στις 16/12/13 η Ενάγουσα εξασφάλισε μονομερώς διατάγματα με τα οποία: 1) Διατάχθηκε η παράταση του χρόνου υποβολής αίτησης της Ενάγουσας για ανανέωση του κλητηρίου εντάλματος σε σχέση με τους Αιτητές, 2) Διατάχθηκε η ανανέωση του Γενικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος για περίοδο έξι μηνών από 25/11/13 σε σχέση με τους Αιτητές, και 3) Με το οποίο ο χρόνος επίδοσης του Γενικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος παρατάθηκε για περίοδο έξι μηνών από την 25/11/
  8. Εξ όσων πληροφορείται από τους Αιτητές η επίδοση των διαφόρων εγγράφων έγινε στον Εναγόμενο 10 στις 17/3/13, 24/3/13 και 15/4/13, Τεκμήρια 5-7 αντίστοιχα, τα οποία παραλήφθηκαν από τον XXXXX Ρίζο, ενώ στον Εναγόμενο 9 στις 13/3/13 και 15/4/13, Τεκμήρια 8 και 9, τα οποία παραλήφθηκαν από δικηγόρο του Νομικού Τμήματος της Εταιρείας Νικ. Θεοχαράκη ΑΕ. Είναι η θέση του ότι τα διατάγματα ημερ. 16/12/13 πρέπει να παραμερισθούν και να ακυρωθούν αφού η Ενάγουσα δεν κατέβαλε καμιά λογική προσπάθεια για έγκαιρη επίδοση του κλητητρίου εντάλματος και θα υπήρξε καμιά αντικειμενική δυσκολία στον εντοπισμό και επίδοση των σχετικών εγγράφων στους Αιτητές και αρνείται το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της XXXXX Αντρέου που συνοδεύει την αίτηση ημερ. 5/12/13 και αναφέρει ότι η Ενάγουσα γνώριζε τις διευθετήσεις των Αιτητών στην οποία θα μπορούσε να επιδώσει τα διάφορα έγγραφα αν αυτό επιθυμούσε χωρίς καθυστέρηση. Γι' αυτό και αιτείται ως η αίτηση. Η Ενάγουσα καταχώρησε στις 24/10/14 ένσταση στην αίτηση. Η νομική βάση της ένστασης είναι η Δ.1, Δ.2, Δ.4, Δ.5, Δ.5Α, Δ.6, Δ.9, Δ.16 και Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, τα άρθρα 1‑26 του ΕΚ 1393/07, τα άρθρα 1‑76 του ΕΚ 44/01, τα άρθρα 3 και 9 του Κεφ.6, τα άρθρα 10ΕΚ και 249 ΕΚ του Νόμου που κυρώνει την Συνθήκη Προσχώρησης της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας και οι εγγενείς εξουσίες και η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι λόγοι ένστασης που προβάλλονται είναι οι ακόλουθοι:
  9. Η υπό κρίση Αίτηση των Εναγομένων 9 και 10 είναι εξ υπαρχής άκυρη για τους εξής λόγους: α. Η Αίτηση των Εναγομένων 9 και 10 δεν στηρίζεται στη Δ.48
  10. 11 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, δια της οποίας δίδεται το δικαίωμα παραμερισμού μονομερούς διατάγματος, β. Η επίκληση της πιο πάνω δικαιοδοτικής νομικής πρόνοιας, δηλαδή της Δ.48 0.11 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ήταν επιβεβλημένη για την έγκυρη προώθηση και στοιχειοθέτηση της υπό κρίση Αίτησης του Εναγόμενου 4 και ως εκ τούτου η υπό κρίση του είναι εξ υπαρχής άκυρη και απορριπτέα. γ. Η παράλειψη επίκλησης της Δ.48
  11. 11 αποτελεί ουσιώδη ή θεμελιώδη παράλειψη, που ισοδυναμεί με παρατυπία η οποία δεν είναι θεραπεύσιμη και οδηγεί την Αίτηση σε ακυρότητα.
  12. Άνευ βλάβης του πιο πάνω Λόγου Ένστασης 1, οι Ενάγοντες προβάλλουν τους πιο κάτω Λόγους Ένστασης στην Αίτηση των Εναγομένων 9 και 10, ημερομηνίας 5.5.2014: (Α) Η έκδοση των αιτουμένων ως η Αίτηση Διαταγμάτων ουδόλως δικαιολογείται από τους Εναγόμενους 9 και 10 εφόσον οι λόγοι οι οποίοι προβάλλουν για να δικαιολογήσουν την προώθηση και τα αιτητικά της υπό κρίση Αίτησης τους είναι ανεπαρκείς προς έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων και ανίκανοι να οδηγήσουν την όλη διαδικασία σε παραμερισμό και ακύρωση. Ειδικότερα: (ΐ) η ισχυριζόμενη παράλειψη από τον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Δευκωσίας να σφραγίσει το Κλητήριο Ένταλμα δεν μπορεί να αποτελεί λόγο του αιτούμενου παραμερισμού εφόσον η πιο πάνω ισχυριζόμενη παράλειψη δεν οδηγεί σε ακυρότητα και τερματισμό της όλης διαδικασίας, αφού εν πάση περιπτώσει συνιστά θεραπεύσιμη παράλειψη δυνάμει της Δ.64 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, η οποία καλύπτει ακόμη και οποιαδήποτε μη συμμόρφωση «κατά την έναρξη ή τη φερόμενη έναρξη» οποιοσδήποτε διαδικασίας. (ϋ) η ισχυριζόμενη μη συμπερίληψη στο τροποποιημένο Κλητήριο Ένταλμα ημερομηνίας 29/4/2013 της φράσης «όχι για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας χωρίς άδεια του Δικαστηρίου» δεν μπορεί να αποτελεί λόγο του αιτούμενου παραμερισμού εφόσον δεν απαιτείται πουθενά στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας ότι Κλητήρια Εντάλματα που στρέφονται τόσο κατά ημεδαπών όσο και αλλοδαπών Εναγομένων θα πρέπει να φέρουν την πιο πάνω φράση. Εν πάση περιπτώσει, η πιο πάνω ισχυριζόμενη μη συμπερίληψη δεν οδηγεί σε ακυρότητα και τερματισμό της όλης διαδικασίας, καθότι ακόμη και αν θεωρηθεί μη συμμόρφωση, αυτή αποτελεί επουσιώδη παράλειψη που θεραπεύεται σύμφωνα με τη Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας χωρίς οποιαδήποτε δυσμένεια στους Εναγόμενους. (in) Η ισχυριζόμενη μη συμπερίληψη του Άρθρου 3 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 στην Αίτηση ημερομηνίας 22/5/2013, στη βάση της οποίας εκδόθηκε αυθημερόν, μεταξύ άλλων, Διάταγμα με το οποίο επιτράπηκε η επίδοση της Ειδοποίησης του Κλητήριου Εντάλματος στους Εναγόμενους 1- 3, 4, 9, 10 και 12 δεν αποτελούσε ουσιώδη και/ή θεμελιώδη παρατυπία που να οδηγεί σε ακυρότητα του Διατάγματος ημερομηνίας 22/5/2013 καθ' ότι η συμπερίληψη του εν λόγω Άρθρου δεν ήταν αναγκαία και εν πάση περιπτώσει μια τέτοια παράλειψη είναι θεραπεύσιμη δυνάμει της Δ.64 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας και δεν συμπαρασύρει οποιοδήποτε δικαστικό διάβημα, εφόσον δεν προκύπτει παρέκκλιση από το νόμο. (ϊν) Ο ισχυρισμός του Εναγόμενου 4 ότι η υπό κρίση Αίτηση στηρίζεται σε Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας οι οποίοι έχουν καταστεί ανενεργείς λόγω του Κανονισμού (ΕΚ) 1393/2007 είναι εντελώς αβάσιμος και συγκεκριμένα σε καμία περίπτωση η Δ.6 Θ.6 που προνοεί για την επίδοση Ειδοποίησης του Κλητήριου Εντάλματος αντί του ιδίου του Κλητήριου Εντάλματος δεν βρίσκεται σε σύγκρουση με τον Κανονισμό (ΕΚ) 1393/
  13. (Β) Οι Εναγόμενοι 9 και 10 είναι ένοχοι κατάχρησης της διαδικασίας του Δικαστηρίου (abuse of the court process) εφόσον επιχειρούν να προσδώσουν υπόβαθρο στην υπό κρίση Αίτηση τους, προβάλλοντας ως ισχυριζόμενους λόγους θέματα που έχουν ήδη αποφασιστεί από το Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας Αγωγής, και συγκεκριμένα με την απόφαση του, ημερομηνίας 23.5.2014, σε Αίτηση των Εναγομένων 1 και 12 για παραμερισμό, ημερομηνίας 28.6.2013, καθώς και με την απόφαση του, ημερομηνίας 23.5.2014 σε Αίτηση των Εναγομένων 2 και 3 για παραμερισμό, ημερομηνίας 1/7/2013, όπως: (ϊ) η παράλειψη σφράγισης του Κλητηρίου Εντάλματος από τον Πρωτοκολλητή και η παράλειψη συμπερίληψης στο τροποποιημένο Κλητήριο Ένταλμα ημερομηνίας 29/4/2013 της φράσης «όχι για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας χωρίς άδεια του Δικαστηρίου», (ii) η ανάγκη εξασφάλισης άδειας σφράγισης ή όχι στην προκειμένη περίπτωση, (ϊii) η μη συμπερίληψη του Άρθρου 3 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 στην Αίτηση, ημερομηνίας 22/5/2013, στη βάση της οποίας εκδόθηκε αυθημερόν, μεταξύ άλλων, Διάταγμα με το οποίο επιτράπηκε η επίδοση της Ειδοποίησης του Κλητήριου Εντάλματος στους Εναγόμενους 1-3, 4, 9, 10 και 12, (ΐν) η επίδοση Ειδοποίησης του Κλητήριου Εντάλματος αντί του ιδίου του Κλητήριου Εντάλματος ως η Δ.6 θ. 6 σε κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, (Ε) Οι Εναγόμενοι 9 και 10 προβάλλουν στα πλαίσια της Ένορκης Δήλωσης η οποία υποστηρίζει την υπό κρίση Αίτηση τους, ανυπόστατους, αβάσιμους, αντιφατικούς και αναληθείς ισχυρισμούς. (Δ) Σύμφωνα με την ισχύουσα νομολογία, δεν απαιτείται η λήψη άδειας για σφράγιση Κλητηρίου Εντάλματος που περιλαμβάνει Εναγόμενους εκτός της δικαιοδοσίας, στις περιπτώσεις όπου ένας ή περισσότεροι από τους Εναγόμενους βρίσκεται εντός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και ως εκ τούτου οι Εναγόμενοι 9 και 10, κατά παράβαση της πιο πάνω αρχής, λανθασμένα και παραπλανητικά υποστηρίζουν στα πλαίσια της υπό κρίση Αίτησης τους την ανάγκη για εξασφάλιση τέτοιας άδειας στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή. (Ε) Οι Ενάγοντες έχουν πλήρως ικανοποιήσει τις απαιτούμενες προϋποθέσεις, ως πηγάζουν από τη νομολογία και τις εφαρμοστέες νομικές πρόνοιες και/ή αρχές, για την έκδοση: (α) Διατάγματος παράτασης χρόνου καταχώρησης Αίτησης για ανανέωση του υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Γενικώς Οπισθογραφημένου Κλητήριου Εντάλματος αναφορικά με τους Εναγομένους 4, 9 και 10, (β) Διατάγματος δια του οποίου να ανανεώνεται η ισχύς του υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Γενικώς Οπισθογραφημένου Κλητήριου Εντάλματος για περίοδο έξι
(6)μηνών από την 25.11.2013 και (γ) Διατάγματος δια του οποίου να παρατείνεται ο χρόνος εντός του οποίου θα επιδοθεί το υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Γενικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα στους Εναγόμενους 4, 9 και 10 για περίοδο έξι
(6)μηνών. (ΣΤ) Οι Ενάγοντες έχουν θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου επαρκείς και/ή αληθείς λόγους οι οποίοι αιτιολογούν πλήρως την έκδοση των Διαταγμάτων, ως η Αίτηση, ημερομηνίας 5.12.2013 και/ή οι οποίοι καθιστούσαν δίκαια και ορθή την έκδοση τους. (Z) Η έκδοση του Διατάγματος, ημερομηνίας 16.12.2013 δεν έχει επηρεάσει δυσμενώς και/ή δεν έχει προκαλέσει οποιαδήποτε αδικία στους Εναγόμενους 9 και 10. (Η) Ανεξάρτητα και διαζευκτικά προς τα πιο πάνω, το Δικαστήριο είχε, ανεξάρτητα από τους Νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας, περιλαμβανομένων των προνοιών του Περί Δικαστηρίων Νόμου, του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου και των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, δικαιοδοσία δυνάμει του Άρθρου 3 του Κανονισμού 44/2001 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ημερομηνίας 22/12/2000, επί προσώπων που έχουν την κατοικία τους σε έδαφος κράτους μέλους, όπως είναι οι Εναγόμενοι στην κρινόμενη περίπτωση, αλλά και πρωτογενή και/ή υποχρεωτική «Ειδική Δικαιοδοσία» επί του Εναγόμενου 4 με βάση τις πρόνοιες του Τμήματος 2 (Ειδικές Δικαιοδοσίες) του Κεφαλαίου II του Κανονισμού και ειδικότερα τα Άρθρα 5
(3)και 6. (Θ) Οι Εναγόμενοι 9 και 10 απέτυχαν να καταδείξουν ότι οι προϋποθέσεις των Άρθρων 5
(3)και 6 και/ή οποιασδήποτε άλλης πρόνοιας του Κανονισμού που προσδίδει «ειδική δικαιοδοσία» δεν πληρούνται με αποτέλεσμα να πετύχουν τον επιδιωκόμενο παραμερισμό της επίδοσης της διαδικασίας λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας και ειδικότερα τέτοιας «ειδικής δικαιοδοσίας», αφού ουδέν στοιχείο έχει προβληθεί που να στοιχειοθετεί ότι λανθασμένα το Δικαστήριο θεώρησε ότι συντρέχουν οποιοσδήποτε από τις πρόνοιες περί «ειδικής δικαιοδοσίας» του Τμήματος 2 του Κεφαλαίου II του Κανονισμού 44/
  1. (I) Οι προϋποθέσεις που θέτει η Δ.
  2. Θ.4 για να εξασφαλιστεί άδεια του Δικαστηρίου για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας ενός Κλητήριου Εντάλματος ή της Ειδοποίησης του Κλητήριου Εντάλματος δεν ισχύουν στις περιπτώσεις που το Κυπριακό Δικαστήριο έχει «ειδική δικαιοδοσία» με βάση τον Κανονισμό 44/2001 επί των Εναγομένων που διαμένουν σε άλλα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και συναφώς οι Ενάγοντες ορθά και δικαιωματικά προχώρησαν με την επίδοση στους Εναγόμενους που βρίσκονται στην Ελλάδα χωρίς να χρειάζεται να εξασφαλίσουν εκ των προτέρων άδεια του Δικαστηρίου. Το ότι λήφθηκε τέτοια άδεια ήταν εκ του περισσού, αλλά την ίδια στιγμή αυτό το γεγονός δεν καθιστά την επίδοση άκυρη. (Κ) Οι Εναγόμενοι 9 και 10 απέτυχαν να αποσείσουν και/ή ικανοποιήσουν το βάρος απόδειξης που φέρουν για σκοπούς έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων και παρέλειψαν να αποδείξουν ότι τα αιτούμενα διατάγματα δικαιολογούνται υπό τις περιστάσεις. (Λ) Η υπό κρίση Αίτηση είναι κακόπιστη και/ή καταχρηστική και/ή σκοπεί στην παρακώλυση και/ή πρόκληση καθυστέρησης στην ομαλή και φυσιολογική διεξαγωγή της Αγωγής. (Μ) Τυχόν έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων θα πλήξει την ορθή και απρόσκοπτη απονομή της δικαιοσύνης και δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να δοθούν υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης. (Ν) Υπό τις περιστάσεις, το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια εις βάρος της έγκρισης των αιτημάτων των Εναγομένων 9 και 10 και να απορρίψει την υπό κρίση Αίτηση με έξοδα εναντίον των Εναγομένων 9 και 10 και υπέρ των Εναγόντων. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση, εκτίθενται στην ένορκη δήλωση της XXXXX Αχιλλέως ημερομηνίας 24/10/14 και στις ένορκες δηλώσεις του XXXXX Γλυκή ημερομηνίας 29/04/13 και 22/05/13 όπως και στην ένορκη δήλωση της XXXXX Ανδρέου ημερομηνίας 5/12/
  3. Η XXXXX Αχιλλέως, στην ένορκη δήλωσή της που στηρίζει την ένσταση, αναφέρει ότι είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Ενάγουσα και γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση, από πληροφορίες που έλαβε από την ομάδα των δικηγόρων που χειρίζονται την παρούσα αγωγή, αλλά και από λειτουργούς της Ενάγουσας, έχει επίσης μελετήσει διάφορα έγγραφα που σχετίζονται με την παρούσα υπόθεση, ενώ για όσα θέματα δεν έχει προσωπική γνώση, αποκαλύπτει την πηγή γνώσης της. Υιοθετεί ως αναπόσπαστο μέρος της δικής της ένορκης δήλωσης, τα Τεκμήρια της ένορκης δήλωσης του XXXXX Γλυκή, ημερομηνίας 29.4.13 προς υποστήριξη της αίτησης της Ενάγουσας για έκδοση προσωρινού διατάγματος εναντίον των Εναγόμενων 1‑3 και 12, όπως επίσης και την ένορκη δήλωση του XXXXX Γλυκή ημερομηνίας 22.5.13 προς υποστήριξη της εξασφάλισης διατάγματος επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας στους Εναγόμενους 1‑ 4, 9, 10 και 12 πιστού αντίγραφου της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος, όπως τροποποιήθηκε στις 29.4.
  4. Όπως αναφέρει, οι δύο αυτές ένορκες δηλώσεις του XXXXX Γλυκή, αποτελούν μέρος του φακέλου του Δικαστηρίου. Είναι η αρχική της θέση ότι η αίτηση των Αιτητών είναι παράτυπη, αντικανονική και νομικά και πραγματικά αστήρικτη. Οι δε Αιτητές, έχουν προβεί σε τέτοιες παρατυπίες και παραλείψεις που είναι τόσο ουσιαστικές και θεμελιώδεις, οι οποίες δεν μπορούν να τύχουν θεραπείας, με αποτέλεσμα η υπό κρίση αίτηση να καθίσταται νόμω και πραγματικά αβάσιμη και συνεπακόλουθα άκυρη. Είναι η θέση της ότι δεν τηρούνται οι προϋποθέσεις για να μπορέσει το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια, και να εγκρίνει την αίτηση των Αιτητών, οι οποίοι προβάλλουν ανυπόστατους, αβάσιμους, αντιφατικούς και αναληθείς ισχυρισμούς στην αίτησή τους. Είναι συγκεκριμμένα η θέση της ότι στις 22.5.13 εξασφαλίστηκε άδεια για επίδοση μεταξύ άλλων και στους Αιτητές, πιστού αντίγραφου της αίτησης ημερομηνίας 29.4.13 για την τροποποίηση του κλητηρίου εντάλματος και του σχετικού διατάγματος τροποποίησης ημερομηνίας 29.4.13, πιστού αντίγραφου της αίτησης ημερομηνίας 22.5.13 για εξασφάλιση διατάγματος επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας, μεταξύ άλλων και στους Αιτητές, και του σχετικού διατάγματος που εκδόθηκε δυνάμει αυτής στις 22.5.13, η ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος ημερομηνίας 23.5.13, πιστό αντίγραφο της αίτησης ημερομηνίας 5.12.13, για έκδοση διατάγματος ανανέωσης του κλητηρίου εντάλματος και παράτασης του χρόνου επίδοσής του, μεταξύ άλλων στους Αιτητές, και το διάταγμα το οποίο εκδόθηκε στα πλαίσια της εν λόγω αίτησης στις 16.12.
  5. Αρνείται όλους τους ισχυρισμούς που καταγράφονται στις ένορκες δηλώσεις του XXXXX Χριστοφή, στην οποία στηρίζεται η αίτηση των Αιτητών, όπως και τους λόγους και νομικούς ισχυρισμούς που αναφέρουν οι Αιτητές, στην αίτησή τους. Σε ότι αφορά τον ισχυρισμό για παράλειψη του Πρωτοκολλητή να θέσει σφραγίδα, σύμφωνα με τη Δ.2θ12, των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, αυτό δεν έχει καταστεί επίδικο ζήτημα και εν πάση περιπτώσει, είναι η θέση της ότι η απουσία της σφραγίδας του Πρωτοκολλητή αποτελεί απλή παρατυπία που θεραπεύεται με βάση τη Δ.
  6. Το ίδιο έχει αποφασίσει το Δικαστήριο στα πλαίσια παρόμοιας αίτησης που καταχωρήθηκε από τους Εναγόμενους 1 και 12, ημερομηνίας 28.6.
  7. Προβάλλει επίσης τη θέση ότι δεν πρέπει να τιμωρηθεί η Ενάγουσα, για τυχόν παράλειψη του Πρωτοκολλητή. Το επίδικο κλητήριο ένταλμα υπογράφηκε κατά την καταχώρησή του από τον Πρωτοκολλητή όταν έλαβε και τον αριθμό της αγωγής. Αυτό μπορεί πολύ εύκολα να επιβεβαιωθεί και από το σχετικό βιβλίο καταχωρήσεων που τηρείται από το Πρωτοκολλητείο του Δικαστηρίου. Ο ισχυρισμός των Αιτητών, ότι η παράλειψη του Πρωτοκολλητή να θέσει σφραγίδα σύμφωνα με τη Δ.2θ12 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου, εν όψει του ότι επί του προκειμένου ζητήματος το Δικαστήριο έχει ήδη αποφασίσει στα πλαίσια της παρούσας αγωγής και συγκεκριμένα με την απόφασή του ημερομηνίας 23.5.14, στην αίτηση των Εναγόμενων 1 και 12 για παραμερισμό. Οι ισχυρισμοί που περιέχονται στις παραγράφους 6‑8 της ένορκης δήλωσης του XXXXX Χριστοφή αποτελούν ισχυρισμούς που δεν έχουν σχέση με τα αιτητικά που προωθούν οι Αιτητές και δεν έχουν καταστεί επίδικο ζήτημα, αφού δεν έχουν περιληφθεί ως αιτητικά στο σώμα της αίτησης. Άνευ βλάβης του εν λόγω ισχυρισμού, αναφέρει ότι η ισχυριζόμενη μη συμπερίληψη της φράσης:" Όχι για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, χωρίς άδεια του Δικαστηρίου" στο τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα, ημερομηνίας 29.4.13, δεν αποτελεί λόγο για παραμερισμό, αφού δεν υπάρχει αντίστοιχο αιτητικό στην αίτηση των Αιτητών. Εν πάση περιπτώσει, οι θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας δεν απαιτούν ότι, κλητήρια εντάλματα που στρέφονται τόσο κατά ημεδαπών, όσο και αλλοδαπών Εναγόμενων, θα φέρουν την πιο πάνω φράση, και θεωρεί ότι η μη συμπερίληψη της φράσης αυτής είναι επουσιώδης παράλειψη που θεραπεύεται σύμφωνα με τη Δ.
  8. Επίσης, για το εν λόγω θέμα υπάρχει ήδη απόφαση του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 23.5.14 στην αίτηση των Εναγόμενων 1 και 12 για παραμερισμό. Σε σχέση με τους ισχυρισμούς του XXXXX Χριστοφή, στην παράγραφο 9 της ένορκης δήλωσής του, αυτοί περιορίζονται ρητά στην Εναγόμενη 12 και συνεπώς δεν έχουν σχέση με τον Αιτητή. Αναφορικά με τους λόγους που ο XXXXX Χριστοφή προβάλλει στις παραγράφους 10 και 11 της ένορκης δήλωσής του, αναφέρει ότι δεν απαιτείται λήψη άδειας για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος ή της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος, όταν ένας ή περισσότεροι Εναγόμενοι είναι κάτοικοι εκτός Κύπρου, αλλά οι υπόλοιποι βρίσκονται εντός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Οι πρόνοιες της Δ.2θ2 δεν εφαρμόζονται στις περιπτώσεις αυτές, και ούτε απαιτήται όπως η Ενάγουσα λάβει οποιαδήποτε άδεια για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος ή της ειδοποίησής του, μετά την επίδοσή του στους Εναγόμενους στην Κύπρο. Επαναλαμβάνει επίσης, ότι επί του εν λόγω ισχυρισμού, υπάρχει ήδη απόφαση του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 28.6.13, στην αίτηση των Εναγόμενων 1 και 12, για παραμερισμό και συνεπώς η απόφαση του ζητήματος αυτού από το Δικαστήριο, εφόσον έχει ήδη αποφασιστεί από άλλο Δικαστήριο, αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου. Η ισχυριζόμενη μη συμπερίληψη του άρθρου 3 του Κεφ. 6, στην αίτηση ημερομηνίας 22.5.13, στη βάση της οποίας εκδόθηκε διάταγμα με το οποίο επιτράπηκε η επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος και στους Αιτητές, δεν αποτελεί θεμελιώδη παρατυπία που οδηγεί σε ακυρότητα του διατάγματος ημερ. 22.5.13, εφόσον η συμπερίληψη του εν λόγω άρθρου δεν είναι αναγκαία, και εν πάση περιπτώσει, αποτελεί ουσιώδη παράλειψη που είναι θεραπεύσιμη, δυνάμει της Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Και πάλι έχει τη θέση ότι ο εν λόγω ισχυρισμός αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου, εφόσον και πάλι το Δικαστήριο, έχει αποφασίσει για το θέμα αυτό, στην απόφασή του ημερομηνίας 23.5.14, σε αίτηση των Εναγόμενων 1 και 12, ημερομηνίας 28.6.
  9. Ο ισχυρισμός των Αιτητών, ότι η υπό κρίση αίτηση, στηρίζεται σε θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας που έχουν καταστεί ανενεργείς λόγω του ΕΚ 1993/2007 είναι εντελώς αβάσιμος και συγκεκριμένα σε καμιά περίπτωση η Δ.6θ6 που προνοεί για την επίδοση ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος, αντί του ιδίου του κλητηρίου εντάλματος, δεν βρίσκεται σε σύγκρουση με τον ΕΚ 1393/
  10. Επαναλαμβάνει και πάλι ότι επί του συγκεκριμένου σημείου, υπάρχει η απόφαση του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 23.5.14, στα πλαίσια αίτησης των Εναγόμενων 1 και 12 για παραμερισμό και επιμένει στη θέση της ότι η εκ νέου προώθηση του ισχυρισμού αυτού από τους Αιτητές, συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου. Τα όσα αναφέρονται από τον XXXXX Χριστοφή στην παράγραφο 12 της ένορκης δήλωσής του, δεν έχουν καμιά σχέση με τα αιτητικά που προωθούνται από τους Αιτητές. Είναι επίσης η θέση της ότι το Δικαστήριο, είχε πέραν της δικαιοδοσίας του με βάση το ημεδαπό δίκαιο, δικαιοδοσία δυνάμει του Άρθρου 3 του ΕΚ 44/01 επί προσώπων που έχουν την κατοικία τους σε έδαφος κράτους- μέλους, όπως είναι οι Εναγόμενοι στην κρινόμενη περίπτωση, αλλά και πρωτογενή και ή υποχρεωτική ειδική δικαιοδοσία για τους Αιτητές, με βάση τον εν λόγω Κανονισμό. Είναι η θέση της ότι οι Αιτητές απέτυχαν να αποδείξουν ότι οι προϋποθέσεις των άρθρων 5.3, και 6, του Κανονισμού που προσδίδει ειδική δικαιοδοσία δεν πληρούνται, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να πετύχει τον επιδιωκόμενο παραμερισμό της επίδοσης της διαδικασίας, λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας. Είναι επίσης η θέση της ότι οι προϋποθέσεις που θέτει η Δ.6θ4 για να εξασφαλιστεί άδεια του Δικαστηρίου, για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας ενός κλητηρίου εντάλματος ή της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος, δεν ισχύουν στις περιπτώσεις που το Κυπριακό Δικαστήριο έχει ειδική δικαιοδοσία με βάση τον ΕΚ 44/01 επί των Εναγόμενων που διαμένουν σε άλλα κράτη‑μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άρα η Ενάγουσα ορθά και δικαιωματικά προχώρησε με την επίδοση σε Εναγόμενους που βρίσκονται στην Ελλάδα, χωρίς να χρειάζεται να εξασφαλίσει εκ των προτέρων άδεια του Δικαστηρίου. Απορρίπτει στην ολότητά τους τους ισχυρισμούς των Αιτητών, ότι η Ενάγουσα εσκεμμένα καθυστέρησε να λάβει ουσιαστικά μέτρα επίδοσης, και ότι αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός ότι στους Αιτητές, επέδωσε πολλαπλές σειρές εγγράφων, στις 13.3.14, 24.3.14 και 15.4.14, 26.3.14 και 15.4.14 σημειώνοντας ότι σύμφωνα με το τι ισχύει στην Ελληνική Δημοκρατία, για κάθε έγγραφο που επιδίδεται, πρέπει να υπάρχει αντίστοιχη έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή διά της οποίας να επιβεβαιώνεται ρητά η επίδοση του συγκεκριμένου εγγράφου στο ενδιαφερόμενο πρόσωπο. Αρχικά ο δικαστικός επιμελητής επέδωσε και όλα τα έγγραφα στους Αιτητές, ως ένα ενιαίο έγγραφο, με αποτέλεσμα να ετοιμάσει μόνο μια έκθεση επίδοσης και ακολούθως προέβη στην επίδοση εκ νέου, των υπόλοιπων εγγράφων, ετοιμάζοντας αντίστοιχες εκθέσεις επίδοσης για κάθε ένα απ' αυτά, πράγμα το οποίο, σύμφωνα με τη θέση της, είναι ο ορθός τρόπος επίδοσης. Τέλος, για τον ισχυρισμό των Αιτητών, ότι η Ενάγουσα δεν έχει προβάλει και δεν έχει τεκμηριώσει βάσιμο λόγο που να δικαιολογεί τη μη επίδοση του κλητηρίου εντάλματος ή της ειδοποίησής του στους Αιτητές πριν την εκπνοή του, τον απορρίπτει στην ολότητά του και επαναλαμβάνει και υιοθετεί το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της XXXXX Αντρέου ημερομηνίας 5.12.13, που στηρίζει την αίτηση για ανανέωση του κλητηρίου εντάλματος, αναφέροντας ότι στην εν λόγω ένορκη δήλωση, προβάλλονται με σαφήνεια και ειλικρίνεια όλοι οι λόγοι που οδήγησαν την Ενάγουσα να αποταθεί στο Δικαστήριο για ανανέωση του κλητηρίου εντάλματος. Είναι καθολικά η θέση της ότι η αίτηση των Αιτητών, είναι αδικαιολόγητη, αβάσιμη, κακόπιστη, καταχρηστική, σκοπεί στην παρακώλυση και πρόκληση καθυστέρησης τυχόν έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, θα πλήξει την ορθή και απρόσκοπτη απονομή της δικαιοσύνης και συνεπώς το Δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει την εν λόγω αίτηση. Ο συνήγορος των Αιτητών καταχώρησε γραπτή αγόρευση εκ μέρους των Αιτητών στην υπό κρίση αίτηση, η οποία υιοθετήθηκε από τον συνήγορο του Αιτητή 4, για παρόμοια αίτηση ίδιας ημερομηνίας, για την οποία θα εκδοθεί ξεχωριστή απόφαση από το Δικαστήριο. Η γραπτή αγόρευση του συνηγόρου των Αιτητών, ξεκινά με μια σύντομη εισαγωγή της διαδικασίας και ακολούθως ασχολείται με τη νομική βάση της αίτησής του, παραπέμποντας στους θεσμούς της πολιτικής δικονομίας και σε νομολογία. Η πρώτη του θέση, είναι ότι ο ισχυρισμός της Ενάγουσας ότι η αίτηση είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, επειδή δεν γίνεται επίκληση της Δ.48 θ11 δεν ευσταθεί, καθώς παραγνωρίζεται κατά αυτόν τον τρόπο, η δυνατότητα χρήσης της Δ.48 θ8
(4). Ακολούθως αναφέρει τη θέση του ότι το διάταγμα ημερομηνίας 22.5.13, και η επίδοση των εγγράφων που προβλέπονται σ' αυτό, πρέπει να παραμεριστεί και να απορριφθεί για 4 λόγους, τους οποίους αναλύει στην αγόρευσή του. Οι 4 αυτοί λόγοι, συνοπτικά αποδιδόμενοι είναι:
  1. Η Ενάγουσα παρέλειψε μετά την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στους Εναγόμενους στην Κύπρο, να αποταθεί στο Δικαστήριο για την εξασφάλιση άδειας, για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος.
  2. Η νομική βάση της μονομερούς αίτησης της Ενάγουσας ημερομηνίας 22.5.13, δεν ενεργοποιεί τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να επιληφθεί της εν λόγω αίτησης, αφού απουσιάζει οποιαδήποτε αναφορά στο άρθρο 3 του Κεφ. 6,
  3. Η μονομερής αίτηση ημερομηνίας 22.5.13 στηρίχθηκε σε θεσμούς της πολιτικής δικονομίας οι οποίοι έχουν καταστεί ανενεργοί από της εφαρμογής του ΕΚ 1393/
  4. Στους Αιτητές, δεν έχει επιδοθεί το κλητήριο ένταλμα ή ισοδύναμο έγγραφο ως προβλέπεται από τον ΕΚ 1393/
  5. Ακολούθως, ο συνήγορος των Αιτητών, αναλύει κάθε έναν από τους 4 αυτούς λόγους, με πλήρη λεπτομέρεια και παραπέμπει σε νομολογία. Αναφέρει επίσης ότι η μη συμπερίληψη της φράσης:" Όχι για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, χωρίς άδεια του Δικαστηρίου" στο τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα, χωρίς να υπάρχει περί τούτου άδεια για τροποποίηση, αποτελεί ανεπίτρεπτη απόκλιση από τους όρους τροποποίησης, με αποτέλεσμα το διάταγμα του Δικαστηρίου για τροποποίηση να καταστεί άκυρο ipso facto και αναφέρει σχετικά τη Δ.25 θ2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Διαφωνεί με τη θέση ότι η μη συμπερίληψη του άρθρου 3 του Κεφ. 6, όπως και η μη ύπαρξη ανάγλυφης σφραγίδας του Δικαστηρίου, αποτελούν απλή παρατυπία, αντίθετα θεωρεί ότι δεν υπάρχει ουσιώδης συμμόρφωση με τους Κανονισμούς, πράγμα που καθιστά εξ' αρχής άκυρη τη διαδικασία και οτιδήποτε ακολούθησε. Και επίσης θεωρεί ότι η αίτηση και η έκδοση διατάγματος του Δικαστηρίου για ανανέωση του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, για περίοδο 6 μηνών, είναι λανθασμένη, διότι η Ενάγουσα, αποτάθηκε στο Δικαστήριο και εξασφάλισε διατάγματα ανανέωσης του κλητηρίου, μετά που το κλητήριο έληξε σε σχέση με τους Αιτητές. Θεωρεί επίσης ότι οι λόγοι που προβλήθηκαν στο Δικαστήριο για να δικαιολογήσουν αυτήν την καθυστέρηση είναι εντελώς λανθασμένοι και δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, και μπορούσε πολύ εύκολα να εντοπιστούν οι Αιτητές. Γι' αυτό, αιτείται την αποδοχή της αίτησής του σε ό,τι αφορά τους Αιτητές. Οι δικηγόροι της Ενάγουσας, στη δική τους γραπτή αγόρευση, αφού προβαίνουν με τη σειρά τους σε μια σύντομη εισαγωγή στην οποία περιγράφουν τα αιτήματα των Αιτητών, την ειδοποίηση ένστασης που έχει καταχωρηθεί από αυτούς και τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν αίτηση και ένσταση, προχωρούν και αναλύουν τη θέση τους αναφορικά με κάθε σημείο που προωθούν οι Αιτητές, προβάλλοντας εκτός από τη νομική τους θέση και αναφορά σε νομολογία. Σε πρώτο στάδιο, σε ότι αφορά τη θέση ότι τόσο το αρχικά καταχωρημένο κλητήριο ένταλμα ημερομηνίας 26.11.12, όσο και το τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα ημερομηνίας 29.4.13, δεν φέρουν τη σφραγίδα του Δικαστηρίου, η θέση τους είναι ότι από μια απλή ανάγνωση της Δ.2θ12 των Θεσμών Πολιτικής Πικονομίας, προκύπτει ότι η διάταξη αυτή αναφέρεται σε ενέργειες και πράξεις που πρέπει να ληφθούν από τον Πρωτοκολλητή του Δικαστηρίου και αναφέρουν σχετικά την αγγλική απόφαση Re Pritchard Deseased
(1963)1 All E.R.873, που σύμφωνα με τη θέση τους, ήταν η εν λόγω απόφαση που οδήγησε στην κατάργησή της αγγλικής Δ.70, και την αντικατάστασή της με τη νέα αγγλική Δ.2, η οποία αντιστοιχεί με τη δική μας Δ.
  1. Είναι συνεπώς η θέση τους ότι η Ενάγουσα ορθά παρουσίασε ενώπιον του Πρωτοκολλητή, το κλητήριο ένταλμα το οποίο υπογράφηκε από αυτόν, αναγράφηκε σ' αυτό η ημερομηνία καταχώρησής του, του δόθηκε αριθμός και καταχωρήθηκε στο σχετικό μητρώο. Η παράλειψη του Πρωτοκολλητή να το σφραγίσει δεν το καθιστά άκυρο, και η παράλειψή του αυτή αποτελεί απλή παρατυπία που είναι θεραπεύσιμη και καλύπτεται από τη Δ.
  2. Αναφέρουν επίσης ότι θα ήταν άδικο να υποστεί η Ενάγουσα, τις συνέπειες από αυτό το λάθος του Πρωτοκολλητή, που ούτως ή άλλως είναι θεραπεύσιμο, και ότι το λεκτικό της ίδιας της Δ.64, όπως έχει ερμηνευθεί από τη νομολογία, υποστήριζει την θέση τους ότι μιλούμε για απλή παρατυπία η οποία και μπορεί να θεραπευτεί. Θεωρούν επίσης, ότι για τον επιπρόσθετο λόγο ότι το ίδιο ζήτημα απασχόλησε Δικαστήριο με άλλη σύνθεση στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης και συγκεκριμένα στα πλαίσια αίτησης που είχαν υποβάλει οι Εναγόμενοι 1 και 12 στις 28.6.13, και το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφασή του, ημερομηνίας 23.5.14, απέρριψε αυτές τις αξιώσεις, θα πρέπει να υιοθετηθούν και από το παρόν Δικαστήριο. Αναφορικά με τον δεύτερο λόγο στη βάση του οποίου προωθείται η αίτηση παραμερισμού που είναι η μη συμπερίληψη της φράσης: «Όχι για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, χωρίς άδεια του Δικαστηρίου» στο τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα του οποίου η τροποποίηση έγινε στις 29.4.13, αποτελεί ανεπίτρεπτη απόκλιση από τους όρους τροποποίησης με αποτέλεσμα το διάταγμα τροποποίησης να καταστεί ipso facto void, η θέση της Ενάγουσας είναι ότι δεν απαιτείτο να συμπεριληφθεί η εν λόγω φράση στο τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα ημερομηνίας 29.4.13, πουθενά στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας δεν υπάρχει πρόνοια ότι τα κλητήρια εντάλματα που στρέφονται τόσο κατά ημεδαπών, όσο και αλλοδαπών Εναγόμενων, θα πρέπει να φέρουν την πιο πάνω φράση, και η εν λόγω φράση δεν αποτελεί με βάση τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας μέρος είτε του τίτλου της αγωγής, είτε του κυρίως σώματός της. Η εν λόγω φράση, είθισται, ως πρακτική, να τοποθετείται στο πάνω μέρος ενός κλητηρίου εντάλματος, χωρίς όμως να υπάρχει επί του σημείου αυτού νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου, και έχουν τη θέση ότι η παράλειψη συμπερίληψης της εν λόγω φράσης αποτελεί επουσιώδη παράλειψη που μπορεί να διορθωθεί σύμφωνα με τη Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Σε σχέση με τον ισχυρισμό ότι η μη συμπερίληψη της εν λόγω φράσης έχει ως αποτέλεσμα το διάταγμα τροποποίησης να καταστεί ipso facto void, αναφέρονται στη Δ.24θ2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στο σύγγραμμα Annual Practice του 1958, σελίδα 632, αλλά και στην απόφαση που δόθηκε στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης, από Δικαστήριο με άλλη σύνθεση, στα πλαίσια αίτησης από τους Εναγόμενους 1 και 12, ημερομηνίας 28.6.13, ενδιάμεση απόφαση Δικαστηρίου, ημερομηνίας 23.5.14, όπου το Δικαστήριο αποδέxτηκε την επιχειρηματολογία της Ενάγουσας. Επομένως, θεωρούν ότι ούτε αυτός ο λόγος ευσταθεί. Ακολούθως, ασχολούνται με τους επιμέρους λόγους για τους οποίους οι Αιτητές, θεωρούν ότι θα πρέπει να ακυρωθεί το διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης σ' αυτούς, σε καθορισμένη διεύθυνση. Σε ότι αφορά τον πρώτο λόγο, ότι η Ενάγουσα, θα έπρεπε μετά την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στην Κύπρο, σε Εναγόμενους που βρίσκονται εντός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, να αποταθεί στο Δικαστήριο για την εξασφάλιση άδειας για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος, είναι κατά την άποψή τους εντελώς λανθασμένη, αφού σε περιπτώσεις όπου υπάρχουν διάδικοι, τόσο εντός, όσο και εκτός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και στους ημεδαπούς Εναγόμενους, επιδόθηκε η αγωγή προτού επιχειρηθεί να επιδοθεί στους Εναγόμενους που διαμένουν στο εξωτερικό, δεν απαιτείται να εξασφαλιστεί προηγουμένως η άδεια του Δικαστηρίου για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος, και παραπέμπουν σχετικά σε πληθώρα νομολογίας. Στον δεύτερο παρεμφερή λόγο που προβάλλουν οι Αιτητές, ότι η νομική βάση της μονομερούς αίτησης ημερομηνίας 22.5.13, είναι λανθασμένη, επειδή από αυτήν απουσιάζει το Άρθρο 3 του Κεφ. 6, αφού αναπαράγουν ολόκληρο το Άρθρο 3 του Κεφ. 6, αναφέρουν ότι η συμπερίληψη του Άρθρου 3 δεν ήταν αναγκαία και εν πάση περιπτώσει, δεν επιφέρει οποιαδήποτε ακυρότητα στο ίδιο το διάταγμα. Ακόμα και εάν μπορούσε να θεωρηθεί ως παρατυπία, αυτή ήταν, και εξακολουθεί να είναι θεραπεύσιμη, με βάση τη Δ.
  3. Αναφέρουν επίσης ότι η μονομερής αίτηση, ημερομηνίας 22.5.13, βασίστηκε στη Δ.6θθ1‑ 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα άρθρα 1‑ 8, 13 και 15 του ΕΚ 1393/2007 και τα άρθρα 5 και 6 του ΕΚ 44/2001 που είναι αυτά τα άρθρα και οι διατάξεις που προνοούν σε ποιες περιπτώσεις και υπό ποιες προϋποθέσεις το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Παραπέμπουν και πάλι σε νομολογία, που σύμφωνα με τη θέση τους, υποστηρίζει την πιο πάνω θέση και θεωρούν επίσης ότι το Δικαστήριο θα ενεργούσε λανθασμένα εάν εφάρμοζε το Άρθρο 3 του Κεφ. 6 για να αποφασίσει εάν θα επέτρεπε την επίδοση της αγωγής στους Αιτητές εκτός δικαιοδοσίας στην Ελλάδα. Παραπέμπουν και πάλι σε νομολογία και θεωρούν έτσι ότι και ο λόγος αυτός είναι καταδικασμένος σε αποτυχία. Όσον αφορά τη θέση ότι η μονομερής αίτηση ημερομηνίας 22.5.13, στηρίχθηκε λανθασμένα σε Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας που έχουν καταστεί ανενεργοί από της εφαρμογής του ΕΚ 1393/2007, αναφέρουν κατ' αρχήν ότι ο εν λόγω Κανονισμός, δεν έχει σχέση με το πότε επιτρέπεται η εξασφάλιση άδειας επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας και παραπέμπουν σχετικά σε νομολογία. Η μονομερής αίτηση, είναι η θέση τους, ορθά στηρίχθηκε μεταξύ άλλων στη Δ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, και δη στη Δ.6θ
  4. Είναι η θέση τους ότι η εν λόγω Διαταγή δεν βρίσκεται σε καμιά σύγκρουση με τον ΕΚ 1393/07, ούτε με τον ΕΚ 44/2001, εφόσον, το άρθρο 19.1 του ΕΚ 1393/07, αναφέρεται στην επίδοση οποιουδήποτε εγγράφου που προβλέπεται από τον εθνικό νόμο του κράτους-μέλους όπου καταχωρείται η διαδικασία, το οποίο πληροφορεί τον αλλοδαπό Εναγόμενο για την ύπαρξη της δικαστικής διαδικασίας εναντίον του και αναφέρονται και πάλι σε εκτενές απoσπάσματα από τη νομολογία. Επομένως είναι η θέση τους, ότι ούτε και αυτός ο ισχυρισμός για τη Δ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ευσταθεί, και θα πρέπει και αυτός να απορριφθεί. Η Ενάγουσα, μέσω της μονομερούς της αίτησης έχει ικανοποιήσει όλες τις νομικές προϋποθέσεις που χρειάζονταν, όπως αυτές έχουν ερμηνευθεί από τη νομολογία, και μέσα από την ένορκη δήλωση του κυρίου Γλυκή αποκαλύφθηκε και η αιτία της αγωγής και ότι η υπόθεση είναι κατάλληλη για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, όπως επίσης και με ακρίβεια οι διευθύνσεις των Αιτητών στην Ελλάδα. Σε ότι αφορά τη θέση, στην ένορκη δήλωση Χριστοφή, ότι σύμφωνα με τον ΕΚ 1393/07 θα έπρεπε να επιδοθεί το ίδιο το κλητήριο ένταλμα ή ένα ισοδύναμο έγγραφο, είναι η θέση τους ότι και πάλι Δικαστήριο με άλλη σύνθεση στην ενδιάμεση απόφασή του, ημερομηνίας 28.6.13, αποφάσισε για τον λόγο αυτόν, ότι η επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος στον Αιτητή ήταν επαρκής για τους σκοπούς του πιο πάνω Κανονισμού. Τέλος, ασχολούνται με τη θέση στην ένορκη δήλωση Χριστοφή, ότι κακώς εκδόθηκε το μονομερές διάταγμα του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 16.12.13, εφόσον λανθασμένα ανανεώθηκε, και δεν μπορούσε να επιδοθεί στους Αιτητές. Με αναφορά στη νομολογία και στη Δ.4θ1, είναι η θέση της Ενάγουσας, ότι το Δικαστήριο είναι ο κριτής του κατά πόσο μπορεί να ανανεωθεί ή όχι, ένα κλητήριο ένταλμα, αφού διερευνήσει τις προσπάθειες που έκανε ένας Αιτητής για να το επιδώσει προτού δώσει παράταση. Με αναφορά στην ένορκη δήλωση της κυρίας Σταυρούλας Αντρέου, είναι η θέση τους ότι στην παρούσα περίπτωση, επεξηγήθηκαν πλήρως στο Δικαστήριο όλες οι προσπάθειες που έγιναν από την Ενάγουσα για να επιδώσει το κλητήριο ένταλμα στους Αιτητές, οι οποίες και έμειναν αναντίλεκτες. Είναι η βασική τους θέση, ότι καμιά δυσμένεια και κανένας επηρεασμός επεσυνέβηκε σε βάρος των Αιτητών, οι οποίοι προφανώς ανέμεναν το αποτέλεσμα των αιτήσεων παραμερισμού ημερομηνίας 28.6.13 που καταχώρησαν οι Εναγόμενοι 1 και 12, και 1.7.13, που καταχώρησαν οι Εναγόμενοι 2 και 3, για να χρησιμοποιήσουν τόσο οι ίδιοι, όσο και ο Εναγόμενος 4 τυχόν θετικές αποφάσεις για αυτούς υπέρ τους. Γι' αυτό υπάρχει και τεράστια καθυστέρηση στην προώθηση των αιτήσεων αυτών, κάτι που το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη του. Είναι τελικά η θέση τους ότι κανένας από τους λόγους που έχουν προβληθεί δεν δικαιολογούνται, γι' αυτό και αιτούνται την απόρριψη της αίτησης, με έξοδα εναντίον των Αιτητών. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, Δικαστήριο με άλλη σύνθεση, και συγκεκριμένα ο έντιμος Τ.Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ ως ήταν τότε, νυν Εφέτης στο Ανώτατο Δικαστήριο, είχε την ευκαιρία στις 23.5.2014, να εκδώσει δύο ενδιάμεσες αποφάσεις, σε παρόμοιες αιτήσεις για παραμερισμό υπό των Εναγόμενων 1 και 12, ημερομηνίας 28.6.13, και 2 και 3, ημερομηνίας 1.7.13 αντίστοιχα. Είναι τις εν λόγω αποφάσεις που υιοθετούν οι συνήγοροι της Ενάγουσας, για να ισχυριστούν ότι θα πρέπει και η υπό κρίση αίτηση των Αιτητών, και κατ' επέκταση και η αίτηση του Αιτητή 4 να απορριφθούν. Στις εν λόγω αποφάσεις του, ο έντιμος Τ. Θ. Οικονόμου, πρώτα απ' όλα συνοψίζει κατά περιεκτικό τρόπο τα γεγονότα που αφορούν την αγωγή με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό και ακολούθως αναφέρεται στο αντικείμενο των αιτήσεων που είχαν τεθεί ενώπιον του προς εξέταση, που ήταν, όπως έχει ήδη αναφερθεί, αιτήσεις για παραμερισμό των κλητηρίων ενταλμάτων, του τροποποιημένου κλητήριου εντάλματος, των διαταγμάτων για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και των επιδόσεων που εξουσιοδοτήθηκαν με το διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας που είχαν καταχωρηθεί από τους Εναγόμενους 1 και 12 στις 28/6/2013 και τους 2 και 3 την 1/7/
  5. Αναφέρω ότι τα επιχειρήματα που τέθηκαν ενώπιον του Τ. Θ Οικονόμου, Π.Ε.Δ., ως ήταν τότε, είναι πολύ παρόμοια, αν όχι ακριβώς τα ίδια, με αυτά που έχουν τεθεί ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου από τους Αιτητές. Επειδή τα όσα έχει αναφέρει στην απόφαση του ο Έντιμος κ. Τ. Θ. Οικονόμου με βρίσκουν πλήρως σύμφωνη, θεωρώ ορθό όπως τα υιοθετήσω και τα παραθέτω αυτούσια όπως τα έχει αναφέρει στις αποφάσεις του, στα πλαίσια των εν λόγω αιτήσεων. « (α) Γεγονότα: .................
  6. Η αγωγή καταχωρίστηκε στις 26/11/
  7. Στις 29/4/2013 το κλητήριο τροποποιήθηκε με αίτηση της ίδιας ημερομηνίας. Ειδικότερα η Ενάγουσα τράπεζα προσδιορίστηκε ως υπό εξυγίανση και ενεργούσα μέσω της ειδικής διαχειρίστριας της, Άντρης Αντωνιάδου, ως αποτέλεσμα του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013 (Ν.17
(1)/2013). Περιπλέον, προσετέθη ο εναγόμενος
  1. Της καταχώρισης του κλητηρίου δεν είχε προηγηθεί άδεια για σφράγισή του σύμφωνα με τη Δ.2 κ.2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, εφόσον η αγωγή στρεφόταν παράλληλα εναντίον εναγομένων εντός της δικαιοδοσίας και εναντίον εναγομένων εκτός της δικαιοδοσίας, περιλαμβανομένων των νυν αιτητών, εναγομένων 1 και 12 που βρίσκονται στην Αθήνα.
  2. Στις 8/5/2013 οι ενάγοντες με μονομερή αίτησή τους ημερομηνίας 28/4/2013 εξασφάλισαν συντηρητικά διατάγματα εναντίον των εναγομένων.
  3. Ακολούθησε, στις 22/5/2013, μονομερής αίτηση των εναγόντων με την οποία εξασφάλισαν άδεια για έκδοση ειδοποίησης του κλητηρίου με σκοπό να επιδοθεί εκτός δικαιοδοσίας και άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, μεταξύ άλλων, στους εναγόμενους 2 και 3 και διάταγμα για υποκατάστατη επίδοση πιστών αντιγράφων της Ειδοποίησης του Κλητηρίου όπως τροποποιήθηκε, της αίτησης και του διατάγματος για τροποποίηση, της αίτησης για προσωρινό διάταγμα και του αντιστοίχου διατάγματος και τέλος, της ίδιας της αίτησης και του διατάγματος ημερομηνίας 22/5/
  4. Το αντικείμενο της παρούσας αίτησης: Οι εναγόμενοι 2 και 3 με την παρούσα ζητούν: α) Παραμερισμό του κλητηρίου εντάλματος ως ίσχυε αρχικά και ως τροποποιήθηκε, επειδή δεν προηγήθηκε της επίδοσης του κλητηρίου προς τους αιτητές διαταγή του δικαστηρίου για σφράγιση του κλητηρίου προοριζομένου για κατοίκους εκτός δικαιοδοσίας. β) Παραμερισμό του κλητηρίου εντάλματος ως τούτο έχει τροποποιηθεί στις 29/4/
  5. γ) Παραμερισμό του διατάγματος ημερομηνίας 22/5/2013 σε όλη του την έκταση. δ) Παραμερισμό των επιδόσεων που εξουσιοδοτήθηκε με το διάταγμα ημερομ. 22/5/
  6. Στην αίτηση αναφέρεται ότι τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται φαίνονται στο φάκελο της δικογραφίας και στην ένορκη δήλωση του Αντώνη Χριστοφή ημερ. 28/6/13 που συνοδεύει την αντίστοιχη αίτηση των εναγομένων 1 και
  7. Στην αγόρευσή του ο ευπαίδευτος δικηγόρος των αιτητών ανέπτυξε τα ακόλουθα ζητήματα:
  8. Το συντηρητικό διάταγμα ημερ. 8/5/13 εκδόθηκε προτού το δικαστήριο αναλάβει δικαιοδοσία, εφόσον εκδόθηκε στις 8/5/13 ενώ το διάταγμα για επίδοση στο εξωτερικό στις 22/5/
  9. Το δικαστήριο επομένως, όταν εξέδιδε το διάταγμα δεν είχε ακόμα αποφασίσει ούτε κατά πόσο έχει δικαιοδοσία, ούτε κατά πόσο η υπόθεση είναι κατάλληλη να εκδικαστεί στην Κύπρο. Κατά συνέπεια άσκησε δικαιοδοσία εναντίον προσώπων που δεν είχαν ακόμα αναγνωρισθεί ως διάδικοι ενώπιον του. Η ετεροχρονισμένη αυτή έκδοση του διατάγματος συνιστά έκδηλη παρανομία και λόγο για ακύρωσή του. Δεν απαιτείται να αποφασίσω το ζήτημα αυτό στην παρούσα, γιατί στην πραγματικότητα οι εναγόμενοι 2 και 3 δεν το κατέστησαν επίδικο. Ναι μεν ως βάση της αίτησης έχει τεθεί, ως άνω, η ένορκη δήλωση του κ. XXXXX Χριστοφή στην οποία εγείρεται τέτοιο ζήτημα, όμως στο σώμα, στο αιτητικό της αίτησης δεν περιλαμβάνεται αίτημα για παραμερισμό του διατάγματος ημερομηνίας 8/5/13, όπως περιλαμβάνεται στην αντίστοιχη εν λόγω αίτηση των εναγομένων 1 και
  10. Εν πάση περιπτώσει, για το ίδιο ζήτημα αναφέρονται τα εξής στην απόφαση του παρόντος δικαστηρίου αναφορικά με την αναθεώρηση του συντηρητικού διατάγματος:
  11. Δεν αμφισβητείται η γενική αρχή ότι η έκδοση άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας προϋποθέτει την αξιολόγηση εκ μέρους του Δικαστηρίου ότι μπορεί να αναλάβει και να ασκήσει δικαιοδοσία. Όμως, αυτό δεν σημαίνει ότι η προγενέστερη έκδοση ενδιαμέσου διατάγματος ασφαλιστικού χαρακτήρα διενεργείται στο κενό. Αντίθετα το γεγονός ότι ένα Δικαστήριο επιλαμβάνεται της αίτησης και εκδίδει διάταγμα, εξυπακούει ότι έκρινε πως είχε δικαιοδοσία. Όπως και όταν έδωσε άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Το ένα δεν αποκλείει το άλλο, αλλά το αντίθετο.
  12. Άλλος λόγος που προβλήθηκε είναι ότι οι ενάγοντες παρέλειψαν μετά την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στους εναγόμενους εν Κύπρω να αποταθούν στο δικαστήριο για εξασφάλιση άδειας για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος αναφορικά με τους εναγόμενους κατοίκους εξωτερικού. Το ζήτημα αυτό είχα την ευκαιρία να το αποφασίσω στα πλαίσια της αντίστοιχης αίτησης των εναγομένων 1 και 12 ως εξής, αποφασίζεται δε και εν προκειμένω με τον ίδιο τρόπο: «Η παράλειψη εξασφάλισης άδειας για σφράγιση του κλητηρίου Όταν το κλητήριο πρόκειται να επιδοθεί σε εναγόμενο εκτός δικαιοδοσίας απαιτείται άδεια για σφράγισή του (Δ.2 κ.2) εκτός εάν η αγωγή στρέφεται παράλληλα και εναντίον εναγομένου εντός της δικαιοδοσίας, οπότε ακολουθείται η εξής πρακτική: "In such cases the writ is issued without leave, and the plaintiff having served the writ on the defendant within the jurisdiction applies for leave to issue a concurrent writ for the service on the defendant out of the jurisdiction, as stated, supra, O.6 r.2, (n) "Concurrent Writ" etc." (Annual Practice
(1958)σελ. 146. Βλ. επίσης Larticon Co v. Detergenta Developments Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 1121, Niki Christoforou Cosmetics Ltd v. Στυλιανού κ.ά.
(2005)1 Α.Α.Δ. 273). Ο ευπαίδευτος δικηγόρος των αιτητών εισηγήθηκε παραπέμποντας σε σειρά αποφάσεων Προέδρων Επαρχιακών Δικαστηρίων ότι η άδεια για σφράγιση του κλητηρίου μετά την επίδοση στην Κύπρο με σκοπό να επιδοθεί στο εξωτερικό είναι απαραίτητη και επιτακτική. Έχοντας υπόψιν τις αποφάσεις τις οποίες παραπέμφθηκα και τις εισηγήσεις των ευπαιδεύτων δικηγόρων έχω καταλήξει στην ακόλουθη θεώρηση: Η έκδοση παράλληλου εντάλματος δεν είναι ζήτημα δικονομικής ιεροτελεστίας. Δεν είναι παρά η εξασφάλιση αντιγράφου του εντάλματος για σκοπούς επίδοσης του εκτός δικαιοδοσίας μετά τη συμπλήρωση των επιδόσεων στην Κύπρο. Το τι είναι ουσιαστικό - και σ' αυτό αποβλέπει τόσο η πρακτική για αναγραφή της εν λόγω προειδοποίησης, όσο και η ανάγκη να δίδεται άδεια προκειμένου να εκδοθεί παράλληλο κλητήριο - είναι η διαφύλαξη από τον κίνδυνο να προωθηθεί για επίδοση η αγωγή σε άλλη χώρα χωρίς να πληρούνται οι προϋποθέσεις για ένα τέτοιο διάβημα, το οποίο συνεπάγεται επέκταση της κυριαρχίας του δικαστηρίου σε εδαφικά όρια άλλου κράτους. Στην πραγματικότητα το τι απαιτείται σε τέτοιες περιπτώσεις, δεν είναι η σφράγιση του κλητηρίου, γιατί αυτό έχει ήδη σφραγιστεί, δηλαδή εκδοθεί, αλλά η έκδοση αντιγράφου προς επίδοση. Εν προκειμένω, οι ενάγοντες έχουν ζητήσει στην αίτησή τους ημερομηνίας 22/5/13, όχι μόνο άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και για υποκατάστατη επίδοση, αλλά και άδεια για έκδοση ειδοποίησης του κλητηρίου με σκοπό την επίδοσή της. Αλλά ακόμα και εάν απαιτείτο άδεια που να αναφέρεται ρητά σε «σφράγιση», υπό τις περιστάσεις η παράλειψη δεν θα μπορούσε να είναι μοιραία. Τούτο γιατί, αφενός δόθηκε άδεια για έκδοση της ειδοποίησης και αφετέρου δόθηκε το μείζον, δηλαδή η άδεια για επίδοση. Κατά λογική αναγκαιότητα η άδεια για επίδοση περιλαμβάνει την άδεια για σφράγιση αντιγράφου για να επιτευχθεί η εξουσιοδοτηθείσα επίδοση. Στην υπόθεση Pat Jones κ.ά. v. Ξένια Δημητρίου κ.ά.
(1998)1 Α.Α.Δ. 1526, αποφασίστηκε ότι η σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος για επίδοση στο εξωτερικό χωρίς άδεια του δικαστηρίου συνιστά μόνο παρατυπία και δεν καθιστά άκυρη τη διαδικασία. Εν κατακλείδι, εάν πρόκειται για παράλειψη εν τη εννοία της Δ.64, που δεν πρόκειται, δεν τίθεται ζήτημα ουσιαστικού επηρεασμού ή θεμελιακής παράβασης, ούτε και χρειάζεται άλλο μέτρο, εφόσον η παράλειψη έχει θεραπευθεί με την δοθείσα άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας.»
  1. Άλλος λόγος που επικαλέστηκαν οι αιτητές είναι ότι το διάταγμα ημερ. 22/5/13 δόθηκε επί τη βάσει ανενεργών Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, κατά παράβαση κοινοτικής νομοθεσίας. Αυτός ο λόγος εξειδικεύτηκε από τον ευπαίδευτο δικηγόρο των αιτητών με την εισήγησή του ότι δεν τους έχει επιδοθεί το «κλητήριο ένταλμα ή ισοδύναμο έγγραφο» (writ of summons or equivalent document). H ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος, είναι απλώς μια ειδοποίηση και όχι ένα έγγραφο ισοδύναμο με κλητήριο ένταλμα. Αυτό το ζήτημα έχει επίσης αποφασισθεί στην εν λόγω αίτηση των Εναγομένων 1 και 12 ως ακολούθως, αποφασίζεται δε και εν προκειμένω με τον ίδιο τρόπο: «Το ζήτημα περί του ότι επιδόθηκε Ειδοποίηση του Κλητηρίου και όχι αντίγραφο του Κλητηρίου Ως προς το ζήτημα αυτό, ο ευπαίδευτος δικηγόρος των καθ' ων η αίτηση παρέπεμψε σε δύο πρωτόδικες αποφάσεις. Στην πρώτη, αποφασίστηκε ότι σε περιπτώσεις όπου επιχειρείται η επίδοση αγωγής σε κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα πρέπει να επιδίδεται το κλητήριο ένταλμα και όχι η ειδοποίηση του κλητηρίου (Τράπεζα Κύπρου ν. Jaizani, Αγ. Αρ. 3706/09, Ε.Δ. Λάρνακας, ημερ. 10/2/10). Στη δεύτερη κρίθηκε ότι η Δ.6 κ.6 θα πρέπει να θεωρείται ως καταργηθείσα, προκειμένου για επίδοση εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, από τον έχοντα αυξημένη ισχύ Κανονισμό 1393/
  2. Η κατάληξη ήταν ότι αντί της ειδοποίησης «μπορεί ή και πρέπει να επιδίδεται κλητήριο ένταλμα». (Fregata Holdings Ltd v. Consortia Europe Ltd, Αγωγή αρ. 2202/10 Ε.Δ. Λάρνακας, ημερ. 30/9/2011.)Υπήρξαν πρωτοδίκως και αντίθετες προσεγγίσεις όπως ήταν η περίπτωση που οδήγησε στην επίλυση της διχογνωμίας από το Ανώτατο Δικαστήριο. Αναφέρομαι στην υπόθεση V.K.C. QUALITY INVESTMENTS LTD v. SHAMMUSI-DEEN ALABI, SHITTA BEY, Πολ. Έφεση Αρ. 113/2012, στην οποία το πρωτόδικο δικαστήριο αποφάσισε ότι θα έπρεπε να επιδοθεί κατά τρόπο επιτακτικό ειδοποίηση του κλητηρίου και όχι αντίγραφο του κλητηρίου, κατ' εφαρμογή της Δ.6 κ.
  3. Το Ανώτατο Δικαστήριο όμως, έκρινε πως η θεώρηση αυτή ήταν εσφαλμένη. Ο Ερωτοκρίτου Δ., ανέφερε σχετικώς τα ακόλουθα: «Το πρωτόδικο δικαστήριο κατά την άποψή μας έσφαλλε στη θεώρηση του ότι ήταν αναγκαία η επίδοση Ειδοποίησης Κλητηρίου και ότι η αποστολή αντιγράφου του Κλητηρίου παραβίαζε την Δ.6 θ.
  4. Αυτή η προσέγγιση παραγνωρίζει την ύπαρξη του ενιαίου Ευρωπαϊκού χώρου και της ανάγκης για διασφάλιση της εσωτερικής αγοράς που ήταν και ένας από τους πρωταρχικούς σκοπούς για τη θέσπιση του ΕΚ 1393/
  5. Για διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του Ευρωπαϊκού Κανονισμού προβλέπεται ότι από τη στιγμή που αποσταλεί η Βεβαίωση Επίδοσης σύμφωνα με τον ΕΚ 1393/2007, μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις θα πρέπει να είναι δυνατή η άρνηση της επίδοσης. Πράγματι ο Ευρωπαϊκός Κανονισμός προσπάθησε να άρει τους διάφορους φραγμούς στην επίδοση δικαστικών εγγράφων και να επιταχύνει και βελτιώσει την επίδοση μεταξύ κρατών μελών, σε μια προσπάθεια να διασφαλίσει τα πλεονεκτήματα της ενιαίας αγοράς και γι' αυτό οι πρόνοιες του θα πρέπει να τυγχάνουν εφαρμογής.» Στην υπόθεση Alpha Bank Cyprus Ltd v. Dau, Πολ. Έφεση Ε23/2013 ημερ. 13/9/2013, αποφασίστηκε ότι τόσο το κλητήριο, όσο και η ειδοποίησή του αποτελούν τα εναρκτήρια έγγραφα της διαδικασίας. Συνεπώς, έχει πλέον αποκρυσταλλωθεί κατά τρόπο αυθεντικό ότι προκειμένου για επίδοση σε κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μπορεί να επιδοθεί είτε αντίγραφο του κλητηρίου είτε η ειδοποίηση του κλητηρίου.» Κατ' εφαρμογή της πιο πάνω απόφασης, η οποία θεωρώ ότι απαντά πλήρως όλα τα επιχειρήματα των συνηγόρων των Αιτητών στην παρούσα αίτηση, με την οποία όπως έχω ήδη πει συμφωνώ πλήρως, είναι η θέση μου ότι για τους ίδιους αντίστοιχα λόγους και η αίτηση των Αιτητών πρέπει να οδηγηθεί σε απόρριψη και διά του παρόντος απορρίπτεται. Επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας Καθ΄ης η Αίτηση και εναντίον των Εναγομένων 9 και 10 Αιτητών τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας, όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................. Στ. Χριστοδουλίδου Μέσσιου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.