PRIME INSURANCE COMPANY LIMITED ν. ΚΑΡΤΑΜΠΗΣ κ.α., Αρ. Αγωγής 2652/19, 3/2/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A283 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 2652/19 PRIME INSURANCE COMPANY LIMITED [ΗΕ 70923], εκ Διγενή Ακρίτα 55 & Ολυμπίας 1, 1070, Λευκωσία Ενάγουσας/ Αιτήτριας Και 1.XXXXX ΚΑΡΤΑΜΠΗΣ [ΑΔΤ.ΧΧXXX21] εκ XXXXX 7, XXXXX XXXXX, Λευκωσία 2. XXXXX ΚΑΡΤΑΜΠΗΣ [ΑΔΤ.ΧΧXXX76] εκ XXXXX 7, XXXXX XXXXX, Λ/σία 3. XXXXX ΜΑΥΡΑΚΗΣ [ΑΔΤ.ΧΧXXX93], εκ XXXXX 11, XXXXX, Λευκωσία 4. XXXXX ΚΑΡΤΑΜΠΗΣ [ΑΔΤ.ΧΧXXX04], εκ XXXXX, 36, XXXXX, Λευκωσία Εναγομένων / Καθ'ων Ημερομηνία: 3.2.2021 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα / Αιτήτρια꞉ κα Μαρία Κλεάνθους, για Χαβιαράς & Φιλίππου Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Εναγόμενους / καθ' ων꞉ κα Λένια Γιουσελή, για Ανδρέας Θ. Σοφοκλέους Δ.Ε.Π.Ε. ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡ. 7.11.2019 ΓΙΑ ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση αίτηση, ημερ. 7.11.2019, η Ενάγουσα / Αιτήτρια στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, αξιώνει την έκδοση Συνοπτικής Απόφασης υπέρ της και εναντίον των Εναγόμενων αρ. 1 έως 4 ως οι παρα. 11.Α έως Δ της Έκθεσης Απαίτησης, πλέον τα δικηγορικά έξοδα, ΦΠΑ και έξοδα επιδόσεως. Η αίτηση βασίζεται στα άρθρα 78 - 80 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.18, θ.θ 1(α), 2, 4, 7 και 9 και Δ.48 θθ 1 - 4, στη σχετική Νομολογία του Δικαστηρίου, στις αρχές του Κοινοδικαίου, στις αρχές της Επιείκειας καθώς και στη διακριτική ευχέρεια και εξουσία του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση εκτίθενται στην επισυνημμένη σε αυτήν ένορκη δήλωση της κ. XXXXX Μιχαηλίδου εκ Λευκωσίας, ημερ. 7/11/2019, ο οποίος ορκίζεται και λέγει τα εξής꞉ «Εγώ η κάτωθι υπογεγραμμένη XXXXX Μιχαηλίδου από τη Λευκωσία, ορκίζομαι και λέγω τα ακόλουθα: 1. Βρίσκομαι στις υπηρεσίες της Ενάγουσας από το έτος 2011 και είμαι δεόντως εξουσιοδοτημένη να προβώ στην παρούσα γραπτή ένορκη δήλωση προς απόδειξη της αξίωσης της Ενάγουσας. Γνωρίζω τα γεγονότα που αφορούν τη παρούσα αγωγή από προσωπική μελέτη του φακέλου καθώς επίσης και από πληροφόρηση την οποία έλαβα από τους αρμόδιους λειτουργούς της Ενάγουσας εταιρείας καθώς και από τους δικηγόρους που την εκπροσωπούν. Για όσα γεγονότα δεν γνωρίζω προσωπικά αναφέρω τη πηγή της πληροφόρησης μου. 2. Εκτός δε όπου αναφέρω διαφορετικά, όλα τα γεγονότα στα οποία αναφέρομαι στη παρούσα ένορκη δήλωση είναι της άμεσης θετικής και προσωπικής μου γνώσης, ενώ τυχόν ενημέρωση για τις νομοθετικές πρόνοιες και τα νομικά ζητήματα που ισχύουν στην υπό εξέταση υπόθεση, έλαβα γνώσης από τους Δικηγόρους της Ενάγουσας/ Αιτήτριας. 3. Έχω διαβάσει την έκθεση απαίτησης με την οποία συμφωνώ και το περιεχόμενο της οποίας υιοθετώ και επαναλαμβάνω για σκοπούς της παρούσας. 4. Κατά πάντα ουσιώδη, προς την παρούσα αγωγή, χρόνο η Ενάγουσα είναι ασφαλιστική εταιρεία, δεόντως εγγεγραμμένη στη Κυπριακή Δημοκρατία, η οποία ασκεί ασφαλιστικές εργασίες και είναι δικαιούχος των Γραμματίων Συνήθους Τύπου συνταχθέντων εν Λευκωσία περί ή κατά τις 23.03.2012 δια του ποσού των €111.513,45 [στο εξής «ΓΡΑΜΜΑΤΙΟ Α΄»] και €29.530,55 [στο εξής «ΓΡΑΜΜΑΤΙΟ Β΄»] αντίστοιχα. Παρουσιάζω ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Α τη σχετική ηλεκτρονική έρευνα από το αρχείο του Εφόρου Εταιρειών για την Ενάγουσα εταιρεία και ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Β τα ΓΡΑΜΜΑΤΙΑ Α και Β. 5. Κατά ή περί τις 23.03.2012 οι Εναγόμενοι 1, 2, 3 και 4 υπέγραψαν δεόντως, με ελεύθερη βούληση και πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα προς όφελος της Ενάγουσας/Αιτήτριας τα γραμμάτια συνήθους τύπου Α και Β στην παρουσία δύο μαρτύρων [της κ. XXXXX Καλορκώτη ΑΔΤ XXXXX00 και εμένα της XXXXX Μιχαηλίδου ΑΔΤ XXXXX43]. 6. Ο Εναγόμενος 1, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο προς την παρούσα αγωγή, υπέγραψε το ΓΡΑΜΜΑΤΙΟ Α και το ΓΡΑΜΜΑΤΙΟ Β και δυνάμει των ανωτέρω Γραμματίων και σύμφωνα με τα όσα διαλαμβάνουν τα ΓΡΑΜΜΑΤΙΑ Α και Β, αναγνώρισε, αποδέχθηκε και ανέλαβε την οφειλή και πληρωμή του συνολικού ποσού των €141.044,00 προς την Ενάγουσα, ως οι πρόνοιες των ΓΡΑΜΜΑΤΙΩΝ Α' και Β'. 7. Ειδικότερα, κατά ή περί τις 23.03.2012, ο Εναγόμενος 1 ανέλαβε και αποδέχτηκε την υποχρέωση να καταβάλει και να εξοφλήσει το σύνολο του οφειλόμενου χρέους των ΓΡΑΜΜΑΤΙΩΝ Α και Β το οποίο έλαβε σε μετρητά μέχρι και την 30.04.2019. 8. Περαιτέρω, δια των ως άνω Γραμματίων Α και Β, ο Εναγόμενος ανέλαβε όπως πληρώσει τόκο ίσο με 5.5 εκατοστιαίες μονάδες [5.5%], σε περίπτωση που η προθεσμία αποπληρωμής των εν λόγω Γραμματίων παρέλθει άπρακτη. 9. Ήτο ρητός και/ή εξυπακουόμενος όρος των ανωτέρω ΓΡΑΜΜΑΤΙΩΝ Α΄ και Β΄ ότι σε περίπτωση που τα εν λόγω Γραμμάτια θα καθίσταντο ληξιπρόθεσμα, το οφειλόμενα ποσά αυτών θα ήταν άμεσα απαιτητά. Περαιτέρω, ήταν ρητός και/ή εξυπακουόμενος όρος των ανωτέρω ΓΡΑΜΜΑΤΙΩΝ Α΄ και Β΄ ότι σε περίπτωση λήψης δικαστικών μέτρων ο Εναγόμενος 1 και/ή Εναγόμενοι 2 και/ή 3 και/ή 4 θα κατέβαλλαν και/ή αναλάμβαναν τη πληρωμή όλων των δικηγορικών και δικαστικών εξόδων. 10. Κατά πάντα ουσιώδη, προς τη παρούσα αγωγή, χρόνο οι Εναγόμενοι 2 και/ή 3 και/ή 4 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα εγγυήθηκαν την πληρωμή ολόκληρων των ποσών ύψους €111.513,45 και €29.530,55 των δύο γραμματίων, ίδιας ημερομηνίας, προς την Ενάγουσα, μέχρι τελείας εξοφλήσεως και/ή υπέγραψαν ως εγγυητές τα ΓΡΑΜΜΑΤΙΑ Α΄ και Β΄. Ήτο ρητός και/ή εξυπακουόμενος όρος ότι οποιαδήποτε καθυστέρηση και/ή παράταση και/ή αναστολή πληρωμής δεν τους απαλλάσσει από την ευθύνη αυτής της εγγυήσεως. 11. Επιπροσθέτως της πιο πάνω αναφερόμενης εγγύησης ο Εναγόμενος 2, κατά ή περί την 01.04.2012, υπέγραψε δήλωση ανάληψης της υποχρέωσης αποπληρωμής της οφειλής του υιού του, Εναγόμενου 1, για το συνολικό ποσό των €141.144,00. Παρουσιάζω ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Γ την εν λόγω δήλωση ανάληψης υποχρέωσης ημ. 01.04.2012. 12. Ο Εναγόμενος 1 μέχρι και τις 30.06.2019 κατέβαλε διάφορα χρηματικά ποσά στο λογαριασμό που διατηρούσε στην Ενάγουσα, έναντι των οφειλόμενων ποσών και/ή χρέους προς αυτήν, με αποτέλεσμα στις 30.06.2019 η κατάσταση λογαριασμού που διατηρούσε η Ενάγουσα για τον Εναγόμενο 1 να παρουσιάζει υπόλοιπο ύψους €81.483,32. Ως εκ των ανωτέρω, το ΓΡΑΜΜΑΤΙΟ Β΄ έχει εξοφληθεί πλήρως. Παρουσιάζω ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Δ την κατάσταση λογαριασμού που διατηρούσε η Ενάγουσα στο όνομα του Εναγόμενου 1. 13. Κατά παράβαση και/ή εις αντίθεση με τους όρους του Γραμματίου Α΄ ο Εναγόμενος 1 παρέλειψε και/ή αμέλησε και/ή αρνήθηκε την αποπληρωμή του οφειλόμενου υπολοίπου του εν λόγω Γραμματίου Α στις 30.4.2019 και ως εκ τούτου τα ρηθέν Γραμμάτιο έχει καταστεί ληξιπρόθεσμο και άρα απαιτητό έκτοτε. 14. Οι Εναγόμενοι 1 και/ή 2 και/ή 3 και/ή 4 παρά τις συνεχείς οχλήσεις της Ενάγουσας παρέλειψαν και/ή αμέλησαν και/ή αρνήθηκαν να πληρώσουν στην τελευταία το υπόλοιπο του οφειλόμενου ποσού δυνάμει του Γραμματίου Α σύμφωνα με τους πιο πάνω όρους και/η ως αναφέρεται ανωτέρω και έτσι τούτο παραμένει οφειλόμενο και πληρωτέο στην Ενάγουσα. 15. Είναι πρόδηλο ενόψει των πιο πάνω ότι οι Εναγόμενοι 1, 2, 3 και 4 παρά το ότι έχουν καταστεί υπόχρεοι για πληρωμή, εντούτοις αρνήθηκαν να εξοφλήσουν το οφειλόμενο ποσό. 16. Εξ όσων με ενημερώνουν οι δικηγόροι που χειρίζονται την υπόθεση, ο εκδότης του γραμματίου σε διαταγή με την έκδοσή του δεσμεύεται όπως πληρώσει αυτό σύμφωνα με το περιεχόμενό του. Ως αληθώς αναφέρω, όσα αναγράφονται επί του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ Β συνιστούν αμάχητη απόδειξη των γεγονότων που εκτίθενται σε αυτό και ως εκ τούτου οι Εναγόμενοι 1, 2, 3 και 4 στερούνται οποιασδήποτε υπεράσπισης. 17. Στις 06.09.2019 οι Δικηγόροι της Ενάγουσας/ Αιτήτριας καταχώρησαν τη παρούσα αγωγή με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, η οποία και επιδόθηκε στους Εναγόμενου στις 12.09.2019. Οι Εναγόμενοι 1,2, 3 και 4 κατέθεσαν Σημείωμα Εμφάνισης μέσω του δικηγορικού γραφείου Ανδρέας Θ. Σοφοκλέους ΔΕΠΕ. 18. Οι Εναγόμενοι 1, 2, 3 και 4 δεν έχουν καταχωρήσει μέχρι σήμερα Υπεράσπιση και ισχυρισμός της Ενάγουσας είναι ότι στερούνται νόμιμης Υπεράσπισης στη παρούσα αγωγή. 19. Εξ' όσων κάλλιον γνωρίζω και πιστεύω και εξ' όσων με συμβουλεύουν οι δικηγόροι της Ενάγουσας/Αιτήτριας, η Ενάγουσα έχει πολύ καλή υπόθεση διότι οι Εναγόμενοι δεν έχουν οποιουδήποτε είδους νόμιμης υπεράσπισης στην παρούσα αγωγή και/ή δεν έχουν αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που δύνανται να θεωρηθούν επαρκής Υπεράσπιση στην με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό αγωγή, καθ' ότι το επίδικο θέμα αφορά γραμμάτια συνήθους τύπου, η υπογραφή των οποία συνιστά αμάχητο τεκμήριο για χρέος που οφείλουν δυνάμει αυτών. 20. Για τους πιο πάνω λόγους η ενάγουσα καταχώρησε την παρούσα αγωγή με την οποία αξιώνει αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα εναντίον των Εναγόμενων 1, 2, 3 και 4 τα ακόλουθα: Το ποσό των €81.483,32 ως οφειλόμενο υπόλοιπο δυνάμει γραμμάτιου συνήθους τύπου ημερ.23./03/2012 και/η χρεωστικού ομολόγου και/η ανάληψης υποχρέωσης πληρωμής και/ή γραμματίου εις διαταγή που δεν τιμήθηκε για λόγους που οφείλονται στους Εναγόμενους και/η παράβασης συμβάσης και/η παράβασης σύμβασης εγγύησης και/η ως αναφέρεται στις λεπτομέρειες ανωτέρω. Τόκο 5.5% κατ' έτος από τις 30/4/2019 επί του ποσού των €81.438,32 και/η ως οι πρόνοιες του Γραμμάτιου Α και/η ως την ημερομηνία τελείας και/ή πλήρους εξοφλήσεως του χρέους του ΓΡΑΜΜΑΤΊΟΥ Α' και/ή νόμιμο τόκο. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε κρίνει δίκαια και/ή πρέπουσα υπό τις περιστάσεις. Δικηγορικά έξοδα, έξοδα επίδοσης, πλέον ΦΠΑ.» (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) Η πλευρά των Εναγομένων καταχώρησε Ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στις 20.7.2020. Η ένσταση στηρίζεται προς Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.18, θ.θ. 1(α), 2, 3, 6, 9, 39, Δ.48, θ.θ. 1 - 4, 8 και 9, στις γενικές αρχές και τη Νομολογία, καθώς και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Οι λόγοι ένστασης που δικογραφούνται είναι οι εξής։ 1. «Δεν τηρείται καμία από τις προϋποθέσεις που θέτει η Διαταγή 18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομιας για την έκδοση συνοπτικής απόφασης και/ή δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις οι προβλεπόμενες υπό των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ούτως ώστε η Αιτήτρια να δικαιούται την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των Καθ'ων η αίτηση. 2. Οι Καθ'ων η αίτηση έχουν καλόπιστη και βάσιμη με βάση τα γεγονότα υπεράσπιση, την οποία δικαιούνται να προβάλουν κατά τον δέοντα τρόπο κατά την ακρόαση της αγωγής. 3. Τα επίδικα γραμμάτια έχουν εξοφληθεί. 4. Οι Καθ'ων η αίτηση έχουν καλή Υπεράσπιση επί της ουσίας και επί νομικών θεμάτων και αυτό εμφαίνεται από την ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 1, XXXXX Καρταμπή. 5. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση της Αιτήτριας ως επίσης και τα συνημμένα τεκμήρια δεν είναι νομικά και ουσιαστικά επαρκή για την έκδοση συνοπτικής απόφασης και δεν παρουσιάζονται τα πρωτότυπα. 6. Το επίδικο γραμμάτιο δεν είναι χαρτοσημασμένο. 7. Η αγωγή και η αξίωση της Ενάγουσας, η οποία εδράζεται αποκλειστικά σε χρέος δυνάμει γραμματίου συνήθους τύπου δεν μπορεί να επιτύχει, αφού το επίδικο γραμμάτιο δεν συμμορφώνεται με την πρόνοια του άρθρου 78 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149. 8. Η Αιτήτρια αποκρύπτει ουσιώδη γεγονότα.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση του Εναγομένου εκτίθενται σε Ένορκη Δήλωση («Ε/Δ»), ημερ. 20.7.2020, του κ. XXXXX Καρταμπή, ο οποίος ενόρκως δηλώνει τα εξής։ «1. Είμαι ο Εναγόμενος 1 - Καθ'ου η αίτηση 1 με την πιο πάνω αριθμό κατίτλο αγωγή και προβαίνω στην παρούσα ένορκη δήλωση εξ όσων καλύτερα γνωρίζω και πιστεύω και εξ όσων οι δικηγόροι μου με συμβουλεύουν για τη νομική πτυχή της υπόθεσης. Γνωρίζω προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος και από τους υπόλοιπους Εναγόμένους - Καθ'ων η αίτηση, ήτοι Εναγόμενους - Καθ'ων η αίτηση 2, 3 και 4, να προβώ στην παρούσα ένορκη δήλωση. 2. Έχω διβάσει την ένορκη δήλωση της κας XXXXX Μιχαηλίδου από τη Λευκωσία ημερομηνίας 7/11/2019. 3. Αρνούμαι τις παραγράφους 18 και 19 της Ένορκης Δήλωσης της Ενόρκως Δηλούσας, αφού όλοι οι Εναγόμενοι έχουμε καλόπιστη και βάσιμη Υπεράσπιση με βάση τα γεγονότα στην ουσία της αγωγής (to the action on the merits) και στη βάση νομικών θεμάτων και σίγουρα έχουμε δικαίωμα να καταχωρήσουμε Υπεράσπιση. 4.Η Υπεράσπιση μας μεταξύ άλλων έχει ως ακολούθως꞉ α) Καθ' αρχάς θα αρχίσω με τον τελευταίο λόγο ένστασής μου, που αφορά καθαρά νομικό σημείο. Ως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μου, η αξίωση της Ενάγουσας - Αιτήτριας, η οποία εμφαίνεται στην αγωγή της εδράζεται αποκλειστικά σε χρέος δυνάμει γραμματίου συνήθους τύπου, δεν μπορεί να επιτύχει αφού το επίδικο γραμμάτιο δεν συμμορφώνεται με την πρόνοια του άρθρου 78 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149. Συγκεκριμένα, στο εν λόγω άρθρο γίνεται αναφορά σε τόκο από την ημερά της υπογραφής του γραμματίου και όχι από οποιοδήποτε μεταγενέστερο χρόνο, αφού προνοείται «πληρωμή σε πρώτη ζήτηση ή σε ορισμένο χρόνο ή σε προσδιορίσιμο μέλλοντα χρόνο, ποσού χρημάτων, πλέον τόκο.». β) Στην προκειμένη περίπτωση αφορούσε την πληρωμή σε ορισμένο χρόνο, ήτοι μέχρι και την 30/04/2014, ποσού χρημάτων χωρίς τόκο. Μόνο εάν δεν πληρωνόταν το ποσό εντός τους καθορισμένου χρόνου, τότε αυτό θα έφερε τόκο, που και πάλι είναι σαφές από το λεκτικό του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ Β της ένορκης δήλωσης της κας Μιχαηλίδου ότι θα ήταν πληρωτέος από την ημέρα της καθυστέρησης και όχι από την ημέρα της έκδοσης ή της υπογραφής του γραμματίου. Ο ισχυρισμός αυτός επιβεβαιώνεται και από την ίδια την Ενάγουσα και συγκεκριμένα στην παράγραφο 4 των λεπτομερειών της Έκθεσης Απαίτησής της. Συνεπώς, ως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μου, η αξίωση της Ενάγουσας δεν μπορεί να επιτύχει, αφού αυτή εδράζεται αποκλειστικά σε χρέος δυνάμει γραμματίου συνήθους τύπου. γ) Ως εκ του ανωτέρω νομικού σημείου, τα εν λόγω γραμμάτια είναι άκυρα και ως εκ τούτου κανένα έννομο αποτέλεσμα δεν μπορούν να έχουν, συμπαρασύροντας και την δήλωση του Εναγομε΄νου 2, με την οποια αναλάμβανε την αποπληρωμή της οφειλής που προέκυπτε από τα επίδικα άκυρα γραμμάτια, αλλά και την ευθύνη των εγγυητών αυτών. δ) Όσον αφορά την ουσία της υπόθεσης και άνευ βλάβης της πιο πάνω υπεράσπισης σχετικά με το προαναφερόμενο νομικό σημείο, η υπεράσπιση των Εναγομένων, μεταξύ άλλων, έχει ως ακολούθως꞉
- i)Εγώ από τις αρχές του 2000 μέχρι και το 2012 συνεργαζόμουν με την Ενάγουσα ως ασφαλιστικός σύμβουλος. Αρχικά, με την Interlife Ασφαλιστική, η οποία μετέπειτα εξαγοράστηκε και μετονομάστηκε σε Prime, ήτοι η Ενάγουσα.
- ii)Καθ' όλη τη διάρκεια της συνεργασίας μου με την Ενάγουσα, διατηρούσα το δικό μου χαρτοφυλάκιο ασφαλιστικών εργασιών και είχα την ευθύνη είσπραξης των ασφαλίστρων των πελατών μου, ως και την εξεύρεση νέων πελατών. iii) Μετά την αποχώρησή μου από την Ενάγουσα κα/ή μετά τη διακοπή της συνεργασίας μας τον Φεβρουάριο του 2012, λόγω του ότι υπήρχε οφειλόμενο ποσό από εμένα προς την Ενάγουσα, υπογράφησαν τα επίδικα γραμμάτια στις 23.3.2012.
- iv)Ακολούθως όμως, ήτοι πριν τη λήξη του μήνα Μαρτίου 2012, τα επίδικα γραμμάτια έχουν ακυρωθεί, γι' αυτό και μου έχουν επιστραφεί τα πρωτότυπα τόσο του γραμματίου, ύψους €111.513,45σ., το οποίο βρίσκεται στην κατοχή μου και το επισυνάπτω ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Α, όσο και το γραμμάτιο ύψους €29.530,55σ. το οποίο βρίσκεται στην κατοχή μου και το επισυνάπτω ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Β. Αυτό έγινε αφού με μεταγενέστερη συμφωνία, ο Εναγόμενος 2 και πατέρας μου, με γραπτή του δήλωση ανέλαβε ο ίδιος την υποχρέωση αποπληρωμής της οφειλής μου, ήτοι των γραμματίων, την οποία η Ενάγουσα αποδέκτηκε, την οποία επισυνάπτω ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Γ.
- v)Με βάση την εν λόγω δήλωση, η αποπληρωμή των επίδικων γραμμτίων και/ή του ποσού των €141.144, θα γινόταν με την καταβολή μηνιαίων δόσεων προς €1000 έκαστη, αρχής γενομένης την 1η Απριλίου 2012 και ακολούθως την 1η ημέρα εκάστου μηνός μέχρι τελείας εξόφλησης. Σε περίπτωση που στο τέλος εκάστου έτους, από την έναρξη της πρώτης δόσης δεν συμπληρώνεται το ποσό των €20.000, το οποίο θα προέρχεταο από τις 12 μηνιαίες δόσεις τις οποίες θα κατέβαλλε ο ίδιος προσωπικά και από πιστώσεις προμηθειών (που δικαιούμουν) του χαρτοφυλακίου μου, με αριθμό 18/1/140, αυτός θα κατέβαλλε άμεσα το υπόλοιπο ποσό.
- vi)Το χαρτοφυλάκιο μου κατά τη διακοπή της συνεργασίας μου με την Ενάγουσα ανέρχετο πέραν του ποσού των €210.000. vii) Κάθε έτος από το χαρτοφυλάκιο μου προέκυπτε ένα μεγάλο χρηματικό ποσό ως προμήθεια, ποσό το οποίο δυστυχώς δεν μπορώ να γνωρίζω, αφού η Ενάγουσα το λάμβανε και ουδέποτε με ενημέρωσε και από το οποίο εν πάση περιπτώσει εξοφλούνταν τα γραμμάτια και για το οποίο επιφυλάττω τα δικαιώματά μου προς διεκδίκησή του. viii) Ευσεβάστως αναφέρω ότι η αξία του χαρτοφυλακίου μου σε περίπτωση εξαγοράς του από άλλη ασφαλιστική εταιρεία ή οργανισμό, κυμαίνετο στο 25% του χαρτοφυλακίου μου, ήτοι στην προκειμένη περίπτωση €52.500.
- ix)Παρά ταύτα, κατά τη διακοπή της συνεργασίας μου με την Ενάγουσα και την προς αυτή παραχώρηση του χαρτοφυλακίου μου με απόφασης της ιδίας, δεν έλαβα κανένα ποσό ως αποζημίωση για το χαρτοφυλάκιο μου.
- x)Η Ενάγουσα ουδέποτε μέχρι σήμερα δεν με ενημέρωσε για την οικονομική κατάσταση του χαρτοφυλακίου μου και/ή τις πιστώσεις που έγιναν και/ή γίνονται από αυτό και/ή για το ύψος των προμηθειών από αυτό.
- xi)Με τις προμήθειες του χαρτοφυλακίου μου έχει εξοφληθεί το ισχυριζόμενο από την Ενάγουσα οφειλόμενο ποσό και ουδένα ποσό οφείλω σήμερα σε αυτήν. Αντιθέτως, η Ενάγουσα οφείλει σε μένα το ποσό από τις προμήθειες του χαρτοφυλακίου μου, για το οποίο επιφυλάττω τα δικαιώματά μου. 5. Η Αιτήτρια δεν προέβη σε πλήρη αποκάλυψη των στοιχείων της παρούσης υπόθεσης ως όφειλε να πράξει και/ή δεν προσέφυγε ενώπιον του δικαστηρίου με καθαρά χέρια ή και παραβίασε ή και απέτυχε να συμμορφωθεί με το καθήκον της για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων ή και προέβη σε παραπλάνηση ή και δημιουργία εσφαλμένων εντυπώσεων. 6. Ως εκ των ανωτέρω και εξ όσων κάλλιον γνωρίζω και πιστεύω και εξ όσων με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μου, τόσο εγώ όσο και οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4, έχουμε καλή νόμιμη υπεράσπιση στην παρούσα αγωγή και έχουμε αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που θα πρέπει να θεωρηθούν επαρκή υπεράσπιση στην υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή και ως εκ τούτου η αίτηση της Ενάγουσας θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα εναντίον της.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) Ολοκληρώθηκε η ακρόαση της αίτησης για συνοπτική απόφαση στη βάση των προεκτεθέντων εκατέρωθεν ενόρκων δηλώσεων, χωρίς να υπάρξει αίτηση για συμπληρωματική ένορκη δήλωση ή για αντεξέταση οποιουδήποτε εκ των ομνυόντων. Υποβλήθηκαν ηλεκτρονικά οι γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων των διαδίκων στις 20.10.2020 και επιφυλάχθηκε η ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου αυθημερόν. Ωστόσο, στις 2.11.2020 υποβλήθηκε ηλεκτρονικά αίτημα από πλευράς των Αιτητών για επανάνοιγμα της ακροαματικής διαδικασίας με σκοπό να τους δοθεί άδεια για συμπληρωματική γραπτή αγόρευση, η οποία άδεια δόθηκε ως φαίνεται στα πρακτικά του Δικαστηρίου στις 4.12.2020, αφότου άκουσε προηγουμένως και τις δύο πλευρές. Καταχωρήθηκε ηλεκτρονικά η Συμπληρωματική Γραπτή Αγόρευση από τους Αιτητές στις 14.12.2020 και επιφυλάχθηκε εκ νέου η ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου κατά τη δικάσιμο που ήταν ορισμένη, ήτοι στις 16.12.2020. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Οι προϋποθέσεις για την έκδοση απόφασης με συνοπτική διαδικασία καθορίζονται στη Δ.18 θ.1. Συγκεκριμένα, η Δ.18 έχει ως ακολούθως: «Όπου ο Εναγόμενος εμφανίζεται σε κλητήριο ένταλμα ειδικά οπισθογραφημένο σύμφωνα με την Διάταξη 2 Κανονισμός 6, ο Ενάγων μπορεί σε ένορκη δήλωση που θα κάμει ο ίδιος ή άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί και να πιστοποιήσει τα γεγονότα και να βεβαιώσει την αιτία της αγωγής και το ποσό που απαιτείται και να αναφέρει ότι από ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή να αποταθεί για απόφαση για το ποσό που απαιτείται μαζί με τόκο (αν υπάρχει) ή για ανάκτηση γης με ή χωρίς ενοίκιο ή για παράδοση ορισμένου κινητού πράγματος, ανάλογα με την περίπτωση και τα έξοδα και μπορεί να δοθεί απόφαση υπέρ του Ενάγοντα, εκτός εάν ο Εναγόμενος ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που θα είναι ουσιώδη για να του δοθεί δικαίωμα υπεράσπισης.». Σε απόφασή του, ημερομηνίας 4.9.2013, στην Πολιτική Έφεση αρ. 27/2010, Sensus Gymnasium Ltd, κ.α. ν Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, το Ανώτατο Δικαστήριο υπενθύμισε τις νομικές αρχές που εφαρμόζονται σε αιτήσεις για έκδοση συνοπτικής απόφασης δυνάμει της πιο πάνω Δ.18, θ.1. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμαː «Σκοπός της διαδικασίας αυτής είναι η έκδοση γρήγορα απόφασης, εκεί όπου τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του ενάγοντα είναι καθαρή και δεν χρειάζεται η διεξαγωγή κανονικής δίκης και παράλληλα δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή, όμως, η διαδικασία αυτή αποστερεί, ουσιαστικά, από τον Εναγόμενο το δικαίωμα να υπερασπίσει την υπόθεσή του σε κανονική δίκη, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται πολύ προσεκτικά, αραιά, και με βάση ορισμένα κριτήρια (βλ. Robert v Plant [1895] 1 Q.B. 597, The Annual Practice 1970 σελ. 126, Κυπριανίδης ν Ιωάννου
(1966)1 ΑΑΔ 265, Spyros Stavrinides v Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 CLR 130, Hermes Insurance Co. Ltd v Joulios Theodorides
(1983)1 CLR 333, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Limited v Abdul Aziz Tlais
(1991)1ΑΑΔ239, Αθηνούλλα Δημητρίου ν Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) ΑΑΔ 782, Rck Sports v Persona Advertising Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 1074, Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1 ΑΑΔ 22, Ευάγγελος Λαζάρου και άλλος ν Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817 και Παναγιώτης Ζερβός ν Environvestment & Finance Ltd
(2003)1(Γ) ΑΑΔ 1968, Sigma Radio TV Ltd v Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 ΑΑΔ 408, Νεάρχου κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1 ΑΑΔ 818). Τα κριτήρια που θα πρέπει, σύμφωνα με τη Δ.18, θ.1(α), να πληρούνται είναι τα ακόλουθαː
- Το κλητήριο ένταλμα πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο,
- o Εναγόμενος να έχει καταχωρήσει εμφάνιση, και
- η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση πρέπει να γίνεται από τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί θετικά ως προς τα γεγονότα και που επαληθεύουν το αγώγιμο δικαίωμα ως και το ποσό που απαιτείται και να δηλώνεται ότι απ'ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Εκεί που ο Ενάγοντας είναι νομικό πρόσωπο, τότε μπορεί να ορκισθεί κάποιο πρόσωπο που εργοδοτεί, το οποίο όμως, να μπορεί να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει τη βάση της αγωγής και το αξιούμενο ποσό και όχι τα όσα αναφέρει να είναι από πληροφορίες που πήρε από άλλους ή να στηρίζεται απλώς στα όσα ο ίδιος πιστεύει (βλ. Spyros Stavrinides, σελ. 136 - 138 και Αθηνούλας Δημητρίου σελ. 790 - 794, ανωτέρω). Με την ικανοποίηση των πιο πάνω προϋποθέσεων, το βάρος μετατοπίζεται στον εναγόμενο που πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν επαρκή ώστε να του δοθεί δυνατότητα καταχώρισης υπεράσπισης (βλ. CYEMS CO. LTD v Central Co-Operative Industries Co. Ltd
(1982)1 CLR 897 και Hermes Insurance Co. Ltd, ανωτέρω). Ο εναγόμενος μπορεί να πράξει τούτο είτε με ένορκη δήλωση είτε, με άδεια του Δικαστηρίου, με προφορική μαρτυρία (βλ. Δ.18, θ.3(α)).». Έχει υποδειχθεί στη N.V. Caterchef Ltd v. P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 1912 και έχει επιβεβαιωθεί εκ νέου στην υπόθεση Sigma Radio T.V. Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 Α.Α.Δ. 408, και πιο πρόσφατα στην απόφαση ημερ. 14.11.2011 στην Πολιτική Έφεση 322 / 2008, J& M Loizides Agencies Ltd κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ότι το δικαίωμα υπεράσπισης χωρίς όρους δεν ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση, διαφορετικά θα ήταν εύκολο σε σχεδόν κάθε περίπτωση να εξασφαλίζεται άδεια με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς με αποτέλεσμα την αχρήστευση του. Το τί αναμένεται από έναν εναγόμενο όταν αντιμετωπίζει αίτηση για συνοπτική απόφαση έχει διαχρονικά επιβεβαιωθεί από τη φράση «condescend upon particulars». Στο Annual Practice 1970 σελ. 127, παρ. 14/3-4/4, αναφέρονται τα εξής: «The defendant´s affidavit must "condescend upon particulars", and should, as far as possible, deal specifically with the plaintiff´s claim and affidavit, and state clearly and concisely what the defence is, and what facts are relied on as supporting it. It should also state whether the defence goes to the whole or part of the claim, and in the latter case it should specify the part. A mere general denial that the defendant is indebted will not suffice (Wallingford v. Mutual Society
(1880), 5 App. Cas., per Lord Blackburn, at p. 704: Re General Rail, Syndicate, Whitsley´s Case,
(1900)1 Ch., per Lindley, M.R., at p. 369; Anon.,
(1875)W.N. 249, per Quain, J., at p. 250), unless the grounds on which the defendant relies as showing that he is not indebted are stated (ibid.)....................................................................................................... If the defence relied on is fraud the affidavit should state the particulars of the fraud (Wellingford v. Mutual Society
(1880), 5 App. Cas. 685). A mere vague general allegation of fraud is useless (ibid). Similarly, if a legal objection is raised, the facts and the point of law arising thereon must be clearly stated. Indeed, in all cases, sufficient facts and particulars must be given to show that there is a bona fide defence.». Το Δικαστήριο ελέγχει τα ενώπιον του στοιχεία, για να διαγνώσει εάν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο θέμα. Στο στάδιο αυτό δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης (βλ. Μαρία Γεώργαινα Λευκίδου ν Άριστου Καναουρίδη, Πολ. Έφ.10015, απόφαση ημερ. 26/4/99). Υπεράσπιση που είναι λογικοφανής, βασισμένη σε γεγονότα που την καθιστούν συζητήσιμη, ενέχει δυνητικά το στοιχείο της πειστικότητας (βλ. Ανδρέας Ιωάννου και Το Σκάφος «Veronika» Αγωγή Ναυτοδικείου 6302, απόφαση ημερ. 16/4/03, K.C.P. Commission Agents & Importers LTd v Ανδρέα Μιχαήλ
(1993)1 ΑΑΔ 415). ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΣΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΥΠΟΘΕΣΗ. Κατ' αρχάς, από το περιεχόμενο του ενώπιον μου φακέλου της υπόθεσης, διαπιστώνω ότι, πρώτον, το κλητήριο ένταλμα είναι όντως ειδικά οπισθογραφημένο και, δεύτερον, ότι οι Εναγόμενοι - Καθ' ων η αίτηση έχουν καταχωρήσει Σημείωμα Εμφάνισης μέσω δικηγόρου. Εξετάζω στη συνέχεια κατά πόσον πληρούται η τρίτη προϋπόθεση της Δ.18, θ.1(α), ήτοι κατά πόσον η Ε/Δ που υποστηρίζει την αίτηση γίνεται από πρόσωπο που έχει θετική γνώση για τα γεγονότα της υπόθεσης. Το ζήτημα της καταλληλότητας της ομνύουσας, κας Μαρίας Μιχαηλίδου, να ορκιστεί τα γεγονότα που στηρίζουν την αίτηση των Εναγόντων είναι ζήτημα που αποφασίζεται με γνώμονα τη Δ.18 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στη βάση του περιεχομένου της ενόρκου δηλώσεως του προσώπου αυτού. Στην Αθηνούλας Δημητρίου ν Τράπεζας Κύπρου
(1997)1Β Α.Α.Δ. 782, 790, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι: «[...] το ζήτημα κατά πόσο ένα πρόσωπο είναι σε θέση να ορκισθεί θετικά με τα γεγονότα εντός της έννοιας της Δ.18 Θ.1 πρέπει να κρίνεται με βάση τα γεγονότα και περιστατικά της συγκεκριμένης υπόθεσης και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης. Η φύση της αξίωσης διαδραματίζει πολύ σημαντικό ρόλο». Κρίνω εδώ κατάλληλο να σημειώσω ότι εκείνο που απαιτείται να αποδειχθεί στο πλαίσιο της Δ.18, θ.1 είναι ότι η ομνύουσα έχει «θετική» και όχι απαραιτήτως «προσωπική» γνώση των γεγονότων. Για το τί η νομολογία αναγνωρίζει ως «θετική γνώση» παραπέμπω στην Αθηνούλας Δημητρίου v. Τράπεζας Κύπρου
(1997)1Β Α.Α.Δ 782, 792). Υποδεικνύεται ότι, στην περίπτωση νομικών προσώπων, ο όρος «θετική γνώση» τυγχάνει λογικής ερμηνείας και όχι αυστηρής σε βαθμό που να δημιουργεί πρακτικές δυσκολίες και παράλογα αποτελέσματα (βλ. Marketrends v. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
(2006)1Α Α.Α.Δ.223). Ανατρέχοντας στο λεκτικό που χρησιμοποιεί η ομνύουσα, κα Μ. Μιχαηλίδου στη δική της ένορκη δήλωση, διαπιστώνω ότι ισχυρίζεται ότι αυτή βρίσκεται στην υπηρεσία της Ενάγουσας / Αιτήτριας από το 2011 (βλ. την παρα. 1) και ότι, εκτός όπου αναφέρει διαφορετικά, όλα τα γεγονότα που αναφέρει είναι της άμεσης θετικής και προσωπικής γνώσης της (βλ. την παρα. 2). Παρά το ότι οι Εναγόμενοι /Καθ'ων, καταπιάνονται από την παρα. 1 της ένορκης δήλωσης της κας Μιχαηλίδου ισχυριζόμενοι ότι η όποια προσωπική γνώση της απορρέει μόνο από τη μελέτη του φακέλου και από πληροφόρηση που της έδωσαν τρίτα άτομα, εντούτοις το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτό δεν ευσταθεί, εφόσον στην παρα. 5 της ένορκης δήλωσής της η κα Μιχαηλίδου έρχεται και διευκρινίζει την πηγή της προσωπικής γνώσης της για το ουσιώδες γεγονός της σύναψης των επίδικων γραμματίων, λέγοντας ότι, κατά ή περί τις 23.3.2012 που εκείνα υπογράφτηκαν από τους διαδίκους, η ίδια ήταν μάρτυρας των υπογραφών που τέθηκαν στην παρουσία της από τα δύο μέρη. Παρατηρώ ότι τόσο στο Γραμμάτιο για το ποσό των €29.530,55σ. όσο και στο Γραμμάτιο για το ποσό των €111.513,45σ. (βλ. τα δύο γραμμάτια υπό το Τεκμήριο Β), φαίνεται πράγματι το όνομα της κας XXXXX Μιχαηλίδου να είναι ένα εκ των δύο μαρτύρων που μαρτυρούν την υπογραφή του οφειλέτη (εδώ Εναγόμενου 1) ως επίσης και την υπογραφή των εγγυητών (εδώ Εναγομένων 2, 3 και 4). Παρατηρώ, από την άλλη, ότι στην ένορκη δήλωση του εναγομένου αρ. 1 που συνοδεύει την ένσταση στην υπό κρίση αίτηση, δεν αμφισβητείται πουθενά το περιεχόμενο της παρα. 5 της ένορκης δήλωσης της κας Μιχαηλίδου, όπου ακριβώς η ίδια ορκίστηκε ότι ήταν παρούσα κατά τη συνομολόγηση των επίδικων γραμματίων και ότι κατ' επέκταση αντλεί προσωπική γνώση για τα γεγονότα από εκεί. Το ίδιο ισχύει αναφορικά και με την υπογραφή της κας Μιχαηλίδου ως μάρτυρος στη Δήλωση του Εναγομένου 2, διά της οποίας αυτός ανάλαβε να αποπληρώσει την οφειλή του υιού του (Εναγόμενου 1) ως το Τεκμήριο Γ. Για ό,τι επακολούθησε της συνομολόγησης των γραμματίων ή της εγγύησης ή του εγγράφου ανάληψης ευθύνης, οι Εναγόμενοι δεν ισχυρίστηκαν ότι άλλο ήταν τ καθ'ύλην αρμόδιο πρόσωπο για το χειρισμό της υπόθεσης εκ μέρους της Ενάγουσας, έτσι έστω να δημιουργούσαν αμφιβολία για το πεδίο γνώσης της κας Μιχαηλίδου. Υπό το φως των πιο πάνω παρατηρήσεών μου, κρίνω ότι η Ενάγουσα - Αιτήτρια έχει συμμορφωθεί πλήρως και με τις τρεις προϋποθέσεις, οι οποίες τίθενται στη Δ.18, θ.1, με αποτέλεσμα το βάρος της απόδειξης να μετατίθεται στους ώμους των Εναγόμενων - Καθ' ων η αίτηση, σύμφωνα και με τη νομολογία όπως συνοψίζεται στην Πολιτική Έφεση αρ. 27/2010, Sensus Gymnasium Ltd, κ.α. ν Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ., για να πείσουν αυτοί το Δικαστήριο ότι έχουν καλή υπεράσπιση επί της ουσίας (good defence on the merits) ή για να αποκαλύψουν τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν ικανοποιητικά ώστε να τους δοθεί δυνατότητα καταχώρισης υπεράσπισης. Προχωρώ, λοιπόν, να εξετάσω τις αιτιάσεις επί των οποίων στηρίζεται ο ισχυρισμός των Εναγόμενων ότι έχουν καλή και καλόπιστη υπεράσπιση, έτσι ώστε να πρέπει να τους δοθεί η ευχέρεια για πλήρη ακρόαση, αντί της έκδοσης συνοπτικής απόφασης. Θυμίζω ότι, μέσα όσα η Ενάγουσα / Αιτήτρια ισχυρίζεται δια μέσω της ένορκης δήλωσης της κας XXXXX Μιχαηλίδου, επίδικο παρέμεινε μόνο το γραμμάτιο που είχε αρχικά υπογραφεί για ποσό €111.513, 45σ., έναντι του οποίου έγιναν διάφορες πληρωμές σε διάφορα χρονικά στάδια και παραμένει απλήρωτο μέρος του ποσού αυτού, ήτοι ως η κατάσταση λογαριασμού που είναι Τεκμήριο Δ στην ένορκη δήλωση της κας Μιχαηλίδου, έχει μείνει οφειλόμενο υπόλοιπο €81.483, 32σ.. Εν σχέση προς την πιο πάνω εκδοχή της Ενάγουσας / Αιτήτριας, διακρίνονται οι εξής διαζευκτικές εκδοχές από πλευράς Εναγομένων꞉ Πρώτον, ότι το επίδικο γραμμάτιο δεν αποτελεί «γραμμάτιο συνήθους τύπου» κατά την έννοια του άρθρου 78 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149, επειδή δήθεν δεν υπάρχει πρόνοια σε αυτό για τόκο πληρωτέο από την ημερομηνία υπογραφής του γραμματίου, αλλά μόνο πρόνοια για τόκο από μεταγενέστερη ημερομηνία, ήτοι από την 30ης Απριλίου 2019 που θα ήταν απαιτητό και πληρωτέο το ποσό του γραμματίου. Σχετικές οι παρα. 4(α) έως (γ) της ένορκης δήλωσης του Εναγόμενου 1. Δεύτερον, ότι αμφότερα τα γραμμάτια που είχαν υπογραφεί στις 23.3.2012 ακυρώθηκαν πριν τη λήξη του μηνός Μαρτίου του 2012 και επιστράφηκαν τα πρωτότυπα στον Εναγόμενο αρ. 1, γι'αυτό και τα έχει στην κατοχή του και τα παρουσιάζει στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο Β στην ένορκη δήλωσή του. Σχετική η παρα. 4(δ)(iv) της ένορκης δήλωσης του Εναγόμενου 1. Τρίτον, ότι ακολούθησε άλλη συμφωνία, μεταξύ της Ενάγουσας και του Εναγομένου 2, ως το Τεκμήριο Γ που παρουσιάζει ο Εναγόμενος 1 στην ένορκη δήλωσή του για αποπληρωμή της οφειλής που είχε ο Εναγόμενος 1 προς την Ενάγουσα κατά ή περί την 1.4.2012, υπό όρους αποπληρωμής που αναγράφονται ρητά στην εν λόγω συμφωνία. Σχετική η παρα. 4(δ)(iv)(v) της ένορκης δήλωσης του Εναγόμενου 1. Τέταρτον, ότι με προμήθειες του χαρτοφυλακίου του Εναγόμενου 1, έχει εξοφληθεί το ισχυριζόμενο από την Ενάγουσα οφειλόμενο ποσό και ουδένα ποσό οφείλει αυτός σήμερα στην Ενάγουσα. Σχετική η παρα. 4(δ)(xi) της ένορκης δήλωσης του Εναγόμενου 1. Πέμπτον, ότι είναι ο Εναγόμενος 1 που έχει να παίρνει από την Ενάγουσα ποσό για τις προμήθειές του, για το οποίο επιφυλάσσει τα δικαιώματά του. Σχετική η παρα. 4(δ)(xi) της ένορκης δήλωσης του Εναγόμενου 1. Αναφορικά με την αιτίαση ότι το επίδικο γραμμάτιο δεν είναι γραμμάτιο συνήθους τύπου, το Δικαστήριο θα πρέπει αναπόφευκτα να επεξηγήσει τη νομική έννοια του όρου αυτού. Στην απόφαση, ημερομηνίας 22.6.1990, στην Πολιτική Έφεση 7432, Βαρνάβας Παύλου κ.α. -ν- Ελληνικής Τράπεζας Λτδ.
(1990)1 ΑΑΔ 483 σημειώθηκε ότι το ζήτημα κατά πόσο ένα γραμμάτιο αποτελεί γραμμάτιο συνήθους τύπου, αποφασίζεται αναλόγως του αν αυτό πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 78 του περί Συμβάσεων Νόμου, κεφ. 149, το οποίο προβλέπει τα εξής: "A. 'Bond in customary form' is a promise in writing made by one person to another signed by the maker in the presence of at least two witnesses themselves competent to contract, engaging to pay, on demand or at a fixed or determinable future time, a sum of money to a person specified therein, together with interest at a rate fixed therein not exceeding nine per centum per annum and, in the event of any legal proceedings thereon, the costs thereof, and stating therein the consideration for which it is given." Σε μετάφραση: «Γραμμάτιο συνήθους τύπου» είναι έγγραφη υπόσχεση, που γίνεται από ένα πρόσωπο σε άλλο και υπογράφεται από τον εκδότη, στην παρουσία δύο τουλάχιστον, ικανών για να συμβάλλονται, μαρτύρων, για την πληρωμή, σε πρώτη ζήτηση ή σε καθορισμένο ή μελλοντικό χρόνο που προσδιορίζεται, στο πρόσωπο που καθορίζεται στο γραμμάτιο ποσού χρημάτων, πλέον τόκον που ορίζεται σ' αυτό κατ' ανώτατο όριο προς εννέα τα εκατό κατ' έτος και, σε περίπτωση λήψης δικαστικών μέτρων πάνω σ' αυτό τα συναφή έξοδα, και που να φαίνεται σ' αυτό η αντιπαροχή για την οποία γίνεται η υπόσχεση." Στην περίπτωση Παπαστράτης ν Οικονόμου
(1970)1 Α.Α.Δ. 11 διευκρινίστηκε ότι απαιτείται πιστή τήρηση των προνοιών του άρθρου 78, για να θεωρείται ένα γραμμάτιο συνήθους τύπουː "In our view the provisions of section 78 have to be strictly complied with if a bond is to be a bond in customary form; and this view is strengthened by the kind of provisions set out in sections 79 and 80 of Cap.
- Moreover, it has to be borne in mind, that a bond in customary form is granted by the Limitation of Actions Law (Cap.15) a much longer lease of life, for purposes of proceedings based on it, than ordinary bonds, and for this reason, too, we think that it is quite important that formalities regarding a bond in customary form should be fully complied with." Σε μετάφραση: "Κατά τη γνώμη μας οι πρόνοιες του άρθρου 78 πρέπει να τηρούνται αυστηρά για να θεωρηθεί ένα γραμμάτιο ως γραμμάτιο συνήθους τύπου. Και αυτή η άποψη ενισχύεται από τις πρόνοιες των άρθρων 79 και 80 του Κεφ.
- Πρόσθετα, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ότι στο γραμμάτιο συνήθους τύπου δίδεται από τον περί Παραγραφής Νόμο (Κεφ.15) μεγαλύτερο χρονικό διάστημα ισχύος, για σκοπούς αγωγής πάνω σε αυτό, παρά στα συνήθη γραμμάτια, και επομένως και γι' αυτό το λόγο είμαστε της γνώμης ότι είναι πολύ σημαντικό οι τυπικότητες που αφορούν την έκδοση γραμματίου συνήθους τύπου να τηρούνται απολύτως." Τα απαραίτητα συστατικά στοιχεία είναι꞉ (α) να έχει υπογραφεί το γραμμάτιο από τον εκδότη του στην παρουσία δύο μαρτύρων ικανών για το συμβάλλεσθαι, (β) να προσδιορίζεται το πρόσωπο προς όφελος του οποίου ο εκδότης αναλαμβάνει την υπόσχεση πληρωμής του χρέους (γ) να προσδιορίζεται ο χρόνος αποπληρωμής του χρέους (δ) να προσδιορίζεται το ποσοστό του τόκου που θα χρεώνεται, κατ' ανώτατο όριο εννέα τοις εκατό κατ' έτος, (ε) να καθορίζεται ότι, σε περίπτωση λήψης δικαστικών μέτρων πάνω σ' αυτό, τα συναφή έξοδα θα τα επωμίζεται ο οφειλέτης του χρέους, και (στ) να φαίνεται στο γραμμάτιο η αντιπαροχή για την οποία γίνεται η υπόσχεση. Στην παρούσα υπόθεση, το επίδικο γραμμάτιο περιέχει όλα τα πιο πάνω στοιχεία. Ο δε ισχυρισμός του Εναγόμενου 1 ότι θα έπρεπε ο τόκος να τρέχει από την ημερομηνία υπογραφής του γραμματίου, δεν συνάδει με το λεκτικό του ίδιου του άρθρου 78, αφού πουθενά σε αυτό δεν συσχετίζεται το πληρωτέο του τόκου με την ημερομηνία υπογραφής του γραμματίου, αλλά αντίθετα συσχετίζεται εκ της επίμαχης διάταξης του άρθρου 78 με την ημερομηνία κατά την οποία τα μέρη συμφώνησαν να είναι ληξιπρόθεσμο και απαιτητό το κεφάλαιο του γραμματίου. Από εκείνην την ημερομηνία λογίζεται απαιτητός και ο τόκος. Επομένως, δεν ευσταθεί ο λόγος που επικαλέστηκαν οι Εναγόμενοι 1 έως 4, διαμέσω της ένορκης δήλωσης του Εναγόμενου 1, για να αμφισβητήσουν ότι δεσμεύτηκαν έναντι της Ενάγουσας δυνάμει γραμματίου συνήθους τύπου ή/και εγγύησης για τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τέτοιο γραμμάτιο. Υπό το φως όλων των ανωτέρω παρατηρήσεων, κρίνω πως δεν υπάρχει οτιδήποτε στην όψη του περιεχομένου του επίδικου γραμματίου που να δημιουργεί συζητήσιμη υπεράσπιση προς όφελος του Εναγομένου 1 στη βάση του ότι αυτό δεν εμπίπτει στην έννοια του όρου «γραμμάτιο συνήθους τύπου» του άρθρου 78 του Κεφ.
- Η δε συμβατότητα αυτού με το γεγονός ότι δόθηκε εγγύηση γι'αυτό από τους Εναγόμενους 2, 3 και 4, διασφαλίζεται στη βάση των προνοιών του Άρθρου 79 του Κεφ. 149, το οποίο προβλέπει ότι «Το γραμμάτιο συνήθους τύπου δεν είναι άκυρο από μόνο το λόγο ότι αυτό ασφαλίζεται με εγγύηση, ή ενέχυρο ή υποθήκη επί ακίνητης ιδιοκτησίας και περιλαμβάνει σχετικές προς τούτο ρήτρες.» Προκειμένου περί γραμματίου συνήθους τύπου, είναι περιορισμένες εκ του Νόμου οι υπερασπίσεις που δύνανται να εγερθούν. Αυτές προβλέπονται στην επιφύλαξη του άρθρου 80 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 (βλ. Raif v Dervish
(1971)1 CLR 158, Χριστοφόρου κ.α. ν Paneuropean Insurance Co. Ltd
(2002)1 (Γ) ΑΑΔ 1644), που έχει ως ακολούθωςː «
- Σε κάθε δικαστικό μέτρο που λήφθηκε βάσει γραμματίου συνήθους τύπου, το περιεχόμενο του εν λόγω γραμματίου συνιστά αμάχητη απόδειξη των γεγονότων που εκτίθενται σε αυτόː Νοείται ότι, σε οποιοδήποτε τέτοιο δικαστικό μέτρο, αποτελεί επαρκή υπεράσπιση το γεγονός ότι η υπογραφή του οφειλέτη χρέους ή άλλου που υπόγραψε το γραμμάτιο δεν είναι στην πραγματικότητα η υπογραφή του, ή ότι η έκδοση του γραμματίου επιτεύχθηκε συνεπεία εξαναγκασμού ή απάτης ή υπό περιστάσεις που ανάγονται σε εξαναγκασμό ή απάτη.». Στην παρούσα υπόθεση, ο Εναγόμενος 1, ως οφειλέτης του χρέους, δεν αμφισβητεί την υπογραφή του επί του επίδικου γραμματίου, ούτε ισχυρίζεται ότι εξαναγκάστηκε ή εξαπατήθηκε στο να το υπογράψει. Επομένως, δεν εγείρεται οποιαδήποτε υπεράσπιση εντός του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 80 του Κεφ.
- Αντί τούτου, ο Εναγόμενος 1 ισχυρίζεται ότι ακυρώθηκαν και τα δύο γραμμάτια που είχε υπογράψει στις 23.3.2012 πριν το τέλος του Μάρτη 2012, ήτοι εντός λίγων ημερών. Ένας τέτοιος ισχυρισμός, αν γινόταν επί της ουσίας του αποδεκτός ως αληθοφανής και πειστικός στο μέτρο που απαιτείται κατά το παρόν στάδιο της δικαστικής διαδικασίας, θα ήταν πράγματι ικανός να αποτελέσει λόγο να του δοθεί άδεια για καταχώριση υπεράσπισης με σκοπό να διεξαχθεί πλήρης ακρόαση ως προς αυτόν. Αξιολογώ λοιπόν τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς που έχουν προβληθεί για να αποδείξουν ή, απεναντίας, να καταρρίψουν το αληθοφανές ή/και εύλογο ή/και καλόπιστο αυτής της γραμμής υπεράσπισης. Παρατηρώ ότι, αφενός, ο Εναγόμενος 1 επικαλείται προς απόδειξη του καλόπιστου αυτής της γραμμής υπεράσπισης꞉ Το ότι του επιστράφηκε το πρωτότυπο έγγραφο γραμματίου και το έχει στην κατοχή του, ενώ η Ενάγουσα παρουσίασε στο Δικαστήριο μόνο αντίγραφο. Ότι ενώ ο πατέρας του Εναγόμενου 1 (εδώ Εναγόμενος 2) ανέλαβε εγγυητής του επίδικου γραμματίου στις 23.3.12, εντούτοις, μετά την ακύρωσή του, δεσμεύτηκε με χωριστή συμφωνία να αποπληρώσει το ποσό οφειλής που είχε ο εναγόμενος 1 μέχρι 1.4.2012 προς την Ενάγουσα. Από την άλλη, η Ενάγουσα, μέσα από την Συμπληρωματική αγόρευση της συνηγόρου της, εισηγείται ότι꞉ · (Βλ. σελ. 3 της αγόρευσης) - Κατά την υπογραφή των γραμματίων υπογράφονται 2 πρωτότυπα. Το ένα κρατείται από την ενάγουσα και το άλλο παραδίδεται στον οφειλέτη που υπογράφει τα γραμμάτια. · (Βλ. σελ. 3 της αγόρευσης) - Τα επίδικα γραμμάτια ουδέποτε ακυρώθηκαν από την αιτήτρια και ουδέποτε η αιτήτρια επέστρεψε τα επίδικα γραμμάτια στον εναγόμενο 1 αναγράφοντας τη λέξη "άκυρο" επάνω. · (βλ. σελ. 5 της αγόρευσης) - Η θέση των εναγομένων ότι είναι μοιραίο το γεγονός ότι δεν παρουσιάστηκαν τα πρωτότυπα των εγγράφων αλλά αντίγραφα αυτών για την υπόθεση της αιτήτριας, θα πρέπει να απορριφθεί καθότι τα εν λόγω τεκμήρια ουδέποτε αμφισβητήθηκε από τους εναγόμενους ότι είναι τα επίδικα γραμμάτια και ως εκ τούτου θα πρέπει να θεωρηθούν αποδεκτή μαρτυρία από το Δικαστήριο. Παραπέμπει η συνήγορος της Ενάγουσας στις συνεκδικασθείσες εφέσεις ΑΝΤΕΝΝΑ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. ΑΡΧΗΣ ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ ΚΥΠΡΟΥ
(2010)1Β Α.Α.Δ 1079, εξετάστηκε παρόμοιο ζήτημα και αποφασίσθηκε ότι για να ενεργοποιηθούν οι πρόνοιες του άρθρου 34 του Κεφ. 9, θα πρέπει το επίδικο έγγραφο να είναι υπό αμφισβήτηση ως προς την ύπαρξη του. Καταλήγει να εισηγείται η συνήγορος της Εναγουσας ότι στην παρούσα περίπτωση, δεν προβάλλεται ως αμφισβήτηση επί της ουσίας, επί του ότι δηλαδή όντως εκδόθηκαν τα έγγραφα των γραμματίων. Συνεπώς, δεν αναφύεται οποιοδήποτε πρόβλημα από το γεγονός ότι στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση της ενάγουσας δεν κατατέθηκαν σε πρωτότυπη μορφή τα έγγραφα των γραμματίων. Κρίνω δίκαιο να σημειώσω ότι όσα η συνήγορος της Ενάγουσας ισχυρίζεται θα έπρεπε κανονικά να αποτελούν αντικείμενο Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης της κας Μιχαηλίδου ή/και οποιουδήποτε άλλου προσώπου εξουσιοδοτημένου από την Ενάγουσα, διότι το ζήτημα του αν ακυρώθηκε ή μη το επίδικο ή τα επίδικα γραμμάτια είναι ζήτημα πραγματικών γεγονότων και όχι απλώς νομικό έτσι ώστε να το απαντά η συνήγορος με αγόρευση. Εδώ προφανώς, μη έχοντας εξ αρχής αντιληφθεί ότι είχε καταχωρηθεί ένσταση στην αίτηση, η πλευρά της Ενάγουσας δεν ετοιμάστηκε έγκαιρα για το ενδεχόμενο καταχώρισης Συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης για αντίκρουση του εν λόγω ισχυρισμού γεγονότος. Επομένως, ο Εναγόμενος παρουσίασε πρωτότυπο έγγραφο των δύο γραμματίων, που φέρει χειρόγραφη σημείωση της λέξης «άκυρο», γραμμένης με πέννα, διαγώνια, στην πρώτη σελίδα έκαστου εξ αυτών, και δεν υπήρξε πραγματικός αντίλογος από ενόρκως δηλούντα. Συγχρόνως, η εκδοχή του Εναγόμενου 1 ότι, λόγω ακριβώς της ακύρωσης των γραμματίων, για τα οποία ήταν υπόλογοι και οι τέσσερις Εναγόμενοι, ανέλαβε αποκλειστικά την ευθύνη ο πατέρας του Εναγόμενου 1 (εδώ Εναγόμενος 2) με τη σύναψη ξεχωριστής συμφωνίας μεταξύ εκείνου και της Ενάγουσας, παρατηρώ ότι υποστηρίζεται, αφενός, από το γεγονός ότι η ίδια η Ενάγουσα παραδέχεται τη σύναψη εκείνης της ξεχωριστής συμφωνίας και την παρουσιάζει ως τεκμήριο η κα Μιχαηλίδου, και, αφετέρου, από το γεγονός ότι η Κατάσταση Λογαριασμού που η ίδια η Ενάγουσα παρουσίασε διαμέσω της κας Μιχαηλίδου ως Τεκμήριο Δ δείχνει να γίνονταν πληρωμές κατά τρόπο που εκ πρώτης όψεως συνάδουν με τους όρους αποπληρωμής της οφειλής που περιγράφονταν στην εν λόγω νέα συμφωνία μεταξύ του Εναγόμενου 2 και της Ενάγουσας. Θυμίζω ότι σύμφωνα με τους όρους αυτούς (βλ. το Τεκμήριο Γ της Ε/Δ της κας Μ. Μιχαηλίδου και αντίστοιχα το Τεκμήριο Τεκμήριο Γ της Ε/Δ του Εναγόμενου 1), ο Εναγόμενος 2 συμφώνησε να καταβάλλει μηνιαίες δόσεις €1000 αρχής γενομένης της 1ης Απριλίου 2012, το οποίο ποσό θα προέρχετο από κατάθεση του Εναγομένου 2 προσωπικά ή/και από πιστώσεις προμηθειών του χαρτοφυλακίου. Ειδικότερα, φαίνεται ότι γίνονταν από μήνα σε μήνα «μεταφορές υπολοίπου από λογαριασμό προμηθειών» και «καταθέσεις έναντι υπολοίπου». Υπό το φως των πιο πάνω, κρίνω ότι τα γεγονότα στην παρούσα αγωγή δεν είναι τόσο απλά και ξεκάθαρα όσο τα παρουσιάζει η πλευρά της Ενάγουσας διαμέσω της κας Μιχαηλίδου και ότι είναι δίκαιο να δοθεί στους Εναγόμενους η ευκαιρία να καταχωρήσουν Έκθεση Υπεράσπισης για να εγείρουν την ισχυριζόμενη εκδοχή περί ακύρωσης των γραμματίων και σύναψης νέας συμφωνίας μεταξύ του Εναγόμενου 2 και της Ενάγουσας για εκπλήρωση της οφειλής που είχε ο Εναγόμενος 1 προς αυτήν κατά ή περί την 1.4.2012. Λαμβάνω, συγχρόνως, υπόψη μου ότι, σύμφωνα με τους ισχύοντες Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, είναι επιτρεπτό για έναν διάδικο να δικογραφεί διαζευκτικές βάσεις απαίτησης ή, αντίστοιχα, διαζευκτικές βάσεις υπεράσπισης, αν και είναι προτιμητέο να επιλεγει κατά την έναρξη της ακρόασης ποιαν από αυτές θα προωθήσει και να εγκαταλείπει τις όποιες αντιφατικές. Εδώ, εν προκειμένω, παρατηρώ ότι την ίδια ώρα που οι Εναγόμενοι επικαλούνται την ακύρωση των γραμματίων ως γραμμή υπεράσπισης, εγείρουν επίσης τον ισχυρισμό περί εξόφλησης των γραμματίων, κάτι που είναι αντιφατικό. Λαμβάνω επίσης υπόψη ότι δεν είναι ανεπίτρεπτο επί της ουσίας να εγείρεται τέτοια υπεράσπιση σε υπόθεση γραμματίου συνήθους τύπου, με το σκεπτικό ότι η εξόφληση αποσβένει την οφειλή (βλ. Κανναουρίδης ν. Οικοδομικής Εταιρείας Τακτικών Κυβερνητικών Εργατών Κύπρου «Η Μέριμνα» Λτδ
(2002)1 Α.Α.Δ. 1390). Υπό το φως των πιο πάνω επισημάνσεών μου, κρίνω δίκαιο να δώσω να σημειώσω ότι δεν ευσταθεί η θέση της συνηγόρου της Ενάγουσας στην αγόρευσή της ότι ο Εναγόμενος 1 ουδέποτε αμφισβήτησε στην ένορκη δήλωσή του την Κατάσταση Λογαριασμού. Απεναντίας, εκείνος αμφισβητεί την ορθότητα της Κατάστασης Λογαριασμού σε ό,τι αφορά τις πιστώσεις προμηθειών που γίνονταν ή/και που έπρεπε να γίνονταν από το χαρτοφυλάκιό του έναντι του χρέους και ισχυρίζεται ότι δικαιούτο σε τόσες προμήθειες ώστε να υπήρξε εξόφληση των γραμματίων. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταρρίψει αυτή τη γραμμή υπεράσπισης, χωρίς να δώσει λογική ευκαιρία στον Εναγόμενο να παραθέσει στοιχεία κατά την ακρόαση. Δίδω άδεια να δικογραφηθεί και αυτή η διαζευκτική εκδοχή υπεράσπισης, εφιστώντας όμως την προσοχή του Εναγόμενου 1 στην αντιφατικότητα αυτής της γραμμής υπεράσπισης με την έτερη γραμμή που άπτεται της ακύρωσης των γραμματίων. Από την άλλη η γραμμή υπεράσπισης που άπτεται της παράλειψης χαρτοσήμανσης των γραμματίων, δεν αποτελεί εύλογη βάση υπεράσπισης, αφού όπως ορθά επισημαίνει η συνήγορος της Ενάγουσας, βάσει του άρθρου 35
(2)[3] του Περί Χαρτοσήμων Νόμου του 1963, όπως έκτοτε τροποποιήθηκε, θα μπορούσαν να δοθούν οδηγίες από το Δικαστήριο όπως τύγχαναν χαρτοσήμανσης δεόντως τα γραμμάτια από την Αιτήτρια προτού συντάσσετο η απόφαση που θα εκδίδετο (βλ. απόφαση ημερ. 7.9.2015 στην Αίτηση Εκκαθάρισης 909/2011, Αναφορικά με την εταιρεία CRAZIENO HOLDINGS LTD, καθώς και την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου, ημερ. 23.11.2015, στην Πολιτική Αίτηση αρ.151/15, Αναφορικά με την Αίτηση της JointStock Commercial Bank "Bank of Moscow"(Open JointStock Company). Επομένως, δεν δικαιολογείται η παροχή άδειας για έγερση τέτοιας γραμμής υπεράσπισης. Κατάληξη Υπό το φως όλων των προεκτεθέντων, η αίτηση της Ενάγουσας για συνοπτική απόφαση απορρίπτεται. Δίδεται άδεια στους Εναγόμενους - Καθ'ων η αίτηση 1 έως 4 να καταχωρήσουν Έκθεση Υπεράσπισης εντός 1 μηνός από την έκδοση της παρούσας απόφασης. Τα δικηγορικά έξοδα της αίτησης, πλέον ΦΠΑ και έξοδα επίδοσης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων - καθ'ων η αίτηση και εναντίον των Εναγόντων - Αιτητών. Θα είναι, όμως, πληρωτέα στο τέλος της δίκης. (υπ.).............................................. Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο