Αναφορικά με τον Β. Μ. ν. Αναφορικά με την Αίτηση, ημερ. 27.5.2020, της I. S., μητέρας και ασκούσας την αποκλειστική γονική μέριμνα της ανήλικης Μ. Δ. Μ., μοναδικής κληρονόμου του αποβιώσαντος, Αίτηση Αρ. 441/15, 22/2/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A287 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΠΙΚΥΡΩΣΗΣ ΔΙΑΘΗΚΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ։ Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αίτηση Αρ. 441/15 Αναφορικά με τον Β. Μ. τέως από τη Λευκωσία, αποβιώσαντα, αρ. ταυτ.ΧΧΧXX06 και Αναφορικά με την Αίτηση, ημερ. 27.5.2020, της I. S., μητέρας και ασκούσας την αποκλειστική γονική μέριμνα της ανήλικης Μ. Δ. Μ., μοναδικής κληρονόμου του αποβιώσαντος, από τη Λευκωσία. Ημερομηνία։ 22 Φεβρουαρίου, 2021 Εμφανίσεις։ Για την Αιτήτρια։ η Αιτήτρια αυτοπροσώπως. Για τη συνδιαχειρίστρια, κα Κ. Χ.։ κ. Βρακάς Χαράλαμπος. Για τον έτερο συνδιαχειριστή, κ. Α. Μ.։ κ. Παντελής Πασχαλίδης, για Κλεόπας & Κλεόπας Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση αίτηση, η Αιτήτρια εξαιτείται։ «(Α) Διάταγμα του Δικαστηρίου, με το οποίο να επιτρέπεται η παύση και/ή αντικατάσταση της κας Κ.Χ. ως συνδιαχειριστή της περιουσίας του πιο πάνω αποβιώσαντα. (Β) Διάταγμα του Δικαστηρίου, με το οποίο να διορίζεται η κα I. S., Α.Δ.Τ. XXXXX22 σαν συνδιαχειρίστρια της περιουσίας του πιο πάνω αποβιώσαντα σε αντικατάσταση της κας Κ. Χ. (Γ) Οποιοδήποτε άλλο Διάταγμα το Δικαστήριο ήθελε κρίνει δίκαιο και σκόπιμο υπό τις περιστάσεις.». Η αίτηση βασίζεται στον περί Διαχειρίσεως Νόμο, Κεφ. 189, άρθρα 23, 52
(1)(β), στους περί Διαχειρίσεως Περιουσιών Κανονισμούς, στους Διαδικαστικούς Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.39, θ.1-21, Δ.48, θ.1-13, Δ.64, στη νομολογία του Δικαστηρίου και επί των γενικών και συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση φαίνονται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση της Αιτήτριας, ημερ. 27/5/
- Παραθέτω αυτούσιο το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεώς της։ «
- Είμαι η μητέρα και ασκώ την αποκλειστική γονική μέριμνα της ανήλικης Μ. Δ. Μ., μοναδικής κληρονόμου του ανωτέρω αναφερόμενου αποβιώσαντα.
- Γνωρίζω πολύ καλά και προσωπικά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Για όσα γεγονότα δεν έχω προσωπική γνώση, αναφέρω την πηγή της πληροφόρησής μου.
- Σύμφωνα με διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 20/08/2015 που εκδόθηκε στα πλαίσια της διαχείρισης με αρ. 441/2015 έχουν διορισθεί για να ενεργούν ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντα, ο κ. Α. Μ., αδερφός του αποβιώσαντα, ο οποίος είναι και ο κατονομαζόμενος εκτελεστής της διαθήκης του και η κα Κ. Χ., μετά και από δική μου συγκατάθεση.
- Κατά ή περί το Μάρτιο του 2020, ενημερώθηκα από την κα Κ. Χ. ότι έχει διοριστεί στη θέση του Δικηγόρου της Δημοκρατίας στη Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας και ο διορισμός αυτός θα είχε ισχύ από την 02/04/
- Λόγω της κατάστασης που έχει δημιουργηθεί με τον κορωνοϊό και των μετέπειτα μέτρων που λήφθηκαν και εξ όσων έχω πληροφορηθεί από την ίδια, ο διορισμός της θα έχει τελικά ισχύ από την 01/06/
- Ένεκα του διορισμού της κας Κ. Χ. στη θέση του Δικηγόρου στη Νομική Υπηρεσία της Κυπριακής Δημοκρατίας είναι πραγματικά και νομικά αδύνατο και/ή εμποδίζεται από του να συνεχίσει να προσφέρει υπηρεσίες ως διαχειριστής - δικηγόρος στη διαχείριση.
- Ως πολύ καλά γνωρίζω, όλη η ακίνητη περιουσία του αποβιώσαντα έχει μεταβιβαστεί στην ανήλικη πριν από το τέλος του
- Παραμένει να μεταβιβαστεί στην ανήλικη η κινητή περιουσία του αποβιώσαντα ώστε να προχωρήσει η καταχώριση των τελικών λογαριασμών, προσχέδιο των οποίων έχει ετοιμαστεί μέχρι το σημείο που έχει φθάσει σήμερα η διαχείριση από την κα Χ.
- Ως έχω επίσης πληροφορηθεί, με απόφαση της Επιτροπής Επίλυσης Εξωδικαστηριακών Διαφορών του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου η αμοιβή της κας Χ. καθορίστηκε στα €43.573,53σ. πλέον ΦΠΑ.
- Η καταβολή της ανωτέρω αμοιβής, καθώς και ποσό ύψους €1.720,00σ., το οποίο καταβλήθηκε από το γραφείο στο οποίο εργάζεται η κα Χ. για έξοδα της διαχείρισης εκκρεμεί μέχρι σήμερα.
- Ως εκ των ανωτέρω, θεωρώ ότι είναι ορθό και δίκαιο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα για να μπορέσει να συνεχίσει η διαχείριση.». Ο συνδιαχειριστής, κ. Α. Μ., ήγειρε ένσταση στην αίτηση. Η Ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης, που καταχωρήθηκε την 1.9.2020, φέρει ως νομική βάση της ένστασης τα άρθρα 52 και 53 του περί Διαχειρίσεως κληρονομιών Αποθανόντων Νόμου (Κεφ. 189), τη Δ.48, Κανονισμούς 1 - 7, τη Δ.55, Κανονισμούς 1 - 4 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στους περί Διαχειρίσεως Περιουσιών Αποβιωσάντων Διαδικαστικούς Κανονισμούς 1955 (1/1955), ως επίσης και επί της πρακτικής και των συμφυών του Δικαστηρίου. Οι συγκεκριμένοι λόγοι ένστασης είναι։ «Α. Η αίτηση νοσεί νομικά και/ή έχει εγερθεί επί λανθασμένου δικονομικού μέσου και/ή τύπου και/ή είναι αντικανονική και/ή δεν συνάδει με τις δικονομικές προϋποθέσεις έναρξης της διαδικασίας που προβλέπει και επιβάλλει το άρθρο 53
(1)του Κεφ. 189 και/ή ο περί Διαχειρίσεως Περιουσιών Αποβιωσάντων Διαδικαστικός Κανονισμός του 1955. Β. Διαζευκτικά του (Β) ανωτέρω, η Αιτήτρια υπό την προσωπική της ιδιότητα δεν έχει προσωπικό συμφέρον στην κληρονομιά και κατ'επέκταση locus standi για έγερση και προώθηση της υπό κρίση Αίτησης στη βάση του άρ. 52
(1)(β) του Κεφ. 189 και/ή οποιουδήποτε άλλου Νόμου ή κανονισμού. Γ. Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά του (Α) ή (Β) ανωτέρω, οι αξιούμενες θεραπείες δεν υποστηρίζονται από νομική βάση και/ή δεν παρατίθεται στο σώμα της Αίτησης επίκληση σε νομικό πλαίσιο που να δικαιολογεί και/ή να επιτρέπει στο Δικαστήριο να αποδώσει τις αξιούμενες από την Αιτήτρια θεραπείες ή οποιαδήποτε εξ αυτών και/ή το άρθ. 52
(1)(β) του Κεφ. 189, στο οποίο βασίζεται η Αίτηση δεν παρέχει στο Δικαστήριο εξουσία για παύση της κας Κ. Χ. και αντικατάστασή της με την Αιτήτρια. Δ. Οι λόγοι που επικαλείται η Ενόρκως Δηλούσα δεν δικαιολογούν την έκδοση οποιουδήποτε διατάγματος αντικατάστασης και/ή παύσης της συνδιαχειρίστριας κας Κ. Χ. και/ή δεν φανερώνουν και/ή δεν αποκαλύπτουν οποιοδήποτε λόγο προς άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης των αξιούμενων θεραπειών και/ή οποιουδήποτε διατάγματος. Ε. Η παρούσα Αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου (abuse of process of the Court).». Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση του συνδιαχειριστή κ. Α. Μ., εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση, ημερ.1.9.2020, του κ. Μ. Β., ο οποίος είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί στην παρούσα δικαστική διαδικασία τον συνδιαχειριστή κ. Μ. Ορκίζεται και λέγει ότι υιοθετεί τους νομικούς λόγους ένστασης που εκτίθενται στην Ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης. Σε ό,τι αφορά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, λέγει ο κ. Β., επί του όρκου του, ότι։ (
- i)Όλη η ακίνητη περιουσία έχει μεταβιβαστεί επ'ονόματι της ανήλικης. (
- ii)Έχουν γίνει όλα τα αναγκαία βήματα για να ολοκληρωθεί και να κλείσει η πιο πάνω διαχείριση. (iii) Παραμένει η πληρωμή της αμοιβής των διαχειριστών. (
- iv)Έχει εκδοθεί απόφαση από την Επιτροπή Επίλυσης Διαφορών, ημερ. 24 Ιουλίου 2019, στα πλαίσια της οποίας έχει καθοριστεί η αμοιβή των Διαχειριστών. Αντίγραφο της απόφασης επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α. (
- v)Η κα Χ. διορίστηκε στη Νομική Υπηρεσία περί το Μάρτιο του 2020 όπως αναφέρει η Αιτήτρια στην Ένορκη Δήλωση με ισχύ από 1 Ιουνίου 2020 και ως εκ τούτου θα μπορούσε κάλλιστα να προχωρούσε στα αναγκαία βήματα για ολοκλήρωση της διαχείρισης πριν την καταχώριση της παρούσας. (
- vi)Εν πάση περιπτώσει, ο διορισμός της κας Χ. στη Νομική Υπηρεσία δεν την εμποδίζει από το να ασκεί τα καθήκοντά της ως Διαχειρίστρια στην επίδικη διαχείριση και κατ' επέκταση δεν δικαιολογεί επίκληση του Άρθρου 52 του Κεφ. 189, ούτως ώστε να τυγχάνει εφαρμογής και να δικαιολογείται άσκηση δικαστικής εξουσίας. (vii) Το μόνο που έχει απομείνει για ολοκλήρωση και κλείσιμο της διαχείρισης είναι 2 - 3 τυπικές πληρωμές, οι οποίες είναι συν τοις άλλοις συμφωνημένες μεταξύ των συνδιαχειριστών, καθώς επίσης και η καταβολή της αμοιβής τους και ειδικότερα αυτής του κ. Α. Μ. Ενώ δηλαδή η Επιτροπή Επίλυσης Διαφορών έχει καθορίσει το ύψος των εξόδων της Διαχείρισης και συνάμα καθορίσει το ποσό που δικαιούται η κα Κ. Χ. (Ευρώ 45.573,53σ. πλέον ΦΠΑ), η τελευταία αυθαίρετα και παράνομα αρνείται να συναινέσει στην πληρωμή του υπόλοιπου ποσού - Ευρώ 21.786,77σ., στον κ. Α. Μ. (viii) Η ενέργεια επομένως τόσο της συνδιαχειρίστριας κας Κ. Χ. να μην συναινέσει στην πληρωμή της αμοιβής του κ. Α. Μ., αλλά και της εδώ Αιτήτριας να προωθήσει χωρίς υπόβαθρο την παρούσα, προκαλεί περαιτέρω καθυστέρηση και περιπλοκή του όλου θέματος, καθώς και αχρείαστα έξοδα - όλα εις βάρος της ανήλικης κληρονόμου. (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) Ως εκ των ανωτέρω λόγων που επικαλείται, ο κ. Β. αιτείται την απόρριψη της Αίτησης, με έξοδα εις βάρος της Αιτήτριας. Μετά την καταχώριση της ως άνω ένστασης του κ. Α. Μ., υποστηριζόμενης από την Ε/Δ του κ. Β., εμφανίσθηκε στο Δικαστήριο στις 14.10.20, η συνδιαχειρίστρια κα Κ. Χ. με τον συνήγορό της κ. Χ. Β. Κατά την ίδια δικάσιμο, τόσο η Αιτήτρια όσο και η κα Χ. ζήτησαν και έλαβαν την άδεια του Δικαστηρίου να καταχωρήσουν Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση προς υποστήριξη της υπό κρίση Αίτησης και αντίκρουσης των ισχυρισμών του κ. Β. Καταχωρήθηκαν, πράγματι, οι Συμπληρωματικές Ένορκες Δηλώσεις από την Αιτήτρια και την κα Χ. στις 16.11.2020. Στη δική της Συμπληρωματική Ε/Δ, η κα I. S., ορκίστηκε στην παρα. 4 τα εξής (τα παραθέτω αυτούσια)։ «4. Σε σχέση με όσα αναφέρονται στην παράγραφο 3 της ένορκης δήλωσης του κ. Β. και έχοντας προσωπική γνώση αλλά και από πληροφόρηση που λάμβανα από την κα Κ. Χ., η οποία με ενημέρωνε συνεχώς και πάντοτε για την πορεία της διαχείρισης, αναφέρω τα ακόλουθα։ (
- i)Η διαχείριση δεν μπορούσε να ολοκληρωθεί καθότι αναμένετο η απόφαση της Επιτροπής Επίλυσης Διαφορών. Αν και η απόφαση φέρει ημερομηνία 24 Ιουλίου 2019, αυτή η ημερομηνία είναι λανθασμένη. (
- ii)Η εν λόγω απόφαση εκδόθηκε περί τα τέλη Μαρτίου 2020, κάτι που γνωρίζει πολύ καλά ο κ. Μ. και προσπαθώντας να παραπλανήσει το Δικαστήριο ώστε να επιρρίψει αδίκως ευθύνες στην κα Χ., ψεύδεται για τα πραγματικά γεγονότα. Προς τεκμηρίωση του ισχυρισμού αυτού, επισυνάπτω ως Τεκμήριο 1 αλληλογραφία μεταξύ της κας Χ. και του κ. Μ. και του κ. Κ. ημερ. 9.3.2020, η οποία μου δόθηκε από την κα Χ., όταν τους ενημέρωσε για το διορισμό της στη Νομική Υπηρεσία και ανάμεσα σ' άλλα τους αναφέρει ότι δεν έχει λάβει ακόμα την απόφαση για την αμοιβή της. (iii) Περαιτέρω, το γεγονός ότι η απόφαση της Επιτροπής δεν εκδόθηκε από τον Ιούλιο του 2019 μπορεί να διαπιστωθεί από το Δικαστήριο από τα πρακτικά του φακέλου του Δικαστηρίου στις εμφανίσεις που γίνονταν από το 2019 μέχρι και τον Μάρτιο του 2020 όπου εμφανιζόταν μόνο η κα Χ. και σε κάποιες περιπτώσεις και εγώ η ίδια και επεξηγούσε στο Δικαστήριο την πορεία για ολοκλήρωση της διαχείρισης. (
- iv)Η μη καταβολή του ποσού των €21.786,77σ. στον κ. Α. Μ. οφείλεται αποκλειστικά στο γεγονός ότι εγώ εκ μέρους της ανήλικης δεν αποδέχομαι την καταβολή της πληρωμής αυτής λόγω προσωπικής ενημέρωσης που έλαβα από την κα γ. Σ, Γενική Διευθύντρια του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, σε μετάβασή μου στα γραφεία του Παγκύπριου τον Φεβρουάριο του 2020, όταν πήγα για να ενημερωθώ για την πορεία της υπόθεσης και να ρωτήσω αν θα εξέδιδαν την απόφασή τους σχετικά με τον καθορισμό της αμοιβής της κας Χ. (
- v)Κατά την επίσκεψή μου, η κα Σ. μου ανάφερε ότι ο κ. Μ. δεν δικαιούται οποιοδήποτε ποσό που τυχόν να αποφασιστεί από την Επιτροπή, καθότι η Επιτροπή προβαίνει μόνο σε καθορισμό του ποσού που θα λάβει ο δικηγόρος διαχειριστής. Μου ανέφερε ότι υπάρχει άλλη διαδικασία για τα φυσικά πρόσωπα που δεν είναι δικηγόροι για να υπολογιστεί η αμοιβή τους. Ως εκ της ανωτέρω ενημέρωσης που έχω λάβει, έχω ενημερώσει τόσο την κα Χ. όσο και τον κ. Μ., μετά την έκδοση της απόφασης από την Επιτροπή και όταν ζήτησε ο κ. Μ. το ποσό των €21.786, 77σ. ότι δεν αποδέχομαι την καταβολή αυτού του ποσού. Ανέφερα και στους δύο διαχειριστές όπως ο κ. Μ. ζητήσει από το Δικαστήριο όπως αποφασίσει εάν δικαιούται το ποσό αυτό και εάν όχι να καθοριστεί το ποσό που δικαιούται. Μέχρι σήμερα ο κ. Μ. δεν έχει προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια για επίλυση της διαφοράς και πιστοποίηση της αμοιβής του και επιμένει να του δοθεί το εν λόγω ποσό ισχυριζόμενος ότι η κα Χ. παράνομα και αυθαίρετα δεν αποδέχεται να του καταβληθεί το εν λόγω ποσό. (
- vi)Αντίθετα και εξ όσων έχω πληφορορηθεί είναι ο ίδιος που εκβιαστικά και για να εξαναγκάσει εμένα και την κα Χ. να του καταβάλλουμε ποσό το οποίο ως έχω πληροφορηθεί ανωτέρω δεν δικαιούται, αρνείται από τον Απρίλιο του 2020 να υπογράψει επιταγές που του είχαν αποσταλεί τόσο για την πληρωμή της αμοιβής της κας Χ. αλλά και άλλων εξόδων της διαχείρισης, ώστε να μπορέσουν να ολοκληρωθούν και υπογραφούν οι τελικοί λογαριασμοί. (vii) Η αμοιβή της κας Χ. δεν έχει καταβληθεί μέχρι σήμερα, παρά το γεγονός ότι υπάρχει απόφαση της Επιτροπής.». Στη δική της Ε/Δ η κα Κάτια Χατζηδημητρίου ορκίστηκε και είπε ότι στις 28.2.2020 αυτή αποδέκτηκε γραπτώς το διορισμό της στη θέση Δικηγόρου της Δημοκρατίας στη Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας με ισχύ από 2.4.2020. Στις 9.3.2020 αυτή ειδοποίησε τον συνδιαχειριστή και το δικηγόρο του για το ότι λόγω του διορισμού της καθίσταται πλέον αδύνατο να συνεχίσει να ενεργεί ως διαχειρίστρια και εκείνοι δεν έφεραν ένσταση στην αντικατάστασή της. Μάλιστα, η μητέρα της κληρονόμου (εδώ Αιτήτρια) είχε δώσει τότε τη συγκατάθεσή της να διοριστεί ο κ. Λ. Χ. στη θέση της κας Κ. Χ. και ο συνδιαχειριστής κ. Μ. είχε συμφωνήσει με αυτή την επιλογή. Ως εκ τούτου συμφωνήθηκε ότι η ίδια η κα Κ. Χ. θα καταχωρούσε την αίτηση για αντικατάστασή της. Δυστυχώς, λόγω των μέτρων της πανδημίας και το κλείσιμο των δικαστηρίων. Περαιτέρω, η κα Κάτια Χατζηδημητρίου εξήγησε στην Ε/Δ της (βλ. την παρα. 6) ότι, μέχρι τις 28.2.2020 που η ίδια αποδέχθηκε το διορισμό της στη Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας- είχε μεταβιβασθεί στην ανήλικη το σύνολο της ακίνητης περιουσίας του αποβιώσαντα, είχαν μεταφερθεί στον τραπεζικό λογαριασμό της διαχείρισης։ τα χρήματα τα οποία διατηρούσε σε καταθέσεις ο αποβιώσαντας, τα χρήματα τα οποία προήλθαν από την καταβολή ασφάλειας ζωής που διατηρούσε ο αποβιώσαντας, καθώς και τα χρήματα που προήλθαν από την πώληση του οχήματός του, εκκρεμούσε η ολοκλήρωση της διαγραφής της εταιρείας, της οποίας αποκλειστικός μέτοχος ήταν ο αποβιώσαντας, εκκρεμούσε η έκδοση της απόφασης της Επιτροπής Επίλυσης Εξωδικαστηριακών Διαφορών (στο εξής «η Επιτροπή»), στην οποία έγινε αίτημα για καθορισμό της αμοιβής της κας Χ. Λέγει η κα Κ. Χ. επί του όρκου της (βλ. την παρα. 8 - 14) ότι։ Την απόφαση της Επιτροπής την έλαβε στις 27.3.2020, αφού κατέβαλε τα σχετικά έξοδα για να της παραδοθεί (βλ. την απόδειξη πληρωμής των τελών ως Τεκμήριο Α). Στις 31.2.2020 αυτή ενημέρωσε, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, τόσο τον συνδιαχειριστή όσο και το δικηγόρο του για την απόφαση της Επιτροπής. Επειδή στο μεταξύ ο διορισμός της κας Χ. στο Δημόσιο είχε μετατεθεί για τις 4.5.2020 λόγω της πανδημίας, αυτή ενημέρωσε τον συνδιαχειριστή κ. Μ. ο οποίος διέμενε στην Αγγλία, ότι θα του έστελνε επιταγές στη διεύθυνση διαμονής του για να καταβληθεί η αμοιβή της, καθώς και διάφορα ποσά που οφείλονταν σε τρίτα πρόσωπα. Εκείνος απάντησε στην κα Χ. με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο (Τεκμήριο Β) στις 6.4.2020 ότι δεν θα υπέγραφε τις επιταγές, εκτός εάν εκδίδετο επιταγή και για τη δική του αμοιβή. Αυτό δεν έγινε μέχρι και τις 20.5.20 που ήταν ορισμένη η διαχείριση ενώπιον του Δικαστηρίου, διότι η μητέρα της ανήλικης διαφωνούσε με την έκδοση επιταγής για πληρωμή αμοιβής στον κ. Μ., δοθέντος της ενημέρωσης που η ίδια είχε από την κα Σ. Σ. του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου ότι δεν ο κ. Μ. δεν δικαιούταν να λάβει το 1/3 της αμοιβής που καθόρισε η Επιτροπή, αλλά αντίθετα έπρεπε να κινήσει άλλη διαδικασία για καθορισμό τυχόν δικής του αμοιβής. Τούτων δεδομένων, η κα Χ. ενημέρωσε το Δικαστήριο στις 20.5.20 προφορικά για την επιθυμία της να αποχωρήσει από τη θέση διαχειριστή λόγω του επικείμενου διορισμού της με ισχύ από 1.6.2020 στο Δημόσιο και να αντικατασταθεί με τη μητέρα της ανήλικης ως συνδιαχειρίστριας του κ. Μ. Επειδή όμως αυτό το προφορικό αίτημα προσέκρουσε σε ένσταση των δικηγόρων του συνδιαχειριστή, κατέληξε η μητέρα της ανήλικης να καταχωρεί την υπό κρίση αίτηση στο Δικαστήριο. Καταλήγει η κα Κ. Χ. να επισημαίνει και τονίζει στην παρα. 16 της ένορκης δήλωσής της, ημερ. 16.11.20, τα εξής։ «16. Επίσης, η μη καταβολή της αμοιβής του συνδιαχειριστή δεν οφείλεται σε δική μου άρνηση και ούτε γίνεται αυθαίρετα. Αυθαίρετη ενδεχομένως θα ήταν η συναίνεση και καταβολή εκ μέρους μου αμοιβής, η οποία δεν προνοείται από τη διαθήκη και για την οποία υπάρχει διαφωνία μεταξύ της μητέρας της ανήλικης κληρονόμου και του συνδιαχειριστή και για την οποία παρά την εισήγησή μου δεν έγιναν οποιαδήποτε διαβήματα για επίλυση τους, ώστε να καταστεί εφικτή η ολοκλήρωση της διαχείρισης. Η δε θέση του συνηγόρου του συνδιαχειριστή στο Δικαστήριο ότι θα έπρεπε εγώ να προχωρήσω με μέτρα για επίλυση του ζητήματος της αμοιβής, ευσεβάστως δεν με βρίσκει σύμφωνη». Και στην παρα. 19 της ίδιας ένορκης δήλωσης δηλώνει։ «19. Με βάση τα ανωτέρω γεγονότα, αλλά και του κωλύματος μου να ενεργώ ως δικηγόρος διαχειριστής, είναι η θέση μου ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να κάνει αποδεκτή την αίτηση, η οποία είναι καθόλα νομότυπη και ορθή, με διαταγή όπως ο συνδιαχειριστής προχωρήσει εντός καθορισμένης προθεσμίας στην υπογραφή επιταγής για την καταβολή της αμοιβής μου.». Σημειωτέον ότι στην παρα. 17 και 18 της ένορκης δήλωσής της η κα Χ. προβαίνει σε ορισμένες παρατηρήσεις σε σχέση με το ρόλο και βαθμό εμπλοκής του συνδιαχειριστή κ. Μ. στη διεκπεραίωση των υποθέσεων και/ή υποχρεώσεων της διαχείρισης και λέγει ότι στο πλαίσιο της διαχείρισης (όχι της υπό κρίση αίτησης) θα μπορούσε να προωθήσει το αίτημά του για αμοιβή για να κριθεί δικαστικά, εφόσον η αμοιβή που καθόρισε η Επιτροπή αφορά μόνο αμοιβή για δικηγόρους. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ. Στην παρούσα υπόθεση όπως προκύπτει από το φάκελο, κατά την ημερομηνία θανάτου του αποβιώσαντα μοναδική κληρονόμος δυνάμει διαθήκης που άφησε ο ίδιος ήταν η ανήλικη θυγατέρα του. Στην Ε/Δ ημερ. 9.7.2015 που εντοπίζω στο φάκελο του Δικαστηρίου, αναγράφεται η ημερομηνία γέννησης της θυγατέρας του (15.4.2009), από την οποία προκύπτει ότι η εν λόγω κληρονόμος εξακολουθεί ακόμη και σήμερα (22.2.2021) να είναι ανήλικη. Επισημαίνω επακόλουθα ότι το άρθρο 22
(1)του περί Διαχείρισης Κληρονομιών Αποθανόντων Νόμου, Κεφ. 189, προβλέπει ότι։ «22.-
(1)Όταv o μovαδικός εκτελεστής διαθήκης είvαι αvήλικoς, διαχείριση με επισυvημμέvη διαθήκη χoρηγείται στov κηδεμόvα τoυ, ή σε τέτoιo άλλo πρόσωπo ως τo Δικαστήριo ήθελε κρίvει σκόπιμo, μέχρι vα συμπληρώσει o αvήλικoς τo δέκατo όγδoo έτoς της ηλικίας τoυ, και κατά τη συμπλήρωση της πιo πάvω αvαφερόμεvης ηλικίας, και όχι πρoηγoυμέvως, δύvαται vα χoρηγηθεί σε αυτόv επικύρωση της διαθήκης.». Όπως παρατηρεί ο Αχιλλεύς Κ. Αιμιλιανίδης στο Σύγγραμμά του «Κυπριακό Κληρονομικό Δίκαιο», HIPPASUS Publishing, 2η έκδοση, 2014, στη σελ. 248, η αναφορά στον όρο «κηδεμόνας» μέσα στο Κεφ. 189, αφορά στον περί Κηδεμονίας Ανηλίκων και Ασώτων Νόμο, Κεφ. 277, ο οποίος όμως νόμος έχει καταργηθεί (βλ. το Ν.71(Ι)/92). Ωστόσο, η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, που έχει παραχθεί μετά το 1992 δείχνει ότι ο όρος «κηδεμόνας», πέραν του κατά νόμου διορισμένου κηδεμόνα - διαχειριστή, μπορεί να σημαίνει τον φυσικό κηδεμόνα ενός ανήλικου παιδιού, ήτοι το πρόσωπο που ασκεί τη γονική μέριμνα. Σύμφωνα με τον περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμο του 1990 (Ν.216/1990), όπως έκτοτε τροποποιήθηκε, και ιδίως βάσει του άρθρου 5
(1)(β), η γονική μέριμνα περιλαμβάνει «την εκπροσώπηση του τέκνου σε κάθε υπόθεση ή δικαιοπραξία που αφορούν το πρόσωπο ή την περιουσία του» και ενώ βάσει του άρθρου 5
(1)(α) η γονική μέριμνα ασκείται κανονικά από κοινού από τους γονείς του ανήλικου τέκνου, εντούτοις, βάσει του άρθρου 5
(2), «Σε περίπτωση όπου η γονική μέριμνα παύει λόγω θανάτου, κήρυξης σε αφάνεια, ή απουσίας του ενός γονέως, η γονική μέριμνα ασκείται αποκλειστικά από τον άλλο». Μάλιστα, η νομολογία έχει αναγνωρίσει δικονομικά, με βάση τη Δ.9, θ.12 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, το δικαίωμα ενός ανήλικου να κινεί, διαμέσω του πλησιέστερου συγγενή και φυσικού κηδεμόνος, δικαστική διαδικασία για διασφάλιση των συμφερόντων του (βλ. Λάμπη Ελένη, ανήλικη, διά του πλησιεστέρου αυτής συγγενούς και φίλου και φυσικού κηδεμόνος του πατρός της Αρίσταρχου Λάμπη ν. Δόμνας Μιλτιάδους
(2007)1 ΑΑΔ 725[1] Εδώ ακριβώς προσέρχεται ως Αιτήτρια η κα I. S. υπό την ιδιότητά της ως μητέρα και έχουσα την αποκλειστική γονική μέριμνα της ανήλικης κληρονόμου του αποβιώσαντος, να αξιώσει το διορισμό της ως διαχειρίστριας. Υπό το φως των όσων ανέφερα ανωτέρω, κρίνω ότι η μητέρα της ανήλικης κληρονόμου, έχουσα την αποκλειστική γονική μέριμνά της, είναι η φυσική κηδεμόνας της ανήλικης κληρονόμου και άρα είναι πρόσωπο ικανό κατά το άρθρο 22
(1)του Κεφ. 189 για να διορισθεί σε αυτή τη θέση. Απορρίπτω, λοιπόν, εξ αρχής το λόγο ένστασης «Β» που ήγειρε ο συνδιαχειριστής κ. Μ. και ο οποίος εδράζεται στη θέση ότι η Αιτήτρια δεν έχει locus standi να υποβάλει την αίτηση επειδή η ίδια δεν έχει προσωπικό συμφέρον στην κληρονομιά. Στην πραγματικότητα, λόγω ακριβώς της ανηλικότητας της μοναδικής κληρονόμου, η μητέρα ως κηδεμόνας της αποκτά locus standi για να αιτηθεί το διορισμό της ως διαχειρίστριας της περιουσίας. Πέραν των πιο πάνω, επισημαίνω ότι και από τις διατάξεις του άρθρου 23
(2)του Κεφ. 189 συνάγεται το ίδιο συμπέρασμα ως προς τη νομιμοποίηση της μητέρας ως κηδεμόνα της ανήλικης κληρονόμου να διοριστεί ως προσωπική αντιπρόσωπος της ανήλικης μέχρι πλήρους αποπεράτωσης της διαχείρισης εκκρεμούσης της ανηλικότητας της κληρονόμου։ «
(2)Αv υπάρχει έvας μόvo πρoσωπικός αvτιπρόσωπoς, o oπoίoς δεv είvαι δημόσιoς λειτoυργός, τότε κατά τη διάρκεια της αvηλικότητας δικαιoύχoυ (beneficiary) ή της ύπαρξης ισόβιας επικαρπίας και μέχρι τηv πλήρη απoπεράτωση της διαχείρισης της περιoυσίας τoυ απoθαvόvτoς, τo Δικαστήριo δύvαται, κατόπι αίτησης oπoιoυδήπoτε πρoσώπoυ πoυ έχει συμφέρov ή τoυ κηδεμόvα, διαχειριστή ή συvδίκoυ oπoιoυδήπoτε τέτoιoυ πρoσώπoυ, vα διoρίσει έvα ή περισσότερoυς πρoσωπικoύς αvτιπρoσώπoυς επιπρόσθετα με τov αρχικό πρoσωπικό αvτιπρόσωπo σύμφωvα με τoυς καvovισμoύς και διαταγές πoυ αφoρoύv τηv επικύρωση διαθηκώv.». Επομένως, αποδέχομαι ότι η Αιτήτρια είχε δικαίωμα να καταχωρήσει την υπό κρίση αίτηση με αντικείμενο το αιτητικό «(Β») της αίτησης που αφορά στο διορισμό της ίδιας ως διαχειρίστριας. Προχωρώ να εξετάσω αν νομιμοποιείται η Αιτήτρια να ζητά το δικό της διορισμό σε αντικατάσταση και παύση της υφιστάμενης διαχειρίστριας κας Χατζηδημητρίου. Σχετικό είναι το άρθρο 52 του Κεφ. 189 όπου προβλέπονται τα εξής։ «52.-
(1)Τo Δικαστήριo δύvαται αυταπάγγελτα ή με αίτηση oπoιoυδήπoτε πρoσώπoυ πoυ έχει συμφέρov στηv κληρovoμιά- (α) vα παύσει oπoιoδήπoτε εκτελεστή ή διαχειριστή για εσκεμμέvη παράλειψη ή παράπτωμα σχετικά με τη διαχείριση της κληρovoμιάς (β) vα χoρηγήσει έγγραφo διαχείρισης σε κάπoιo πρόσωπo για vα διεξαγάγει τη δέoυσα διαχείριση της κληρovoμιάς στη θέση εκτελεστή ή διαχειριστή πoυ παύθηκε, απεβίωσε ή κατέστη αvίκαvoς vα εvεργεί.
(2)Όταv χoρηγείται τo εv λόγω έγγραφo διαχείρισης, όλα τα δικαιώματα, καθήκovτα και εξoυσίες εκτελεστή ή διαχειριστή επάγovται στo vέo διαχειριστή.». Έχοντας μελετήσει όλες τις ένορκες δηλώσεις που τέθηκαν ενώπιον μου, αφενός, προς υποστήριξη της αίτησης και, αφετέρου, προς υποστήριξη της ένστασης, καταλήγω να κρίνω ότι καμία πλευρά δεν προώθησε ενώπιον μου ισχυρισμούς περί «εσκεμμένης παράλειψης ή παραπτώματος» από πλευράς της κας Χ. Οι εκατέρωθεν τοποθετήσεις επικεντρώνονται κατ' ουσίαν μόνο γύρω από το αν ο διορισμός της κας Χ. στη Δημόσια Υπηρεσία της Κυπριακής Δημοκρατίας, εκκρεμούσης της ολοκλήρωσης της διαχείρισης, την καθιστά ανίκανη να συνεχίσει να εκτελεί τα καθήκοντά της ως διαχειριστή ή όχι. Η πλευρά του συνδιαχειριστή κ. Μ. ισχυρίζεται ότι δεν κωλύεται η κα Χ. αν εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της παρά το διορισμό της στο δημόσιο, ενώ αντίθετη άποψη έχει η Αιτήτρια και η ίδια η κα Χατζηδημητρίου. Εδώ η ένορκη δήλωση που καταχώρησε η ίδια η κα Χατζηδημητρίου, όπου περιγράφονται όλες οι ενέργειες που αποπεράτωσε και το τί δεν πρόλαβε να αποπερατώσει, επ' ουδενί λόγω δεν δημιουργεί ζήτημα «εσκεμμένης παράλειψης» προς εξέταση από το Δικαστήριο. Ούτε από τα λεγόμενα του κ. Β. προκύπτει βάση για εξέταση τέτοιου ζητήματος. Ελλείψει μαρτυρίας για παράπτωμα ή εσκεμμένη παράλειψη του διαχειριστή κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, δεν τίθεται θέμα παύσης του από το Δικαστήριο. Κρίνω λοιπόν ότι δεν εφαρμόζεται στην υπό κρίση αίτηση το άρθρο 52
(1)(α) του Κεφ. 189 και δεν δικαιολογείται η παύση της κας Χ. ως αξιώνεται δυνάμει του αιτητικού «Α» της αίτησης. Απεναντίας, εκείνο που είναι θεμιτό και δικαιολογημένο να διατάξει το παρόν Δικαστήριο με βάση τη μαρτυρία που εισήχθη με τις ένορκες δηλώσεις είναι να εφαρμοσθεί η πρόνοια του άρθρου 52
(1)(β) του Κεφ. 189 και «vα χoρηγήσει έγγραφo διαχείρισης» στην Αιτήτρια για vα διεξαγάγει την υπολειπόμενη δέoυσα διαχείριση της κληρovoμιάς «στη θέση της διαχειρίστριας», κας Χ., επί τω ότι αυτή «κατέστη αvίκαvη vα εvεργεί». Το ότι η κα Χ. κατέστη ανίκανη να ενεργεί, άπαξ της έναρξης του διορισμού της ως μέλους της Δημόσιας Υπηρεσίας της Κυπριακής Δημοκρατίας, κρίνω ότι δεν θα έπρεπε να τελεί υπό αμφισβήτηση. Δεν νοείται δημόσιος υπάλληλος ο οποίος να ενεργεί για χάριν ιδιωτικών συμφερόντων και να εξουσιοδοτεί ή/ και υπογράφει για την καταβολή αμοιβής είτε στον ίδιο είτε σε τρίτο πρόσωπο, εκτός του πλαισίου των υπηρεσιακών του συμφερόντων βάσει του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου (Ν.1/90). Ορθά με έχουν παραπέμψει στις διατάξεις του άρθρου 65
(2)και του άρθρου 73 του εν λόγω Νόμου όπου προβλέπεται ότι։ «65.-
(2)Δεv επιτρέπεται σε δημόσιo υπάλληλo vα ασκεί oπoιoδήπoτε επάγγελμα ή επιτήδευμα ή vα ασχoλείται με oπoιαδήπoτε εργασία ή επιχείρηση εκτός από τηv εργασία τoυ στη δημόσια υπηρεσία:[.] Νοείται ότι, σε εξαιρετικές περιπτώσεις και με τη σύσταση της αρμόδιας αρχής, ο Υπουργός Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων δύναται να χορηγήσει άδεια σε δημόσιο υπάλληλο για μερική ιδιωτική απασχόληση ή πρόσληψη, μετά από αίτησή του, σύμφωνα με όρους και προϋποθέσεις που καθορίζονται από το Υπουργικό Συμβούλιο, εφόσον αυτή κρίνεται ότι δεν επηρεάζει την εκτέλεση των καθηκόντων του αιτητή ως δημόσιου υπαλλήλου: Νοείται περαιτέρω ότι, όροι και προϋποθέσεις που καθορίζονται από το Υπουργικό Συμβούλιο δεσμεύουν τον υπάλληλο κατά την υποβολή της αίτησης για εξασφάλιση άδειας μερικής ιδιωτικής απασχόλησης ή πρόσληψης, όπως και την αρμόδια αρχή κατά την εξέταση της υποβληθείσας αίτησης: Νοείται έτι περαιτέρω ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, στην περίπτωση μέλους του εναλλάξιμου προσωπικού ή υπαλλήλου υπηρετούντος με απόσπαση, ο όρος «αρμόδια αρχή» σημαίνει το Υπουργείο ή Ανεξάρτητο Γραφείο ή Υπηρεσία όπου το πρόσωπο αυτό υπηρετεί: Νοείται έτι περαιτέρω ότι, σε περίπτωση που, κατά τη διάρκεια της ισχύος της άδειας υπαλλήλου για μερική ιδιωτική απασχόληση ή πρόσληψης, διαπιστώνεται είτε από τον υπάλληλο είτε από την αρμόδια αρχή ότι παραβιάζεται οποιοσδήποτε όρος που καθορίστηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο, η άδεια τερματίζεται.». «73.-
(1)Δημόσιoς υπάλληλoς υπόκειται σε πειθαρχική δίωξη: (α) Αv διαπράξει παράπτωμα πoυ εvέχει έλλειψη τιμιότητας ή ηθική αισχρότητα (β) αv εvεργήσει ή παραλείψει κάτι με τρόπo πoυ ισoδυvαμεί με παράβαση oπoιoυδήπoτε από τα καθήκovτα ή τις υπoχρεώσεις δημόσιoυ υπαλλήλoυ.
(2)Για τoυς σκoπoύς τoυ άρθρoυ αυτoύ o όρoς "καθήκovτα ή υπoχρεώσεις δημόσιoυ υπαλλήλoυ" περιλαμβάvει κάθε καθήκov ή υπoχρέωση πoυ επιβάλλεται σε δημόσιo υπάλληλo δυvάμει τoυ Νόμoυ αυτoύ ή oπoιoυδήπoτε άλλoυ vόμoυ ή Καvovισμώv ή δυvάμει oπoιασδήπoτε διoικητικής πράξης πoυ γίvεται με βάση αυτoύς ή δυvάμει oπoιασδήπoτε διαταγής ή oδηγίας πoυ εκδόθηκε.». Τέλος, όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι η υπό κρίση αίτηση είναι εξ αρχής παράτυπη διότι δεν υποβλήθηκε με τη μορφή εναρκτήριας κλήσης δυνάμει του άρθρου 53 του Κεφ. 189, θα συμφωνήσω με τη θέση της κας Χ. ότι το αντικείμενο της αίτησης, όπως διατυπώθηκε στα αιτητικά Α και Β αυτής, δεν αφορά σε ζήτημα όπως αυτά που εξαντλητικά απαριθμούνται στο άρθρο 53
(1)(α)։ «53.-
(1)Πρoσωπικoί αvτιπρόσωπoι ή oπoιoσδήπoτε από αυτoύς, πιστωτές, κληρoδόχoι ή oι πλησιέστερoι συγγεvείς, ή πρόσωπα πoυ αξιώvoυv μέσω τωv εv λόγω πιστωτώv ή δικαιoύχωv με εκχώρηση ή με άλλo τρόπo, δύvαvται vα ζητήσoυv από τo Δικαστήριo με εvαρκτήρια κλήση (originating summons) τηv επίλυση, χωρίς διαχείριση της κληρovoμιάς σε Δικαστήριo, oπoιoυδήπoτε από τα πιo κάτω ζητήματα ή θέματα: (α) oπoιoδήπoτε ζήτημα πoυ επηρεάζει τα δικαιώματα ή τα συμφέρovτα τoυ πρoσώπoυ πoυ αξιώvει ότι είvαι πιστωτής, κληρoδόχoς, o πλησιέστερoς συγγεvής ή εκ τoυ vόμoυ κληρovόμoς (β) τη διακρίβωση oπoιασδήπoτε τάξης πιστωτώv, κληρoδόχωv, πλησιέστερωv συγγεvώv ή άλλωv (γ) τηv παρoχή oπoιωvδήπoτε συγκεκριμέvωv λoγαριασμώv από τoυς εκτελεστές ή τoυς διαχειριστές και όταv είvαι αvαγκαίo, τα απoδεικτικά στoιχεία τωv εv λόγω λoγαριασμώv (δ) τηv καταβoλή στo Δικαστήριo oπoιωvδήπoτε χρημάτωv πoυ βρίσκovται στα χέρια τωv εκτελεστώv ή τωv διαχειριστώv (ε) τηv έκδoση διαταγώv πρoς τoυς εκτελεστές ή τoυς διαχειριστές για vα διαπράξoυv ή vα απέχoυv από τη διάπραξη oπoιασδήπoτε συγκεκριμέvης πράξης υπό τηv ιδιότητα τoυς ως εκτελεστώv ή διαχειριστώv (στ) τηv έγκριση oπoιασδήπoτε πώλησης, αγoράς, συμβιβασμoύ ή άλλης συvαλλαγής (ζ) τηv επίλυση oπoιoυδήπoτε ζητήματoς πoυ πρoκύπτει κατά τη διαχείριση της κληρovoμιάς.». Αρκεί να σημειώσω ότι εδώ η κα Χ. δεν ενίσταται στο να απέχει από τη διάπραξη οποιασδήποτε πράξης υπό την ιδιότητά της ως διαχειρίστριας, ως η παρα. (ε) του άρθρου 53
(1)πιο πάνω), αλλά απεναντίας αυτή αποδέχεται ότι ο διορισμός της στο δημόσιο την καθιστά ανίκανη από το να προβαίνει σε οποιαδήποτε ενέργεια υπό την ιδιότητα του διαχειριστή. Έχουν πάντως απομείνει ενέργειες που χρήζουν αποπεράτωσης από διαχειριστή (βλ. την παρα. 6 της Ε/Δ της κας Χ.). Γι'αυτό και δεν θεωρώ άσκοπη την αίτηση. ΚΑΤΑΛΗΞΗ. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, ασκώ τις εξουσίες που μου παρέχουν τα άρθρα 22
(1), 23
(2)και 52
(1)(β) του Κεφ. 189, έτσι ώστε να εγκρίνω το αιτητικό (Β) της υπό κρίση αίτησης και να εκδώσω Διάταγμα με το οποίο να χορηγείται στην κα I. S. έγγραφo διαχείρισης για vα διεξαγάγει τη δέoυσα διαχείριση της κληρovoμιάς της ανήλικης θυγατέρας της Μ. Δ. Μ. στη θέση της διαχειρίστριας κας Κ. Χ., η οποία κατέστη αvίκαvη vα εvεργεί. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον του ενιστάμενου συνδιαχειριστή, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Διευκρινίζω πάντως ότι, υπό τις περιστάσεις της υπό κρίση αίτησης, δεν θεωρώ κατάλληλο να επιβαρυνθεί η περιουσία του αποβιώσαντος με την καταβολή των εξόδων που επιδικάστηκαν εναντίον του συνδιαχειριστή κ. Μ. (βλ το άρθρο 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), το άρθρο 55 του Κεφ.189 και τη Δ.59, θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας), εφόσον κρίνω ότι ήταν παράλογο το σκεπτικό στο οποίο στηρίχθηκε η ένσταση στην αίτηση, ήτοι ότι ο διορισμός ενός ιδιώτη δικηγόρου στο δημόσιο, ως δημοσίου υπαλλήλου πλέον, δεν τον καθιστά νομικά ανίκανο από το να συνεχίσει να διεκπεραιώνει υπηρεσίες που ανέλαβε προηγουμένως ως ιδιώτης δικηγόρος. (υπ.)............ Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] 12. An infant who has no guardian authorized to bring proceedings and a person of unsound mind whether or not a mental patient or criminal mental patient may sue as plaintiff by a person to be named in the writ of summons and therein described as his next friend. Where such an infant or person of unsound mind is sued he shall defend by a guardian ad litem appointed by the Court or a Judge and such guardian shall not be personally liable for any costs properly incurred by him in the course of the action. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο