← Κύπρος

Αναφορικά με την Joint-Stock Commercial Bank «Bank of Moscow» (Open Joint-Stock Company) ν. Αναφορικά με την LEAVINESIO HOLDINGS LIMITED, Αρ. Γενικής

Αναφορικά με την Joint-Stock Commercial Bank «Bank of Moscow» (Open Joint-Stock Company) ν. Αναφορικά με την LEAVINESIO HOLDINGS LIMITED, Αρ. Γενικής Αίτησης: 10/16, 31/5/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A301 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Στυλιανίδη, Π.Ε.Δ. Αρ. Γενικής Αίτησης: 10/16 Αναφορικά με τον περί της Συμβάσεως περί της Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων (Κυρωτικός) Νόμος του 1979, Ν.84/79 και Αναφορικά με την Joint-Stock Commercial Bank «Bank of Moscow» (Open Joint-Stock Company) Αιτήτρια και Αναφορικά με την LEAVINESIO HOLDINGS LIMITED Καθ' ης η Αίτηση και Αναφορικά με τη Διαιτητική Απόφαση που έχει εκδοθεί στις 18/03/2014 στα πλαίσια της διαδικασίας Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας με αριθμό 123/2013 που διεξήχθη και αποπερατώθηκε από το Διεθνές Εμπορικό Διαιτητικό Δικαστήριο στο Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο της Ρωσικής Ομοσπονδίας --------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 30/09/2020, υπό LEAVINESIO HOLDINGS LIMITED, για καταχώρηση Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης Ημερομηνία: 31/05/2021 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια: κ. Κ. Κληρίδης για ΦΟΙΒΟΣ ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΛΗΡΙΔΗΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ' ων η Αίτηση: κα Ε. Χριστοφή για ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ ΠΑΥΛΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε. --------------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα Αίτηση η πιο πάνω Αιτήτρια αιτείται: «Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να επιτρέπεται και/ή δίδεται άδεια για καταχώρηση Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης προς στήριξη της κυρίως Ένστασης ημερ. 05/05/2016 ως το Τεκμήριο 5 στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την παρούσα.» Η αίτηση βασίζεται επί του Διαδικαστικού Κανονισμού Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς, Δ.48 θ.1, 2, 3, 4

(2), Δ.39 θ.1, Δ.25 θ.1-4, Δ.47 θ.1-3, Δ.54 θ.1, 2, 3, 4, Δ.39 θ.1, Δ.55 θ.1-4, Δ.64, στα Άρθρα 2, 3, 7, 16, 18, 19, 20, 31, 34, 35 και 36 του περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμου του 1987 (Ν.101/1987)στο άρθρο 21 του περί Διαιτησίας Νόμου (Κεφ. 4), στα Άρθρα 2, 3 και 4 της Σύμβασης για την Αναγνώριση και Εκτέλεση Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων (Κυρωτικός) Νόμος του 1979 (Ν.84/79)στα Άρθρα 1-6 του περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή, και Εκτέλεση Δυνάμει Συμβάσεως) Νόμου του 2000 (Ν.121(Ι)/2000, στον περί της Σύμβασης για την Κατάργηση της Νομιμοποίησης των Αλλοδαπών Δημοσίων Εγγράφων (Κυρωτικός) Νόμος του 1972 Ν.50/72, στον Κυρωτικό της Συνθήκης μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ένωσης των Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών για παροχή Νομικής Συνδρομής σε θέματα Αστικού και Ποινικού Δικαίου 172/86, Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και στο Άρθρο 30 του Συντάγματος, στη Σύμφυτη Εξουσία του Δικαστηρίου και στην ακολουθητέα εν Αγγλία πρακτική. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η Αίτηση εμφαίνονται στην Ένορκη Δήλωση του XXXXX Φιλιππίδη και στο φάκελο του Δικαστηρίου. Ο Ενόρκως Δηλών λέγει μεταξύ άλλων και τα εξής: Ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο και είναι Διευθυντής της OneWorld Ltd, Εταιρείας η οποία διαχειρίστηκε τις υποθέσεις της Εταιρείας και εξακολουθεί να το πράττει και είναι πλήρως εξουσιοδοτημένος εκ μέρους της να προβεί στην Ένορκη Δήλωση. Με την παρούσα Αίτηση, η Εταιρεία αιτείται άδεια του σεβαστού Δικαστηρίου για να καταχωρήσει Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση προς υποστήριξη της κυρίως Ένστασης ημερομηνίας 05/05/2016 στην Αίτηση Εγγραφής. Ήταν ανέκαθεν θέση της Εταιρείας ότι η Αιτήτρια Τράπεζα της Μόσχας προωθεί καταχρηστικά και ή παράτυπα όλες τις Αιτήσεις για Εγγραφή αφού η ίδια η Τράπεζα τόσο στην Κύπρο όσο και στην Ρωσία προωθούσε και προωθεί ποινικές διαδικασίες στη βάση του ότι οι Συμβάσεις Δανείων επί των οποίων βασίζονται τα χρέη είναι προϊόν παρανομίας και ή απάτης και ή είναι εικονικές Συμβάσεις οι οποίες έγιναν με μοναδικό στόχο την υπεξαίρεση χρημάτων από τα πρώην διευθυντικά στελέχη της, και δη τους Akulinin και Borodin, και οι οποίοι χρησιμοποιούσαν τις Κυπριακές εταιρείες όπως και την Εταιρεία στην παρούσα για να πετυχαίνουν τον παράνομο αυτό στόχο τους. Στη νομική γνωμάτευση του Ρώσου δικηγόρου XXXXX Chernykh ημερομηνίας 22/04/2016 η οποία χρησιμοποιήθηκε σε μεταγενέστερες σχετικές διαδικασίες εκκαθαρίσεων που προωθεί η Τράπεζα, αναφέρεται ότι η ίδια η Τράπεζα προωθεί ποινικές διαδικασίες ενάντια των πρώην διευθυντών της, στη βάση ότι οι δανειοδοτήσεις έγιναν στο πλαίσιο εγκληματικής δραστηριότητας. Αναφέρει δε ότι η Τράπεζα ενεργεί καταχρηστικά και προωθεί διαδικασίες διαιτησίας, εγγραφής και έπειτα εκκαθαρίσεων ή και διαδικασίες για εκποίηση ενεχυριασμένων μετοχών, ισχυριζόμενη ότι οι συμβάσεις δανειοδότησης είναι καθόλα νόμιμες και έγκυρες ενώ την ίδια ώρα σε άλλες διαδικασίες όπως τις ποινικές ισχυρίζεται ότι πρόκειται για παράνομες και άκυρες συμφωνίες. Οι δύο ισχυρισμοί είναι απόλυτα αντιφατικοί και εάν επιτραπεί στην Τράπεζα της Μόσχας να συνεχίσει να προωθεί αντιφατικές και αντικρουόμενες διαδικασίες θα καταλήξουν σε αντιφατικές και συγκρουόμενες αποφάσεις τα Κυπριακά και Ρωσικά Δικαστήρια. Επισημαίνει ότι σύμφωνα με το Ρωσικό δίκαιο η σωστή βάση αγωγής σε περίπτωση που, ως ισχυρίζεται η ίδια η Τράπεζα, η Σύμβαση Δανειοδότησης είναι παράνομη και συνεπώς άκυρη, είναι αυτό του αδικαιολόγητου πλουτισμού ή και των αστικών αδικημάτων και όχι το Δίκαιο των Συμβάσεων στο οποίο στηρίχθηκε η Τράπεζα για να εκδώσει διαιτητικές αποφάσεις τις οποίες ενέγραψε στην Κύπρο και έπειτα προώθησε εκκαθαρίσεις εταιρειών. Κατά ή περί τις 10/03/2020 εκδόθηκε καταδικαστική απόφαση του ποινικού δικαστηρίου στο Meshchansky District Court της Μόσχας στη Ρωσία, για την οποία έλαβαν γνώση κατά ή περί τα τέλη Απριλίου και εν μέσω της πανδημίας την οποία επισυνάπτει στην Ένορκη Δήλωση ως Τεκμήριο 2, τόσο στα Ρωσικά όσο και σε μετάφραση στα Αγγλικά που έγινε στις 25/06/2020. Στην εν λόγω απόφαση, το Ποινικό Δικαστήριο καταλήγει ότι δάνεια πανομοιότυπα και απόλυτα συνδεδεμένα με το επίδικο δάνειο στην παρούσα και στη βάση των οποίων εκδόθηκαν οι εγγραφές αποφάσεων και τα οποία δόθηκαν στο πλαίσιο του διεθνούς εμπιστεύματος κατόπιν οδηγιών των, κατά τον ουσιώδη χρόνο, διευθυντών της Αιτήτριας, Akulinin και Borodin, ήταν εικονικά και ότι έγιναν με μοναδικό στόχο την καταδολίευση και ή απάτη και ή υπεξαίρεση χρημάτων από την Αιτήτρια Τράπεζα. Με την απόφασή του το Δικαστήριο της Μόσχας καταδικάζει σε φυλάκιση τους πρώην διευθυντές της Τράπεζας Borodin A.F. και Akulinin D.V. για τους προαναφερθέντες λόγους. Συγκεκριμένα στην απόφαση γίνεται αναφορά στο δάνειο που δόθηκε από τους Borodin A.F. και Akulinin D.V. με ημερομηνία 14/01/2010 και αριθμό 14-114/15/2-10-ΚR μεταξύ της Αιτήτριας Τράπεζας και της Litisa Investment Limited, εταιρείας που συστάθηκε κάτω από το διεθνές εμπίστευμα μαζί με την Καθ' ης στην παρούσα, όπως και άλλες περίπου 49 τις οποίες διαχειρίζεται η Oneworld Ltd. Τόσο η Αίτηση Εγγραφής όσο και η Σύμβαση Δανειοδότησης βασίζονται στα ίδια γεγονότα με τα γεγονότα της παρούσας Αίτησης. Οι δε Συμβάσεις Δανειοδότησης, τόσο οι επίδικες μεταξύ Τράπεζας και Εταιρείας όσο και η Σύμβαση, Τεκμήριο 2, μεταξύ Τράπεζας και Litisa Investment Ltd, είναι πανομοιότυπες και υπεγράφησαν όλες, όπως φαίνεται, από τον καταδικασθέντα Akulinin ή και Borodin εκ μέρους της Τράπεζας και πάντα εκπροσώπων των διαχειριστών της Καθ' ης. Επισυνάπτει στην Ένορκή του Δήλωση, Τεκμήριο 5, νομική γνωμάτευση του δικηγόρου XXXXX Chernykh ημερομηνίας 23/06/2020, σε συνέχεια του Τεκμηρίου 1 στην παρούσα διαδικασία και η οποία εξασφαλίστηκε στις 23/06/2020 με την οποία προβαίνει σε ανάλυση της απόφασης ημερομηνίας 10/03/2020 του Ποινικού Δικαστηρίου στο Meshchansky District Court της Μόσχας αλλά και τα νομικά αποτελέσματα της απόφασης σε σχέση με τις σχετικές συμβάσεις δανειοδότησης στη βάση του Ρωσικού δικαίου. Υιοθετεί τα όσα αναφέρει και τα επαναλαμβάνει στην παρούσα. Εν συντομία και μεταξύ άλλων, η γνωμάτευση Τεκμήριο 5 αναφέρει ότι: i. Στη βάση του Ρωσικού Δικαίου, Σύμβαση που είναι το προϊόν παρανομίας είναι εξ υπαρχής άκυρη (ab initio) και δεν παράγει δικαιώματα ή υποχρεώσεις. ii. Λόγω της ακυρότητας, δεν είναι δυνατόν να προωθεί η Τράπεζα της Μόσχας διαδικασίες διαιτησίας ή οποιαδήποτε διαδικασία στη βάση της Σύμβασης και του δικαίου των συμβάσεων αλλά η οποιαδήποτε θεραπεία ενόψει της απάτης είναι μέσω του δικαίου αστικών αδικημάτων ή του αδικαιολόγητου πλουτισμού. iii. Οι εν λόγω βάσεις αγωγής δηλαδή μεταξύ δικαίου των συμβάσεων από την μια και δικαίου αστικών αδικημάτων ή αδικαιολόγητου πλουτισμού από την άλλη είναι αντικρουόμενες και αντιφατικές (mutually exclusive remedies) έτσι που αναγκαστικά υπό τις περιπτώσεις να μην μπορεί η Τράπεζα πλέον να προωθεί διαδικασίες στη βάση του δικαίου των συμβάσεων. iv. Η παρανομία προκαλεί την ακυρότητα της ρήτρα διαιτησίας επί της οποίας βασίστηκε αρχικά η παρούσα Αίτηση Εγγραφής Διαιτητικής Απόφασης. Άρα τόσο η διαδικασία εγγραφής πάσχουν εξ υπαρχής (ab initio). v. Επιπρόσθετα αναφέρεται ότι δεν ήταν ενώπιον της διαιτησίας και δεν εξετάστηκε το θέμα της παρανομίας και εξ υπαρχής ακυρότητας τόσο της Σύμβασης όσο και της ρήτρας διαιτησίας έτσι που να προκαλεί την ακυρότητα της απόφασης λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας. vi. Συμπερασματικά η όλη διαδικασία προώθησης εγγραφής αποφάσεων και μεταγενέστερα εκκαθαρίσεων πάσχει αφού βασίζονται σε αποδεδειγμένα παράνομες συμφωνίες. Επίσης πάσχει και για το λόγο ότι η Αιτήτρια προωθεί καταχρηστικά κατά το δοκούν και επιλεκτικά ανάλογα με τον επιδιωκόμενο στόχο, δηλαδή την εγγραφή και εκκαθάριση ή την ποινική καταδίκη, αντιφατικές και αντικρουόμενες θέσεις. vii. Η ίδια η Τράπεζα προωθεί αγωγή στη Ρωσία και στη βάση του αστικού δικαίου εναντίον της πρώην διεύθυνσης (Borodin και Akulinin) αναγνωρίζοντας την ως την ορθή βάση αγωγής ενόψει της παρανομίας και ακυρότητας της σύμβασης. viii. Το Ρωσικό δίκαιο δεν επιτρέπει αντιφατικές ή και αντικρουόμενες αποφάσεις έτσι που να είναι αντιφατικό και καταχρηστικό να επιτρέπεται στην Τράπεζα της Μόσχας να προωθεί ποινικές διαδικασίες στη βάση παράνομων και άκυρων δανειοδοτήσεων, όπως την επίδικη, επιτυγχάνοντας ποινικές καταδίκες και παράλληλα να προωθεί διαδικασίες εγγραφής και ή εκκαθάρισης στην Κύπρο στη βάση νόμιμων δανειοδοτήσεων που παράγουν νόμιμο χρέος. ix. Είναι καταχρηστικό και έτσι δεν μπορεί την ίδια ώρα να ισχυρίζεται παρανομίες και άκυρες Συμβάσεις από την μια και από την άλλη νόμιμες και έγκυρες συμβάσεις. x. Όσον αφορά τα ευρήματα γεγονότων στα οποία κατέληξε το Ποινικό Δικαστήριο της Μόσχας, είναι δεσμευτικά για σκοπούς άλλων διαδικασιών στη Ρωσία και τελεσίδικα, σε αντίθεση με ευρήματα Διαιτητικών Δικαστηρίων. xi. Έτσι η επίτευξη εγγραφής ή και εκκαθαρίσεων ενώπιον Κυπριακών Δικαστηρίων στη βάση των επιδίκων δανειοδοτήσεων ενώ παράλληλα τα Ποινικά Δικαστήρια στη Ρωσία καταλήγουν σε εύρημα ότι οι Συμβάσεις έγιναν εικονικά (sham transaction) με στόχο την εξαπάτηση και υπεξαίρεση χρημάτων της Τράπεζας, δημιουργούν αντιφατικές και αντικρουόμενες δικαστικές αποφάσεις και αποτελέσματα. xii. Στη βάση των ίδιων γεγονότων η Τράπεζα προωθεί αντιφατικές εκδοχές και προκαλεί την έκδοση αντιφατικών αποφάσεων. Ενόψει της σχετικότητας και σημαντικότητας της προτεινόμενης προς προσαγωγή μαρτυρίας αλλά και της καταλυτικής επίδρασης στην έκβαση ή και το ίδιο το αποτέλεσμα της Κυρίως Αίτησης, τίθεται θέμα δικαίας δίκης. Υπάρχει καλός λόγος για έγκριση του αιτήματος. Η μαρτυρία είναι σχετική αφού επιβεβαιώνει τα όσα αναφέρονταν εξ αρχής και είναι βέβαια αξιόπιστη αφού πρόκειται για απόφαση αρμόδιου Ποινικού Δικαστηρίου της Μόσχας και η γνωμάτευση προέρχεται από αδειούχο δικηγόρο της Ρωσίας. Ακόμα πιο σημαντικό είναι ότι επιβεβαιώνει τους ανέκαθεν ισχυρισμούς της Εταιρείας περί προώθησης αντιφατικών ισχυρισμών. Υπάρχουν οι εξαιρετικές περιστάσεις ή και είναι δίκαιο και εύλογο για την ορθή και ουσιαστική απονομή της δικαιοσύνης όπως εγκριθεί το αίτημα για καταχώρηση Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης με στόχο να παρουσιαστεί αυτή ή άκρως σημαντική μαρτυρία πριν την ακρόαση, έτσι που να τεθούν ολοκληρωμένα ενώπιον του Δικαστηρίου τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης. Καμία αδικία δεν προκαλείται στην Αιτήτρια Τράπεζα αφού η ίδια η Τράπεζα είναι που προωθεί και μαρτυρεί στις ποινικές διαδικασίες ενώπιον των Ρωσικών δικαστηρίων και η ίδια είναι που ισχυρίζεται παρανομίες και παράνομες Συμβάσεις. Επίσης η Ρωσική Απόφαση εκδόθηκε στις 10/03/2020 και δεν ήταν δυνατόν να καταχωρηθεί εξ αρχής. Έλαβαν γνώση της, περί τα τέλη Απριλίου. Η ακρόαση της πιο πάνω Αίτησης για εγγραφή δεν έχει ξεκινήσει ακόμα. Έτσι καμία ζημιά δε θα προκληθεί στην άλλη πλευρά. Το Δικαστήριο έχει σύμφυτη εξουσία να εκδώσει εν πάση περιπτώσει το αιτούμενο διάταγμα για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης αλλά και για να μην στερηθεί η Καθ' ης του δικαιώματος σε δίκαια δίκη και του δικαιώματος να παρουσιάσει όλη την υπόθεσή της ενώπιον του Δικαστηρίου. Η Καθ' ης η Αίτηση καταχώρησε Ένσταση, στην ειδοποίηση της οποίας κατέγραψε αριθμό λόγων ένστασης. Η Ένσταση υποστηρίζεται, ως προς τα γεγονότα, από την Ένορκη Δήλωση της Ελένης Διονυσίου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο Πατρίκιος Παύλου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., που είναι οι δικηγόροι της Καθ' ης η Αίτηση και η οποία είναι γνώστης των γεγονότων. Λέγει μεταξύ άλλων και τα εξής: Οι ισχυρισμοί του Ενόρκως Δηλούντος, Φιλιππίδη, ως προς ενέργειες πρώην διευθυντικών στελεχών της Καθ' ης η Αίτηση σε βάρος της Καθ' ης η Αίτηση, δεν αφορούν και δεν μπορούν να αφορούν στο κατά πόσον η Αιτήτρια όφειλε και οφείλει το εξ αποφάσεως χρέος προς την Καθ' ης η Αίτηση και η προώθηση της Αίτησης Εκκαθάρισης εναντίον της συνεπεία της μη πληρωμής του, δεν αποτελεί, ούτε μπορεί να αποτελεί, κατάχρηση διαδικασίας. Το Τεκμήριο 1 έχει συνταχθεί από τις 20/04/2016 και θα μπορούσε να επισυναφθεί στην Ένσταση της Αιτήτριας στην Κυρίως Αίτηση που καταχωρήθηκε στις 05/05/2016 και δεν δίνεται οποιαδήποτε εξήγηση ή «καλός λόγος» γιατί ζητείται και πρέπει να επιτραπεί η προσκόμισή του 4 και μισό χρόνια αργότερα. Η δε αναφορά στο ότι το Τεκμήριο/Γνωμάτευση χρησιμοποιήθηκε σε «μεταγενέστερες» διαδικασίες, ασφαλώς και δεν αποτελεί εξήγηση ή «δικαιολογία». Τα σχόλια και οι θέσεις ως προς αυτό, που διατυπώνονται μέσω του Φιλιππίδη από την Αιτήτρια, δεν προσθέτουν οτιδήποτε σχετικό και χρήσιμο για την παρούσα διαδικασία. Το όλο ζήτημα καλύπτεται από το δεδικασμένο που δημιουργείται από τη Διαιτητική Απόφαση που εκδόθηκε υπέρ της Καθ' ης η Αίτηση και της Απόφασης Εγγραφής της στην Κύπρο που παράγει τις έννομές της συνέπειες ως προς την ύπαρξη του εξ αποφάσεως χρέους και δεν μπορεί να ζητηθεί έμμεσα από το παρόν Δικαστήριο να λειτουργήσει ως «Εφετείο». Το ποιά ήταν ή θα μπορούσε ή θα «έπρεπε» να ήταν η βάση προώθησης απαίτησης στα πλαίσια της διαιτητικής διαδικασίας ενόψει των ισχυρισμών της, είναι θέμα που δεν μπορεί να εξεταστεί στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, ώστε να θεωρηθεί σχετικό με την έκβασή της και πάντως η θέση ότι υπήρξε αντιφατικότητα/κατάχρηση από μέρους της Καθ' ης η Αίτηση έχει ήδη τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Θεωρεί την Απόφαση του Ρωσικού Ποινικού Δικαστηρίου (εφεξής «η Ποινική Απόφαση») η οποία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 2 στην Ένορκη Δήλωση Φιλιππίδη και επιδιώκεται να εισαχθεί για να ληφθεί υπόψιν στη διαδικασία εκδίκασης της Κυρίως Αίτησης ως Τεκμήριο μέσω της Προτεινόμενης Ένορκης Δήλωσης, άσχετη με την παρούσα διαδικασία και πάντως δεν μπορεί να ληφθεί υπόψιν. Πρώτον, διότι αποτελεί ένα γεγονός που συνέβηκε πολύ μετά την καταχώρηση της Αίτησης Εκκαθάρισης και της Ένστασης και δεν μπορούσε να επηρεάσει την κρίση του Δικαστηρίου. Δεύτερον, διότι η Ποινική Απόφαση αποτελεί Απόφαση ξένου Δικαστηρίου μη εγγεγραμμένη στην Κύπρο και άνευ υπόστασης στην Κυπριακή έννομη τάξη και η σε αυτήν αναφορά δεν αφορά στους διάδικους ή σε συναλλαγή μεταξύ τους, αλλά στη διάγνωση ποινικής ευθύνης τρίτων προσώπων ως προς συναλλαγές που έγιναν με τρίτη Εταιρεία και όχι με την Αιτήτρια. Τρίτον, διότι τα θέματα που είναι σχετικά με τις θέσεις που επικαλείται ο Φιλιππίδης δεν σχετίζονται με τη μαρτυρία που επιδιώκεται να εισαχθεί. Η Αιτήτρια ήδη προβάλλει τη θέση ισχυριζόμενης ακυρότητας Συμφωνίας Δανείου μεταξύ των διαδίκων και τη θέση ότι η Καθ' ης η Αίτηση προβάλλει αντιφατικούς ισχυρισμούς ως προς την εγκυρότητα της συγκεκριμένης Συμφωνίας Δανείου, ότι η συμπεριφορά της ήταν καταχρηστική και έχει ήδη θέσει στοιχεία για αυτές της τις θέσεις ενώπιον του Δικαστηρίου. Η θέση της Καθ' ης η Αίτηση είναι ότι δεν μπορούν καν να εξεταστούν τέτοια θέματα και μαρτυρία σχετική με αυτά, διότι προσκρούει στο δεδικασμένο που δημιουργείται ως προς την ύπαρξη του εξ αποφάσεως χρέους και δεν μπορεί τέτοια μαρτυρία να ληφθεί υπόψιν, αφού είναι αντίθετη με τη Διαιτητική Απόφαση και την Απόφαση εγγραφής της. Θεωρώ ότι εκτός του ότι η μαρτυρία που επιδιώκεται να εισαχθεί από την Αιτήτρια, είναι περιττή, προσκρούει επίσης στο δεδικασμένο που δημιουργείται μεταξύ διαδίκων από τη Διαιτητική Απόφαση και την Απόφαση Εγγραφής που παραδεκτά εκδόθηκαν και βρίσκονται σε ισχύ και δεν είναι επιτρεπτό να γίνει δεκτή ως αποδεκτή μαρτυρία. Ως προς την προσπάθεια προσαγωγής του Τεκμηρίου 2 και Τεκμηρίου 3 μέσω της Προτεινόμενης Ένορκης Δήλωσης Φιλιππίδη, αυτή η μαρτυρία επιχειρεί πολύ καθυστερημένα και αδικαιολόγητα να καταστήσει επίδικη και σχετική μαρτυρία που η Αιτήτρια είχε στην κατοχή της στο χρόνο που καταχώρησε την Ένστασή της και που προφανώς τότε τη θεωρούσε άσχετη. Και που πάντως επιχειρεί να την εισάξει σήμερα, χωρίς καμμιά δικαιολογία ή εξήγηση, αφού ως η ίδια ισχυρίζεται «ανέκαθεν» ισχυριζόταν ότι η Καθ' ης η Αίτηση «προωθεί καταχρηστικά» την Αίτηση Εκκαθάρισης. Το παρόν Δικαστήριο δεν μπορεί να κάνει ευρήματα ως προς την εγκυρότητα Συμφωνίας Δανείου με τρίτη Εταιρεία και να αποδεχτεί ως σχετική μαρτυρία και να λάβει υπόψιν την Αίτηση Εγγραφής και την Εγγραφή άλλης Διαιτητικής Απόφασης εναντίον τρίτης Εταιρείας. Τα Τεκμήρια 2 και 3 είναι άσχετα, αλλά και η Αιτήτρια κωλύεται νομικά ενόψει της συμπεριφοράς της να τα παρουσιάσει σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας και δεν δίνει καμμιά ουσιαστική εξήγηση που να πείθει είτε ότι κατέστησαν σχετικά με «αναδρομικό» τρόπο, είτε ότι τα θεωρούσε άσχετα αλλά άλλαξε γνώμη. Και βέβαια δεν θα ευσταθούσε και αν προβαλλόταν, τέτοια εισήγηση ως δικαιολογία, αφού όποια και να είναι η γνώμη της Αιτήτριας, δεν μπορεί να είναι αποδεκτή μαρτυρία που αφορά σε τρίτη Εταιρεία. Ο ίδιος ο Φιλιππίδης ισχυρίζεται ότι τα έγγραφα αυτά αφορούν σε συναλλαγή της Καθ' ης η Αίτηση με τρίτη Εταιρεία, δηλαδή την Litisa Investment Ltd. Η συγκεκριμένη μαρτυρία ορθά δεν τέθηκε αρχικά ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν συντρέχουν, ούτε αναφέρονται από τον Φιλιππίδη ικανοί λόγοι που να δικαιολογούν την προσαγωγή της σήμερα. Σαφώς, δεν αποτελεί τέτοιο ικανό λόγο η ούτως ή άλλως εσφαλμένη αναφορά του Φιλιππίδη, ότι «η Αίτηση Εγγραφής όσο και η Σύμβαση Δανειοδότησης βασίζονται στα ίδια γεγονότα». Αφενός η συναλλαγή/έννομη σχέση της Αιτήτριας με την Καθ' ης η Αίτηση είναι διαφορετική και ξεχωριστή από την όποια έννομη σχέση της τελευταίας με τρίτες Εταιρείες και το περιεχόμενο και οι πρόνοιες τους δεν σχετίζονται με τα επίδικα θέματα που το Δικαστήριο καλείται να κρίνει. Αφετέρου, η επίδικη έννομη σχέση καλύπτεται από Διαιτητική Απόφαση και Δικαστική Απόφαση Εγγραφής και είναι στη μη πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους της Αιτήτριας προς την Καθ' ης η Αίτηση ειδικά που η Αίτηση Εκκαθάρισης βασίζεται και όχι στη Συμφωνία Δανείου και πάντως σίγουρα όχι σε Συμφωνία Δανείου ή την όποια έννομη σχέση της Καθ' ης η Αίτηση με τρίτη Εταιρεία ή Εταιρείες, την οποία το παρόν Δικαστήριο δεν μπορεί να κρίνει. Η επιδίωξη έγκρισης του αιτήματος για προσαγωγή πρόσθετης μαρτυρίας, με τη λογική ότι αυτή πιθανόν να είναι σχετική με τη διαμόρφωση της κρίσης του Δικαστηρίου ενώ είναι προφανές ότι κάτι τέτοιο δεν ισχύει, οδηγεί τη διαδικασία σε μακρά καθυστέρηση και ανατροπή του προγραμματισμού της σε μεγάλο βαθμό και σε σημείο που πλήττεται το δικαίωμα της Καθ' ης η Αίτηση για εκδίκαση της Κυρίως Αίτησης της εντός ευλόγου χρόνου, αν ληφθεί υπόψιν η φύση της Αίτησης και ότι αυτή έπεται της έκδοσης Απόφασης εναντίον της Αιτήτριας. Η πλευρά της Καθ' ης η Αίτηση, αφενός διαφωνεί με τη γνωμάτευση που επιχειρείται να εισαχθεί και τα συμπεράσματά της και αφετέρου παρά την θέση της ότι αυτή είναι άσχετη με τα επίδικα θέματα, θεωρεί αναγκαίο αν επιτραπεί η εισαγωγή τους, που θα ανοίξει θεωρητικά το ενδεχόμενο να θεωρηθούν σχετικά και να ληφθούν υπόψιν τα όσα αναφέρονται σε αυτή, να απαντηθούν ολοκληρωμένα τόσο οι θέσεις/απόψεις των Ρώσων Νομικών που ετοίμασαν τη νέα Έκθεση που επιδιώκεται να εισαχθεί, αλλά και άλλα πιο ουσιαστικά και συναφή ερωτήματα, στα οποία η γνωμάτευση δεν αναφέρεται, ώστε να καταδειχθεί με ακόμα πιο προφανή τρόπο ότι η γνωμάτευση εκτός του ότι αποτελεί άσχετη μαρτυρία που δεν μπορεί να επηρεάσει την κρίση του Δικαστηρίου, είναι και ελλειπτική και ανακριβής. Θα είναι λοιπόν αναγκαίο, να ζητηθεί άδεια να προσαχθεί απαντητική/πρόσθετη μαρτυρία και από την πλευρά της Καθ' ης η Αίτηση, προκειμένου να δοθεί στο Δικαστήριο η ορθή και ολοκληρωμένη εικόνα, με αποτέλεσμα να προκληθεί μεγάλη και μακρά καθυστέρηση στην εκδίκαση της Κυρίως Αίτησης και ο εκτροχιασμός της διαδικασίας. Πέραν των πιο πάνω, είναι ανεπίτρεπτη δικονομικά η προσπάθεια λήψης άδειας καταχώρησης Ένορκης Δήλωσης που μερικώς είναι η ίδια/ταυτόσημη σε περιεχόμενο με την Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση για λήψη τέτοιας άδειας, που είναι κάτι που προκαλεί ασάφεια, σύγχυση και επανάληψη. Επίσης, είναι η θέση της Καθ' ης η Αίτηση ότι δικονομικά η Αιτήτρια δεν δικαιούται να προσκομίσει Συμπληρωματική Μαρτυρία/Ένορκη Δήλωση στο στάδιο αυτό, λόγω μεταξύ άλλων των νομικών Αρχών του τρόπου προσκόμισης μαρτυρίας για την Ακρόαση Εταιρικής Αίτησης για εκκαθάριση. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία για την προέλευση των εγγράφων που επιδιώκεται να προσκομιστούν ή τον τρόπο εξασφάλισης τους παρά το ότι είναι δεδομένο ότι η Αιτήτρια δεν είναι μέρος στις συναλλαγές και στις δικαστικές διαδικασίες στις οποίες αυτά αφορούν. Η απουσία οποιασδήποτε εξήγησης/αναφοράς ως προς την πηγή γνώσης/εξασφάλισης των συγκεκριμένων εγγράφων και η απουσία λήψης οποιασδήποτε άδειας λήψης ή χρήσης τους από Ρωσικό Δικαστήριο, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι αυτά αποτελούν μη αποδεκτή μαρτυρία που εξασφαλίστηκε παράνομα ή παράτυπα και που εν πάση περιπτώσει, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί από την Αιτήτρια στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και άρα, δεν θα ήταν ορθό να επιτραπεί η καταχώρηση Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης για σκοπούς προσκόμισής τους. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Στην απόφαση Iacovou Brothers (Constr.) Ltd ν Fashionwise Ltd,
(2000)1 Α.Α.Δ. σελ. 1377, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Είναι ορθό ότι σε περιπτώσεις αιτήσεων που οι ισχυρισμοί του αιτητή αμφισβητούνται ο αιτητής θα πρέπει να προσκομίσει προφορική μαρτυρία για να αποσείσει το σχετικό βάρος που έχει για την απόδειξη των ισχυρισμών του. (Ίδε Krashias Shoe Factory Ltd ν Adidas SportschuhfabHken Adi Dossier K.G.
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 750 και Louis Vuitton ν Dermosak Ltd and Orphanidou
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453). Ο αιτητής μπορεί να αποσείσει το σχετικό βάρος της απόδειξης είτε με την παράθεση της δικής του μαρτυρίας είτε με την αποκάλυψη στοιχείων που προκύπτουν από την αντεξέταση στην οποία υποβάλλει τα πρόσωπα τα οποία έχουν προβεί σε ένορκες δηλώσεις εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση. Επισημαίνουμε ότι με την πρόσφατη τροποποίηση του Κανονισμού 4 της Διαταγής 48 (Ιδε ο περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικός) (Αρ. 3) Διαδικαστικός Κανονισμός του 1999) η ακρόαση της αίτησης διεξάγεται με βάση τα γεγονότα που περιέχονται στις ένορκες δηλώσεις με δυνατότητα αντεξέτασης». Η δυνατότητα καταχώρησης Συμπληρωματικών Ενόρκων Δηλώσεων προβλέπεται στην Δ.48 θ.4
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που έχει ως εξής: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση Συμπληρωματικών Ενόρκων Δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39». Στόχος της καταχώρησης Συμπληρωματικών Ενόρκων Δηλώσεων είναι η ολοκληρωμένη παρουσίαση είτε της Αίτησης, είτε της Ένστασης ώστε αυτή να οδηγηθεί σε ακρόαση στη βάση της ολοκληρωμένης εικόνας της διαφοράς. Και, βεβαίως, σκοπός της Δ.48, θ.4 είναι η παρουσίαση ενώπιον του Δικαστηρίου όλων εκείνων των γεγονότων που είναι αναγκαία για να υποστηριχθεί η εκατέρωθεν θέση των διαδίκων. Η υπό εξέταση Αίτηση είναι Ενδιάμεση Αίτηση που βασίζεται δικονομικά στη Δ.48. Αυτό που θα πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσο το Δικαστήριο μπορεί να ασκήσει την διακριτικής φύσεως εξουσία που του παρέχει η Δ.48 θ.4
(2), νοουμένου ότι προβάλλεται καλός λόγος σύμφωνα με την εν λόγω Διαταγή. Δηλαδή το Δικαστήριο έχει διακριτική εξουσία να εκδώσει διάταγμα όπως αυτό που ζητείται με την υπό εκδίκαση αίτηση νοουμένου ότι αποκαλύπτεται καλός λόγος. Έχει καθήκον ο Αιτητής να αποκαλύψει κατά πόσο τα γεγονότα που θέλει να συμπεριλάβει στη Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση περιήλθαν σε γνώση του σε κατοπινό στάδιο και εν πάση περιπτώσει δεν ήταν στη σφαίρα της γνώσης του όταν συνέτασσε την αρχική Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την Αίτησή του. Θα πρέπει επίσης στην Ένορκο Δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση για έκδοση διατάγματος που να του επιτρέπει να καταχωρήσει Συμπληρωματική Ένορκο Δήλωση, να αναφέρει περιληπτικά τα γεγονότα αυτά. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται στη βάση των γεγονότων που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου και τα οποία θα πρέπει να αποκαλύπτουν την αναγκαιότητα για την παροχή της αιτούμενης άδειας για καταχώρηση διαπίστωση, στο πλαίσιο αυτό, του τι είναι δίκαιο υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης. Στην παρούσα υπόθεση ο Αιτητής αυτό που ζητά είναι άδεια για καταχώριση Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης για να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότα που αφορούν την εγκυρότητα της Διαιτητικής Απόφασης της οποίας επιζητείται η εγγραφή στην Κυπριακή έννομη τάξη. Η Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση είναι για υποστήριξη της Ένστασης ημερομηνίας 05/05/2016. Η Ένσταση αυτή καταχωρήθηκε στα πλαίσια της Αίτησης ημερομηνίας 11/01/2016 με την οποία ζητείται διάταγμα για εγγραφή και/ή αναγνώριση και εκτέλεση της Διαιτητικής Απόφασης ημερομηνίας 18/03/2014 που εκδόθηκε στα πλαίσια της διαδικασίας Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας με αριθμό 123/2013 που διεξήχθη και αποπερατώθηκε από το Διεθνές Εμπορικό Διαιτητικό Δικαστήριο στο Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο της Ρωσικής Ομοσπονδίας μεταξύ των πιο πάνω διαδίκων. Το άρθρο 36 του περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμου του 1987, Ν.101/87προβλέπει τους εξής λόγους για απόρριψη της Αίτησης προς αναγνώριση ή εκτέλεση Διαιτητικής Απόφασης: «36.-
(1)Η αίτηση για αvαγvώριση ή εκτέλεση διαιτητικής απόφασης αvεξάρτητα από τη χώρα στηv oπoία εξεδόθη, απoρρίπτεται μόvo εφόσo συvτρέχει έvας από τoυς ακόλoυθoυς λόγoυς: (α) κατ' αίτηση τoυ μέρoυς κατά τoυ oπoίoυ επιζητείται η αvαγvώριση ή η εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης, αv απoδείξει ότι: (ι) έvας από τoυς συvoμoλoγήσαvτες τη συμφωvία περί διαιτησίας, όπως αυτή καθoρίζεται στo άρθρo 7, εστερείτo δικαιoπρακτικής ικαvότητας ή ότι η συμφωvία αυτή περί διαιτησίας δεv είvαι έγκυρη κατά τo δίκαιo στo oπoίo τα μέρη υπέβαλαv τη συμφωvία ή, ελλείψει σχετικής συμφωvίας τωv μερώv, κατά τo δίκαιo της χώρας στηv oπoία εξεδόθη η διαιτητική απόφαση ή (ιι) δεv τoυ εγvωστoπoιήθη, έγκαιρα και καvovικά, τo γεγovός τoυ oρισμoύ διαιτητή ή της διεξαγωγής της διαιτητικής διαδικασίας ή ότι κατ' oπoιoδήπoτε άλλo τρόπo εστερήθη της ευκαιρίας πρoς εμφάvιση και αvάπτυξη της υπόθεσης τoυ·ή (ιιι) η διαιτητική απόφαση αvαφέρεται σε διαφoρά μη πρoβλεπόμεvη ή μη εμπίπτoυσα στoυς όρoυς της συμφωvίας πρoς παραπoμπή σε διαιτησία ή περιέχει απoφάσεις επί ζητημάτωv πoυ εκφεύγoυv από τα όρια της συμφωvίας περί παραπoμπής σε διαιτησία· αv oι απoφάσεις επί ζητημάτωv παραπεμφθέvτωv σε διαιτησία μπoρoύv vα διαχωρισθoύv από τις απoφάσεις επί τωv μη παραπεμφθέvτωv, δύvαται vα αvαγvωρισθεί και εκτελεσθεί μόvo τo μέρoς της διαιτητικής απόφασης πoυ αvαφέρεται σε παραπεμφθέvτα ζητήματα·ή (ιv) η σύvθεση τoυ διαιτητικoύ δικαστηρίoυ ή η διεξαγωγή της διαιτητικής διαδικασίας έγιvε κατά παράβαση σχετικής συμφωvίας τωv μερώv ή ελλείψει σχετικής συμφωvίας τωv μερώv, έγιvε κατά παράβαση τoυ δικαίoυ της χώρας στηv oπoία διεvεργήθη η διαιτησία ή (v) η διαιτητική απόφαση δεv κατέστη ακόμη δεσμευτική επί τωv μερώv ή ότι ακυρώθηκε ή αvεστάλη από αρμόδιo δικαστήριo της χώρας στηv oπoία εξεδόθη ή κατά τo δίκαιo της oπoίας εξεδόθη·ή» Συνεπώς οι λόγοι που απαριθμεί ο Νόμος είναι η στέρηση της δικαιοπρακτικής ικανότητας ενός συνομολογήσαντος τη Συμφωνία περί Διαιτησίας ή ότι η Συμφωνία αυτή δεν είναι έγκυρη, η μη γνωστοποίηση του ορισμού Διαιτητή ή εστερήθη το δικαίωμα εμφάνισης των Καθ' ων στη διαδικασία, η Διαιτητική Απόφαση αναφέρεται σε διαφορά μη προβλεπόμενη στη Συμφωνία, παράνομη σύνθεση Διαιτητικού Δικαστηρίου ή διεξαγωγή της διαδικασίας κατά παράβαση της Συμφωνίας και ακόμα ότι η Διαιτητική Απόφαση δεν κατέστη δεσμευτική. Οι λόγοι που επικαλούνται οι Καθ' ων η Αίτηση για καταχώρηση Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης δεν εμπίπτουν στους πιο πάνω λόγους και συνεπώς δεν αποτελούν καλό λόγο για να τους επιτραπεί να καταχωρήσουν Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση για να συμπεριλάβουν τα όσα επικαλούνται στη Συμπληρωματική Ένορκή τους Δήλωση. Το Δικαστήριο αυτό δεν μπορεί να ενεργήσει ως Εφετείο του Ρωσικού Διαιτητικού Δικαστηρίου. Η παρούσα Αίτηση το μόνο που θα προκαλέσει είναι καθυστέρηση στη διαδικασία με την καταχώρηση Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης. Ο περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση Δυνάμει Συμβάσεως) Νόμος του 2000, Ν.121(Ι)/2000, άρθρο 5(ε) προβλέπει τα εξής: «5. ............................. (ε) Οι λόγοι επί των οποίων ο καθ' ου η αίτηση δύναται να στηρίξει την ένσταση του περιορίζονται στο θέμα της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου ή στην αποδεδειγμένη ικανοποίηση της απόφασης και στην ύπαρξη των προϋποθέσεων που αναφέρονται στη συνθήκη σχετικά με την εφαρμογή της.» Καμμιά από τις δύο αυτές προϋποθέσεις ικανοποιείται. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Ματθαίου
(2008)1(A) Α.Α.Δ. 510, το κατά πόσο θα επιτραπεί σε ένα διάδικο να καταχωρήσει Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση σε μια Αίτηση ενδιάμεσης φύσεως εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου το οποίο θα πρέπει να ικανοποιηθεί και αποφανθεί ότι υπάρχει καλός λόγος ώστε να δοθεί άδεια για καταχώρηση Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης προς υποστήριξη της Αίτησης ή της Ένστασης, ανάλογα με την περίπτωση. Ο «καλός λόγος» θεωρώ ότι θα πρέπει να προκύπτει από τα γεγονότα τα οποία θα πρέπει να εξειδικεύονται και να αναφέρονται τουλάχιστον περιληπτικά στην Αίτηση για Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση και για τα οποία είναι ανάγκη η έκδοση του σχετικού διατάγματος έτσι ώστε να απαντηθούν ή και να συμπεριληφθούν με τη Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση. Ο «καλός λόγος» είναι συνυφασμένος με τη σημασία που έχει η προτεινόμενη επιπρόσθετη και/ή συμπληρωματική μαρτυρία για την εκδίκαση μιας Αίτησης με την ευχέρεια παρουσίασης της μαρτυρίας αυτής διά των αρχικών Ενόρκων Δηλώσεων καθώς και με την ανάγκη αντίκρουσης μαρτυρίας του αντιδίκου. Στόχος της καταχώρισης Συμπληρωματικών Ενόρκων Δηλώσεων είναι η ολοκληρωμένη παρουσίαση είτε της Αίτησης, είτε της Ένστασης ώστε αυτή να οδηγηθεί σε ακρόαση στη βάση της ολοκληρωμένης εικόνας της διαφοράς. Σκοπός της Δ.48 θ.4 είναι η παρουσίαση ενώπιον του Δικαστηρίου όλων εκείνων των γεγονότων που είναι αναγκαία για να υποστηριχθεί η εκατέρωθεν θέση των διαδίκων. Έχω μελετήσει με προσοχή τα όσα έχουν αναφέρει οι ευπαίδευτοι δικηγόροι και των δύο πλευρών στις αγορεύσεις τους, ως επίσης τα όσα περιέχονται στην Αίτηση, στην Ένσταση και τις Ένορκες Δηλώσεις που τις συνοδεύουν. Κρίνω ότι οι λόγοι τους οποίους προβάλλει η πλευρά των Αιτητών για να τους επιτραπεί η καταχώρηση Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης, όπως αυτοί καταγράφονται στην Αίτηση, δεν αποτελούν «καλό λόγο» για να τους επιτραπεί να καταχωρήσουν τη Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση και ως εκ τούτου κρίνω ότι η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί και απορρίπτεται. Επιδικάζονται €1.000 έξοδα υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον των Αιτητών, στην παρούσα Αίτηση. Να πληρωθούν στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ.) ........... Γ. Στυλιανίδης, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.