← Κύπρος

Α. & Χ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. Ε.Ε ΠΑΝΘΗΡΑΣ ΧΩΜΑΤΟΥΡΓΙΚΗ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 8231/2012, 7/4/2021

Α. & Χ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. Ε.Ε ΠΑΝΘΗΡΑΣ ΧΩΜΑΤΟΥΡΓΙΚΗ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 8231/2012, 7/4/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A293 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: N. Α. Π. Γεωργιάδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 8231/2012 ΜΕΤΑΞΥ: Α. & Χ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ Ενάγουσας και

  1. Ε.Ε ΠΑΝΘΗΡΑΣ ΧΩΜΑΤΟΥΡΓΙΚΗ ΛΤΔ
  2. GCC CONTRACTORS LIMITED
  3. ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΚΑΚΟΠΕΤΡΙΑΣ Εναγόμενων Και ως Τροποποιήθηκε Δυνάμει Διατάγματος Δικαστηρίου ημερομηνίας 18/9/2014 Α. & Χ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ Ενάγουσας και
  4. Ε.Ε ΠΑΝΘΗΡΑΣ ΧΩΜΑΤΟΥΡΓΙΚΗ ΛΤΔ
  5. GENERAL CONSTRUCTIONS COMPANY LIMITED
  6. ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΚΑΚΟΠΕΤΡΙΑΣ Εναγόμενων ------------------ Αίτηση ημερομηνίας 22/10/2020 της Εναγομένης 1 για διαγραφή της συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης Αποκάλυψης Εγγράφων που καταχωρίστηκε για την Ενάγουσα. Ημερομηνία: 7 Απριλίου,
  7. Για την Εναγόμενη 1 - Αιτούσα: κ. Χριστόφορος Ιωσήφ για κ.κ. Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Για την Ενάγουσα - Καθ' ης η Αίτηση: κα Ελπίδα Κουλλαππή για κ.κ. Σάββας Μαμαντόπουλος & Συνέταιροι Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
  8. Με αίτηση ημερομηνίας 22/10/2020 η Εναγομένη 1 - Αιτούσα (η «Εναγομένη 1») αιτείται διάταγμα του Δικαστηρίου «το οποίο να διατάσσει τον παραμερισμό της μονομερώς καταχωρηθείσας Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης Αποκάλυψης Εγγράφων της XXXXX Χρυσάνθου ημερομηνίας 6/10/2020», οποιαδήποτε άλλη διαταγή και έξοδα.
  9. Η αίτηση στηρίζεται στις Δ.48, Θ.Θ.1 - 4, 8, 9, 11, 12, Δ.28, Δ.64, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, στο Κοινοδίκαιο, στις Αρχές της Επιείκειας και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου.
  10. Υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της κας XXXXX Ππεκρή, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Εναγομένη
  11. Στη μεγαλύτερη έκταση της αφορά επιχειρηματολογία. Οι βασικές τις θέσεις είναι οι ακόλουθες:

(1)Η αρχική ένορκη δήλωση αποκάλυψης που έγινε για την Ενάγουσα, 4/11/2016, αποκάλυπτε μόνο 4 έγγραφα. Η υπόθεση ορίστηκε δύο φορές για ακρόαση και αναβλήθηκε. Την 6/10/2020 η XXXXX Χρυσάνθου καταχώρισε συμπληρωματική ένορκη δήλωση αποκάλυψης με την οποία αποκάλυπτε άλλα 17 έγγραφα, τιμολόγια του 2012 χωρίς να δίδεται επαρκής αιτιολογία.
(2)Η καθυστέρηση που παρατηρήθηκε είναι υπέρμετρη και αδικαιολόγητη λαμβάνοντας υπόψη τη χρονολογία των εγγράφων, ενώ η Εναγομένη 1 είχε ήδη προετοιμαστεί για ακρόαση με βάση τα αρχικά έγγραφα που αποκαλύφθηκαν. Δεν δικαιολογείται η μη αποκάλυψη των εγγράφων ενωρίτερα ούτε δεν εξηγείται πως καταχωρίστηκε αγωγή χωρίς να έχουν έγγραφα στην κατοχή τους σε σχέση με τη ζημιά που είχαν υποστεί. Θα έπρεπε, πριν την καταχώριση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, να είχε αιτηθεί άδεια για να τοποθετηθούν όλοι οι Εναγόμενοι.
  1. Η Ενάγουσα - Καθ' ης η Αίτηση (η «Ενάγουσα») καταχώρισε ένσταση προβάλλοντας 9 λόγους ένστασης[1]. Ισχυρίζεται ότι η αίτηση είναι αντικανονική και παράτυπη (λόγος 1), ότι δεν συντρέχει λόγος εγκρίσεως της (λόγοι 2 και 4), ότι το πραγματικό υπόβαθρο που την υποστηρίζει είναι ανεπαρκές (λόγος 3), ότι ο σκοπός της Εναγομένης 1 είναι να αποτρέψει την Ενάγουσα από την παρουσίαση των εν λόγω τιμολογίων, είναι αθέμιτη και καταχρηστική (λόγοι 5, 9 και 10), ότι τυχόν έγκριση της αίτησης θα προκαλέσει αδικία στην Ενάγουσα (λόγος 6) και ότι η Ενάγουσα συμμορφώθηκε με το καθήκον της για συνεχή αποκάλυψη (λόγος 7).
  2. Η Ένσταση βασίζεται στις Δ.28, Θ.Θ.1 - 3, Δ.30, Δ.48, Θ.Θ.1 - 4, Δ.57, Θ.2, Δ.64, στις συμφυείς εξουσίες, διακριτική ευχέρεια και πρακτική του Δικαστηρίου και στη σχετική Νομολογία.
  3. Υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της κας XXXXX Γαριβαλδινού, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Ενάγουσα. Αφού αναφέρεται και αυτή στο ιστορικό της υπόθεσης αναφέρει ότι η καταχώριση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης έγινε προς συμμόρφωση με το καθήκον που επιτάσσει η νομολογία. Δεν υφίσταται κακοπιστία ή κατάχρηση. Σκοπός ήταν η αποκάλυψη των εγγράφων που θα παρουσιαστούν κατά τη δίκη. Η Εναγομένη 1 δεν θα υποστεί ζημιά. Αντίθετα, η Ενάγουσα είναι αυτή που θα εμποδιστεί να παρουσιάσει την υπόθεση της.
  4. Η πλευρά της Εναγομένης 1 καταχώρισε συμπληρωματική ένορκη δήλωση της κας XXXXX Χατζηγεωργίου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που την εκπροσωπεί, παρουσιάζοντας ως Τεκμήριο 1 εκτύπωση ηλεκτρονικού μηνύματος ημερομηνίας 23/4/2019 με το οποίο ο κ. XXXXX Μαμαντόπουλος, δικηγόρος της Ενάγουσας, τους κοινοποιούσε τα έγγραφα που αποκαλύφθηκαν ακολούθως με συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Ήταν επομένως αυτά, τουλάχιστον 18 μήνες πριν την αποκάλυψη, στην κατοχή τους, οπότε παραπλανητικά γίνεται αναφορά από την κα Γαριβαλδινού ότι τα έγγραφα αυτά αποκαλύφθηκαν μόλις περιήλθαν στην αντίληψη και κατοχή τους.
  5. Και οι δύο συνήγοροι με αναφορά στη νομολογία επί του θέματος υποστήριξαν τις θέσεις τους. Έλαβα υπόψη μου την επιχειρηματολογία τους στο σύνολο της. Θα αναφερθώ στις θέσεις τους μόνο όπου κρίνω σκόπιμο.
  6. Έθεσα υπόψη και των δύο συνηγόρων την απόφαση Marcegaglia SpA v του πλοίου «Vysokogorsk», ECLI:CY:AD:2016:D264, Αγωγή Ναυτοδικείου 31/2013, 31/5/2016 (Απόφαση Οικονόμου Δ.). Στην εν λόγω υπόθεση η Ενάγουσα αιτήθηκε άδεια για να προβεί σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση αποκάλυψης αφού προηγήθηκε αντεξέταση του μάρτυρα της, ενώ δηλαδή η δίκη ήταν σε εξέλιξη. Ο μάρτυρας είχε αντεξεταστεί σε σχέση με την ανυπαρξία εγγράφων τα οποία ανέφερε ότι ήταν εύκολο να εντοπίσει. Ένα μήνα μετά καταχωρίστηκε αίτηση για να επιτραπεί η καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ώστε να αποκαλυφθούν τα εν λόγω έγγραφα. Το Ανώτατο Δικαστήριο[2] ανέφερε τα ακόλουθα ως προς το καθήκον αποκάλυψης: «Πρόκειται, συνεπώς, για συνεχή υποχρέωση την οποία ο διάδικος οφείλει να ασκήσει χωρίς καθυστέρηση με συμπληρωματική ένορκη δήλωση (ή ειδοποίηση) προς τον αντίδικο, χωρίς να χρειάζεται άδεια ή παρέμβαση του Δικαστηρίου. Δεν νοείται άδεια του Δικαστηρίου για να ασκήσει ο διάδικος την υφιστάμενη υποχρέωση του. Άλλο είναι το ζήτημα της δικαστικής ευχέρειας για να επιτραπεί ή όχι η κατάθεση ως τεκμηρίου ενός εγγράφου που δεν αποκαλύφθηκε ή που δεν αποκαλύφθηκε εγκαίρως, ζήτημα που στα πλαίσια των Κυπριακών Θεσμών διέπεται από τη Δ.28, κ.3.» (Έμφασις δική μου)
  7. Η αποκάλυψη εγγράφων στοχεύει στη λήψη πληροφοριών και στην παρουσίαση εγγράφων που είναι σχετικά με τη διαφορά που προέκυψε μεταξύ των διαδίκων για το σκοπό προετοιμασίας για την ακρόαση και μπορεί να ζητηθεί από οποιονδήποτε από τους διαδίκους (βλ. G.A.P. Navigation Ltd v Merzario Marrittima SRL
(1998)1Γ ΑΑΔ 1624, 1629 και Τηλλυρή ν Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ
(1998)1Δ ΑΑΔ 2271, 2274). 11. Από τη στιγμή που εκδόθηκε διαταγή αποκάλυψης εγγράφων, η υποχρέωση της αποκάλυψης είναι γενική και δεν περιορίζεται μόνο στα έγγραφα που έχουν αρχικά αποκαλυφθεί αλλά επεκτείνεται και σ' εκείνα που μετέπειτα περιέρχονται στην κατοχή του διάδικου που υπέχει την υποχρέωση. Η συγκεκριμένη υποχρέωση είναι στενά συνδεδεμένη με τη γενική αρχή ότι ο διάδικος δεν πρέπει να επιδιώκει να καταλαμβάνει τον αντίδικο του εξ απροόπτου και συνακόλουθα δεν πρέπει με το να κατακρατεί έγγραφα που είναι σχετικά με την υπόθεση να παραπλανεί το δικαστήριο ή τον αντίδικό του αφήνοντας τους να πιστεύουν ότι η αρχική του δήλωση εξακολουθεί να αποτελεί τη μόνη αληθινή δήλωση πλήρους αποκάλυψης των εγγράφων που έχει στην κατοχή του (βλ. Oscar Shipping PTE Ltd ν του πλοίου «Asphodel»
(2012)1Γ ΑΑΔ 2771, 2773 - 2774).
  1. Προκύπτει επομένως ότι η αποκάλυψη αποτελεί συνεχή υποχρέωση. Το αν θα επιτραπεί ακολούθως η κατάθεση των αποκαλυφθέντων εγγράφων ως τεκμηρίων κατά τη δίκη είναι ζήτημα ξεχωριστό που αποφασίζεται δυνάμει της Δ.28, Θ. 3[3]. Είναι γι' αυτό που στην υπόθεση Marcegaglia SpA, ανωτέρω, κρίθηκε ότι δεν υφίστατο ούτε η ανάγκη λήψης άδειας από το δικαστήριο για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αποκάλυψης. Η ταχύτητα με την οποία ενήργησε διάδικος, ο χρόνος αποκάλυψης και τυχόν λόγοι καθυστέρησης είναι απλά ζητήματα που θα επιδράσουν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς όφελος του διαδίκου που επιθυμεί την παρουσίαση των εγγράφων ως μαρτυρία κατά τη δίκη. Δεν απαιτείται μάλιστα ούτε καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Αρκεί ακόμη και απλή αποστολή των εγγράφων στην άλλη πλευρά. Στο σύγγραμμα των John O' Hare και Robert N Hill, Civil Litigation (8th ed FT Law & Tax London, 1997), αναφέρονται τα ακόλουθα στη σελ. 404: 'In High Court cases once discovery takes place (whether automatically or by order) the party making discovery is under a continuing duty to disclose after-acquired documents (RSC Ord 24, r 1). This duty continues until the proceedings are concluded (Vernon v Bosley (No 2) [1997] 1 All ER 614). If further documents should later come into the client's possession, custody or power, further discovery should be made, either informally, by letter, or formally, by making and serving a supplementary list. Failure to do so may prevent reliance on those documents at the trial.' (Έμφασις δική μου)
  2. Στην Vernon v Bosley (No. 2) [1997] 1 All ER 613 στη σελ. 625, ο Stuart - Smith LJ αναφέρθηκε με επιδοκιμασία στο πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Mitchell v Darley Main Colliery Co
(1884)1 Cab & El 215: 'The judge said (at 216-217): 'Now, in my opinion, a party, who, after filing an affidavit of documents, discovers a document of which his opponent has a right to have inspection, but which is not disclosed in the schedule because it has been forgotten, or overlooked, or supposed not to exist, is bound to inform his opponent of the discovery either by a supplementary affidavit, which I think is the proper course, or at least by notice; and he has no right to keep back all knowledge of the newly-discovered document simply because he was not aware of it at the time he swore his affidavit in obedience to the order for discovery.' (Έμφασις δική μου)
  1. Παρά την αντίθετη επιχειρηματολογία του συνηγόρου της Εναγομένης 1, δεν τίθεται ζήτημα παραμερισμού συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αποκάλυψης. Είναι υποχρέωση και καθήκον διαδίκου να αποκαλύψει έγγραφα που είναι σχετικά με την υπόθεση. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι αποκάλυψη θα οδηγήσει, άνευ ετέρου, και στην αποδοχή τους ως μαρτυρία κατά τη δίκη. Τα δύο ζητήματα, όπως εξήγησα πιο πάνω είναι διακριτά και δεν πρέπει να συμπλέκονται.
  2. Εν όψει των πιο πάνω η αίτηση της Εναγομένης 1 κρίνεται αβάσιμη και απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης, όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγομένης 1 και θα είναι καταβλητέα στο τέλος. (Υπ.) ............... Ν. Α. Π. Γεωργιάδης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής [1] Αριθμούνται λανθασμένα 1 - 7 και μετά 9,
  3. [2] Αφού αναφέρθηκε στις Mitchell v Darley Main Colliery Co
(1884)Cab & El 215 (HL), και Vernon v Bosley (No. 2) [1997] 1 All ER 613 ως επίσης και στα συγγράμματα Supreme Court Practice 1987, Vol. 1, § 24/1/2 και Halsbury's Laws of England, 3rd edn Vol. 12, § 43, σελ. 30. [3] If a party ordered to make discovery of documents fails so to do, he shall not afterwards be at liberty to put in evidence on his behalf in the action any document he failed to discover or to allow to be inspected, unless the Court is satisfied that he had sufficient excuse for so failing, in which case the Court may allow such document to be put in evidence on such terms as it may think fit. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.