JOINT - STOCK COMPANY ALFA - BANK ν. BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED, Αρ. Αγωγής: 3521/20, 28/4/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A298 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Στυλιανίδη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3521/20 Μεταξύ:- JOINT - STOCK COMPANY ALFA - BANK Ενάγουσας και BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED (H.E. 165) Εναγομένης --------------------------------- Αίτηση από την Ενάγουσα, ημερομηνίας 01/12/2020 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 28/04/2021 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια: κ. Αγαθοκλέους με κα Καλαϊτζάκη για ΠΡΟΥΝΤΖΟΣ & ΠΡΟΥΝΤΖΟΣ Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ' ης η Αίτηση: κ. Χρ. Ιωσήφ για ΧΡΥΣΑΦΙΝΗΣ & ΠΟΛΥΒΙΟΥ Δ.Ε.Π.Ε. --------------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα Αίτησή της η Αιτήτρια ζητά από το Δικαστήριο: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου, με το οποίο να διατάσσεται η Εναγόμενη/Καθ' ης η Αίτηση και/ή οι αξιωματούχοι και/ή οι αντιπρόσωποι και/ή οι εντολοδόχοι και/ή οι υπάλληλοι αυτής όπως, εντός 20 ημερών από την ημερομηνία επίδοσης σε αυτή του παρόντος Διατάγματος, ετοιμάσει και καταχωρήσει στο Δικαστήριο και επιδώσει στους δικηγόρους της Ενάγουσας Ένορκη Δήλωση, η οποία: Ι. Θα δηλώνει και θα αποκαλύπτει όλες τις οδηγίες και/ή εντολές οι οποίες έχουν ληφθεί από τις εταιρείες Tufts Holdings Limited, Bisaflor Holdings Limited, Fatrion Holdings Limited, Lourdia Holdings Limited, Comprio Holdings Limited, Surikato Holdings Limited, Bautista Holdings Limited, Yelly Limited, Spyrot Holdings Limited, Ascof Holdings Limited, Barfio Holdings Limited και/ή από τον κ. XXXXX Kaminsky και/ή τον κ. XXXXX Kaminsky και/ή την κα. XXXXX Bliznakova και/ή την κα. XXXXX Lobadze και/ή την κα. XXXXX Lemonjava και οποιεσδήποτε εντολές και/ή οδηγίες από τους μετόχους των εν λόγω εταιρειών με οποιονδήποτε μέσο, ηλεκτρονικά και/ή άλλως πως οι οποίες βρίσκονται στην κατοχή και/ή εξουσία και/ή έλεγχο και/ή εις γνώση της Εναγόμενης και οι οποίες σχετίζονται και/ή αφορούν την Ενάγουσα και/ή τη συμφωνία μεταξύ της Αιτήτριας/Ενάγουσας και της OOO GlobalInvest ημερομηνίας 31/01/2013 (Non-revolving credit facility agreement No. 00XZ7L) ως έχει τροποποιηθεί (με τις τροποποιήσεις υπ' αριθμόν 00XZ7T001 μέχρι 00XZ7T007, 00XZ7T008 μέχρι 00XZ7T0054) και τη συμφωνία μεταξύ της Αιτήτριας/Ενάγουσας με την ΟΟΟ LogistikInvest ημερομηνίας 25/11/2013 (Non-revolving credit facility agreement No. 01743L) ως έχει τροποποιηθεί στις 11/12/2013. ΙΙ. Θα δηλώνει και θα αποκαλύπτει οποιεσδήποτε πληροφορίες έχει στην κατοχή της που αφορούν μεταφορά χρηματικών ποσών από και προς τις εταιρείες Tufts Holdings Limited, Bisaflor Holdings Limited, Fatrion Holdings Limited, Lourdia Holdings Limited, Comprio Holdings Limited, Surikato Holdings Limited, Bautista Holdings Limited, Yelly Limited, Spyrot Holdings Limited, Ascof Holdings Limited, Barfio Holdings Limited και/ή από τον κ. XXXXX Kaminsky και/ή από τον κ. XXXXX Kaminsky και/ή από την κα. XXXXX Bliznakova και/ή από την κα. XXXXX Lobadze και/ή από την κα. XXXXX Lemonjava και/ή οποιανδήποτε μεταφορά χρημάτων έγινε από και προς τα εν λόγω φυσικά πρόσωπα από τις 31/01/2013 μέχρι και την καταχώρηση της Αιτούμενης Ένορκης Δήλωσης. ΙΙΙ. Θα δηλώνει και θα αποκαλύπτει όλες τις πληροφορίες και/ή λεπτομέρειες και/ή έγγραφα που σχετίζονται και/ή καταδεικνύουν το πραγματικό ιδιοκτησιακό καθεστώς των εταιρειών Tufts Holdings Limited, Bisaflor Holdings Limited, Fatrion Holdings Limited, Lourdia Holdings Limited, Comprio Holdings Limited, Surikato Holdings Limited, Bautista Holdings Limited, Yelly Limited, Spyrot Holdings Limited, Ascof Holdings Limited, Barfio Holdings Limited και τους πραγματικούς ιδιοκτήτες και/ή τελικούς δικαιούχους (ultimate beneficial owners) αυτών, πλήρη στοιχεία ταυτότητας των εν λόγω τελικών δικαιούχων, τις διευθύνσεις τους και/ή τα στοιχεία επικοινωνίας τους, όπως και τα σχετικά έγγραφα καταπιστεύματος (trust deeds) και άλλα έγγραφα και/ή πληροφορίες που λήφθηκαν στα πλαίσια προσδιορισμού της ταυτότητας του πελάτη ("know your client due diligence") από την ημερομηνία ανοίγματος των λογαριασμών μέχρι και σήμερα στην έκταση που οι εν λόγω πληροφορίες βρίσκονται στην κατοχή και/ή εξουσία και/ή έλεγχο της Εναγόμενης. IV. Θα δηλώνει κατά πόσο η Εναγόμενη διαχειρίζεται και ή διαχειρίζετο τραπεζικούς λογαριασμούς άλλων εταιρειών των οποίων τελικοί δικαιούχοι και/ή αξιωματούχοι και/ή signatories ήταν και/ή είναι οι εταιρείες Tufts Holdings Limited, Bisaflor Holdings Limited, Fatrion Holdings Limited, Lourdia Holdings Limited, Comprio Holdings Limited, Surikato Holdings Limited, Bautista Holdings Limited, Yelly Limited, Spyrot Holdings Limited, Ascof Holdings Limited, Barfio Holdings Limited και/ή ο κ. XXXXX Kaminsky και/ή ο κ. XXXXX Kaminsky και/ή η κα. XXXXX Bliznakova και/ή η κα. XXXXX Lobadze και/ή η κα. XXXXX Lemonjava καθώς και εάν διαχειρίζεται και/ή διαχειρίζετο άλλα περιουσιακά στοιχεία και/ή τραπεζικούς λογαριασμούς του κ. XXXXX Kaminsky και/ή του κ. XXXXX Kaminsky και/ή της κα. XXXXX Bliznakova και/ή της κα. XXXXX Lobadze και/ή της κα. XXXXX Lemonjava στην Κύπρο και στο εξωτερικό στην έκταση που οι εν λόγω πληροφορίες βρίσκονται στην κατοχή και/ή εξουσία και/ή έλεγχο της Εναγόμενης από τις 31/01/2013 μέχρι την καταχώρηση της αιτούμενης Ένορκης Δήλωσης. V. Θα δηλώνει πλήρη και/ή όλες τις διαθέσιμες πληροφορίες και/ή στοιχεία και/ή έγγραφα αναφορικά με οποιαδήποτε κινητά και/ή ακίνητα περιουσιακά στοιχεία δηλώθηκαν στην Εναγόμενη ότι κατέχουν και/ή κατείχαν άμεσα ή έμμεσα οι εταιρείες Tufts Holdings Limited , Bisaflor Holdings Limited, Fatrion Holdings Limited, Lourdia Holdings Limited, Comprio Holdings Limited, Surikato Holdings Limited, Bautista Holdings Limited, Yelly Limited, Spyrot Holdings Limited, Ascof Holdings Limited, Barfio Holdings Limited και/ή ο κ. XXXXX Kaminsky και/ή ο κ. XXXXX Kaminsky και/ή η κα. XXXXX Bliznakova και/ή η κα. XXXXX Lobadze και/ή η κα. XXXXX Lemonjava είτε προσωπικά είτε από κοινού με άλλα πρόσωπα, είτε μέσω εμπιστευμάτων, προσδιορίζοντας την αξία, τοποθεσία και λεπτομέρειες όλων των περιουσιακών τους στοιχείων, συμπεριλαμβανομένου της ταυτότητας των φυσικών ή νομικών προσώπων που κρατούν τα περιουσιακά στοιχεία από τις 31/01/2013 και μέχρι την καταχώρηση της αιτούμενης Ένορκης Δήλωσης. VI. Θα δηλώνει και θα αποκαλύπτει τους αριθμούς των λογαριασμών που διατηρούν και/ή διατηρούσαν οι εταιρείες Tufts Holdings Limited, Bisaflor Holdings Limited, Fatrion Holdings Limited, Lourdia Holdings Limited, Comprio Holdings Limited, Surikato Holdings Limited, Bautista Holdings Limited, Yelly Limited, Spyrot Holdings Limited, Ascof Holdings Limited, Barfio Holdings Limited και/ή ο κ. XXXXX Kaminsky και/ή ο κ. XXXXX Kaminsky και/ή η κα. XXXXX Bliznakova και/ή η κα. XXXXX Lobadze και/ή η κα. XXXXX Lemonjava οπουδήποτε είτε εντός είτε εκτός της Κυπριακής Δημοκρατίας, στο όνομα των εν λόγω εταιρειών και/ή στο όνομα των φυσικών προσώπων και/ή στο όνομα των εν λόγω εταιρειών μαζί με άλλα πρόσωπα και/ή στο όνομα άλλων προσώπων αλλά προς όφελος των εν λόγω εταιρειών ή προς όφελος οποιουδήποτε προσώπου σχετίζεται ή σχετιζόταν με τον κ. XXXXX Kaminsky και/ή τον κ. XXXXX Kaminsky και/ή με την κα. XXXXX Bliznakova και/ή με την κα. XXXXX Lobadze και/ή με την κα. XXXXX Lemonjava (εφεξής οι «Λογαριασμοί») καθώς επίσης και το κατάστημα ή υποκατάστημα ή κλάδο ή άλλο τόπο στον οποίο λειτουργούσε ο καθένας από τους Λογαριασμούς, στην έκταση που οι εν λόγω πληροφορίες βρίσκονται στην κατοχή και/ή εξουσία και/ή έλεγχο της Εναγόμενης. Περαιτέρω θα δηλώνει και θα αποκαλύπτει: i. Πλήρη και αναλυτική κατάσταση των Λογαριασμών με όλα τα δικαιολογητικά και έγγραφα αναφορικά με καταθέσεις και/ή πληρωμές και/ή οποιεσδήποτε άλλες συναλλαγές που έγιναν από και προς τους Λογαριασμούς με κατονομασία των προσώπων και λογαριασμών από τους οποίους προήλθε και/ή κατέληξε οποιαδήποτε πληρωμή και/ή πίστωση και/ή οποιαδήποτε άλλη συναλλαγή. ii. Δείγματα υπογραφών σε σχέση με πληρωμές και/ή οποιεσδήποτε άλλες συναλλαγές που έγιναν από τους Λογαριασμούς. iii. Πληροφορίες αναφορικά με τους δικαιούχους των Λογαριασμών και/ή το πρόσωπο ή τα πρόσωπα που έδωσαν εντολή και/ή υπέγραψαν οποιοδήποτε έγγραφο για το άνοιγμα και/ή σε σχέση με το άνοιγμα έκαστου εκ των Λογαριασμών. iv. Πληροφορίες και/ή λεπτομέρειες και/ή έγγραφα και/ή πληρεξούσια έγγραφα που αφορούν και/ή προσδιορίζουν την ταυτότητα και διεύθυνση του προσώπου ή προσώπων που είναι εγγεγραμμένοι ως διαχειριστές (signatories) και/ή προσώπων (φυσικών ή νομικών) που έχουν δικαίωμα να υπογράφουν και/ή να δίνουν εντολές διακίνησης τραπεζικών λογαριασμών των Tufts Holdings Limited, Bisaflor Holdings Limited, Fatrion Holdings Limited, Lourdia Holdings Limited, Comprio Holdings Limited, Surikato Holdings Limited, Bautista Holdings Limited, Yelly Limited, Spyrot Holdings Limited, Ascof Holdings Limited, Barfio Holdings Limited, του κ. XXXXX Kaminsky, του κ. XXXXX Kaminsky, της κα. XXXXX Bliznakova, της κα. XXXXX Lobadze και της κα. XXXXX Lemonjava που διατηρείται ή διατηρείτο στην Εναγόμενη. v. Aντίγραφα επιταγών που εκδόθηκαν από και/ή κατατέθηκαν στους Λογαριασμούς vi. Όλα τα έγγραφα που αφορούν οποιεσδήποτε πιστώσεις και/ή χρεώσεις των Λογαριασμών συμπεριλαμβανομένων οποιωνδήποτε δανείων και/ή εκχωρήσεων και/ή διευκολύνσεων και/ή επιβαρύνσεων. vii. Όλα τα έγγραφα σε σχέση με οποιεσδήποτε πιστωτικές και/ή χρεωστικές κάρτες και/ή οποιεσδήποτε καταστάσεις των Λογαριασμών. viii. Όλες τις οδηγίες που έλαβε από οποιονδήποτε πρόσωπο με οποιοδήποτε μέσο (συμπεριλαμβανομένου μέσω τηλεομοιότυπου ή άλλου μέσου) αναφορικά με τη διαχείριση των λογαριασμών των προαναφερόμενων φυσικών και νομικών προσώπων συμπεριλαμβανομένων, άνευ περιορισμού, οδηγιών για συναλλαγές, καταθέσεις, αναλήψεις, μεταβιβάσεις, συμβάσεις ή για οποιοδήποτε άλλο θέμα οποιασδήποτε φύσης μαζί με τα συνοδευτικά έγγραφα και/ή αιτιολογικά για αυτές τις συναλλαγές. VII. Θα επισυνάπτει ως τεκμήρια αντίγραφα όλων των εγγράφων που βρίσκονται στην κατοχή και/ή εξουσία και/ή έλεγχο της Εναγόμενης που αναφέρονται στην παράγραφο Α ανωτέρω καθώς και στις υποπαραγράφους αυτής. B. Συμπληρωματικό και/ή επικουρικό Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να επιτρέπει, στην Ενάγουσα και/ή τους νομικούς της συμβούλους, τη χρήση οποιωνδήποτε εγγράφων και/ή πληροφοριών και/ή στοιχείων θα αποκαλυφθούν από την Εναγόμενη, στο πλαίσιο υφιστάμενης και/ή μελλοντικής αστικής και/ή πολιτικής διαδικασίας και/ή διεθνούς διαιτητικής διαδικασίας και/ή ως τεκμήρια και/ή ως μαρτυρία τα έγγραφα και/ή τις πληροφορίες που θα αποκαλυφθούν από την Εναγόμενη ενώπιον οποιασδήποτε αρμόδιας αρχής εντός και/ή εκτός της δικαιοδοσίας. Γ. Ενδιάμεσο απαγορευτικό Διάταγμα του Δικαστηρίου (Διάταγμα Φίμωσης/GAGGING ORDER) το οποίο να απαγορεύει και/ή εμποδίζει την Εναγόμενη συμπεριλαμβανομένων των αξιωματούχων της, εργαζομένων της, υπηρετών της, εκπροσώπων της, αντιπροσώπων της ή οποιονδήποτε άλλο πρόσωπο νομικό ή φυσικό από το να πληροφορήσει καθ' οιονδήποτε τρόπο, οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, συμπεριλαμβανομένων των ιδιοκτητών, των τελικών δικαιούχων, των αξιωματούχων και των εξουσιοδοτημένων υπογραφόντων (signatories) των τραπεζικών Λογαριασμών στα οποίο αφορά η παρούσα, ειδικότερα και/ή οποιοδήποτε πρόσωπο συνδέεται μετά των πιο πάνω προσώπων και/ή οποιονδήποτε τρίτο πρόσωπο αναφορικά με την έγερση και/ή προώθηση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και/ή διαδικασίας και/ή της παρούσας αίτησης από την Ενάγουσα, την έκδοση οποιουδήποτε Δικαστικού διατάγματος δυνάμει της παρούσας αίτησης και την αποκάλυψη οποιωνδήποτε πληροφοριών δυνάμει της παρούσας αίτησης - εξαιρουμένων των νομικών της συμβούλων - μέχρι τελείας ακροάσεως της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο και/ή νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Δ. Ενδιάμεσο Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει και να εμποδίζει την Εναγόμενη, συμπεριλαμβανομένων των αξιωματούχων της, εργαζομένων της, υπηρετών της, εκπροσώπων της, αντιπροσώπων της ή οποιονδήποτε άλλο πρόσωπο νομικό ή φυσικό από το να καταστρέψει, διαγράψει, τροποποιήσει ή άλλως πως αλλοιώσει και/ή αποξενώσει καθ' οιονδήποτε τρόπο οποιοδήποτε έγγραφο ή αντίγραφο εγγράφου, ανεξάρτητα από την μορφή αυτού, στο οποίο καταγράφονται ή αποθηκεύονται πληροφορίες συμπεριλαμβανομένων οποιωνδήποτε εγγράφων ή ηλεκτρονικών αρχείων που αποθηκεύονται σε οποιοδήποτε ηλεκτρονικό υπολογιστή, κασέτα, δισκέτα (floppy disk), δίσκο (drive), σκληρό δίσκο (hard drive), ψηφιακό δίσκο (CD/DVD), εξωτερική κινητή κάρτα μνήμης (USB) ή αλλού, που να σχετίζεται καθ' οιονδήποτε τρόπο με τις πληροφορίες και/ή στοιχεία που αναφέρονται στην παράγραφο (Α) και υποπαραγράφους (Ι) μέχρι VΙΙ αυτής και αφορούν τις εταιρείες Tufts Holdings Limited, Bisaflor Holdings Limited, Fatrion Holdings Limited, Lourdia Holdings Limited, Comprio Holdings Limited, Surikato Holdings Limited, Bautista Holdings Limited, Yelly Limited, Spyrot Holdings Limited, Ascof Holdings Limited, Barfio Holdings Limited και/ή τον κ. XXXXX Kaminsky και/ή τον κ. XXXXX Kaminsky και/ή την κα. XXXXX Bliznakova και/ή την κα. XXXXX Lobadze και/ή την κα. XXXXX Lemonjava μέχρι την εκδίκαση και έκδοση της τελικής απόφασης στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλον αγωγή και/ή νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.» Η Αίτηση στηρίζεται στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας Άρθρα 28 και 30 του Συντάγματος, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, άρθρα 4, 5, 7 και 9, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο (Ν.14/1960)και ειδικότερα στα άρθρα 29, 31, 32, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, στις Δ.28 ΘΘ.1-15, Δ.39, Δ.48, ΘΘ.1-13, Δ.64, στον Περί Αποδείξεως Νόμο Κεφ.9, άρθρα 3 και 22, στις νομικές αρχές που θεσπίστηκαν με την απόφαση Norwich Pharmacal Co and others v Commissioners of Customs and Excise
(1973)2 All ER 943, τις νομικές αρχές που σχετίζονται με τα διατάγματα τύπου Gagging Order, στη νομολογία, στις αρχές της Επιεικείας (equity) και του Κοινοδικαίου, και στις συμφυείς εξουσίες, στη διακριτική ευχέρεια και πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η Αίτηση εμφαίνονται στην επισυνημμένη σ' αυτήν Ένορκη Δήλωση της XXXXX Σκίτσα. Η Ενόρκως Δηλούσα λέγει μεταξύ άλλων και τα εξής: Είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Ενάγουσα. Ο λόγος που στην παρούσα Ένορκη Δήλωση δεν ορκίζεται αξιωματούχος ή κάποιο αρμόδιο πρόσωπο εκ μέρους της Αιτήτριας, οφείλεται στο γεγονός ότι, αφενός η Αιτήτρια ασκεί επιχειρηματικές δραστηριότητες στο εξωτερικό, κυρίως στη Ρωσία, και τέτοιο πρόσωπο δεν θα μπορούσε να προσέλθει εγκαίρως στο Δικαστήριο προκειμένου να ορκιστεί, λαμβάνοντας υπόψη τα περιοριστικά μέτρα που επιβλήθηκαν λόγω της έξαρσης του κορωνοϊού και, αφετέρου, η παρούσα Αίτηση αφορά και σε νομικά ζητήματα. Η Αιτήτρια είναι ένα μεγάλο τραπεζικό ίδρυμα στη Ρωσία. Βάσει της συμφωνίας δανειοδότησης ημερομηνίας 31 Ιανουαρίου 2013, η Αιτήτρια δάνεισε το συνολικό ποσό των Δολαρίων ΗΠΑ 78.615.398,83 στην OOO GlobalInvest, μια ρωσική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης. Ο XXXXX Kaminsky, Ρώσος υπήκοος και κατ' ισχυρισμό ένας από τους τελικούς δικαιούχους (ultimate beneficial owners) του Ομίλου DVI Group, συνήψε τη σύμβαση εγγύησης (suretyship agreement) υπ' αριθμό XXXXX04 στις 28 Φεβρουαρίου 2013 (η «Εγγύηση 28/02/2013») με την Αιτήτρια, με σκοπό την εγγύηση της Συμφωνίας Δανειοδότησης GlobalInvest εκ μέρους της δανειολήπτριας, δηλαδή της OOO GlobalInvest (η «GlobalInvest»). Κατόπιν της αθέτησης των υποχρεώσεων της GlobalInvest που απορρέουν από την ανωτέρω αναφερόμενη Συμφωνία Δανειοδότησης GlobalInvest, όπως τροποποιήθηκε, η Αιτήτρια ξεκίνησε δύο νομικές διαδικασίες ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Meschanskiy της πόλης της Μόσχας. Σε σχέση με τη Συμφωνία Δανειοδότησης GlobalInvest με τις 7 Τροποποιητικές/Επιπρόσθετες Συμφωνίες υπ' αριθμό XXXXX01- XXXXX07, η Αιτήτρια καταχώρισε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Meschanskiy της πόλης της Μόσχας αξίωση εναντίον: (α) του Kaminsky, υπό την ιδιότητά του ως ένας από τους εγγυητές, (β) άλλων ρωσικών εταιρειών που επίσης ενήργησαν ως εγγυητές, καθώς και (γ) εναντίον της GlobalInvest. Στις 21 Οκτωβρίου 2015, το Δικαστήριο αποφάσισε, μεταξύ άλλων, ότι η Αιτήτρια πληρούσε τις προϋποθέσεις για να ανακτήσει από τον Kaminsky, την GlobalInvest και τους άλλους εμπλεκόμενους εγγυητές το ποσό των Δολαρίων ΗΠΑ 22.651.417,09 σε ρούβλια. Σε σχέση με τη Συμφωνία Δανειοδότησης GlobalInvest και βάσει των 47 Τροποποιητικών/Επιπρόσθετων Συμφωνιών από αριθμό XXXXX08- XXXXX54, η Αιτήτρια καταχώρισε αξίωση ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Meschanskiy της πόλης της Μόσχας. Στις 12 Νοεμβρίου 2015 εκδόθηκε απόφαση εναντίον του Kaminsky για το χρέος συνολικού ύψους Δολάρια ΗΠΑ 60.871.379,61 προς όφελος της Αιτήτριας, καθώς και τα έξοδα που είναι σε συνάρτηση με την καταβολή του κρατικού φόρου συνολικού ύψους 60.000 ρούβλια. Βάσει συμφωνίας δανειοδότησης ημερομηνίας 25 Νοεμβρίου 2013, όπως τροποποιήθηκε από συμπληρωματική συμφωνία ημερομηνίας 11 Δεκεμβρίου 2013, η Αιτήτρια δάνεισε Δολάρια ΗΠΑ 29.652.273,60 στη LogistikInvest, μια ρωσική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης. Ο XXXXX Kaminsky, συνήψε συμφωνία εγγύησης - συμφωνία εγγύησης υπ' αριθμό XXXXX02 - με την Αιτήτρια, κατά ή περί την 3 Δεκεμβρίου 2013 (η «Εγγύηση 03/12/2013») με σκοπό την εγγύηση της Συμφωνίας Δανειοδότησης της LogistikInvest εκ μέρους της δανειολήπτριας, δηλαδή της LogistikInvest (η «LogistikInvest»). Η LogistikInvest δεν εκπλήρωσε τη Συμφωνία Δανειοδότησης LogistikInvest και η Αιτήτρια ήγειρε επιτυχώς αξίωση εναντίον του Kaminsky σύμφωνα με την Εγγύηση ημερομηνίας 03/12/2013 και το Δικαστήριο εξέδωσε την απόφασή του στις 30 Σεπτεμβρίου 2015, υποχρεώνοντας τον Kaminsky, μεταξύ άλλων, να καταβάλει στην Αιτήτρια το ποσό των Δολαρίων ΗΠΑ 32.115.690,64. Οι Εφέσεις που ηγέρθηκαν εναντίον των πιο πάνω αποφάσεων απερρίφθησαν. Ο Kaminsky έφυγε από τη Ρωσία κατά ή περί τις 22 Οκτωβρίου 2015 και προέβη σε διάφορες ενέργειες προκειμένου να αποφύγει την εκτέλεση των Ρωσικών Αποφάσεων Εγγύησης εναντίον του ιδίου και των περιουσιακών του στοιχείων. Ο Kaminsky έχει σήμερα την έδρα του στη Δημοκρατία της Γεωργίας, όπου επιδιώκει να αποκτήσει Γεωργιανή ιθαγένεια. Μετά την έκδοση των ανωτέρω αναφερόμενων Ρωσικών Αποφάσεων Εγγύησης, ο Kaminsky είναι υποχρεωμένος να καταβάλει στην Αιτήτρια το συνολικό ποσό ύψους Δολάρια ΗΠΑ 115.638.487,34 ισοδύναμο σε περίπου Ρούβλια 8.464.737.273 και σύμφωνα με την πραγματική συναλλαγματική ισοτιμία USD/RUB. Σήμερα η GlobalInvest βρίσκεται στο τελικό στάδιο των διαδικασιών αφερεγγυότητας στη Ρωσία και η LogistikInvest εκκαθαρίστηκε το Σεπτέμβριο του 2019 κατόπιν ολοκλήρωσης των Ρωσικών διαδικασιών αφερεγγυότητας. Συνεπώς, μέχρι σήμερα, η Αιτήτρια δεν άσκησε τα δικαιώματά της, βάσει των εν λόγω εγγυήσεων, καθώς η κύρια εγγύηση από τις ενεχυριάσεις ήταν οι μετοχές των GlobalInvest και LogistikInvest. Πέραν των ανωτέρω αναφερόμενων νομικών διαδικασιών σε σχέση με τις Συμφωνίες Δανειοδότησης GlobalInvest και LogistikInvest, υπήρξε και μια σειρά άλλων ρωσικών αποφάσεων που, αν και δεν σχετίζονται άμεσα αλλά έμμεσα με το χρέος του Kaminsky και τις ανωτέρω αναφερόμενες συμφωνίες δανειοδότησης και οι οποίες, φέρουν σημαντική αποδεικτική ισχύ (
- i)των ενεργειών του Kaminsky και της εμπλοκής του για να εμποδίσει τη δυνατότητα αποζημίωσης της Αιτήτριας και (
- ii)επιβεβαιώνοντας ότι ο Kaminsky είχε τον έλεγχο επί του ομίλου των εταιρειών του, αφού φρόντισε εικονικά να απομακρυνθεί από τη θέση του τελικού δικαιούχου του Ομίλου DVI Group το 2014. Αποφάσεις που εκδόθηκαν κατά την περίοδο μεταξύ 2016-2017 και μπορούν να παρέχουν στο Δικαστήριο πληροφορίες για την κατανόηση των προσπαθειών και των μεθόδων που χρησιμοποιήθηκαν είτε από τον Kaminsky είτε από οντότητες και άτομα που, τουλάχιστον τότε, σχετίζονταν με τον Kaminsky, για την εξαπάτηση της Αιτήτριας καθώς και άλλων καλόπιστων πιστωτών, αναφέρονται στην Ένορκη Δήλωση. Στις αναφερόμενες υποθέσεις, ουσιαστικά τα εμπλεκόμενα μέρη επεδίωκαν να νομιμοποιήσουν τα ενδοεταιρικά χρέη που δημιουργήθηκαν μέσω συμφωνιών δανειοδότησης με μια επακόλουθη σειρά εκχωρήσεων κατά την ίδια ή την επόμενη ημέρα. Σε εκείνες τις ισχυριζόμενες δανειοδοτήσεις, ο Kaminsky, υπό την ιδιότητά του ως εγγυητής, ενεργούσε ως ένας από τους εναγόμενους από τεχνικής άποψης (technical respondents) και δεν επιχειρηματολόγησε εναντίον των αξιώσεων που εγέρθηκαν. Η Ενάγουσα (claimant) στις εν λόγω υποθέσεις ήταν η Bautista Holdings Limited - μια κυπριακή εταιρεία, μέρος του Ομίλου DVI Group και οι προσπάθειες να επιδικαστούν τα ενδοεταιρικά χρέη έγιναν μετά το 2014, όταν ο Kaminsky είχε, από τεχνικής άποψης, παύσει να έχει ιδιοκτησία σε επίπεδο του Ομίλου DVI Group. Όταν επέτρεψε στην Αιτήτρια να ασκήσει έφεση, το Εφετείο θεώρησε ότι η Αιτήτρια ήταν πιστωτής διαφόρων εταιρειών που συνιστούν τον όμιλο DVI και ότι οι προσβαλλόμενες εν λόγω αποφάσεις των Πρωτόδικων Δικαστηρίων δυνατό να επηρεάσουν τις εκκρεμούσες διαδικασίες πτώχευσης. Σύμφωνα με πληροφορίες που λήφθηκαν από την Αιτήτρια και τους Ρώσους Δικηγόρους της, ο Kaminsky αντιμετωπίζει ποινική έρευνα στη Ρωσία η οποία κινήθηκε κατά ή περί την 2η Μαρτίου 2016, σε σχέση με διάφορες πράξεις απάτης έναντι της Αιτήτριας. Ομοσπονδιακοί Εισαγγελείς διώκουν τον Kaminsky βάσει του άρθρου 196 του Ρωσικού Ποινικού Κώδικα, το οποίο αφορά «προμελετημένη πτώχευση». Ως προς το Ρωσικό δίκαιο, μια «προμελετημένη πτώχευση» αποτελεί αδίκημα έναντι οικονομικής δραστηριότητας, αλλά μπορεί επίσης να φέρει στοιχεία δραστηριότητας που θωρακίζει την απόφαση (judgment proofing activity): πρόσωπο που γνωρίζει πολύ καλά ότι εκκρεμεί χρέος έναντι σε πραγματικούς πιστωτές, κατόπιν απόφασης Δικαστηρίου, αρχίζει εν γνώσει και εκ προθέσεως να προβαίνει σε διάφορες πράξεις προκειμένου να καταστεί αδύνατο για έναν οφειλέτη να ικανοποιήσει αξιώσεις των πιστωτών. Λίγο μετά την απαγγελία των κατηγοριών εναντίον του Kaminsky, αυτός προστέθηκε επίσημα στον διεθνή κατάλογο καταζητούμενων προσώπων. Η ποινική έρευνα συνεχίζεται και ο Kaminsky δεν παραπέμφθηκε ενώπιον των Ρωσικών Δικαστηρίων για να αντιμετωπίσει τις κατηγορίες που του απαγγέλλονται. Σύμφωνα με την Αιτήτρια, η ποινική υπόθεση που κινήθηκε εναντίον του Kaminsky συνδέεται άμεσα με τη Συμφωνία Δανειοδότησης LogistikInvest και τη Συμφωνία Δανειοδότησης GlobalInvest, καθώς η Ρωσική αστυνομία θεωρεί ότι ο Kaminsky εσκεμμένα δημιούργησε μια πολύπλοκη δομή τεχνητών συμφωνιών δανειοδότησης εντός του Ομίλου DVI Group, σε μια περαιτέρω απόπειρα του να εμποδίσει την Αιτήτρια να προχωρήσει με είσπραξη των οφειλομένων, με το να επινοήσει μια ομάδα «κατ' ισχυρισμό» πιστωτών. Ο σκοπός του Kaminsky ήταν να έχει ο ίδιος τον έλεγχο επί των διαδικασιών πτώχευσης προκειμένου να εμποδίσει την Αιτήτρια, ως πραγματικό πιστωτή. Η Αιτήτρια προέβη σε προσπάθειες εκτέλεσης της Απόφασης Εγγύησης LogistikInvest έναντι των περιουσιακών στοιχείων που ανήκαν στον Kaminsky μέσω του Δικαστηρίου της Γεωργίας. Είναι προφανές από τις γεωργιανές αποφάσεις, που προσκομίστηκαν από την Αιτήτρια, ότι το Ανώτατο Δικαστήριο της Γεωργίας αναγνώρισε (recognised) και εκτέλεσε την Απόφαση Εγγύησης LogistikInvest και με δεύτερη απόφαση ικανοποίησε την αίτηση των Αιτητών για διασφάλιση της εκτέλεσης της Απόφασης Εγγύησης LogistikInvest με την δέσμευση (arresting) ορισμένων κινητών και ακινήτων περιουσιακών στοιχείων του Kaminsky, όπως αυτά καθορίζονται στις εν λόγω αποφάσεις. Μέχρι σήμερα η Αιτήτρια δεν μπόρεσε να ανακτήσει οποιοδήποτε ποσό από τις διαδικασίες που κινήθηκαν στη Γεωργία. Η Αιτήτρια πιστεύει ότι ο Kaminsky φρόντισε για τη σύσταση μιας νέας επιχείρησης στη Γεωργία, με την επωνυμία Brain Drain μέσω της πρώην συζύγου του, XXXXX Lemonjava. Στις 15 Σεπτεμβρίου 2015, ο Kaminsky και η Lemonjava υπέβαλαν αίτηση διαζυγίου στη Μόσχα και ο γάμος τους λύθηκε στις 20 Οκτωβρίου 2015. Η Αιτήτρια πιστεύει ακράδαντα ότι η όλη διαδικασία διαζυγίου επινοήθηκε προκειμένου να αποφύγει ο Kaminsky την εκτέλεση της Απόφασης Εγγύησης LogistikInvest και να μεταβιβάσει στην «πρώην σύζυγο» του μέρος των περιουσιακών του στοιχείων, καθιστώντας τα εν λόγω στοιχεία απρόσιτα. Ο Kaminsky παρευρίσκεται σε κοινωνικές εκδηλώσεις με την «πρώην σύζυγο» του, ως ζευγάρι. Η Αιτήτρια πιστεύει επίσης, ότι η Lemonjava σήμερα ενεργεί ως εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος (nominee) του Kaminsky σε σχέση με την Brain Drain και ότι ο τελευταίος είναι ο πραγματικός τελικός ιδιοκτήτης (UBO) της επιχείρησης της «πρώην συζύγου» του. Την Brain Drain σήμερα λειτουργεί μια γεωργιανή εταιρεία με την επωνυμία «IQ-Room». Η Αιτήτρια θεωρεί ότι ο Kaminsky χρησιμοποιεί την Brain Drain ως όχημα για επένδυση χρημάτων που υπεξαιρέθηκαν μέσα από ένα συνδυασμό κυπριακών εταιρειών και εταιρειών των Βρετανικών Παρθένων Νήσων («ΒΠΝ»). Βάσει του αποσπάσματος ("extract") από τις Αρχές της Γεωργίας σε σχέση με τη συμμετοχική διάρθρωση (shareholding structure) της IQ Room, φαίνεται ότι αυτή είναι ως ακολούθως: Α. Η Tufts Holdings Limited, μια κυπριακή εταιρεία, κατέχει το 50% των εκδοθέντων μετοχών της και το υπόλοιπο 50% κατέχεται από Β. τον XXXXX Kamenov, ένας επιχειρηματίας του Καζακστάν. Το ιστορικό των συμμετοχών στην Tufts Holdings Limited, κατόπιν έρευνας που διενεργήθηκε στον ιστότοπο του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη της Κυπριακής Δημοκρατίας, φαίνεται να είναι ως εξής: 24.11.2007 -CHANTECLAIR PROFESSIONAL SERVICES LIMITED ΚΑΙ CHANTECLAIR MANAGEMENT LIMITED - 50% έκαστη 14.03.2008 - XXXXX BELOUSOV (από τη Ρωσία) - 100% 28.05.2013 - AURELIA GROUP LTD (ΒΠΝ - BVI) - 100% 30.12.2014 - FUSION ALLIANCE LIMITED (ΒΠΝ - BVI) - 100% 05.06.2018 - MOSKINANA LIMITED (ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ) - 100% (η εγγεγραμμένη μέτοχος της Εταιρείας σήμερα) Ο μοναδικός μέτοχος της Moskinana Limited είναι η οντότητα των Βρετανικών Παρθένων Νήσων (ΒΠΝ), Aurelia Group Limited. Το γεγονός ότι η Moskinana Limited έγινε ο μοναδικός μέτοχος της Tufts Holdings Limited λίγο αφού η Αιτήτρια κίνησε δικαστικές διαδικασίες ενώπιον των Δικαστηρίων στη Γεωργία εναντίον του Kaminsky, ενισχύει τη θέση της Αιτήτριας ότι ο Kaminsky κάνει ό,τι περνά απ' το χέρι του προκειμένου να αποφύγει μια ενδεχόμενη εκτέλεση των Ρωσικών Αποφάσεων Εγγύησης (περιλαμβανομένης της Απόφασης Εγγύησης LogistikInvest που αναγνωρίστηκε στη Γεωργία από το Ανώτατο Δικαστήριο της Γεωργίας) εναντίον των περιουσιακών του στοιχείων. Ο Kaminsky προχώρησε επίσης με την πώληση του διαμερίσματός του στη Γεωργία, κατά την ίδια περίοδο, παρά το ότι είχε εκδοθεί απόφαση από το Δικαστήριο της Γεωργίας για κατάσχεση του εν λόγω διαμερίσματος, καθιστώντας, συνεπώς, αδύνατη την εκτέλεση της πώλησης. Συγκεκριμένα, παρά το γεγονός ότι το Ανώτατο Δικαστήριο της Γεωργίας εξέδωσε διάταγμα κατάσχεσης (arrest order) στις 17/04/18, και το εν λόγω διάταγμα αναφερόταν ρητά στο διαμέρισμα ως κατασχεθέν, στις 27/04/18 (μετά την ημερομηνία του διατάγματος κατάσχεσης) συνάφθηκε μια συμφωνία αγοραπωλησίας. Το διάταγμα όριζε ότι απαγορευόταν στον Kaminsky να πωλήσει το διαμέρισμα και, για το λόγο αυτό, η Αιτήτρια έθεσε ανεπιτυχώς υπό αμφισβήτηση τη συμφωνία αγοραπωλησίας στο Δικαστήριο της πόλης της Τιφλίδας (city court) (πρωτόδικο). Στην απόφασή του, το Δικαστήριο της πόλης της Τιφλίδας δεν ανέλυσε κατά πόσο ο Kaminsky ήταν ενήμερος για την κατάσχεση ή αν παραβίασε το διάταγμα πουλώντας το διαμέρισμα. Αντί αυτού, το Δικαστήριο περιόρισε την απόφασή του στη δήλωση ότι δεν αποδείχθηκε από μέρους της Αιτήτριας ότι ο αγοραστής συνέργησε με τον Kaminsky, απορρίπτοντας, συνεπώς, την αγωγή. Ωστόσο, το αντίστοιχο Δικαστήριο διαπίστωσε ότι (
- i)δεν υπήρχαν έγγραφα που να τεκμηριώνουν την πληρωμή μεταξύ του Kaminsky και του αγοραστή, ότι (
- ii)από τη φορολογική δήλωση του αγοραστή δεν προκύπτουν αρκετά έσοδα, ότι (iii) το διαμέρισμα ενοικιάστηκε από τον αγοραστή στον XXXXX Lemonjava και (
- iv)ότι ο τελευταίος είναι συγγενής του Kaminsky. Επί του παρόντος, η Αιτήτρια άσκησε έφεση εναντίον της απόφασης, αλλά λόγω των μέτρων για περιορισμό του κορωνοϊού, η έφεση δεν έχει μέχρι σήμερα οριστεί. Σήμερα υπάρχει μια δικαστική διαδικασία σε εξέλιξη σε σχέση με τα βήματα που λαμβάνονται εναντίον του Kaminsky. Όσο αφορά τις δύο οντότητες των ΒΠΝ που αναφέρθηκαν πιο πάνω, δηλαδή την Aurelia Group Limited («Aurelia») και την Fusion Alliance Limited («Fusion»), αυτές είναι οι μοναδικοί μέτοχοι των Moskinana Limited και Lourdia Holdings Limited, αντίστοιχα. Πρόσφατο αντίγραφο της έρευνας που διενεργήθηκε στα ηλεκτρονικά αρχεία του Εφόρου Εταιρειών αποδεικνύει την ανωτέρω αναφερόμενη συμμετοχική διάρθρωση. Λόγω αυτής της σχέσης των εταιρειών, η Αιτήτρια προχώρησε ήδη με αίτηση Norwich Pharmacal ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου Ανατολικής Καραϊβικής και εκδόθηκε Διάταγμα ημερομηνίας 11 Ιουλίου 2019 εναντίον της Vistra (BVI) Limited («Vistra»), η οποία είναι η εγγεγραμμένη εκπρόσωπος (Registered Agent) τόσο της Aurelia όσο και της Fusion. Μετά το Διάταγμα ημερομηνίας 11 Ιουλίου 2019, ο Διευθύνων Σύμβουλος της Vistra ετοίμασε μια Ένορκη Δήλωση όπου περιέλαβε όλα τα έγγραφα και τις πληροφορίες που είχαν στην κατοχή τους. Από την ανωτέρω αναφερόμενη Ένορκη Δήλωση είναι προφανές ότι, σε σχέση με την Aurelia, το πρόσωπο που φαίνεται να είναι ο εγγεγραμμένος μέτοχος είναι η XXXXX Iobadze από τις 22 Δεκεμβρίου 2014. Η Αιτήτρια πιστεύει ότι ο εγγεγραμμένος μέτοχος ενεργεί ως εντολοδόχος (trustee) προς όφελος του XXXXX Kaminsky. Αυτή η πεποίθηση προκύπτει από συγκεκριμένα γεγονότα και συνθήκες. Η Aurelia είναι η μοναδική μέτοχος της Moskinana Limited και η δεύτερη κατέχει το σύνολο του μετοχικού κεφαλαίου της Tufts Holdings Limited και η Tufts Holdings Limited κατέχει το σύνολο του μετοχικού κεφαλαίου της Xitiko Holdings Limited. Η Xitiko Holdings Limited κατείχε το σύνολο του μετοχικού κεφαλαίου της ρωσικής οντότητας OOO Mistral (πρώην OOO Investment Group DVI) προτού αυτή η εταιρεία ρευστοποιηθεί κατόπιν των ρωσικών διαδικασιών πτώχευσης ημερομηνίας 13 Μαρτίου 2019. Όπως καθίσταται προφανές από την απόφαση του Περιφερειακού Δικαστηρίου Krasnodar Region Court - Υπόθεση υπ' αριθμό 33-2637/2017 - ημερομηνίας 16 Φεβρουαρίου 2017 - αναφορικά με την αμφισβήτηση ενός τεχνητού ενδοεταιρικού χρέους, ανωτέρω, ο V. Kaminsky και ο Melnikov έλεγχαν ολόκληρο τον όμιλο εταιρειών (DVI Group). Όσο αφορά την εταιρεία Fusion, αξίζει να αναφερθεί ότι ανάμεσα στα συνημμένα έγγραφα της Διευθύνοντος Συμβούλου της Vistra, το πρόσωπο που φαίνεται να είναι ο τελικός δικαιούχος (UBO) είναι ο Serafim Kaminsky, ο γιος του V. Kaminsky - κατόπιν μεταβίβασης μετοχών ημερομηνίας 15 Δεκεμβρίου 2014, με την οποία ο XXXXX Kaminsky μεταβίβασε σε εκείνον όλες του τις μετοχές. Πρέπει να σημειωθεί ότι η μεταβίβαση των μετοχών έγινε περίπου ένα χρόνο μετά την ημερομηνία κατά την οποία η Συμφωνία Δανειοδότησης χορηγήθηκε προς όφελος της LogistikInvest και από την ημερομηνία που ο Kaminsky υπέγραψε τη Συμφωνία Εγγύησης LogistikInvest προς όφελος της Αιτήτριας, καθώς και ότι η εν λόγω μεταβίβαση ολοκληρώθηκε μερικούς μήνες προτού η Αιτήτρια κινήσει τις νομικές διαδικασίες εναντίον του και της LogistikInvest. Η Αιτήτρια έλαβε για πρώτη φορά γνώση για την αθέτηση της υποχρέωσης του Kaminsky κατά την περίοδο μεταξύ Δεκεμβρίου 2014 - Φεβρουαρίου 2015 και συνεπώς, η Αιτήτρια θεωρεί ότι ο Kaminsky προχώρησε με τη μεταβίβαση των μετοχών του στο γιο του λίγο πριν την αθέτηση των υποχρεώσεών του βάσει της Συμφωνίας Δανειοδότησης LogistikInvest. Στο βαθμό που οποιοδήποτε παράνομο σχέδιο ή γεγονός έλαβε χώρα στην Κύπρο, η Αιτήτρια θεωρεί ότι η Εναγόμενη λόγω της θέσης της είναι συνδεδεμένη και/ή εμπλεκόμενη - έστω και αθώα - με το παράνομο αυτό σχέδιο που έλαβε χώρα και οι λεπτομέρειες του οποίου παρατίθενται ανωτέρω. Επιπλέον, η Αιτήτρια έχει βάσιμους λόγους και πληροφορίες για να πιστεύει ότι ο Kaminsky και/ή ο XXXXX Kaminsky (ο γιος του Kaminsky) και/ή η XXXXX Lemonjava (η πρώην σύζυγος του Kaminsky) και/ή η XXXXX Bliznakova (που είναι η αδελφή του Kaminsky και η οποία φαίνεται να έχει δηλωθεί ως πρώην τελικός ιδιοκτήτης (UBO) μιας οντότητας των ΒΠΝ, τελικός ιδιοκτήτης της οποίας δηλώθηκε αργότερα η Iobadze) έχουν ή είχαν, είτε προσωπικά ή μέσω άλλων νόμιμων οντοτήτων, τραπεζικούς λογαριασμούς με την Εναγόμενη, καθώς είναι προφανές ότι ο όμιλος των οντοτήτων που εμπλέκονται στο παράνομο σχέδιο διατηρούσαν και/ή ακόμα διατηρούν λογαριασμούς με την Εναγόμενη. Αυτή η σχέση προκύπτει από τις οικονομικές καταστάσεις που καταχωρήθηκαν ενώπιον του Εφόρου Εταιρειών της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η Εναγόμενη πρέπει να έχει στην κατοχή της έγγραφα και πληροφορίες που είναι βασικά για να διαφωτίσει τόσο τη φύση όσο και την πορεία του παράνομου σχεδίου για να κινηθούν νομικές διαδικασίες ενώπιον των κυπριακών Δικαστηρίων εναντίον των παραβατών (wrongdoers) ή για τη διευκόλυνση των διαδικασιών που θα κινηθούν στο εξωτερικό εναντίον των παραβατών. Για την Αιτήτρια, η Εναγόμενη θεωρείται, βάσει των πληροφοριών της, πρόσωπο-κλειδί για την παροχή πληροφοριών και εγγράφων ζωτικής σημασίας σε σχέση με τις δραστηριότητες και την εταιρική δομή που χρησιμοποιήθηκε από τον Kaminsky προκειμένου να αποφύγει την εκτέλεση των αποφάσεων που εκδόθηκαν και/ή προκειμένου να καταστούν μη ανιχνεύσιμα τα ποσά δανείου που εκκρεμούν, καθώς η Αιτήτρια πιστεύει ότι ο Kaminsky αλλά και τα πρόσωπα που αναφέρονται ανωτέρω, και τα οποία φαίνεται να σχετίζονται και/ή να συνδέονται με αυτόν, πιθανότατα να χρησιμοποίησαν ή να χρησιμοποιούν ακόμα για τις συναλλαγές τους και για την αποξένωση των κεφαλαίων που έλαβαν, τους λογαριασμούς που διατηρούν στην Εναγόμενη. Επιπλέον, υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις με την αποκάλυψη των αιτούμενων πληροφοριών, η Αιτήτρια να μπορέσει να εντοπίσει οποιοδήποτε από τα κεφάλαιά της τα οποία αποξενώθηκαν λόγω των ανωτέρω αναφερόμενων παράνομων σχεδιασμών και ενεργειών. Τα φυσικά πρόσωπα που αναφέρονται στην πιο πάνω παράγραφο είναι πρόσωπα που συμμετέχουν ενεργά στο ισχυριζόμενο παράνομο σχέδιο και τα οποία, στην πλειονότητά τους είναι συγγενείς του Kaminsky και/ή είναι στενά συνδεδεμένα μαζί του. Όλα αυτά τα πρόσωπα συμμετέχουν ή συμμετείχαν είτε στο διοικητικό ή στο μετοχικό επίπεδο του ομίλου των εταιρειών που φαίνεται να εξυπηρετούσε τα συμφέροντα του Kaminsky. Επιπλέον, κάποια από αυτά τα άτομα, φαίνεται να έχουν «επιλεγεί» για να αντικαταστήσουν τον Kaminsky από τη μετοχική δομή των εταιρειών. Είναι η θέση της Αιτήτριας ότι όλες αυτές οι αλλαγές στη μετοχική και τη διοικητική δομή των εταιρειών έγιναν βάσει στρατηγικής, λόγω του ότι οι Δικαστικές αποφάσεις είτε θα εκδίδονταν ή είχαν εκδοθεί εις βάρος των συμφερόντων του Kaminsky. Τα εν λόγω φυσικά πρόσωπα φαίνεται να ενεργούν ως τα οχήματα του Kaminsky στο παράνομο σχέδιο και η Αιτήτρια είναι σίγουρη ότι ποσά που προέκυψαν από τις δόλιες ενέργειες κατατέθηκαν στους προσωπικούς λογαριασμούς των εν λόγω προσώπων ή στους εταιρικούς λογαριασμούς των οντοτήτων που αυτοί έχουν τον έλεγχο. Περαιτέρω, συνοψίζει η Ενόρκως Δηλούσα τις κυπριακές εταιρείες που, βάσει της διαδικτυακής έρευνας που διενεργήθηκε στη σελίδα του Εφόρου Εταιρειών της Κύπρου, φαίνεται να έχουν ή είχαν, σύμφωνα με τις οικονομικές τους καταστάσεις, σε κάποια χρονική περίοδο, λογαριασμούς με την Εναγόμενη: i. Tufts Holdings Limited ii. Bisaflor Holdings Limited iii. Fatrion Holdings Limited iv. Lourdia Holdings Limited v. Comprio Holdings Limited vi. Surikato Holdings Limited vii. Bautista holdings Limited viii. Yelly Limited ix. Spyrot Holdings Limited x. Ascof Holdings Limited xi. Barfio Holdings Limited Επιπλέον, ο Serafim Kaminsky έχει εντοπιστεί να χρησιμοποιεί μια κάρτα της Εναγόμενης σε δύο περιπτώσεις. Η μία κατά την ανάληψη χρημάτων από μηχανή ΑΤΜ στη Γεωργία και η δεύτερη για την πληρωμή ενός δείπνου σε εστιατόριο στη Γεωργία. H XXXXX Bliznakova θεωρείται ότι κατοικεί μονίμως στην Κύπρο, στη Λεμεσό. Αυτό επιβεβαιώνεται περαιτέρω από τα έγγραφα που περιλαμβάνονται στο Τεκμήριο 26 της Ένορκης Δήλωσης, τα οποία έδωσε στην Αιτήτρια η Vistra κατόπιν του Διατάγματος του Δικαστηρίου των ΒΠΝ ημερομηνίας 11 Ιουλίου 2019. Πιο συγκεκριμένα, το Έγγραφο Μεταβίβασης των μετοχών της Aurelia ημερομηνίας 22 Δεκεμβρίου 2014 αναφέρει την ακόλουθη διεύθυνση για την XXXXX Bliznakova: οδός XXXXX, XXXXX 5, διαμ./γραφείο 10, XXXXX, XXXXX, Κύπρος. Συνεπώς, είναι πολύ πιθανόν η XXXXX Bliznakova, ως κάτοικος της Κύπρου, να μπορούσε να προμηθεύσει στον ανιψιό της, XXXXX Kaminsky, μια κάρτα της Εναγόμενης, ώστε να μπορεί να τη χρησιμοποιεί στη Γεωργία, ανεξάρτητα από το κατά πόσο η κάρτα εκδόθηκε στο όνομα της XXXXX Bliznakova ή του XXXXX Kaminsky ή οποιασδήποτε εταιρείας δικαιωμάτων του πατέρα του XXXXX Kaminsky. Η Αιτήτρια έχει εξαντλήσει όλες τις διαθέσιμες επιλογές προκειμένου να λάβει τις πληροφορίες που θα ρίξουν φως στην υπόθεση. Η Αιτήτρια, κατόπιν έκδοσης των αποφάσεων εναντίον της GlobalInvest, LogistikInvest και του Kaminsky, ο τελευταίος υπό την ιδιότητα του ως εγγυητής προς όφελος της Αιτήτριας, κίνησαν τις διαδικασίες για την εκτέλεση των εν λόγω αποφάσεων. Από τις διαδικασίες εκτέλεσης, η Αιτήτρια κατάφερε να ανακτήσει μόνο το ποσό των Δολαρίων ΗΠΑ 33.218.318 περίπου, και το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό εξακολουθεί να είναι ύψους Δολάρια ΗΠΑ 82.420.169,34 περίπου, τηρουμένης της εφαρμοστέας συναλλαγματικής ισοτιμίας. Η Αιτήτρια πληροφορήθηκε ότι ορισμένες οντότητες που περιλαμβάνονταν στον όμιλο εταιρειών DVI που ήταν υπό τον έλεγχο των Melnikov και Kaminsky, κίνησαν δικαστικές διαδικασίες εναντίον εταιρειών του ιδίου ομίλου, σε μια προσπάθεια να αποτρέψουν την Αιτήτρια από τα νόμιμα της συμφέροντα που προκύπτουν από τις αποφάσεις που εκδόθηκαν. Συνεπώς, η Αιτήτρια προσέβαλε τις πρωτόδικες αποφάσεις που εκδόθηκαν μεταξύ εταιρειών εντός του ομίλου. Ως αποτέλεσμα, τα αρμόδια Δικαστήρια απέρριψαν τις πρωτόδικες αποφάσεις. Την ίδια ώρα, η Αιτήτρια προσέλαβε το 2015 έναν σύμβουλο αξιολόγησης κινδύνων για τη διεξαγωγή ερευνών σε ορισμένες δικαιοδοσίες, προκειμένου να εντοπίσει περιουσιακά στοιχεία που κατείχε ή κατείχε πρόσφατα ή διέθεσε ο Kaminsky, ώστε να καταστεί δυνατό να ασκηθούν διαδικασίες εκτέλεσης και να κινηθούν οι κατάλληλες νομικές αγωγές. Η έκθεση του συμβούλου αξιολόγησης κινδύνων, ουσιαστικά βασίστηκε σε διαθέσιμες στο κοινό πληροφορίες και παρείχε στην Αιτήτρια γενικές παρατηρήσεις σε σχέση με τις δραστηριότητες του Kaminsky σε διάφορες δικαιοδοσίες. Από την έκθεση ήταν σαφές ότι η Αιτήτρια δεν μπορούσε να στηριχθεί στις πληροφορίες που παρασχέθηκαν, καθώς ήταν μη επαληθευμένες ως προς την εγκυρότητα τους και ότι περαιτέρω ενέργειες έπρεπε να ληφθούν. Σε συνέχεια της ανωτέρω αναφερόμενης έκθεσης, η Αιτήτρια κίνησε διαδικασίες ενώπιον των Γεωργιανών Δικαστηρίων, όπως αυτές περιγράφονται πιο πάνω. Περαιτέρω, η Αιτήτρια καταχώρισε μια Αίτηση Norwich Pharmacal ενώπιον του Δικαστηρίου των ΒΠΝ και εξασφάλισε διάταγμα εναντίον της Vistra, εγγεγραμμένης εκπροσώπου (registered agent) των Aurelia και Fusion, καθώς οι οντότητες των ΒΠΝ είναι υψίστης σημασίας μέσα από μία πολυστρωματική, σύνθετη δομή του Ομίλου DVI με μεγάλο αριθμό κυπριακών και ρωσικών εταιρειών σε χαμηλότερα επίπεδα. Σε συμμόρφωση με το δικαστικό Διάταγμα, η Vistra παρείχε συγκεκριμένες πληροφορίες στην Αιτήτρια. Από τις πληροφορίες που παρασχέθηκαν, η Αιτήτρια έχει βάσιμο λόγο να πιστεύει ότι ο Kaminsky είναι ο τελικός δικαιούχος (UBO) κάθε κυπριακής οντότητας που ήταν εμπλεκόμενη στο παράνομο σχέδιο για αποφυγή της εκτέλεσης των Ρωσικών Αποφάσεων Εγγύησης και για να καταστούν τα ποσά που λήφθηκαν βάσει των δανείων απρόσιτα. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που παρασχέθηκαν στην Αιτήτρια από την Vistra, η πραγματική ιδιοκτησία (beneficial ownership) επί της Fusion είχε μεταβιβαστεί από τον Kaminsky στον Serafim Kaminsky, και η πραγματική ιδιοκτησία επί της Aurelia μεταβιβάστηκε τελικά από τον Kaminsky, μέσω της αδελφής του, XXXXX Bliznakova, στην XXXXX Iobadze. Ενώ η μεταβίβαση της πραγματικής ιδιοκτησίας σε στενό συγγενικό πρόσωπο του Kaminsky, όπως είναι ο γιος του Serafim, ήταν αυτεξήγητη, η ίδια κίνηση σε σχέση με κάποια XXXXX Iobadze έχρηζε περαιτέρω διερεύνησης από μέρους της Αιτήτριας. Με αυτό κατά νου, η Αιτήτρια προσέλαβε το 2020 τον ίδιο σύμβουλο αξιολόγησης κινδύνων για τη διεξαγωγή έρευνας σε σχέση με την XXXXX Iobadze. Η έκθεση από τον σύμβουλο αξιολόγησης κινδύνων έδωσε στην Αιτήτρια κάποιες παρατηρήσεις σε σχέση με τους δεσμούς του Kaminsky και την XXXXX Iobadze, όπως είναι η σύσταση και/ή διαχείριση από την XXXXX Iobadze νομικών οντοτήτων στη Γεωργία, που κατόπιν περιήλθαν στην κατοχή του XXXXX Kaminsky και/ή της XXXXX Lemonjava (πρώην συζύγου του Kaminsky). Αυτό είναι άλλο ένα στοιχείο που αποδεικνύει ότι ο Kaminsky είχε μεταβιβάσει την πραγματική ιδιοκτησία των ΒΠΝ εταιρειών Fusion και Aurelia, οι οποίες ηγούνταν του ομίλου DVI, σε άτομα που ξεκάθαρα ενεργούσαν εκ μέρους του και για το τελικό δικό του όφελος. Κάθε προσπάθεια που έγινε από την Αιτήτρια για εξασφάλιση των αιτούμενων πληροφοριών με άλλα μέσα και με εξωδικαστικές διαδικασίες, απέβη άκαρπη. Ήταν επίσης αδύνατο για την Αιτήτρια να ζητήσει ευθέως από τις εμπλεκόμενες οντότητες να της δώσουν πληροφορίες που αποκαλύπτουν το ισχυριζόμενο δόλιο σχέδιο, αφού έτσι οι τελευταίες θα πληροφορούνταν ότι η Αιτήτρια γνωρίζει για το παράνομο σχέδιο και ότι η Αιτήτρια επιδιώκει επίσης να συλλέξει πληροφορίες για τον εντοπισμό των παραβατών και για να κατανοήσει καλύτερα το σχέδιο, πράγμα που θα επέτρεπε στην Αιτήτρια να λάβει τα κατάλληλα νομικά μέτρα. Με βάση το ιστορικό των εμπλεκόμενων μερών, η Αιτήτρια είναι βέβαιη ότι εάν τα εμπλεκόμενα μέρη και οντότητες πληροφορηθούν για τις ενέργειες και προσπάθειες της Αιτήτριας, τότε θα προβούν σε αντίστοιχες δόλιες ενέργειες και καταστροφή πληροφοριών και στοιχείων, με σκοπό να αποτρέψουν την Αιτήτρια από το να λάβει τα κατάλληλα νομικά μέτρα που δικαιούται. Μετά την επιτυχή αποκάλυψη στις ΒΠΝ και τις έρευνες που διενεργήθηκαν στην Κύπρο, που αφορούσαν πέραν των 11 οντοτήτων, η Αιτήτρια επικοινώνησε με δικηγόρους στην Κύπρο για να προχωρήσει με την κατάλληλη διαδικασία για εξασφάλιση κρίσιμων εγγράφων και πληροφοριών από κάθε δυνητικώς εμπλεκόμενο μέρος, προκειμένου να ανακαλύψει τους παραβάτες και να κατανοήσει το παράνομο σχέδιο και τα γεγονότα που έλαβαν χώρα. Ο Kaminsky ήταν ο εγγεγραμμένος μέτοχος της Fusion μέχρι τις 15 Δεκεμβρίου 2014. Η Fusion ήταν η μοναδική μέτοχος της Aurelia μέχρι τον Μάρτιο 2014, όταν η XXXXX Bliznakova (η αδελφή του Kaminsky) έγινε η μοναδική μέτοχος της Aurelia για μια περίοδο κι ύστερα, στις 22 Δεκεμβρίου 2014, η XXXXX Iobadze αντικατέστησε την XXXXX Bliznakova. Σήμερα, η Fusion ανήκει στον XXXXX Kaminsky και η Aurelia ανήκει στην XXXXX Iobadze, αμφότεροι συνδεδεμένοι με τον Kaminsky. Οι ανωτέρω αναφερόμενες συναλλαγές πραγματοποιήθηκαν σχεδόν ταυτόχρονα, στις 15 Δεκεμβρίου 2014 και στις 22 Δεκεμβρίου 2014, πολύ κοντά στο χρόνο κατά τον οποίο αθετήθηκαν οι Συμφωνίες Δανειοδότησης GlobalInvest και LogistikInvest, με αποτέλεσμα τη λήψη νομικών ενεργειών από μέρους της Αιτήτριας στη Ρωσία, που τελικά οδήγησαν στις Ρωσικές Αποφάσεις Εγγύησης τον Οκτώβριο με Νοέμβριο 2015. Ακόμα και αφού έπαψε, από τεχνικής άποψης, να είναι ο τελικός ιδιοκτήτης (UBO) των Fusion και Aurelia, ο Kaminsky συνέχισε να δείχνει, μεταγενέστερα και ενεργά, την ανεπηρέαστη από τις αποφάσεις (judgment proof) δραστηριότητά του απέναντι στην Αιτήτρια, περιλαμβανομένων πολλών προσπαθειών για δημιουργία ενδοεταιρικού χρέους του Ομίλου DVI Group και της επιδίκασής του κακόπιστα από τα Ρωσικά Δικαστήρια. Ο XXXXX Kaminsky είναι ο γιος του Vyacheslav Kaminsky και η XXXXX Bliznakova είναι αδελφή του Kaminsky. Η XXXXX Bliznakova ήταν διευθύντρια ενός μεγάλου κυπριακού τμήματος του ομίλου DVI, περιλαμβανομένων των κυπριακών εταιρειών που ήταν αναμιγμένες στη δημιουργία του ενδοεταιρικού χρέους του Ομίλου DVI Group. Η XXXXX Bliznakova κατοικεί στη Λεμεσό, Κύπρο, και η διεύθυνση της επιβεβαιώνεται από πληροφορίες που η Αιτήτρια έλαβε από την Vistra, πράγμα που ενισχύει τη θέση ότι ολόκληρη η οικογένεια (ο Kaminsky, η XXXXX Bliznakova, ο XXXXX Kaminsky, η XXXXX Lemonjava) δυνατό να διατηρούν και να χρησιμοποιούν τραπεζικούς λογαριασμούς με την Εναγόμενη. Οι αιτούμενες πληροφορίες θεωρούνται ζωτικές προκειμένου να μπορέσει η Αιτήτρια να αποκτήσει γνώση και κατανόηση της σειράς των γεγονότων που οδήγησαν στην πραγματοποίηση του παράνομου σχεδιασμού. Ταυτόχρονα, οι αιτούμενες πληροφορίες θεωρούνται απαραίτητες για την υποβοήθηση της Αιτήτριας να κατανοήσει ακριβώς τις δόλιες ενέργειες που έλαβαν χώρα καθώς και τις συναλλαγές που έγιναν οι οποίες επηρέασαν δυσμενώς τα συμφέροντα της Αιτήτριας. Επιπλέον, οι αιτούμενες πληροφορίες θα επιτρέψουν στην Αιτήτρια να εντοπίσει τα πρόσωπα που είναι άμεσα ή έμμεσα εμπλεκόμενα στις ισχυριζόμενες δόλιες ενέργειες και συναλλαγές και, συνεπώς, θα παρέχουν στην Αιτήτρια τη δυνατότητα να συμπληρώσει τα κομμάτια του παζλ που λείπουν και το δικαίωμα να κινήσει τα κατάλληλα νομικά μέτρα εναντίον των παραβατών (wrongdoers) σε οποιαδήποτε δικαιοδοσία για να προστατεύσει τα νόμιμα δικαιώματά της αλλά και να διευκολύνει νομικές διαδικασίες εν εξελίξει. Περαιτέρω, οι αιτούμενες πληροφορίες σύμφωνα με τις υφιστάμενες ενδείξεις θα επιτρέψουν στην Αιτήτρια να εντοπίσει οποιασδήποτε μορφής περιουσιακά στοιχεία που διατέθηκαν παρανόμως στο πλαίσιο του παράνομου σχεδίου. Η Εναγόμενη, θεωρείται ένα τραπεζικό ίδρυμα που χρησιμοποιήθηκε και/ή εξακολουθεί να παρέχει τις υπηρεσίες του στον Kaminsky και/ή τον XXXXX Kaminsky και/ή την XXXXX Bliznakova και/ή την XXXXX Lemonjava και/ή τις οντότητες που κατ' ισχυρισμό εμπλέκονται στο παράνομο σχέδιο και συνεπώς, σίγουρα κατέχει μια θέση κλειδί για τα ανωτέρω αναφερόμενα άτομα και/ή για τις οντότητες που ήταν κατ' ισχυρισμό εμπλεκόμενες στο παράνομο σχέδιο, είτε για λογαριασμούς που υφίστανται και λειτουργούν και/ή ανοίχθηκαν στο παρελθόν στα ονόματά τους και/ή προς όφελός τους. Συνεπώς, η Εναγόμενη κατέχει πληροφορίες, η σημασία των οποίων είναι καίρια για την κατανόηση του επιπέδου εμπλοκής κάθε μίας από τις εταιρείες και/ή φυσικών προσώπων στο πλαίσιο ενός παράνομου σχεδίου το οποίο οδήγησε στην εξαπάτηση της Αιτήτριας. Ανεξάρτητα από το εάν η ανάμιξη της Εναγόμενης έγινε εντελώς αθώα, η Εναγόμενη κατέχει τις αιτούμενες πληροφορίες για αυτές τις δραστηριότητες που θα ρίξουν φως στο παράνομο σχέδιο. Η έκδοση του Διατάγματος Αποκάλυψης είναι ζωτικής σημασίας για να μπορέσει, μεταξύ άλλων, η Αιτήτρια να εξασφαλίσει πληροφορίες που να αποκαλύπτουν το εύρος των δόλιων πράξεων που έγιναν σε βάρος των δικαιωμάτων της και οποιαδήποτε πρόσωπα είναι άμεσα ή έμμεσα εμπλεκόμενα. Η αναγκαιότητα προκύπτει προκειμένου να είναι η Αιτήτρια σε θέση να κινήσει τις κατάλληλες νομικές διαδικασίες σε οποιαδήποτε δικαιοδοσία εναντίον οποιουδήποτε εμπλεκομένου. Περαιτέρω, η αποκάλυψη θα επιτρέψει στην Αιτήτρια να εντοπίσει οποιασδήποτε μορφής περιουσιακά στοιχεία που διατέθηκαν δολίως σε τρίτα μέρη. Οι προσπάθειες που έχει κάνει η Αιτήτρια για να εξασφαλίσει τις αιτούμενες πληροφορίες εξωδίκως, απέβησαν άκαρπες. Στην παρούσα υπόθεση, φαίνεται ότι πραγματοποιήθηκαν πολύπλοκες συναλλαγές και χρησιμοποιήθηκαν μηχανισμοί και μέθοδοι προκειμένου να μην είναι δυνατό να εντοπίσει κανείς τα περιουσιακά στοιχεία. Η Αιτήτρια αντιμετωπίζει μια ιδιαίτερα σύνθετη δομή ενός ομίλου εταιρειών με οντότητες με έδρα και σε άλλες δικαιοδοσίες και, όπως διαφαίνεται από τις ρωσικές αποφάσεις που περιλαμβάνονται στην Ένορκη Δήλωση, φαίνεται ότι διάφορες πλασματικές ενδοεταιρικές συμφωνίες έλαβαν χώρα προκειμένου να διευκολύνουν τη συνωμοσία για εξαπάτηση της Αιτήτριας. Εφόσον οι κυπριακές εταιρείες φαίνεται να εμπλέκονται σε εκείνες τις συναλλαγές, αποτελεί ισχυρή πεποίθηση της Αιτήτριας ότι αυτές οι οντότητες δυνατό να έχουν, με τη σειρά τους, συνάψει περαιτέρω συμφωνίες με άλλες οντότητες ή άτομα, με σκοπό να αποξενώσουν περαιτέρω οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία σε βάρος της Αιτήτριας. Η Καθ' ης η Αίτηση καταχώρησε ένσταση στην πιο πάνω Αίτηση στην Ειδοποίηση της οποίας κατέγραψε αριθμό λόγων ένστασης και βασίζεται σε γεγονότα τα εκτίθενται στην επισυνημμένη σ' αυτήν Ένορκη Δήλωση του XXXXX Αδαμίδη, υπαλλήλου της Bank of Cyprus Public Company Limited-Καθ' ης η Αίτηση στην υπό εξέταση Αίτηση. Λέγει μεταξύ άλλων και τα εξής: Η εξασφάλιση των αιτούμενων πληροφοριών, οι οποίες αφορούν πέραν από τον Kaminsky και αριθμό κυπριακών εταιρειών, δεν είναι αναγκαία και καθιστούν την παρούσα διαδικασία καταχρηστική, καθώς προκύπτει πολλαπλότητα δικαστικών διαδικασιών. Μάλιστα οι κατ' ισχυρισμό αδικοπραγούντες έχουν ήδη διωχθεί σε αλλοδαπά δικαστήρια και έχουν εκδοθεί εναντίον τους δικαστικές αποφάσεις, συνεπώς οι αιτούμενες πληροφορίες θα μπορούσαν και έπρεπε να είχαν ληφθεί μέσω των ήδη ολοκληρωμένων νομικών διαδικασιών στο εξωτερικό και ενδεχομένως κάποιες εξ αυτών να έχουν ληφθεί. Αν και έχουν ταυτοποιηθεί εκ μέρους της Αιτήτριας οι τελικοί αδικοπραγούντες, ήτοι ο Kaminsky και τα συνδεδεμένα με αυτόν φυσικά και νομικά πρόσωπα και έχει ξεκινήσει διαδικασία εναντίον τους σε αλλοδαπά δικαστήρια, εντούτοις δεν έχει επιδοθεί σε αυτούς η παρούσα Αίτηση και Αγωγή. Η κατ' ισχυρισμό αδικοπραξία αφορά σε αποξένωση περιουσιακών στοιχείων εκ μέρους του Kaminsky και των συνδεδεμένων με αυτόν φυσικών και νομικών προσώπων εις απόπειρα αποφυγής συμμόρφωσης με τις υποχρεώσεις τους έναντι της Αιτήτριας. Εντούτοις, αυτή η κατ' ισχυρισμό αδικοπραξία έχει ήδη εκδικαστεί σε αλλοδαπά δικαστήρια. Η Αιτήτρια δεν αναφέρει σε κανένα μέρος της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση ποιαν επιπρόσθετη αδικοπραξία αποπειράται να διερευνήσει και να εξιχνιάσει μέσω της παρούσας Αγωγής και Αίτησης. Συγκεκριμένα όσον αφορά τις Εταιρείες για τις οποίες επιδιώκεται η αποκάλυψη των πληροφοριών τους, αυτές και η οποιαδήποτε σχέση τους με τον Kaminsky έχουν αποτελέσει αντικείμενο των αποφάσεων στις οποίες αναφέρεται η Αιτήτρια μέσω της Ένορκης Δήλωσης Σκίτσα. Μάλιστα η Αιτήτρια έχει εξασφαλίσει και παρόμοιο διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal την 11/07/2019. Όσον αφορά τις Κυπριακές Εταιρείες που αναγράφονται στην παράγραφο 34 της Ένορκης Δήλωσης Σκίτσα (εφεξής οι «Κυπριακές Εταιρείες»), πέραν της ατεκμηρίωτης σύνδεσής τους με τους τελικούς αδικοπραγούντες, ήτοι τον Kaminsky και τα συγγενικά του πρόσωπα, δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε χειροπιαστή ή επαρκής μαρτυρία η οποία να υποστηρίζει ότι ο Kaminsky έχει διοχετεύσει χρήματα μέσω αυτών για παράνομους σκοπούς ή ότι τις έχει χρησιμοποιήσει δόλια σε οποιονδήποτε κατ' ισχυρισμό δόλιο σχέδιο με συνέπεια την πρόκληση ζημιάς προς την Αιτήτρια. Συνεπώς δεν δύναται η Αιτήτρια να αποσκοπεί στην αποκάλυψη σημαντικότατων και προσωπικών πληροφοριών σε σχέση με οντότητες οι οποίες ενδεχομένως να είναι εντελώς αθώες στο οποιονδήποτε σχέδιο εφαρμόστηκε από τον Kaminsky. Η υπό κρίση Αίτηση, όπως και η Αγωγή, καταχωρήθηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση. Όπως αναφέρεται στην Ένορκη Δήλωση Σκίτσα, ήδη από το 2016-2017 είχαν εκδοθεί τέσσερεις
(4)δικαστικές και διαιτητικές αποφάσεις στην Ρωσία μέσω των οποίων η Αιτήτρια έλαβε γνώση του εύρους της αδικοπραξίας αλλά και της συσχέτισης ορισμένων εκ των Εταιρειών με τον Kaminsky και τον όμιλο DVI Group γενικότερα (παράγραφος 16 Ένορκης Δήλωσης Σκίτσα). Τα όσα αναφέρονται στην Ένορκη Δήλωση Σκίτσα δεν δικαιολογούν γιατί η Αιτήτρια δεν διενέργησε ή τουλάχιστον εκκίνησε νωρίτερα την τρέχουσα διαδικασία για να εξασφαλίσουν τα επί της παρούσης αιτούμενα διατάγματα και γιατί επέδειξαν καθυστέρηση πέραν των τεσσάρων
(4)ετών στην καταχώρηση της παρούσας Αίτησης και Αγωγής. Η αδικαιολόγητη και υπέρμετρη αυτή καθυστέρηση είναι ένδειξη αμέλειας ή τουλάχιστον αδιαφορίας από την Αιτήτρια και δεν είναι υποχρέωση ούτε του Δικαστηρίου αλλά ούτε και της Καθ' ης η Αίτηση να καλύψει τα κενά στις επιχειρηματικές δραστηριότητες της Αιτήτριας. Οι προϋποθέσεις έκδοσης διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal εξετάζονται αφότου ικανοποιηθούν οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Ν.14/1960. Ένεκα της κατάχρησης η οποία προκύπτει, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 καθώς δεν υπάρχει πιθανότητα να δικαιούται η Αιτήτρια σε θεραπεία μέσω της Αγωγής της, ούτε και θα υποστεί οποιανδήποτε βλάβη εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, καθώς έχει ήδη εξασφαλίσει δικαστικές αποφάσεις από αλλοδαπά δικαστήρια για την κατ' ισχυρισμό αδικοπραξία. Δεν έχει εγγράψει τις αλλοδαπές αποφάσεις στην Κύπρο. Το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας δια την έκδοση των σχετικών διαταγμάτων, καθότι τα αιτούμενα διατάγματα είναι γενικά στην ολότητα τους και καλύπτουν ένα πολύ ευρύ φάσμα οδηγιών και/ή ενδεχόμενων πληροφοριών και/ή κινήσεων διαφόρων τραπεζικών λογαριασμών που ενδεχομένως διατηρούνται στην Καθ' ης η Αίτηση. Με τον τρόπο που επιζητούνται τα διατάγματα της παρούσας Αίτησης, η Αίτηση ισοδυναμεί με "αλίευση μαρτυρίας" ("fishing expedition"), είναι καταπιεστική και δεν δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις. Τα αιτούμενα διατάγματα του Δικαστηρίου ως είναι διατυπωμένα αποτελούν εκ μέρους της Αιτήτριας προσπάθεια απόσπασης πληροφοριών, είναι καταπιεστικά για την Καθ' ης η Αίτηση και δεν δικαιολογούνται από τα γεγονότα και/ή τις περιστάσεις ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν υπάρχουν και δεν συντρέχουν και/ή δεν απεκαλύφθησαν εξαιρετικοί λόγοι και/ή εξαιρετικές περιστάσεις (exceptional circumstances) σε αυτό το στάδιο διαδικασίας για να δικαιολογήσουν και/ή καταστήσουν αναγκαία την αποκάλυψη εγγράφων και στοιχείων τόσο νωρίς στην διαδικασία και δη πριν την καταχώρηση των εγγράφων προτάσεων. Τα αιτούμενα διατάγματα προκαλούν αδικία στην Καθ' ης η Αίτηση, τόσο λόγω του περιεχομένου τους, συμπεριλαμβανομένης της γενικότητας τους, όσο και λόγω του περιορισμένου χρόνου που αναφέρεται σε αυτό, ήτοι είκοσι
(20)ημέρες, καθώς και διότι επεκτείνεται σε τραπεζικούς λογαριασμούς και/ή κίνηση αυτών και/ή οδηγίες και/ή συμφωνίες που μπορεί να υφίστανται μέχρι και σήμερα. Και αν ακόμα εκδοθεί οιονδήποτε των αιτουμένων διαταγμάτων εναντίον της Καθ΄ ης η Αίτηση παρόλο που η Καθ' ης η Αίτηση πιστεύει ότι αυτά τα διατάγματα δεν δικαιολογούνται υπό τας περιστάσεις, θα πρέπει να δοθεί τουλάχιστον προθεσμία στην Καθ' ης η Αίτηση δύο
(2)μηνών για να ανευρεθούν όλες οι σχετικές πληροφορίες. Περαιτέρω, η Αιτήτρια θα πρέπει να καλύψει προκαταβολικά όλα τα έξοδα της Καθ' ης η Αίτηση. Οι οποιεσδήποτε πληροφορίες δοθούν σε περίπτωση έγκρισης της Αίτησης, αν και η θέση της Καθ' ης η Αίτηση παραμένει ότι η Αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει, αυτές δεν θα πρέπει να δύναται να χρησιμοποιηθούν σε οποιανδήποτε διαδικασία εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι προώθησαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους με εμπεριστατωμένες αγορεύσεις. Τις έχω μελετήσει με προσοχή και ειδική αναφορά θα γίνει αν και εφόσον χρειασθεί. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η ακρόαση της Αίτησης έγινε με βάση το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων. Στην απόφαση Iacovou Brothers (Constr.) Ltd ν Fashionwise Ltd
(2000)1 Α.Α.Δ. σελ. 1377, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Είναι ορθό ότι σε περιπτώσεις αιτήσεων που οι ισχυρισμοί του αιτητή αμφισβητούνται ο αιτητής θα πρέπει να προσκομίσει προφορική μαρτυρία για να αποσείσει το σχετικό βάρος που έχει για την απόδειξη των ισχυρισμών του (Ίδε Krashias Shoe Factory Ltd ν. Adidas Sportschuhfabriken Adi Dossier K.G.
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 750 και Louis Vuitton ν. Dermosak Ltd and Orphanidou
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453). Ο αιτητής μπορεί να αποσείσει το σχετικό βάρος της απόδειξης είτε με την παράθεση της δικής του μαρτυρίας είτε με την αποκάλυψη στοιχείων που προκύπτουν από την αντεξέταση στην οποία υποβάλλει τα πρόσωπα τα οποία έχουν προβεί σε ένορκες δηλώσεις εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση. Επισημαίνουμε ότι με την πρόσφατη τροποποίηση του Κανονισμού 4 της Διαταγής 48 (Ίδε ο περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικός) (Αρ. 3) Διαδικαστικός Κανονισμός του 1999) η ακρόαση της αίτησης διεξάγεται με βάση τα γεγονότα που περιέχονται στις ένορκες δηλώσεις με δυνατότητα αντεξέτασης». Συνεπώς το Δικαστήριο θα βασιστεί στα γεγονότα όπως αυτά περιέχονται στις ένορκες δηλώσεις, λαμβανομένου υπόψη του βάρους απόδειξης των ισχυρισμών εκάστου των δύο Μερών. Έχουν εκδοθεί διατάγματα, μονομερώς, ως οι παράγραφοι Γ και Δ της Αίτησης και όσον αφορά τα Αιτητικά Α και Β ορίστηκαν για επίδοση της Αίτησης. Η νομολογία επί των προσωρινών διαταγμάτων είναι πασίγνωστη και το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, έχει αναλυθεί με σαφήνεια στην υπόθεση Οδυσσέως ν. Pieris Estates Ltd
(1982)1 Α.Α.Δ. 557, η ικανοποίηση δε των τριών κριτηρίων που τίθενται ως προϋποθέσεις αποτελεί το πρωταρχικό μέλημα του Δικαστηρίου πριν δυνηθεί να περάσει στην εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας, με τη συνεκτίμηση όλων των σχετικών παραγόντων. Το άρθρο 32
(1)του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, προβλέπει την εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει απαγορευτικό διάταγμα όταν κρίνει τούτο δίκαιο ή πρόσφορο με βάση τις περιστάσεις της υπόθεσης που είναι ενώπιον του. Προκειμένου δε για παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα θα πρέπει σύμφωνα με την επιφύλαξη στο ίδιο άρθρο να ικανοποιηθεί επιπρόσθετα ότι συντρέχουν και οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) Ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την κυρίως δίκη. β) Ότι υπάρχει πιθανότητα ο Ενάγοντας να δικαιούται σε θεραπεία και γ) Ότι εκτός εάν εκδοθεί το παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος ικανοποιείται με αναφορά στα καταχωρημένα δικόγραφα για την αποκάλυψη μιας συζητούμενης υπόθεσης, ενώ το δεύτερο κριτήριο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης και σχετίζεται με την ένδειξη ή παρουσίαση μίας ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Τα δύο αυτά κριτήρια είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετα και θα μπορούσε να λεχθεί ότι ενώ το πρώτο κριτήριο εξετάζεται σε συσχετισμό με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, το δεύτερο προχωρεί ένα ακόμη βήμα συσχετίζοντας τη νομική αυτή θεμελίωση με την προσφερόμενη μαρτυρία για την πραγματική θεμελίωση της αγωγής επί των γεγονότων. Αν ο Αιτητής είναι σε θέση να δείξει κάτι πέρα από την απλή πιθανολόγηση αλλά λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων θεωρείται ότι ικανοποιεί το δεύτερο αυτό κριτήριο. Το τρίτο κριτήριο ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Με δεδομένο ότι η θεραπεία του προσωρινού διατάγματος ανάγεται κατ' εξοχή στο δίκαιο της επιείκειας, αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύλογα, τότε η έκδοση του ή η διατήρησή του σε ισχύ, αποκλείεται. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση των ζημιών δεν δικαιολογεί κατ' ανάγκην την έκδοση διατάγματος όπως έχει υποδείξει η υπόθεση ΚΟΤ ν. Θεωρή
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 255. Η διαδικασία ακρόασης ενός προσωρινού διατάγματος γίνεται μέσα στην περιορισμένη σφαίρα της εξέτασης του ερωτήματος κατά πόσο νομότυπα από πλευράς διαδικασίας προωθήθηκε το αίτημα, καθώς και σε σχέση με το υπόβαθρο των γεγονότων που περιβάλλουν την Αίτηση, με γνώμονα τη συσχέτιση τους με τα τρία κριτήρια και το ισοζύγιο της ευχέρειας, αλλά το Δικαστήριο δεν προχωρεί στην κατάληξη συμπερασμάτων αναφορικά με την πλήρη εξέταση είτε του πραγματικού είτε του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, δεδομένου ότι, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Jonitexo v. Adidas
(1984)1 Α.Α.Δ. 263, αυτό εμπίπτει στη σφαίρα εξέτασης του Δικαστηρίου που εκδικάζει την ουσία της ιδίας της αγωγής. Τα ίδια λέχθηκαν και στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, 269-
- Επιστρέφοντας στην πρώτη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 32 του Ν.14/60 και λαμβάνοντας υπόψη τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης όπως διαφαίνονται από την Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, υπενθυμίζοντας ότι η πρώτη προϋπόθεση αφορά τη νομική θεμελίωση της αξίωσης του Αιτητή, βρίσκω ότι η διαφορά των διαδίκων, η αξίωση της Ενάγουσας εδράζεται σε ισχυριζόμενη αδικοπραξία η οποία αφορά σε αποξένωση περιουσιακών στοιχείων εκ μέρους του Kaminsky και των συνδεδεμένων με αυτόν φυσικών και νομικών προσώπων και απόπειρα αποφυγής συμμόρφωσης με τις υποχρεώσεις τους έναντι της Αιτήτριας-Ενάγουσας και της εμπλοκής του για να εμποδίσει τη δυνατότητα αποζημίωσης της Αιτήτριας. Ο Kaminsky είχε τον έλεγχο επί του ομίλου των εταιρειών του, αφού φρόντισε εικονικά, σύμφωνα με την προσκομισθείσα μαρτυρία, να απομακρυνθεί από τη θέση του τελικού δικαιούχου του Ομίλου DVI Group το
- Η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι ο Kaminsky φρόντισε για τη σύσταση μιας νέας επιχείρησης στη Γεωργία, με την επωνυμία Brain Drain μέσω της πρώην συζύγου του, Lemonjava. Ο γάμος του Kaminsky με τη Lemonjava λύθηκε στις 20 Οκτωβρίου
- Είναι μαρτυρία, διά της Ενόρκου Δηλώσεως που υποστηρίζει την Αίτηση ότι η όλη διαδικασία διαζυγίου επινοήθηκε προκειμένου να αποφύγει ο Kaminsky την εκτέλεση της Απόφασης Εγγύησης LogistikInvest και να μεταβιβάσει στην πρώην σύζυγό του μέρος των περιουσιακών του στοιχείων, καθιστώντας τα εν λόγω στοιχεία απρόσιτα. Ο Kaminsky παρευρίσκεται σε κοινωνικές εκδηλώσεις με την πρώην σύζυγό του ως ζευγάρι. Η Lemonjava σήμερα ενεργεί ως εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος του Kaminsky σε σχέση με την Brain Drain και ότι ο τελευταίος είναι ο πραγματικός τελικός ιδιοκτήτης της επιχείρησης της πρώην συζύγου του. Την Brain Drain σήμερα λειτουργεί μια Γεωργιανή εταιρεία με την επωνυμία IQ-Room. Η Αιτήτρια θεωρεί ότι ο Kaminsky χρησιμοποιεί την Brain Drain ως όχημα για επένδυση χρημάτων που υπεξαιρέθηκαν μέσα από ένα συνδυασμό Κυπριακών εταιρειών και εταιρειών των Βρετανικών Παρθένων Νήσων. Στο βαθμό που οποιοδήποτε παράνομο σχέδιο ή γεγονός έλαβε χώρα στην Κύπρο, η Αιτήτρια θεωρεί ότι η Εναγόμενη λόγω της θέσης της είναι συνδεδεμένη και/ή εμπλεκόμενη - έστω και αθώα - με το παράνομο αυτό σχέδιο που έλαβε χώρα και οι λεπτομέρειες του οποίου παρατίθενται ανωτέρω. Επιπλέον, η Αιτήτρια έχει βάσιμους λόγους και πληροφορίες για να πιστεύει ότι ο Kaminsky και/ή ο XXXXX Kaminsky (ο γιος του Kaminsky) και/ή η XXXXX Lemonjava (η πρώην σύζυγος του Kaminsky) και/ή η XXXXX Bliznakova (που είναι η αδελφή του Kaminsky και η οποία φαίνεται να έχει δηλωθεί ως πρώην τελικός ιδιοκτήτης (UBO) μιας οντότητας των ΒΠΝ, τελικός ιδιοκτήτης της οποίας δηλώθηκε αργότερα η Iobadze) έχουν ή είχαν, είτε προσωπικά ή μέσω άλλων νόμιμων οντοτήτων, τραπεζικούς λογαριασμούς με την Εναγόμενη, καθώς είναι προφανές ότι ο όμιλος των οντοτήτων που εμπλέκονται στο παράνομο σχέδιο διατηρούσαν και/ή ακόμα διατηρούν λογαριασμούς με την Εναγόμενη. Αυτή η σχέση προκύπτει από τις οικονομικές καταστάσεις που καταχωρήθηκαν ενώπιον του Εφόρου Εταιρειών της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η Εναγόμενη πρέπει να έχει στην κατοχή της έγγραφα και πληροφορίες που είναι βασικά για να διαφωτίσει τόσο τη φύση όσο και την πορεία του παράνομου σχεδίου για να κινηθούν νομικές διαδικασίες ενώπιον των κυπριακών Δικαστηρίων εναντίον των παραβατών (wrongdoers) ή για τη διευκόλυνση των διαδικασιών που θα κινηθούν στο εξωτερικό εναντίον των παραβατών. Για την Αιτήτρια, η Εναγόμενη θεωρείται, βάσει των πληροφοριών της, πρόσωπο-κλειδί για την παροχή πληροφοριών και εγγράφων ζωτικής σημασίας σε σχέση με τις δραστηριότητες και την εταιρική δομή που χρησιμοποιήθηκε από τον Kaminsky προκειμένου να αποφύγει την εκτέλεση των αποφάσεων που εκδόθηκαν και/ή προκειμένου να καταστούν μη ανιχνεύσιμα τα ποσά δανείου που εκκρεμούν, καθώς η Αιτήτρια πιστεύει ότι ο Kaminsky αλλά και τα πρόσωπα που αναφέρονται ανωτέρω, και τα οποία φαίνεται να σχετίζονται και/ή να συνδέονται με αυτόν, πιθανότατα να χρησιμοποίησαν ή να χρησιμοποιούν ακόμα για τις συναλλαγές τους και για την αποξένωση των κεφαλαίων που έλαβαν, τους λογαριασμούς που διατηρούν στην Εναγόμενη. Επιπλέον, υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις με την αποκάλυψη των αιτούμενων πληροφοριών, η Αιτήτρια να μπορέσει να εντοπίσει οποιοδήποτε από τα κεφάλαιά της τα οποία αποξενώθηκαν λόγω των ανωτέρω αναφερόμενων παράνομων σχεδιασμών και ενεργειών. Τα φυσικά πρόσωπα που αναφέρονται στην πιο πάνω παράγραφο είναι πρόσωπα που συμμετέχουν ενεργά στο ισχυριζόμενο παράνομο σχέδιο και τα οποία, στην πλειονότητά τους είναι συγγενείς του Kaminsky και/ή είναι στενά συνδεδεμένα μαζί του. Όλα αυτά τα πρόσωπα συμμετέχουν ή συμμετείχαν είτε στο διοικητικό ή στο μετοχικό επίπεδο του ομίλου των εταιρειών που φαίνεται να εξυπηρετούσε τα συμφέροντα του Kaminsky. Επιπλέον, κάποια από αυτά τα άτομα, φαίνεται να έχουν «επιλεγεί» για να αντικαταστήσουν τον Kaminsky από τη μετοχική δομή των εταιρειών. Είναι η θέση της Αιτήτριας ότι όλες αυτές οι αλλαγές στη μετοχική και τη διοικητική δομή των εταιρειών έγιναν βάσει στρατηγικής, λόγω του ότι οι Δικαστικές αποφάσεις είτε θα εκδίδονταν ή είχαν εκδοθεί εις βάρος των συμφερόντων του Kaminsky. Τα εν λόγω φυσικά πρόσωπα φαίνεται να ενεργούν ως τα οχήματα του Kaminsky στο παράνομο σχέδιο και η Αιτήτρια είναι σίγουρη ότι ποσά που προέκυψαν από τις δόλιες ενέργειες κατατέθηκαν στους προσωπικούς λογαριασμούς των εν λόγω προσώπων ή στους εταιρικούς λογαριασμούς των οντοτήτων που αυτοί έχουν τον έλεγχο. Οι αιτούμενες πληροφορίες θεωρούνται ζωτικές προκειμένου να μπορέσει η Αιτήτρια να αποκτήσει γνώση και κατανόηση της σειράς των γεγονότων που οδήγησαν στην πραγματοποίηση του παράνομου σχεδιασμού. Ταυτόχρονα, οι αιτούμενες πληροφορίες θεωρούνται απαραίτητες για την υποβοήθηση της Αιτήτριας να κατανοήσει ακριβώς τις δόλιες ενέργειες που έλαβαν χώρα καθώς και τις συναλλαγές που έγιναν οι οποίες επηρέασαν δυσμενώς τα συμφέροντα της Αιτήτριας. Επιπλέον, οι αιτούμενες πληροφορίες θα επιτρέψουν στην Αιτήτρια να εντοπίσει τα πρόσωπα που είναι άμεσα ή έμμεσα εμπλεκόμενα στις ισχυριζόμενες δόλιες ενέργειες και συναλλαγές και, συνεπώς, θα παρέχουν στην Αιτήτρια τη δυνατότητα να συμπληρώσει τα κομμάτια του παζλ που λείπουν και το δικαίωμα να κινήσει τα κατάλληλα νομικά μέτρα εναντίον των παραβατών (wrongdoers) σε οποιαδήποτε δικαιοδοσία για να προστατεύσει τα νόμιμα δικαιώματά της αλλά και να διευκολύνει νομικές διαδικασίες εν εξελίξει. Η Εναγόμενη, θεωρείται ένα τραπεζικό ίδρυμα που χρησιμοποιήθηκε και/ή εξακολουθεί να παρέχει τις υπηρεσίες του στον Kaminsky και/ή τον XXXXX Kaminsky και/ή την XXXXX Bliznakova και/ή την XXXXX Lemonjava και/ή τις οντότητες που κατ' ισχυρισμό εμπλέκονται στο παράνομο σχέδιο και συνεπώς, σίγουρα κατέχει μια θέση κλειδί για τα ανωτέρω αναφερόμενα άτομα και/ή για τις οντότητες που ήταν κατ' ισχυρισμό εμπλεκόμενες στο παράνομο σχέδιο, είτε για λογαριασμούς που υφίστανται και λειτουργούν και/ή ανοίχθηκαν στο παρελθόν στα ονόματά τους και/ή προς όφελός τους. Συνεπώς, η Εναγόμενη κατέχει πληροφορίες, η σημασία των οποίων είναι καίρια για την κατανόηση του επιπέδου εμπλοκής κάθε μίας από τις εταιρείες και/ή φυσικών προσώπων στο πλαίσιο ενός παράνομου σχεδίου το οποίο οδήγησε στην εξαπάτηση της Αιτήτριας. Ανεξάρτητα από το εάν η ανάμιξη της Εναγόμενης έγινε εντελώς αθώα, η Εναγόμενη κατέχει τις αιτούμενες πληροφορίες για αυτές τις δραστηριότητες που θα ρίξουν φως στο παράνομο σχέδιο. Η επόμενη προϋπόθεση αφορά στο κατά πόσο υπάρχει πιθανότητα ο Αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία. Είναι φανερό ότι για την προϋπόθεση αυτή απαιτείται κάτι διαφορετικό αλλά και κάτι περισσότερο υπό μορφή απόδειξης από προηγουμένως. Θα πρέπει το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι η υπόθεση του Αιτητή έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας (βλ. Οδυσσέως ν. Pieris Estates
(1982)1 C.L.R. 557). Ανατρέχει για το σκοπό αυτό στη μαρτυρία η οποία έχει προσαχθεί με τη μορφή εγγράφων ενόρκων δηλώσεων, όχι βέβαια για να προβεί σε ευρήματα γεγονότων αλλά για να διαπιστώσει τη δυναμική της ήτοι κατά πόσο υπάρχει ορατή πιθανότητα η μαρτυρία στο σύνολό της να μπορεί να αποδώσει στο τέλος της ημέρας τη θεραπεία την οποία επιδιώκει ο Αιτητής με την αγωγή του. Στην απόφαση 1. AVILA MANAGEMENT SERVICES LIMITED κ.ά.
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1403, στις σελίδες 1415-1416, τέθηκαν οι προϋποθέσεις έκδοσης διαταγμάτων Norwich Pharmacal: «Το Κοινοδίκαιο, εύπλαστο και εύκαμπτο, βοηθούμενο πάντοτε από τις αρχές της επιείκειας, δεν σταμάτησε ποτέ να εξελίσσεται, να αναδιπλώνεται και να προσαρμόζεται στις εκάστοτε απαιτήσεις του οικονομικού και κοινωνικού γίγνεσθαι της Αγγλικής κοινωνίας. Μέσα από αποφάσεις εξέχοντων νομικών, διαμορφωνόταν πάντοτε, αργά, προσεκτικά και σταθερά, το υπόβαθρο εκείνο που παρείχε ανάλογα το οπλοστάσιο ή την ασπίδα στην αντιμετώπιση των ραγδαία εξελισσόμενων καταστάσεων, τοπικών και παγκόσμιων. Τα διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal εμπίπτουν σ' αυτή τη διάπλαση του δικαίου, επηρεάζοντας όλες τις χώρες που εφαρμόζουν τη φιλοσοφία του Αγγλοσαξωνικού δικαίου. Από το 1871, με την υπόθεση Upmann v. Elkan [1871] L.R. 12 Eq. 140, αναγνωρίσθηκε η ύπαρξη δικαιοδοσίας που επιβάλλει καθήκον σε άτομο που αναμείχθηκε με αδικοπραξίες άλλων ώστε να τις διευκολύνει, παρά το γεγονός ότι μπορεί να μην έχει το ίδιο προσωπική ευθύνη, να παραχωρήσει τη βοήθεια του δίδοντας πλήρεις πληροφορίες, αποκαλύπτοντας και τα ονόματα των αδικοπραγούντων. Η αρχή αυτή υιοθετήθηκε από τη Βουλή των Λόρδων στη Norwich Pharmacal - ανωτέρω -, η οποία στη συνέχεια εφαρμόστηκε και αναπτύχθηκε σε σειρά άλλων υποθέσεων, όπως την P v. T Ltd [1997] 1 WLR
- Σ' αυτήν, η Norwich Pharmacal επεκτάθηκε έτσι ώστε η αποκάλυψη εναντίον εναγομένου να είναι δυνατό να προσφέρει στον ενάγοντα τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει τους καρπούς της αποκάλυψης για να εγερθεί αγωγή εναντίον τρίτου προσώπου έστω και αν δεν θα ήταν δυνατό να διακριβωθεί χωρίς τις πληροφορίες, κατά πόσο το τρίτο αυτό πρόσωπο, διέπραξε αστικό αδίκημα εναντίον του ενάγοντα. Περαιτέρω, στην Ashworth Hospital Authority v. MGN Ltd [2002] UKHL 29, η Βουλή των Λόρδων αποφάσισε ότι ως θέμα αρχής δεν χρειάζεται η δικαιοδοσία αποκάλυψης να περιορίζεται στην αποκάλυψη της ταυτότητας του αδικοπραγούντος εναντίον τρίτου προσώπου που αναμείχθηκε στην αδικοπραξία μόνο σε υποθέσεις αστικών αδικημάτων, αλλά η δικαιοδοσία αυτή είναι γενικής φύσεως, στο δίκαιο της επιείκειας, εφαρμόσιμη οποτεδήποτε ένα πρόσωπο, εναντίον του οποίου διατάσσεται η αποκάλυψη, αναμείχθηκε («mixed up») σε παράνομες ενέργειες που επεμβαίνουν και παραβιάζουν τα νόμιμα δικαιώματα του ενάγοντα. Και ενώ αρχικά το διάταγμα εκδιδόταν με αναφορά στην αναγκαιότητα αποκάλυψης της ταυτότητας του αδικοπραγούντος, στην πορεία μετεξελίχθηκε ώστε να είναι δυνατή και η συλλογή διαφόρων σχετικών πληροφοριών, (Mercantile Group (Europe) AG v. Aiyela [1994] Q.B. 366). Στην Carlton Film Distributors Ltd v. VCI Plc [2003] EWHC 616, η αρχή επεκτάθηκε ακόμη περαιτέρω ώστε να είναι δυνατή η εφαρμογή της σε προτιθέμενη αγωγή παραβίασης συμβατικών υποχρεώσεων. Η υπόθεση αφορούσε την αποκάλυψη πληροφοριών από τρίτο άτομο το οποίο κατασκεύαζε εμπορεύματα εκ μέρους του προτιθέμενου εναγόμενου στην αγωγή που θα εγειρόταν, ώστε ο προτιθέμενος ενάγων να μπορούσε να διαμορφώσει με ακρίβεια την αξίωση του. Οι προϋποθέσεις εξέτασης και έκδοσης διατάγματος Norwich Pharmacal συνοψίστηκαν στην Mitsui & Co Ltd v. Nexen Petroleum UK Ltd [2005] EWHC 625, όπου λέχθηκε ότι: «(i) a wrong must have been carried out, or arguably carried out, by an ultimate wrongdoer; (ii) there must be the need for an order to enable action to be brought against the ultimate wrongdoer; and (iii) the person against whom the order is sought must: (a) be mixed up in so as to have facilitated the wrongdoing; and (b) be able or likely to be able to provide the information necessary to enable the ultimate wrongdoer to be sued.» Σε μετάφραση: «(i) πρέπει να έχει λάβει χώραν ή κατ' ισχυρισμόν να έχει λάβει χώραν μια αδικοπραξία από ένα τελικό αδικοπραγούντα, (ii) πρέπει να διαπιστώνεται ανάγκη για την έκδοση διατάγματος ώστε να είναι δυνατή η έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος και (iii) το πρόσωπο εναντίον του οποίου επιδιώκεται η έκδοση πρέπει: (α) να έχει αναμειχθεί κατά τρόπο που να έχει διευκολύνει την αδικοπραξία και (β) να είναι σε θέση ή πιθανόν να είναι σε θέση να παράσχει τις αναγκαίες πληροφορίες που θα καταστήσουν δυνατή την έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος.» Βεβαίως, η δυνατότητα έκδοσης του διατάγματος τελεί πάντοτε υπό την αίρεση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου το οποίο δεν θα ικανοποιήσει το αίτημα εάν οι πληροφορίες μπορούν να ληφθούν με κάποιο άλλο διαθέσιμο τρόπο ή το Δικαστήριο δεν πεισθεί ότι υπάρχει πράγματι πρόθεση έγερσης αγωγής εναντίον του αδικοπραγούντος. Περαιτέρω, το Δικαστήριο θα ζυγίσει παράγοντες όπως τη σοβαρότητα της συμπεριφοράς του κατ' ισχυρισμόν αδικοπραγούντος, (Interbrew SA v. Financial Times Ltd The Times 4.1.2002). Το ζητούμενο δεν είναι η ευκολία ή η επιθυμία λήψης των πληροφοριών, αλλά η αναγκαιότητα του όλου εγχειρήματος.». Στην απόφαση
- PENDERHILL HOLDINGS LIMITED κ.ά. ν. ΙΩΑΝΝΗ ΚΛΟΥΚΙΝΑ
(2014)1 Α.Α.Δ. 118, στις σελίδες 135 και 136, το Δικαστήριο είπε τα εξής: «"Το, βάσει των αυθεντιών, θεμελιωτικό της δικαιοδοσίας έκδοσης τέτοιων διαταγμάτων, κατά την κρίση μου, είναι στο στάδιο εξέτασης των δύο πρώτων προϋποθέσεων του άρθρου 32, κατά το οποίο ο αιτητής έχει το βάρος να καταδείξει «σοβαρές ενδείξεις δικαιωμάτων» και πρωταρχικά ότι έχει διαπραχθεί σε βάρος του μια αδικοπραξία αφενός και αφετέρου ότι οι εναγόμενοι-καθ΄ ων η αίτηση εμπλέκονται σ΄ αυτήν - είτε αθώα είτε όχι. Τα πιο πάνω αγγίζουν τόσο την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση το οποίο ικανοποιείται με την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης όσο και την θεμελίωση «ορατής πιθανότητας επιτυχίας», νομικών εννοιών που έτυχαν ευρείας νομολογιακής αξιολόγησης διαχρονικά στην ιστορία του Κυπριακού Δικαίου.". Όπως παρατηρήθηκε στην Seamark Consultancy Services Limited v. Joseph P. Lasala κ.α.,
(2007)1 A.A.Δ. 162, με υιοθέτηση της ΑBP Holdings Ltd κ.α. ν. Ανδρέα Κιταλίδη (Αρ.2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694, τα Δικαστήρια της Κύπρου λειτουργούν με βάση την ευρύτατη εξουσία που τους παρέχεται από το Άρθρο 32 του Νόμου 14/
- Τα Κυπριακά Δικαστήρια, ακολουθώντας την πορεία των Αγγλικών Δικαστηρίων, έκριναν ότι θα έπρεπε να υιοθετήσουν τη γραμμή των αποφάσεων ώστε να αντιμετωπίσουν τις ραγδαίες εξελίξεις στην τεχνολογία και στον τομέα της επικοινωνίας καθώς, όπως παρατηρείται στην Lasala, και της σύγχρονης μεταβολής στους τρόπους συναλλαγής των ανθρώπων. Οι δοσοληψίες που γίνονται σε όλα τα μέρη της γης μέσα σε χρόνο ελάχιστο μέσω του ηλεκτρονικού συστήματος και η μεταφορά χρημάτων από ένα λογαριασμό σε άλλο, από τη μια χώρα στην άλλη, σε μηδενικό σχεδόν χρόνο απαιτούν νέους χειρισμούς έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων ώστε αυτά να παρέχουν αποτελεσματικό όπλο στα χέρια των διαδίκων μέχρι το πέρας της διαφοράς. Ευρύτατη λοιπόν εξουσία παρέχεται, δυνάμει του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, στο Δικαστήριο που ασκεί πολιτική δικαιοδοσία να εκδώσει παρεμπίπτοντα διατάγματα τα οποία να καθίστανται αποτελεσματικά. Εκείνο που κρίνεται πάντοτε κάτω από το άρθρο 32 είναι αν πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις, κανένας άλλος περιορισμός δεν τίθεται.». Βρίσκω ότι πληρούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου
- Οι πληροφορίες δεν μπορούν να ληφθούν με κάποιο άλλο διαθέσιμο τρόπο, σύμφωνα με την προσκομισθείσα μαρτυρία. Υπάρχει δε πρόθεση έγερσης δικονομικών μέτρων, από την Αιτήτρια, εναντίον των αδικοπραγούντων. Σε σχέση με τις δύο πρώτες προϋποθέσεις που είναι αναγκαίες για την έκδοση προσωρινού διατάγματος με βάση το άρθρο 32 του Ν.14/60 έχω ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και επίσης ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ο Αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία. Στην απόφαση, στην υπόθεση C. PHASARIAS (AUTOMOTIVE CENTRE) LIMITED v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λίμιτεδ
(2001)1 Α.Α.Δ. σελ. 785, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι η απαίτηση του άρθρου 5 να υπάρχει πιθανότητα «να εμποδιστεί ο Ενάγων στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ του» αν δεν εκδοθεί το παρεμπίπτον διάταγμα, ουσιαστικά αντιστοιχεί προς την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, όπως αυτή ερμηνεύθηκε σε σχέση με παρεμπίπτοντα διατάγματα. Δηλαδή τη δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Απονομή πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι μόνο η επιτυχία έκδοσης απόφασης ως η Έκθεση Απαίτησης. Απονέμεται πλήρης δικαιοσύνη όταν, ο Ενάγοντας ή η Αιτήτρια στην παρούσα υπόθεση, κατορθώσουν να απολαύσουν τους καρπούς της επιτυχίας σε μια δικαστική απόφαση. Τέτοιος κίνδυνος, δηλαδή να μην απολαύσουν τους καρπούς της επιτυχίας τους σε περίπτωση έκδοσης υπέρ τους απόφασης θα υπάρχει σε περίπτωση που το Δικαστήριο αρνηθεί την έκδοση διατάγματος. Οι κίνδυνοι από τη μη έκδοση των διαταγμάτων με εξανεμισμό των οποιωνδήποτε στοιχείων είναι ορατοί. Τα διατάγματα είναι αναγκαία για την εξασφάλιση των ζητουμένων αποδεικτικών στοιχείων και για αποτροπή του κινδύνου μετακίνησης ή και καταστροφής στοιχείων. Αναμφίβολα έχοντας υπόψη το σύνολο των στοιχείων που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, ανακύπτει η ανάγκη παροχής κάποιας εξασφάλισης στην Αιτήτρια με την οποία να αποτρέπεται η πιθανότητα να καταστεί δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί, στην περίπτωσή της, πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Βρίσκω ότι ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση, ενόψει της προσαχθείσας μαρτυρίας. Τα γεγονότα όπως έχουν τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου επιτάσσουν τη χρήση του διατάγματος Norwich Pharmacal, ως βοηθητικού μέσου για την ανεύρεση και εξιχνίαση εκείνων των σχετικών πληροφοριών που είναι αναγκαίες, τόσο για τη διαπίστωση της ταυτότητας του ή των αδικοπραγούντων, όσο και την υποβοήθηση και ανεύρεση γεγονότων και μαρτυρίας για την πιθανότητα έγερσης αγωγής στην ημεδαπή. Δεν υπάρχει όμως κώλυμα ως θέμα αρχής τα διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal να είναι δυνατόν να εκδοθούν και προς υποβοήθηση λήψης στοιχείων και πληροφοριών για έγερση αγωγής εκτός δικαιοδοσίας. Με την πολυπλοκότητα των σύγχρονων εμπορικών δραστηριοτήτων, κατά τη διεξαγωγή των οποίων δυνατό να εμπλέκονται διάφορα φυσικά και νομικά πρόσωπα εντός και εκτός δικαιοδοσίας, θα ήταν πολύ περιοριστική η εμβέλεια του διατάγματος εάν αποφασιζόταν να ισχύει μόνο για τις εντός της δικαιοδοσίας προτιθέμενες αγωγές. Κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσε να υποστηριχθεί πάνω σε οποιαδήποτε νομική ή ακόμη και λογική βάση (βλέπε 1. PENDERHILL HOLDINGS LIMITED κ.ά. ν. ΙΩΑΝΝΗ ΚΛΟΥΚΙΝΑ). Το άρθρο 32 αναφέρει ρητά ότι θα πρέπει να ικανοποιούνται και οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει χωρίς οποιαδήποτε εξαίρεση (βλ. Παναγίδου ν. Παναγίδου κ.ά.
(2001)1 Α.Α.Δ. 396, 402). Όσον αφορά την ικανοποίηση του ισοζυγίου της ευχέρειας, ενόψει των όσων έχουν λεχθεί, είναι σαφές ότι το ισοζύγιο κλίνει υπέρ της Αιτήτριας στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης. Η αξίωση του Αιτητή παρουσιάζεται ως ικανοποιούσα τα σχετικά κριτήρια της νομολογίας και του Νόμου και έτσι είναι επάναγκες να εκδοθούν σχετικά διατάγματα. Η μη έκδοση του διατάγματος θα προκαλέσει μεγαλύτερη ζημιά στην Ενάγουσα παρά η έκδοσή του, εναντίον της Εναγομένης, στην Εναγομένη. Όσον αφορά την καθυστέρηση που επικαλείται η Εναγομένη στην έγερση της παρούσας διαδικασίας, λαμβάνω υπόψη την πολυπλοκότητα των διαδικασιών που ήγειρε η Ενάγουσα σε διάφορες χώρες και η πολυπλοκότητα των καταστάσεων ήταν και είναι τέτοια ώστε η Ενάγουσα θα έπρεπε να συλλέξει όλα τα αναγκαία στοιχεία και γεγονότα, να τεκμηριώσει με σχετική μαρτυρία όλα όσα συγκέντρωσε, πριν αποταθεί στα Κυπριακά Δικαστήρια για παροχή θεραπείας. Ενόψει όλων των πιο πάνω εκδίδεται διάταγμα ως οι παράγραφοι Α και Β της Αίτησης και τα διατάγματα τα οποία εκδόθηκαν μονομερώς κάτω από τις παραγράφους Γ και Δ, καθίστανται απόλυτα μέχρι τελικής εκδίκασης και/ή αποπεράτωσης της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Ο χρόνος για συμμόρφωση παρατείνεται για 60 μέρες από σήμερα. Οι Αιτητές να αναλάβουν δέσμευση ότι δεν θα χρησιμοποιήσουν τα αποκαλυφθέντα έγγραφα και πληροφορίες εναντίον της Τράπεζας, Καθ' ης η Αίτηση, των υπαλλήλων, διευθυντών και αντιπροσώπων της, για καταχώρηση οποιασδήποτε διαδικασίας (ποινικής, αστικής ή άλλως πως) είτε εντός, είτε εκτός της δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ της Εναγομένης-Καθ' ης η Αίτηση και εναντίον της Ενάγουσας-Αιτήτριας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Επίσης αποτελεί προϋπόθεση όπως τα έξοδα συμμόρφωσης της Καθ' ης η Αίτηση προς τα διατάγματα, όπως π.χ. διοικητικά έξοδα, καταβληθούν από την Ενάγουσα-Αιτήτρια προς την Εναγομένη-Καθ' ης η Αίτηση πριν την παράδοση των οποιωνδήποτε εγγράφων ή πληροφοριών. Με τον ίδιο τρόπο να καταβληθούν και τα επιδικασθέντα έξοδα της παρούσας Αίτησης. (Υπ.) ........... Γ. Στυλιανίδης, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο