← Κύπρος

Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων ν. Αριστοδήμου κ.α., Αρ. Αγωγής: 1067/19, 17/6/2021

Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων ν. Αριστοδήμου κ.α., Αρ. Αγωγής: 1067/19, 17/6/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A308 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1067/19 Μεταξύ: Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Ενάγοντες και

  1. XXXXX Αριστοδήμου
  2. XXXXX Λοϊζίδης Εναγόμενοι ------------------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 30/06/2020 για παραμερισμό της απόφασης ημερ. 12/06/2019 Ημερομηνία: 17 Ιουνίου, 2021 Εμφανίσεις: Για Αιτητές-Εναγόμενους: κ. Χρ. Πουτζιουρής, για Χρίστος Πουτζιουρής & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ' ων η αίτηση-Ενάγοντες: κα Ν. Πετρίδου, για Δρ. Κ. Χρυσοστομίδης & Σια Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Εναγόμενοι-Αιτητές με την αίτησή τους, ημερομηνίας 30/06/2020, ζητούν την ακύρωση ή/και τον παραμερισμό της εκδοθείσας, από το Δικαστήριο, απόφασης, ημερομηνίας 12/06/
  3. Η συγκεκριμένη αίτηση βασίστηκε στη Δ.5, Δ.5Β, Δ6, Δ.17 θ.θ3 και 10, Δ.16, Δ.26 θ.14, Δ.27 θ.θ.1- 4, Δ.33 θ.5 και Δ.48 θ.θ.1-9, Δ.52 και Δ.64, στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος, στις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Υποστηρίχθηκε, η αίτηση, με ένορκη δήλωση του XXXXX Λοϊζίδη, Εναγόμενου 2 και γνώστη των γεγονότων. Σύμφωνα με τον Ομνύοντα, η Εναγόμενη 1 είναι σύζυγος του και διαμένουν μαζί στην οδό Ικαρίας 15, 2480 στο Τσέρι από το 2011 μέχρι σήμερα με τα τρία ανήλικα παιδιά τους. Η διεύθυνση που αναγράφεται στο Κλητήριο Ένταλμα ημερομ. 22/04/2018, η οδός XXXXX 4Α στον Στρόβολο, είναι η κύρια κατοικία του πεθερού του στην οποία διέμενε και διαμένει. Είναι ο ισχυρισμός του ότι η επίδοση της αγωγής στον πεθερό του, στις 08/05/2019, είναι κακή λόγω του ότι ο ίδιος και η Εναγόμενη 1 δεν συγκατοικούσαν με τον πεθερό του. Επιπρόσθετα, η συγκεκριμένη διεύθυνση δεν συνιστά τη διεύθυνση διαμονής τους αλλά του πεθερού του και με την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στη συγκεκριμένη διεύθυνση έχουν παραβιαστεί τα δικαιώματα τους, των Εναγομένων 1 και 2, για δίκαιη δίκη λόγω του ότι δεν είχαν λάβει γνώση της επίδοσης της Αγωγής. Υποστηρίζει ότι ο επιδότης ψευδώς ορκίστηκε ότι συγκατοικούν με τον πεθερό του. Προωθεί τη θέση ότι τόσο ο ίδιος καθώς και η σύζυγός του διαμένουν στο Τσέρι από το 2011 μέχρι σήμερα, όπως προκύπτει και από την πιστοποίηση του Δήμαρχου Τσερίου και τη σχετική βεβαίωση του Συμβουλίου Υδατοπρομήθειας Λευκωσίας. Στη συγκεκριμένη διεύθυνση βρίσκεται η κύρια κατοικία και των δύο, η οποία αγοράστηκε με το ποσό που λήφθηκε με το επίδικο δάνειο, οπόταν οι Ενάγοντες γνώριζαν τη συγκεκριμένη διεύθυνση και κακώς επέδωσαν το Κλητήριο Ένταλμα στον πεθερό του. Σύμφωνα με τον Εναγόμενο 2, η Αγωγή είναι πρόωρη αφού οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν έλαβαν γνώση των γεγονότων που καταγράφονται σε αυτή. Επιπρόσθετα, ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες καθυστέρησαν να απαιτήσουν την κατάπτωση της εγγυητικής της πωλήτριας εταιρείας με αποτέλεσμα να ζημιώσουν οι ίδιοι όταν κατέρρευσε οικονομικά η Λαϊκή Τράπεζα. Περαιτέρω υποστηρίζει ότι οι Ενάγοντες δόλια χρέωναν με πολύ υψηλότερο στεγαστικό επιτόκιο το συγκεκριμένο δάνειο. Καταλήγει, ότι η υπό κρίση αγωγή δεν επιδόθηκε προσωπικά ούτε στον ίδιο αλλά ούτε και στη σύζυγό του όπως προνοείται από την Δ.5 θ.2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών και οι Ενάγοντες παραπλανητικά αναφέρουν στην ένορκη δήλωση απόδειξης που κατέθεσαν προς το Δικαστήριο με ημερομ. 04/06/2019, ότι τους επιδόθηκε η συγκεκριμένη αγωγή. Ο πεθερός του, στον οποίο επιδόθηκε η αγωγή, είναι άτομο ηλικιωμένο με πολλά ιατρικά προβλήματα και ουδέποτε τους είχε ενημερώσει για την επίδοση, με αποτέλεσμα να μην λάβουν ποτέ γνώση για την ύπαρξη της. Εισηγείται ότι η εκδοθείσα απόφαση θα πρέπει να παραμεριστεί καθότι έχουν εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση την οποία επιθυμούν να προβάλουν στο Δικαστήριο. Οι Ενάγοντες-Καθ' ων η αίτηση αντιμετώπισαν την αίτηση για παραμερισμό της απόφασης με την καταχώρηση Ένστασης. Η Ένστασή τους βασίστηκε στη Δ.5 θ.θ.1-2, Δ.5Β, Δ.17 θ.θ1-10, Δ.26 θ.14, Δ.33, Δ.40, Δ.48 θ.θ.1-9 και Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος, στις γενικές αρχές, στις αρχές της επιείκειας και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Ως λόγοι Ένστασης καταγράφηκαν οι ακόλουθοι: ότι η Αίτηση είναι πραγματικά και νομικά αβάσιμη και δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος παραμερισμού της απόφασης, ότι η επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος στους Εναγόμενους 1 και 2 έγινε κανονικά και νομότυπα, ότι δεν παρέχονται επαρκή ή/και βάσιμα δικαιολογητικά για την παράλειψη καταχώρισης Σημειώματος Εμφανίσεως, ότι η υπό κρίση αίτηση καταχωρίστηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση, ότι δεν εγείρουν οι Αιτητές καλόπιστο λόγο που να δικαιολογεί την υπέρμετρη καθυστέρηση, ότι απέτυχαν να καταδείξουν εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή/και συζητήσιμη υπεράσπιση, ενώ δεν προσκομίζουν οποιαδήποτε τεκμηρίωση σε σχέση με μια τέτοια καλόπιστη υπεράσπιση, ότι η καταχώριση της παρούσας αίτησης αποσκοπεί στην αποφυγή της λήψεως μέτρων εκτέλεσης εναντίον των Αιτητών, ότι ο οποιοσδήποτε παραμερισμός της απόφασης θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στους Καθ' ων η αίτηση, ότι οι Καθ' ων η αίτηση ακολούθησαν την ορθή και/ή ενδεδειγμένη διαδικασία σε σχέση με την έκδοση της απόφασης και ότι η υπό κρίση αίτηση είναι κακόπιστη και/ή ενοχλητική και/ή εκδικητική και σκοπό έχει στην καθυστέρηση της λήψης του λαβείν των Εναγόντων. Η Ένσταση υποστηρίχθηκε με ένορκη δήλωση του κ. Η. Ταλιαδώρου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους Ενάγοντες και γνώστη των γεγονότων. Σύμφωνα με τον Ομνύοντα, στις 17/11/2010 οι Ενάγοντες συμφώνησαν με τους Εναγομένους 1 και 2 όπως τους παραχωρήσουν δάνειο και/ή τραπεζικές διευκολύνσεις ύψους €260.000 και προς το σκοπό αυτό ανοίχθηκε ο λογαριασμός με αριθμό XXXXX807-4 προς όφελος των Εναγομένων 1 και
  4. Προς εξασφάλιση των διευκολύνσεων παραχωρήθηκε από τους Εναγόμενους 1 και 2 η εγγυητική επιστολή με αρ. 51286/153/2009 για το ποσό των €260.814, η οποία είχε εκδοθεί από την Cyprus Popular Bank Public Ltd προς όφελος της Σ.Π.Ε. Στροβόλου Λτδ με ημερομηνία λήξης 10/09/
  5. Κατά τη λήξη της συγκεκριμένης εγγυητικής, η Σ.Π.Ε. Στροβόλου με γραπτό αίτημα της απαίτησε ολόκληρο το ποσό, πλην όμως ο Ειδικός Διαχειριστής απάντησε ότι η Cyprus Popular Bank Public Ltd δεν μπορούσε να τιμήσει τη συγκεκριμένη εγγυητική επιστολή. Λόγω του γεγονότος ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 απέτυχαν να ανταποκριθούν στις συμβατικές τους υποχρεώσεις, οι Ενάγοντες - Καθ' ων η αίτηση τερμάτισαν τη λειτουργία του επίδικου λογαριασμού στις 04/03/2019 και καταχώρισαν στις 22/04/2019 την υπό κρίση αγωγή, η οποία επιδόθηκε στους Εναγόμενους 1 και 2 στις 08/05/2019 στη δηλωθείσα από αυτούς διεύθυνση. Σύμφωνα με τον ιδιώτη επιδότη κ. Νεοφύτου, ο κ. Αριστοδήμου, πατέρας της Εναγομένης 1 και πεθερός του Εναγόμενου 2, του είχε δηλώσει ότι συγκατοικούν και ότι όντως η συγκεκριμένη διεύθυνση είναι αυτή που δήλωσαν οι Εναγόμενοι 1 και 2 ως διεύθυνση μόνιμης διαμονής τους. Είναι ο ισχυρισμός του Ομνύοντα ότι η επίδοση της Αγωγής προς τους Εναγόμενους 1 και 2 είναι καλή και νομότυπη και σύμφωνη με τους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς, αφού αφέθηκε σε συγγενικό πρόσωπο των Εναγομένων 1 και 2 εντός της επαρχίας διαμονής τους και στη διεύθυνση που οι ίδιοι δήλωσαν. Υποστηρίζει ότι, αν οι Εναγόμενοι άλλαξαν διεύθυνση, σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης δανείου, είχαν υποχρέωση να την κοινοποιήσουν στους Ενάγοντες, πράγμα που ουδέποτε έπραξαν. Προωθεί τη θέση ότι, οι Εναγόμενοι καθυστέρησαν ένα και πλέον χρόνο από την έκδοση της απόφασης στη καταχώριση της υπό κρίση αίτησης και δεν δικαιολογούν με οποιοδήποτε τρόπο το διάστημα αυτό στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για ακύρωση της απόφασης. Ο ίδιος ο Εναγόμενος 2 είχε λάβει τις βεβαιώσεις που επισυνάπτει στην ένορκη δήλωσή του στις 16/12/2019, πλην όμως την υπό κρίση αίτηση την καταχώρισε 6 μήνες μετά. Εισηγείται ο Ομνύοντας ότι, παρόλο που οι Αιτητές - Εναγόμενοι γνώριζαν για την έκδοση της απόφασης, καθυστέρησαν να αποταθούν στο Δικαστήριο με την πρώτη δυνατή ευκαιρία. Υποστηρίζει, ο Ομνύοντας, ότι δεν προτάθηκε οποιαδήποτε υπεράσπιση και ότι οι Αιτητές απέτυχαν να αποδείξουν εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση αφού το μόνο που αναφέρουν είναι ότι οι Καθ΄ων η αίτηση - Ενάγοντες δόλια χρέωναν τον επίδικο λογαριασμό δανείου με λανθασμένο επιτόκιο χωρίς οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο. Όσον αφορά την εγγυητική επιστολή, είναι η θέση του Ομνύοντα ότι είχε δοθεί ως εξασφάλιση από την πωλήτρια εταιρεία προς τους Ενάγοντες για την παραχώρηση του δανείου προς τους Εναγόμενους 1 και
  6. Το γεγονός ότι δεν πληρώθηκε η συγκεκριμένη εγγυητική προκάλεσε ζημιά στους Ενάγοντες και όχι στους Εναγόμενους αφού είχε δοθεί προς όφελος των Εναγόντων και όχι των Εναγομένων 1 και
  7. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι οι Αιτητές - Εναγόμενοι 1 και 2 είναι πρωτοφειλέτες στο δάνειο και οι όποιες διαφορές τους με την κατασκευάστρια εταιρεία δεν αφορούν τους Ενάγοντες - Καθ΄ων η αίτηση. Λόγω της καθυστέρησης που επέδειξαν στις υποχρεώσεις τους, παραβαίνοντας τους ρητούς όρους της συμφωνίας, οι Ενάγοντες νομιμοποιούνταν στην καταχώριση της αγωγής. Καταλήγει ότι η καταχώριση της υπό κρίση αίτησης σκοπεί στην αποφυγή και στην καθυστέρηση της λήψης μέτρων εκτέλεσης από τους Ενάγοντες - Καθ΄ ων η αίτηση. Η αιτούμενη ακύρωση θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στους Ενάγοντες αφού θα τους εμποδίσει από του να εισπράξουν το λαβείν τους. Παράλληλα, τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση δεν συνηγορούν υπέρ της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας προς όφελος των Εναγομένων - Καθ΄ων η αίτηση. Δεν αντεξετάστηκε οποιοσδήποτε εκ των ενόρκως δηλούντων και οι δυο συνήγοροι προχώρησαν με την καταχώριση γραπτών αγορεύσεων στις οποίες προώθησαν με λεπτομέρεια τις εκατέρωθεν θέσεις. Το Δικαστήριο έχει το περιεχόμενό τους κατά νου και θα αναφερθεί σ' αυτό όπου το κρίνει απαραίτητο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η Δ.17 θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, επί της οποίας στηρίζεται η Αίτηση, αναφέρει τα πιο κάτω: « Where judgment is entered pursuant to any of the preceding rules of this Order, it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary such judgment upon such terms as may be just. » Σε ελεύθερη μετάφραση στα Ελληνικά: « Όταν εκδοθεί απόφαση σύμφωνα με τους προηγηθέντες κανονισμούς αυτής της Διάταξης θα είναι νόμιμο διά το Δικαστήριο στη κατάλληλη περίπτωση να παραμερίσει ή διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση με όρους που θα ήθελαν φανεί δίκαιοι.». Όπως προκύπτει από τις πρόνοιες της πιο πάνω Διάταξης, ο παραμερισμός απόφασης που εκδόθηκε ερήμην ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η άσκηση της οποίας έχει αναλυθεί με σαφήνεια σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Γεωργίου κ.α. ν. Επάρχου Λεμεσού

(2000)1 Α.Α.Δ. 79, Imbrahim v. Pillar Enterprises Ltd
(2000)1 Α.Α.Δ. 1243, Kourbatova v. V.G. Roussos Leisure Industries Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 345, «Βοθροτέξ» Λτδ ν. Φαντάκη
(2001)1 Α.Α.Δ. 339, Kean Soft Drinks Ltd v. Safm Lines N.V. κ.α.
(2001)Α.Α.Δ. 1784, Kings Head Development Co. Ltd v. Χριστοδούλου κ.α.
(2001)1 Α.Α.Δ. 533, Πατούρης ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 2118, Παπανικολάου ν. Κότσαπα
(2004)1 Α.Α.Δ. 1800, Ανδρέας Ψαράς ν. Ιωάννης Γιάγκου, Πολ. Εφ. 35/10, ημερ. 21/05/2015). Οι αρχές κατεγράφησαν και στην πρόσφατη απόφαση Καλλίσιης ν. Κυπριακής Δημοκρατίας Πολ. Εφ.207/14 ημερ. 11/09/2020. Κλασσική υπόθεση επί του θέματος, η οποία έχει υιοθετηθεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, είναι η Evans v. Bartlam
(1937)ALL E.R. 646, όπου στη σελίδα 479 ο Lord Atkins αναφέρει: « The discretion is in terms unconditional. The Courts however, have laid down for themselves rules to guide them in the normal exercise of their discretion. One is that where the judgement was obtained regularly there must be an affidavit on the merit, meaning that the applicant must produce to the Court evidence that he has a prima facie defence.» Στην απόφαση Claire Morris v. Saratoga Swimming Pools Ltd
(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 647, κατεγράφησαν τα ακόλουθα: « Η νομολογία για το θέμα του παραμερισμού απόφασης, όπως είναι αποκρυσταλλωμένη, συνοψίστηκε πρόσφατα στην υπόθεση Sabine Zehil v. Neil Roberts
(2009)1(A) ΑΑΔ 678, από όπου και παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα, από την απόφαση του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου: - «Με βάση τη Διάταξη 17 θεσμός 10, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όταν εκδοθεί απόφαση, το δικαστήριο δύναται «στην κατάλληλη περίπτωση να ακυρώσει ή διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση, με όρους που θα ήταν δίκαιοι.» Είναι προφανές ότι το Δικαστήριο έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια, η οποία ασκείται αφού εξισορροπηθούν διάφοροι παράγοντες όπως η επάρκεια της δικαιολογίας για τη μη εμφάνιση, η ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ακρόασης, η ανάγκη διαφύλαξης του τελεσίδικου μιας απόφασης και κατά πόσο ο Αιτητής έχει δείξει ότι έχει καλή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Στην υπόθεση Siberia Air v. Πούλλικα
(2005)1 ΑΑΔ 893, συνοψίζονται οι σχετικές αρχές στο πιο κάτω απόσπασμα από τη σελίδα 897:- «Είναι γεγονός ότι το πιο σημαντικό στοιχείο σε αιτήσεις αυτής της μορφής είναι η ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης. Όταν ένας διάδικος επιτύχει να αποδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, καλύπτει ό,τι σχεδόν απαιτείται για τον παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε στην απουσία του. Ωστόσο, η απόδειξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης δεν είναι στοιχείο απόλυτα καθοριστικό για την επιτυχία της αίτησης και τον παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης. Το δικαστήριο, διατηρεί την ευχέρεια να αρνηθεί το επανάνοιγμα της υπόθεσης όταν διαπιστώσει ότι η διαγωγή του διάδικου που εξαιτείται τον παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης είναι τέτοια που πλήττει το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης. Αν διαπιστωθεί ότι η συμπεριφορά του αιτητή είναι ασυγχώρητα περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου του ή αδικαιολόγητα καθυστερεί ή ανεξήγητα παραλείπει να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία στην προώθηση αίτησης για παραμερισμό της απόφασης, αυτή η συμπεριφορά, που με άλλα λόγια συνιστά αδιαφορία, μπορεί να αποβεί παράγων αποτυχίας της αίτησης για παραμερισμό. Βλ.Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη
(1997)1 ΑΑΔ 941, Γερολέμου ν. ΣΠΕ Κοντέας
(2002)1 ΑΑΔ 818 καιAlpha Bank Ltd v. Στεφάνου
(2003)1(Β) ΑΑΔ 1101.» Πέραν των πιο πάνω, το δικαστήριο έχει πάντοτε υποχρέωση να διασφαλίζει το δικαίωμα κάθε διαδίκου για δίκαιη δίκη. Το συγκεκριμένο δικαίωμα, δεν μπορεί να διασφαλιστεί χωρίς ο διάδικος να έχει ελεύθερη πρόσβαση στο δικαστήριο. Το Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ερμηνεύοντας το άρθρο 6
(1)της Σύμβασης, θεώρησε ότι η πρόσβαση στο δικαστήριο και το ταυτόχρονο δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί, δεν πρέπει μόνο να διατυπώνονται, αλλά θα πρέπει να είναι και αποτελεσματικά. Στην υπόθεση Οργανισμός Χρηματοδότησης Τράπεζας Κύπρου Λτδ., ν. Μιχαήλ
(2003)1(Β) 1044 αναφέρθηκε ότι: «Το δικαίωμα κάθε ατόμου να λαμβάνει γνώση δικαστικής διαδικασίας που να τον αφορά, και να ακούεται σ' αυτή, είναι αυτονόητο και αυτόδηλο.» (Βλ. επίσης Α.Ε.2572, Δημοκρατία ν. Ζήνα Πουλλή
(2001)3 ΑΑΔ 1060). Βέβαια, το δικαίωμα για δίκαιη δίκη συναρτάται προς τα δικαιώματα άλλων διαδίκων. Κριτήριο είναι πάντοτε η αρχή της αναλογικότητας και τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Όπως αναφέρθηκε στην Κολλάτου ν. Παναγιώτου
(2003)1(Β) ΑΑΔ 895:- «Στην αποτίμηση των συμφερόντων της δικαιοσύνης, προέχει η διασφάλιση δικαίας δίκης, η οποία συναρτάται τόσο με το δικαίωμα εκατέρου των διαδίκων να ακουστεί στην υπόθεσή του, όσο και με τη διεκπεραίωση της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο. Οι Θεσμοί έχουν ως κύριο αντικείμενο την καθιέρωση του θεσμικού πλαισίου για τη διασφάλιση δικαίας δίκης. . . . . . . . . . . Η τήρηση των διαδικαστικών κανόνων δεν αποτελεί αυτοσκοπό αλλά το μέσο για την επίτευξη δικαίας δίκης. Εφόσον παρέκκλιση από τα θέσμια δεν αναιρεί το σκοπό, αυτή αντιμετωπίζεται θετικά. Αντιμετωπίζεται αρνητικά, όταν αντιστρατεύεται τη διασφάλιση δικαίας δίκης, που εξυπακούει και την προστασία των δικαιωμάτων του αντιδίκου.» Τα δικαστήρια δεν πρέπει να αποστερούν το δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί, ιδιαίτερα όταν αποκαλύπτει καλή υπεράσπιση και όταν η συμπεριφορά του δεν είναι μεμπτή (Βλ. Phylactou v. Michael
(1982)1 CLR 204, 210, Γεωργίου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου (Αρ. 2)
(1999)1(Γ) ΑΑΔ 1938).» Συνοπτικά, οι προϋποθέσεις για επιτυχία της Αίτησης είναι δύο. Αφενός μεν θα πρέπει οι Αιτητές να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο ότι έχουν εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην αγωγή και, αφετέρου, να προβάλουν σοβαρή και εύλογη αιτιολόγηση για την απουσία τους κατά την ημέρα της δίκης. Σε σχέση δε με τη δεύτερη προϋπόθεση, παραθέτω αυτούσιο το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Παπανικολάου (ανωτέρω): « Όπως έχει επανειλημμένα τονισθεί, πρέπει να διασφαλίζονται από τη μια το δικαίωμα ακρόασης του διάδικου και από την άλλη η ανάγκη ταχείας διεκπεραίωσης των δικαστικών υποθέσεων. Η άνευ φειδούς επανάνοιξη υπόθεσης δημιουργεί αβεβαιότητα στην τελεσιδικία και γι' αυτό, αν η συμπεριφορά διαδίκου είναι τέτοια που πλήττει τα θεμέλια της απονομής της δικαιοσύνης και καταδεικνύει καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας, το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί το αίτημα του διαδίκου.» Φαίνεται ότι σε περίπτωση που η απόφαση εκδόθηκε κανονικά, τότε είναι σχεδόν αλύγιστος κανόνας ότι πρέπει να υπάρχει Ένορκος Δήλωση επί της ουσίας. Ο οποιοσδήποτε αιτητής θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Στην Κωνσταντινίδη v. Hissin
(2004)1 A.A.Δ. 1774, λέχθηκε ότι: « Η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης, προκειμένου να επιτύχει η αίτηση για παραμερισμό, συνιστά πρωταρχικό παράγοντα ο οποίος λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο κατά την ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας.» Η πιο πάνω θέση υιοθετήθηκε και στην απόφαση στην Παναγιώτης Νέμιτσας v. Salwa Chaparian
(2011)1(Β) Α.Α.Δ. 806. Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν πρέπει να υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης και ούτε ο αιτητής υποχρεούται ν' αποδείξει την υπεράσπισή του. Εκείνο που χρειάζεται είναι να φανεί από τα γεγονότα και τα στοιχεία που παρουσιάζονται, δηλαδή ν' αποδειχθεί με τα γεγονότα που παρουσιάζονται ότι ο αιτητής έχει καλή υπεράσπιση (βλ. Έλλη Κ. Χατζηνικολάου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2001)1Β Α.Α.Δ. 1179). Καθοδηγητική επί του θέματος είναι η υπόθεση Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, στην οποία ο Δικαστής Πικής (όπως ήταν τότε), επεξήγησε ότι θα ήταν αντινομικό εκ μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου ν' αποφασίσει επί της ορθότητας οποιωνδήποτε γεγονότων που τίθενται ενώπιόν του στο στάδιο της αίτησης, διότι το έργο του εξαντλείται στο να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτεται επαρκής υπεράσπιση, που είναι και το βασικό κριτήριο που θα δικαιολογούσε το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Πέραν της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης, που είναι η κύρια και πρωταρχική προϋπόθεση που λαμβάνει υπόψη του το Δικαστήριο προτού ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια, λαμβάνει υπόψη του και κάποιους άλλους παρεμφερείς παράγοντες. Ένας από αυτούς είναι και η εξήγηση των λόγων παράλειψης εμφάνισης, καθώς επίσης και τον χρόνο που διέρρευσε από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης του Δικαστηρίου μέχρι την καταχώρηση της αίτησης για παραμερισμό. Όμως στην υπόθεση Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ v. Χαράλαμπου Σπανούδη
(1997)1 (Α) Α.Α.Δ. 28, λέχθηκε ότι το βασικό κριτήριο για το επανάνοιγμα μιας υπόθεσης είναι κατά πόσο ο αιτητής ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση. Τα υπόλοιπα κριτήρια, όπως π.χ. η επιμέλεια την οποία επέδειξε και η ταχύτητα με την οποία έδρασε μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον του, μολονότι είναι στοιχεία που μετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου, δεν αναιρούν το πιο ουσιώδες, την ύπαρξη δηλαδή εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης. Ο αιτητής οφείλει να δράσει άμεσα από την ημερομηνία που θα λάβει γνώση για την έκδοση απόφασης εναντίον του. Όπως έχει λεχθεί στη Mine & Quarry Services Ltd v. Γεωργίου
(1993)1 Α.Α.Δ. 36, η ανεξήγητη αργοπορία είναι παράγοντας που προσμετρά κατά του διαδίκου που παρέλειψε να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία για να διεκδικήσει το δικαίωμα να ξανανοίξει την υπόθεσή του. Στην υπόθεση Σκάρος v. 1. Π. Χριστοδούλου κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ. 291 καταγράφηκαν τα ακόλουθα: « Η γενική αρχή του δικαίου όπως προκύπτει από τις πιο πάνω αποφάσεις είναι ότι για να επιτύχει τον παραμερισμό μιας απόφασης ο αιτητής θα πρέπει να πείσει ότι έχει μια εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην απαίτηση που προβάλλεται εναντίον του. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη από τη μια την ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ενός διαδίκου να ακουστεί και από την άλλη την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών διαδικασιών. Όμως η χωρίς ουσιαστικό λόγο παράλειψη του αιτητή να εμφανισθεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να πάρει έγκαιρα μέτρα για την ακύρωση της πρωτόδικης απόφασης μπορεί να αποτελέσει λόγους για την απόρριψη της αίτησης.». Πρωταρχικό έργο του Δικαστηρίου σε τέτοιας φύσεως αιτήσεις, είναι να ισοζυγίσει τους δύο παράγοντες που είναι θεμελιώδεις για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη, από τη μια, αποτελεσματικής διασφάλισης του δικαιώματος ακρόασης του διαδίκου και την ανάγκη, από την άλλη, διασφάλισης της ταχείας διεκπεραίωσης των δικαστικών υποθέσεων. Η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στο κατά πόσο θα διατάξει τον παραμερισμό μιας απόφασης ή όχι, συναρτάται άμεσα από τη συμπεριφορά που επιδεικνύει ο αιτητής έναντι της δικαστικής διαδικασίας. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Phylactou v. Michael (ανωτέρω), όπου η συμπεριφορά του αιτητή είναι αδικαιολόγητη και προσβλητική σε βαθμό καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο μπορεί να μην διατάξει τον παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. Επειδή οι Αιτητές - Εναγόμενοι 1 και 2 στην παρούσα περίπτωση εγείρουν θέμα επίδοσης, κρίνω ορθότερο να εξεταστεί αρχικά αυτή η θέση τους εφόσον σε περίπτωση κατά την οποία αυτή ευσταθεί, τότε θα παρέλκει η εξέταση οποιουδήποτε άλλου ζητήματος, εφόσον το Δικαστήριο θα είναι υποχρεωμένο να προβεί σε ακύρωση της απόφασης, χωρίς δηλαδή να τίθεται θέμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Ιεράς Μητρόπολης Λεμεσού ν. Chr. P. Michaelides (Estates) Limited,
(2002)1A A.A.Δ. 43: « το ζήτημα της κανονικής επίδοσης κλητηρίου σε αγωγή βάσιμα έχει συσχετισθεί με το άρθρο 30.3(α) και (β) του Συντάγματος. Η καλή επίδοση συνδέεται αναπόφευκτα με τη δυνατότητα του ενδιαφερόμενου να γνωρίζει τους λόγους για τους οποίους εγκαλείται στο Δικαστήριο. Τότε μόνο του παρέχεται η δυνατότης να υπερασπισθεί. Πρόκειται για δικαίωμα που έχει αναχθεί σε θεμελιώδες ατομικό δικαίωμα». Το βασικό ερώτημα, λοιπόν, είναι κατά πόσον όντως ο ιδιώτης Eπιδότης επέδωσε με τον προσήκοντα τρόπο στους Εναγόμενους 1 και 2 - Αιτητές το Κλητήριο Ένταλμα. Εξετάζοντας τον ισχυρισμό αυτό, το Δικαστήριο έχει, με βάση την υπόθεση Γεωργίου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου
(1999)1 ΑΑΔ 1938, την ευχέρεια να αντλήσει πληροφορίες και στοιχεία από έγγραφα, τα οποία αποτελούν μέρος του φακέλου. Επ' αυτού επισημαίνω ότι σύμφωνα με το Τεκμήριο 1, τη συμφωνία οικιστικού δανείου, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση, οι Αιτητές είχαν δηλώσει ως διεύθυνσή τους την οδό XXXXX 7, Διαμ.101, XXXXX Στρόβολος. Στον όρο 12 του Τεκμηρίου 1 δηλώνεται ότι η οποιαδήποτε ειδοποίηση σε σχέση με τη σύμβαση δανείου μπορεί να αποσταλεί στη διεύθυνση που καθορίζεται στη σύμβαση, δηλαδή στην οδό XXXXX 7, Διαμ.101, XXXXX Στρόβολος, σε οποιαδήποτε νέα διεύθυνση δοθεί από τον δανειολήπτη ή στην τελευταία γνωστή του διεύθυνση. Προκύπτει ότι η αγωγή είχε επιδοθεί στην οδό XXXXX 4Α, XXXXX Στρόβολος, που είναι η μόνιμη κατοικία του πατέρα της Εναγόμενης 1, στον πατέρα της. Σύμφωνα με τη Δ. 5 θ. 2: « 2.
(1)The service shall, whenever it is practicable, be effected by leaving the copy with the person to be served; but if he is not found at his house or at his usual place of employment, the service shall be deemed to be effected if the copy is left- (
  1. i)with any member of his family of apparently 16 years and upwards then in his town or village or within the lands thereof; or (
  2. ii)with any person apparently of such age and in charge of the place of his employment; or (iii) with his master in the case of a servant living with his master. Where service is effected by leaving the copy with a person other than the person to be served, the affidavit of service shall state (if such be the case) that the person to be served was not found at his house or at his usual place of employment. (Form 5.).». Διαπιστώνεται ότι το Κλητήριο Ένταλμα επιδόθηκε στον πατέρα της Εναγόμενης 1 στη μόνιμη κατοικία του. Επίσης, ως μπορεί να εξαχθεί, ο πατέρας της Εναγόμενης 1 είναι πέραν των 16 ετών. Οπόταν δεν προκύπτει οτιδήποτε μεμπτό στην επίδοση. Αυτό που οι Αιτητές - Εναγόμενοι απέτυχαν να αποδείξουν, ως είχαν καθήκον, είναι ότι δεν έλαβαν γνώση του Κλητηρίου Εντάλματος αφού στην ίδια διεύθυνση είχαν σταλεί και οι επιστολές τερματισμού της σύμβασης. Το περίεργο είναι ότι, ενώ ισχυρίζονται ότι δεν έλαβαν γνώση της επίδοσης του Κλητηρίου Εντάλματος, η οποία επίδοση επιτεύχθηκε στις 08/05/2019, τα Τεκμήρια 2 και 3 που επισυνάπτουν προς τεκμηρίωση των θέσεών τους φέρουν ημερομηνία 16/12/2019, ενώ ο λογαριασμός που συνοδεύει το Τεκμήριο 3 φέρει ημερομηνία του 2011. Το πιο αξιοσημείωτο όμως είναι ότι η υπό κρίση αίτηση καταχωρίστηκε 6 μήνες μετά τη λήψη των συγκεκριμένων βεβαιώσεων. Επαναλαμβάνω ότι το βάρος απόδειξης παραμένει στον αιτητή στις περιπτώσεις που υπάρχει διαφωνία (βλ. Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1 ΑΑΔ 1980). Όπως έχει δε λεχθεί στην υπόθεση Thinking Steel International BV ν. Caramondani Bros Public Ltd,
(2012)1 AAΔ 1460, τα αμφισβητούμενα γεγονότα σε αιτήσεις επιβάλλεται να αποδεικνύονται από τον διάδικο που τα επικαλείται. Όταν υπάρχουν αναντίλεκτες θέσεις των Καθ' ων η αίτηση και αντικρουόμενες εκδοχές δημιουργείται κενό, το οποίο οφείλει να συμπληρώσει ο αιτητής, όπως εξηγείται στην ίδια υπόθεση. Αυτό πράγματι μπορεί να γίνει μέσω συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ή και αντεξέτασης. Πέραν όμως αυτού, η θέση των Εναγόμενων περί έλλειψης γνώσης σε σχέση με την επίδοση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή λόγω των όσων έχουν αναφερθεί πιο πάνω. Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομικές αρχές, προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο οι Εναγόμενοι 1 και 2 έχουν καταδείξει σοβαρό και εύλογο λόγο για την παράλειψη τους να εμφανιστούν στο Δικαστήριο και αν κινήθηκαν με την πρώτη δυνατή ευκαιρία για να διεκδικήσουν το δικαίωμα επανάνοιξης της υπόθεσης. Οι Εναγόμενοι έχουν το βάρος να καταδείξουν ότι έχουν μία σοβαρή και εύλογη δικαιολογία για την παράλειψη τους να εμφανιστούν, καθώς και ότι επέδειξαν την ανάλογη επιμέλεια στο χειρισμό της υπόθεσης τους. Στην παρούσα περίπτωση, τεχνηέντως οι Εναγόμενοι-Αιτητές δεν αποκάλυψαν πότε περιήλθε στην αντίληψή τους η ύπαρξη της αγωγής ή πώς έλαβαν γνώση του Κλητηρίου Εντάλματος. Υπό αυτές τις περιστάσεις, αισθάνομαι ότι η στάση των Εναγομένων - Αιτητών, συνιστά περιφρόνηση των δικαιωμάτων των Εναγόντων - Καθ΄ων η αίτηση. Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, όπου η συμπεριφορά εναγομένου είναι αδικαιολόγητη και περιφρονητική ώστε να δείχνει πλήρη παραγνώριση για τη δικαστική διαδικασία και για τα δικαιώματα του αντιπάλου του, και ως τέτοια κρίνω ότι είναι η συμπεριφορά των Εναγόμενων 1 και 2 στην προκειμένη περίπτωση, αφού ακόμα και μετά τη λήψη των βεβαιώσεων καθυστέρησαν περαιτέρω 6 μήνες για να καταχωρίσουν την υπό κρίση αίτηση, το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αρνηθεί να παραμερίσει μια απόφαση ακόμα και σε περίπτωση αποκάλυψης συζητήσιμης υπεράσπισης. Η απόρριψη των ισχυρισμών των Εναγομένων 1 και 2 που επιχειρήθηκαν να προβληθούν για να δικαιολογήσουν τη μη εμφάνιση τους στη διαδικασία, θεωρώ ότι από μόνη της είναι ικανή να σφραγίσει την πορεία της υπό εξέτασης αίτησης. Παρά την πιο πάνω κατάληξη μου, θεωρώ σκόπιμο και ορθό, για σκοπούς πληρότητας της απόφασής μου, να εξετάσω και το ζήτημα κατά πόσο οι Εναγόμενοι 1 και 2 κατάφεραν να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο με τα όσα παραθέτει στην Ένορκη Δήλωσή του ο Αιτητής - Εναγόμενος 2, ότι έχει επί της ουσίας της υπόθεσης εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Σχετική είναι η υπόθεση Βύρων Τεγκεράκης, διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Κορίνας Τεγκεράκη (Χατζηπαναγή) Γιαννή v. Δήμου Λευκωσίας
(2005)1 Α.Α.Δ. 289, όπου λέχθηκε ότι: « Η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης προϋποθέτει και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση της εκδοχής του αιτητή, δηλαδή προϋποθέτει την προσκόμιση στο Δικαστήριο κάποιων αποδεικτικών στοιχείων και μαρτυρίας υπό μορφή ένορκης δήλωσης, που να υποστηρίζουν την εκδοχή του αιτητή.». Στην υπόθεση Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη,
(1997)1 Α.Α.Δ. 941, στη σελ.945, επεξηγούνται οι αρχές. Παρατίθενται δε τα πιο κάτω αποσπάσματα από αυτήν: « Εάν ένας διάδικος μπορεί απρόσκοπτα να επιδιώκει το επανάνοιγμα υπόθεσης, η σφραγίδα της οριστικότητας την οποία φέρει η απόφαση και όλα όσα αυτό εξυπακούει, καθώς και η βεβαιότητα την οποία προάγει στη διαχείριση των υποθέσεων του ανθρώπου θα απολεσθούν με οδυνηρές συνέπειες για την απονομή της δικαιοσύνης.» . . . . . . . . . . . . . . . . . . . ............... « Το απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις το Δικαστήριο μπορεί, παρά ταύτα, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Όπου η διαγωγή του διαδίκου ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο δύναται ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση.». Οι Ενάγοντες με την αγωγή τους είχαν ισχυριστεί ότι στα πλαίσια γραπτής συμφωνίας είχαν παραχωρηθεί στους Εναγόμενους 1 και 2 δανειακές διευκολύνσεις ύψους €260.000 και προς τούτο είχε καταρτιστεί σχετική συμφωνία δανείου με καθορισμένους όρους. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν αμφισβήτησαν τη συμφωνία δανείου, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση. Παρέθεσαν πολύ επιφανειακά και χωρίς οποιαδήποτε επεξήγηση ότι δόλια χρέωναν σταθερό επιτόκιο, ενώ σύμφωνα με τη συμφωνία θα ήταν κυμαινόμενο συν περιθώριο 1,25%. Ως σωστά επισημαίνει η πλευρά των Εναγόντων, οι ισχυρισμοί που προέβαλαν οι Εναγόμενοι 1 και 2 επί της ύπαρξης καλής ή συζητήσιμης υπεράσπισης είναι πράγματι γενικοί, αόριστοι και ατεκμηρίωτοι, ακόμα και για σκοπούς κατάδειξης εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης. Δεν απαιτείται βέβαια σ' αυτό το στάδιο η τεκμηρίωση υπεράσπισης. Απαιτείται, όμως, η παραπομπή ή η αναφορά σε γεγονότα, έστω κατ' ισχυρισμό, που σε συνδυασμό με νομικές αρχές, να παρέχουν πραγματικό υπόβαθρο υπεράσπισης - άξιας να εξεταστεί στα πλαίσια μιας κανονικής ακροαματικής διαδικασίας. Δεν ενδιαφέρει το Δικαστήριο να γίνει αφηρημένη παραπομπή σε πιθανές υπερασπίσεις που δυνατό να τεθούν σε μια τέτοια υπόθεση - όπως περίπου γίνεται από τους Εναγόμενους 1 και 2. Ενδιαφέρει, να καταγραφούν οι αιτίες υπεράσπισης που δυνατό να παρέχονται στους συγκεκριμένους Εναγόμενους, με βάση τα ιδιαίτερα περιστατικά και γεγονότα της δικής τους συγκεκριμένης υπόθεσης. Επί τούτου, κανένα στοιχείο δεν έχει προσκομίσει. Ούτε και δίνονται οποιεσδήποτε λεπτομέρειες που να θέτουν τους ισχυρισμούς τους σε ένα λογικοφανές έστω πλαίσιο, άξιον λόγου και εξέτασης. Αντίθετα, προκύπτει από το Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση, στον όρο 3Β, ότι το επιτόκιο του δανεισμού δεν ήταν αυτό που επικαλούνται οι Εναγόμενοι, παράγραφος 9 της ένορκης δήλωσης στην Αίτηση. Έχω τη γνώμη πως οι πιο πάνω θέσεις των Εναγομένων 1 και 2 είναι γενικόλογες και ατεκμηρίωτες, τουλάχιστον εν συγκρίσει με το τι ευλόγως θα απαιτείτο και θα αναμένετο σε μία αίτηση παραμερισμού, σύμφωνα με την προαναφερθείσα νομολογία. Η κατάδειξη υπεράσπισης είναι πρωταρχικό στοιχείο σε τέτοιου είδους αιτήσεις αφού, όπως έχει αναφερθεί και στην υπόθεση Τσεσμέλογλου ν. Σοφοκλέους
(2013)1 Α ΑΑΔ 64 «. αν δεν υπάρχει κάποια υπεράσπιση, τότε ο παραμερισμός δεν εξυπηρετεί.». Χωρίς το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του τέτοια στοιχεία και γεγονότα, δεν μπορεί να στηριχθεί στους γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς των Εναγομένων 1 και 2, που δεν υποστηρίζονται παράλληλα με τα αναγκαία εκείνα στοιχεία και γεγονότα τα οποία θα μπορούσαν ενδεχομένως να οδηγήσουν στο να συμφωνήσει ή να διαφωνήσει το Δικαστήριο με τους ισχυρισμούς τους, χωρίς βέβαια να υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης. Ασφαλώς δεν αναφέρομαι σε απόδειξη από πλευράς των Εναγόμενων γεγονότων και στοιχείων, αλλά παράθεση αυτών για να μπορέσει το Δικαστήριο, αφού τα λάβει υπόψη του, να διαγνώσει από μόνο του αν με βάση τα γεγονότα αυτά εγείρεται εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο σημείο. Έχοντας, λοιπόν, καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν δόθηκε από τους Εναγόμενους 1 και 2 - Αιτητές ικανοποιητική και εύλογη εξήγηση για την παράλειψη εμφάνισης στην παρούσα αγωγή και έχοντας κατά νου ότι δεν έχει αποκαλυφθεί συζητήσιμη υπεράσπιση στην αγωγή, θεωρώ ότι η αίτηση θα πρέπει ν' απορριφθεί. Με βάση τις παρατεθείσες νομολογιακές αρχές, κρίνω ότι η παρούσα είναι από τις περιπτώσεις που δεν θα πρέπει να επιτραπεί στους Εναγόμενους 1 και 2 - Καθ' ων η αίτηση να καταχωρίσουν εμφάνιση και υπεράσπιση στην αγωγή. Για όλα τα πιο πάνω και ασκώντας τη διακριτική ευχέρεια που έχει το Δικαστήριο επί του θέματος, απορρίπτω την Αίτηση με έξοδα υπέρ των Εναγόντων-Καθ' ων η αίτηση και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2-Αιτητών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.