HOMEMATE (CYPRUS) LIMITED ν. TOTALCARE HOLDINGS LTD, Αρ. Αγωγής: 3801/20, 15/6/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A307 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3801/20 Μεταξύ: HOMEMATE (CYPRUS) LIMITED Ενάγουσας v. TOTALCARE HOLDINGS LTD Εναγομένης ----------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 18/12/2020 για έκδοση απαγορευτικού διατάγματος ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 15 Ιουνίου, 2021. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγουσα - Αιτήτρια: κ. Γιορδαμλής, για Ιωαννίδης και Δημητρίου Δ.ΕΠ.Ε. Για Εναγόμενη - Καθ' ης η Αίτηση: κ. Αυγουστής, για Παπαντωνίου & Παπαντωνίου Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα Εταιρεία με την αίτησή της αιτήθηκε από το Δικαστήριο μονομερώς την έκδοση διαταγμάτων με τα οποία να απαγορεύεται στην Εναγόμενη Εταιρεία και/ή στους υπαλλήλους της και/ή στους αντιπροσώπους της και/ή στους αξιωματούχους της από το να προβούν στην κατάσχεση και/ή εξαργύρωση της εγγυητικής επιστολής με αριθμό XXXXX7798, ημερομηνίας 25/10/2019, με ημερομηνία λήξης 31/05/2023, που εκδόθηκε από την AstroBank. Επιπρόσθετα, αιτήθηκαν διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η επιστροφή της συγκεκριμένης εγγυητικής επιστολής από την Εναγόμενη Εταιρεία. Η αίτηση βασίζεται στα άρθρα 2, 4
(1), 5, 7 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, στα άρθρα 2, 21, 29, 31, 32, 34, 35, 41 και 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου, στη Διαταγή 48, Θεσμός 1‑9 και Διαταγή 64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στα άρθρα 3 και 9 του περί Αποδείξεως Νόμου, στον περί Συμβάσεων Νόμο, στα άρθρα 37-42 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, στη διακριτική ευχέρεια, τη νομολογία και τις συμφυείς εξουσίες και την πρακτική του Δικαστηρίου. Όσον αφορά τα γεγονότα, υποστηρίχθηκε με ένορκη δήλωση του XXXXX Ζηντίλη, υπαλλήλου της Ενάγουσας - Αιτήτριας, ο οποίος εκτελεί καθήκοντα Διευθύνοντα Συμβούλου στην Ενάγουσα και γνωρίζει καλά τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης λόγω προσωπικής ενασχόλησής του με τα επίδικα θέματα, αλλά και κατοχής των εγγράφων που την αφορούν. Σύμφωνα με τον Ομνύοντα, η Αιτήτρια Εταιρεία είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, εγγεγραμμένη στην Κυπριακή Δημοκρατία και ασχολείται, μεταξύ άλλων, με την πώληση, μεταπώληση, διάθεση, διανομή και εμπορία ειδών DIY, ιδιοκατασκευής, διακόσμησης και γενικότερα με την εμπορία εξοπλισμού σπιτιού. Είναι η θέση του ότι στις 23/05/2018 η Καθ' ης η αίτηση - Εναγόμενη είχε προβεί σε έγγραφη συμφωνία μίσθωσης με την Αιτήτρια - Ενάγουσα, με την οποίαν είχαν συμφωνήσει όπως η Αιτήτρια ενοικιάσει το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 6/XXXXX, Φύλλο Σχέδιο 30/38W2, Τμήμα 6, τεμάχιο XXXXX, που βρίσκεται στον Δήμο Τσερίου, για χρονική περίοδο 25 ετών, με συμφωνηθέν ενοίκιο €190.000 ετησίως. Το ενοίκιο θα ήταν πληρωτέο ανά τετράμηνο και θα καταβάλλετο προκαταβολικά, αρχής γενόμενης 15/06/2018 και μετέπειτα στις 15 Σεπτεμβρίου, στις 15 Δεκεμβρίου και στις 15 Μαρτίου εκάστου έτους που ακολουθούσε, με περίοδο χάριτος 20 ημερών. Ως εξασφάλιση για την πλήρη και πιστή εκτέλεση και εκπλήρωση των υποχρεώσεων της Αιτήτριας, σύμφωνα με τις πρόνοιες της συμφωνίας μίσθωσης, είχε εκδοθεί, με εντολή της Αιτήτριας, εγγυητική επιστολή με αριθμό XXXXX7798 από την AstroBank προς όφελος της Καθ' ης η αίτηση, με ισχύ μέχρι τις 31/05/
- Σύμφωνα με τους όρους της συγκεκριμένης εγγυητικής επιστολής, η Καθ' ης η αίτηση είχε δικαίωμα να ζητήσει την κατάπτωσή της, στην περίπτωση που η Αιτήτρια δεν εκπλήρωνε τους όρους των συμφωνηθέντων. Σύμφωνα με τον Ομνύοντα, στις 18/07/2020 η Καθ' ης η αίτηση είχε καταλήξει στην κατάρτιση συμπληρωματικής συμφωνίας με την Αιτήτρια, με την οποία μειώθηκε το ετήσιο ποσό ενοικίασης στις €168.506, ενώ οι υπόλοιποι όροι της συμφωνίας μίσθωσης παρέμειναν αναλλοίωτοι. Και τα δύο μέρη της συμφωνίας εκπλήρωναν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις, πλην όμως, στις 08/10/2020 επιδόθηκε στην Αιτήτρια επιστολή ημερομηνίας 06/10/2020, εκ μέρους της Ελληνικής Τράπεζας, η οποία απευθύνετο προς την Καθ' ης η αίτηση και την αποκαλούσε Εναγόμενη
- Με την επιστολή αυτήν το δικηγορικό γραφείο Γεωργιάδης & Πελίδης ενημέρωνε ότι στη βάση διατάγματος Δικαστηρίου, ημερομηνίας 02/04/2019, που εκδόθηκε στα πλαίσια της Αγωγής αρ. 3014/09 μεταξύ της εταιρείας APS Debt Servicing Cyprus Ltd και της Ελληνικής Τράπεζας καθώς και της Καθ' ης η αίτηση, ότι το ακίνητο το οποίο ενοικίαζε η Αιτήτρια περιήλθε στην κατοχή της Ελληνικής Τράπεζας και πως θα έπρεπε η Αιτήτρια να το εκκενώσει και παραδώσει στην Ελληνική Τράπεζα. Η Αιτήτρια είχε λάβει γνώση για όλα αυτά στις 08/10/2020, τα οποία συνιστούσαν παράβαση της συμφωνίας μίσθωσης και καθιστούσαν τη συγκεκριμένη συμφωνία άνευ αντικειμένου. Υποστηρίζει, ο Ομνύοντας, ότι με την επίδοση της συγκεκριμένης επιστολής, η Αιτήτρια απευθύνθηκε άμεσα στην Ελληνική Τράπεζα, έτσι ώστε να την ενημερώσει ότι δεν συνιστά επεμβασία, αλλά αντιθέτως, τα δικαιώματα κατοχής της πηγάζουν και προκύπτουν από έγγραφη συμφωνία μίσθωσης, ενώ παράλληλα ζήτησε όπως λάβει περαιτέρω πληροφορίες σε σχέση με το περιεχόμενο της επιστολής που της είχε αποσταλεί. Στις 23/11/2020 η Αιτήτρια ενημέρωσε την AstroBank για την αλλαγή του ιδιοκτησιακού καθεστώτος του ακινήτου και ζήτησε την ακύρωση της εγγυητικής επιστολής που είχε εκδοθεί προς όφελος της Καθ' ης η αίτηση. Ο Ομνύοντας έτυχε ενημέρωσης από την AstroBank πως, για να καταστεί δυνατή η ακύρωση της εγγυητικής επιστολής, θα έπρεπε να προσκομιστεί στην Τράπεζα το πρωτότυπο έγγραφο της συγκεκριμένης εγγυητικής, μαζί με συνοδευτική επιστολή εκ μέρους της Καθ' ης η αίτηση, στην οποία να αναγράφεται ότι επιστρέφεται η εγγυητική επιστολή για ακύρωση και πως δεν υπήρχε οποιαδήποτε απαίτηση που να προκύπτει από αυτήν. Όταν ενημερώθηκε ο διευθυντής της Καθ' ης η αίτηση από τον Ομνύοντα, αναφορικά με τα όσα του είχαν λεχθεί από την AstroBank, αρνήθηκε να επιστρέψει την εγγυητική. Λόγω της άρνησης του Διευθυντή της Καθ΄ης η αίτηση, στις 25/11/2020 ο ίδιος επικοινώνησε με την AstroBank, ενημερώνοντάς την για τη συγκεκριμένη άρνηση του Διευθυντή της Καθ' ης η αίτηση να επιστρέψει την εγγυητική επιστολή ζητώντας από την Τράπεζα την ακύρωση της συγκεκριμένης εγγυητικής επιστολής, λόγω ακριβώς της αλλαγής στο ιδιοκτησιακό καθεστώς του ακινήτου. Στις 26/11/2020 η AstroBank είχε ενημερώσει τον Ομνύοντα, πως για να μπορεί να ακυρωθεί η εγγυητική επιστολή, θα έπρεπε η Αιτήτρια να λάβει δικαστικά διαβήματα για την ακύρωσή της. Ο Ομνύοντας υποστηρίζει ότι ενόψει του ορατού κινδύνου που υπήρχε για απαίτηση κατάπτωσης της εγγυητικής επιστολής από την Καθ' ης η αίτηση, στις 04/12/2020 η Αιτήτρια ενημέρωσε την AstroBank για την πρόθεσή της να στραφεί εναντίον της Καθ' ης η αίτηση, με σκοπό τον τερματισμό της συμφωνίας μίσθωσης, την επιστροφή και ακολούθως την ακύρωση της εγγυητικής επιστολής. Επιπρόσθετα, στις 09/12/2020 η Αιτήτρια απέστειλε επιστολή, μέσω των δικηγόρων της, στην Καθ' ης η αίτηση, ζητώντας της να παραδώσει την εγγυητική επιστολή στην Αιτήτρια ή στον νέο ιδιοκτήτη, ενώ περαιτέρω κάλεσε την Καθ' ης η αίτηση να απέχει από οποιανδήποτε ενέργεια σε σχέση με την κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής. Στις 17/12/2020 ο Ομνύοντας είχε ενημερωθεί τηλεφωνικώς από υπαλλήλους της AstroBank, ότι η Καθ' ης η αίτηση προέβη σε απαίτηση πληρωμής της εγγυητικής επιστολής. Λόγω της ενημέρωσης της AstroBank, ότι θα συμμορφώνονταν με το αίτημα της Καθ' ης η αίτηση για πληρωμή της εγγυητικής επιστολής, καταχωρίστηκε η αίτηση για την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος. Είναι ο ισχυρισμός του Ομνύοντα ότι η Καθ' ης η αίτηση δεν νομιμοποιείται να ζητά την πληρωμή στη βάση της εγγυητικής επιστολής, αφού πρώτο, δεν έχει οποιοδήποτε έννομο συμφέρον στο ακίνητο και δεύτερο, η Αιτήτρια δεν της οφείλει κανένα ποσό. Αντίθετα, η Αιτήτρια έχει πληρώσει την Καθ' ης η αίτηση προκαταβολικά για την περίοδο 15/09/2020 μέχρι 15/12/2020, ενώ η περίοδος 15/12/2020 δεν έχει παρέλθει, σύμφωνα με τη συμφωνία ενοικίασης που προβλέπει την εικοσαήμερη περίοδο χάριτος. Κατά τη δική του άποψη, η μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα επιφέρει ανεπανόρθωτη ζημιά στην Αιτήτρια. Η Καθ' ης η αίτηση, κατά παράβαση των όρων της συμφωνίας μίσθωσης, απαιτεί από την AstroBank την πρόωρη εκτέλεση της εγγυητικής επιστολής με δόλιο τρόπο αφού, παρά την αλλαγή που επήλθε στο ιδιοκτησιακό καθεστώς του ακινήτου, με δικές της, μονομερείς ενέργειες, κατά παράβαση της συμφωνίας μίσθωσης και χωρίς να ενημερώσει την Αιτήτρια, επιδιώκει να εξαργυρώσει την εγγυητική επιστολή. Προωθεί την άποψη ότι η Αιτήτρια έχει μεγάλη πιθανότητα να δικαιούται στις αιτούμενες θεραπείες αφού από τα γεγονότα και τα έγγραφα που επισυνάπτονται ως Τεκμήρια, καταδεικνύεται ότι η Καθ' ης η αίτηση αντισυμβατικά και παράνομα επιχειρεί να ζημιώσει την Αιτήτρια, κατά τρόπο ανεπανόρθωτο και προσπαθεί να εισπράξει χρήματα, τα οποία δεν δικαιούται. Υποστηρίζει ότι η Καθ' ης η αίτηση δεν έχει οποιανδήποτε άλλη περιουσία, πλην του συγκεκριμένου ακινήτου, ικανή να αποζημιώσει την Αιτήτρια στην περίπτωση που η Αιτήτρια δικαιωθεί στην αγωγή της. Αντίθετα, στην περίπτωση έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, η Καθ' ης η αίτηση δεν θα υποστεί οποιαδήποτε ζημιά, αφού η Αιτήτρια είναι φερέγγυα και μπορεί να παρέχει οποιαδήποτε αναγκαία εγγύηση ή ανάληψη υποχρέωσης που θα διαταχθεί από το Δικαστήριο, στην περίπτωση έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Περαιτέρω, αναφέρει ότι στη βάση της συμφωνίας μίσθωσης, η Αιτήτρια έχει καταβάλει στην Καθ' ης η αίτηση ως εγγύηση σε μετρητά το επιπρόσθετο ποσό των €95.
- Καταλήγει ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, προς διόρθωση της άδικης κατάστασης που έχει δημιουργηθεί. Εκδόθηκε μονομερώς διάταγμα, το οποίο απαγόρευε στην Εναγόμενη - Καθ΄ης η αίτηση από του να εισπράξει το ποσό της εγγυητικής επιστολής. Η αίτηση αντιμετωπίστηκε με ένσταση. Ως λόγοι ένστασης προτίθενται οι ακόλουθοι: Ότι η Αιτήτρια ψευδώς ανέφερε στο Δικαστήριο ότι πληροί το τρίτο κριτήριο για την έκδοση προσωρινού διατάγματος και ότι δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια ή/και παραπλάνησε το Δικαστήριο, διότι ανέφερε στο Δικαστήριο ότι η Καθ' ης η αίτηση δεν είναι φερέγγυα και δεν είναι σε θέση να αποζημιώσει την Αιτήτρια, γεγονός το οποίο δεν ισχύει στην πραγματικότητα. Ότι η Αιτήτρια αιτήθηκε τη μη εξαργύρωση της εγγυητικής επιστολής, πλην όμως, λόγω της παραβίασης των όρων της σύμβασης πρέπει να επιτραπεί η εξαργύρωση της. Ότι η αίτηση στηρίζεται σε λανθασμένη και/ή ανεπαρκή νομική και πραγματική βάση, ότι οι προϋποθέσεις που απαιτούνται από το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου δεν πληρούνται. Ότι δεν είναι δίκαιο και εύλογο να διατηρηθούν τα αιτούμενα διατάγματα και ότι η αίτηση είναι κακόπιστη και κακόβουλη και προωθείται για αλλότριους ή/και αθέμιτους σκοπούς. Ότι η Αιτήτρια προωθεί την παρούσα δικαστική διαδικασία καταχρηστικά, ότι δεν υπάρχει οτιδήποτε κατ' επείγον το οποίο να δικαιολογεί την επίκληση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου μονομερώς, ότι δεν υπάρχει ούτε αποδεικνύεται οποιοσδήποτε κίνδυνος να μην απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εάν δεν εκδοθούν τα διατάγματα, ότι τυχόν διατήρηση του εκδοθέντος διατάγματος θα προκαλέσει αχρείαστη βλάβη στην Καθ' ης η αίτηση, αφού η Αιτήτρια θα αποχωρήσει από την Κύπρο, ότι ουδεμία ζημιά υφίσταται η Αιτήτρια και τα όσα αναφέρει συνιστούν πιθανολόγηση. Ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση περιέχει αναληθείς και παραπλανητικούς ισχυρισμούς, ότι το ισοζύγιο της δικαστικής ευχέρειας κλίνει ξεκάθαρα υπέρ της απόρριψης του εκδοθέντος διατάγματος ή/και της μη συνέχισής του και ότι τα διατάγματα τα οποία ζητούνται με την αίτηση συνιστούν τις ίδιες θεραπείες με αυτές που ζητούνται στο Κλητήριο Ένταλμα. Τα γεγονότα που υποστηρίζουν την ένσταση παρατίθενται στην ένορκη δήλωση του Γεώργιου Κωνσταντίνου, Διευθυντή και Γραμματέα της Καθ' ης η αίτηση Εταιρείας, ο οποίος είναι γνώστης των γεγονότων αυτών, ως εκ της θέσεώς του. Σύμφωνα με τον Ομνύοντα, είναι παραδεκτό ότι η Καθ' ης η αίτηση είχε καταλήξει σε έγγραφη συμφωνία με την Αιτήτρια στις 23/05/2018, πλην όμως, υποστηρίζει ότι η Αιτήτρια δόλια απέκρυψε τους όρους της συγκεκριμένης συμφωνίας από το Δικαστήριο, ενόψει του ότι η ίδια τους είχε παραβιάσει. Απέκρυψε από το Δικαστήριο ότι η ίδια προέβηκε σε πράξεις ή/και παραλείψεις, οι οποίες συνιστούν παραβίαση της μεταξύ των μερών συμφωνίας. Συγκεκριμένα, η Αιτήτρια ψευδώς αναφέρει στο Δικαστήριο ότι ως ενοίκιο είχε συμφωνηθεί το ποσό των €190.
- Σύμφωνα με τον όρο 4 του ενοικιαστηρίου εγγράφου, το ενοίκιο ανερχόταν στις €190.000 τα πρώτα δύο χρόνια, ενώ κάθε δύο έτη θα υπήρχε αύξηση ύψους 5.5% μέχρι το έτος
- Όσον αφορά τη χρήση του επίδικου ακινήτου, είναι ο ισχυρισμός του Ομνύοντα ότι η Αιτήτρια Εταιρεία χρησιμοποιεί μέρος του ακινήτου ως αποθηκευτικό χώρο, ενώ το υπόλοιπο μέρος του ακινήτου το υπενοικιάζει στην εταιρεία Tryfon Tseriotis Ltd, παράνομα και κατά παράβαση της συμφωνίας μίσθωσης, η οποία ρητώς απαγορεύει τη μετατροπή του χώρου σε άλλη χρήση, εκτός από αποθήκες, καθώς και την υπενοικίασή του. Δεν υπάρχει δικαίωμα υπενοικίασης του συγκεκριμένου ακινήτου και κατά τη δική του άποψη, η υπομίσθωση του ενοικιαζόμενου υποστατικού από οποιανδήποτε εταιρεία που ανήκει στον ίδιο όμιλο εταιρειών του ενοικιαστή δεν μπορεί παρά να ερμηνευθεί σαν παραβίαση των όρων της συμφωνίας. Επιπρόσθετα, ο Ομνύοντας προωθεί τη θέση ότι η Αιτήτρια απέκρυψε από το Δικαστήριο ότι μετέτρεψε το ακίνητο από αποθηκευτικό χώρο σε γραφεία πολυτελείας, χωρίς να εξασφαλίσει τις απαιτούμενες άδειες. Υποστηρίζει ότι η Αιτήτρια δεν κατέβαλε κανένα ενοίκιο μέχρι τις 23/01/2019, ημερομηνία κατά την οποίαν καταβλήθηκε στην Καθ' ης η αίτηση το ποσό των €42.144,28 αντί του ποσού των €142.500, παραβιάζοντας με αυτό τον τρόπο τους όρους της σύμβασης ενοικίασης. Επίσης, δεν κατέβαλε το προβλεπόμενο ποσό των €95.000 σε μετρητά, αλλά έκανε έμβασμα του συγκεκριμένου ποσού στις 31/05/
- Σε σχέση δε με την εγγυητική, η Αιτήτρια παραβίασε τον όρο 9Β της σύμβασης, εκδίδοντας την εγγυητική ενάμιση χρόνο μετά την προβλεπόμενη ημερομηνία, εντός της οποίας θα έπρεπε να είχε εκδοθεί. Είναι η θέση του Ομνύοντα ότι λόγω των πολλαπλών παραβιάσεων της σύμβασης μίσθωσης, ημερομηνίας 23/05/2018, από την Αιτήτρια, η ίδια άσκησε το δικαίωμά της ζητώντας την κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής και απαίτησε την πληρωμή του ποσού της εγγυητικής από την AstroBank. Όσον αφορά την έκδοση απόφασης στην Αγωγή αρ. 3014/09, σύμφωνα με τη συγκεκριμένη δικαστική απόφαση, η Καθ' ης η αίτηση έχει δικαίωμα να αγοράσει το συγκεκριμένο ακίνητο, οπόταν η Καθ' ης η αίτηση είναι ο μοναδικός νόμιμος κάτοχος του ακινήτου. Λόγω της ύπαρξης του δικαιώματος ανάκτησης του ακινήτου με την αγορά του, η Καθ' ης η αίτηση με γραπτή επιστολή της ημερομηνίας 11/12/2019, εξάσκησε το δικαίωμα αυτό, παραδίδοντας προς υπάλληλο της APS Holdings Ltd σχετική επιστολή. Ακολούθησε, είναι ο ισχυρισμός του Ομνύοντα, μεταξύ της Καθ' ης η αίτηση και της Ελληνικής Τράπεζας μια ανταλλαγή αλληλογραφίας, καθώς και εγγράφων, έτσι ώστε να καταστεί εφικτή η επανάκτηση του ακινήτου από την Καθ' ης η αίτηση. Παρά τις δυσκολίες που αντιμετώπισε η Καθ' ης η αίτηση στο να συλλέξει τα απαιτούμενα, από την Ελληνική Τράπεζα, έγγραφα, αυτά παραδόθηκαν στις 12/06/2020 και ζητήθηκε από την Ελληνική Τράπεζα η συμμόρφωση με το περιεχόμενο της επιστολής ημερομηνίας 28/05/2020, με την οποία η Καθ' ης η αίτηση ζητούσε την επανάκτηση του ακινήτου. Μέχρι και σήμερα, είναι η θέση του Ομνύοντα, δεν έχει συναφθεί συμφωνία πώλησης του ακινήτου, παρά του ότι η Καθ' ης η αίτηση συμμορφώθηκε πλήρως με όλες τις απαιτήσεις της Ελληνικής Τράπεζας. Προωθείται από τον Ομνύοντα η θέση ότι η Αιτήτρια είχε ενημερωθεί για την αλλαγή του ιδιοκτησιακού καθεστώτος στις 17/01/2019, όταν υπέγραψε μαζί με την Καθ' ης η αίτηση μνημόνιο συναντίληψης, το οποίο αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος της σύμβασης μίσθωσης ημερομηνίας 23/05/
- Υποστηρίζει περαιτέρω, ότι η Αιτήτρια αποκρύπτει από το Δικαστήριο ότι στις 28/12/2020 είχε εγκαταλείψει το συγκεκριμένο ακίνητο. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας ότι επικοινώνησαν με τον ίδιο σε σχέση με τη συγκεκριμένη εγγυητική επιστολή, ήταν η θέση του ότι η Αιτήτρια δεν είχε δικαίωμα να ζητήσει από την AstroBank τη μη πληρωμή της εγγυητικής επιστολής και ότι ουδέποτε είχε επικοινωνήσει οποιοσδήποτε εκπρόσωπος της Αιτήτριας μαζί του. Αντίθετα, λόγω των πολλαπλών παραβιάσεων της σύμβασης μίσθωσης, με αποκορύφωμα την εγκατάλειψη και εκκένωση του ενοικιαζόμενου ακινήτου από την Αιτήτρια, η Καθ' ης η αίτηση ορθά άσκησε το δικαίωμά της για πληρωμή της εγγυητικής. Καταλήγει, ο Ομνύοντας, ότι η Αιτήτρια δεν θα υποστεί οποιαδήποτε ανεπανόρθωτη ζημιά, διότι η Καθ' ης η αίτηση είναι φερέγγυα και διατηρεί τραπεζικό λογαριασμό στην Εθνική τράπεζα, με κατατεθειμένο ποσό πέραν των €700.000, το οποίο ποσό μπορεί να καλύψει την εγγυητική επιστολή. Επιπρόσθετα, είναι η θέση του Ομνύοντα ότι η Αιτήτρια δεν έχει ορατές πιθανότητες επιτυχίας, αφού η ίδια παραβίασε τη σύμβαση μίσθωσης και εγκατέλειψε στη συνέχεια το επίμαχο υποστατικό, με απώτερο στόχο να μην εκπληρώσει τις συμβατικές της υποχρεώσεις. Κατά τη δική του άποψη προκύπτει ότι η Αιτήτρια επιδιώκει με αλλότριους σκοπούς να πετύχει τη μη εκπλήρωση των συμβατικών της υποχρεώσεων, προωθώντας καταχρηστικά την υπό κρίση αίτηση, η οποία είναι κακόπιστη και κακόβουλη. Καταληκτικά, ζητά την ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος και την απόρριψη της αιτήσεως, έτσι ώστε να απονεμηθεί δικαιοσύνη. Προς απάντηση των ισχυρισμών που προτάθηκαν στην ένσταση, η Ενάγουσα - Αιτήτρια Εταιρεία, με τη σύμφωνη γνώμη της Καθ' ης η αίτηση - Εναγόμενης Εταιρείας, καταχώρησε συμπληρωματική ένορκη δήλωση από τον Διευθύνοντα Σύμβουλο της Ενάγουσας, κ. Ζηντίλη, ο οποίος κατέγραψε ότι η Καθ' ης η αίτηση απέκρυψε από το Δικαστήριο ότι η χρήση του συγκεκριμένου ακινήτου από την εταιρεία Tryfon Tseriotis Ltd έγινε κατόπιν της ρητής σύμφωνης γνώμης της Καθ' ης η αίτηση, η οποία γνώριζε για το γεγονός αυτό από τον Μάιο του
- Η εταιρεία Tryfon Tseriotis Limited ανήκει στον ίδιο όμιλο εταιρειών με την Αιτήτρια Εταιρεία, ήτοι την Alf. Mizzi & Sons Overseas Investments Ltd. Επίσης, γνώριζε η Καθ' ης η αίτηση από τα μέσα του 2019, ότι μέρος του ακινήτου χρησιμοποιείτο ως γραφεία από τη συγκεκριμένη εταιρεία. Η επίκληση του συγκεκριμένου γεγονότος προς υποστήριξη της θέσεως της Καθ΄ης η Αίτηση για εξαργύρωση της συγκεκριμένης εγγυητικής επιστολής δεν υφίσταται. Είναι η θέση του ότι, τόσο ο ίδιος καθώς και η Αιτήτρια είχαν παραπλανηθεί σε σχέση με το ιδιοκτησιακό καθεστώς του ακινήτου αφού ουδέποτε είχε αναφερθεί ότι το ακίνητο είχε περιέλθει στην ιδιοκτησία της Ελληνικής Τράπεζας. Αυτό που είχε παρουσιαστεί ήταν ότι η Εναγόμενη Εταιρεία είχε κάποιες οφειλές, οι οποίες εξασφαλίζονταν με υποθήκες και οι οποίες είχαν όμως διευθετηθεί από τον Ιανουάριο 2019, εξ ου και στη συμπληρωματική συμφωνία ημερ. 18/07/2020 η Καθ΄ ης η αίτηση αναφέρεται ως ιδιοκτήτης ενώ η Αιτήτρια συνέχιζε να της καταβάλλει τα οφειλόμενα ενοίκια. Παραδέχεται ότι η Αιτήτρια για λόγους επιχειρησιακούς δεν χρησιμοποιεί το ακίνητο ως αποθηκευτικό χώρο, όμως η εταιρεία Tryfon Tseriotis Limited συνεχίζει να το χρησιμοποιεί ως γραφεία. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε παραβίαση της συμφωνίας μίσθωσης, η οποία να νομιμοποιεί το αίτημα της Καθ΄ ης η αίτηση για εξαργύρωση της εγγυητικής, έχοντας υπόψη ότι η Αιτήτρια έχει καταβάλει ως εγγύηση ποσό ύψους €95.000 και έχει προπληρώσει ενοίκια τουλάχιστον 6 μηνών, οπόταν δεν προκύπτει οποιαδήποτε ζημιά της Καθ΄ ης η Αίτηση, ενώ η Αιτήτρια βρίσκεται σε προχωρημένες διαπραγματεύσεις με τον ιδιοκτήτη για την συνέχιση της ενοικίασης αφού, σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς της Καθ΄ ης η αίτηση, συνεχίζει να αποτελεί εγγεγραμμένη οντότητα με νομική υπόσταση στην Κυπριακή Δημοκρατία. Υποστηρίζει ο Ομνύοντας, ότι ουδέποτε του αναφέρθηκε ότι το ακίνητο είχε περιέλθει στην ιδιοκτησία της Ελληνικής Τράπεζας και ότι η Καθ' ης η αίτηση δεν ήταν πλέον ιδιοκτήτης αυτού, ούτε και ποτέ του υπεδείχθη η οποιαδήποτε συμφωνία διευθέτησης μεταξύ της Καθ' ης η αίτηση και της Ελληνικής Τράπεζας. Αντίθετα, η Αιτήτρια ενημερώθηκε μέσω επιστολής της Ελληνικής Τράπεζας. Όσον αφορά τη σημερινή χρήση του χώρου, η Αιτήτρια ναι μεν εγκατέλειψε τον συγκεκριμένο χώρο για λόγους επιχειρησιακούς, πλην όμως, η εταιρεία Tryfon Tseriotis Ltd εξακολουθεί να χρησιμοποιεί τους χώρους ως γραφεία και συνεπακόλουθα η Καθ' ης η αίτηση δεν νομιμοποιείται στην εξαργύρωση της εγγυητικής επιστολής. Οι Ομνύοντες δεν αντεξετάστηκαν και οι δυο πλευρές υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις με την καταχώριση γραπτών αγορεύσεων, πολύ υποβοηθητικών για το Δικαστήριο. ΓΕΓΟΝΟΤΑ Τα παραδεκτά και από τις δυο πλευρές γεγονότα, όπως μπορούν να διαπιστωθούν σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας μέσα από τις ένορκες δηλώσεις, στις οποίες προωθήθηκαν οι θέσεις και των δύο μερών, είναι η ύπαρξη της σύμβασης μίσθωσης του ακινήτου στην οδό XXXXX 1, στη Βιομηχανική Περιοχή Τσερίου, από την Αιτήτρια. Κατά τον χρόνο συνομολόγησης της σύμβασης, ιδιοκτήτρια του συγκεκριμένου ακινήτου ήταν η Καθ΄ης η αίτηση. Για τη διασφάλιση των όρων της σύμβασης ενοικίασης κατατέθηκαν, σύμφωνα και με τον όρο 9 της σύμβασης, Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, €95.000 σε μετρητά και τραπεζική εγγύηση ύψους €95.000 από την Astro Bank, η περί ου ο λόγος τραπεζική εγγύηση, Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση. Στις 08/10/2020 επιδόθηκε στην Αιτήτρια επιστολή ημερομ. 06/10/2020 από δικηγορικό γραφείο, με την οποία τους ζητείτο να εκκενώσουν το ακίνητο γιατί είχε περιέλθει στην κατοχή της Ελληνικής Τράπεζας δυνάμει δικαστικής απόφασης. Ακολούθησε επικοινωνία μεταξύ των μερών η οποία οδήγησε στην καταχώριση της παρούσας Αγωγής όταν η Καθ΄ ης η αίτηση αρνήθηκε να επιστρέψει την εγγυητική επιστολή και προσπάθησε να την εξαργυρώσει. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Προτού προχωρήσω να εξετάσω τα ζητήματα που έχουν εγερθεί, θεωρώ κατάλληλο στάδιο να συνοψίσω τη νομική πτυχή που διέπει αιτήσεις για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων παρέχεται στο άρθρο 32 το Ν.14/60, ενώ η δικονομία για τέτοια διατάγματα προσδιορίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο και Κανονισμούς. Το άρθρο 32 παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που το άρθρο αυτό καθορίζει ότι πρέπει να συντρέχουν για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα που θα έκρινε δίκαια ή πρόσφορα είναι οι εξής: Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση, η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, η πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά, καθώς επίσης ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο έχει καθήκον να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει το διάταγμα (βλ. Bacardi v. Vinco
(1996)1(B) A.A.Δ. 788, Mitsingas v. Timberland
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791 και Akis Express v. Aris Express
(1998)1(A) A.A.Δ. 149). Σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Recnex Trading Limited, Ιωάννη Μιχαηλίδη ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λίμιτεδ, ECLI:CY:AD:2014:A269, Πολ. Εφ. 71/2011, ημερ. 16/04/2014: « Βρίσκουμε ότι τα γεγονότα της υπόθεσης είναι τέτοια ώστε δεν κρίνουμε σκόπιμο να προσθέσουμε οτιδήποτε άλλο παρά μόνο να παραπέμψουμε στις ΑΒΡ Holdings v. Κιταλίδη
(1994)1 Α.Α.Δ. 694, 699, C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 785 και στην Πολιτική Έφεση 52/10 Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. E. Σιακατίδου, ημερ. 19.3.2014. Αποδίδεται ευρύτατη εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει οποιοδήποτε παρεμπίπτον απαγορευτικό, προστακτικό διάταγμα όταν κρίνει ότι αυτό είναι δίκαιο ή πρόσφορο υπό τις περιστάσεις χωρίς οποιοδήποτε περιορισμό.». Στην υπόθεση T. A. Micrologic Consultants Ltd ν. Microsoft Corporation
(2002)1(Γ) ΑΑΔ 1802, ο έντιμος Δικαστής κ. Νικολάου διατύπωσε το θέμα ως εξής: « Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα των επί του θέματος αποφάσεων μας: βλ. ενδεικτικά τις υποθέσεις Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R. 585, Odysseos v. Pieris Estates & Others
(1982)1 C.L.R. 557 και Κυτάλα v. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253. Αυτό συχνά παραγνωρίζεται στα Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από Δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέκτως πολύπλοκη και μακρά». (Βλ. επίσης Hazelwood Investment & Finance Ltd v. XXX Manuel κ.α. Πολ. Εφ. Ε14/17 και Ε209/17 ημερ. 16/07/19). Επομένως, το Δικαστήριο περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Με την υπό κρίση Αίτηση ουσιαστικά ζητήθηκε η έκδοση απαγορευτικού διατάγματος. Η έκδοση παρεμπίπτον απαγορευτικού διατάγματος αποτελεί θεραπεία του δικαίου της επιείκειας. Στην υπόθεση Γιαβρή κ.ά. ν. Πάσιου
(2004)1(Α) Α.Α.Δ. 125, στη σελίδα 134 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: « Η διακριτική ευχέρεια η οποία παρέχεται για την έκδοση ή μη απαγορευτικού διατάγματος, ασκείται δικαστικά με κύριο έρεισμα το σκοπό για τον οποίο επιζητείται η θεραπεία. Εφόσον αντικείμενο του διατάγματος είναι η προστασία έναντι συνεχιζόμενης παραβίασης των δικαιωμάτων του ενάγοντος, η έκδοση απαγορευτικού διατάγματος αποτελεί το φυσικό επακόλουθο. Μπορεί το δικαστήριο να αρνηθεί την έκδοση διατάγματος, εφόσον άλλης μορφής προστασία γνωστή στο δίκαιο, ως οι αποζημιώσεις, μπορεί να αποκαταστήσει τον ενάγοντα.». Θα εξεταστούν στη συνέχεια οι προϋποθέσεις για την έκδοση ενός απαγορευτικού διατάγματος. Οι αποφάσεις των Κυπριακών Δικαστηρίων που έχουν αναλύσει τις προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων βάσει του άρθρου 32 του Ν.14/60, είναι πολλές. Ενδεικτικά και μόνο αναφέρω τις υποθέσεις Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, A.B.P. Holdings Ltd ν. Κιταλίδη κ.ά. (Αρ. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694. Στην τελευταία απόφαση τονίζεται ότι το άρθρο 32 του Ν.14/60 παρέχει στα Δικαστήρια ευρύτατες εξουσίες για έκδοση οποιωνδήποτε διαταγμάτων, όταν κάτι τέτοιο κρίνεται δίκαιο ή πρόσφορο χωρίς να τίθεται κανένας περιορισμός. Τα ίδια επαναλήφθηκαν και στην υπόθεση Παντελίδη ν. Πιερή
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 2111 καθώς και πιο πρόσφατα στις αποφάσεις Shiskarev v. Lanuria Ltd Πολ. Εφ. Ε385/16 ημερ. 07/06/18 και Εκδόσεις «ΑΡΚΤΙΝΟΣ» Λτδ ν. Λοϊζίδου Πολ. Εφ.Ε 7/18 ημερ. 21/03/19. Στο σύγγραμμα των Γ. Ερωτοκρίτου και Π. Αρτέμη, «Διατάγματα», έκδοση 2016, στη σελίδα 123 του συγγράμματος, κάτω από το τίτλο «Σοβαρό Ζήτημα προς εκδίκαση - η πρώτη προϋπόθεση» αναφέρονται τα ακόλουθα: « Το πρώτο ζήτημα στο οποίο το Δικαστήριο θα στρέψει την προσοχή του, είναι αναφορικά με την νομική πτυχή της υπόθεσης. Αναμένεται να εξετάσει κατά πόσο ο ενάγων έδειξε ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση. Στα πλαίσια της εξέτασης του, θα ερευνήσει το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα. Θα πρέπει να βεβαιωθεί ότι το κατ' ισχυρισμό αγώγιμο δικαίωμα του δεν είναι "επιπόλαιο και ενοχλητικό" και ότι θα μπορούσε να θέσει υπό αμφισβήτηση τη νομιμότητα των πράξεων του εναγομένου». Ο αιτητής είναι αυτός που πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, ως επίσης και για το δίκαιο και εύλογο της έκδοσής του και της διατήρησης του σε ισχύ. Το πραγματικό υπόβαθρο των γεγονότων, στα πλαίσια των οποίων εξετάζεται η αίτηση, τίθεται με τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα, δεδομένης πάντα της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από την Δ.39 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί σε σχέση με τις πρώτες δυο προϋποθέσεις, των οποίων η αλληλουχία επιτρέπει την από κοινού εξέταση, είναι αν έχουν καταδειχθεί τέτοιες σοβαρές ενδείξεις δικαιωμάτων εκ μέρους της Αιτήτριας Εταιρείας ώστε σε συσχετισμό με τη δικογραφία της αίτησης και το αγώγιμο της δικαίωμα να οδηγούν στη διαπίστωση σοβαρού ζητήματος με ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία, η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας (βλ. Ανδρέας Σάββα Κυτάλα v. Άννα Χρυσάνθου
(1996)1 Α.Α.Δ. 253, 257-8). Σχετική είναι και η πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Α. Χατζηπιερής Λίμιτεδ ν. Γενικού Εισαγγελέα Πολ. Εφ. Ε.1/2015, ημερ. 05/04/2021, στην οποία διαβάζονται τα ακόλουθα σχετικά: « Θεωρούμε χρήσιμο εδώ να υπομνήσουμε ότι το Δικαστήριο σε τέτοιες διαδικασίες, πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, ζήτημα το οποίο εμπίπτει στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης. Η αρχή, όπως επαναλήφθηκε και σε πιο πρόσφατη νομολογία (βλ. Trafalgar Developments Limited κ.ά. ν. Uralchem Holdings P.L.G. κ.α, Πολ. Εφ. 331/2017 ημερ. 21 Φεβρουαρίου, 2019) είναι ότι δεν απαιτείται διατύπωση κρίσης ως προς την ύπαρξη ουσιαστικών δικαιωμάτων, παρά μόνο σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης τους, (βλ. T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1Γ ΑΑΔ 1802 και Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita-Aluminium Co Ltd κ.ά.
(2002)1 ΑΑΔ 2015). » Εξετάζοντας την πρώτη προϋπόθεση υπενθυμίζεται ότι, με βάση τη νομολογία, η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος αποκαλύπτεται στη βάση του καταχωρημένου δικογράφου και αφορά τη νομική θεμελίωση της αξίωσης της Ενάγουσας - Αιτήτριας. Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές στα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης, διαπιστώνεται από το καταχωρημένο στο φάκελο Κλητήριο Ένταλμα ότι ζητείται γνωστή στο νόμο αιτία αγωγής, ήτοι παράβαση των όρων της σύμβασης ενοικίασης ημερ. 23/05/2018 και του συμπληρωματικού συμφωνητικού εγγράφου ημερ. 18/07/2020 εξ υπαιτιότητας της Καθ΄ης η αίτηση - Εναγόμενης Εταιρείας. Αν οι αξιώσεις αυτές επιτύχουν τελικά θα παρασχεθούν στην Ενάγουσα αποζημιώσεις, οπόταν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και η πρώτη προϋπόθεση. Επομένως, στη βάση των πιο πάνω, το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να υπεισέρθει σε εξέταση της αγωγής επί της ουσίας της, αλλά ως καθίσταται προφανές από τις ένορκες θέσεις που έχουν προβληθεί, η Αιτήτρια Εταιρεία βασίζει την απαίτησή της σε γεγονός το οποίο προέκυψε από τη συμπεριφορά της Καθ΄ ης η αίτηση Εταιρείας προς την Ελληνική Τράπεζα, η οποία οδήγησε στο να ζητείται από την Αιτήτρια να εγκαταλείψει το ακίνητο το οποίο ενοικιάζει από την Καθ' ης η αίτηση και για το οποίο υπάρχει εγγυητική επιστολή ύψους €95.000 προς όφελος της Καθ΄ ης η αίτηση. Η συγκεκριμένη συμπεριφορά της Καθ΄ ης η αίτηση ενδεχόμενα θα μπορούσε να κριθεί ότι παραβαίνει τη σύμβαση της με την Αιτήτρια. Τα τεκμήρια που κατατέθηκαν από την Αιτήτρια αντικρούουν τους ισχυρισμούς της Καθ΄ ης η αίτηση, παραπομπή μπορεί να γίνει στο Τεκμήριο 4 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση. Οπόταν η πρώτη προϋπόθεση πληρείται. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, σύμφωνα με τη νομολογία, αν ο αιτητής είναι σε θέση να δείξει κάτι πέρα από την απλή πιθανολόγηση, αλλά κάτι λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, θεωρείται ότι ικανοποιεί και το δεύτερο κριτήριο (βλ. Κυτάλα ν. Χρυσάνθου, ανωτέρω). Η διακρίβωση της πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία, ήτοι τη μαρτυρία που εξάγεται από τις ένορκες δηλώσεις. Δεν είναι επιθυμητό για το Δικαστήριο σε αυτό το στάδιο να υπεισέρθει σε βάθος στα επίδικα θέματα. Ο ενάγοντας πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα που θα πείθουν το Δικαστήριο ότι έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας, η δε ικανοποίηση του εξαρτάται από τη συσχέτιση της νομικής θεμελίωσης της αξίωσης με την προσφερόμενη μαρτυρία, όπως αυτή εξάγεται, σ΄ αυτό το στάδιο, από τις ένορκες δηλώσεις και από τυχόν προφορική μαρτυρία σε περίπτωση αντεξέτασης, κάτι που στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει ζητηθεί από οποιαδήποτε από τις αντίδικες πλευρές. Η προοπτική επιτυχίας εξετάζεται σε συνάρτηση και με την αντίθετη εκδοχή. Το επίπεδο του αποδεικτικού εμποδίου το οποίο απαιτείται να υπερπηδήσει ο ενάγοντας συνίσταται στην τεκμηρίωση «μιας πιθανότητας» επιτυχίας. Κάτι δηλαδή περισσότερο από μια απλή δυνατότητα, αλλά και πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, το επίπεδο δηλαδή απόδειξης που απαιτείται για πολιτική αγωγή. Υπό το πρίσμα αυτό, δεν είναι επιθυμητό το Δικαστήριο να υπεισέρχεται σε βάθος στα επίδικα θέματα σε αυτό το πρόωρο στάδιο. Όπως υπεδείχθη στην Κωνσταντίνος Λόρδος κ.ά ν. Πέτρου Σιακόλα κ.ά., Πολ. Έφ. Ε143/2015, ημερ. 23/03/17 «τηρουμένης της αρχής ότι το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία, οφείλει πάντως να προβεί σε κάποια αξιολόγηση της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης εκείνου του διαδίκου ο οποίος ζητά ενδιάμεση θεραπεία.». Στην υπόθεση Σεβαστού v. Σεβαστού
(2002)1 ΑΑΔ 1980, ελέχθη συναφώς ότι «κάποια πρωταρχική, έστω, αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι αναγκαία για να μπορεί το δικαστήριο να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς. Έστω στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σε αυτό το στάδιο.». Το Δικαστήριο έχει κάθε δυνατή ευχέρεια με την εκατέρωθεν ενώπιον του μαρτυρία να σχηματίσει μια εικόνα για τις πιθανότητες επιτυχίας της παρούσας αγωγής. Τα γεγονότα της υπόθεσης έχουν ήδη εκτεθεί πιο πάνω. Όπως προκύπτει από τα όσα τέθηκαν ανωτέρω, ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχουν αντίθετες θέσεις αναφορικά με το ζήτημα του ποιός παραβίασε τους όρους της σύμβασης ενοικίασης. Το κατά πόσο ευσταθούν οι πιο πάνω θέσεις της Αιτήτριας Εταιρείας δεν είναι επί του παρόντος για να κριθεί. Τα νομικά και πραγματικά θέματα που εγείρονται στην παρούσα υπόθεση προς εξέταση και τα οποία σε τελευταία ανάλυση συνθέτουν τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης σαφώς και δεν είναι σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας που θα απαντηθούν προς επίλυση της διαφοράς. Το ζητούμενο, εν προκειμένω, δεν είναι η διαμόρφωση οριστικής κατάληξης είτε για την υπόθεση της Αιτήτριας Εταιρείας, είτε για τη βασιμότητα των θέσεων της Καθ΄ης η αίτηση Εταιρείας. Το ερώτημα που τίθεται είναι το εξής: Κατά πόσο με τα όσα η Αιτήτρια έχει θέσει υπόψη του Δικαστηρίου, λαμβανομένων υπόψη των θέσεων της άλλης πλευράς, στοιχειοθετείται ορατή πιθανότητα επιτυχίας; Και οι δυο πλευρές συμφωνούν ότι υπάρχει μεταξύ τους συμφωνία μίσθωσης, ημερ. 23/05/2018, Τεκμήριο 1 στην Αίτηση, με την οποία η Ενάγουσα ενοικίασε το ακίνητο με αρ. εγγραφής 6/XXXXX, Φ/Σχ. 30/38W2, Τμήμα 6, Τεμάχιο XXXXX για να χρησιμοποιηθεί ως αποθηκευτικός χώρος. Για εξασφάλιση της πιστής εκτέλεσης της συγκεκριμένης συμφωνίας εκδόθηκε από την Αιτήτρια εγγυητική επιστολή με αριθμό XXXXX7798 από την Astro Bank για το ποσό των €95.000 προς όφελος της Καθ΄ης η αίτηση. Μέχρι και τις 18/07/2020 και οι δυο πλευρές εκπλήρωναν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις. Εκεί που διαφωνούν είναι σε σχέση με το σημερινό ιδιοκτησιακό καθεστώς του επίδικου ακινήτου. Η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι ενημερώθηκε από τους συνηγόρους της Ελληνικής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας, με επιστολή ημερ. 06/10/2020, ότι δυνάμει δικαστικής απόφασης το συγκεκριμένο ακίνητο περιήλθε στην κατοχή της και ότι θα πρέπει να το εκκενώσουν και να το παραδώσουν. Σημειώνεται ότι η συγκεκριμένη επιστολή επιδόθηκε στην Αιτήτρια μετά την κατάρτιση του μνημονίου συναντίληψης ημερ. 17/01/2019, Τεκμήριο 19 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση και της συμπληρωματικής συμφωνίας ημερομηνίας 18/07/2020 στην οποία η Καθ΄ης η αίτηση εμφανιζόταν ως ιδιοκτήτρια του συγκεκριμένου ακινήτου. Το γεγονός αυτό, κατά την Αιτήτρια, συνιστά παραβίαση των όρων της σύμβασης από την Εναγόμενη - Καθ΄ης η αίτηση η οποία δεν την νομιμοποιεί στην κατάπτωση της εγγυητικής ύψους €95.000 που είχε εκδοθεί από την Αιτήτρια - Ενάγουσα προς όφελος της Καθ΄ης η Αίτηση - Εναγόμενης για πιστή τήρηση της συγκεκριμένης σύμβασης. Η Εναγόμενη - Καθ΄ης η αίτηση ισχυρίζεται ότι το ακίνητο της ανήκει και ότι η Αιτήτρια παραβίασε τη σύμβαση λόγω του ότι δεν κατέβαλλε τα οφειλόμενα ενοίκια, πλην όμως δεν παρουσίασε οτιδήποτε που να αποδεικνύει έστω και στο ελάχιστο τον συγκεκριμένο ισχυρισμό. Όλα όσα πιο πάνω έχουν εκτεθεί κρίνω ότι είναι αρκετά για σκοπούς κατάδειξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας εκ μέρους της Αιτήτριας, αφού το γράμμα που της επιδόθηκε, Τεκμήριο 4, είναι διαφωτιστικό και υποστηρίζει τους ισχυρισμούς της. Σημαντικό επίσης είναι το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 19, του μνημονίου συναντίληψης ημερ.17/01/2019, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση, από το οποίο καταδεικνύεται ότι η ιδιοκτησία του ακινήτου από την Εναγόμενη διέπετο από την απόφαση στην Αγωγή αρ. 3014/09 ημερ 02/04/2019, της οποίας τα συμφωνηθέντα δεν τηρήθηκαν εξ΄ ου και αποστάληκε η επιστολή από τους συνηγόρους της Ελληνικής Τράπεζας. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, αυτή της ανεπανόρθωτης ζημιάς, απαιτείται να διαφανεί ότι, χωρίς την έκδοση του διατάγματος, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στο πλαίσιο της προϋπόθεσης αυτής. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά η θεραπεία των αποζημιώσεων επαρκή θεραπεία, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρείται η προϋπόθεση αυτή. Με δεδομένο ότι η θεραπεία του προσωρινού διατάγματος ανάγεται κατ΄εξοχή στο δίκαιο της Επιείκειας, αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύκολα, τότε η έκδοση του αποκλείεται. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση των ζημιών δεν δικαιολογεί κατ΄ ανάγκη την έκδοση προσωρινού διατάγματος. Όπως έχει νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της χρηματικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία. Λόγω της φύσης της εγγυητικής επιστολής, αν πληρωθεί και η Αιτήτρια δικαιωθεί στην αγωγή της, τότε θα δικαιούται να αποζημιωθεί για το συγκεκριμένο ποσό. Όμως υπάρχει επισυνημμένη ως Τεκμήριο, συμπεριλαμβάνεται στο Τεκμήριο 4, η απόφαση στην Αγωγή αρ. 3014/09 η οποία αφορά απόφαση εναντίον της Καθ΄ης η αίτηση για εκατομμύρια ευρώ. Δεν παραγνωρίζεται το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 22 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση, πλην όμως στο συγκεκριμένο Τεκμήριο δεν αναφέρεται ότι ο συγκεκριμένος λογαριασμός ανήκει στην Καθ΄ης η αίτηση Εταιρεία. Αναφορά μπορεί να γίνει στο σκεπτικό της απόφαση στην υπόθεση Αρκτίνος Εκδόσεις Λτδ ν. Λοϊζίδου, Πολ. Εφ. Ε7/18, ημερ.21/03/2019, στην οποία διαβάζονται τα ακόλουθα: « Με δεδομένο ότι σε ορισμένες περιπτώσεις δεν θα ήταν επαρκής η θεραπεία των αποζημιώσεων για να απονεμηθεί ορθά η δικαιοσύνη, τα Δικαστήρια της επιείκειας προχωρούν στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων. Το τρίτο αυτό κριτήριο εξετάζεται προτού το Δικαστήριο ασκήσει τη διακριτική του εξουσία προκειμένου να αποφασίσει κατά πόσο θα είναι δίκαιο ή πρόσφορο να προχωρήσει στην έκδοση διατάγματος. Εν τέλει, η αδυναμία στην απονομή πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο συναρτάται από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση, υπό την αίρεση πάντα ότι δεν αρκούν γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί προς τεκμηρίωση και ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης, αλλά αιτιολόγηση με σαφή και θετική μαρτυρία. Μεταξύ των περιπτώσεων όπου η θεραπεία των αποζημιώσεων δεν μπορεί να κριθεί επαρκής εντάσσεται και η περίπτωση όπου γίνεται επίκληση παραβίασης δικαιωμάτων, ιδίως όπου η επικαλούμενη ζημιά ή βλάβη συνεχίζεται, με απρόβλεπτες προεκτάσεις.». Επίσης, στην πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Α. Χατζηπιερής Λίμιτεδ ν. Γενικού Εισαγγελέα (ανωτέρω), διαβάζονται τα ακόλουθα: « Ορθά παρατήρησε το Δικαστήριο, ότι οι αποζημιώσεις δεν αποτελούν την μοναδική παράμετρο του υπό εξέταση θέματος. Κατά πάγια νομολογία, «Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου την θεραπεία.» (Mitsingas Trading Ltd v The Timberland Co of USA
(1997)1 ΑΑΔ 1791). Λέχθηκε, περαιτέρω στην Όξυνος κ.ά. ν. Λού
(2011)1 ΑΑΔ 1066: «Υπόψη λαμβάνονται και άλλα στοιχεία και μεταβλητά κριτήρια και σε τελική ανάλυση η αδυναμία ή η δυσκολία απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, εξαρτάται από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν το αίτημα . Ας μη μας διαφεύγει ότι η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται, όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση M. And Ch. Mitsingas Trading Ltd. κ.ά. v. The Timberland Co.
(1977)1Γ ΑΑΔ 1791, με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του διαδίκου που επιδιώκει τη θεραπεία.». Αυτό που επιζητεί η Αιτήτρια με την αγωγή της είναι έκδοση διατάγματος που να απαγορεύει την κατάσχεση ή/και εξαργύρωση της συγκεκριμένης εγγυητικής επιστολής με αριθμό XXXXX7798 και ημερομηνία 25/10/2019, άρα γίνεται προφανές ότι η Αιτήτρια θεωρεί τη θεραπεία αυτή, εάν και εφόσον κατά την εκδίκαση της υπόθεσης το Δικαστήριο αποφασίσει υπέρ της, ως επαρκή θεραπεία. Βάσει των οικονομικών στοιχείων που παρουσίασε ο κ. Κωνσταντίνου, τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν από τον Αιτητή, εύκολα γίνεται αντιληπτό ότι υπάρχει κίνδυνος μη απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Συνεπώς καταλήγω ότι πληρείται και η τρίτη προϋπόθεση. Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις, το Δικαστήριο έχει καθήκον να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να διατηρήσει το διάταγμα. Αυτό εξετάζεται με βάση το ισοζύγιο των αναγκών της δικαιοσύνης, όπως χαρακτηρίστηκε στην πρόσφατη απόφαση Αντώνης και Φουλής Μιχαήλ Λιμιτεδ ν. Ιωαννίδη Πολ. Εφ. Ε44/14 ημερ. 16/07/19. Όπως συνοψίζεται και στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Εκδόσεις «Αρκτίνος» Λτδ κ.ά. ν. Λοϊζίδου (ανωτέρω): « Με δεδομένη την πλήρωση των τριών κριτηρίων του άρθρου 32
(1), υπεισέρχεται στην όλη εικόνα το ζήτημα της εξέτασης του πιο σημαντικού ίσως παράγοντα στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, ήτοι, η ευρεία διακριτική εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο από το πιο πάνω άρθρο να εκδίδει διατάγματα στις περιπτώσεις όπου κρίνει ότι κάτι τέτοιο είναι «δίκαιον ή πρόσφορον». Το Δικαστήριο ενεργώντας με βάση τους κανόνες του δικαίου της επιείκειας, διατηρεί σε κάθε περίπτωση την ευχέρεια να αρνηθεί την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, έστω και αν τηρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις έκδοσής του. Το όλο ζήτημα συνίσταται στον ισοζυγισμό των ιδιαίτερων αναγκών των διαδίκων, υπό το φως πάντοτε των στοιχείων που καλύπτουν την κάθε περίπτωση. Στην όλη πορεία εντοπισμού ενός δίκαιου ισοζυγίου ο κάθε παράγοντας που καλύπτει την κάθε συγκεκριμένη υπόθεση αποκτά τη δική του σημασία στη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος. Ζητούμενο είναι η άσκηση από το Δικαστήριο, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, της διακριτικής του εξουσίας, ώστε να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη και να εξαλειφθεί, στο μέτρο του δυνατού, ο κίνδυνος αδικίας στην περίπτωση κατά την οποία φανεί ότι λανθασμένα χορηγήθηκε το παρεμπίπτον διάταγμα. Η εν προκειμένω άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου δεν λαμβάνει τη μορφή αυθαίρετης απόφασης, αφού ενυπάρχει σε κάθε περίπτωση η υποχρέωση παράθεσης αιτιολογημένης απόφασης και παροχής εξηγήσεων ως προς τους λόγους άσκησης της διακριτικής ευχέρειας κατά συγκεκριμένο τρόπο. Παράγοντες που επιδρούν στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου είναι, μεταξύ άλλων, οι διαβλεπόμενες επιπτώσεις από την έκδοση ή μη του παρεμπίπτοντος διατάγματος στο πρόσωπο των διαδίκων ή ακόμη και σε τρίτα πρόσωπα, η ίδια η συμπεριφορά των διαδίκων, η καθυστέρηση προσφυγής προς αναζήτηση θεραπείας προσωρινού διατάγματος, αλλά και τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, δεδομένου ότι η άσκηση της υπό αναφορά διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εδράζεται στις αρχές του δικαίου της επιείκειας. Όπως είναι νομολογιακά αναγνωρισμένο (Καλογήρου ν. C.C.F. Credit Capital Finance Ltd
(2005)1(B) AΑΔ 1237, το Εφετείο δεν επεμβαίνει στον τρόπο άσκησης της διακριτικής εξουσίας πρωτόδικου Δικαστηρίου προς έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, εκτός εάν διαπιστώσει ότι ασκήθηκε έξω από κάθε πλαίσιο αρχών που η νομολογία αναγνωρίζει, υπό το φως πάντα των ιδιαίτερων γεγονότων που περιβάλλουν την κάθε συγκεκριμένη υπόθεση.» Στην προκειμένη περίπτωση κρίνω ότι το ισοζύγιο των αναγκών της δικαιοσύνης κλίνει υπέρ της Αιτήτριας. Κρίνω ότι η ταλαιπωρία που θα υποστεί η Καθ' ης η αίτηση από την έκδοση και συνέχιση του συγκεκριμένου διατάγματος, είναι πολύ λιγότερη από αυτή που θα υποστεί η Αιτήτρια από την μη έκδοση του. Με αυτό τον τρόπο θα διατηρηθεί το status quo ante μέχρι την εκδίκαση της αγωγής. Όσον αφορά τον ισχυρισμό της Καθ΄ης η αίτηση ότι η Αιτήτρια δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και ότι απέκρυψε ή/και δεν αποκάλυψε γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση, διαπιστώνεται ότι ο συγκεκριμένος ισχυρισμός προβλήθηκε γενικά και αόριστα και ως εκ τούτου δεν μπορεί να εξεταστεί. Υπό τις περιστάσεις και με δεδομένο ότι έχω ικανοποιηθεί από την Αιτήτρια ότι συντρέχουν σωρευτικά οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/1960, θα ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια και θα διατάξω όπως το εκδοθέν διάταγμα παραμείνει σε ισχύ μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης. Όσον αφορά το αιτητικό Β, αυτό δεν μπορεί να αποδοθεί αφού αφορά την ουσία της αγωγής. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας - Ενάγουσας και εναντίον της Καθ΄ης η αίτηση - Εναγόμενης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής, οπότε και θα είναι πληρωτέα. (Υπ.) .............. Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο