← Κύπρος

ΡΟΔΟΘΕΟΥ ν. ΣΤΡΑΤΗ, Αρ. Αγωγής: 2449/20, 28/6/2021

ΡΟΔΟΘΕΟΥ ν. ΣΤΡΑΤΗ, Αρ. Αγωγής: 2449/20, 28/6/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A313 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2449/20 Μεταξύ: XXXXX ΡΟΔΟΘΕΟΥ Ενάγοντα v. XXXXX ΣΤΡΑΤΗ Εναγομένου ----------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 19/04/2021 για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 28 Ιουνίου, 2021. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντα - Αιτητή: κ. Μ. Χριστοφόρου, για Πελαγίας, Χριστοδούλου, Βράχας Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενο - Καθ΄ου η Αίτηση: κα Κ. Γεωργιάδου, για Δήμος και Λία Γεωργιάδη & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Ενάγοντας-Αιτητής με την αίτηση του ζητά άδεια για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης στην ένορκη δήλωση ημερομ. 09/09/2020, που συνοδεύει την αίτησή του για έκδοση προσωρινών προστακτικών και απαγορευτικών διαταγμάτων. Νομική βάση για την υπό κρίση αίτηση αποτέλεσαν η Δ.39 θ.θ. 1-21, Δ.48 θ.θ.1-3, 4

(2), 7, 8 και 9, Δ.57, Δ.59 και Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, το Άρθρο 30 του Συντάγματος, τα άρθρα 4, 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, τα άρθρα 31 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, οι αρχές της φυσικής δικαιοσύνης, οι κανόνες του δικαίου της επιείκειας, η νομολογία και οι συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα που υποστηρίζουν την υπό κρίση αίτηση παρατίθενται στην ένορκη δήλωση του XXXXX Ροδοθέου, Ενάγοντα-Αιτητή και γνώστη των γεγονότων. Σύμφωνα με τον Ομνύοντα, η αίτηση αποσκοπεί στο να απαντηθούν οι ισχυρισμοί του Εναγόμενου, όπως αυτοί έχουν καταγραφεί στην ένορκη δήλωση του ημερομ. 29/03/
  1. Συγκεκριμένα, όσον αφορά τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου-Καθ' ου η αίτηση στις παραγράφους 8, 10 και 12 της ενόρκου δηλώσεως, επισυνάπτει αποδείξεις για το συνολικό ποσό των €4.
  2. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς που εμπεριέχονται στις παραγράφους 24, 25 και 26 της ένορκης δήλωσης του Εναγόμενου-Καθ' ου η αίτηση, επιθυμεί όπως αυτοί απαντηθούν. Σύμφωνα με τον Ομνύοντα, η ανάγκη προέκυψε ενόψει του ότι οι ισχυρισμοί του Εναγόμενου-Καθ' ου η αίτηση προβλήθηκαν με την καταχώριση της Ένστασης και με στόχο να πληγούν οι θέσεις του Ενάγοντα-Αιτητή, γι' αυτό, κατά τη δική του άποψη, χρήζουν διευκρίνισης και απάντησης. Είναι η θέση του ότι οι αποδείξεις που επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση του Εναγόμενου δεν έχουν υπογραφεί από τον ίδιο και ότι ουδέποτε του παραδόθηκε προσωπικά το ποσό των €4.
  3. Υποστηρίζει ότι από το περιεχόμενο των συγκεκριμένων αποδείξεων προκύπτει ότι έχουν ετοιμαστεί, υπογραφεί και δοθεί στον Εναγόμενο-Καθ΄ου η αίτηση από την XXXXX Ροδοθέου, αδελφή του ιδίου και σύζυγο του αδελφού του Εναγόμενου-Καθ΄ου η αίτηση. Το συγκεκριμένο ποσό καταβλήθηκε αφού ο Εναγόμενος-Καθ' ου η αίτηση είχε λάβει την κατοχή του διαμερίσματος περί τα τέλη Ιανουαρίου 2020, ενώ σε σχέση με το ποσό των €2.000 δεν καταβλήθηκε τον Μάρτιο 2020, λόγω του ότι υπήρχε διαφωνία σε σχέση με τους όρους της συμφωνίας. Περαιτέρω, υποστηρίζει ότι σε σχέση με το Τεκμήριο 2 που συνοδεύει την ένορκη δήλωση του ημερομ. 09/09/2010, το πωλητήριο έγγραφο ημερομ. 22/10/2020, μάρτυρας των υπογραφών των συμβαλλομένων μερών είναι και πάλι η XXXXX Ροδοθέου. Ο ίδιος δεν έχει υπογράψει το συγκεκριμένο συμφωνητικό και επιπρόσθετα, εξαιτίας της συμπεριφοράς του Εναγόμενου-Καθ' ου η αίτηση έχει πληγεί η σχέση του με την XXXXX Ροδοθέου, αδελφή του. Σύμφωνα με τον Ομνύοντα, μετά την έκδοση της ενδιάμεσης απόφασης ημερομ. 12/03/2021, έγινε προσπάθεια διευθέτησης της αγωγής με την παράδοση της κατοχής του διαμερίσματος χωρίς αποτέλεσμα, γιατί ο Καθ' ου η αίτηση αξίωνε καταβολή του ποσού των €18.000 για να παραδώσει το επίδικο διαμέρισμα, παρά το γεγονός ότι οφείλει ενοίκια 14 μηνών, προφασιζόμενος ότι θα αφήσει οικιακό εξοπλισμό που ο ίδιος για πρώτη φορά έβλεπε και εν πάση περιπτώσει δεν επιθυμούσε να κρατήσει. Παράλληλα, ο Καθ' ου η αίτηση ήταν εριστικός και ειρωνικός για αυτό και αποχώρησε χωρίς να συμφωνήσει. Ισχυρίζεται ότι, ούτε ο ίδιος, αλλά ούτε και ο δικηγόρος του συγκατατέθηκαν στο περιεχόμενο του ηλεκτρονικού μηνύματος ημερομ. 22/03/2021, που η δικηγόρος του Καθ' ου η αίτηση απέστειλε στο Δικαστήριο και το Τεκμήριο 3 που συνοδεύει την ένορκη δήλωση του Καθ΄ου η αίτηση ουδέποτε κοινοποιήθηκε στο δικηγόρο του, σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς του Καθ' ου η αίτηση στην παράγραφο 24 της ένορκης δήλωσής του. Όσον αφορά το ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομ. 27/03/2021 που διαβιβάστηκε στο δικηγόρο του από τη δικηγόρο του Καθ΄ου η αίτηση απαντήθηκε με ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομ. 29/03/2021, το οποίο επιθυμεί να καταθέσει ως τεκμήριο για να απαντήσει τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου-Καθ' ου η αίτηση. Καταλήγει ότι είναι αναγκαία η καταχώριση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης για να απαντηθούν οι ισχυρισμοί του Εναγόμενου-Καθ' ου η αίτηση, αλλά και για να επισυναφθούν τεκμήρια τα οποία να καταρρίπτουν τους συγκεκριμένους ισχυρισμούς. Επιπρόσθετα, θα διαφωτιστεί το Δικαστήριο έτσι ώστε να έχει ενώπιον του την ολοκληρωμένη εικόνα της υπόθεσης. Δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε ζημιά στον Καθ' ου η αίτηση αφού αν επιθυμεί μπορεί να απαντήσει. Ο Εναγόμενος-Καθ' ου η αίτηση καταχώρισε ένσταση στην οποία καταγράφονται 23 λόγοι ενστάσεως, οι οποίοι μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως: Ότι τα γεγονότα που επικαλείται ο Ενάγοντας-Αιτητής στην αίτηση ημερομ. 19/04/2021 ήταν εις γνώση του από την αρχή της έγερσης της αγωγής, ότι επιδιώκει να δικαιολογήσει, με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, το γεγονός ότι δεν προσήλθε ενώπιον του Δικαστηρίου με καθαρά χέρια, ότι δεν έχει καταδείξει οποιοδήποτε καλό λόγο για τον οποίο θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ του η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, ότι τα όσα επικαλείται δεν συνιστούν καλό λόγο για να του επιτραπεί η καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ότι η προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση αποτελεί επιχειρηματολογία και είναι ανεπίτρεπτο να τεθεί στο πλαίσιο της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ότι επιδιώκει να θέσει μαρτυρία και εισηγήσεις που αφορούν την αξιοπιστία του Εναγόμενου-Καθ' ου η αίτηση, ότι η προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση συνιστά επανάληψη των ισχυρισμών που προώθησε με την ένορκη δήλωσή του ημερομ. 09/09/2020, ότι τα θέματα τα οποία επιζητεί να εισάγει είναι ζητήματα άσχετα και μη ουσιώδη για το Δικαστήριο, ότι δεν έχει δείξει ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης η καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ότι η αίτηση είναι εκδικητική και καταχρηστική και σκοπεί στο να καθυστερήσει τη διαδικασία, ότι η προτιθέμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση δεν συνάδει με τις πρόνοιες της Δ.39 και ότι τυχόν καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ενδέχεται να δημιουργήσει την ανάγκη περαιτέρω απάντησης εκ μέρους του Εναγόμενου - Καθ' ου η αίτηση. Η Ένσταση βασίστηκε στη Δ.48 θ.θ.1-4, Δ.39, Δ.57, Δ.59 και Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στα Άρθρα 23 και 30 του Συντάγματος, στα άρθρα 4, 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, στα άρθρα 31 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, στον περί Συμβάσεων Νόμο, στο Άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, στις αρχές του δικαίου της επιείκειας, στη νομολογία και στη συμφυή εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίχθηκε η Ένσταση καταγράφονται στην ένορκη δήλωση του XXXXX Στρατή, Εναγόμενου-Καθ' ου η αίτηση και γνώστη των γεγονότων. Ο Ομνύοντας υιοθετεί τους λόγους ενστάσεώς του και περαιτέρω ισχυρίζεται ότι η εκτίμηση που συνοδεύει την προτιθέμενη ένορκη δήλωση δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με τα επίδικα γεγονότα, ενώ τα όσα επικαλείται ο Αιτητής στις παραγράφους 2-10 της ένορκης δήλωσής του είναι θέματα που αφορούν την ουσία της αγωγής. Υποστηρίζει, ο Ομνύοντας, ότι η απάντηση ή η αντίκρουση ισχυρισμών και λόγων ένστασης που προβλήθηκαν από τον ίδιο δεν συνιστά καλό λόγο για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Κατά τη δική του άποψη το περιεχόμενο της προτιθέμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης συνιστά επιχειρηματολογία η οποία δεν μπορεί να τεθεί με συμπληρωματική ένορκη δήλωση αλλά με αγόρευση. Προωθεί τη θέση ότι τα ζητήματα που ο Αιτητής επιχειρεί να θέσει με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση ήταν σε γνώση του εξ υπαρχής και θα αναμενόταν από αυτόν να τα παρουσιάσει ή/και συμπεριλάβει ή/και τεκμηριώσει στην αρχική ένορκη δήλωσή του ημερ. 09/09/
  4. Αντί αυτού, επιχειρεί μια μικρή δίκη ουσίας κατά την εκδίκαση της αίτησης για έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων. Κατά τη δική του άποψη τα όσα συμπεριλαμβάνονται στην προτιθέμενη ένορκη δήλωση του Ενάγοντα-Αιτητή είναι ζητήματα άσχετα και μη ουσιώδη με το θέμα του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 για έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος. Καταλήγει, ο Ομνύοντας, ότι δεν έχει καταδειχθεί από τον Αιτών καλός λόγος για να του επιτραπεί η καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ή ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης η καταχώρισή της. Επιπρόσθετα, η συγκεκριμένη αίτηση είναι καταχρηστική, κακόπιστη και σκοπεί στην καθυστέρηση της διαδικασίας, ενώ παράλληλα συνιστά και καταφρόνηση του Δικαστηρίου αφού σκοπεί στην προώθηση αλλότριων και αθέμιτων σκοπών. Για αυτό και ζητά την απόρριψη της αίτησης. Και οι δυο συνήγοροι προώθησαν προς το Δικαστήριο εμπεριστατωμένες και υποβοηθητικές για το Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις. Το Δικαστήριο έχει κατά νου το περιεχόμενό τους και θα αναφερθεί σε αυτό όπου το κρίνει απαραίτητο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σύμφωνα με τη Δ.48 θ.4
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όπως τροποποιήθηκε το 1999: « Το Δικαστήριο ή Δικαστής μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο να επιτρέψει την καταχώριση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39.». Ανάγνωση της συγκεκριμένης δικονομικής πρόνοιας οδηγεί στο αναπόδραστο συμπέρασμα ότι πέραν της αρχικής ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση δια κλήσεως ή την Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης, το Δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει την καταχώριση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Ήτοι, δίδεται στο Δικαστήριο διακριτική ευχέρεια, στην περίπτωση που καταδειχθεί «καλός λόγος» από το διάδικο που το ζητά, όπως παράσχει άδεια για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Η εξουσία, επομένως, η οποία προβλέπεται από τη Δ.48 θ.4
(2)είναι διακριτικής φύσεως και ασκείται στη βάση των γεγονότων που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου και τα οποία θα πρέπει να αποκαλύπτουν την αναγκαιότητα για την παροχή της αιτούμενης άδειας για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, σε συνδυασμό με τη διαπίστωση, στο πλαίσιο αυτό, του τι είναι δίκαιο υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης. Τι συνιστά «καλό λόγο» έχει ερμηνευθεί στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Μαρία Κόκκινου v. Κυριάκου Κόκκινου, Έφ. Αρ. 29/2014, ημερ. 03/11/2016, στην οποία επισημάνθηκε ότι: « καλός λόγος» προϋποθέτει την ύπαρξη κάποιας ανάγκης με απώτερο σκοπό την επίλυση των επίδικων ζητημάτων της ενδιάμεσης διαδικασίας και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης.». Καθοδηγητικά είναι επίσης και τα όσα καταγράφονται επί του θέματος από τον έντιμο κ. Ναθαναήλ, Π.Ε.Δ., όπως ήταν τότε, στην υπόθεση Mathew Shaw κ.ά. ν. Depha Investment Bank Ltd, Αρ. Αγ. 8869/05, ημερ. 28/02/2007: « Στόχος της αναμόρφωσης του θ.4 της Δ.48 με την Κ.Δ.Π. 5/99 ημερομηνίας 23/12/99, ήταν να αποφευχθούν τα προβλήματα που δημιουργήθηκαν από την ερμηνεία που δόθηκε στον προηγούμενο θεσμό από νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ... Προσεκτική ανάγνωση και εξέταση του νέου θεσμού δείχνει, με αναφορά και στα όσα καταγράφονται στην παρ. 1 του θ.4, ότι στόχος της καταχώρισης συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων είναι η ολοκληρωμένη παρουσίαση της αίτησης ή της ένστασης αντίστοιχα ώστε αυτή να οδηγηθεί σε ακρόαση επί του πλήρους φάσματος της διαφοράς. Για παράδειγμα, θα μπορούσε να αποτελέσει καλό λόγο για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αν ο αιτητής εύλογα αισθάνεται μετά από την καταχώριση της ένστασης, ότι πρέπει να προσθέσει στα γεγονότα που υποστηρίζουν την αίτηση του, ώστε να έχει δυνατότητα επιτυχίας. Άλλη περίπτωση είναι όπου το Δικαστήριο επί μονομερούς αιτήσεως, συνήθως για απαγορευτικό διάταγμα, εγείρει ερωτηματικά ως προς ορισμένα προαπαιτούμενα της έκδοσης απαγορευτικού διατάγματος, οπότε και ο αιτητής δυνατόν να ζητήσει από το Δικαστήριο πριν την τελειωτική εξέταση και απόφαση επί της αιτήσεως του, την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ώστε να προσθέσει διάφορους ισχυρισμούς και γεγονότα που έχουν σχέση είτε με το επείγον του χρόνου είτε τη γνώση από πλευράς του αιτητή των γεγονότων που οδήγησαν στην διαφορά κ.τ.λ». Σχετικό είναι και το σκεπτικό της απόφασης στην υπόθεση A. Messios & Sons Ltd κ.ά ν. Ανδρέα Λεωνίδα
(2010)1(Α) Α.Α.Δ. 195, η οποία αφορούσε αίτημα το οποίο υποβλήθηκε ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου για επαναφορά έφεσης η οποία είχε απορριφθεί λόγω μη προώθησής της. Τονίστηκαν τα εξής σχετικά και διαφωτιστικά για τον τρόπο άσκησης της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου για το ζήτημα παραχώρησης άδειας καταχώρισης συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Στην σελίδα 199 διαβάζονται τα εξής: « Μελετήσαμε με προσοχή τα ενώπιον μας στοιχεία υπό το φως των εισηγήσεων των δύο πλευρών. Θεωρούμε ότι η διακριτική ευχέρεια που παρέχεται στο δικαστήριο από τις σχετικές δικονομικές πρόνοιες, είναι ορθό και δίκαιο να ασκηθεί, στην προκείμενη περίπτωση υπέρ των εφεσειόντων-αιτητών. Κατά την εκτίμηση μας τα στοιχεία που επιθυμούν να θέσουν ενώπιον του δικαστηρίου, οι εφεσείοντες-αιτητές, με τις δύο ένορκες δηλώσεις για τις οποίες ζητούν την άδεια του δικαστηρίου να καταχωρήσουν, είναι στοιχεία που σχετίζονται με τους ισχυρισμούς και τις θέσεις που πρόβαλε ο εφεσίβλητος-καθ΄ ου η αίτηση στην αρχική του ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης στην αίτηση επαναφοράς της έφεσης. Δεν πρόκειται, κατά την κρίση μας, για ανεπίτρεπτη μαρτυρία ούτε για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών των εφεσειόντων, αλλά για διευκρινίσεις και ισχυρισμούς που είναι επιθυμητό να επιτραπεί στους εφεσείοντες-αιτητές να προβάλουν, ώστε το δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων.». Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για παραχώρηση άδειας για συμπληρωματική ένορκη δήλωση ασκείται με βάση γεγονότα τα οποία τίθενται ενώπιον του. Σημαντικός παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη για τους σκοπούς διαμόρφωσης της κρίσης του Δικαστηρίου είναι η φύση και οι ανάγκες της διαδικασίας, την οποία η συμπληρωματική ένορκη δήλωση επιδιώκει να εξυπηρετήσει. Προκύπτει ότι, μπορεί να δοθεί άδεια για να παρασχεθούν διευκρινίσεις, ώστε το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων. Είναι ζήτημα των εκάστοτε περιστάσεων σε συνάρτηση και με τη φύση της συγκεκριμένης διαδικασίας στα πλαίσια της οποίας επιχειρείται να καταχωρηθεί συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Mε δεδομένο το περιορισμένο αντικείμενο της ενδιάμεσης διαδικασίας εκδίκασης προσωρινού διατάγματος, η καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης κατά τρόπο που να απαντώνται προβαλλόμενοι ισχυρισμοί της άλλης πλευράς ή να προσάγεται πρόσθετη μαρτυρία, δεν είναι επιθυμητή. Αναφορά μπορεί να γίνει στο Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τομ. 24, σελ. 519, παρ. 972, υπό τον τίτλο «No fresh evidence after motion opened»). Ως δε έχει υποδειχθεί στην υπόθεση T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 A.A.Δ. 1802, η διαδικασία της εκδίκασης προσωρινών διαταγμάτων δεν πρέπει να γίνεται «απαραδέκτως πολύπλοκη και μακρά». Όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Κούππα v. Πουλλάς Τσαδιώτης Λτδ κ.ά.
(2014)1(Β) Α.Α.Δ. 1665, αλλά και στις υποθέσεις Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 και Milton Investment Co Ltd κ.ά. v. Dryden Group Ltd
(2014)1(A) Α.Α.Δ. 731, σε ενδιάμεσες αιτήσεις για προσωρινά διατάγματα, το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος που ουσιαστικά θα ισοδυναμούσαν με απόφαση επί της ουσίας της αγωγής. Στην υπόθεση Recnex Trading Ltd v. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ
(2014)1A Α.Α.Δ. 866, αναφέρθηκε ότι, ζητήματα αμφισβητούμενα θα πρέπει να αφήνονται να ακουστούν κατά την εκδίκαση της ουσίας, ενώ το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφεύγει να προβαίνει σε τελικά συμπεράσματα τα οποία δυνατόν να αποβούν βλαπτικά για τα δικαιώματα των διαδίκων. Η υπό κρίση Αίτηση θα εξεταστεί και θα κριθεί έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές. Θα πρέπει να εξεταστεί πρώτον, κατά πόσον ο Αιτητής επιδιώκει να συμπληρώσει ηθελημένα κενά στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση του για την έκδοση των αιτούμενων απαγορευτικών διαταγμάτων ούτως ώστε να τροποποιήσει ή αλλοιώσει την εικόνα που αρχικά έθεσαν στο Δικαστήριο. Σε περίπτωση που η απάντηση στο πρώτο πιο πάνω ερώτημα είναι αρνητική, δεύτερον, κατά πόσον ο Αιτητής εκείνο που επιδιώκει είναι να απαντήσει σε ισχυρισμούς που προέβαλε ο Καθ' ου η αίτηση, τους οποίους δεν μπορούσε να προβλέψει. Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω τις παραγράφους για τις οποίες ο Αιτητής ζητά άδεια για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης έτσι ώστε να αντικρούσει τους ισχυρισμούς του Καθ΄ ου η αίτηση, όπως αυτοί διαφαίνονται στη δική του ένορκη δήλωση. Θα παραθέσω τα σημεία για τα οποία ο Ενάγοντας-Αιτητής ζητά άδεια για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, δίδοντας ταυτόχρονα την κρίση του Δικαστηρίου για το κάθε ένα από αυτά. Για τους σκοπούς της εξέτασης της παρούσας Αίτησης, έχω λάβει υπόψη μου τα επιχειρήματα των ευπαιδεύτων δικηγόρων τα οποία έχουν εκτεθεί με τρόπο υποβοηθητικό προς το Δικαστήριο μέσω των γραπτών τους αγορεύσεων. Πρόκειται για τους ισχυρισμούς στις παραγράφους 8, 10, 12, 24, 25 και 26 της ένορκης δήλωσης του Εναγόμενου και αφορούν τη δική του αντίληψη σε σχέση με τα γεγονότα που διαμείφθηκαν μεταξύ των μερών. Όπως προκύπτει από τις παραγράφους 4 - 10 της προτιθέμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ο Αιτητής επιθυμεί να προβάλει επιχειρηματολογία και ισχυρισμούς προς απάντηση των όσων καταγράφει ο Εναγόμενος στη δική του ένορκη δήλωση. Αυτό δεν συνιστά «καλό λόγο» για να επιτραπεί η καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Επιπρόσθετα, κανένα από τα στοιχεία που επιθυμεί να εισαγάγει ο Ενάγοντας δεν είναι νέο, δηλαδή δεν προέκυψε μετά από την καταχώριση της αίτησης για έκδοση των ενδιάμεσων διαταγμάτων αφού αφορούν, μεταξύ άλλων, σε συζητήσεις που έγιναν μεταξύ του ιδίου και του Εναγόμενου σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα και αφορούν εν πάση περιπτώσει την ουσία της διαφοράς. Δεν αποτελούν στοιχεία τα οποία να αγνοούσε ο Ενάγοντας προηγουμένως, έτσι ώστε να τα επικαλείται τώρα για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου. Σίγουρα γνώριζε ποιος είχε υπογράψει τις επίδικες αποδείξεις. Όσον αφορά τα ηλεκτρονικά μηνύματα που ανταλλάγησαν μεταξύ των μερών, αυτά αφορούν γεγονότα που εξελίχθηκαν σε μια προσπάθεια εξώδικης διευθέτησης και δεν αφορούν την εξέταση της ύπαρξης των προϋποθέσεων για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων στην αίτηση ημερομηνίας 09/09/
  1. Δεν υπάρχει «καλός λόγος» με την έννοια του ότι είναι αναγκαίο να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία που περιήλθαν στην αντίληψή του πρόσφατα ή/και μετά την καταχώρηση της αρχικής του ένορκης δήλωσης που άπτονται του θέματος του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Ν.14/60 για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Τα πλείστα γεγονότα δεν προέκυψαν μετά την έκδοση του προσωρινού διατάγματος αλλά αντίθετα προϋπήρχαν. Το εύρος της μαρτυρίας που ο Ενάγοντας θέλει να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση σκοπεί στο να συμπληρώσει τυχόν κενά υπάρχουν στην αρχική ένορκη δήλωση και αυτό είναι ανεπίτρεπτο. Ασφαλώς στο πλαίσιο της εκδίκασης της αγωγής ο Ενάγοντας θα μπορεί να φέρει μαρτυρία για όλα τα θέματα που θεωρεί ουσιώδη και αναγκαία, για να κρίνει το Δικαστήριο λεπτομερώς και εις βάθος τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς, αλλά στο παρόν στάδιο δεν θα ήταν ορθό να μεταβάλει με εκ των υστέρων μαρτυρία το πλαίσιο των γεγονότων στη βάση του οποίου ζητήθηκε από το Δικαστήριο η έκδοση των προσωρινών διαταγμάτων. Δικαιότερο είναι να αντιταχθούν οι ισχυρισμοί του Εναγόμενου προς τους ισχυρισμούς του ενόρκως δηλούντα στην αρχική Αίτηση, για να αποφανθεί το Δικαστήριο κατά πόσον πληρούνται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/
  2. Έχοντας διευκρινίσει τα ανωτέρω, απορρίπτω την υπό κρίση αίτηση για Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση για το μόνο λόγο ότι θεωρώ δικαιότερο να κριθεί το βάσιμο της έκδοσης του οποιουδήποτε προσωρινού διατάγματος στη βάση του πραγματικού υποβάθρου που είχε υπόψη του το Δικαστήριο ως εκδοχή του Ενάγοντα, χωρίς να επιτραπεί βελτίωση ή/και διόρθωση του υπόβαθρου αυτού μεθύστερα. Η κατάληξη μου αυτή δεν αφαιρεί από τον Ενάγοντα το δικαίωμα να αιτηθεί τυχόν αντεξέταση του Εναγόμενου, δυνάμει των προνοιών της Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Κατ' ακολουθία του γενικού κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα, όσον αφορά τα έξοδα της υπό κρίση αίτησης αυτά επιδικάζονται υπέρ του Εναγόμενου - Καθ' ου η αίτηση και εναντίον του Ενάγοντα - Αιτητή, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα είναι όμως πληρωτέα στο τέλος της εκδίκασης της αίτησης για προσωρινά διατάγματα. (Υπ.) .............. Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.