Genesis Logistics Ltd ν. Compton House Investments Ltd, Αρ. Αγωγής: 321/20, 9/6/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A304 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 321/20 Μεταξύ: Genesis Logistics Ltd Ενάγουσας /Αιτήτριας και Compton House Investments Ltd Εναγομένης / Καθ' ης η αίτηση Αίτηση ημερομηνίας 30.7.2020 για έκδοση Συνοπτικής Απόφασης Ημερομηνία: 09.06.2021 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα-Αιτήτρια: κ. Αγγελίδης, για Π. Αγγελίδης & Σία ΔΕΠΕ Για Εναγόμενη-Καθ' ης η αίτηση: κα Τσόκου, για Στυλιανό Ν. Χριστοφόρου & Συνεργάτες ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η αίτηση της Ενάγουσας, ημερομηνίας 30.7.2020, για έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον της Εναγομένης, στα πλαίσια της αγωγής που καταχώρησε η Ενάγουσα και αξιώνει απόφαση για το ποσό των €61,346.45 πλέον νόμιμο τόκο. Η Ενάγουσα, στην Έκθεση Απαίτησής της, αξιοί το πιο πάνω ποσό, μεταξύ άλλων, και στην βάση παραδεδεγμένου ή εκκαθαρισμένου λογαριασμού. Η υπό κρίση αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του XXXXX Στεφανή, διευθυντή της Ενάγουσας. Ο ενόρκως δηλών αναφέρθηκε στο ιστορικό συνεργασίας των διαδίκων και επισύναψε ως Τεκμήρια 3 και 5 καταστάσεις λογαριασμού και ως Τεκμήρια 4 και 6 τα τιμολόγια που τις συγκροτούν. Επίσης, κατέθεσε ως Τεκμήριο 7 ηλεκτρονική αλληλογραφία μέσω της οποίας αποστάλθηκαν σε δύο ξεχωριστές ημερομηνίες οι σχετικές καταστάσεις λογαριασμού στην Εναγόμενη. Η Εναγόμενη/Καθ' ης η αίτηση στις 22.3.2021 καταχώρησε ειδοποίηση περί προθέσεως ένστασης. Οι λόγοι ένστασης παρατίθενται αυτούσιοι κατωτέρω: i. Η Αιτήτρια δεν έχει προβεί σε πλήρη και αληθή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών στοιχείων και/ή γεγονότων που σχετίζονται με την αίτηση και/ή δεν προσήλθε στο Δικαστήριο και/ή απέκρυψε από το Δικαστήριο ουσιώδη και/ή συστατικά στοιχεία και/ή γεγονότα σχετικά με την υπόθεση. ii. Η Καθ' ης η Αίτηση έχει καλή και/ή εύλογη και/ή βάσιμη υπεράσπιση την οποία δικαιούται να προβάλει κατά τον δέοντα τρόπο κατά την ακρόαση της αγωγής. iii. Το αξιούμενο από την Αιτήτρια ποσό είναι παράνομο και/ή ανυπόστατο καθότι η Αιτήτρια έχει μονομερώς προβεί σε υπερχρεώσεις αφού η κατάσταση λογαριασμού παρουσιάζει υπόλοιπο εκ μεταφοράς, χωρίς να δικαιολογείται από που προέρχεται το εν λόγω ποσό και/ή δεν τεκμηριώνεται με οποιοδήποτε τρόπο. iv. Τα τιμολόγια τα οποία ισχυρίζεται η Αιτήτρια ότι είναι ανεξόφλητα, δεν φέρουν καμία υπογραφή της Καθ' ης η Αίτηση και ως εκ τούτου δεν έχουν γίνει αποδεκτά από την Καθ' ης η Αίτηση. v. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η Καθ' ης η Αίτηση αμφισβητεί την ουσία της αγωγής και/ή δεν αποδέχεται και/ή αμφισβητεί το ύψος του αξιούμενου από την Αιτήτρια ποσό. vi. Σε περίπτωση που πετύχει η Αίτηση και/ή δεν επιτραπεί στην Καθ' ης η Αίτηση να καταχωρήσει υπεράσπιση θα παραβιάζεται το δικαίωμά της για Δίκαιη Δίκη όπως αυτό κατοχυρώνεται στο άρθρο 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Δικαιωμάτων (ΕΣΔΑ). vii. Η Αιτήτρια ασκεί την παρούσα διαδικασία καταχρηστικά και/ή κακόπιστα και/ή με αλλότρια κίνητρα και/ή με μόνο σκοπό να αποστερήσει στην Καθ' ης η Αίτηση το δικαίωμά της να υπερασπιστεί την υπόθεσή της σε κανονική δίκη και να ακουστεί από το Δικαστήριο, ώστε το τελευταίο να έχει υπόψη του όλα τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση. viii. Η ένορκη δήλωση του κ. Στέφανου Στεφανή που συνοδεύει την αίτηση χαρακτηρίζεται από ψεύδη, ανακρίβειες και αστήρικτους, αυθαίρετους και γενικούς ισχυρισμούς και/ή ο ενόρκως δηλών δεν αναφέρει επαρκώς τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση και/ή αποκρύπτει ουσιώδη γεγονότα για την έκβαση της παρούσας υπόθεσης και/ή δεν αποκαλύπτει το σύνολο των γεγονότων. ix. Η Αιτήτρια δεν έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην αίτηση αφού δεν έχει καταφέρει να αποδείξει την υπόθεσή της καθαρά ή καθόλου. x. Το πραγματικό και/ή νομικό υπόβαθρο στο οποίο στηρίζεται η αίτηση δεν δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. xi. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η Καθ' ης η Αίτηση αμφισβητεί την ουσία της αγωγής και/ή δεν αποδέχεται και/ή αμφισβητεί το ύψος του αξιούμενου από την Αιτήτρια ποσό. Η ένσταση των Εναγομένων συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Πέτρου Ιωαννίδη, διαχειριστή της Εναγόμενης εταιρείας. Ο ενόρκως δηλών δέχθηκε ότι η Ενάγουσα και η Εναγόμενη διατηρούσαν εμπορικές δοσοληψίες. Ανέφερε, όμως, ότι τα τιμολόγια που επισυνάπτονται δεν είναι υπογεγραμμένα και ως εκ τούτου δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά. Δήλωσε επίσης ότι η Εναγόμενη δεν προέβη σε αναγνώριση χρέους και ότι η αλληλογραφία Τεκμήριο 7 δεν συνιστά τέτοια αναγνώριση. Διαδικασία Σημειώνεται ότι η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στη βάση των ένορκων δηλώσεων, αφού κανένας εκ των διαδίκων δεν ζήτησε αντεξέταση και οι δύο πλευρές ανέπτυξαν μέσω γραπτών αγορεύσεων την επιχειρηματολογία τους. Συνεπώς, για όσα γεγονότα δεν εμφαίνονται από τον φάκελο της διαδικασίας, το Δικαστήριο θα βασισθεί στις εκατέρωθεν ένορκες δηλώσεις, λαμβανομένου υπόψη του βάρους απόδειξης εκάστης πλευράς. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Louis Vuitton ν. Δέρμοσακ
(1992)1(Β) Α.Α.Δ 1453, Iacovou brothers (constructions) Ltd v. Fashionwise ltd
(2000)1Β ΑΑΔ 1377, Thinking Steel International BV ν. Caramondani Bros Public Co Ltd,
(2012)1 Α.Α.Δ. 1460 και Α. Messios & Sons Ltd κ.ά v. Ανδρέας Λεωνίδα
(2010)1 ΑΑΔ
- Προκύπτει από τον φάκελο του Δικαστηρίου ότι η υπό κρίση αγωγή καταχωρήθηκε με κλητήριο ειδικά οπισθογραφημένο στις 6.2.2020 και ότι η Εναγόμενη καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης στις 5.6.
- Με γνώμονα τα πιο πάνω προχωρώ να εξετάσω την υπό κρίση αίτηση. Νομική πτυχή - Αξιολόγηση εκατέρωθεν θέσεων Η υπό κρίση αίτηση εδράζεται στη Δ.18 θ. 1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, η οποία διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Where the defendant appears to a writ of summons specially indorsed under Order 2, Rule 6, the plaintiff may on affidavit made by himself, or by any other person who can swear positively to the facts, verifying the cause of action, and the amount claimed (if any), and stating that in his belief there is no defence to the action, apply for judgment for the amount so indorsed, together with interest (if any), or for the recovery of the land (with or without rent), or for the delivering up of a specific chattel, as the case may be, and costs. And judgment for the plaintiff may be given thereupon, unless the defendant shall satisfy the Court that he has a good defence to the action on the merits, or disclose such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend.» Οι αρχές που διέπουν το υπό εξέταση ζήτημα έχουν καταστεί αντικείμενο ενδελεχούς νομολογιακής ανάλυσης. Στην απόφαση Sensus Gymnasium Ltd v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2013)1 ΑΑΔ 1795, το Ανώτατο Δικαστήριο συνόψισε τις σχετικές νομικές αρχές επί του θέματος ως ακολούθως: «Σκοπός της διαδικασίας αυτής είναι η έκδοση γρήγορα απόφασης, εκεί όπου τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του ενάγοντα είναι καθαρή και δεν χρειάζεται η διεξαγωγή κανονικής δίκης και παράλληλα, να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή, όμως, η διαδικασία αυτή αποστερεί, ουσιαστικά, από τον εναγόμενο το δικαίωμα να υπερασπίσει την υπόθεση του σε κανονική δίκη, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται πολύ προσεκτικά, αραιά, και με βάση ορισμένα κριτήρια (βλ. Robert v. Plant [1895] 1 Q.B. 597, The Annual Practice 1970 σελ. 126, Κυπριανίδης ν. Ιωάννου
(1966)1 Α.Α.Δ. 265, Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130, Hermes Insurance Co Ltd v. Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Limited v. Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ. 239, Δημητρίου ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 782, Rck Sports v. Persona Advertising Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 1074, Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 22, Λαζάρου κ.ά. ν. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ. 817 και πιο πρόσφατα Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd
(2003)1(Γ) A.A.Δ.1968, Sigma Radio TV Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 Α.Α.Δ. 408, Νεάρχου κ.ά. ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1 Α.Α.Δ. 818.) Τα κριτήρια που θα πρέπει, σύμφωνα με τη Δ.18 θ.1(α), να πληρούνται είναι τα ακόλουθα:
- Το κλητήριο ένταλμα πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο.
- Ο εναγόμενος να έχει καταχωρήσει εμφάνιση και
- Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση πρέπει να γίνεται από τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί θετικά ως προς τα γεγονότα και που επαληθεύουν το αγώγιμο δικαίωμα ως και το ποσό που απαιτείται και να δηλώνεται ότι απ' ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Εκεί που ο ενάγοντας είναι νομικό πρόσωπο, τότε μπορεί να ορκισθεί κάποιο πρόσωπο που εργοδοτεί, το οποίο όμως, να μπορεί να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει τη βάση της αγωγής και το αξιούμενο ποσό και όχι τα όσα αναφέρει να είναι από πληροφορίες που πήρε από άλλους ή να στηρίζεται απλώς στα όσα ο ίδιος πιστεύει (βλ. Stavrinides, σελ. 136-138) και Δημητρίου σελ. 790-794, ανωτέρω). Με την ικανοποίηση των πιο πάνω προϋποθέσεων, το βάρος μετατοπίζεται στον εναγόμενο που πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν επαρκή ώστε να του δοθεί δυνατότητα καταχώρισης υπεράσπισης (βλ. CYEMS CO LTD v. Central Co-Operative Industries Co Ltd
(1982)1 C.L.R. 897 και Hermes Insurance Co Ltd ανωτέρω). Ο εναγόμενος μπορεί να πράξει τούτο είτε με ένορκη δήλωση είτε, με άδεια του Δικαστηρίου, με προφορική μαρτυρία (βλ. Δ.18 Καν. 3(α))» Σχετική επίσης είναι η απόφαση στην υπόθεση Γλαύκος Μιχαηλίδης κ.ά. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Πόλ. Έφεση 60/2011, ημερομηνίας 12 Ιουλίου,
- Επιπλέον, οι αρχές που διέπουν το υπό εξέταση ζήτημα επαναλήφθηκαν και στην πρόσφατη απόφαση Κωνσταντίνου κ.ά ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, Πολ. Έφεση Ε75/2013, ημερομηνίας 5.3.
- Στη βάση των πιο πάνω νομολογιακών αρχών, θα προχωρήσω να εξετάσω την υπό κρίση αίτηση. Συνδρομή των προϋποθέσεων της Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος Στην υπό κρίση υπόθεση, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πληρούνται οι δυο πρώτες τυπικές προϋποθέσεις που θέτει η Δ.18 θ.1 για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Προκύπτει αβίαστα, ως συμπέρασμα, το ότι έχει καταχωρηθεί ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο και ότι οι Εναγόμενοι έχουν καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης. Σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση της Δ.18, ήτοι το ότι κατά πόσο η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση πρέπει να γίνεται από τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί θετικά ως προς τα γεγονότα, διαφωτιστική είναι η απόφαση Γλαύκος Μιχαηλίδης κ.ά ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (ανωτέρω), όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Στην υπό εξέταση υπόθεση ο ενόρκως δηλών Παπαλαμπριανού δήλωσε σαφώς ότι γνώριζε τα γεγονότα «θετικά» και επιπροσθέτως, έδωσε στοιχεία ως προς το περιεχόμενο των εγγράφων που αποτελούσαν τη βάση της απαίτησης. Περαιτέρω, ο ενόρκως δηλών κατέθεσε κατάσταση λογαριασμού στην οποία φαίνεται το αξιούμενο ποσό. Συνακόλουθα, είμαστε της γνώμης ότι ορθώς το πρωτόδικο δικαστήριο θεώρησε ότι οι εφεσίβλητοι είχαν καταδείξει ότι ο ενόρκως δηλών ήταν άτομο που μπορούσε να ορκιστεί θετικά επί των γεγονότων της υπόθεσης, τονίζοντας επίσης ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση εκ μέρους των εφεσειόντων. Συνεπώς, το επιχείρημα αυτό δεν μπορούσε να προωθηθεί περαιτέρω.» Περαιτέρω, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Κώστας Κυριάκου ν. Θεράποντα Αναστασίου
(2013)1ΑΑΔ 148, ο Ενάγοντας δεν έχει καν την υποχρέωση να καταθέσει όλα τα έγγραφα που θα υποστήριζαν την αγωγή εάν διεξαγόταν κανονική δίκη. Στην υπό κρίση υπόθεση ο ομνύοντας για την Ενάγουσα, κατέθεσε τα έγγραφα από τα οποία προκύπτει η θετική του γνώση, επαληθεύοντας την απαίτηση και δηλώνοντας ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Συγκεκριμένα, κατέθεσε καταστάσεις λογαριασμού, τα τιμολόγια που τις συγκροτούν και την αλληλογραφία που δεικνύει ότι οι καταστάσεις λογαριασμού είχαν αποσταλεί στην Εναγόμενη, χωρίς η τελευταία να έχει αμφισβητήσει την εν λόγω αλληλογραφία. Με αναφορά στα πιο πάνω, δήλωσε ότι η Εναγόμενη δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Υπό το φως των πιο πάνω, κρίνω ότι πληρούται και η τρίτη προϋπόθεση της Δ.18, ότι δηλαδή η ένορκη δήλωση γίνεται από πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί για τα γεγονότα, επαληθεύει το αγώγιμο δικαίωμα και δηλώνει ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Ενόψει της πιο πάνω διαπίστωσης, το βάρος, πλέον, μετατοπίζεται στην Εναγόμενη να καταδείξει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν επαρκή, ώστε να της δοθεί δυνατότητα καταχώρησης υπεράσπισης. Η Υπεράσπιση της Εναγόμενης Όπως προκύπτει από τα ανωτέρω, με τη διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης συνοπτικής απόφασης, η Εναγόμενη όφειλε να καταδείξει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν επαρκή, ώστε να της δοθεί δικαίωμα για υπεράσπιση. Επί του προκειμένου, διαφωτιστική είναι η απόφαση Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 A.A.Δ. 239, όπου αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: «Όπου όμως δίδει στην ένορκη δήλωση του αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαιτήσεως που θα πρέπει να εκδικάζεται ή όπου ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του, τότε θα πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα για υπεράσπιση (CY.E.M.S. CO LTD v. The Central Co-Operative Industries Co ltd
(1982)1 A.A.Δ. 897). Έτσι είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπιση του ενώπιον του Δικαστηρίου, γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο.» Ασφαλώς, δεν πρέπει να παραγνωρίζεται ότι οι πρόνοιες της Δ.18 πρέπει να διαβάζονται και υπό το φως του άρθρου 30 του Συντάγματος και του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ και η εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης πρέπει να ασκείται με φειδώ, μόνο σε περιπτώσεις που είναι εμφανές ότι ο εναγόμενος δεν διατηρεί οποιαδήποτε υπεράσπιση στην αγωγή. Σχετική είναι απόφαση Zervos v. Euroinvestment & Finance Ltd
(2003)1(Γ) 1968. Ως προς την έννοια του τι αποτελεί αδιαμφισβήτητη περίπτωση, για σκοπούς έκδοσης συνοπτικής απόφασης, θεμελιακή είναι η απόφαση στην υπόθεση Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ (Υπό Εκκαθάριση) κ.ά ν. Εθνική Τράπεζα Της Ελλάδος Α.Ε
(2001)1 ΑΑΔ 418, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Συνοπτική απόφαση δεν εκδίδεται όπου προβάλλονται σχετικοί με το θέμα ισχυρισμοί που θα μπορούσαν, όσο απομακρυσμένη και αν φαίνεται η πιθανότητα επιτυχίας, να δικαιολογήσουν τη διεξαγωγή κανονικής δίκης. Εφόσον προκύπτει μεταξύ των διαδίκων διαφορά που χρήζει επίλυσης, ο εναγόμενος δεν στερείται της δυνατότητας υπεράσπισης και προβολής σχετικής επί του θέματος ανταπαίτησης, με εκ των προτέρων υπολογισμούς αναφορικά με τις πιθανότητες επιτυχίας και με ευρήματα έξω από το πλαίσιο δίκης στην αγωγή. Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης. Αυτή είναι η φιλοσοφία της Δ.18.» Επιπρόσθετα, αποτελεί καλά θεμελιωμένη αρχή ότι το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση των εκατέρωθεν ισχυρισμών για να προβεί σε ευρήματα όσον αφορά την υπεράσπιση του εναγόμενου, ως να εκδίκαζε την ουσία της αγωγής. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Ευάγγελος Λαζάρου και άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817 και Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ (ανωτέρω). Το γεγονός, όμως, ότι το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε αξιολόγηση των προβαλλόμενων ισχυρισμών, δεν συνεπάγεται ότι, για τη χορήγηση άδειας προς υπεράσπιση, αρκεί η προβολή αόριστων ή γενικών ισχυρισμών. Σε κάθε περίπτωση, απαιτείται η προβολή ισχυρισμών στην αναγκαία έκταση, πάντοτε σε συνάρτηση με το εκάστοτε επίδικο ζήτημα. Σχετική επί του προκειμένου είναι η απόφαση στην υπόθεση Caterchef NV Ltd ν. PCP Electronics Ltd
(1999)1 ΑΑΔ 1912, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Είναι αρκετό για εναγόμενο, για την εξασφάλιση του δικαιώματος υπεράσπισης χωρίς όρους, να δείξει πως υπάρχει δικάσιμο θέμα ανεξάρτητα αν το δικαστήριο πιστεύει πως τελικά η προβαλλόμενη υπεράσπιση μπορεί να μην επιτύχει. Όμως, το κριτήριο δεν ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση. Διαφορετικά θα ήταν εύκολο σε κάθε σχεδόν περίπτωση να εξασφαλίζεται άδεια με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς. Με αποτέλεσμα την αχρήστευση του μέτρου. Τη θέση μας ενισχύει το παρακάτω απόσπασμα από την Annual Practice
(1959)σελ. 250, που αποτελεί το απαύγασμα της αγγλικής νομολογίας με την οποία είναι εναρμονισμένη η κυπριακή: "The defendant's affidavit must "condescend upon particulars". It is not enough merely to deny the debt, or allege fraud, or state a legal objection. Sufficient facts and particulars must be given to show that there is a bona fide defence (Wallingford v. Mutual Soc., 5 App Cas. 685, see judgment of Lord Blackburn at p. 704; Harrison v. Bottenheim, 26 W.R. 362; Ray v. Barker, 4 Ex. D. 283; Shurmer v. Young, 5 T.L.R. 155, and cases cited r. 6(n.). Σχετικές, επίσης, είναι οι αποφάσεις στις υποθέσεις Hermes Insurance Co Ltd v. Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333 και M Loizides Agencies Ltd κ.ά. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρία Λτδ
(2011)1Β ΑΑΔ
- Περαιτέρω, στην πρόσφατη απόφαση Κωνσταντίνου (ανωτέρω), υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο, εφόσον παρατίθενται λεπτομέρειες προβαλλόμενης καλής υπεράσπισης, ενώ, κατ' αρχήν δεν δύναται να αξιολογήσει το αληθινό της υπεράσπισης, μπορεί να εξετάσει εάν οι προβαλλόμενες θέσεις είναι έκδηλα ψευδείς. Τονίζεται, τέλος, ότι το Δικαστήριο διατηρεί δικαίωμα να δώσει άδεια για υπεράσπιση, είτε για το σύνολο της αξίωσης είτε μόνο σε σχέση με μέρος αυτής. Σχετική είναι η απόφαση Καμένος κ.ά. ν. Τραπέζης Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A554, Πολ. Έφεση.102/2011, ημερομηνίας 22.7.
- Στην υπό κρίση υπόθεση η απαίτηση της Ενάγουσας ερείδεται επί κατάστασης λογαριασμού και συγκεκριμένα επί εκκαθαρισμένου λογαριασμού. Μάλιστα η Ενάγουσα στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση προώθησε και τον ισχυρισμό ότι η επίδικη κατάσταση αποστάληκε στην Εναγομένη, η οποία δεν διαμαρτυρήθηκε και δεν αμφισβήτησε το υπόλοιπο. Επομένως, προκύπτει ότι η Ενάγουσα προώθησε ισχυρισμούς που άπτονται του αγώγιμου δικαιώματος του εκκαθαρισμένου λογαριασμού. Ως προς την έννοια, νομική φύση και συνέπειες του λογαριασμού, ο οποίος κρίνεται εκκαθαρισμένος, παραπέμπω στις αποφάσεις Ττόκου ν. Σεργίου
(1993)1 Α.Α.Δ. 60, και Επίσημος Παραλήπτης κ.ά. ν. Ρέινμποου Πλήτσιηγκ και Νταϊγκ Κο Λτδ
(2005)1 ΑΑΔ 610. Σύμφωνα δε με την απόφαση Επίσημος Παραλήπτης κ.ά. ν. Ρέινμποου Πλήτσιηγκ και Νταϊγκ Κο Λτδ ( ανωτέρω), «Παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός (account stated) σημαίνει συμφωνία μεταξύ των μερών σύμφωνα με την οποία όλα τα στοιχεία του λογαριασμού καθώς και το υπόλοιπο είναι ορθά, συνδυασμένη με υπόσχεση ρητή ή εξυπακουόμενη να πληρωθεί το υπόλοιπο. Επενεργεί ως νέα σύμβαση χωρίς να είναι αναγκαία νέα αντιπαροχή και ο ενάγοντας, του οποίου η αιτία αγωγής είναι ο παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός, δεν είναι υποχρεωμένος να δικογραφήσει και να αποδείξει καθένα από τα στοιχεία του εκκαθαρισμένου λογαριασμού ξεχωριστά. Η συμφωνία των μερών ότι το υπόλοιπο είναι ορθό μπορεί να συναχθεί και από την παράδοση της κατάστασης λογαριασμού και την παράλειψη του χρεώστη να ενστεί για τα ποσά του λογαριασμού, εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος. Βέβαια το τί συνιστά εύλογο χρονικό διάστημα είναι ζήτημα πραγματικό και νομικό στην κάθε περίπτωση.» ( η υπογράμμισή δική μου) Περαιτέρω, όπως έχει συνοψισθεί στην απόφαση Ανδρόνικος Κουρουκλάρης ν. Ανδρέα Κωνσταντίνου, ECLI:CY:AD:2017:A440, Πολ. Έφ. 205/2012, ημερομηνίας 6.12.2017: «Ο εκκαθαρισμένος λογαριασμός συνιστά ξεχωριστή ενοχική αξίωση και αποτελεί αυτοτελές αγώγιμο δικαίωμα, γνωστό στο αγγλικό δίκαιο ως account stated, που εδράζεται στην ανάληψη υποχρέωσης από τον οφειλέτη για αποπληρωμή του υπολοίπου.» Επομένως, στην υπό κρίση υπόθεση αναμένετο από την Εναγόμενη να προβάλει ισχυρισμούς που να συγκροτούν συζητήσιμη υπεράσπιση σε σχέση με το επίδικο αγώγιμο δικαίωμα. Δηλαδή, θα έπρεπε η Εναγόμενη να προέβαλε ισχυρισμούς που να δικαιολογήσουν τη διεξαγωγή κανονικής δίκης σε σχέση με το προβαλλόμενο αγώγιμο δικαίωμα του εκκαθαρισμένου λογαριασμού. Κοντολογίς, η Εναγόμενη όφειλε να προβάλει συγκεκριμένους ισχυρισμούς που έστω η επιτυχία τους να φαινόταν απομακρυσμένη, αλλά να σχετίζονται με τα στοιχεία που συγκροτούν το επίδικο αγώγιμο δικαίωμα. Στην υπό κρίση υπόθεση, μέσα από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, δεν αμφισβητείται ο καίριος ισχυρισμός περί αποστολής των καταστάσεων λογαριασμού και δεν εγείρεται οποιοσδήποτε ισχυρισμός περί αμφισβήτησης του χρέους σε εύλογο ή σε οποιοδήποτε χρονικό διάστημα μετά την παραλαβή των καταστάσεων λογαριασμού. Αντίθετα, ο ενόρκως δηλών αρκείται στην προβολή ισχυρισμών περί της αποδεικτικής επάρκειας των τιμολογίων που συγκροτούν τον επίδικο λογαριασμό. Όμως, όταν το επικαλούμενο αγώγιμο δικαίωμα είναι ο εκκαθαρισμένος λογαριασμός, αυτό που πρέπει να αποδειχθεί είναι το ότι όντως ο επίδικος λογαριασμός ήταν παραδεδεγμένος και όχι τα επί μέρους στοιχεία αυτού. Συνεπώς, η αποδεικτική επάρκεια των τιμολογίων δεν επηρεάζει το αγώγιμο δικαίωμα και, ως εκ τούτου, η προβολή των πιο πάνω ισχυρισμών δεν μπορεί να θεμελιώσει δικάσιμο θέμα. Περαιτέρω, το εάν οι υπάλληλοι της Εναγομένης ήταν σε θέση να αξιολογήσουν ή όχι την ορθότητα των επίδικων καταστάσεων, δεν μεταβάλει το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι αυτοί στάλθηκαν στην Εναγόμενη. Συνακόλουθα, οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί συνιστούν απλώς γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν σχετίζονται με την ουσία του αγώγιμου δικαιώματος. Επιπλέον, ο ισχυρισμός περί εσφαλμένων χρεώσεων παράμεινε παντελώς αόριστος. Γενικότερα μέσα από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση δεν εγείρεται κάποιος ισχυρισμός που να σχετίζεται με τα στοιχεία που συγκροτούν το επίδικο αγώγιμο δικαίωμα. Τέλος, το γεγονός ότι στην αλληλογραφία, Τεκμήριο 7, δεν εμφανίζεται η Εναγόμενη να προβαίνει σε αναγνώριση χρέους, δεν μπορεί να επηρεάσει τα πράγματα, αφού η αναγνώριση χρέους δεν αποτελεί στοιχείο του επικαλούμενου αγωγίου δικαιώματος. Προκύπτει, συνεπώς, ότι μέσα από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση δεν προβάλλονται ισχυρισμοί που να εγείρουν αμφισβήτηση σε σχέση με τα πραγματικά ή νομικά ζητήματα που περιβάλλουν την απαίτηση. Συνεπώς, κρίνω ότι δεν έχουν τεθεί επαρκείς λεπτομέρειες που να θεμελιώνουν συζητήσιμη υπεράσπιση εν τη εννοία που οριοθετεί η νομολογία. Κατάληξη Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδεται συνοπτική απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγομένης ως το αιτητικό Α και Γ της Έκθεσης Απαίτησης, πλέον έξοδα, ως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /MX cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο